Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2021 23:50

Ο δικός μας δρόμος: Κατά του πραξικοπηματισμού

Συλληφθέντες κομμουνιστές κατά τη «δράση του Μάρτη» συνοδεύονται από την αστυνομία στο Άισλεμπεν.

 

 

Πάουλ Λέβι

 

 

Ο δικός μας δρόμος: Κατά του πραξικοπηματισμού

 

 

«Ω ουρανοί, τι γίνεται εδώ! Ειλικρινής μεταμέλεια, έστω και αν επιβάλλεται, ή τίποτα από αυτά; Ξέρετε πραγματικά τι έχετε κάνει; Την καλύτερη πράξη, τον ευγενέστερο και ύψιστο σκοπό ... έναν σκοπό που ο Θεός μόλις για μια φορά έβαλε στα χέρια σας, τον αντιμετωπίσατε σαν κοπριά σε χοιροστάσιο.»

(Gerhart Hauptmann, Florian Geyer)

 

 

Την εποχή που σχεδίαζα αυτό το φυλλάδιο, η Γερμανία είχε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα με μισό εκατομμύριο μέλη. Όταν άρχισα να το γράφω οκτώ ημέρες αργότερα, αυτό το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε κλονιστεί συθέμελα και η ίδια η ύπαρξή του είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Μπορεί να φαίνεται ριψοκίνδυνο σε μια τόσο σοβαρή κρίση, όπως αυτή στην οποία βρίσκεται σήμερα το Κομμουνιστικό Κόμμα, να βγούμε με μια τόσο αμείλικτη κριτική. Όμως δεν χρειάζεται πολύς προβληματισμός για να συμπεράνουμε ότι αυτή η κριτική είναι όχι μόνο χρήσιμη αλλά και αναγκαία. Το ανεύθυνο παιχνίδι που παίζεται με την ύπαρξη ενός κόμματος, με τις ζωές και τις τύχες των μελών του, πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να σταματήσει με τη θέληση των μελών, δεδομένου ότι οι υπεύθυνοι γι’ αυτό εξακολουθούν να αρνούνται να δουν τι έχουν κάνει. Το κόμμα δεν πρέπει να συρθεί με κλειστά μάτια σε έναν αναρχισμό μπακουνινιστικού τύπου. Και, αν πρόκειται να ξαναχτιστεί ένα Κομμουνιστικό Κόμμα στη Γερμανία, τότε οι νεκροί της κεντρικής Γερμανίας, του Αμβούργου, της Ρηνανίας, της Βάδης, της Σιλεσίας και του Βερολίνου, για να μην αναφέρουμε τις πολλές χιλιάδες κρατουμένων που έπεσαν θύματα αυτής της μπακουνινιστικής τρέλας, όλοι απαιτούν μπροστά στα γεγονότα της τελευταίας εβδομάδας: «Ποτέ ξανά!»

Είναι αυτονόητο ότι η λευκή τρομοκρατία που μαίνεται τώρα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μανδύας πίσω από τον οποίο οι υπεύθυνοι μπορούν να ξεφύγουν από τις πολιτικές τους ευθύνες. Ούτε ο θυμός και οι προσβολές που εκφράζονται τώρα εναντίον μου θα πρέπει να αποτελέσουν λόγο αποφυγής αυτής της κριτικής. Απευθύνομαι στα μέλη του Κόμματος με αυτό το πνεύμα, με έναν απολογισμό που πρέπει να στεναχωρήσει οποιονδήποτε εργάστηκε για να χτιστεί αυτό που τώρα γκρεμίστηκε. Αυτές είναι πικρές αλήθειες, αλλά «αυτό που σας δίνω είναι φάρμακο, όχι δηλητήριο»1.

Γράφτηκε 3-4 Απριλίου 1921

Πάουλ Λέβι

 

 

Ι.

Η συζήτηση της εργατικής τάξης για την επανάσταση θέτει άμεσα το ζήτημα του ρυθμού. Οι απόψεις διαχέονται ανάμεσα σε αυτούς που έχουν λίγη πίστη στο ένα άκρο, οι οποίοι βλέπουν το όλο ζήτημα ως κάτι «ακόμα στον ορίζοντα», και, στο άλλο άκρο, στους αισιόδοξους που πιστεύουν ότι η επανάσταση θα μπορούσε να «ξεσπάσει αύριο» αν κάποιοι κάπου δεν έβαζαν φρένο. Ωστόσο, όταν συζητούνται τέτοια ζητήματα, σπάνια οι άνθρωποι υποδεικνύουν τους συγκεκριμένους παράγοντες που είναι καθοριστικοί για αυτόν τον ταχύτερο ή βραδύτερο ρυθμό, με αποτέλεσμα το ερώτημα σχετικά με το χρονοδιάγραμμα της επανάστασης να μην ξεπερνά το επίπεδο του αν μια συγκεκριμένη ημερομηνία θα ήταν πολύ νωρίς ή πολύ αργά. Στη φυλακή, η μέρα είναι πάντα μεγάλη, περπατώντας στο δάσος την άνοιξη είναι πάντα μικρή, παρόλο που είναι η ίδια μέρα των είκοσι τεσσάρων ωρών. Στην πραγματικότητα, ο ρυθμός της επανάστασης εξαρτάται από δύο είδη παραγόντων: αντικειμενικούς και υποκειμενικούς. Οι αντικειμενικοί παράγοντες είναι η ισχύς της αντίφασης μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και του συστήματος διανομής, η δυνατότητα και η ικανότητα του υπάρχοντος συστήματος παραγωγής να συνεχίσει να λειτουργεί, η κατάσταση του προλεταριάτου, το πόσο οξύς είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης, η όξυνση των κρίσεων στο εσωτερικό της παγκόσμιας αστικής τάξης και ούτω καθεξής.

Θα ήταν περιττό εδώ να επαναλάβουμε ξανά αυτό που έχει ειπωθεί τόσο συχνά. Η αυξανόμενη ανεργία, η αυξανόμενη εξαθλίωση του προλεταριάτου καθώς και της εμπορικής και διανοούμενης μεσαίας τάξης και των δημοσίων υπαλλήλων, η όλο και μεγαλύτερη χρεοκοπία του κράτους, η αναδιοργάνωση των αστικών κρατών σε νέες και εχθρικές ομάδες συμφερόντων, η παγκόσμια αντίθεση των καταπιεστών εναντίον των καταπιεσμένων όλων των χωρών, με τους τελευταίους να είναι για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία ενωμένοι σε ένα συνειδητό σώμα, που σκέφτεται και σχεδιάζει σε παγκόσμιο πολιτικό επίπεδο στην Κομμουνιστική Διεθνή με επικεφαλής τη Σοβιετική Ρωσία: αυτοί είναι οι αντικειμενικοί παράγοντες.

Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, πρέπει να εξετάσουμε τους υποκειμενικούς παράγοντες ή, μάλλον, τον υποκειμενικό παράγοντα που σήμερα είναι πάντα καθοριστικός για τη διαμόρφωση των αντικειμενικών συνθηκών: Κατά πόσο η επαναστατική τάξη είναι πρόθυμη και ικανή, και μάλιστα αρκετά ώριμη, να αναλάβει την εξουσία; Σε ποιο βαθμό η αντεπαναστατική τάξη έχει εξαντληθεί πνευματικά και έχει εξασθενήσει, ώστε να μπορεί να παρθεί η εξουσία από τα χέρια της; Αυτές οι δύο δυνάμεις, η κατακτητική θέληση της επαναστατικής τάξης και η αμυντική θέληση της αντεπαναστατικής τάξης, δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η καθεμία είναι, μάλλον, συνάρτηση της άλλης, η πάλη των κομμάτων είναι η αντανάκλαση αυτού, η κατάκτηση της κρατικής εξουσίας είναι ο στόχος της, και η δύναμη της χρήσης της κρατικής εξουσίας είναι το μέτρο της.

Είναι γνωστό ότι, με αυτή την έννοια, παρά την αυξανόμενη οικονομική παρακμή της, η γερμανική αστική τάξη έχει καταφέρει μια ορισμένη σταθεροποίηση. Τον Νοέμβριο του 1918, η κρατική εξουσία ήταν μια «ουδέτερη ζώνη». Είχε ξεφύγει από τα χέρια της αστικής τάξης, ωστόσο κανείς δεν θα ισχυριζόταν σήμερα ότι το προλεταριάτο την κατέλαβε. Η αστική τάξη, παρά το μούδιασμα από το πλήγμα που είχε δεχτεί, ήταν η πρώτη που ξανασηκώθηκε στα πόδια της· οι μαζικές σφαγές του Νόσκε τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του 1919 ήταν τα ορόσημα, το σύνταγμα της Βαϊμάρης το εξωτερικά αναγνωρίσιμο σημάδι, ότι αισθανόταν και πάλι κυρίαρχη. Έκτοτε, η κυριαρχία της γερμανικής αστικής τάξης –η πολιτική της κυριαρχία– δεν έχει υποστεί κανένα άλλο σοβαρό σοκ: το πραξικόπημα του Καπ, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα τέτοιο σοκ είτε από τη Δεξιά είτε από την Αριστερά, πέρασε χωρίς να υποστεί σοβαρές ζημιές.

Αυτή η νίκη της αστικής τάξης δεν είναι βέβαια απόλυτη, αλλά σε υψηλότατο βαθμό κάτι σχετικό, διατηρώντας τον χαρακτήρα της ως νίκης μόνο όσο δεν την ξεπερνούν οι δυνάμεις της επαναστατικής τάξης. Το ότι οι δυνάμεις του προλεταριάτου βρίσκονται στη διαδικασία να το κάνουν αυτό είναι απολύτως βέβαιο. Όχι μόνο επειδή οι προλεταριακές γροθιές είναι πολύ περισσότερες από τα δερμάτινα γάντια των αστών: η αστική τάξη βρίσκεται υπό την πίεση της διαρκώς αυξανόμενης οικονομικής παρακμής και διαποτίζεται πλήρως από την αίσθηση της απελπισίας και του αναπόφευκτου της κατάστασής της, ζώντας από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς περαιτέρω ελπίδα. Το προλεταριάτο είναι η μόνη τάξη που φέρει στο στήθος της το αστέρι της ελπίδας και άρα της νίκης: τόσο οι φυσικοί όσο και (όπως θα το έθετε ο Ναπολέων) οι ηθικοί παράγοντες είναι με το μέρος του προλεταριάτου και άρα της νίκης του.

Τα πάντα εξαρτώνται επομένως από την κατάσταση των επαναστατικών δυνάμεων και την ανάπτυξή τους. Συμβαίνει αυτό γρήγορα ή αργά; Ο ίδιος ο Μαρξ έδωσε μια συγκεκριμένη απάντηση σε αυτό. Στο βιβλίο του Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία έγραψε:

«Η επαναστατική πρόοδος ανοίγει το δρόμο της όχι με τα άμεσα [...] επιτεύγματά της, μα αντίθετα, με τη δημιουργία μιας ισχυρής ενωμένης αντεπανάστασης, με τη δημιουργία ενός αντιπάλου που το κόμμα της ανταρσίας πολεμώντας τον ωριμάζει και γίνεται αληθινό επαναστατικό κόμμα.»2

Τίποτα δεν θα μπορούσε να εκφράσει την ένταση και την ταχύτητα της επαναστατικής εξέλιξης στη Γερμανία σαφέστερα από αυτό. Αυτό στο οποίο αναφερόταν εδώ ο Μαρξ ήταν η ανάπτυξη της επαναστατικής δύναμης στην πάλη ενάντια σε μια σταθεροποιημένη αντεπαναστατική δύναμη. Στη Γερμανία όμως, σε αυτή τη σημερινή επανάσταση, οι επαναστατικές δυνάμεις συμβαδίζουν λίγο πολύ με την ανάπτυξη των δυνάμεων της αντεπανάστασης. Αυτό εκφράζεται με δύο τρόπους. Η δύναμη μιας επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, αυξάνεται ανάλογα με τη δύναμη και τον αριθμό της πιο ξεκάθαρης, συνειδητής και αποφασιστικής πρωτοπορίας της. Το Νοέμβριο του 1918, οι κομμουνιστές στη Γερμανία σχημάτισαν μια ομάδα, αλλά όχι μια μεγάλη ομάδα. Τον Φεβρουάριο του 1921, ήταν μια δύναμη μισού εκατομμυρίου ατόμων. Το άλλο φαινόμενο στο οποίο εκφράζεται η αυξανόμενη δύναμη των επαναστατικών δυνάμεων είναι ότι η γερμανική προλεταριακή τάξη έχει ήδη δεχτεί τρομερά πλήγματα στα δυόμισι χρόνια της γερμανικής επανάστασης. Έχει χάσει ποτάμια αίματος. Μια φορά, δύο φορές και πάλι μια τρίτη φορά έχει πληγεί βαριά από αυτό, όμως, σε κάθε περίπτωση, χρειάστηκε μόνο λίγος χρόνος για να ξανασηκωθεί με νέες δυνάμεις, με το ανάστημα και τη δύναμη ενός γίγαντα. Καμία τάξη στον κόσμο δεν το έχει καταφέρει αυτό στο παρελθόν. Η ανάπτυξη των επαναστατικών δυνάμεων στη Γερμανία –όσο κι αν αυτό μπορεί να εκπλήσσει τα ανυπόμονα κεφάλια που βρίσκονται ανάμεσά μας– προχωράει με απροσδόκητο και τρομερά γρήγορο ρυθμό. Το προλεταριάτο, που για τέσσερα χρόνια έτρεχε πίσω από τον Κάιζερ, αλλά σήμερα μετρά μισό εκατομμύριο κομμουνιστές, έχει αποκτήσει ένα νέο πρόσωπο, τόσο πνευματικά όσο και πολιτικά.

Οι ανυπόμονοι, ωστόσο, θα αναρωτηθούν τι νόημα έχουν όλα αυτά, αν το προλεταριάτο δεν έχει ακόμη κατακτήσει την εξουσία. Και τώρα ερχόμαστε στο πραγματικό πρόβλημα: τι μπορεί να κάνει το Κομμουνιστικό Κόμμα σε αυτή την κατάσταση, προκειμένου να κατακτήσει την κρατική εξουσία;

 

II.

Πολλοί κομμουνιστές διαπράττουν δύο λάθη στη σκέψη τους. Το πρώτο είναι να βλέπουν στις αντιμαχόμενες τάξεις μόνο το προλεταριάτο. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι επαναστατική τακτική να εξετάζουμε και να μετράμε συνεχώς τον εαυτό μας στον καθρέφτη· πολύ πιο σημαντική είναι η σχέση των κομμουνιστών με όλες τις άλλες τάξεις και τα στρώματα που αγωνίζονται ενάντια στον καπιταλισμό, τα οποία δουλεύουν όλα μαζί για την πτώση της αστικής τάξης. Από όλες αυτές τις τάξεις και τα στρώματα, βέβαια, μόνο το προλεταριάτο είναι αυτό που λόγω των συνθηκών ύπαρξής του «καταργεί τις παλιές σχέσεις παραγωγής και μαζί με αυτές τις σχέσεις παραγωγής που χαρακτηρίζονται από ταξικό ανταγωνισμό, καταργεί συνολικά τις τάξεις»·3 το προλεταριάτο είναι η μόνη πραγματικά επαναστατική τάξη. Είναι μόνο η εργατική τάξη που ο στόχος της ως τάξη κατευθύνεται στην αλλαγή των σημερινών σχέσεων παραγωγής και όλων των σχέσεων που απορρέουν από αυτές. Σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της επανάστασης, πράγματι, πρέπει αναγκαστικά να προκύψει μια αντίφαση, έστω και προσωρινά, μεταξύ του προλεταριάτου και εκείνων των τάξεων και των στρωμάτων που σήμερα στέκονται δίπλα του, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί να αντιμετωπίζει το προλεταριάτο αυτές τις τάξεις και τα στρώματα ως ανύπαρκτες, ως ανίκανες να συμμαχήσουν μαζί του, πόσο μάλλον ως εχθρούς.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς συνέβη τις περισσότερες φορές. Υπάρχουν πολλοί κομμουνιστές που βλέπουν πέρα από το προλεταριάτο μόνο «μια ενιαία αντιδραστική μάζα». Αυτή η «ενιαία αντιδραστική μάζα» ήταν ένα σύνθημα που σκαρφίστηκε ο Λασάλ και, όπως και πολλά άλλα, έχει περισσότερο ωραίο όνομα παρά ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο Μαρξ το επέκρινε έντονα με αυτή ακριβώς την έννοια, δείχνοντας ότι στερείται εντελώς περιεχομένου. Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα του 1875, έγραψε:

«Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο [...] η αστική τάξη γίνεται αντιληπτή ως μια επαναστατική τάξη –ως ο φορέας της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας– σε σχέση με τους φεουδάρχες και την κατώτερη μεσαία τάξη, που θέλουν να διατηρήσουν όλες τις κοινωνικές θέσεις που δημιουργήθηκαν από τους παρωχημένους τρόπους παραγωγής. Αυτοί δεν αποτελούν, επομένως, μια ενιαία αντιδραστική μάζα μαζί με την αστική τάξη.

Από την άλλη πλευρά, το προλεταριάτο είναι επαναστατικό σε σχέση με την αστική τάξη, επειδή καθώς το ίδιο έχει αναδυθεί στο έδαφος της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, αγωνίζεται να αφαιρέσει από την παραγωγή τον καπιταλιστικό της χαρακτήρα, τον οποίο η αστική τάξη επιδιώκει να διαιωνίσει. Το Μανιφέστο προσθέτει, ωστόσο, ότι η κατώτερη μεσαία τάξη γίνεται επαναστατική “ενόψει της επικείμενης μετάβασης (τους) στο προλεταριάτο”.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, είναι για άλλη μια φορά ανοησία να λέγεται ότι σε σχέση με την εργατική τάξη “αποτελούν μια ενιαία αντιδραστική μάζα”, “μαζί με την αστική τάξη” και μάλιστα και με τους φεουδάρχες.»4

Εκτός από αυτές τις έννοιες της θεωρίας και των αρχών, σε περιόδους επανάστασης υπεισέρχονται και τακτικές εκτιμήσεις. Σε μη επαναστατικούς καιρούς, αυτά τα μη προλεταριακά και μη αστικά στοιχεία έχουν τη χαμηλότερη συνείδηση της ταξικής τους κατάστασης. Στην αργή πορεία της ανάπτυξης, αδυνατούν να δουν και να κατανοήσουν πώς οι στόχοι τους και οι στόχοι της αστικής τάξης είναι διακριτοί και αντίθετοι. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο, όπως οι εξαθλιωμένοι τεχνίτες στη Γερμανία, θεωρούνται τόσο συχνά και με λύπη ως εξάρτημα της αστικής τάξης ή των φεουδαρχικών τάξεων, και μάλιστα ταυτίζονται με αυτές. Αλλά οι επαναστάσεις διαλύουν όλα τα κοινωνικά πέπλα αυτού του είδους. Λειτουργούν σαν διαλυτικό υλικό που διαχωρίζει αυτούς που δεν ταιριάζουν κοινωνικά μεταξύ τους. Σπάζουν την παράδοση και αναγκάζουν τόσο τα άτομα όσο και τις τάξεις να δουν την πραγματικότητα πίσω από την επιφάνεια. Ο ταξικός ανταγωνισμός μεταξύ της αστικής τάξης και των τάξεων που είναι εκτεθειμένες στην προλεταριοποίηση –αν δεν έχουν ακόμη προλεταριοποιηθεί πραγματικά– γίνεται κραυγαλέος.

Ποια είναι η σύνθεση αυτών των στρωμάτων; Στη Γερμανία, είναι εξαιρετικά πολυποίκιλα, περισσότερο απ’ ό,τι στη Ρωσία. Βεβαίως, όλα τα στρώματα που υπήρχαν στη Γερμανία υπήρχαν και στη Ρωσία, αλλά το κέντρο βάρους τους εκεί ήταν η φτωχή αγροτιά. Τόσο σε αριθμό όσο και σε δύναμη, αυτό υπερέβαινε όλα τα άλλα μικροαστικά και μισοπρολεταριακά στρώματα, έτσι ώστε θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, στη Ρωσία, όποιος είχε τους αγρότες είχε το μισό προλεταριάτο.

Στη Γερμανία, καμία ενδιάμεση τάξη δεν είναι τόσο ισχυρή. Εδώ, το ίδιο το αγροτικό προλεταριάτο της υπαίθρου διαιρείται τόσο κοινωνικά όσο και γεωγραφικά στους φτωχούς μικροαγρότες του νότου και στους αγρεργάτες του βορρά. Στη συνέχεια, υπάρχουν οι τεχνίτες των πιο διαφορετικών επιπέδων, από τον στραβοκάνη ράφτη του χωριού στην Άνω Βαυαρία που δουλεύει για τους αγρότες για το φαγητό του και 50 πφένιχ την ημέρα, μέχρι τον αυτοαπασχολούμενο τεχνίτη με ηλεκτρικά εργαλεία. Υπάρχει επίσης ένα τρίτο στρώμα που είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό στη Γερμανία, αυτό των υπαλλήλων γραφείου και των δημοσίων υπαλλήλων, των εξαθλιωμένων διανοουμένων κ.λπ. Όλοι αυτοί βιώνουν την επανάσταση στη ζωή τους. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την εξέλιξη των Γερμανών σιδηροδρομικών εργατών στα δύο χρόνια της επανάστασης. Ή διαβάστε το πρόσφατα δημοσιευμένο φυλλάδιο του συμβούλου της σαξονικής κυβέρνησης Schmidt-Leonhardt, Das zweite Proletariat. Κανένας από αυτούς δεν είναι προλετάριος, τουλάχιστον όχι στην ταξική τους ύπαρξη, αλλά είναι όλοι τους αντι-αστοί και πρέπει να τους λαμβάνουμε υπόψη.

Ποια είναι η σημασία αυτών των στρωμάτων; Όσο ανήκουν στην αστική τάξη, αποτελούν τα χέρια που η αστική τάξη χρησιμοποιεί για να χτυπήσει το προλεταριάτο· αν αυτός ο δεσμός σπάσει, αλλά εξακολουθούν να στέκονται σε απόσταση από το προλεταριάτο, αποτελούν τουλάχιστον ένα απροσδόκητο εμπόδιο για την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο· αν συμπαθούν το προλεταριάτο, τότε διευκολύνουν αυτή την κατάληψη της εξουσίας ή ακόμη και την καθιστούν δυνατή για πρώτη φορά.

Είναι αυτονόητο, στο πλαίσιο αυτό, ότι κανένας κομμουνιστής δεν σκέφτεται να περιμένει μέχρι αυτά τα στρώματα να γίνουν τα ίδια κομμουνιστικά. Ο Λένιν έθεσε το ζήτημα αυτό ως εξής στο άρθρο του «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου»:

«Μόνο το προλεταριάτο μπορεί να οδηγήσει τον εργαζόμενο λαό από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Δεν έχει νόημα να πιστεύουμε ότι οι μικροαστικές ή μισο-μικροαστικές μάζες μπορούν να λύσουν εκ των προτέρων το εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα: “να ταχθούν με την εργατική τάξη ή με την αστική τάξη”. Οι ταλαντεύσεις των μη προλεταριακών στρωμάτων του εργαζόμενου λαού είναι αναπόφευκτες – και αναπόφευκτη είναι επίσης η δική τους πρακτική εμπειρία, η οποία θα τους επιτρέψει να συγκρίνουν την καθοδήγηση της αστικής τάξης με την καθοδήγηση του προλεταριάτου»5.

Πιο κάτω, ο Λένιν γράφει: «Ήταν αυτή η ταλάντευση της αγροτιάς, του κύριου σώματος του μικροαστικού εργαζόμενου λαού, που έκρινε τη μοίρα της σοβιετικής εξουσίας και της εξουσίας του Κολτσάκ και του Ντενίκιν»6.

Συνεπώς, αυτά τα στρώματα μπορεί να είναι καθοριστικά σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι καθήκον των κομμουνιστών να τα κερδίσουν στην επιρροή τους. Αλλά πώς πρέπει να το κάνουν αυτό;

Στη Ρωσία, όπου αυτό το μεσαίο στρώμα ήταν λιγότερο περίπλοκο, αποτελούμενο ουσιαστικά μόνο από τους αγρότες, το ζήτημα ήταν επίσης πιο απλό. Όποιος έδινε στους αγρότες γη είχε την υποστήριξή τους. Οι Μπολσεβίκοι ήταν οι μόνοι αποφασισμένοι, όχι απλώς να δώσουν στους αγρότες γη –όλοι ήταν «αποφασισμένοι» γι’ αυτό– αλλά να δημιουργήσουν την προϋπόθεση γι’ αυτό, παίρνοντας τη γη από τους ιδιοκτήτες, και αυτό επέτρεψε στους Μπολσεβίκους να συγκεντρώσουν αυτό το μεσαίο στρώμα κάτω από τη σημαία τους.

Οι Γερμανοί κομμουνιστές δεν έχουν βρει ακόμη τρόπο να προσεγγίσουν έστω και λίγο αυτά τα μεσαία στρώματα.

Ένα αγροτικό πρόγραμμα, ακόμη και ένα πρόγραμμα που ικανοποιεί τόσο τους αγρότες όσο και τους εργάτες γης, δεν αρκεί, καθώς οι αγρότες και οι εργάτες γης δεν είναι καθοριστικοί εδώ, όπως ήταν στη Ρωσία. Ούτε αρκεί να διαβεβαιώσεις τους τεχνίτες ότι ο θάνατός τους ως τάξη είναι βέβαιος από τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας, γιατί ακόμα και αν κάποιος πρόκειται να πεθάνει, δεν τον κερδίζεις ως φίλο προφητεύοντας κάθε μέρα τον θάνατό του. Δεν αρκεί επίσης να υποστηρίζεται ότι οι διανοούμενοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ήδη προλετάριοι, αλλά απλώς δεν το γνωρίζουν· αυτό δεν είναι επαρκές για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτού του κοινωνικού στρώματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κομμουνιστές πρέπει να προσπαθήσουν να έρθουν πιο κοντά σε αυτά τα στρώματα σε ζητήματα που τα ενδιαφέρουν ως σύνολο.

Στη Ρωσία υπήρχαν δύο τέτοια ζητήματα εκτός από το αγροτικό ζήτημα. Το ένα με κυρίαρχη σημασία ήταν το ζήτημα της ειρήνης, το οποίο, προς το παρόν, δεν τίθεται προς συζήτηση για τη Γερμανία. Το άλλο ήταν το εθνικό ζήτημα, το οποίο, φυσικά, είχε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στη Ρωσία από ό,τι στη Γερμανία.

Ο ίδιος ο όρος «εθνικό ζήτημα» προκαλεί αμέσως αισθήματα ανησυχίας σε ορισμένους ανθρώπους στη Γερμανία. Ενθυμούμενοι τον εθνικό μπολσεβικισμό7, έναν κίνδυνο από τον οποίο γλίτωσαν οριακά, δεν αντέχουν πια να ακούνε τη λέξη «εθνικό». Αλλά ο λόγος που ο εθνικός μπολσεβικισμός ήταν αντικομμουνιστικός δεν ήταν επειδή τον απασχολούσε το εθνικό ζήτημα, αλλά επειδή επεδίωκε να λύσει το εθνικό ζήτημα με μια συμφωνία «όλων των τάξεων του λαού», με τον δρόμο της αδελφοποίησης του προλεταριάτου με την αστική τάξη, των κομμουνιστών με τον Λέτοβ-Φόρμπεκ8. Αυτό ήταν το αντικομμουνιστικό. Αλλά ούτε είναι κομμουνιστικό να αρνείσαι τώρα να εξετάσεις το εθνικό ζήτημα. Στην αρχή της επανάστασης, ένας Βερολινέζος λογοτέχνης9 προσπάθησε να απαλλαγεί από το εθνικό ζήτημα ιδρύοντας ένα «αντιεθνικοσοσιαλιστικό κόμμα». Το να ξεφορτωθείς το εθνικό ζήτημα με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να λες απλά: «Δεν υπάρχουν πια γαϊδούρια σε αυτόν τον κόσμο, γιατί εγώ είμαι βόδι».

Το εθνικό ζήτημα υπάρχει και ο Καρλ Μαρξ, ως διεθνιστής, ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που δεν το είδε και δεν το έλαβε πολιτικά υπόψη του. Η «κατάργηση» του έθνους δεν είναι αντικείμενο ενός διατάγματος, ούτε ακόμη λιγότερο ενός κομματικού ψηφίσματος, είναι μάλλον μια διαδικασία:

«Εφόσον το προλεταριάτο πρέπει πρώτα απ’ όλα να αποκτήσει την πολιτική υπεροχή, πρέπει να αναδειχθεί σε ηγετική τάξη του έθνους, είναι, μέχρι στιγμής, το ίδιο εθνικό [...]. Οι εθνικές διαφορές και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των λαών εξαλείφονται καθημερινά όλο και περισσότερο [...]. Η υπεροχή του προλεταριάτου θα τις κάνει να εξαλειφθούν ακόμα πιο γρήγορα. [...] Στο βαθμό που η εκμετάλλευση του ενός ατόμου από το άλλο καταργείται, θα καταργείται και η εκμετάλλευση του ενός έθνους από το άλλο. Ανάλογα με το πόσο εξαλείφονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ των τάξεων μέσα στο έθνος, θα εξαλείφεται και η εχθρότητα του ενός έθνους προς το άλλο.»10

Αυτή τη στιγμή, επομένως, το έθνος είναι, για το προλεταριάτο, ακόμα μια υπαρκτή οντότητα. Οι σύντροφοι που, επειδή είμαστε διεθνιστές στον τελικό μας στόχο, αρνούνται ήδη σήμερα να δουν το εθνικό ζήτημα και να το αντιμετωπίσουν ως κάτι υπαρκτό, διαπράττουν ακριβώς το ίδιο λάθος με εκείνους που, θεωρώντας ότι στον τελικό μας στόχο είμαστε κατά των κοινοβουλίων και υπέρ των σοβιέτ, αρνούνται να δουν τα κοινοβούλια τώρα, ή, θεωρώντας ότι είμαστε υπέρ της κατάργησης του κράτους, αντιμετωπίζουν το κράτος ως μη υπάρχον και, όπως οι αναρχικοί, δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την πολιτική. Οι εν λόγω σύντροφοι είναι εξίσου αντιπολιτικοί, απλώς αυτό το μεταφέρουν στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.

Το εθνικό ζήτημα υπάρχει, επαναλαμβάνω, υπάρχει στη Γερμανία με τη μορφή της «εκμετάλλευσης ενός έθνους από ένα άλλο», και αυτό είναι το πιο φλέγον ζήτημα για όλα αυτά τα μεσαία στρώματα στη Γερμανία. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα κερδίσουμε αυτά τα στρώματα. Και, γι’ αυτόν και μόνο το λόγο, θα πρέπει να είναι καθήκον των κομμουνιστών να βγουν, στις πιο κρίσιμες στιγμές για το εθνικό ζήτημα, με συνθήματα που να σημαίνουν γι’ αυτά τα μεσαία στρώματα μια λύση των εθνικών τους πόνων. Το σύνθημα της συμμαχίας με τη Σοβιετική Ρωσία θα ήταν ένα τέτοιο σύνθημα11 και θα έπρεπε να δοθεί ως εθνικό σύνθημα, δηλ. όχι ως ένα σύνθημα κάτω από τη σκιά του οποίου οι κομμουνιστές και οι Πρώσοι γιούνκερς θα αγκαλιάζονταν σαν αδέλφια, αλλά, μάλλον, ως ένα σύνθημα κάτω από το οποίο οι κομμουνιστές, και οι προλετάριοι γενικά, θα δρούσαν μαζί με αυτά τα μεσαία στρώματα σε έναν αγώνα ενάντια στους γιούνκερς και την αστική τάξη, οι οποίοι σαμποτάρουν αυτή τη μοναδική οδό διεξόδου, καθώς προσπαθούν να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της ύπαρξής τους ως εκμεταλλευτικής τάξης προδίδοντας τη χώρα τους, διαπραγματευόμενοι με τη δυτική αστική τάξη για την παράδοση τμημάτων του γερμανικού εδάφους στη Γαλλία (Ρηνανία) ή κατακερματίζοντας σκόπιμα τη χώρα (Βαυαρία). Με αυτό το αίτημα θα προάγουμε τον προλεταριακό αγώνα. Δεν είναι παρά ανόητη συζήτηση από μια μικρή ομάδα μαρξιστών κολάκων που φωνάζει ότι η απαίτηση συμμαχίας με τη Σοβιετική Ρωσία από μια αστική κυβέρνηση θα ήταν κάτι αντεπαναστατικό ή –ακόμη χειρότερα– οπορτουνιστικό και όχι «επαναστατικό σύνθημα». Θα μπορούσε κανείς να υπενθυμίσει σε αυτά τα προσεκτικά άτομα ότι οι Μπολσεβίκοι διεξήγαγαν ολόκληρη την πολιτική τους προπαγάνδα πριν από την κατάληψη της εξουσίας με «οπορτουνιστικά συνθήματα» όπως αυτά. Απαιτούσαν από την αστική κυβέρνηση την άμεση σύναψη ειρήνης, παρόλο που κανένας μπολσεβίκος δεν αγνοούσε ότι μια ειρήνη που θα έκλεινε μια αστική κυβέρνηση δεν θα ήταν ειρήνη και ότι μια πραγματική ειρήνη θα μπορούσε να συναφθεί μόνο από προλεταριάτο προς προλεταριάτο. Διεξήγαγαν την προπαγάνδα τους με το σύνθημα: γη στους αγρότες, και πραγματοποίησαν ακόμη και τη διανομή της γης, αν και κανένας μπολσεβίκος δεν αγνοούσε ότι ο τελικός στόχος του κομμουνισμού δεν είναι η διαίρεση της γης σε ιδιωτική αγροτική ιδιοκτησία, αλλά λίγο πολύ το αντίθετο από αυτό. Αυτό έκαναν και αυτό έπρεπε να κάνουν. Ήταν αυτό ένα καθήκον του μαρξισμού; Σε καμία περίπτωση. Η επανάσταση δεν είναι υπόθεση του Κομμουνιστικού Κόμματος και δεν είναι κομμουνιστικό μονοπώλιο. Για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Μαρξ σε μια επιστολή του προς τον Κούγκελμαν, είναι μια «λαϊκή επανάσταση», δηλαδή μια βίαιη διαδικασία στην οποία όλοι οι εργαζόμενοι και οι καταπιεσμένες δυνάμεις μπαίνουν σε κίνηση, ξεσηκώνονται και έρχονται σε αντίθεση –ο καθένας με τον ιδιαίτερο τρόπο του– ενάντια στους καταπιεστές, στην οποία διαδικασία η ύψιστη τέχνη των κομμουνιστών είναι να φέρουν όλες αυτές τις δυνάμεις κοντά και να τις οδηγήσουν προς έναν στόχο, την ανατροπή των καταπιεστών. Γιατί, μόνο στο βαθμό που το καταλαβαίνουν αυτό, οι κομμουνιστές είναι αυτό που υποτίθεται ότι είναι: οι καλύτεροι ηγέτες της επανάστασης και ταυτόχρονα οι καλύτεροι υπηρέτες της. Με αυτό το σκεπτικό ο Μαρξ είπε στην «Προσφώνηση προς την Κομμουνιστική Ένωση» τον Μάρτιο του 1850: «Στην αρχή, βέβαια, οι εργάτες δεν μπορούν να προτείνουν άμεσα κομμουνιστικά μέτρα».12

Ο κομμουνισμός δεν έρχεται στην αρχή της επανάστασης, αλλά στο τέλος, και οι κομμουνιστές δεν είναι εκείνοι που μπερδεύουν το τέλος με την αρχή, αλλά εκείνοι που θέλουν να συνεχίσουν από την αρχή μέχρι το τέλος. Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν θέλει να καταστραφεί από την αρχή, θα πρέπει λοιπόν να φέρει στο πεδίο εφαρμογής του τα ζητήματα που αφορούν αυτά τα μεσαία στρώματα, θα πρέπει να αντιμετωπίσει το εθνικό ζήτημα ως κάτι υπαρκτό και να προσφέρει ένα σύνθημα που θα φέρει μια λύση για αυτά τα στρώματα, έστω και προσωρινή.

 

III.

Αυτό που είναι καθοριστικό σε όλα, φυσικά, για τους κομμουνιστές, είναι η σχέση τους με την πραγματικά επαναστατική τάξη, το προλεταριάτο. Είναι στη σχέση τους με το προλεταριάτο που οι κομμουνιστές δείχνουν την ίδια τη ζωτικότητά τους. Αν οι σχέσεις των κομμουνιστών με αυτά τα άλλα, μισοπρολεταριακά, μεσαία στρώματα είναι τακτικού χαρακτήρα, όπου μια σωστή ή λάθος στάση μπορεί να επιταχύνει ή να επιβραδύνει την επανάσταση, η σχέση των κομμουνιστών με το προλεταριάτο είναι σχέση αρχής. Όποιος δεν κατανοεί τη σχέση των κομμουνιστών με το προλεταριάτο και δεν ενεργεί ανάλογα, παύει να είναι κομμουνιστής. Δεν θα χρειαζόταν να σταθούμε σε αυτό το ζήτημα αν τα πρόσφατα γεγονότα δεν είχαν καταρρακώσει όλα όσα πιστεύαμε ότι θεωρούνταν δεδομένα.

«Ποια είναι η σχέση των κομμουνιστών με το σύνολο των προλετάριων;» Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και συνεχίζει για να το απαντήσει ως εξής:

Αυτές οι παράγραφοι είναι ο βασικός νόμος του κομμουνισμού. Όλα τα υπόλοιπα είναι η επεξεργασία και η εξήγησή του. Και με βάση αυτή την παραδοχή θα ήθελα να εξετάσω τρία ερωτήματα:

Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ιδιαίτερο κόμμα απέναντι στα άλλα κόμματα της εργατικής τάξης.

Δεν έχουν συμφέροντα ξεχωριστά και ανεξάρτητα από εκείνα του προλεταριάτου στο σύνολό του.

Δεν διακηρύσσουν δικές τους αιρετικές αρχές, με τις οποίες να διαμορφώνουν και να διαπλάθουν το προλεταριακό κίνημα.

Οι κομμουνιστές διακρίνονται από τα άλλα κόμματα της εργατικής τάξης μόνο από αυτό:

1. Στους εθνικούς αγώνες των προλετάριων των διαφόρων χωρών, επισημαίνουν και φέρνουν στο προσκήνιο τα κοινά συμφέροντα ολόκληρου του προλεταριάτου, ανεξάρτητα από κάθε εθνικότητα.

2. Στα διάφορα στάδια ανάπτυξης που πρέπει να περάσει ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα και παντού τα συμφέροντα του κινήματος συνολικά.

Οι κομμουνιστές, επομένως, είναι από τη μία πλευρά, πρακτικά, το πιο προχωρημένο και αποφασιστικό τμήμα των κομμάτων της εργατικής τάξης κάθε χώρας, εκείνο το τμήμα που ωθεί προς τα εμπρός όλα τα άλλα· από την άλλη πλευρά, θεωρητικά, έχουν έναντι της μεγάλης μάζας του προλεταριάτου το πλεονέκτημα της σαφούς κατανόησης της κατεύθυνσης της πορείας, των συνθηκών και των τελικών γενικών αποτελεσμάτων του προλεταριακού κινήματος13.

α) Ποια είναι η αριθμητική σχέση των Γερμανών κομμουνιστών με το γερμανικό προλεταριάτο;

β) Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας από το προλεταριάτο;

γ) Πώς πρέπει να κατακτηθεί η κρατική εξουσία;

 

α) Ποια είναι η αριθμητική σχέση των Γερμανών κομμουνιστών με το γερμανικό προλεταριάτο;

Ο σκοπός μου με την παρουσίαση των ακόλουθων αριθμητικών στοιχείων από διάφορες προεκλογικές εκστρατείες δεν είναι σε καμία περίπτωση να υποστηρίξω ότι οποιαδήποτε δράση του προλεταριάτου ή η κατάληψη της εξουσίας από αυτό είναι δυνατή μόνο μετά την εγκαθίδρυση μιας συγκεκριμένης αριθμητικής σχέσης μέσω εκλογών ή ψηφοφοριών. Ακόμα λιγότερο τη διασκεδαστική θεωρία που εκφράστηκε στη Vorwärts κάποια στιγμή πέρυσι ότι μια κατάληψη της κρατικής εξουσίας από το προλεταριάτο θα ήταν δυνατή μόνο αν το 51% των ψηφοφόρων είχε ψηφίσει υπέρ του προλεταριάτου – η Vorwärts είχε επιπλήξει κάποιο μέλος του SPD επειδή υποστήριξε ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, μια κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο θα ήταν δυνατή ακόμα και αν μόνο το 49% του «συνολικού πληθυσμού» είχε ψηφίσει υπέρ της «δικτατορίας του προλεταριάτου», όπως το έθεσαν αυτοί οι κύριοι. Άκόμα λιγότερο προσπαθώ να χρησιμοποιήσω αυτούς τους αριθμούς για να δείξω τη δυνατότητα ότι οι στόχοι των κομμουνιστών μπορούν να πραγματοποιηθούν με εκλογές και ψηφοφορίες. Συμφωνώ απόλυτα μάλλον με όσα έγραψε ο Λένιν στο «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου»:

«Η καθολική ψηφοφορία είναι ένας δείκτης του επιπέδου που έχουν φτάσει οι διάφορες τάξεις στην κατανόηση των προβλημάτων τους. Δείχνει πώς οι διάφορες τάξεις είναι διατεθειμένες να λύσουν τα προβλήματά τους. Η πραγματική λύση αυτών των προβλημάτων δεν παρέχεται με την ψηφοφορία, αλλά με την ταξική πάλη σε όλες τις μορφές της, συμπεριλαμβανομένου του εμφυλίου πολέμου.»14

Με αυτή την έννοια υποδεικνύω ορισμένα στοιχεία. Είναι δυσάρεστο –και όχι μόνο γι’ αυτόν τον λόγο– ότι λείπουν τα πρώτα στοιχεία που θα χρειάζονταν για αυτή τη σύγκριση, δηλαδή στοιχεία από τις πρώτες γενικές εκλογές μετά την έναρξη της επανάστασης, αυτές της 19ης Ιανουαρίου 1919, τις οποίες οι κομμουνιστές μποϊκοτάρισαν. Επομένως, πρέπει να ξεκινήσουμε με τις εκλογές για το πρωσικό κοινοβούλιο του Φεβρουαρίου 1921. Τα εργατικά κόμματα έλαβαν σε αυτές τις εκλογές τις ακόλουθες ψήφους (στρογγυλοποιημένες στην πλησιέστερη χιλιάδα):

KPD

USPD

SPD

1,156,000

1,087,000

4,171,000

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι, εκείνη την εποχή, οι κομμουνιστές αποτελούσαν περίπου το ένα πέμπτο των προλετάριων που αναγνώριζαν τους εαυτούς τους ως μέλη της τάξης τους. Ακόμα και μαζί με το USPD, το οποίο σίγουρα δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στους κομμουνιστές, αλλά μάλλον στους σοσιαλδημοκράτες, θα αποτελούσαν μόνο το ένα τρίτο αυτών των προλετάριων.

KPD

USPD

SPD

Βερολίνο

112.000

197.000

221.000

Ευρύτερο Βερολίνο (Βερολίνο μαζί με το Πότσνταμ I και II)

233.000

397.000

564.000

Μαγδεμβούργο

26.000

48.000

264.000

Χάλλε

204.000

76.000

71.000

Βόρεια Βεστφαλία

49.000

23.000

196.000

Νότια Βεστφαλία

108.000

84.000

283.000

Ανατολικό Ντίσελντορφ

105.000

84.000

131.000

Δυτικό Ντίσελντορφ

65.000

23.000

94.000

Βιομηχανική περιοχή Ρηνανίας-Βεστφαλίας

372.000

214.000

704.000

Ωστόσο, αυτό που είναι καθοριστικό, όπως θα συζητήσω λεπτομερέστερα παρακάτω, δεν είναι αυτός ο συνολικός αριθμός· για τον λόγο αυτό δίνω έμφαση σε ορισμένα ιδιαίτερα εντυπωσιακά παραδείγματα:

Όπως είπα, θα συζητήσω αργότερα τη σημασία αυτών των αριθμών, και θα κάνω εδώ μόνο την ακόλουθη επισήμανση. Συγκρίνοντας ιδιαίτερα την ψήφο του Βερολίνου, αν και αυτό ισχύει και για όλα τα άλλα στοιχεία, με εκείνη των εκλογών για το Ράιχσταγκ το περασμένο καλοκαίρι, είναι σαφές ότι, μετά τη διάσπαση του USPD, ισάριθμοι ψηφοφόροι του στράφηκαν προς τους Σοσιαλδημοκράτες, το κόμμα του Νόσκε, όσο και προς τους Κομμουνιστές. Το γεγονός αυτό προκύπτει επίσης από τα στοιχεία για τις εκλογές στο κρατίδιο του Μέκλενμπουργκ τον Ιούνιο του 1920 και τον Μάρτιο του 1921. Οι ψήφοι ήταν (σε στρογγυλούς αριθμούς):

KPD

USPD

SPD

Ιούνιος 1920

1.200

24.500

128.000

Μάρτιος 1921

15.000

2.600

137.000

Σε αυτό το χρονικό διάστημα, το USPD έχασε 22.000 ψήφους, οι κομμουνιστές κέρδισαν περίπου 13.800 ψήφους και οι Σοσιαλιστές της Πλειοψηφίας περίπου 9.000 ψήφους. Αν λάβουμε υπόψη από την πλευρά των Κομμουνιστών ό,τι κέρδισαν από άλλα κόμματα εκτός του USPD, και λάβουμε υπόψη ότι οι Σοσιαλδημοκράτες θα είχαν υποστεί απώλεια ψήφων σε αυτή την έντονα αγροτική εκλογική περιφέρεια χωρίς εκείνες που αντλήθηκαν από το πρώην USPD, μπορούμε να συμπεράνουμε, όπως είπαμε, ότι οι ψηφοφόροι του UPSD πήγαν περίπου εξίσου προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, στο βαθμό που δεν εξαφανίστηκαν εντελώς (όπως συνέβη ιδιαίτερα στο Βερολίνο).

Έχουμε επίσης ένα άλλο μέτρο για την αριθμητική αναλογία των κομμουνιστών προς το προλεταριάτο, τη σχέση στα συνδικάτα. Ενώ τα εκλογικά αποτελέσματα δεν δείχνουν έναν έντονο διαχωρισμό προλεταριακών και μη προλεταριακών στοιχείων και ένα τμήμα του προλεταριάτου δεν βρίσκει έκφραση στα εκλογικά ποσοστά, τα συνδικάτα είναι καθαρά προλεταριακά και κάθε κομμουνιστής συνδικαλιστής είναι αναμφίβολα και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο αριθμός των μελών του KPD προς τον αριθμό των μελών των συνδικάτων δίνει έτσι ένα μέγιστο ποσοστό για την παρούσα αριθμητική (όχι ιδεολογική) επιρροή των κομμουνιστών στο συνδικαλισμένο προλεταριάτο στο σύνολό του.

Τώρα, τα συνδικάτα που ήταν ενταγμένα στην ADGB είχαν τα παρακάτω μέλη:

Τέλος 1918

2.866.012

Τέλος 1919

7.338.123

Στα τέλη του 1919 υπήρχαν επίσης 858.283 μέλη των χριστιανικών συνδικάτων. Στο τέλος του 1919, επομένως, περίπου 8,2 εκατομμύρια Γερμανοί εργάτες ήταν οργανωμένοι σε συνδικάτα. Ο αριθμός αυτός πιθανότατα αυξήθηκε και πάλι το 1920, ιδίως για την ADGB. Αλλά, αν πάρουμε μόνο αυτά τα στοιχεία σε σχέση με τον αριθμό των κομμουνιστών στις αρχές του 1921, δηλαδή 500.000, προκύπτει ότι οι κομμουνιστές αποτελούσαν περίπου 1 στους 16 του συνδικαλιστικά οργανωμένου προλεταριάτου και περίπου 1 στους 14 των προλετάριων που ήταν οργανωμένοι σε ελεύθερα συνδικάτα.

Αυτή είναι η αριθμητική αναλογία και δεν είναι κάτι που πρέπει να φοβόμαστε. Διότι, σε επαναστατικές καταστάσεις, τέτοιες αναλογίες μεταβάλλονται πολύ γρήγορα, ενώ πέρα από την αριθμητική επιρροή υπάρχει επίσης, ή θα έπρεπε να υπάρχει, η ιδεολογική επιρροή.

Θα αναφερθώ αργότερα σε αυτή τη ιδεολογική επιρροή και τη σημασία της, καθώς και στο πώς κερδίζεται και χάνεται. Εδώ, θέλω απλώς να τονίσω ένα πράγμα, όπως το έχουμε θέσει συχνά. Υπάρχει μια ορισμένη έννοια κατά την οποία, παρά την αυξανόμενη κομμουνιστική οργάνωση και την –τουλάχιστον πρώην– αυξανόμενη κομμουνιστική επιρροή, η κατάσταση των κομμουνιστών έχει γίνει πιο δύσκολη. Στην αρχή της γερμανικής επανάστασης, οι κάθε είδους σοσιαλρεφορμιστές βρίσκονταν σε πλήρη άμυνα. Είχαν μεν μεγάλες μάζες πίσω τους, αλλά οι γραμμές τους ήταν σε σύγχυση· εμείς είχαμε ελεύθερη πρόσβαση σε αυτές και μπορούσαμε να τους επηρεάσουμε. Σήμερα όμως, ο σοσιαλρεφορμισμός έχει προβάλει συνειδητή και σκληρή αντίσταση στον κομμουνισμό. Εδώ και εκεί, μάλιστα, έχει ήδη περάσει από την άμυνα στην επίθεση και έχει εκδιώξει τους κομμουνιστές από τις θέσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι η ιδεολογική επιρροή των κομμουνιστών σε εκείνες τις προλεταριακές μάζες που είναι ακόμα αναποφάσιστες ή τείνουν προς το ρεφορμισμό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτήν.

Και, προς το παρόν, είναι σαφές, ότι οι κομμουνιστές αποτελούν μειοψηφία στο προλεταριάτο.

 

β) Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας από το προλεταριάτο;

Έχω ήδη εξηγήσει παραπάνω τι δεν αποτελεί προϋπόθεση. Δεν αποτελεί προϋπόθεση ότι η πλειοψηφία του γερμανικού προλεταριάτου έχει στα χέρια της μια κάρτα μέλους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ούτε είναι προϋπόθεση ότι το προλεταριάτο έχει ήδη πάει με θάρρος στις εκλογικές κάλπες και έχει διακηρύξει την ετοιμότητά του σε γραπτά ή τυπωμένα ψηφοδέλτια.

Δεν είναι καν απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτά τα μεσαία στρώματα στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω θα πρέπει να είναι κομμουνιστικά ή να συμπαθούν πλήρως τους κομμουνιστές. Βεβαίως, η συμπάθειά τους σημαίνει, σε κάθε περίπτωση, μια εξαιρετική διευκόλυνση του έργου του προλεταριάτου, τόσο κατά την κατάληψη της εξουσίας όσο και μετά από αυτήν, και μπορούν επίσης να νοηθούν περιστάσεις στις οποίες η εχθρότητα και η άρνηση αυτών των στρωμάτων καθιστά αδύνατη την κατάληψη της εξουσίας. Αυτά όμως είναι ζητήματα που ως επί το πλείστον προκύπτουν μόνο κατά τη διάρκεια του αγώνα, οπότε είναι δύσκολο να θεσπιστούν κανόνες εκ των προτέρων· εφαρμοσμένοι μηχανικά, αυτοί θα αποδυνάμωναν μόνο το επιθετικό πνεύμα.

Αλλά, αφήνοντας αυτά κατά μέρος, υπάρχουν πράγματι ορισμένες προϋποθέσεις για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας. Ο Λένιν γράφει στο άρθρο που αναφέραμε:

«μελετήσαμε τις τρεις συνθήκες που καθόρισαν τη νίκη του Μπολσεβικισμού: (1) μια συντριπτική πλειοψηφία μεταξύ του προλεταριάτου, (2) σχεδόν το ήμισυ των ενόπλων δυνάμεων, (3) μια συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων την αποφασιστική στιγμή στα αποφασιστικά σημεία, δηλαδή: στην Πετρούπολη και τη Μόσχα και στα πολεμικά μέτωπα κοντά στο κέντρο.»15

Όσον αφορά το βαθμό που αυτές οι συνθήκες ισχύουν στη Γερμανία, έχουμε ήδη συζητήσει την πρώτη από αυτές, την αποφασιστική πλειοψηφία του προλεταριάτου, με αριθμητικά παραδείγματα, και θα παρουσιάσουμε άλλα στοιχεία σε εύθετο χρόνο. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή σχεδόν το ήμισυ των ψήφων μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων, δεν χρειάζεται αριθμητικό παράδειγμα, καθώς είναι πολύ μικρή για να έχει σημασία. Δεν έχουμε καμία επιρροή στο στρατό, και όποτε αποκτούμε κάποια, την ξαναχάνουμε πάντα. Μπορούμε, ωστόσο, να πούμε ότι ο γερμανικός στρατός δεν έχει σήμερα την αποφασιστική σημασία που είχε ο στρατός στη Ρωσία. Ο Λένιν συνεχίζει λέγοντας: «τον Οκτώβριο- Νοέμβριο του 1917 ο μισός στρατός ήταν μπολσεβίκικος. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, δεν θα μπορούσαμε να είχαμε νικήσει.»16 Ο στρατός δεν έχει αυτή τη σημασία στη Γερμανία.

Η τρίτη προϋπόθεση είναι η «συντριπτική υπεροχή την καθοριστική στιγμή και στο καθοριστικό σημείο». Αυτή η άποψη είναι απολύτως σωστή. Δεν χρειάζεται πλειοψηφία για να κερδηθεί μια μάχη. Αρκεί να υπάρχει πλειοψηφία σε εκείνο το σημείο του πεδίου της μάχης όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Ούτε χρειάζεται να έχει κανείς την πλειοψηφία για να κερδίσει έναν πόλεμο· αρκεί να έχει συντριπτική υπεροχή στα σημεία όπου διεξάγονται οι μάχες.

Ποια, λοιπόν, είναι τα αποφασιστικά σημεία; Για τη Ρωσία, ο Λένιν τα περιέγραψε ως εξής: οι πρωτεύουσες και τα στρατιωτικά μέτωπα κοντά τους. Αυτός ο τελευταίος παράγοντας είναι επίσης διαφορετικός για εμάς, για τους προαναφερθέντες λόγους. Παραμένουν οι πρωτεύουσες, και ιδιαίτερα η πρωτεύουσα με τα κυβερνητικά κτίρια και τον κεντρικό μηχανισμό της, που πρέπει να καταληφθεί αν πρόκειται να καταληφθεί η κρατική εξουσία.

Δυστυχώς, παρά –ή θα έπρεπε να πούμε «εξαιτίας»– της έντονα ανεπτυγμένης όσφρησης ορισμένων συντρόφων του Βερολίνου για κάθε είδους «οπορτουνισμό», και του όχι λιγότερο έντονα ανεπτυγμένου ταλέντου τους να μιλούν εναντίον του, η οργάνωση του Βερολίνου είναι λίγο πολύ η χειρότερη που έχουμε σε ολόκληρο το Ράιχ. Αυτό είναι εμφανές όχι μόνο από τα στοιχεία των εκλογών, αλλά και με άλλους τρόπους. Εν ολίγοις, αυτοί οι σύντροφοι του Βερολίνου που είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό δεν έχουν κάνει τίποτα για να επιτύχουν αυτή την προϋπόθεση για το στόχο που επιδιώκουν με μεγαλύτερη λαχτάρα απ’ όλους τους άλλους.

Υπάρχουν όμως και άλλα σημεία στη Γερμανία που μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά σε ορισμένες περιπτώσεις.

Οι σιδηρόδρομοι. Η κατάσταση εδώ δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του στρατού. Η ισχυρή επιρροή που είχαμε παλαιότερα έχει καταστραφεί ξανά και ξανά από ορισμένες βλακείες. Σε αυτούς τους ημι-αστικούς και ημι-διανοουμενιστικούς κύκλους δημοσίων υπαλλήλων τιμωρούμαστε πιο έντονα για όσα παραλείψαμε στις σχέσεις μας με αυτά τα στρώματα. Παρ’ όλα αυτά, όμως, έχουμε κάποια επιρροή στους σιδηροδρομικούς, έστω και σε συγκεκριμένες πόλεις ή περιοχές.

Στη συνέχεια, οι βιομηχανικές περιοχές. Δεν υπάρχει καμία βιομηχανική περιοχή στη Γερμανία που θα μπορούσε να ρίξει κάτω το αστικό κράτος με ένα χτύπημα και να το αναγκάσει να συνθηκολογήσει, όπως το Βερολίνο, αν καταληφθούν τα κυβερνητικά κτίρια, οι τράπεζες κ.λπ. Υπάρχουν, ωστόσο, δύο βιομηχανικές περιοχές που είναι ζωτικής σημασίας για το κράτος και που θα μπορούσαν να το αναγκάσουν να συνθηκολογήσει μετά από λίγο: Η Ρηνανία-Βεστφαλία και η κεντρική Γερμανία. Όσον αφορά τη Ρηνανία-Βεστφαλία, είδαμε ήδη πώς 372.000 κομμουνιστές ψηφοφόροι υπερκαλύπτονται από 214.000 ανεξάρτητους και 704.000 σοσιαλδημοκράτες που έχουν την πλειοψηφία. Επομένως, εδώ δεν μπορεί να γίνει λόγος για συντριπτική πλειοψηφία.

Η άλλη περιοχή είναι η κεντρική Γερμανία. Στην περιφέρεια της Χάλλε, είχαμε 204.000 κομμουνιστές ψηφοφόρους έναντι 76.000 ανεξάρτητων και 71.000 Σοσιαλδημοκρατών της πλειοψηφίας. Είχαμε μια ισχυρή υποστήριξη και μια ισχυρή και ηρωική οργάνωση έτοιμη για θυσίες. Είχαμε...

Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι σαφές ότι, εκτός από την κεντρική Γερμανία, η οποία δεν είναι καθοριστική όσον αφορά ένα γρήγορο χτύπημα, δεν υπάρχει πουθενά μια «συντριπτική πλειοψηφία».

Όποιος ξεκινάει τώρα, σε αυτή την κατάσταση, μια δράση για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας είναι ανόητος και όποιος λέει στο Κομμουνιστικό Κόμμα ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να προσπαθήσει, είναι ψεύτης.

 

γ) Πώς κατακτάται η κρατική εξουσία;

Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο είναι κατά γενικό κανόνα (εξαιρέσεις έχουν ήδη εμφανιστεί, όπως στην Ουγγαρία) το αποτέλεσμα μιας επιτυχημένης εξέγερσης, είτε μόνο από το προλεταριάτο, είτε υποστηριζόμενο και από άλλα στρώματα που παρασύρθηκαν στην επανάσταση. Ποιες είναι λοιπόν οι προϋποθέσεις για μια τέτοια εξέγερση; Ο Λένιν λέει τα εξής στο άρθρο του «Θα κρατήσουν άραγε οι Μπολσεβίκοι την κρατική εξουσία;».17

«Αν το επαναστατικό κόμμα δεν έχει την πλειοψηφία μέσα στα πρωτοπόρα τμήματα των επαναστατικών τάξεων και μέσα στη χώρα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εξέγερση. Εκτός απ’ αυτό, για την εξέγερση χρειάζεται: 1) φούντωμα της επανάστασης σε πανεθνική κλίμακα· 2) πλήρης ηθική και πολιτική χρεοκοπία της παλιάς κυβέρνησης, λ.χ. της κυβέρνησης “συνασπισμού”· 3) μεγάλες ταλαντεύσεις στο στρατόπεδο όλων των ενδιάμεσων στοιχείων, δηλ. εκείνων που δεν είναι εντελώς υπέρ της κυβέρνησης, παρόλο που χθες ήταν εντελώς με το μέρος της.»

Εδώ, και πάλι, θέλω να ελέγξω αυτές τις προϋποθέσεις για τη Γερμανία και να προχωρήσω στην κριτική των διεργασιών που έλαβαν χώρα εδώ τις τελευταίες ημέρες.

1) Η βασική προϋπόθεση που πρέπει να υπάρχει μαζί με όλες τις άλλες, δηλαδή η πλειοψηφία υπέρ του επαναστατικού κόμματος «μέσα στα πρωτοπόρα τμήματα των επαναστατικών τάξεων και μέσα στη χώρα», δεν υπήρχε και δεν υπάρχει στη Γερμανία, όπως ήδη είδαμε. Ακόμα και αν εξαιρέσουμε τον αγροτικό πληθυσμό, ο οποίος δεν παίζει εδώ τον αποφασιστικό ρόλο που παίζει στη Ρωσία, το Κομμουνιστικό Κόμμα («το επαναστατικό κόμμα») εξακολουθεί να μην έχει πλειοψηφία στο προλεταριάτο (στα « πρωτοπόρα τμήματα των επαναστατικών τάξεων»).

2) Η επανάσταση δεν αναπτυσσόταν «σε ολόκληρη τη χώρα». Βεβαίως, το προχωρημένο τμήμα της εργατικής τάξης γινόταν όλο και πιο δυσαρεστημένο, ο αριθμός των ανέργων αυξανόταν καθημερινά, η φτώχεια και η δυστυχία των μαζών γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα η στιγμή που η ορατή δυσαρέσκεια θα μεταφραζόταν σε αυξανόμενη μαζική δραστηριότητα· προς το παρόν, όπως συχνά συμβαίνει, εκφράστηκε με αυξανόμενη παραίτηση.

3) Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για πλήρη ηθική και πολιτική χρεοκοπία της παλιάς κυβέρνησης (π.χ. της κυβέρνησης «συνασπισμού»). Στην Πρωσία, όπου οι Σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται σε συνασπισμό με τα αστικά κόμματα, έλαβαν σχεδόν διπλάσιες ψήφους από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μαζί, και περισσότερες από ό,τι τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους.

4) Εξίσου αστήρικτος θα ήταν ο ισχυρισμός για «μεγάλες ταλαντεύσεις στο στρατόπεδο όλων των ενδιάμεσων στοιχείων»· το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε κάνει τίποτα για να τα κάνει να αμφιταλαντευτούν, ακόμη και όταν προέκυψαν τέτοιες κατάλληλες αφορμές, όπως η διαταγή του Λονδίνου.

Πιστεύουμε ότι κανείς στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να είχε καμία αμφιβολία για αυτές τις συνθήκες.

Ποιες ήταν, λοιπόν, οι προϋποθέσεις, πώς προέκυψε η δράση;

Δηλώνω εκ των προτέρων ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το Κόμμα είναι πιο δύσκολη από ποτέ. Το αν το KPD μπορεί ακόμα να υπάρχει, αν ο γερμανικός κομμουνισμός μπορεί ακόμα να υπάρχει ως κόμμα, θα κριθεί σε λίγες εβδομάδες, ίσως και μέρες. Είναι καθήκον σε αυτή την κατάσταση να απευθυνθούμε στο Κόμμα με πλήρη διαφάνεια και ειλικρίνεια· οι υπεύθυνοι για την ανάληψη αυτής της δράσης πρέπει να αναλάβουν αυτή την ευθύνη, όπως και ο τελευταίος σύντροφος του κόμματος. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να αποφύγουμε να προμηθεύσουμε νέα θύματα στη λευκή δικαιοσύνη και την ατυχία όσα έχουν ήδη συμβεί να επηρεάσουν ευρύτερους κύκλους από το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, χρειάζεται η αλήθεια – ολόκληρη η αλήθεια.

Πώς προέκυψε η δράση; Δεν ήταν το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα που έδωσε την αρχική ώθηση. Δεν ξέρουμε καν ποιος φέρει την ευθύνη γι’ αυτό. Έγινε όλο και πιο συχνό το φαινόμενο οι απεσταλμένοι της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ) να υπερβαίνουν την πληρεξουσιότητά τους, δηλαδή να προκύπτει εκ των υστέρων ότι οι απεσταλμένοι αυτοί δεν είχαν στην πραγματικότητα τέτοια εξουσία.18 Δεν είμαστε, επομένως, σε θέση να αποδώσουμε την ευθύνη στην ΕΕΚΔ, έστω και αν δεν μπορεί να αποκρυβεί ότι ορισμένοι κύκλοι της ΕΕΚΔ έδειχναν κάποια δυσφορία για την «αδράνεια» του Γερμανικού Κόμματος. Πέρα όμως από τα σοβαρά λάθη στο κίνημα ενάντια στο πραξικόπημα του Καπ, το Γερμανικό Κόμμα δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για πραγματικές αποτυχίες. Υπήρχε έτσι μια ορισμένη ισχυρή επιρροή στην Zentrale19 να ξεκινήσει δράση τώρα, αμέσως και με οποιοδήποτε τίμημα.

Ήταν έτσι απαραίτητο να δικαιολογηθεί αυτή η άμεση δράση. Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της 17ης Μαρτίου, ένας ομιλητής που κατείχε θέση ευθύνης20 είπε τα εξής:

«Τα ίδια πρέπει να ειπωθούν για τη γενική κατάσταση, όπως εξήγησε ο Λέβι στην προηγούμενη σύνοδο, μόνο που μετά από αυτή την έκθεση [τέσσερις εβδομάδες πριν!!Π.Λ.] οι ανταγωνισμοί μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών έχουν οξυνθεί, και οι ανταγωνισμοί μεταξύ Αμερικής και Βρετανίας έχουν κορυφωθεί. Αν η επανάσταση δεν οδηγήσει σε μια νέα τροπή των γεγονότων, σύντομα [!! – Π.Λ.] θα βρεθούμε αντιμέτωποι με έναν βρετανοαμερικανικό πόλεμο [...]

[...] οι εσωτερικές πολιτικές δυσκολίες καθιστούν πιθανό ότι στις 20 Μαρτίου θα οξυνθούν οι κυρώσεις [! – Π.Λ.], ενώ την ίδια ημερομηνία θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα στην Άνω Σιλεσία, το οποίο με μεγάλη πιθανότητα θα υποκινήσει τη στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Γερμανών και των Πολωνών ιμπεριαλιστών. Απ’ ό,τι πληροφορούμαστε, οι πρώην γαλλικές δυνάμεις κατοχής έχουν αντικατασταθεί από βρετανικά στρατεύματα. Ενώ τα γαλλικά στρατεύματα επέδειξαν φιλική στάση απέναντι στην Πολωνία, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας [!!] τα νέα αγγλικά στρατεύματα έχουν μια αρκετά ισχυρή θέση υπέρ της Γερμανίας. Η πιθανότητα να φτάσουν τα πράγματα σε ένοπλη σύγκρουση είναι 90 τοις εκατό. Η πολωνική αντεπανάσταση εξοπλίζεται, ενώ η γερμανική κυβέρνηση εργάζεται σκόπιμα για τη στρατιωτική σύγκρουση, όπως δείχνουν τα ντοκουμέντα, από τις αρχές Οκτωβρίου. Ο ομιλητής γνωστοποίησε τα έγγραφα αυτά στη συνεδρίαση, σημειώνοντας ότι δεν πρέπει να δημοσιευθούν [...]

Η επιρροή μας θα φτάσει πέρα από την οργάνωσή μας των τετρακοσίων έως πεντακοσίων χιλιάδων μελών. Υποστηρίζω ότι σήμερα έχουμε δύο με τρία εκατομμύρια μη κομμουνιστές εργάτες στο Ράιχ, τους οποίους μπορούμε να επηρεάσουμε μέσω της κομμουνιστικής μας οργάνωσης και οι οποίοι θα πολεμήσουν κάτω από τις σημαίες μας ακόμη και στις επιθετικές μας ενέργειες. Αν η άποψή μου εδώ είναι σωστή, τότε αυτή η κατάσταση των πραγμάτων μας υποχρεώνει να μην παραμένουμε πλέον σε μια παθητική στάση απέναντι στις εντάσεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, να μην χρησιμοποιούμε πλέον απλώς αυτές τις εξωτερικές και εσωτερικές σχέσεις για σκοπούς αγκιτάτσιας· η παρούσα κατάσταση μάλλον μας υποχρεώνει να ξεκινήσουμε δράσεις για να αλλάξουμε τα πράγματα προς τη δική μας κατεύθυνση.»

Δηλώνω ότι, σε ένα κόμμα με οποιαδήποτε αυτοεκτίμηση, ένα υπεύθυνο μέλος της ηγεσίας που θα υποστήριζε ότι, κατά το διάστημα από τα μέσα Φεβρουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου του τρέχοντος έτους, οι ανταγωνισμοί μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών έχουν οξυνθεί και οι ανταγωνισμοί μεταξύ της Βρετανίας και της Αμερικής έχουν ενταθεί, σε σημείο που «σύντομα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με έναν βρετανοαμερικανικό πόλεμο», θα στέλνονταν για υδροθεραπεία. Ένα μέλος της ηγεσίας που, σε μια τόσο βαρύνουσα απόφαση, στηριζόταν σε «μυστικές πληροφορίες», «έγγραφα που δεν πρέπει να δημοσιευθούν», «90% πιθανότητα» πολέμου, με λίγα λόγια, ένα μέλος που έδινε μια έκθεση δίπλα στην οποία μια έκθεση ενός κατασκόπου του Βάισμαν21 θα φαινόταν έγγραφο ιστορικής αξίας, θα απομακρυνόταν αμέσως από τη θέση του. Αν αυτό δεν ήταν αρκετό, αυτός ο υπεύθυνος ηγετικός σύντροφος πρόσθεσε το παραμύθι αυτών των δύο έως τριών εκατομμυρίων μη κομμουνιστών που θα πολεμούσαν μαζί μας σε «επιθετικές ενέργειες» και αυτή ήταν η πολιτική βάση για τη δράση που ακολούθησε.

Για να διευκρινιστεί τι θα έπρεπε να είναι μια «επιθετική δράση», ένα άλλο μέλος με θέση ευθύνης22 εξήγησε:

«Αυτό που προτείνει τώρα η Zentrale είναι μια πλήρης ρήξη με το παρελθόν. Μέχρι τώρα είχαμε την τακτική, ή μάλλον μας είχε επιβληθεί η τακτική, ότι θα έπρεπε να αφήσουμε τα πράγματα να έρθουν όπως τα θέλουμε, και μόλις υπήρχε μια κατάσταση αγώνα θα έπρεπε να πάρουμε τις αποφάσεις μας σε αυτή την κατάσταση. Αυτό που λέμε τώρα είναι: είμαστε αρκετά δυνατοί και η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή, ώστε πρέπει να προχωρήσουμε για να επιβάλουμε το πεπρωμένο του κόμματος και της ίδιας της επανάστασης.

Πρέπει τώρα, για χάρη του Κόμματος, να περάσουμε στην επίθεση, να πούμε ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να περιμένουμε μέχρι να έρθουν τα πράγματα όπως τα θέλουμε, μέχρι να έρθουν τα γεγονότα αντιμέτωπα μαζί μας, θέλουμε όσο το δυνατόν περισσότερο να δημιουργήσουμε αυτά τα γεγονότα... Μπορούμε σε εξαιρετικό βαθμό να εντείνουμε τις αντιθέσεις οδηγώντας τις μάζες σε απεργία στη Ρηνανία, η οποία πρέπει να οξύνει σε εξαιρετικό βαθμό τις διαφορές μεταξύ της Αντάντ και της γερμανικής κυβέρνησης [...]

Στη Βαυαρία η κατάσταση είναι παρόμοια με αυτή που ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Γερμανία, ότι έπρεπε να περιμένουμε μέχρι να έρθει η επίθεση από την άλλη πλευρά. Ποιο είναι το καθήκον μας σε αυτή την κατάσταση; Πρέπει να διασφαλίσουμε με τις ενέργειές μας ότι αυτό το ξέσπασμα θα έρθει, αν πρέπει να έρθει, με την πρόκληση των τοπικών αμυντικών δυνάμεων...»

Σε αυτό, ένας τρίτος υπεύθυνος σύντροφος πρόσθεσε: «Εν κατακλείδι, πρέπει να έρθουμε σε ρήξη με την προηγούμενη στάση του Κόμματος, αυτή της αποφυγής των μερικών ενεργειών και της άρνησης να δώσουμε συνθήματα που θα μπορούσαν να φανούν σαν να απαιτούσαμε έναν τελικό αγώνα...».

Αυτό είναι το θεωρητικό οικοδόμημα πάνω στο οποίο διακυβεύτηκε η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας.

Ένα πράγμα, πρώτα απ’ όλα. Υπάρχουν κομμουνιστές για τους οποίους οι λέξεις «όξυνση», «κορύφωση», «σύγκρουση» κ.λπ. προκαλούν ορισμένες βίαιες επαναστατικές εικόνες. Τι άλλο μπορεί να εννοείται, αν ο ομιλητής αυτός περίμενε ότι μια μαζική απεργία στη Ρηνανία θα οδηγούσε σε όξυνση της σύγκρουσης της Γερμανίας με την Αντάντ; Εν τω μεταξύ, είχαμε μια περίπτωση δοκιμής. Στο Ντίσελντορφ, οι εργάτες κατέβηκαν σε απεργία, και αυτή η απεργία όξυνε τις γαλλογερμανικές σχέσεις σε σημείο που οι γαλλικές δυνάμεις κατοχής στο Ντίσελντορφ επέστρεψαν στη γερμανική αστυνομία ασφαλείας τα όπλα τους, ώστε να μπορέσουν να νικήσουν την απεργία.

Μια δεύτερη «όξυνση» αναφέρθηκε στον Τύπο στις 4 Απριλίου. Πρόκειται για ένα ρεπορτάζ από το Μόερς:

«Ο βελγικός στρατός παρενέβη την Κυριακή, σαφώς βάσει ανώτερων εντολών, για να προστατεύσει τους μη κομμουνιστές κατοίκους, και όταν οι κομμουνιστές άρχισαν να αμύνονται, έκανε χρήση των όπλων του. Τα βελγικά στρατεύματα κατάφεραν να αποκαταστήσουν την ηρεμία. Στις συγκρούσεις με τους κομμουνιστές σκοτώθηκαν τρεις ταραχοποιοί και τραυματίστηκαν 27. Οι Βέλγοι πήραν αρκετούς αιχμαλώτους. Όταν οι κομμουνιστές προσπάθησαν να απελευθερώσουν τους συντρόφους τους, ανοίγοντας και πάλι πυρ κατά των Βέλγων καθώς και πετώντας πέτρες, οι Βέλγοι ανταπέδωσαν τα πυρά. Ενισχύσεις στρατευμάτων βρίσκονται καθ’ οδόν προς το Μόερς. Τα ορυχεία έχουν καταληφθεί από Βέλγους στρατιώτες.»

Πρόκειται για την υποτιθέμενη «όξυνση των σχέσεων μεταξύ Γερμανίας και Αντάντ» και, αν ο ομιλητής στην Zentrale είχε κάπου στην ομιλία του σκεφτεί το θέμα, θα πρέπει να περίμενε αμέσως ότι η γερμανική κυβέρνηση θα ξεσηκωνόταν εναντίον της Αντάντ εξαιτίας των πυροβολισμών των Γερμανών κομμουνιστών.

Αυτοί οι επίδοξοι διαμορφωτές της μοίρας του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και της γερμανικής επανάστασης αναγνωρίζουν τουλάχιστον ότι πρέπει να υπάρχει μια κατάσταση σύγκρουσης, δηλαδή μια κατάσταση στην οποία οι μάζες καταλαβαίνουν ότι πρέπει να πολεμήσουν και είναι έτοιμες να το κάνουν. Η «νέα τακτική», η «ρήξη με το παρελθόν», όμως, είναι ότι τέτοιες καταστάσεις πρέπει να δημιουργηθούν. Αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι καινούργιο. Και εμείς πάντα υποστηρίζαμε την άποψη ότι ένα πολιτικό κόμμα μπορεί, και ένα Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει, να δημιουργεί καταστάσεις σύγκρουσης. Αλλά πρέπει να το κάνει αυτό με τη σαφήνεια και την αποφασιστικότητα των θέσεών του, με την οξύτητα και την τόλμη της αγκιτάτσιας και της προπαγάνδας του, με την πνευματική και οργανωτική επιρροή στην οποία κερδίζει τις μάζες· με άλλα λόγια, με πολιτικά μέσα. Το μόνο καινούργιο που συνεπάγεται αυτή η ρήξη με το παρελθόν του KPD είναι η άποψη ότι μια τέτοια κατάσταση σύγκρουσης μπορεί να δημιουργηθεί και με μη πολιτικά μέσα, με αστυνομικούς-κατασκοπευτικούς ελιγμούς, με προβοκάτσια. Το τι εννοείται εδώ με τον όρο προβοκάτσια το αποκάλυψε ένας άλλος υπεύθυνος σύντροφος σε μια άλλη συνεδρίαση, ενώ η δράση λάμβανε χώρα. Είπε: «Η άποψή μας είναι ότι με μια εντατική προπαγανδιστική δραστηριότητα, η ασφάλεια-αστυνομία θα εγκαταλείψει τον ειρηνικό τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν προηγουμένως, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι που δεν αγωνίζονται σήμερα θα υποκινηθούν.»

Και ο ίδιος ομιλητής συνέχισε να λέει – αυτό ήταν στις 30 Μαρτίου, όταν η δράση είχε προ πολλού χαθεί: «Πρέπει να προσπαθήσουμε να επιτύχουμε μια αποχώρηση με τάξη, να δημιουργήσουμε συγκρούσεις, να προκαλέσουμε την ασφάλεια-αστυνομία, να προκαλέσουμε όλα τα αντεπαναστατικά στοιχεία. Αν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε [! – Π.Λ.] το κίνημα με αυτόν τον τρόπο, θα γίνουν συγκρούσεις...».

Αυτό είναι σίγουρα κάτι καινούργιο για το κόμμα που ίδρυσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, είναι μια πλήρης ρήξη με το παρελθόν σύμφωνα με την οποία οι κομμουνιστές υποτίθεται ότι πρέπει να συμπεριφέρονται σαν φτηνοί απατεώνες23 και να προκαλούν το θάνατο των αδελφών τους. Θα προτιμούσα να μην παραθέσω τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι αυτή η τελευταία παρατήρηση δεν είναι υπερβολή. Αυτή, επαναλαμβάνω, ήταν η νέα θεωρητική βάση πάνω στην οποία ξεκίνησε το παιχνίδι.

Η δράση ξεκίνησε. Για ένα διάστημα, η Zentrale δεν χρειάστηκε να εφαρμόσει στην πράξη τη νεοαποκτηθείσα θεωρητική της βάση. Ο Χέρσινγκ έφτασε εκεί πρώτος.24 Κατέλαβε την περιοχή του Μάνσφελντ με μια επιτυχία ήδη στο ενεργητικό του: την κατάλληλη στιγμή. Με την πονηριά ενός παλιού συνδικαλιστή γραφειοκράτη επέλεξε την εβδομάδα πριν από το Πάσχα, γνωρίζοντας πολύ καλά τι θα σήμαινε το τετραήμερο κλείσιμο των εργοστασίων από τη Μεγάλη Παρασκευή μέχρι τη Δευτέρα του Πάσχα. Εξαιτίας αυτού, η Zentrale ήταν, από την αρχή, αιχμάλωτη των δικών της «συνθημάτων». Δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτεί αυτή την πρόκληση του Χέρσινγκ με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην κατάσταση. Οι εργάτες του Μάνσφελντ κατέβηκαν σε απεργία. Ένα μέλος της Zentrale δήλωσε σε μια συνεδρίαση κάποια στιγμή αργότερα:

«Οι σύντροφοί μας στο Μάνσφελντ πήραν το σύνθημα της Zentrale μάλλον υπερβολικά δυναμικά, και όχι με τη σωστή έννοια που είχε. Αυτό που συνέβη στο Μάνσφελντ ήταν μια εισβολή, αλλά όχι η κατάληψη των εργοστασίων».

Αυτή η απεικόνιση δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια συκοφαντική δυσφήμιση των μαχόμενων συντρόφων. Αν δόθηκε ένα σύνθημα ενάντια στην κατάληψη εργοστασίων, τότε μπορεί κάθε λογικός άνθρωπος, ακόμα και ένα μέλος της Zentrale του KPD, να υποθέσει ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ενάντια στις ορατές προετοιμασίες για την κατάληψη εργοστασίων, την εισβολή; Και οι σύντροφοι στο Μάνσφελντ ερμήνευσαν το σύνθημα της Zentrale με αυτόν τον τρόπο όταν πήραν τα όπλα. Αυτό, επίσης, φαίνεται να αμφισβητείται στο παραπάνω παρατιθέμενο απόσπασμα. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Zentrale δεν ήξερε τι συνέβαινε και αντιλήφθηκε μόνο αργότερα τι σύνθημα είχε δώσει.

Στις 18 Μαρτίου, η Rote Fahne διακήρυξε το κάλεσμα στα όπλα: «Κανένας εργάτης δεν πρέπει να δίνει δεκάρα για το νόμο, αλλά να πάρει ένα όπλο όπου μπορεί να το βρει!»

Η Rote Fahne εγκαινίασε το κίνημα με αυτό το ασυνήθιστο κείμενο για μια μαζική δράση και διατήρησε τον ίδιο τόνο. Στις 19 Μαρτίου έγραφε: «Η συμμορία Orgesch25 προτάσσει το ξίφος. Τα λόγια της εκφράζουν τη γυμνή δύναμη. Οι Γερμανοί εργάτες θα ήταν δειλοί αν δεν βρουν το θάρρος και τη δύναμη να απαντήσουν στην συμμορία Orgesch με τους δικούς τους ξεκάθαρους όρους».

Στις 20 του μηνός, η Rote Fahne έγραφε: «Πρέπει να υιοθετηθεί το παράδειγμα της περιφέρειας της Χάλλε, η οποία απαντά στην πρόκληση του Χέρσινγκ με απεργία. Η εργατική τάξη πρέπει να πάρει αμέσως τα όπλα, για να αντιμετωπίσει τον ένοπλο εχθρό. Τα όπλα στα χέρια των εργατών».

Στις 21 Μαρτίου, η Rote Fahne έγραφε: «Μόνο το προλεταριάτο μπορεί να νικήσει τα διαβόητα σχέδια των συμμοριών της Orgesch. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο μέσα από την ενωμένη δράση, αν ξεφορτωθεί τους φλύαρους σοσιαλδημοκράτες προδότες και χτυπήσει την αντεπανάσταση όπως ακριβώς θα χτυπιόταν η ίδια, με τα όπλα στα χέρια!»

Την ίδια στιγμή, η «νέα θεωρία» έπαιρνε το δρόμο της μέσα από την οργάνωσή μας, με το κάλεσμα για δράση και τη διακήρυξη για επίθεση το συντομότερο δυνατό, έστω και με προβοκάτσια. Σε αυτή την κατάσταση, οι εργάτες του Μάνσφελντ πήραν το σύνθημα με την έννοια που θα το έπαιρνε κάθε λογικός άνθρωπος. Είναι δειλή συκοφαντία εναντίον των νεκρών ηρώων, που έπεσαν με καλή πίστη, να λέμε τώρα ότι αυτοί οι εργάτες του Μάνσφελντ διέπραξαν «παραβίαση της πειθαρχίας». Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι, αν η Rote Fahne εξέδιδε ένα κάλεσμα στα όπλα, αυτό σήμαινε ότι, προς το παρόν, τα όπλα αυτά έπρεπε να κρατηθούν πίσω από τη σόμπα. Κανένας εργάτης δεν μπορούσε να καταλάβει τη συζήτηση για όπλα με άλλη έννοια από ό,τι ο υπεύθυνος διαφήμισης της εφημερίδας στο τεύχος της 24ης Μαρτίου 1921 (ένθετο αρ. 139):

«Τα όπλα των κομμουνιστών δεν αποτελούνται αυτή τη στιγμή μόνο από τον κομματικό τους Τύπο, ο οποίος αποκαλύπτει ανελέητα τον καρκίνο του καπιταλισμού. Είναι καθήκον κάθε κομμουνιστή να συμμετέχει σ’ αυτή τη διανομή των όπλων και να κερδίσει νέους μαχητές για τον αγώνα μας. Να αγωνίζεται ακούραστα στους χώρους εργασίας και με τους φίλους του για τον κομματικό τύπο, έτσι ώστε ο Κόκκινος Στρατός των προλετάριων μαχητών να δέχεται κάθε μέρα νέες στρατολογήσεις!»

Η εξέγερση στην περιοχή του Μάνσφελντ ξέσπασε έτσι σε μια ακατάλληλη εβδομάδα, σε μια εντελώς αδύνατη πολιτική κατάσταση, αμυνόμενη από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς καμία οργανωτική προετοιμασία, χάρη στο παιχνίδι με την εξέγερση που ακολούθησε η Zentrale.

Προφανώς, κανένα μέλος της Zentrale, ούτε καν ο «καλύτερος μαρξιστής της Δυτικής Ευρώπης»26, δεν είχε διαβάσει ή λάβει υπόψη του τα λόγια του Μαρξ για το θέμα:

«Η επανάσταση, λοιπόν, είναι μια τέχνη, όπως κι ο πόλεμος ή κάθε άλλη τέχνη κι υπόκειται σ’ ορισμένους πρακτικούς κανόνες, που, σαν παραμεληθούν, θα φέρουν την καταστροφή στο κόμμα που δεν τους λογαριάζει. Οι κανόνες αυτοί, λογικές αφαιρέσεις απ’ τη φύση των κομμάτων και των περιστάσεων, που αντιμετωπίζει κανένας, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι τόσο ξεκάθαροι και τόσο απλοί, έτσι που η σύντομη πείρα του 1848 τους είχε κάμει πολύ γνωστούς σ’ όλους τους Γερμανούς. Πρώτα-πρώτα, ποτέ μην παίζεται με την επανάσταση, παρά μονάχα σαν είστε απόλυτα προετοιμασμένοι ν’ αντιμετωπίσετε τις συνέπειες του παιχνιδιού σας. Η επανάσταση είναι μαθηματικός υπολογισμός με πολύ αόριστα μεγέθη, που η αξία τους μπορεί ν’ αλλάζει κάθε μέρα· οι αντίπαλες δυνάμεις σας έχουν όλα τα πλεονεκτήματα της οργάνωσης, της πειθαρχίας και τη συνήθεια της κυριαρχίας. Αν δεν τους αντιτάξετε πολύ μεγαλύτερη δύναμη, θα νικηθείτε και θα καταστραφείτε. Δεύτερο, μόλις μπείτε το επαναστατικό στάδιο, πρέπει να δράσετε με την πιο μεγάλη αποφασιστικότητα και σαν επιτιθέμενοι. Η άμυνα είναι ο θάνατος κάθε ένοπλης εξέγερσης, που χάνεται πριν ακόμα αναμετρηθεί με τους εχθρούς της.»27

Αλλά τα γεγονότα πήραν τώρα τον δρόμο τους. Η σπίθα ξεπήδησε από το Μάνσφελντ στο Αμβούργο. Υπήρξε αμέσως μεγάλος αριθμός νεκρών και δεν θα κρίνουμε εδώ αν η «νέα θεωρία» είχε πέσει σε γόνιμο έδαφος. Σε κάθε περίπτωση, οι σύντροφοι του Αμβούργου ήταν αρκετά αφελείς για να πιστέψουν ότι μια κομματική ηγεσία που σήκωσε τη δάδα της εξέγερσης ήξερε τι έκανε και ότι η ηγεσία εννοούσε αυτά που έλεγε. Πάλεψαν «με νύχια και με δόντια». Ένας αγγελιοφόρος στάλθηκε για να τους πει ότι έπρεπε να βάλουν φρένο. Όταν αυτό έγινε, διαπιστώθηκε ότι είχαν φρενάρει πάρα πολύ. Ένας άλλος αγγελιοφόρος ήρθε για να τους πει ότι έπρεπε να φρενάρουν ελαφρά. Αλλά, μέχρι να φτάσει ο δεύτερος αγγελιοφόρος, το κίνημα του Αμβούργου είχε ήδη διαλυθεί. Και, με αυτό, ολόκληρη η «δράση» είχε ουσιαστικά φτάσει στο τέλος των δυνάμεών της. Η «δράση», η οποία ξεκίνησε από ένα άτομο που δεν είχε την παραμικρή ιδέα για τις γερμανικές συνθήκες, και προετοιμάστηκε πολιτικά και διεξήχθη από απολίτικους ανόητους, άφησε τους κομμουνιστές να φορτωθούν ολόκληρη την ευθύνη.

Τώρα είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο –για να προδικάσουμε λίγο– ότι οι επικεφαλής αυτού του πραξικοπήματος θα προσπαθήσουν να μεταθέσουν την ευθύνη για την ήττα μακριά από τους ίδιους. Το κυνήγι των «σαμποτέρ», των «απαισιόδοξων» και των «ηττοπαθών» μέσα στο Κόμμα έχει ήδη αρχίσει. Οι κύριοι που ανέλαβαν αυτή την απόπειρα μοιάζουν ακριβώς με τον Λούντεντορφ από αυτή την άποψη και θα μπορούσαν να βρεθούν και άλλες αναλογίες· μοιάζουν με τον Λούντεντορφ όχι μόνο στο να βρίσκουν μια φτωχή δικαιολογία για να κατηγορούν άλλους ανθρώπους, αλλά και στο βασικό λάθος που διέπραξαν. Ο Λούντεντορφ ανήκε στη σχολή που πίστευε ότι ο πόλεμος γίνεται «με τις αρχές του γενικού επιτελείου στη διοίκηση και τη δουλοπρεπή υπακοή στις τάξεις του στρατού». Αυτό μπορεί να λειτούργησε κάποια στιγμή στο παρελθόν. Στην εποχή του Γέρου Φριτς και της φρουράς του Πότσνταμ, ήταν απολύτως επαρκές να βαδίζουν οι στρατιώτες τυφλά σε πλατείες και η θέληση του βασιλιά να αποφασίζει για όλα. Στην εποχή των μαζικών στρατών, όμως, των λαϊκών στρατών, αυτό δεν ήταν πλέον αρκετό. Ο «ηθικός παράγοντας» αποκτούσε όλο και περισσότερο τη δική του θέση. Οι μεγάλοι στρατοί δεν είναι μόνο ένα στρατιωτικό εργαλείο, αλλά και πολιτικό. Συνδέονται με τις πολιτικές μάζες με χίλια νήματα· υπάρχει μια συνεχής ανταλλαγή επιθυμιών, συναισθημάτων και σκέψεων μεταξύ της μιας και της άλλης πλευράς, και ένας διοικητής που δεν είναι σε θέση να οδηγήσει πολιτικά το στρατό του με αυτή την έννοια, καταστρέφει τους καλύτερους στρατούς, όπως ακριβώς έκανε ο Λούντεντορφ.

Το ίδιο ισχύει και για τα πολιτικά κόμματα. Μπορεί να λειτουργεί άψογα μια αναρχική λέσχη όπου η θέληση του ηγέτη προστάζει και οι πιστοί ακολουθούν μέχρι θανάτου. Για ένα μαζικό κόμμα, ένα κόμμα που δεν επιδιώκει απλώς να θέσει σε κίνηση τις μάζες αλλά είναι το ίδιο μια μάζα, αυτό είναι εντελώς ανεπαρκές. Αυτό που πρέπει να περιμένουμε από τους κομμουνιστές είναι να εντοπίζουν γρήγορα τις καταστάσεις πάλης, να τις εκμεταλλεύονται δυναμικά και να έχουν ανά πάσα στιγμή στο μυαλό τους όχι μόνο τον στόχο του παρόντος αγώνα αλλά και τον τελικό στόχο. Κανένας κομμουνιστής, ωστόσο, επειδή ανήκει στο Κομμουνιστικό Κόμμα και κατέχει κάρτα μέλους, δεν είναι επομένως υποχρεωμένος, ούτε καν σε θέση, να αναζητήσει μια κατάσταση αγώνα όπου αυτή δεν υπάρχει, και όπου είναι μόνο η θέληση της Zentrale αυτή η οποία, σε ένα μυστικό και αόρατο συνέδριο, και για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που οι προλετάριοι βλέπουν μπροστά στα μάτια τους, αποφασίζει ότι υπάρχει μια κατάσταση αγώνα. Η Zentrale δεν είναι καν τόσο έξυπνη όσο ο Ινδός πρίγκιπας που, για να δείξει την εξουσία του πάνω σε όλα τα πράγματα, έδειχνε την ανατολή του ήλιου από τη σκηνή του και έλεγε «Ήλιε, ακολούθησε την πορεία που θα σου δείξω», δείχνοντας από την ανατολή προς τη δύση. Η Zentrale, νιώθοντας την ίδια πανίσχυρη εξουσία, έκανε μάλλον νόημα από τη δύση προς την ανατολή. Και, με αυτόν τον τρόπο, προσέβαλε τον βασικό νόμο με τον οποίο μόνο ένα μαζικό κόμμα μπορεί να κινηθεί. Μόνο με τη δική τους θέληση, τη δική τους κατανόηση, τη δική τους αποφασιστικότητα, μπορούν να κινητοποιηθούν οι μάζες και, με δεδομένες αυτές τις προϋποθέσεις, μια καλή ηγεσία είναι σε θέση να καθοδηγήσει με ακρίβεια. Η Zentrale, ωστόσο, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μόνο ένα μαζικό κόμμα, το οποίο είναι μια μάζα ανάμεσα σε μάζες και συνδέεται παντού με το προλεταριάτο, προσωπικά, στη δουλειά και στα συνδικάτα, και κατά συνέπεια υπόκειται στην ενισχυτική και ενθαρρυντική επιρροή της συμπάθειας, ή στην ενοχοποιητική της εχθρότητας ή στο μίσος, μπορεί να αγωνιστεί. Και, εδώ, επανερχόμαστε στο ερώτημα: ποια πρέπει να είναι η σχέση των κομμουνιστών με τις μάζες σε μια δράση; Μια δράση που ανταποκρίνεται απλώς στις πολιτικές ανάγκες του Κομμουνιστικού Κόμματος και όχι στις υποκειμενικές ανάγκες των προλεταριακών μαζών, καταστρέφεται εκ των προτέρων. Οι κομμουνιστές δεν έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν δράση στη θέση του προλεταριάτου, χωρίς το προλεταριάτο, και τελικά ακόμη και ενάντια στο προλεταριάτο, ειδικά όταν εξακολουθούν να αποτελούν μια τέτοια μειοψηφία μέσα στο προλεταριάτο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να δημιουργήσουν καταστάσεις, χρησιμοποιώντας τα πολιτικά μέσα που περιγράφηκαν παραπάνω, στις οποίες το προλεταριάτο βλέπει την αναγκαιότητα του αγώνα, αγωνίζεται, και, σε αυτούς τους αγώνες, οι κομμουνιστές μπορούν στη συνέχεια να καθοδηγήσουν το προλεταριάτο με τα συνθήματά τους.

Αλλά πώς έβλεπε η Zentrale τη σχέση των κομμουνιστών με τις μάζες; Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, πίστευε, πρώτα απ’ όλα, ότι μπορούσε να δημιουργήσει την κατάσταση με μη πολιτικά μέσα. Στη συνέχεια, είχε τους νεκρούς της, στο Αμβούργο και στην περιοχή του Μάνσφελντ. Αλλά η κατάσταση ήταν εξαρχής τόσο ελλιπής σε οποιαδήποτε προϋπόθεση για δράση, ώστε ούτε καν αυτοί οι νεκροί δεν κατάφεραν να θέσουν σε κίνηση τις μάζες. Έτσι προετοιμάστηκε ένα άλλο μέσο. Το φύλλο 133 της Rote Fahne, της Κυριακής 20 Μαρτίου, περιείχε ένα άρθρο με τον τίτλο: «Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου! Ένα μήνυμα προς τους σοσιαλδημοκράτες και τους ανεξάρτητους εργάτες». Αυτό το άρθρο, ωστόσο, εξηγούσε μόνο το «μαζί μου» και μόνο στο τέλος έλεγε στους εργάτες με ποιους όρους θα έπρεπε να συνεργαστούν. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Ανεξάρτητοι και σοσιαλδημοκράτες εργάτες! Σας απλώνουμε ένα αδελφικό χέρι. Αλλά σας λέμε επίσης, αν θέλετε να πολεμήσετε μαζί μας, πρέπει να είστε εξίσου σκληροί όχι μόνο απέναντι στους καπιταλιστές, αλλά και απέναντι σε εκείνους στις γραμμές σας που ακολουθούν την καπιταλιστική υπόθεση, που πολεμούν μαζί με τις συμμορίες της Orgesch ενάντια στους εργάτες, και απέναντι στις δειλές κότες που σας νανουρίζουν και σας αποθαρρύνουν, ακριβώς όταν η Orgesch καρφώνει τα σπαθιά της στα στήθη σας.»

Σκεφτείτε αυτό. Η κατάσταση δεν έδωσε στους ανεξάρτητους και τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες κανέναν λόγο για δράση. Η ιδιοφυΐα που προκήρυξε τη δράση ήταν άγνωστη σε αυτούς και μια απόφαση του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν ήταν λόγος για να ξεσηκωθούν για δράση χωρίς να τους δοθεί κάποια αιτιολογία. Είμαι βέβαιος, μάλιστα, ότι αν γνώριζαν την αιτία, η θέλησή τους για δράση δεν θα ήταν ισχυρότερη. Αυτοί οι εργάτες, αντιμέτωποι με μια δράση που δεν κατάλαβαν καθόλου, τους τέθηκε ως προϋπόθεση για τη συνεργασία τους ότι θα έπρεπε να κρεμάσουν τους πρώην ηγέτες τους από το φανοστάτη το συντομότερο δυνατό. Και, σε περίπτωση που δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν αυτόν τον όρο, τους δόθηκε η εναλλακτική λύση: «Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου!» Μια κήρυξη πολέμου στα τέσσερα πέμπτα των Γερμανών εργατών, ακριβώς στην αρχή της δράσης!

Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας αυτού του άρθρου είναι αρκετά έμπειρος για να γνωρίζει ότι είχε έναν πρόδρομο σε αυτή τη γραμμή σκέψης, αν και αυτός ο πρόδρομος ήταν τουλάχιστον αρκετά μετριοπαθής ώστε να πει: «Όποιος δεν είναι υπέρ μας, είναι εναντίον μας». Δεν ήταν ούτε μαρξιστής ούτε σοσιαλιστής, το όνομά του ήταν Μπακούνιν, ο Ρώσος αναρχικός, ο οποίος το 1870 απηύθυνε έκκληση προς τους Ρώσους αξιωματικούς με αυτήν ακριβώς την εναλλακτική λύση. Ο συγγραφέας της Rote Fahne μπορεί να βρει την ετυμηγορία του Μαρξ γι’ αυτόν, καθώς και άλλα σχετικά θέματα, στο «Η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και η Διεθνής Ένωση Εργαζομένων».28 Θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το πλαίσιο ότι ολόκληρη η συμπεριφορά απέναντι στις επαναστατικές τάξεις του «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» είναι ακριβώς αυτή του αναρχισμού· η φράση «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» ήταν ακριβώς το αγαπημένο σύνθημα τόσο του Μπακούνιν όσο και του μαθητή του Νετσάγιεφ, και είναι ακριβώς αυτή η γενική συμπεριφορά που δίνει το έναυσμα για τις μεθόδους που εφαρμόζει ο αναρχισμός: όχι για να νικήσει την αντεπανάσταση, αλλά, μάλλον, σύμφωνα με τα λόγια ενός μέλους της Zentrale του KPD, «για να εκβιάσει την επανάσταση». Ο κομμουνισμός δεν είναι ποτέ και σε καμία περίπτωση ενάντια στην εργατική τάξη. Αυτή η μπακουνινιστική βασική συμπεριφορά, μια κοροϊδία για κάθε τι μαρξιστικό, αυτή η πλήρης παρανόηση και η πλήρης συκοφάντηση κάθε μαρξιστικής συμπεριφοράς των κομμουνιστών απέναντι στις μάζες, προκάλεσε όλα τα επακόλουθα αναρχικά χαρακτηριστικά αυτής της εξέγερσης του Μάρτη, συνειδητά ή ασυνείδητα, επιθυμητά ή μη, σκόπιμα ή μη: ο αγώνας των ανέργων ενάντια στους εργαζόμενους, ο αγώνας των κομμουνιστών ενάντια στους προλετάριους, η εμφάνιση του λούμπεν-προλεταριάτου, οι επιθέσεις με δυναμίτη – όλα αυτά ήταν λογικές συνέπειες. Όλα αυτά χαρακτηρίζουν το κίνημα του Μάρτη ως το μεγαλύτερο μπακουνινιστικό πραξικόπημα στην ιστορία μέχρι σήμερα.

Με άλλα λόγια, μια κήρυξη πολέμου κατά της εργατικής τάξης. Η Zentrale δεν φαίνεται να το έχει καν παρατηρήσει αυτό. Διότι ένα μέλος της Zentrale που ήδη αναφέρθηκε, κατηγόρησε επίσης τους εργάτες του Μάνσφελντ γι’ αυτό το «λάθος ξεκίνημα» του κινήματος. Και δεν υπάρχει καμία λέξη για να περιγράψει αυτό που συνέβη στη συνέχεια. Το να το αποκαλέσουμε μπλανκισμό θα ήταν προσβολή για τον Μπλανκί. Γιατί αν κι ο Μπλανκί υποστήριζε, σε μόνιμη αντίθεση με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ότι «οι επαναστάσεις δεν γίνονται μόνες τους, γίνονται μάλιστα από μια σχετικά μικρή μειοψηφία», γι’ αυτόν αυτή ήταν τουλάχιστον μια μειοψηφία που παρέσυρε την πλειοψηφία με τη δύναμη του παραδείγματός της. Ένας συγγραφέας της Rote Fahne, ωστόσο, υπό την εποπτεία της Zentrale του Κομμουνιστικού Κόμματος, κήρυξε τον πόλεμο στους εργάτες στην αρχή της δράσης, ως ένα μέσο για να τους βάλει σε δράση. Και ο πόλεμος ξεκίνησε. Οι άνεργοι στάλθηκαν εκ των προτέρων ως φάλαγγες εφόδου. Κατέλαβαν τις πύλες των εργοστασίων. Εισέβαλαν με τη βία στα εργοστάσια, έβαλαν φωτιές σε ορισμένα σημεία και προσπάθησαν να διώξουν τους εργάτες από τις εγκαταστάσεις. Ξέσπασε ανοιχτός πόλεμος μεταξύ των κομμουνιστών και των εργατών. Από την περιοχή Μόερς ήρθε η ακόλουθη αναφορά:

«Το πρωί της Πέμπτης στο εργοστάσιο της Krupp Friedrich-Alfred στο Ραϊνχάουζεν σημειώθηκαν βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κομμουνιστών, οι οποίοι είχαν καταλάβει το εργοστάσιο, και των εργατών που προσπαθούσαν να πάνε στη δουλειά τους. Τελικά οι εργάτες επιτέθηκαν στους κομμουνιστές με ρόπαλα και άνοιξαν με τη βία το δρόμο για την είσοδό τους. Οκτώ άνδρες τραυματίστηκαν σε αυτό το σημείο. Βέλγοι στρατιώτες επενέβησαν στις μάχες, χώρισαν τις δύο πλευρές και συνέλαβαν είκοσι κομμουνιστές. Οι κομμουνιστές που εκδιώχθηκαν από το εργοστάσιο επέστρεψαν σε μεγαλύτερο αριθμό και κατέλαβαν και πάλι τις εγκαταστάσεις.»

Ακόμη πιο συγκλονιστικές αναφορές ήρθαν από το Βερολίνο. Όπως μου αναφέρθηκε, πρέπει να ήταν τρομερό θέαμα να βλέπεις τους ανέργους να κλαίνε από τους πόνους των χτυπημάτων που δέχτηκαν, να διώχνονται από τα εργοστάσια και να καταριούνται αυτούς που τους έστειλαν εκεί. Και όταν πλέον ήταν ήδη πολύ αργά, όταν ο πόλεμος των κομμουνιστών εναντίον των εργατών είχε ήδη αρχίσει και οι κομμουνιστές είχαν ήδη χάσει, η Rote Fahne βγήκε ξαφνικά με μια καλή συμβουλή. Στις 26 Μαρτίου, ένας προφανώς διαφορετικός συντάκτης από αυτόν που έγραψε το άρθρο «Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου», έγραψε ότι δεν πρέπει να υπάρξει πόλεμος εργατών εναντίον εργατών! Αυτός ο Πόντιος Πιλάτος έπλυνε τα χέρια του με αθωότητα.

Αρκετά όμως με αυτά. Σαν να μην υπήρχαν ήδη αρκετοί άνεργοι, δημιουργήθηκαν και νέοι. Οι κομμουνιστές στα εργοστάσια βρέθηκαν στη δύσκολη θέση να αποφασίσουν αν θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια στα οποία αποτελούσαν μειοψηφία, και όπου αντίστοιχα η απεργία τους δεν είχε οδηγήσει σε σταμάτημα της εργασίας – συχνά ούτε καν σε κάποια παρεμπόδιση. Η οδηγία της Zentrale ήταν σε τέτοιες περιπτώσεις να παραμείνουν στα εργοστάσια. Ο γραμματέας του Βερολίνου ήθελε το ίδιο πράγμα, αλλά υπήρχε ένα κείμενο της οργάνωσης του Βερολίνου που ανέφερε: «Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ένας κομμουνιστής να πηγαίνει για δουλειά, ακόμη και αν είναι μειοψηφία». Οι κομμουνιστές έφυγαν έτσι από τα εργοστάσια, σε ομάδες των διακοσίων ή τριακοσίων ατόμων, πάνω κάτω. Η δουλειά συνεχίστηκε, και τώρα είναι άνεργοι, οι εργοδότες βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν τα εργοστάσιά τους «χωρίς κομμουνιστές», και μάλιστα με έναν μεγάλο αριθμό εργατών στο πλευρό τους. Εν ολίγοις, η «δράση» που ξεκίνησε με τους κομμουνιστές να κηρύσσουν τον πόλεμο ενάντια στο προλεταριάτο, και τους ανέργους ενάντια στους εργάτες, χάθηκε από την πρώτη στιγμή· με μια δράση που ξεκινά με αυτόν τον τρόπο, οι κομμουνιστές δεν μπορούν ποτέ να κερδίσουν τίποτα, ούτε καν ηθικά.

Η Zentrale έπρεπε τότε να αποφασίσει τι θα κάνει στη συνέχεια. Αποφάσισε να «εντείνει τη δράση». Μια δράση που είχε ξεκινήσει λανθασμένα, στην οποία κανείς δεν ήξερε για τι πραγματικά αγωνιζόταν, στην οποία η Zentrale, προφανώς επειδή δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο και το τέχνασμα φαινόταν τρομερά έξυπνο, επέστρεψε στα συνδικαλιστικά αιτήματα της εποχής του πραξικοπήματος του Καπ(!)· η δράση, η ανοησία, έπρεπε να ενταθεί. Θα μπορούσε να ενταθεί. Στους νεκρούς του Μάνσφελντ και του Αμβούργου προστέθηκαν οι νεκροί της Χάλλε. Αλλά ακόμα και αυτό δεν έφτιαχνε την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Στους νεκρούς της Χάλλε προστέθηκαν και οι νεκροί του Έσσεν. Μετά τους νεκρούς του Έσσεν, οι νεκροί του Μανχάιμ. Αλλά και πάλι η ατμόσφαιρα δεν ήταν καλή. Αυτό έκανε την Zentrale όλο και πιο νευρική. Αυτή ήταν η κατάσταση στις 30 Μαρτίου, όταν ένα μέλος της Zentrale έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης ότι ίσως στο Βερολίνο η ασφάλεια-αστυνομία «χάσει την ψυχραιμία της» και δώσει στην εργατική τάξη λίγη «υποκίνηση».

Για την επιτυχία της «υποκίνησης» της εργατικής τάξης, λοιπόν, στις 30 Μαρτίου 1921 η Rote Fahne την αντιμετώπισε ως εξής:

«Λέμε ειλικρινά στους εργάτες των Ανεξάρτητων και του SPD: η ευθύνη για το αίμα που χύθηκε δεν είναι μόνο στα κεφάλια των ηγετών σας, αλλά στα κεφάλια του καθενός από εσάς, αν σιωπηλά ή με απλά αδύναμες διαμαρτυρίες ανέχεστε τον Έμπερτ, τον Σέβερινγκ και τον Χέρσινγκ να εξαπολύουν λευκή τρομοκρατία και λευκή δικαιοσύνη εναντίον των εργατών, χτυπώντας ολόκληρο το προλεταριάτο...

Η Freiheit29 απαιτεί την παρέμβαση των συνδικάτων και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Φτύνουμε την παρέμβαση αυτών των αχρείων, που οι ίδιοι έχουν εξαπολύσει τη λευκή τρομοκρατία της αστικής τάξης, που οι ίδιοι έχουν κάνει τη δουλειά του χασάπη για την αστική τάξη...

Ντροπή και ατίμωση για τους εργάτες που κάθονται στην άκρη αυτή τη στιγμή, ντροπή και ατίμωση για τους εργάτες που ακόμα δεν έχουν συνειδητοποιήσει πού είναι η θέση τους.»

Αυτή η «υποκίνηση» των εργατών σε δράση με αυτό τον τρόπο, ήταν στην πραγματικότητα μια «πλήρης ρήξη» με το παρελθόν του Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν έχει μείνει τίποτα εδώ από το πνεύμα του Καρλ Λίμπκνεχτ, πόσο μάλλον της Ρόζα Λούξεμπουργκ, και όμως θεωρήθηκε σκόπιμο, στο τεύχος της Rote Fahne της 26ης Μαρτίου («Έκκληση μάχης αρ. 1») να γράψει κάποιος άθλιος (συγχωρέστε μου τη σκληρή λέξη, αλλά υπερασπίζομαι τη μνήμη των νεκρών που δεν είναι σε θέση να υπερασπιστούν τον εαυτό τους): «Το πνεύμα του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζα Λούξεμπουργκ πορεύεται στην κεφαλή του επαναστατικού προλεταριάτου της Γερμανίας».

Έχουμε αρκετά φρέσκα πτώματα για «υποκίνηση», ας αφήσουμε τα παλιά στην ησυχία τους.

Αυτό που ακολούθησε λοιπόν ήταν μια συγκλονιστική παράσταση. Η Zentrale «ενίσχυσε τη δράση της». Υψώθηκε το ένα πανό μετά το άλλο. Εδώ δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ των «παλιών κομμουνιστών» και εκείνων των «νέων» τους οποίους οι χρισμένοι εξακολουθούν να τους κοιτάζουν αφ’ υψηλού.30 Ηρωικά και περιφρονώντας τον θάνατο, οι σύντροφοι ξεσηκώθηκαν με έναν απαράμιλλο τρόπο. Στις μικρές πόλεις και τα χωριά της κεντρικής Γερμανίας, στα εργοστάσια της Λέουνα, σε μικρά και μεγάλα εργοστάσια: το ένα πανό μετά το άλλο υψώνονταν, όπως ακριβώς διέταξε η Zentrale. Το ένα λάβαρο μετά το άλλο προσχώρησαν στην επίθεση, όπως διέταξε η Zentrale. Το ένα έμβλημα μετά το άλλο πήγαν στο θάνατο, όπως διέταξε η Zentrale. Ave morituri te salutant! Όχι μόνο μια φορά, αλλά δεκάδες φορές, η μοίρα του Λεωνίδα και των τριακοσίων Σπαρτιατών του επαναλήφθηκε στην κεντρική Γερμανία. Δεκάδες και εκατοντάδες άσημοι τάφοι στην κεντρική Γερμανία μιλούν σήμερα στον ταξιδιώτη που περνάει: «Πείτε τους, εσείς που μας βλέπετε ότι βρισκόμαστε εδώ πεσμένοι, πώς υπακούσαμε στο νόμο!»

Και η Zentrale; Συνεδρίασε στο Βερολίνο και «ενίσχυσε τη δράση». Ήδη μερικές μέρες πριν από τη ματαίωση της δράσης, οι ψήφοι σε μια συνεδρίαση ήταν πέντε έναντι τριών υπέρ μιας τέτοιας απόφασης. Αλλά, για άλλη μια φορά, αυτή η πλειοψηφία έπεσε στο λάκκο της «χαλαρότητας», του «οπορτουνισμού», της «αδράνειας» που είχε σκάψει για άλλους. Απέναντι στη μειοψηφία των τριών που ήταν υπέρ της «αντίστασης», οι πέντε δεν τόλμησαν να παλέψουν για την άποψή τους, από φόβο μήπως κατηγορηθούν για έλλειψη επαναστατικής βούλησης. Αόριστες «αναφορές» από τρεις περιφέρειες ότι «κάτι γινόταν», ότι οι εργάτες γης της Ανατολικής Πρωσίας «ξεσηκώνονταν», ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Έτσι, το κάλεσμα βγήκε ξανά για «εντατικοποίηση της δράσης». Και ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί των τριών αρτηριοσκληρωτικών; Δεν είμαι σίγουρος ότι όλοι συμμερίζονταν την ίδια άποψη, αλλά ο λόγος που εξέφρασε ένας από αυτούς ήταν ότι τώρα που η δράση είχε χαθεί, έπρεπε να συνεχιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο, έτσι ώστε μετά τη ματαίωσή της να μην βρεθούν στην ανάγκη να αμυνθούν απέναντι στην «Αριστερά», αλλά μόνο απέναντι στη «Δεξιά».

Τι μπορεί να πει κανείς γι’ αυτό; Ακόμα και ο Λούντεντορφ ωχριά μπροστά τους, όταν, με τη βέβαιη ήττα μπροστά στα μάτια του, έστειλε στο θάνατο άνδρες που δεν ανήκαν στην τάξη του, ταξικούς εχθρούς. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι έστειλαν τη σάρκα και το αίμα τους να πεθάνουν για έναν σκοπό που οι ίδιοι αναγνώριζαν ήδη ότι ήταν χαμένος, ώστε να μην κινδυνεύσει η θέση τους, η θέση της Zentrale. Δεν ζητάμε από αυτούς τους συντρόφους, με τους οποίους έχουμε περάσει καλές και κακές στιγμές για μεγάλο χρονικό διάστημα, να μετανοήσουν για ό,τι έκαναν· μόνο μια τιμωρία είναι κατάλληλη, για το δικό τους καλό και για το καλό του κόμματος, προς το συμφέρον του οποίου πίστευαν ότι έδρασαν: να μην ξαναδείξουν ποτέ το πρόσωπό τους στους Γερμανούς εργάτες.

Ήταν αναπόφευκτο σε αυτό το αναρχικό Σαββάτο των μαγισσών που ξεσήκωσε η Zentrale του Κομμουνιστικού Κόμματος να εμφανιστεί ένα στοιχείο που ήταν ήδη η αγαπημένη δύναμη του Μπακούνιν, που ανακάλυψε αυτό το είδος της «επανάστασης»: δηλαδή το λούμπεν προλεταριάτο. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα εδώ. Υποθέτω –χωρίς, αλλά ακόμα και μετά τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν– ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα και η Zentrale του δεν είχαν ούτε επίσημα ούτε ανεπίσημα καμία σχέση με τις επιθέσεις με δυναμίτη της πρόσφατης συγκυρίας. Η Zentrale δεν μπορεί να αποφύγει να αποκηρύξει δημοσίως τέτοια πράγματα, να κρατήσει πολιτική στάση απέναντί τους, να τα απορρίψει, ανεξάρτητα από το ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτά. Είναι αναγκασμένη να το κάνει αυτό πολύ περισσότερο από τη στιγμή που, μετά την «πλήρη ρήξη με το παρελθόν» της, η αυτονόητη κατάσταση που επικρατούσε παλαιότερα σε τέτοια θέματα δεν υφίσταται πλέον μετά από όσα περιγράψαμε παραπάνω. Για να επιστρέψω στο λούμπεν προλεταριάτο, πρέπει να παρατηρήσω ότι η αγάπη γι’ αυτό είχε ήδη εξαπλωθεί πέρα από το στενό κύκλο της σχολής του Μπακούνιν. Πριν από λίγους μήνες, είχα ήδη την ευκαιρία να παραθέσω μια φράση του Ένγκελς σχετικά με το λούμπεν προλεταριάτο και τον κίνδυνο για τους κομμουνιστές να εμπλακούν μαζί του. Κάποιοι σύντροφοι προφανώς θεώρησαν ότι αυτή η προειδοποίηση προοριζόταν γι’ αυτούς. Ο σύντροφος Φρέλιχ, στην Hamburger Volkszeitung, προσπάθησε να κουνήσει τον θάμνο για να δει τι λαγός κρύβεται από κάτω. Ο σύντροφος Φρέλιχ είχε κάποια υποστήριξη σε αυτό. Σε ένα άρθρο του συντρόφου Ράντεκ, το οποίο δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί και το οποίο δεν ξέρω αν ο συγγραφέας του θέλει ακόμα να δημοσιεύσει, διαβάζουμε:

«Το επαναστατικό του ένστικτο οδήγησε αμέσως τον σύντροφο Φρέλιχ να διαισθανθεί ότι κάτι σάπιο συμβαίνει εδώ. Δεν επρόκειτο για τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από το γεγονός ότι με τη ραγδαία παρακμή του καπιταλισμού και την αργή ανάπτυξη της επανάστασης, όλο και μεγαλύτερες προλεταριακές μάζες ρίχνονται στις τάξεις των ανέργων, των εξαθλιωμένων και των λούμπεν. Όποιος αρχίζει τώρα να του βρωμάνε θεωρητικά, αυτοί οι “λούμπεν προλετάριοι”, με τον παλιό σοσιαλδημοκρατικό τρόπο, δεν θα καταφέρει ποτέ να κινητοποιήσει αυτές τις μάζες για επαναστατική δράση.»

Σημειώστε το καλά: η «σαπίλα» που διαισθάνθηκε ο σύντροφος Φρέλιχ με το «επαναστατικό του ένστικτο» δεν ήταν το λούμπεν-προλεταριάτο, αλλά μάλλον η προειδοποίησή μου για εμπλοκή μαζί του.

Ελπίζω ότι ο σύντροφος Ράντεκ θα μου επιτρέψει, ως μια φτωχή και παραπλανημένη ψυχή, «χωρίς καθαρή διορατικότητα» και μόνο «σε διαδικασία ανάπτυξης», αφού είμαι ένας «επαναστάτης πολιτικός των αποτελεσμάτων», να προσφέρω στον μεγάλο μαρξιστή μερικές σημειώσεις από την αδύναμη αντίληψή μου. Ο σύντροφος Ράντεκ μιλάει γι’ αυτούς που «τους βρωμάει θεωρητικά» το λούμπεν προλεταριάτο με τον «παλιό σοσιαλδημοκρατικό τρόπο». Η μόδα αυτή είναι πράγματι πολύ παλιά. Ξεκίνησε ήδη από το πρώτο «σοσιαλδημοκρατικό» κείμενο που υπάρχει, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο:

«Το λούμπεν προλεταριάτο, αυτό το παθητικό προϊόν σαπίλας των πιο χαμηλών στρωμάτων της παλιάς κοινωνίας, παρασέρνεται εδώ κι εκεί στο κίνημα από την προλεταριακή επανάσταση, όμως απ’ τις συνθήκες ζωής του είναι πάντα πρόθυμο να πουληθεί για αντιδραστικές ενέργειες.»31

Αυτό το «βρωμάει θεωρητικά», επομένως, ξεκίνησε με τον Μαρξ, και μάλιστα στα πρώτα του χρόνια. Ο πνευματικός πρόγονος αυτής της τελευταίας κομμουνιστικής εξέγερσης, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, είχε εντελώς διαφορετική άποψη. Σε προαναφερθέν κείμενο των Μαρξ και Ένγκελς, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από τον Μπακούνιν:

«Η ληστεία είναι μια από τις πιο έντιμες μορφές ζωής του ρωσικού λαού. Ο ληστής είναι ένας ήρωας, ένας προστάτης, ένας εκδικητής του λαού, ο ασυμβίβαστος εχθρός του κράτους και όλης της κοινωνικής και αστικής οργάνωσης που έχει εγκαθιδρυθεί από το κράτος, ένας μαχητής μέχρι θανάτου ενάντια σε ολόκληρο τον πολιτισμό των δημοσίων υπαλλήλων, των ευγενών, των ιερέων και του στέμματος... Όποιος δεν κατανοεί τη ληστεία δεν θα καταλαβαίνει τίποτα από τη ρωσική λαϊκή ιστορία. Όποιος δεν νοιώθει συμπάθεια γι’ αυτήν, δεν να νοιώσει συμπάθεια για τη ρωσική λαϊκή ζωή, και δεν νοιώθει τίποτα στην καρδιά του για τα αμέτρητα μακραίωνα βάσανα του λαού· ανήκει στο εχθρικό στρατόπεδο, στους υποστηρικτές του κράτους... Οι ληστές στα δάση, στις πόλεις και στα χωριά που είναι διασκορπισμένοι σε όλη τη Ρωσία και οι ληστές που είναι έγκλειστοι στις αμέτρητες φυλακές της αυτοκρατορίας αποτελούν έναν ενιαίο, αδιαίρετο, στενά συνδεδεμένο κόσμο, τον κόσμο της ρωσικής επανάστασης. Εδώ, και μόνο εδώ, υπάρχει από πολύ καιρό η πραγματική επαναστατική συνωμοτικότητα32

Βλέπετε πόσο ευγνώμων θα έπρεπε να είμαι στον σύντροφο Ράντεκ. Ενώ εκείνος με κατηγορεί μόνο ότι «μου βρωμάνε θεωρητικά» και ότι «στερούμαι καθαρής διορατικότητας», ο κύριος και δάσκαλός του Μπακούνιν δεν είναι τόσο φειδωλός με όσους δεν είναι πρόθυμοι να μοιραστούν τις ιστορίες των ηρωικών ληστών του. Δηλώνει ότι «ανήκουν στο εχθρικό στρατόπεδο», ότι είναι «υποστηρικτές του κράτους». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κουβαλούσαν αυτή τη μοίρα να είναι για τον Μπακούνιν «υποστηρικτές του κράτους», και θα πρέπει και εγώ να την υποστώ, γιατί, προς το παρόν, ακόμη και τα επιχειρήματα του Ράντεκ με πείθουν εξίσου λίγο όσο κι ο Μπακούνιν κατάφερε να πείσει τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Ποια είναι τα επιχειρήματα του Ράντεκ; Στο λούμπεν προλεταριάτο ο σύντροφος Ράντεκ βλέπει τις «όλο και μεγαλύτερες μάζες που ρίχνονται στις τάξεις των ανέργων». Αυτό είναι εντελώς λάθος από την αρχή. Η ανεργία δεν είναι ούτε καθολική, ούτε η έκταση και η διάρκειά της είναι κάτι καινούργιο για τον καπιταλισμό. Είναι η μόνιμη σκιά που συνοδεύει τον καπιταλισμό. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να ταυτίσει τον «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό» με το λούμπεν προλεταριάτο. Οι λούμπεν προλετάριοι είναι αταξικοί, υπολείμματα όλων των πιθανών τάξεων και στρωμάτων. Οι άνεργοι, ακριβώς επειδή η ανεργία τους είναι ένα σταθερό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οικονομικής τους κατάστασης ως πωλητές εργατικής δύναμης, είναι μέλη της τάξης των πωλητών εργατικής δύναμης, του προλεταριάτου. Συμμετέχουν, και μάλιστα αναγκαστικά, στη ζωή της τάξης τους. Μέσω των δεσμών των συνδικάτων, των συνεταιρισμών, των πολιτικών οργανώσεων και, πάνω απ’ όλα, της πολιτικής δραστηριότητας, οι άνεργοι παραμένουν προλετάριοι και πρέπει να παραμείνουν. Είναι αλήθεια ότι η παρατεταμένη ανεργία πράγματι απομακρύνει ορισμένα άτομα από το στρώμα των ανέργων και τα σπρώχνει προς τα κάτω στο λούμπεν προλεταριάτο. Αλλά αυτή η διαδικασία ενθαρρύνεται ακριβώς από εκείνους που διακόπτουν αυτούς τους δεσμούς μεταξύ των ανέργων και των συντρόφων τους της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα τον δεσμό της κοινής πολιτικής δραστηριότητας μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων. Αυτό είναι πράγματι ό,τι συνέβη, και όχι μόνο στέλνοντας τους ανέργους ως στρατεύματα εφόδου ενάντια στους εργαζόμενους. Συνέβη επίσης με την καταχρηστική χρησιμοποίηση των ανέργων, αποθαρρυμένων από την πείνα και τη φτώχεια, για μεθόδους που είναι κατά τα άλλα χαρακτηριστικές του λούμπεν προλεταριάτου· αυτό σήμαινε την απομάκρυνσή τους από την τάξη τους και τη βίαιη εκτόπισή τους (και με χειρότερα μέσα από τη βία) στις τάξεις του λούμπεν προλεταριάτου.

Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι αν οι κομμουνιστές συμμαχούν με όλες τις άλλες επαναστατικές τάξεις, όπως είδαμε παραπάνω, τότε γιατί όχι και με τους λούμπεν προλετάριους; Η απάντηση σε αυτό είναι πολύ απλή. Οι άλλες τάξεις με τις οποίες οι κομμουνιστές μπορούν να συμμαχήσουν με σκοπό την ανατροπή του υπάρχοντος κράτους, δηλαδή οι αγρότες, οι τεχνίτες, η αστική τάξη όταν είναι ακόμα επαναστατική, είναι τάξεις. Με άλλα λόγια, σύνολα ανθρώπων που συνδέονται σε ένα κοινωνικό σώμα λόγω της παρόμοιας σχέσης τους με τα μέσα κοινωνικής παραγωγής. Οι λούμπεν προλετάριοι δεν αποτελούν τάξη. Δεν ανήκουν στους πωλητές της εργατικής δύναμης, όπως οι εργάτες και οι άνεργοι προλετάριοι· είναι φύλλα που ξεφυτρώνουν από διαφορετικά δέντρα, και αν και σίγουρα είναι θύματα μιας άδικης κοινωνικής τάξης, η πιο επιζήμια απώλεια που έχουν υποστεί είναι ότι έχουν ακριβώς αποβληθεί από την τάξη τους, είναι αταξικοί, και δεν έχουν πλέον ούτε καν αυτό που ο προλετάριος εξακολουθεί να έχει: την ικανότητα να αγωνίζονται ως τάξη για μια αλλαγή των συνθηκών των οποίων είναι θύμα. Βεβαίως, τα κινήματα των λούμπεν προλετάριων, των ληστρικών συμμοριών κ.λπ. μπορούν να οδηγήσουν σε μια κατάσταση που επιτρέπει στους κομμουνιστές να τους χρησιμοποιήσουν πολιτικά – αν αποδυναμώνεται σημαντικά το κράτος. Θα ήταν ανόητο να μην αξιοποιήσουμε μια τέτοια κατάσταση και «θεωρητική ξεροκεφαλιά» να αφήσουμε μια τέτοια κατάσταση να περάσει απλά και μόνο επειδή δημιουργήθηκε από λούμπεν προλετάριους. Αλλά, όσον αφορά τη σύμπλευση με τους λούμπεν προλετάριους, τα λόγια του Ένγκελς εξακολουθούν να ισχύουν:

«Το λούμπεν προλεταριάτο, αυτά τά αποβράσματα των αποσυντιθέμενων στοιχείων όλων των τάξεων, το οποίο εδρεύει σε όλες τις μεγάλες πόλεις, είναι ο χειρότερος από όλους τους ενδεχόμενους συμμάχους. Πρόκειται για ένα απολύτως εξαγοράσιμο, ένα απολύτως θρασύδειλο συρφετό... Κάθε ηγέτης των εργατών που χρησιμοποιεί αυτά τα σκουπίδια ως σωματοφύλακες ή υποστηρικτές, αποδεικνύεται με αυτή και μόνο την πράξη του προδότης του κινήματος.»33

Η μεγάλη διάκριση μεταξύ ενός μαχόμενου προλετάριου και ενός «πολιτικού» λούμπεν προλετάριου είναι πάντα η εξής: ο μαχόμενος προλετάριος διαπράττει ακόμη και εγκληματικές πράξεις για πολιτικούς σκοπούς, ενώ ο λούμπεν προλετάριος διαπράττει ακόμη και πολιτικές πράξεις για εγκληματικούς σκοπούς.

Είχαμε σχετικές πρακτικές εμπειρίες για όλα αυτά στη Γερμανία. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Γερμανού εργάτη πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη εδώ. Θα απαλλάξω τον σύντροφο Ράντεκ από την προσπάθεια να κάνει ένα φτηνό αστείο εδώ, και θα πω μόνο ότι, όπως ακριβώς ο Ρώσος εργάτης έχει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία του, έτσι και ο Γερμανός εργάτης έχει τα δικά του· και ένα από τα δυνατά σημεία των Γερμανών εργατών, όπως το έθεσε ο Ένγκελς, είναι αυτό: «ανήκουν στον πιο θεωρητικό λαό της Ευρώπης και διατηρούν εκείνη την αίσθηση της θεωρίας που έχει τόσο ολοκληρωτικά χαθεί στους λεγόμενους “μορφωμένους” της Γερμανίας.»34

Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα των Γερμανών εργατών είναι που καθιστά ακόμη και μια περιφερειακή σύνδεση με το λούμπεν προλεταριάτο προβληματική στον ύψιστο βαθμό. Συγκεντρώσαμε τις εμπειρίες μας γι’ αυτό στην Ένωση Σπάρτακος, στην οποία απορρίψαμε αποφασιστικά την παραμικρή ανάμειξη με το λούμπεν προλεταριάτο, και κατά τη διάρκεια των απρόβλεπτων ημερών του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη του 1918 κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να αποτινάξουμε το λούμπεν προλεταριάτο από την πλάτη μας, έτσι ώστε να μην αμαυρώσει με κανέναν τρόπο τη γνώμη που είχαν οι εργάτες για μας. Σε έναν μακρύ αγώνα, με τον οποίο δεν αναφέρομαι στη διαφωνία μας με το KAPD,35 καθαρίσαμε από αυτό, όχι χωρίς να έχουμε την εμπειρία ότι το λούμπεν προλεταριάτο προτιμάει πολύ περισσότερο να πουληθεί στην αστική τάξη παρά να πάει με τους εργάτες· με αποτέλεσμα οι εργάτες να μας πάρουν στα σοβαρά, η επιρροή μας ανάμεσά τους να αυξηθεί και να αποκτήσουν εμπιστοσύνη σε εμάς. Και, τώρα, η κομμουνιστική εξέγερση του 1921! Εδώ, θα δώσω απλώς το λόγο σε έναν μεμονωμένο σύντροφο, με εξαιρετική εμπειρία σε θέματα σιδηροδρόμων, και που δεν ανήκει στη δική μου σχολή σκέψης αλλά μάλλον στη σχολή του «Βερολίνου». Είπε τα εξής σε μια συνάντηση στις 30 Μαρτίου:

«Η ανοησία στο Άμμεντορφ και ο εκτροχιασμός ενός επιβατικού τρένου έστρεψαν τους εργάτες εναντίον μας. Τώρα έρχονται οι σιδηροδρομικοί και όλο το προσωπικό και λένε: δεν μπορούσατε τουλάχιστον να ανατινάξετε ένα τρένο με όπλα ή ένα στρατιωτικό μεταφορικό μέσο; Η Δρέσδη απλώς συντονίζει στρατιωτικές μεταφορές. Θα πρέπει να εργαστούμε εκεί με όλες μας τις δυνάμεις για να εμποδίσουμε τον συντονισμό αυτών των τρένων. Αυτή η πρόληψη έχει καταστεί αδύνατη από τις γελοίες επιθέσεις. Η κυβέρνηση κέρδισε τους σιδηροδρομικούς με το μέρος της. Το αποδίδω αυτό στις γελοίες επιθέσεις με δυναμίτη. Συνέβαλαν σε αυτό…»

Αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Και, παρεμπιπτόντως, διαβεβαιώνω ότι αν ένα μόνο τρένο εμποδιζόταν να πάει στη Δρέσδη, από αλληλεγγύη και κατανόηση της κατάστασης από τους σιδηροδρομικούς, αυτό θα βοηθούσε την υπόθεση των εργαζομένων στην κεντρική Γερμανία, και μάλιστα σε ολόκληρη τη Γερμανία, πολύ περισσότερο από πέντε τρένα που τινάχτηκαν στον αέρα.

Αυτές είναι οι γερμανικές μας εμπειρίες. Και θα προτιμούσα να παρεκκλίνω μαζί με τον Μαρξ και τον Ένγκελς παρά να βρω την αλήθεια με τον Ράντεκ και τον Μπακούνιν. Είναι σκόπιμο εδώ να επιστρέψουμε για άλλη μια φορά στην «παλιά σοσιαλδημοκρατική μόδα». Ο σύντροφος Ράντεκ θα ήταν ο τελευταίος που δεν θα γνώριζε αυτή τη θέση του Μαρξ και του Ένγκελς. Σίγουρα δεν του έχω πει τίποτα καινούργιο με όλα αυτά. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, ρίχνει ένα ιδιότυπο φως σε αυτό το είδος μαρξισμού. Σίγουρα δεν είμαι άνθρωπος που θα δεχόμουν κάθε νεκρό ή ζωντανό λόγο με ένα «Αὐτός ἒφα»36, ο δάσκαλος μίλησε. Αυτό που είναι ισχυρό και συγκλονιστικό στο σώμα των ιδεών του Μαρξ, το οποίο αναγνωρίζεται ακόμη και από εκείνους που το απορρίπτουν στο σύνολό του, είναι ότι όχι μόνο αναγνωρίζει και λαμβάνει υπόψη του τη εκτεταμένη πολυπλοκότητα των πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων, αλλά επαναφέρει αυτή την πολυπλοκότητα σε εκείνη την απλότητα, τη μοναδικότητα, που είναι ιδιόμορφη σε κάθε μεγάλο γεγονός. Μου είναι λοιπόν αδύνατον, μόνο και μόνο επειδή μου φαίνεται σκόπιμο, να βάλω ορισμένα κεφάλαια του μαρξισμού στην πίσω τσέπη μου και να «αρχίζουν να μου βρωμάνε» οι «παλιές σοσιαλδημοκρατικές συνήθειες». Αλλά αυτό συμβαίνει ίσως επειδή είμαι ένας φτωχός απλοϊκός τύπος, «χωρίς καμία κατανόηση», και χρειάζεται ένα μεγαλύτερο μυαλό –όχι αυτό ενός «πολιτικού των αποτελεσμάτων»– για να κάνει κανείς μια περιστασιακή φευγαλέα επίσκεψη στον Μπακούνιν, απλώς και μόνο επειδή φαίνεται βολικό ή επειδή μια οκτάμηνη αναμονή αρχίζει να έχει την επίδρασή της.

Πώς θα κατακτήσουν οι κομμουνιστές την κρατική εξουσία; Έχοντας κάνει αυτή την «πλήρη ρήξη με το παρελθόν», όπως φαίνεται, μόνο μέσω της πλήρους ριζικής και αμετάκλητης ρήξης με αυτό το παρόν, δηλαδή με μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία κανείς δεν ξέρει πού τελειώνει η κοροϊδία και πού αρχίζει η πολιτική εγκληματικότητα. Το μόνο που μένει είναι να επιστρέψουμε στη φράση από το ιδρυτικό πρόγραμμα του κόμματός μας:

«Ο Σύνδεσμος Σπάρτακος δεν θα αναλάβει ποτέ την κυβερνητική εξουσία παρά μόνο με τη σαφή και ξεκάθαρη βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας της προλεταριακής μάζας ολόκληρης της Γερμανίας, παρά μόνο με τη συνειδητή συναίνεσή τους στις απόψεις, τους στόχους και τις μεθόδους πάλης του Συνδέσμου Σπάρτακος..»37

Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα τα εξής. Ποτέ ξανά στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν πρέπει να συμβεί να κηρύξουν οι κομμουνιστές πόλεμο στους εργάτες. Όποιος πιστεύει, σύμφωνα με το μπακουνινικό πνεύμα, ότι οι εργάτες μπορούν να οδηγηθούν στη δράση με δυναμίτη ή με ρόπαλα, δεν έχει θέση σε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ποτέ ξανά στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν πρέπει να συμβεί, ή έστω να γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια, να «δημιουργηθούν καταστάσεις αγώνα» με αστυνομικο-κατασκοπευτικούς ελιγμούς. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι κόμμα αγώνα, χαίρεται για την ημέρα και περιμένει την ημέρα που θα μπορέσει να αγωνιστεί με το προλεταριάτο και επικεφαλής του, και εργάζεται πολιτικά και οργανωτικά για την ημέρα αυτή, επιδιώκοντας να δημιουργήσει καταστάσεις αγώνα με πολιτικά μέσα, αντί να τις παρακάμπτει με συμβιβασμούς όπως κάνουν οι σοσιαλρεφορμιστές.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι μόνο η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου, και ποτέ ένα ρόπαλο ενάντια στο προλεταριάτο· δεν μπορεί να προελάσει αν έχει χάσει τη σύνδεσή του με την κύρια δύναμη.

Αυτή είναι πρώτα απ’ όλα η πρώτη προϋπόθεση για να απαλλαγούμε από την τεράστια δυσπιστία που νιώθει η πλειοψηφία των Γερμανών εργατών απέναντί μας μετά από αυτή την τρελή περιπέτεια. Εδώ έγκειται η μεγαλύτερη ζημιά που προκάλεσαν τα γεγονότα του Μάρτη φέτος. Κανείς δεν πρέπει να εξαπατά τον εαυτό του σχετικά με τη δυσκολία αυτού του καθήκοντος. Ποτέ άλλοτε η δυσπιστία –για να μην χρησιμοποιήσω μια πιο σκληρή λέξη– των Γερμανών εργατών απέναντι στους κομμουνιστές δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο σήμερα. Και όμως δώσαμε έναν απίστευτα σκληρό αγώνα για να αποκτήσουμε έρεισμα στην εργατική τάξη, οργανωτικά και, πάνω απ’ όλα, ιδεολογικά. Ο καρπός αυτής της δουλειάς έχει πλέον καταστραφεί και αξίζει να πούμε ανοιχτά ότι όσο το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ανακτά την εμπιστοσύνη των εργατών, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ικανότητα δράσης του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Η διόρθωση για τα γεγονότα του Μαρτίου πρέπει επομένως να γίνει ορατή για τους έξω, με τρόπο που να είναι ορατός στους εργάτες. Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα επιμείνει στην παρούσα στάση του, θα γίνει μια αίρεση, μοιραζόμενο τη μοίρα όλων των αιρέσεων: θα συρρικνωθεί σε ασήμαντο αριθμό και επιρροή μέσα σε τρεις μήνες.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να γίνει ένα άμεσο και δυναμικό ξεκίνημα δίνοντας πολιτικού χαρακτήρα ηγεσία στις κομματικές δραστηριότητες. Και εδώ είναι εμφανής η τεράστια ζημιά που προκάλεσε το κίνημα. Αν η Zentrale, αντί να κοροϊδεύει τον εαυτό της με «μυστικές πληροφορίες», είχε λάβει υπόψη της τα πολιτικά δεδομένα, σίγουρα θα είχε ενεργήσει διαφορετικά. Στην Αγγλία αυτή την εποχή ξέσπασε η απεργία των ανθρακωρύχων. Κηρύχθηκε, όχι απροσδόκητα, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Όποιος παρακολουθούσε τα γεγονότα στην αγγλική αγορά άνθρακα θα ήξερε τι θα συνέβαινε –ολόκληρη η αγγλική εξαγωγή άνθρακα, ένας πυλώνας της παγκόσμιας αγοράς της Αγγλίας, κατέρρευσε· από τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξήγαγαν περισσότερο άνθρακα από ό,τι παράγει η Αγγλία· ολόκληρη η αγγλική βιομηχανία άνθρακα στηρίζεται σε μια τιμή εξαγωγής 150 σελίνια, ενώ η Αμερική προσφέρει φορτίο άνθρακα που πληρώνεται στη Γαλλία και το Βέλγιο για 90 σελίνια. Αν η Zentrale, αντί να ψάχνει στην ομιλία μου στο Ράιχσταγκ της 12ης Μαρτίου για «οπουρτουνισμό», την είχε διαβάσει πραγματικά, θα το είχε βρει αυτό ήδη να προβλέπεται – χωρίς καμία «μυστική πληροφορία»! Ο αποκλεισμός της Γερμανίας αρχίζει. Όχι, όπως λένε οι «μυστικές πληροφορίες», στις 20 Μαρτίου, αλλά σταδιακά. Μια αργή πείνα όπως αυτή σε καιρό πολέμου. Η σύγκρουση μεταξύ της Βαυαρίας και του Ράιχ ξεκινά, καθώς το Ράιχ πρέπει να προβεί σε αφοπλισμό. Όχι εξαιτίας της κομμουνιστικής εξέγερσης, αλλά παρά την εξέγερση. Πράγματι, «η κατάσταση απαιτεί αγώνα». Όμως, μέσα από μια μπακουνινιστική περιπέτεια, την οποία η Zentrale άφησε να πυροδοτηθεί από έναν θερμοκέφαλο πραξικοπηματία, για χάρη της «εντατικοποίησης της δραστηριότητας», η μαχητική δύναμη του γερμανικού προλεταριάτου έχει αποδυναμωθεί, καθώς στους αγώνες που έρχονται δεν θα έχει εμπιστοσύνη στα σχέδια των ηγετών του. «Το μόνο που θα χρειαζόταν θα ήταν η συσπείρωση σε ένα ενιαίο προλεταριακό μέτωπο για να διεξαχθεί ο αγώνας από κοινού». Έτσι έγραφε η Zentrale στο τέλος του πραξικοπήματος, για να δείξει ότι και μετά από αυτό δεν είχαν μάθει τίποτα. Το «μόνο», πράγματι. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κατανοήσει η Zentrale ότι η ενότητα του προλεταριάτου είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να κερδηθεί με αστυνομικές-κατασκοπευτικές προβοκάτσιες. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κατανοήσει η Zentrale, ότι είναι εκεί για το προλεταριάτο και το Κόμμα και δεν είναι εκεί το Κόμμα και το προλεταριάτο γι’ αυτήν. Τότε θα ήμασταν σήμερα σε μια εξαιρετική κατάσταση, δυνατοί και εξοπλισμένοι για τον αγώνα. Τότε θα ήμασταν σε θέση να πούμε: «Κάτω η κυβέρνηση!» Αντί γι’ αυτό, πρέπει να είμαστε πιο μετριοπαθείς και να πούμε: «Κάτω οι πραξικοπηματίες!»

 

IV.

Σε αυτό το πλαίσιο παραμένει ακόμη το ζήτημα των σχέσεων του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος με την Κομμουνιστική Διεθνή. Όχι μόνο επειδή μια τέτοια καταστροφική ήττα για το KPD επηρεάζει και τη Διεθνή, αλλά επειδή, χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς φέρει τουλάχιστον ένα μέρος της ευθύνης.

Ένα πράγμα, πρώτα απ’ όλα. Η ΕΕΚΔ έβλεπε και βλέπει ακόμα έναν ορισμένο κίνδυνο στην αρκετά έντονη αντιπραξικοπηματική στάση από μένα και άλλους συντρόφους. Είναι τόσο ενοχλημένη από αυτό που έστειλε τους πιο ειδικούς πράκτορες και αναλυτές της για να διαπιστώσει μήπως ήδη υπάρχει «οπορτουνισμός» και αλλού. Είναι σκόπιμο να μιλήσουμε αρκετά ανοιχτά γι’ αυτό και να πούμε ότι όλη αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Όσον αφορά τον οπορτουνισμό και τον σοσιαλρεφορμισμό, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι σε καμία χώρα δεν είναι τόσο ξεκάθαρος, τόσο σαφής, τόσο απροκάλυπτος και τόσο αδιαμφισβήτητα αποκρυσταλλωμένος όσο στη Γερμανία.

Το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα και οι κορυφαίοι σύντροφοί του, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του, προέρχονται από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η πάλη με τη Σοσιαλδημοκρατία, η εσωτερική και εξωτερική διαφωνία μαζί της, ήταν μια διαφωνία με τον οπορτουνισμό. Και όχι μόνο αυτό. Ο καθημερινός μας αγώνας στον τύπο, στο κοινοβούλιο και, πάνω απ’ όλα, ο αγώνας των εργατών στα συνδικάτα και τα εργοστάσια, είναι ένας συνεχής, ζωντανός, ενεργητικός και επιτυχημένος αγώνας ενάντια στον οπορτουνισμό. Η μεγάλη δύναμη που έχουμε να πολεμήσουμε είναι η οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατία. Σε τέτοιες συνθήκες, λοιπόν, δεν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να βρεθεί οπορτουνισμός στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αν πρόκειται να βρεθεί οπουδήποτε. Ο οπορτουνισμός μέσα στο κόμμα αποτελεί επομένως μια πολύ μικρή ανησυχία.

Υπάρχει, ωστόσο, στο εσωτερικό του κόμματος ο κίνδυνος του πραξικοπηματισμού. Ο σύντροφος Ράντεκ χρειάζεται λιγότερο απ’ όλους να του εξηγήσω πόσο πολύ μας έχει ήδη βλάψει ο πραξικοπηματισμός, καθώς παρακολουθεί αυτά τα πράγματα πολύ στενά από το 1919. Έχω ήδη μελετήσει τη βιβλιογραφία μας της εποχής για παραθέματα. Μετά τις διαφωνίες μας με το KAPD, στις οποίες συμμερίζονταν τη θεωρητική μας θέση, οι σύντροφοι της ΕΕΚΔ, και, ακολουθώντας τους σταθερά, ο σύντροφος Ράντεκ, ήταν της άποψης ότι ο κίνδυνος του πραξικοπήματος είχε πλέον ξεπεραστεί και ότι λίγη περισσότερη «αναταραχή», όπως θα μπορούσαμε να το θέσουμε, δεν θα μπορούσε να κάνει κακό. Αυτή η ιδέα ήταν λανθασμένη. Ο κίνδυνος του πραξικοπηματισμού δεν είχε ξεπεραστεί, αλλά ήταν οξύς, και αναγκαστικά έγινε τέτοιος, τη στιγμή που η πλειοψηφία του USPD ήρθε σε εμάς, χωρίς να έχει περάσει από την εμπειρία μάθησης που είχε το αρχικό μας Κομμουνιστικό Κόμμα. Ήταν τώρα πιο αναγκαίο από ποτέ να κρατήσουμε σταθερό το χέρι στο τιμόνι ενάντια στον πραξικοπηματισμό, αλλά οι σύντροφοι της ΕΕΚΔ ήταν διαφορετικής άποψης, και το πλοίο είναι τώρα στα βράχια!

Για να αποφύγουμε τον κίνδυνο σφαλμάτων, θα πω κάτι περισσότερο για τον πραξικοπηματισμό.

Ότι αυτό που συνέβη στη Γερμανία, μια ένοπλη εξέγερση εναντίον της αστικής τάξης και των τεσσάρων πέμπτων της εργατικής τάξης, ήταν ένα πραξικόπημα, δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις εκ μέρους μου. Δεν είναι όμως η άποψή μου ότι κάθε μερική δράση είναι πραξικόπημα. Ήμασταν εναντίον των μερικών ενεργειών το 1919, όταν η επανάσταση βρισκόταν σε πτώση και κάθε ένοπλο κίνημα το μόνο που έκανε ήταν να δίνει στην αστική τάξη και τον Νόσκε την πολυπόθητη αφορμή να πνίξουν το κίνημα στο αίμα. Σε παρακμάζουσες επαναστατικές καταστάσεις, οι μερικές ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται. Σε ανερχόμενες επαναστατικές καταστάσεις, ωστόσο, οι μερικές ενέργειες είναι απολύτως απαραίτητες. Παρά την υψηλή επαναστατική κατάρτιση του γερμανικού προλεταριάτου, δεν μπορεί ακόμα να αναμένεται –αυτό θα χρειαζόταν την επανάληψη ενός θαύματος όπως το πραξικόπημα του Καπ, αλλά αυτή τη φορά όχι παρερμηνευμένο από τους κομμουνιστές– ότι το προλεταριάτο θα είναι έτοιμο μια συγκεκριμένη μέρα για να πατηθεί το κουμπί, όπως το αντιλαμβάνεται ένας γραμματέας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ή ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ. Αν το επαναστατικό κύμα ξανασηκωθεί στη Γερμανία, τότε, όπως και πριν το 1918, θα υπάρξουν επιμέρους δράσεις, ακόμη και αν η μεγαλύτερη ωριμότητα του γερμανικού προλεταριάτου σε σύγκριση με εκείνη την εποχή θα εκφραστεί με τέτοιες επιμέρους δράσεις που θα είναι πιο ισχυρές και πιο σταθερές από ό,τι προηγουμένως. Αλλά, με τον όρο μερική δράση, εννοούμε μόνο ένα πράγμα, τους προλετάριους που ξεσηκώνονται σε αγώνα σε ένα μέρος της Γερμανίας, ή σε μια μεγάλη πόλη, ή σε μια οικονομική περιοχή. Δεν εννοούμε ότι, σε ένα μέρος του Ράιχ, ή στο Ράιχ στο σύνολό του, οι κομμουνιστές απεργούν ή αναλαμβάνουν δράση. Η μερική δράση πρέπει πάντα να ερμηνεύεται με κάθετη, όχι με οριζόντια έννοια.

Πέρα, όμως, από τη διαφορετική εκτίμηση του πραξικοπηματικού κινδύνου στη Γερμανία, υπάρχει και μια δεύτερη δευτερεύουσα διαφορά στην εκτίμηση της δραστηριότητάς μας. Η προπαγάνδα μας, η δραστηριότητά μας στο κοινοβούλιο κ.ο.κ. δεν θεωρήθηκαν επαρκώς επαναστατικές. Δεν υπάρχει διαφωνία για ορισμένα πράγματα, για παράδειγμα για την αγωνιστική αποτελεσματικότητα της Rote Fahne. Ως επί το πλείστον, ωστόσο, και εδώ τα παράπονα της ΕΕΚΔ φαίνεται να στηρίζονται σε μια λανθασμένη εκτίμηση. Θα ήθελε τα πράγματα να είναι πιο «θορυβώδη», όπως λένε οι Άγγλοι. Και εδώ, όμως, έχουμε ήδη αποκτήσει εμπειρία και οι επιπτώσεις της είναι εντελώς διαφορετικές. Κι εμείς, στην αρχή της επανάστασης, στείλαμε τους ομιλητές του δρόμου και τους προπαγανδιστές μας να βγάλουν δυνατούς λόγους. Είχαν μεγάλη επιτυχία στις πρώτες συγκεντρώσεις, αλλά, μετά τις δεύτερες, οι οργανωτές μας έγραψαν ότι θα έπρεπε να στείλουμε άλλους ομιλητές, οι εργάτες δεν ήθελαν να ακούνε βρισιές. Πρέπει να πούμε ανοιχτά ότι ένα μεγάλο μέρος των προπαγανδιστικών εντύπων, των εκκλήσεων κ.λπ. που λαμβάνουμε από τη Ρωσία, αν δεν είναι πραγματικά επιζήμιο για μας, δεν είναι τόσο χρήσιμο ως προς το περιεχόμενο όσο θα μπορούσε να είναι, λόγω της υπερβολικά δυναμικής μορφής του. Θυμάμαι μια περίπτωση κατά την οποία, παρόλο που η γερμανική Zentrale, με ομόφωνη ψήφο, είχε χαρακτηρίσει ένα συγκεκριμένο κείμενο ακατάλληλο, αυτό δημοσιεύτηκε παρ’ όλα αυτά πίσω απ’ τις πλάτες μας.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το έργο της κοινοβουλευτικής ομάδας. Μια κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα θα ήταν παράβαση καθήκοντος αν δεν αξιοποιούσε σωστά μια επαναστατική κατάσταση, με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Αλλά το κοινοβούλιο είναι το τελευταίο μέρος στο οποίο μπορούν να «αξιοποιηθούν» επαναστατικές καταστάσεις. Το κοινοβούλιο είναι ο «καθρέφτης» των όσων συμβαίνουν έξω, ειδικά σε επαναστατικούς καιρούς. Μια κοινοβουλευτική ομάδα που θα εκφραζόταν με μια συνεχή κρίση οργής θα γινόταν γελοία. Αυτό στο οποίο καταλήγουμε και πάλι είναι ότι οι Γερμανοί εργάτες είναι σκεπτόμενοι και θεωρητικοί. Ίσως πάρα πολύ, αλλά δεν γίνεται να οδηγηθούν στο να κάνουν κάτι με προσβολές, πρέπει να πειστούν. Και αυτό δεν είναι μόνο η εμπειρία μας στα δυόμισι χρόνια ύπαρξης του Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι η εμπειρία μου σε πάνω από μια δεκαετία πρακτικής κομματικής δουλειάς, και η εμπειρία συντρόφων που έχουν περάσει μια μακρά ζωή σε αυτή τη δουλειά. Δεν διέφυγε επίσης από τον σύντροφο Ζινόβιεφ, νομίζω, όταν έγραψε μετά το συνέδριο της Χάλλε: «Η παλιά σχολή κάνει αισθητή την παρουσία της. Η δουλειά των καλύτερων Γερμανών επαναστατών δεν πήγε χαμένη».

Ο Ζινόβιεφ είδε πώς η μεγάλη επίδραση της ομιλίας του στη Χάλλε βασίστηκε ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν τόσο τεκμηριωμένη και απέφυγε κάθε παρορμητική μορφή.

Όλα αυτά όμως ωχριούν μπροστά στα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και στην πρακτική επίλυση αυτών των καθηκόντων.

Ένα σημείο πρώτα απ’ όλα. Πιστεύω ότι δεν είναι μόνο στη Γερμανία, αλλά παντού, που η ηγεσία της ΕΕΚΔ γίνεται αντιληπτή ως ανεπαρκής. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι δεν έχουμε στην ηγεσία της ούτε έναν Μαρξ, όπως στην ηγεσία της Πρώτης Διεθνούς, ούτε έναν Λένιν. Το πρόβλημα είναι οι μεγάλες τεχνικές δυσκολίες, η ανεπαρκής ταχυδρομική σύνδεση κ.λπ. Η ΕΕΚΔ είναι απομονωμένη από τη Δυτική Ευρώπη, τη σημαντικότερη περιοχή δραστηριότητάς της. Πιστεύω ότι η ΕΕΚΔ δεν είναι καθόλου η τελευταία που το αισθάνεται αυτό. Η λύση της, ωστόσο, είναι πολύ ατυχής και, σε αυτό το σημείο, έπρεπε να εκφράζομαι ως πρόεδρος του κόμματος με κάποια επιφύλαξη, ενώ τώρα, ως απλό μέλος του κόμματος, μπορώ να μιλήσω με πλήρη διαφάνεια. Αυτό είναι το σύστημα των μυστικών πρακτόρων. Πρώτα απ’ όλα, η Ρωσία δεν είναι σε θέση να στείλει τις καλύτερες δυνάμεις της. Έχουν θέσεις στη Ρωσία που δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Επομένως, στελέχη και σύντροφοι φτάνουν στη Δυτική Ευρώπη, ο καθένας από αυτούς με την καλύτερη θέληση, ο καθένας γεμάτος από τις δικές του ιδέες και ο καθένας γεμάτος από την ανυπομονησία να δείξει πόσο καλά μπορεί να «τα καταφέρει». Η Δυτική Ευρώπη και η Γερμανία γίνονται έτσι δοκιμαστικό πεδίο για κάθε είδους πολιτικές προσωπικότητες μικρού αναστήματος38, από τους οποίους έχουμε την εντύπωση ότι θέλουν να αναπτύξουν τις ικανότητές τους. Δεν έχω τίποτα εναντίον αυτών των Τουρκεστανών39 και το μόνο που τους εύχομαι είναι να είναι καλά· αλλά συχνά έχω την εντύπωση ότι θα έκαναν λιγότερο κακό με τα κόλπα τους στη χώρα τους.

Η κατάσταση γίνεται πιο σοβαρή, ωστόσο, όταν αποστέλλονται αντιπρόσωποι που είναι εντελώς ανεπαρκείς ακόμη και από ανθρώπινη άποψη. Επανέρχομαι εδώ στα ιταλικά γεγονότα. Ο σύντροφος Ράκοζι, αφού εκπροσώπησε την Τρίτη Διεθνή στην Ιταλία, έφτασε στη συνέχεια στη Γερμανία. Παρουσιάστηκε στις συνεδριάσεις της Zentrale και της Κεντρικής Επιτροπής ως αντιπρόσωπος της ΕΕΚΔ. Εξήγησε με τόσα πολλά λόγια ότι στην Ιταλία «δόθηκε ένα παράδειγμα» και δήλωσε, τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, ότι και το γερμανικό κόμμα θα πρέπει να διασπαστεί ξανά. Είχε πράγματι φέρει την ιταλική διάσπαση σε οριακό σημείο με αυτή την ιδέα για την ανάγκη νέων διασπάσεων. Οι ομιλίες υπάρχουν στα στενογραφικά πρακτικά, εκατό μάρτυρες μπορούν να το πιστοποιήσουν. Ο Ράκοζι, ωστόσο, δίνει αναφορά στη Μόσχα, και τι πρέπει να κάνει η Κομμουνιστική Διεθνής γι’ αυτό; Το ημιεπίσημο (ή ίσως και εντελώς επίσημο, αν και ακόμα απόκρυφο) άρθρο του συντρόφου Ράντεκ αναφέρει:

«Η απόπειρα (για περαιτέρω διάσπαση) υπάρχει μόνο στη φαντασία του Λέβι, ο οποίος βασίστηκε σε μια υποτιθέμενη έκφραση του Ούγγρου συντρόφου Ράκοζι, ο οποίος ήταν ο εκπρόσωπος της ΕΕΚΔ στην Ιταλία, και ο οποίος υποτίθεται ότι είπε, σύμφωνα με την αναφορά του Λέβι, ότι το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα πρέπει να εκκαθαριστεί και πάλι. Ο σύντροφος Ράκοζι, ο οποίος συμμετείχε στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Βερολίνου ως άτομο, αρνείται ότι είπε κάτι τέτοιο. Και ακόμη και αν ο σύντροφος Ράκοζι το είπε, δεν είχε εξουσιοδότηση να το κάνει.»

Η έκφραση αυτή αποκαλύπτει τον εντελώς επιπόλαιο τρόπο με τον οποίο παίζουμε με κόμματα, υποθέσεις και ανθρώπους. Ο σύντροφος Ράντεκ γνωρίζει ότι τα άτομα που είναι ιδιώτες δεν έχουν πρόσβαση στις συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής του KPD. Ο σύντροφος Ράντεκ δηλώνει ότι ο Ράκοζι δεν είχε εξουσιοδότηση να κάνει μια τέτοια δήλωση. Αλλά ο σύντροφος Ράκοζι ήταν ο πληρεξούσιος της ΕΕΚΔ στο Λιβόρνο. Μας ανέφερε τους αυθεντικούς λόγους που οδήγησαν στη διάσπαση με αυτή την ιδιότητα. Μας παρέθεσε, επομένως, αιτίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν αύριο στη διάσπαση του Γερμανικού Κόμματος. Ο ίδιος ο Ράκοζι έβγαλε αυτά τα συμπεράσματα· εγώ και 23 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής διαφωνήσαμε ρητά με αυτή την αιτιολογία40 και η ΕΕΚΔ εξήγησε τότε ότι ο Ράκοζι δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να κάνει μια τέτοια δήλωση. Πιθανώς, ήταν εξουσιοδοτημένος μόνο να πραγματοποιήσει μια διάσπαση χωρίς αιτιολογία. Πρόκειται για ένα επιπόλαιο παιχνίδι που παίζεται εδώ – η μέθοδος της αποστολής ανεύθυνων ανθρώπων, οι οποίοι μπορούν αργότερα να εγκριθούν ή να αποκηρυχθούν ανάλογα με τις ανάγκες, είναι σίγουρα πολύ βολική, αλλά ακόμη και αν ευλογήθηκε από τη μακρά κομματική παράδοση, είναι ολέθρια για την Τρίτη Διεθνή. Μπορώ να παρατηρήσω παρεμπιπτόντως ότι κάποιοι άνθρωποι είναι πολύ βιαστικοί στο να παίζουν με νέες διασπάσεις, τουλάχιστον αυτοί οι ξένοι εκπρόσωποι της ΕΕΚΔ. Ελπίζω ότι δεν θα αναγκαστώ να δώσω αποδείξεις ότι στους γερμανικούς κύκλους που βρίσκονται κοντά στην ΕΕΚΔ, τουλάχιστον στους κύκλους για τους οποίους η ΕΕΚΔ φέρει την πολιτική ευθύνη, η φοβερή ήττα του Κόμματος παρακάμπτεται με κουβέντες ότι, αν η Δράση του Μάρτη οδηγούσε μόνο στην εκκαθάριση του Κόμματος από τη δεξιά του πτέρυγα, το τίμημα δεν θα ήταν πολύ υψηλό. Στους συντρόφους που κείτονται τώρα νεκροί στην κεντρική Γερμανία δεν ειπώθηκε, όταν τους έστειλαν στο θάνατο, ότι τα πτώματά τους θα χρησιμοποιούνταν ως δυναμίτης για το Κόμμα. Αν η ΕΕΚΔ δεν είναι σε θέση να αποβάλει τέτοιους ασυνείδητους συντρόφους αυτού του διαμετρήματος, θα καταστραφεί τόσο η ίδια όσο και εμείς.

Η ημιεπίσημη δήλωση του συντρόφου Ράντεκ, ωστόσο, αποκαλύπτει μόνο μια πρόσθετη και ακόμη πιο επιζήμια επίδραση του συστήματος των εντολοδόχων. Αυτή είναι η άμεση και μυστική επαφή μεταξύ αυτών των εντολοδόχων και της ηγεσίας της Μόσχας. Πιστεύουμε ότι λίγο-πολύ σε όλες τις χώρες όπου εργάζονται αυτοί οι απεσταλμένοι, η δυσαρέσκεια απέναντί τους είναι η ίδια. Πρόκειται για ένα σύστημα που μοιάζει με αυθαίρετο δικαστήριο. Ποτέ δεν εργάζονται με την Zentrale της εκάστοτε χώρας, πάντα πίσω από την πλάτη της και συχνά ακόμη και εναντίον της. Κάποιοι βρίσκουν ανθρώπους στη Μόσχα που τους πιστεύουν, άλλοι όχι. Πρόκειται για ένα σύστημα που αναπόφευκτα υπονομεύει κάθε εμπιστοσύνη για αμοιβαία εργασία και από τις δύο πλευρές, τόσο της ΕΕΚΔ όσο και των συνδεδεμένων κομμάτων. Αυτοί οι σύντροφοι είναι γενικά ακατάλληλοι για πολιτική ηγεσία, εκτός του ότι τους εμπιστεύονται πολύ λίγο. Η απελπιστική κατάσταση που προκύπτει είναι ότι λείπει ένα κέντρο πολιτικής ηγεσίας. Το μόνο πράγμα αυτού του είδους που διαχειρίζεται η ΕΕΚΔ είναι οι εκκλήσεις που έρχονται πολύ αργά και οι καθαιρέσεις που έρχονται πολύ νωρίς. Αυτό το είδος πολιτικής ηγεσίας στην Κομμουνιστική Διεθνή οδηγεί είτε στο τίποτα είτε στην καταστροφή. Το μόνο που απομένει για ολόκληρη την οργάνωση είναι αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Η ΕΕΚΔ λειτουργεί λίγο πολύ σαν μια Τσεκά που προβάλλεται πέρα από τα ρωσικά σύνορα – μια απαράδεκτη κατάσταση πραγμάτων. Η σαφής απαίτηση ότι αυτό πρέπει να αλλάξει και ότι η ηγεσία σε ορισμένες χώρες δεν πρέπει να αναλαμβάνεται από ανίκανους αντιπροσώπους με ανίκανα χέρια, το αίτημα για μια πολιτική ηγεσία και ενάντια σε μια κομματική αστυνομία, δεν είναι αίτημα για αυτονομία. Στο ίδιο απόσπασμα στο οποίο ο Μαρξ χρησιμοποιεί τα πιο δυναμικά λόγια κατά της αυτονομίας στη Διεθνή, λέει επίσης:

«Χωρίς να θίγει στο ελάχιστο την πλήρη ελευθερία των κινημάτων και των προσπαθειών της εργατικής τάξης στις επιμέρους χώρες, η Διεθνής κατάφερε να τις ενώσει σε ένα ενιαίο σύνολο και να κάνει για πρώτη φορά τις άρχουσες τάξεις και τις κυβερνήσεις τους να αισθανθούν την παγκόσμια δύναμη του προλεταριάτου.»41

Η ΕΕΚΔ είναι σε θέση να εκτιμήσει με τον καλύτερο τρόπο πόσο απέχει από αυτή την ιδανική κατάσταση. Η παρούσα κατάσταση μπορεί να είναι καλή για μια διεθνή των αιρέσεων· είναι ολέθρια για μια διεθνή των μαζικών κομμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, θέλω να αναφέρω ιδιαίτερα τη σοβαρότητα της απόφασης που θέτει για τη Διεθνή αυτή η κατάρρευση του γερμανικού κόμματος. Για ευνόητους λόγους, δεν μπορούμε να μπούμε σε μια λεπτομερή συζήτηση για το ποιος φταίει. Οφείλουμε όμως να τονίσουμε ότι το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που τώρα κινδυνεύει η ίδια η ύπαρξή του, κάτι για το οποίο ευθύνεται εν μέρει η ΕΕΚΔ και είναι τουλάχιστον ένοχη, είναι το μόνο μαζικό κόμμα με κομμουνιστική ηγεσία στην Ευρώπη μέχρι τώρα. Οι Γερμανοί κομμουνιστές βρίσκονται αντιμέτωποι με ζήτημα ζωής και θανάτου, αν μπορούν ακόμα να διατηρήσουν το κόμμα τους ως κομμουνιστικό ή αν θα καταρρεύσει σε ένα σωρό μπακουνινιστικών ερειπίων. Είναι η μοίρα των επαναστατικών κομμάτων, όταν η επαναστατική διαδικασία καταλαγιάζει, όταν υπάρχουν μακρές αντεπαναστατικές εποχές, να αυτοκαταστρέφονται· σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αναρχισμός ολοκληρώνει τη μοίρα των κομμουνιστικών κομμάτων. Κανείς δεν μπορεί να δει πίσω από το πλέγμα της ιστορίας ή να μετρήσει την ποικιλομορφία των δυνάμεων ανάλογα με το σθένος, το στόχο και τη σταθερότητά τους: «δεν υπάρχει κανένα μάτι που να βλέπει τη χρυσή ζυγαριά του χρόνου». Μόνο από τα συμπτώματα μπορεί να διακρίνει κανείς τη νικηφόρα τάση ανάμεσα σε αυτούς που αγωνίζονται. Αν οι Γερμανοί δεν καταφέρουν να ξαναχτίσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα, αν η υπόθεση του Μάρτη είναι μοιραία για αυτούς, τότε είναι μια οριστική απόδειξη ότι οι αντεπαναστατικές τάσεις που βλέπουμε σε όλο τον κόσμο είναι μεγαλύτερης διάρκειας και μεγαλύτερης ισχύος απ’ ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως. Αν αυτό είναι το πεπρωμένο μας, είναι και το πεπρωμένο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Αν καταφέρουμε, ωστόσο, όπως ελπίζουμε και επιθυμούμε, να σώσουμε την κομμουνιστική ιδέα στη Γερμανία και να αποδείξουμε ότι υπάρχουν ακόμα επαναστατικές δυνάμεις που μπορούν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, ας μην μας βάλει εμπόδια η Διεθνής, ας επιστρέψουμε στο παρελθόν του Κομμουνιστικού Κόμματος και στη θεωρία της ιδρύτριάς του. Σκιαγράφησε τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουμε με τα παρακάτω λόγια:

«Η σύνδεση των πλατιών λαϊκών μαζών με ένα στόχο που ξεπερνά ολόκληρη την υπάρχουσα κοινωνική τάξη, της καθημερινής πάλης με τον μεγάλο παγκόσμιο μετασχηματισμό, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, το οποίο πρέπει να προχωρήσει με επιτυχία στο δρόμο της ανάπτυξής του ανάμεσα σε δύο υφάλους: την εγκατάλειψη του μαζικού χαρακτήρα ή την εγκατάλειψη του τελικού στόχου· την υποχώρηση στο σεχταρισμό ή την πτώση στον αστικό ρεφορμισμό· τον αναρχισμό ή τον οπορτουνισμό.»42

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Paul Levi, “Our Path: Against Putschism”, Historical Materialism, τεύχος 17, 2009, μετάφραση από τα γερμανικά στα αγγλικά David Fernbach. Αναδημοσίευση: Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/levi-paul/1921/against-putschism.htm

Στην αρχική γερμανική έκδοση ο τίτλος της πρώτης σελίδας είναι: “Unser Weg. Wider den Putschismus von Paul Levi Mit einem Artikel von Karl Radek als Anhang”. Το συνημμένο άρθρο του Ράντεκ (που δεν περιλαμβάνεται εδώ) ήταν το “Die Lehren eines Putschversuchs” («Μαθήματα μιας απόπειρας πραξικοπήματος»), το οποίο αφορούσε στη δράση της Βιέννης τον Ιούνιο του 1919. Στόχος του Λέβι ήταν να δείξει πώς ο Ράντεκ είχε επιχειρηματολογήσει με παρόμοιο τρόπο εναντίον των Αυστριακών κομμουνιστών.

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές (με συμπλήρωμα της ελληνικής μετάφρασης)

Gruber, Helmut (επιμ.) 1967, International Communism in the Age of Lenin, Νέα Υόρκη: Fawcett Publications.

Hudis, Peter and Kevin Anderson (επιμ.) 2004, The Rosa Luxemburg Reader, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press.

Lenin, Vladimir I. 1964, Collected Works, τόμος 26, London: Lawrence & Wishart.

Lenin, Vladimir I. 1965, Collected Works, τόμος 30, London: Lawrence & Wishart.

Levi, Paul 1969, Zwischen Spartakus und Sozialdemokratie, Φρανκφούρτη: Europäische Verlagsanstalt.

Marx, Karl 1973a, The Revolutions of 1848, Χαρμοντσγουόρθ : Penguin.

Marx, Karl 1973b, Surveys from Exile, Χαρμοντσγουόρθ: Penguin.

Marx, Karl 1974, The First International and After, Χαρμοντσγουόρθ: Penguin.

Marx, Karl and Frederick Engels 1979, Collected Works, τόμος 11, Λονδίνο: Lawrence & Wishart.

Marx, Karl and Frederick Engels 1985, Collected Works, τόμος 21, Λονδίνο: Lawrence & Wishart.

Marx, Karl and Frederick Engels 1988, Collected Works, τόμος 23, Λονδίνο: Lawrence & Wishart.

Ένγκελς Φρίντριχ, Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, μετάφραση Θανάσης Παπαρήγας.

Λένιν Β. Ι., «Θα κρατήσουν άραγε οι Μπολσεβίκοι κρατική εξουσία;», στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 34, Σύγχρονη Εποχή, σσ. 287 κ.ε.

Λένιν Β. Ι., «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου», στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 40, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σσ. 1 κ.ε.

Λούξεμπουργκ Ρόζα, Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, μετάφραση Δημήτρης Μαράκας.

Λούξεμπουργκ Ρόζα, «Τι ζητάει ο Σπάρτακος, στο Andre Prudhommeaux, Σπάρτακος. Η Κομμούνα του Βερολίνου 1919, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1981, μετάφραση Β. Ελεάνα, σσ. 119 κ.ε.

Μαρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία, Ειρήνη, Αθήνα 1975, μετάφραση Γιάννης Βιστάκης.

Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ, «Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής στην Ένωση Κομμουνιστών το Μάρτη του 1850», στο Μαρξ Καρλ και Ένγκελς Φρίντριχ, Διαλεχτά έργα, τόμος 1ος, χ.χ.έ. σσ. 109 κ.ε..

Μαρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, «Η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και η Διεθνής Ένωση Εργατών (Έκθεση και ντοκουμέντα, που δημοσιεύτηκαν με απόφαση του Συνεδρίου της Διεθνούς στη Χάγη)», στο Μάρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Για τον Αναρχισμό, Εκδόσεις «Καζαντά», Αθήνα 1979, σσ. 299 κ.ε.

Μαρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998.

Μαρξ Καρλ, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, Ειρήνη Αθήνα 1975, μετάφραση Γιάννης Ν. Βιστάκης.

Μαρξ Καρλ, Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007.

Μαρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, Κοροντζής, Αθήνα 2004, μετάφραση Κώστας Σκλάβος.

 

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Σαίξπηρ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Πράξη 5, Σκηνή 1.

2 Marx 1973a, σελ. 35. [Καρλ Μαρξ, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, Ειρήνη Αθήνα 1975, σελ. 41, μετάφραση Γιάννης Ν. Βιστάκης.]

3 “The Communist Manifesto”, στο Marx 1973a, σελ. 87. [Κάπως διαφορετικά μετάφραση στο Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 51.]

4 Marx 1974, σελ. 349. [Διαφορετικές μεταφράσεις: Καρλ Μαρξ, Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007, σελ. 25· και Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, Κοροντζής, Αθήνα 2004, σελ. 42.]

5 Lenin 1965, σελ. 267. [Σε διαφορετική μετάφραση: Ν. Ι. Λένιν, «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου», στο Ν. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 40, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σσ. 15, 16.]

6 Lenin 1965, σελ. 268. [Ν. Ι. Λένιν, «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση...», ό.π. σελ. 17.]

7 Ο εθνικομπολσεβικισμός ήταν ένα ευρέως διαδεδομένο ρεύμα μετά τη γερμανική ήττα του 1918, το οποίο υποστήριζε έναν ενιαίο αγώνα όλων των τάξεων στη Γερμανία μαζί με τη Σοβιετική Ρωσία κατά της Αντάντ. Εκπροσωπήθηκε ιδιαίτερα από τους κομμουνιστές του Αμβούργου Χάινριχ Λάουφενμπεργκ και Φριτς Βολφχάιμ, οι οποίοι συμμετείχαν στον σχηματισμό του KAPD μετά τη διαγραφή τους από το KPD τον Αύγουστο του 1919, αν και σύντομα έσπασαν μαζί του

8 Πάουλ φον Λέττοφβ-Φόρμπεκ, Πρώσος στρατηγός και διοικητής στη Γερμανική Ανατολική Αφρική. Ως στρατηγός της Reichswehr κατέστειλε την εξέγερση του Αμβούργου το 1919.

9 [Σ.τ.Μ.:] Στο κείμενο: littérateur

10 Marx 1973a, σσ. 84–5. [Σε διαφορετική μετάφραση: Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο…, σελ. 48.]

11 Στην «Ανοιχτή Επιστολή» του της 8ης Ιανουαρίου 1921, ο Λέβι κάλεσε εκ μέρους του KPD σε κοινή δράση με άλλα σοσιαλιστικά κόμματα και συνδικάτα για την υποστήριξη των άμεσων αναγκών της εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένου του σχηματισμού οργανώσεων αυτοάμυνας εναντίον της δεξιάς τρομοκρατίας και της εγκαθίδρυσης εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με τη Σοβιετική Ρωσία.

12 Marx 1973a, σελ. 329. [Σε διαφορετική μετάφραση: Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, «Προσφώνηση της Κεντρικής Επιτροπής στην Ένωση Κομμουνιστών το Μάρτη του 1850», στο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τόμος 1ος, χ.χ.έ. σελ. 121.]

13 Marx 1973a, σσ. 79–80. [Ο Λέβι παραθέτει σχεδόν αυτολεξεί το Μανιφέστο. Βλ.: Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο..., ό.π., σελ. 41.]

14 Lenin 1965, σσ. 271–2. [Ν. Ι. Λένιν, «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση...», ό.π. σσ. 20, 21.]

15 Lenin 1965, σελ. 262. [Ν. Ι. Λένιν, «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση...», ό.π. σελ. 10.]

16 Lenin 1965, σελ. 261. [Ν. Ι. Λένιν, «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση...», ό.π. σσ. 9, 10.]

17 Lenin 1964, σελ. 134. [Β. Ι. Λένιν, «Θα κρατήσουν άραγε οι Μπολσεβίκοι κρατική εξουσία;», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 34, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 337]

18 Στις αρχές Μαρτίου, ο Μπέλα Κουν, πρώην ηγέτης του Ουγγρικού Σοβιέτ και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, έφτασε στη Γερμανία οπλισμένος με τη νέα θεωρία της επαναστατικής «επίθεσης». Όπως έγραψε ο Λέβι στον Λένιν στις 27 Μαρτίου, ο Κουν εξήγησε ότι «η Ρωσία αντιμετωπίζει τώρα μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Ήταν απολύτως απαραίτητο να ανακουφιστεί η Ρωσία με κινήματα στη Δύση [...]. Ήταν λοιπόν υπέρ της άμεσης έναρξης ενός αγώνα με το σύνθημα της ανατροπής της κυβέρνησης» (Levi 1969, σ. 38). Το σημείωμα του συντάκτη αυτής της έκδοσης αναφέρει λανθασμένα ως απεσταλμένο της ΕΕΚΔ τον Ράκοζι, ο οποίος βρισκόταν ήδη στη Γερμανία και είχε προκαλέσει την παραίτηση του Λέβι από την ηγεσία του KPD. Βλέπε Ποιο είναι το έγκλημα;, παρακάτω.

19 [Σ.τ.Μ.:] Η Zentrale [Τσεντράλε] ήταν ένα στενότερο όργανο από την Κεντρική Επιτροπή [Zentralkomitee]. Αποτελούσε την ανώτερη ηγεσία του κόμματος και ήταν επιφορτισμένη με την καθημερινή καθοδήγηση του κόμματος.

20 Στο αρχείο Levi, P83/9, το όνομα «Μπράντλερ» είναι γραμμένο στο περιθώριο ενός αντιγράφου του φυλλαδίου.

21 Ρόμπερτ Βάισμαν, Πρώσος κρατικός επίτροπος για τη δημόσια τάξη υπό τον πρωθυπουργό Βιρτ.

22 Στο αρχείο Levi, P83/9, το όνομα «Φρέλιχ» είναι γραμμένο στο περιθώριο ενός αντιγράφου του φυλλαδίου.

23 Achtgroschenjungen στο πρωτότυπο.

24 Ο σοσιαλδημοκράτης Όττο Χέρσινγκ ήταν κυβερνήτης της Πρωσικής Σαξονίας από το 1920 έως το 1927. Στις 16 Μαρτίου, κήρυξε αστυνομική κατοχή της επαρχίας, με την αιτιολογία ότι έπρεπε να σταματήσουν οι απεργίες, οι λεηλασίες και οι πράξεις βίας.

25 Η Orgesch, δηλαδή η Οργάνωση Έσεριχ, ήταν μια πανεθνική ένωση εθνοφυλάκων [Einwohnerwehren], η οποία πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της δρ. Γκέοργκ Έσεριχ, έναν Βαυαρό κρατικό σύμβουλο, και χρησίμευε ως παραστρατιωτική δύναμη για τη συντριβή του εργατικού κινήματος.

26 Προφανώς μια αναφορά στον Άουγκουστ Ταλχάιμερ, ηγέτη της «αριστερής» παράταξης στο KPD, τον οποίο προετοίμαζε εκείνη την εποχή ο Ράντεκ για να αντικαταστήσει τον Λέβι ως αρχηγό του κόμματος, μαζί με τους Χλαινριχ Μπράντλερ και Πάουλ Φρέλιχ.

27 Η σειρά άρθρων «Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία» εμφανίστηκε με το όνομα του Μαρξ στην εφημερίδα New York Daily Tribune και εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου στο αγγλικό πρωτότυπο από την Ελεονόρα Μαρξ το 1891. Σήμερα είναι γνωστό ότι γράφτηκαν από τον Ένγκελς, και αυτό το απόσπασμα προέρχεται από το Marx and Engels 1979, σσ. 85-6. Η έμφαση είναι του Λέβι, ο οποίος παραθέτει μια γερμανική έκδοση του 1919 που εξακολουθεί να αποδίδει τα άρθρα στον Μαρξ. [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία, Ειρήνη, Αθήνα 1975, σσ. 170, 171, μετάφραση Γιάννης Βιστάκης.]

28 Marx and Engels 1988. [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, «Η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και η Διεθνής Ένωση Εργατών (Έκθεση και ντοκουμέντα, που δημοσιεύτηκαν με απόφαση του Συνεδρίου της Διεθνούς στη Χάγη)», στο Καρλ Μάρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Για τον Αναρχισμό, Εκδόσεις Καζαντά, Αθήνα 1979, σσ. 299 κ.ε.]

29 Η εφημερίδα του USPD (Ανεξάρτητοι).

30 Οι «νέοι κομμουνιστές», που αποτελούσαν εκείνη τη στιγμή τη μεγάλη πλειοψηφία στο KPD, ήταν εκείνοι που είχαν προσχωρήσει από το USPD μετά το συνέδριό του στη Χάλλε το Νοέμβριο του 1920.

31 Marx 1973a, σελ. 77. [Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο…, σελ. 38.]

32 Marx and Engels 1988, σελ. 520, έμφαση Π.Λ. [Σε διαφορετική μετάφραση: Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, «Η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και η Διεθνής Ένωση Εργατών...», ό.π., σσ. 389, 390.]

33 F. Engels, “Prefatory Note to The Peasant War in Germany”, Marx and Engels 1985, σσ. 98-9. [Σε διαφορετική μετάφραση: Φρίντριχ Ένγκελς, «Πρόλογος στη δεύτερη Έκδοση (1870)», στο Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, σελ. 24.]

34 Προσθήκη στο “Prefatory Note to The Peasant War in Germany”, Marx and Engels 1988, σελ. 630. [Φρίντριχ Ένγκελς, «Συμπλήρωμα του Προλόγου του 1870 στον “Πόλεμο των Χωρικών στη Γερμνανία”», στο Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, σελ. 33, μετάφραση Θανάσης Παπαρήγας.]

35 Δηλαδή με τους «αριστερούς» κομμουνιστές που σχημάτισαν την Kommunistische Arbeiterpartei Deutschlands μετά τη διαγραφή τους από το KPD τον Αύγουστο του 1919. Την εποχή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ήταν ένα πονεμένο σημείο για τον Λέβι το γεγονός ότι η Κομιντέρν είχε πρόσφατα δώσει στο KAPD το καθεστώς του συμβουλευτικού μέλους χωρίς καν να συμβουλευτεί την ηγεσία του KPD.

36 [Σ.τ.Μ.:] Ελληνικά στο κείμενο: “autos epha”. Με αυτή τη φράση («το είπε αυτός») υποτίθεται ότι συνήθιζαν οι μαθητές του Πυθαγόρα να προσδίδουν κύρος στα λόγια τους.

37 “What Does the Spartacus League Want?”, στο Hudis and Anderson (επιμ.) 2004, σσ. 356-7. [Σε διαφορετική μετάφραση: Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Τι ζητάει ο Σπάρτακος, στο Andre Prudhommeaux, Σπάρτακος. Η Κομμούνα του Βεριλίνου 1919, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθληνα 1981, σσ. 129, 130.]

38 [Σ.τ.Μ.:] Στο κείμενο αναφέρει duodecimo: βιβλίο μικρού μεγέθους, στο οποίο στο οποίο κάθε φύλλο είναι το ένα δωδέκατο του μεγέθους του φύλλου εκτύπωσης.

39 Αναφορά στον Μπέλα Κουν. Βλ. την Εισαγωγή της σύνταξης, πιο πάνω.

40 Στο συνέδριο του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Λιβόρνο, ο Λέβι άσκησε κριτική στη σκληρή προσέγγιση των αντιπροσώπων της Κομιντέρν προς την πλειοψηφούσα παράταξη του Σεράττι. Σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του KPD στις 24 Φεβρουαρίου, ανέπτυξε τη χαρακτηριστική του θέση ότι ένα μαζικό κομμουνιστικό κόμμα έχει αναγκαστικά διαφορετική δομή από ένα μικρό κόμμα που λειτουργεί σε παράνομες συνθήκες και ότι οι διασπάσεις πρέπει να προκύπτουν μόνο από την πολιτική εμπειρία και όχι να διατάσσονται μηχανικά. Ο Ράκοζι ζήτησε ψηφοφορία για την καταδίκη της στάσης του Λέβι, και όταν αυτή υπερψηφίστηκε με 25 ψήφους έναντι 23, ο Λέβι παραιτήθηκε από την Zentrale, συνοδευόμενος από την Κλάρα Τσέτκιν και τον Ερνστ Ντάουμιγκ, πρώην ηγέτη της αριστερής πτέρυγας του USPD.

41 “The Alliance of Socialist Democracy and the International Working Men’s Association”, Marx and Engels 1988, σελ. 554. [Σε διαφορετική μετάφραση: Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, «Η Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας...», ό.π., σελ. 434.]

42 “Social Reform or Revolution”, στο Hudis and Anderson (επιμ.) 2004, σελ. 165. [Σε διαφορετική μετάφραση: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, σελ. 153.]

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021 21:52

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.