Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2021 17:51

Μετά την Κομμούνα. Μαθαίνοντας από τα μαθήματα της αποτυχίας

Georges Jules Victor Clairin, Η πυρπόληση του Κεραμεικού, 1871

 

 

William Clare Roberts

 

 

Μετά την Κομμούνα

Μαθαίνοντας από τα μαθήματα της αποτυχίας

 

 

Η εικοστή όγδοη Μαΐου 1871 ήταν Κυριακή. Οι περισσότερες μάχες στο Παρίσι είχαν τελειώσει. Μόνο μερικά οδοφράγματα είχαν απομείνει, μέσα και γύρω από την Μπελβίλ, και αυτά έπεσαν στις 11 π.μ. Ο ήλιος είχε βγει, αντικαθιστώντας την ομίχλη και τη βροχή που είχαν φέρει σκοτεινιά τις προηγούμενες ημέρες. Οι εκτελέσεις, ωστόσο, συνεχίζονταν. Τα στρατοδικεία και οι πιο αυθόρμητες δολοφονίες από τους στρατιώτες της γαλλικής δημοκρατίας είχαν αρχίσει για τα καλά μόλις τα στρατεύματα μπήκαν στο Παρίσι στις είκοσι μία. Ο Ελί Ρεκλύ [Élie Reclus] θυμόταν αργότερα ότι το Παρίσι ήταν «ένα εργαστήριο στο οποίο δουλεύουν πολυβόλα».1 Χίλιοι εννιακόσιοι κομμουνάροι συγκεντρώθηκαν και εκτελέστηκαν εκείνη την τελευταία Κυριακή, με τα όπλα να φτύνουν κατάμουτρα την εντολή του Κυρίου να τηρείται η ιερή αργία του Σαββάτου με το να μην γίνεται καμία εργασία.2

Αντιπροσώπευε την πατριωτική αντίσταση στους Πρώσους και τη διεθνή αλληλεγγύη με τους εργάτες παγκοσμίως. Κωδικοποιούσε τη δημοτική αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση, αλλά και την κοινωνική ρύθμιση των χώρων εργασίας και των σχολείων. Στηριζόταν στις ένοπλες εργαζόμενες τάξεις, την εθνοφρουρά του Παρισιού, αλλά καθοδηγούνταν από το Οτέλ ντε Βιλ από ένα συμβούλιο σοσιαλιστών και μπλανκιστών δογματικών.

Το έργο της διοίκησης αναλάμβαναν επιτροπές που λειτουργούσαν περισσότερο ή λιγότερο αυτόνομα. Ορισμένα από αυτά τα καθήκοντα –η τροφοδοσία του πληθυσμού, οι βασικές δημοτικές υπηρεσίες όπως η αποκομιδή των σκουπιδιών, οι οικονομικές και ταχυδρομικές υπηρεσίες, καθώς και η εποπτεία των εργαστηρίων και της απασχόλησης– αναλαμβάνονταν με αφοσίωση και δημιουργικότητα. Μερικοί από τους πιο διάσημους κομμουνάρους –ο Ρεκλύ και ο αδελφός του Ελιζέ, ο Εζέν Ποτιέ [Eugène Pottier], ο Γκυστάβ Λεφρανζέ [Gustav Lefrançais], ο Λεό Φρανκέλ [Léo Frankel], ο Γκυστάβ Κουρμπέ [Gustav Courbet]– υπηρέτησαν σε αυτές τις επιτροπές και πειραματίστηκαν ελεύθερα με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και ουτοπικές ιδέες.

Οι πρωτοβουλίες τους συμπληρώθηκαν από το έργο πλήρως ανεξάρτητων ομάδων, όπως η Ένωση Γυναικών [Union des Femmes] και η Διεθνής Ένωση Εργαζομένων Ανδρών, και φυσικά η Ομοσπονδία της Εθνικής Φρουράς, η οποία είχε ανακηρύξει την Κομμούνα. Συνθήματα όπως association volontaire, autonomie και République des travailleurs κοσμούσαν αφίσες και εγκυκλίους, καθώς οι άνθρωποι προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν το πρωτοφανές άνοιγμα της κοινοτικής πολιτικής για να επιβάλουν μια νέα σφραγίδα στον κοινωνικό κόσμο, να κάνουν πράξη τα όνειρα που έτρεφαν από καιρό για έναν κόσμο απαλλαγμένο από την εκμετάλλευση, την ταξική ιεραρχία και την ανταγωνιστική καταπίεση.

 

C 1 Maximilien Luce Street in Paris in May 1871 La Commune 1903 1906

Maximilien Luce, Δρόμος στο Παρίσι τον Μάιο του 1871 (La Commune) [1903-1906]

 

Πέρα από την Δημόσια Πολυτέλεια [Communal Luxury] και τη Σφαγή [Massacre]

Τα πιο σημαντικά πρόσφατα βιβλία για την Κομμούνα ενισχύουν αυτή τη διπλή εικόνα της γεμάτης όνειρα ζωής και του φρικτού θανάτου της Κομμούνας. Ο John Merriman, ο επιφανής ιστορικός της σύγχρονης Ευρώπης, τιτλοφόρησε το 2014 την ιστορία του για την Κομμούνα, απλά, με τον τίτλο Massacre. Τυλιγμένο σε ζοφερό μαύρο χρώμα, στολισμένο με μια κιαροσκούρα απεικόνιση του φλεγόμενου Παρισιού, το βιβλίο του Merriman περιγράφει με πληθωρικό τρόπο τους θανάτους που συνόδευσαν και ακολούθησαν τη σύντομη ύπαρξη της Κομμούνας.

Σαν σε επίκριση, το 2015 κυκλοφόρησε το Communal Luxury της Kristin Ross, αφιερωμένο αγωνιστικά στο πολιτικό φαντασιακό των Κομμουνάρων και στολισμένο με το υπέροχο και ειρηνικό γαλαζοπράσινο του φυτικού σχεδιασμού του William Morris. Εδώ το επίκεντρο είναι οι ελπίδες και οι προσδοκίες των Κομμουνάρων και εκείνων που ενέπνευσαν, και η κλίμακα αυτών των ονείρων –σε αντίθεση με την κλίμακα των θανάτων τους– είναι «βιώσιμη, όχι μεγαλειώδης».3

Αλλά αυτή η επιλογή –μεταξύ του θανάτου και του ονείρου, μεταξύ του αδιανόητου και της ίδιας της φαντασίας– δεν καθόριζε πάντα τη μνήμη της Κομμούνας. Η πρώτη ιστορία της Κομμούνας, που δημοσιεύτηκε στο Βέλγιο μόλις πέντε χρόνια μετά τα γεγονότα, ήταν το L’Histoire de la Commune de 1871 του Προσπέρ-Ολιβιέρ Λισσαγκαρέ [Prosper-Olivier Lissagaray]. Η Ιστορία του Λισσαγκαρέ μεταφράστηκε στα γερμανικά την επόμενη χρονιά –υπό την προσεκτική και πολύ ενεργή επίβλεψη του Καρλ Μαρξ4– και στα αγγλικά το 1886 –σε μετάφραση της Ελέανορ Μαρξ5– και αποτελεί κλασικό έργο. Ο Robert Tombs, ένας από τους σημαντικότερους αναθεωρητές ιστορικούς της Κομμούνας, παραδέχεται ότι το έργο του Λισσαγκαρέ «εξακολουθεί να είναι περισσότερο από έναν αιώνα μετά αναμφισβήτητα η καλύτερη γενική ιστορία της Κομμούνας».6

Όσοι ανατρέξουν σε αυτό το έργο δεν θα βρουν, σε πρώτη φάση, ούτε την κοινοτική πολυτέλεια ούτε τη σφαγή. Αντίθετα, θα βρουν μια προσπάθεια, εντυπωσιακή σε έκταση και ακριβή σε λεπτομέρειες, να εξηγήσει την άνοδο και την πτώση της Κομμούνας, τις δράσεις και τις αποτυχίες της, την οργάνωση και την αποδιοργάνωσή της.

Ο Λισσαγκαρέ ήταν μια ζωή δημοσιογράφος, και η Ιστορία του είναι ένα μεγάλο έργο αναφοράς. Πίστευε ότι ήταν καθήκον του να πει την αλήθεια για την Κομμούνα, τόσο για να καταπολεμήσει τις συκοφαντίες που της φορτώθηκαν από τη νικήτρια Τρίτη Δημοκρατία όσο και για να δώσει έναν αληθινό απολογισμό σε όσους εμπνεύστηκαν από την Κομμούνα και προσπάθησαν να την ξανακάνουν και να την κάνουν καλύτερη. «Τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν τους λόγους της ήττας των γονιών τους», έγραφε, και αυτό σημαίνει να αντισταθούμε όχι μόνο στην ιστορία των νικητών αλλά και στους «ψευτοεπαναστατικούς μύθους» και τις «εντυπωσιακές ιστορίες» εκείνων που είναι συνδεδεμένοι με κάποιο τρόπο με την απώλεια.7

Αυτή η επιμονή στην πραγματική αλήθεια των λέξεων που ειπώθηκαν και των πραγμάτων που έγιναν, του τι και του γιατί, είναι ένα πολύτιμο αντίβαρο τόσο στον συγκλονισμό του φρικτού τέλους της Κομμούνας όσο και στη μυθοποίηση που συνοδεύει τις προσπάθειες ανάκτησης των αποκαλυπτόμενων δυνατοτήτων της.

 

C 2 Gustave Boulanger 1824 1888. Episode de la Commune place de la Concorde. Huile sur toile

Gustave Boulanger, Επεισόδιο της Κομμούνας, Place de la Concorde, 1871

 

Το αναπόφευκτο του εμφυλίου πολέμου

Ο Λισσαγκαρέ θεώρησε δεδομένο ότι μια επαναστατική εξέγερση του προλεταριάτου και η επακόλουθη αναδιαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτικού κόσμου από την ίδια τάξη είναι ταυτόχρονα και επιθυμητή και στην ημερήσια διάταξη. Για το λόγο αυτό, η Ιστορία του αντιμετωπίζει την πορεία των γεγονότων στο Παρίσι ως μια αποτυχημένη προσπάθεια να γίνει αυτό που πρέπει να γίνει, και συνεπώς ως πηγή πρακτικών διδαγμάτων, τόσο θετικών όσο και αρνητικών. Ο Λισσαγκαρέ δεν ήταν σπουδαίος στην τακτική –όπως απέδειξε με μια σειρά μάλλον καταστροφικών πολιτικών ελιγμών στο πλαίσιο της γαλλικής μαρξιστικής σκηνής τη δεκαετία του 1880– αλλά ήταν ένας οξυδερκής παρατηρητής της δυναμικής που παρέλυσε και υπονόμευσε την Κομμούνα από τις πρώτες εβδομάδες της ύπαρξής της.

Αυτό που είδε ο Λισσαγκαρέ, πάνω απ’ όλα, ήταν ότι οι πολίτες του Παρισιού δεν έπαιρναν στα σοβαρά το αναπόφευκτο του εμφυλίου πολέμου. Σύμφωνα με τα λόγια του, «δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν ότι η Κομμούνα ήταν ένα οδόφραγμα και όχι μια κυβέρνηση». «Αυτό ήταν το γενικό λάθος», έγραψε, «η προληπτική πίστη στην κυβερνητική τους μακροβιότητα».8

Στην αρχή, αυτό δεν φαινόταν αληθινό. Η πρώτη επίσημη πράξη της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνικής Φρουράς –του φορέα που θα ανακήρυττε την Κομμούνα στις δεκαοκτώ Μαρτίου– ήταν να διατάξει την κατασκευή οδοφραγμάτων γύρω από τα σημεία της πόλης από τα οποία θα παρέλαυνε ο νικηφόρος πρωσικός στρατός την πρώτη Μαρτίου. Ο σκοπός ήταν να κρατηθούν οι Πρώσοι στρατιώτες και οι Παριζιάνοι φρουροί απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον. Έβλεπαν ότι οποιαδήποτε επίθεση των Παριζιάνων κατά των Πρώσων «θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση ανατροπή της Δημοκρατίας» από τον Μπίσμαρκ. Όσο κι αν η Εθνική Φρουρά μισούσε και δυσπιστούσε προς τη νέα κυβέρνηση της Γαλλίας –με επικεφαλής τον Αντόλφ Τιερ [Θιέρσο / Adolphe Thiers] και ελεγχόμενη από μια πλειοψηφία μοναρχικών αντιπροσώπων– καταλάβαιναν ότι μια κυβέρνηση που θα εγκαθίστατο από τους Πρώσους θα ήταν χειρότερη. Συγκράτησαν τα πυρά τους.

Σε αυτό το αρχικό στάδιο –πριν από την κήρυξη της Κομμούνας– η Εθνική Φρουρά λειτουργούσε «ως ομάδα ασφάλειας κατά του πραξικοπήματος» και η Κεντρική της Επιτροπή ήταν, επομένως, απλώς «ένας φρουρός».9 Για αυτόν ακριβώς το λόγο, μπορούσε να αντλήσει πολύ ευρεία υποστήριξη, τόσο εντός όσο και εκτός των ταγμάτων της Εθνικής Φρουράς. Το Παρίσι ήταν το προπύργιο του δημοκρατικού αισθήματος, οπότε μια σχεδόν συναίνεση σε αυτό το ζήτημα ένωσε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού που δεν θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε οποιοδήποτε θετικότερο σύνολο στόχων.

Όταν λοιπόν η κυβέρνηση του Τιερ στράφηκε εναντίον του Παρισιού και προσπάθησε να αρπάξει τα διακόσια πενήντα κανόνια της Εθνικής Φρουράς στις 18 του μήνα, αυτό το πνεύμα ομοψυχίας μεταφέρθηκε στην υπεράσπιση των κανονιών και στην ανακήρυξη της Κομμούνας. Όμως, καθώς η πόλη ήταν απασχολημένη με την προετοιμασία των εκλογών της Κομμούνας και την πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης που προέκυπτε από την ανάληψη της ευθύνης ολόκληρης της πόλης από το προλεταριάτο του Παρισιού, στράφηκε και προς το εσωτερικό της. Δεν έκλεισαν καν τις πύλες της πόλης. Η Journal Officiel των Βερσαλλιών έκανε λόγο για εμφύλιο πόλεμο, αλλά το Παρίσι δεν το πρόσεξε. Η Κομμούνα «δεν έβλεπε» ότι πλέον είχε εμπλακεί σε «έναν αγώνα ζωής και θανάτου με τη Συνέλευση των Βερσαλλιών».10

 

C 3 Ilya Repin The Annual Memorial Meeting Near the Wall of the Communards in the Cemetery of Père Lachaise in Paris 1883 oil on canvas

Ilya Repin, Η ετήσια συγκέντρωση μνήμης κοντά στο τείχος των κομμουνάρων στο νεκροταφείο του Père-Lachaise στο Παρίσι, 1883

 

Η «ιερή αυτονομία» και οι δυσαρεστημένοι της

Κατά συνέπεια, παρά τον μεθυστικό ενθουσιασμό των πρώτων εβδομάδων της ύπαρξης της Κομμούνας, μια σκιά έπεφτε πάνω απ’ όλα. Η Κεντρική Επιτροπή όρισε τις εκλογές της Κομμούνας για την εικοστή έκτη, αλλά δεν είχαν γίνει πολλές δημόσιες συνεδριάσεις για να προσδιοριστούν οι θητείες των εκλεγμένων. Δεν υπήρξε καμία διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης ή κανένας καθορισμός στόχων. «Αντί να ψηφίσει για ένα πρόγραμμα», επομένως, ο λαός του Παρισιού «ψήφισε για ονόματα».11 Στη θέση της Κεντρικής Επιτροπής, «ακομμάτιστης με σπουδαίους άνδρες» και αφοσιωμένης σε έναν απλό και ενιαίο σκοπό, το νέο Συμβούλιο της Κομμούνας «αφθονούσε από παρεούλες, ομάδες, ημι-διασημότητες και ως εκ τούτου από ατέλειωτο ανταγωνισμό και αντιπαλότητα».12

Το ζήτημα με ένα σαφές ελάχιστο πρόγραμμα είναι ότι επιτρέπει στους ανθρώπους να παραμερίσουν όλες τις άλλες διαφορές τους για χάρη του κοινού σχεδίου. Δεν καλούνται να συμφωνήσουν για πολλά πράγματα, πράγμα που σημαίνει ότι το κόστος της συνεργασίας για την αυτογνωσία τους και τις άλλες ανησυχίες τους είναι χαμηλό. Η εναλλακτική λύση, όμως, είναι αυτό που είδε ο Λισσαγκαρέ να επικρατεί στο Παρίσι. Εκτιμώντας τις εθελοντικές ενώσεις πάνω απ’ όλα, οι κομμουνάροι αναζήτησαν ή δημιούργησαν ομάδες στις οποίες θα μπορούσαν να απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη δυνατή συμφωνία και να επιδιώκουν τα πιο πλήρως διατυπωμένα σχέδια μεταρρύθμισης και μετασχηματισμού. Ονειρεύονταν την αυτονομία και σκόπευαν να απολαύσουν ό,τι είχαν από αυτήν όσο διαρκούσε.

Αλλά η «ιερή αυτονομία, η οποία απαγόρευε την παρέμβαση στην αυτονομία του γείτονα», απαγόρευε επίσης τον εξοπλισμό των γειτονικών κοινοτήτων για να επιτεθούν στις Βερσαλλίες.13 Τα τάγματα της Εθνοφρουράς αφέθηκαν μόνα τους, το καθένα να κάνει ό,τι θέλει με ό,τι μέσα μπορούσε να συγκεντρώσει. Και οι άνθρωποι αυτομολούσαν δεξιά και αριστερά. Η Κομμούνα μπορεί να είχε 60.000 άνδρες υπό τα όπλα στα τέλη Μαρτίου. Όταν άρχισαν οι πραγματικές μάχες, είχε μόνο περίπου 20.000 άνδρες και γυναίκες που έδιναν μάχες.14 Οι εκλογικοί κατάλογοι μειώθηκαν κατακόρυφα, καθώς οι πολίτες έφυγαν, ιδίως αλλά όχι αποκλειστικά εκείνοι που προέρχονταν από τις πλουσιότερες γειτονιές.15 Δεδομένου ότι όλα εξαρτιόνταν από την αυτοταύτιση με την Κομμούνα και τις συνδεδεμένες με αυτήν ενώσεις, η αποαυτοταύτιση αποδυνάμωσε την Κομμούνα.

Ο Λισσαγκαρέ πίστευε ότι η μόνη ευκαιρία ήταν να απευθυνθεί η Κομμούνα στην υπόλοιπη Γαλλία. Η πόλη χρειαζόταν τις επαρχίες για να επιβιώσει και οι επαρχίες χρειάζονταν την πόλη για να είναι ελεύθερες. Η Κομμούνα μάχεται για τη Δημοκρατία, πρότεινε, και ο εχθρός της Κομμούνας –η κεντρική κυβέρνηση, με τους φόρους και τους γραφειοκράτες της και τον συνασπισμό των μοναρχικών που ανυπομονούν να επαναφέρουν τον ένα ή τον άλλο βασιλικό οίκο– είναι επίσης ο εχθρός του αγρότη. Έτσι, η Κομμούνα δεν ήθελε να επιβάλει το όνειρο του Παρισιού για εργατικούς συνεταιρισμούς και κοινωνική επανάσταση στους αγρότες, αλλά να τους ενώσει για να απομακρύνει τα εμπόδια από τα όνειρά τους. Το Συμβούλιο της Κομμούνας, ωστόσο, δεν έκανε καμία τέτοια έκκληση. Αντί να δεσμευτεί ότι θα αγωνιστεί για την ελευθερία των επαρχιών, δήλωσε ότι «το Παρίσι εργάζεται και υποφέρει για όλη τη Γαλλία» και ότι οι επαρχίες είχαν καθήκον να αγωνιστούν για το Παρίσι, τον σωτήρα τους.

 

C 4 Henri Alfred Darjou Το νεκροταφείο Père Lachaise

Henri-Alfred Darjou, Το νεκροταφείο Père-Lachaise. Κυριακή 28 Μαΐου 1871, 1874

 

Τα μαθήματα του Λισσαγκαρέ

Θα μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε και να γενικεύσουμε τα πρακτικά διδάγματα που άντλησε ο Λισσαγκαρέ από την Κομμούνα σε τέσσερις κατηγορίες.

Πρώτον, τα κοινωνικά κινήματα για την απελευθέρωση πρέπει να αναμένουν αντίδραση και να προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο αντίδρασης. Ο ένοπλος εμφύλιος πόλεμος μπορεί να προληφθεί ή να αποφευχθεί εντελώς, αλλά όχι παριστάνοντας ότι δεν μπορεί να συμβεί. Η σημερινή κοινωνική τάξη έχει, εξ ορισμού, ισχυρούς υποστηρικτές υπέρ της συνέχισής της στο διηνεκές. Πραγματικά συμφέροντα απειλούνται από κάθε ουσιαστική προσπάθεια αλλαγής του κόσμου, και κανείς δεν πρέπει να περιμένει ότι αυτά τα πραγματικά συμφέροντα θα εξατμιστούν υπό το φως του δικού του ηθικού παραδείγματος.

Δεύτερον, επομένως, οι δυνάμεις της επανάστασης πρέπει να συμφωνήσουν ότι θα συμφωνήσουν σε ένα ελάχιστο πρόγραμμα που μπορεί να ενώσει έναν όσο το δυνατόν ευρύτερο συνασπισμό. Ο Robin D.G. Kelley έχει ασφαλώς δίκιο ότι «οι συνθήκες και η ίδια η ύπαρξη των κοινωνικών κινημάτων επιτρέπουν» αυτό που αποκαλεί όνειρα ελευθερίας, φανταστικούς κόσμους δυνατοτήτων.16 Αλλά αυτά τα όνειρα ελευθερίας θα παραμείνουν ετερογενή μεταξύ τους, και το να βασίζεσαι σε ένα κοινό όνειρο που θα κρατήσει το κίνημα ενωμένο απέναντι σε μια αφοσιωμένη αντιπολίτευση είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει.

Τρίτον, κάθε επανάσταση θα χρειαστεί βοήθεια και συνδρομή από μη επαναστάτες, όπως ακριβώς η Κομμούνα χρειάστηκε βοήθεια και συνδρομή από τις γαλλικές επαρχίες για να επιβιώσει. Οι εχθροί κάθε απελευθερωτικού κινήματος θα έχουν και άλλους εχθρούς. Το κίνημα, για να έχει ελπίδα επιτυχίας, θα πρέπει να απευθυνθεί και σε αυτούς τους «εχθρούς των εχθρών μου» και να το κάνει με πλήρη επίγνωση ότι δεν γίνονται, έτσι, «φίλοι μου». Μπορεί να ελπίζει ότι θα το κάνει αυτό λέγοντας επανειλημμένα και δυνατά πώς η απελευθέρωση που επιδιώκει θα απελευθερώσει και αυτά τα μη επαναστατικά τμήματα του πληθυσμού για να ζήσουν όπως επιθυμούν.

Τέλος, το πιο σίγουρο σημάδι ότι κάθε απελευθερωτικό κίνημα είναι ισχυρό και υγιές είναι ότι φέρνει στο προσκήνιο άγνωστες μέχρι πρότινος προσωπικότητες. Ο Λισσαγκαρέ καταδικάζει εκείνους που αποτυγχάνουν να «αναγνωρίσουν τη δύναμη που εκδηλώνεται μέσα από άγνωστους ανθρώπους»17 και μετράει τη ζωτικότητα της Κεντρικής Επιτροπής και του Συμβουλίου από το βαθμό στον οποίο οι l’inconnus κυριαρχούν στη σύνθεσή τους. Η εξάρτηση από τους μέχρι πρότινος άγνωστους αφενός διατηρεί το κίνημα κοντά στη βάση και αφετέρου δείχνει τη δύναμη της λαϊκής εντολής πίσω από το μίνιμουμ πρόγραμμα. Καθώς οι «ημι-διασημότητες» έρχονται να κυριαρχήσουν στο κίνημα, το ίδιο συμβαίνει και με τις κλίκες και τους διαγωνισμούς μεταξύ προσωπικοτήτων.

 

C 5 Moloch Hector Colomb Commune de Paris barricade Place Blanche

Moloch (Hector Colomb), Κομμούνα του Παρισιού, οδόφραγμα Place Blanche, 19ος αι.

 

Το να κάνεις ιστορία σημαίνει να κάνεις λάθη

Αυτά τα πρακτικά διδάγματα των Κομμουνάρων θα πρέπει να θυμόμαστε σήμερα, παράλληλα με την πιο γνωστή μελαγχολία για το μαρτύριό τους και τον εορτασμό των ουτοπικών φαντασιώσεών τους.

Η Ιστορία του Λισσαγκαρέ ασφαλώς εξυμνεί και ηρωοποιεί τους Κομμουνάρους, ιδίως τους άσημους άνδρες και γυναίκες που κατέκλυσαν τις συνελεύσεις, έχτισαν και υπερασπίστηκαν τα οδοφράγματα και πρότειναν και συζήτησαν τις εντολές που δέσμευαν τους αντιπροσώπους τους στο Συμβούλιο. Από αυτή την άποψη, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ένα ιδρυτικό ντοκουμέντο στην παράδοση της «ιστορίας από τα κάτω». Οι καθημερινοί εργάτες και καταστηματάρχες του Παρισιού δεν ήταν παθητικά θύματα της ιστορικής συγκυρίας, σύμφωνα με τον Λισσαγκαρέ, αλλά ενεργοί δημιουργοί και διαμορφωτές της δικής τους ιστορίας.

Σε αντίθεση όμως με τις κοινωνικές ιστορίες και τις «μικροϊστορίες» που κυριάρχησαν στην προσοχή της ιστορίας για τη δράση των απλών ανθρώπων, ο Λισσαγκαρέ παρουσιάζει τις εργαζόμενες τάξεις του Παρισιού ως φορείς της επανάστασης και όχι ως φορείς της πολιτιστικής παραγωγής, της αντίστασης ή της αυτοδιαμόρφωσης. Και γράφοντας ιστορία κάνοντας επανάσταση, έκαναν και λάθη. Τα κινήματα για την απελευθέρωση δημιουργούν όνειρα ελευθερίας, αλλά όχι απαραίτητα τα μέσα για την υλοποίησή τους. Ο κίνδυνος να εστιάσουμε μόνο στην ομορφιά των ονείρων ή στην αγωνία της απώλειας είναι ότι χάνουμε από τα μάτια μας το γεγονός ότι οι Κομμουνάροι προσπάθησαν να κάνουν κάτι και απέτυχαν. Η αποτυχία τους, επίσης, είναι μέρος της ιστορίας που δημιούργησαν. Αν δεν θέλουμε να αποτύχουμε κι εμείς, τότε πρέπει να προσέξουμε τον Λισσαγκαρέ: «Μπορεί να υπάρχει κάτι πιο τρομερό από την ήττα: να παρερμηνεύσουμε ή να ξεχάσουμε τα αίτιά της».18

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

William Clare Roberts, «After the Commune. Learning The Lessons Of Failure», Spectre, 26 Μαΐου 2021, https://spectrejournal.com/after-the-commune/. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 18 Νοεμβρίου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7374

 

 

Σημειώσεις

1 Élie Reclus, La Commune de Paris au jour le jour (Σαιν-Μαρτέν-ντε-Μπονφοσέ: Théolib, 2001 [1908]), σελ. 370.

2 John Merriman, Massacre:The Life and Death of the Paris Commune (Νέα Υόρκη: Basic Books, 2014), σελ. 225.

3 Kristin Ross, Communal Luxury: The Political Imaginary of the Paris Commune (Λονδίνο & New York: Verso, 2015), σελ. 8.

4 Βλ. Daniel Gaido, “The First Workers’ Government in History: Karl Marx’s Addenda to Lissagaray’s History of the Commune of 1871,” Historical Materialism (2021): 1-64 (DOI: 10.1163/1569206X-12341972).

5 Βλ. Rachel Holmes, Eleanor Marx: A Life (Λονδίνο: Bloomsbury, 2014), κεφάλαια 7 & 15.

6 Robert Tombs, The Paris Commune,1871 (Νέα Υόρκη: Longman, 1999), σελ. 203.

7 Prosper-Olivier Lissagaray, History of the Paris Commune of 1871, trans. Eleanor Marx ( Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Verso, 2012 [1886]), σελ. 5. [Προσπιέρ-Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμος Α΄, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2005, μετάφραση Χρ Θεοδωροπούλου. Η αγγλική μετάφραση της Ιστορίας του Λισαγκαρέ παρουσιάζει αρκετές διαφορές με το γαλλικό πρωτότυπο, το οποίο ακολουθεί η ελληνική μετάφραση]

8 Lissagaray, History of the Paris Commune, σσ. 194-95.

9 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 61 (μετάφραση τροποποιημένη).

10 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 74.

11 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 127.

12 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 127.

13 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 165.

14 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 150; Merriman, Massacre, σελ. 211.

15 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 162.

16 Robin D.G. Kelley, Freedom Dreams: The Black Radical Imagination (Νέα Υόρκη: Penguin/Random House, 2003), σελ. 9.

17 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 81.

18 Lissagaray, History of the Paris Commune, σελ. 126.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2021 18:07

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.