M. Arman
Οι Ιρανοί διανοούμενοι και η θεωρία της εξάρτησης
Μια ενδιαφέρουσα κριτική της αριστερής διανόησης του Ιράν που τα δόγματά της –ιδιαίτερα εκείνα γύρω από τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα– καταρρίφθηκαν από τα γεγονότα της επανάστασης. Περιέχει επίσης ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την εξέλιξη του ιρανικού σοσιαλιστικού κινήματος.
Η Ιρανική Επανάσταση ήταν μια ήττα του κυρίαρχου τρόπου σκέψης της ιρανικής αριστεράς. Παρά την ειλικρίνεια του αγώνα της αριστεράς εναντίον της μοναρχίας των Παχλαβί, την αποτελεσματική συμμετοχή της στον ένοπλο αγώνα του Φεβρουαρίου 1979 και τις οργανωτικές της δραστηριότητες κατά την περίοδο μετά τον Φεβρουάριο, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την ανάδειξη της αριστεράς ως υπαρκτής κοινωνικής δύναμης, κανένα από αυτά τα μέτρα δεν ξεπέρασε τους βαθύτατους δομικούς περιορισμούς που η αριστερά επέβαλε στον εαυτό της μέσω της ίδιας της σκέψης της. Υπήρξαν δύο σημαντικές συνέπειες: πρώτον, οι ήδη περιορισμένες ενέργειες της αριστεράς ήταν άστοχες· και δεύτερον, η αριστερά απέτυχε να αποκτήσει εικόνα της φύσης και των στόχων της κυρίαρχης κληρικής δύναμης που αναδύθηκε. Μόνο μετά τις καθοριστικές ημέρες του Ιουνίου 1981 (κατά τις οποίες ο κλήρος προχώρησε σε ολομέτωπη επίθεση) ορισμένα τμήματα της αριστεράς άρχισαν να επανεκτιμούν τους παλιούς τρόπους και τις στείρες αντιλήψεις τους. Το παρόν άρθρο αποτελεί μια προσπάθεια προς την ίδια κατεύθυνση.
Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να ασκούμε κριτική στην Αριστερά, δεδομένου ότι το προηγούμενο πρόγραμμά της έχει πρακτικά και θεωρητικά ηττηθεί. Η επανεξέταση της φύσης αυτού του προγράμματος είναι επιτακτική σήμερα. Επιπλέον, παρά τις πολύπλευρες συνέπειες της ήττας, ο κύριος όγκος των οργανώσεων που λογικά θα έπρεπε να φέρουν την κύρια ευθύνη εξακολουθεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο προσκολλημένος στον «παλιό ορίζοντα». Δεν έχει γίνει καμία επανεκτίμηση των θεωριών, ή ειδικότερα των δογμάτων, και η ήττα παρουσιάζεται πάντοτε σαν να μπορεί να αναχθεί στη στρατιωτική ισχύ του ισλαμικού καθεστώτος ή σε κάποια αποφευκτέα «λάθη». Εφόσον ο στόχος είναι να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο, είναι απαραίτητο να υπερβούμε τους παλιούς τρόπους διατύπωσης των ερωτημάτων. Ελπίζω να κινηθώ προς αυτή την κατεύθυνση μέσω μιας κριτικής ορισμένων από τις θεμελιώδεις λειτουργικές έννοιες της παραδοσιακής αριστεράς στο Ιράν.
Τα χαρακτηριστικά του ιρανικού μαρξισμού
Η μαρξιστική σκέψη ερμηνεύεται με ποικίλους τρόπους σε διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Αυτή ή εκείνη η πτυχή τονίζεται, ανάλογα με την ταξική δομή, το γενικό επίπεδο ανάπτυξης, την περιοχή, τις προϋπάρχουσες (μη μαρξιστικές) σχολές σκέψης και, τέλος, τις ιδιαίτερες εμφάσεις που επιλέγουν οι μαρξιστές διανοούμενοι της εποχής.
Στο Ιράν, η κυρίαρχη μαρξιστική ερμηνεία της δεκαετίας του 1970, και σε κάποιο βαθμό της μετεπαναστατικής περιόδου, οφείλει την προέλευσή της σε αυτό που μερικές φορές αποκαλείται «ρωσικός μαρξισμός». Πρόκειται για μια ντετερμινιστική και οικονομιστική ερμηνεία που έγινε αρχικά δημοφιλής στη Ρωσία από τον Γκεόργκι Πλεχάνοφ, τον αποκαλούμενο «πατέρα» του ρωσικού μαρξισμού. Μετά την τελική εδραίωση της γραφειοκρατίας υπό τον Στάλιν, μια ακόμη πιο άκαμπτη και πλέον εθνικιστική εκδοχή αυτού του μαρξισμού έγινε η επίσημη ιδεολογία του «μαρξισμού-λενινισμού». Αυτή δεν ήταν πλέον μια θεωρία δράσης, αλλά μια αποστεωμένη κοσμοθεωρία που αντιπροσώπευε υποτιθέμενες «αιώνιες αλήθειες» για τον κόσμο.
Η εθνικιστική θέση του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» δημιούργησε το έδαφος για την χρησιμοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων σε όλο τον κόσμο για την εξυπηρέτηση των πολιτικών συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης. Με την επέλαση του Ψυχρού Πολέμου και τη συγκρότηση της Κομινφόρμ, ο στόχος έγινε «να αναγκαστεί η Ουάσιγκτον να αναγνωρίσει τη διαίρεση σε ζώνες επιρροής στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου συμβιβασμού που θα εγγυάται τον διμερή έλεγχο του κόσμου από τις δύο υπερδυνάμεις».1 Το 1947, στην ιδρυτική συνεδρίαση της Κομινφόρμ, ο Ζντάνοφ, εκπρόσωπος του Στάλιν, χώρισε τον κόσμο σε δύο στρατόπεδα: «το ιμπεριαλιστικό και αντιδημοκρατικό στρατόπεδο από τη μια πλευρά και το αντιιμπεριαλιστικό, δημοκρατικό στρατόπεδο από την άλλη». Οι περιφερειακές χώρες συμπεριλαμβάνονταν στο τελευταίο μόνο αν ήταν αντιαμερικανικές ή εναντίον ενός από τους κύριους συμμάχους της Αμερικής. Οι έννοιες «εθνική ανεξαρτησία» και «εθνικοδημοκρατική επανάσταση» χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε από τα κομμουνιστικά κόμματα στις περιφερειακές χώρες για να κινητοποιήσουν δυνάμεις εναντίον των ΗΠΑ. Αυτή η άκαμπτη θεωρία των «δύο κόσμων» έγινε το κύριο κριτήριο της Σοβιετικής Ένωσης και των κομμουνιστικών κομμάτων για την αξιολόγηση των πολιτικών δυνάμεων.
Στο Ιράν, το κόμμα Τουντέχ με μεγάλη επιρροή υπήρξε, από την ίδρυσή του, ο κύριος υποστηρικτής αυτής της πολιτικής. Διάφορα περιοδικά, κοινωνικές λέσχες και μετωπικές οργανώσεις υπήρξαν τα όργανά του.2 Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 το Τουντέχ κατάφερε να προσελκύσει ένα σημαντικό τμήμα της ιρανικής διανόησης. Συγγραφείς και ποιητές όπως οι Μπ. Αλαβί, Ν. Γιουσίτζ, Τζ. Αλ-ε Άχμαντ, Σ. Χενταγιάτ, Α. Νουσίν και Μ. Οσκουί, ήταν μεταξύ εκείνων που συνδέονταν με το κόμμα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πολλά κείμενα στην πολιτική οικονομία, τη φιλοσοφία, την πολιτική και τη λογοτεχνία -τα οποία αργότερα υιοθετήθηκαν από μια νέα γενιά αριστερών ακτιβιστών- είτε μεταφράστηκαν από τα ρωσικά από θεωρητικούς του Τουντέχ είτε γράφτηκαν από αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο τα μείζονα ζητήματα της ιρανικής αριστεράς καθορίστηκαν από την πνευματική «κληρονομιά» του κόμματος Τουντέχ πολύ καιρό αφότου η ίδια η οργάνωση είχε απαξιωθεί. Η κεντρική αντίληψη που παρέμεινε κυρίαρχη ήταν ο ορισμός της ιρανικής ταξικής πολιτικής από το Τουντέχ με βάση τη διεθνή αντιπαλότητα μεταξύ των δύο στρατοπέδων.3 Ο «αντιιμπεριαλιστικός» αγώνας του ιρανικού έθνους θεωρήθηκε ως μια συνεχής παρατεταμένη υπόθεση από τους αγώνες κατά της Βρετανίας την περίοδο του Μοσαντέγ (με τη συμμετοχή του Τουντέχ) μέχρι την εμπλοκή των ΗΠΑ στο πραξικόπημα του 1953 και τα χρόνια που ακολούθησαν. Η ηγεσία του Τουντέχ απαξιώθηκε τόσο πολύ κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και των συνεπειών του, ώστε μέχρι το 1956 η διάλυσή του ως βιώσιμη μαζική οργάνωση είχε ολοκληρωθεί.
Με την άμεση βοήθεια και εποπτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο καταναγκαστικός μηχανισμός του ιρανικού κράτους επεκτάθηκε σημαντικά. Στον απόηχο του πραξικοπήματος, αυτή η αμερικανική παρουσία στο Ιράν, παράλληλα με τη δικτατορία, ενίσχυσε την αντιαμερικανική διάθεση τόσο των διανοουμένων όσο και της κοινής γνώμης τα επόμενα χρόνια.
Μια άλλη πολιτική δύναμη της οποίας η επιρροή στην αριστερά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το Εθνικό Μέτωπο – ένας χαλαρός συνασπισμός φιλελεύθερων αστών και ισλαμιστών εθνικιστών με επικεφαλής τον Δρ. Μοχάμμαντ Μοσαντέγ. Το 1952 το Εθνικό Μέτωπο κατάφερε να κινητοποιήσει μια λαϊκιστική βάση ενάντια στη λεηλασία του ιρανικού πετρελαίου από τη Βρετανία μέσω της Αγγλο-Ιρανικής Εταιρείας Πετρελαίου.
Ο αγώνας για την εθνικοποίηση του ιρανικού πετρελαίου δεν ήταν παρά ένας κρίκος στην αλυσίδα των αγώνων του Τρίτου Κόσμου για εθνική ανεξαρτησία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.4 Η Διάσκεψη Μπαντούνγκ του 1955 των αφροασιατικών εθνών σηματοδότησε την πρώτη συλλογική εμφάνιση του Τρίτου Κόσμου στη διεθνή σκηνή, με στόχο την αποτελεσματικότερη συμμετοχή του στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για παγκόσμια ζητήματα. Ένα από τα σημαντικότερα αιτήματα αυτής της διάσκεψης ήταν η αύξηση των επιπέδων των τιμών των πρώτων υλών και των πρωτογενών αγαθών που αγόραζε η Δύση από τον Τρίτο Κόσμο.
Η κουβανική επανάσταση του 1959 και η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή της μετά το 1961 (η οποία αντανακλάται στην ενεργό πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη αντάρτικων κινημάτων με παρόμοιες ιδέες στη Λατινική Αμερική και αλλού στην περιφέρεια) ήταν ένα πιο εκτεταμένο παράδειγμα εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 η εξωτερική πολιτική της Κούβας περιστρεφόταν γύρω από την ιδέα του σχηματισμού ενός «αντιιμπεριαλιστικού μετώπου» ριζοσπαστικών χωρών. Ο αντίκτυπος της κουβανικής επανάστασης ειδικότερα στους Ιρανούς διανοούμενους τη δεκαετία του 1960 ήταν σημαντικός. Η επιρροή της έγινε επίσης έμμεσα αισθητή μέσω των προσπαθειών των θεωρητικών της «σχολής εξάρτησης» της Λατινικής Αμερικής, οι οποίοι έδιναν έμφαση στην εκμετάλλευση της περιφέρειας από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Η Κίνα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και του 1960 βασίστηκε επίσης στη θέση του «αντιιμπεριαλιστικού αγώνα». Μετά τη διάσπαση του κόμματος Τουντέχ (εκτός Ιράν) το 1966 και τη δημιουργία της Επαναστατικής Οργάνωσης του Τουντέχ, ορισμένοι από τους ακτιβιστές του πήγαν στη Λαϊκή Δημοκρατία και κατάφεραν να μεταδίδουν τακτικά πολιτικά προγράμματα στα περσικά μέσω του Ράδιο Πεκίνο. Η σκέψη του Μάο διαδόθηκε στην ιρανική αριστερά με αυτόν και άλλους τρόπους. Η μαοϊκή επιρροή ήταν έντονη στην προώθηση του λαϊκισμού τόσο σε εθνικό επίπεδο («δικτατορία του λαού») όσο και σε διεθνές επίπεδο («αντιιμπεριαλιστικό μπλοκ των χωρών του Τρίτου Κόσμου»). Προώθησε επίσης την αποστροφή της θεωρία στην πολιτική και η «πρακτική» ήταν εξαιρετικά στενή και μηχανιστική.
Το μόνο κοινό στοιχείο μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων, των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των ανταρτικών οργανώσεων του Τρίτου Κόσμου κατά τη μεταπολεμική περίοδο ήταν μια λαϊκιστική αντίληψη της επανάστασης. Αυτή υποβάθμιζε τον όρο σε έναν αγώνα ενάντια στην ξένη κυριαρχία (ιδιαίτερα αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών). Η μαρξιστική αντίληψη της κοινωνικής επανάστασης, η οποία ασχολείται με το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, παραμερίστηκε για να αντικατασταθεί από μια στενή πολιτική αντίληψη που περιστρεφόταν γύρω από την ξένη κυριαρχία. Η επανάσταση ορίστηκε ως η ανατροπή των καθεστώτων μαριονέτας, ή αυτό που ο Τζέιμς Πέτρας ονόμασε «κράτη-συνεργάτες».
Τα ιδανικά και οι προσδοκίες αυτών των αγώνων αντικατοπτρίστηκαν στα γραπτά διανοουμένων όπως ο Φραντς Φανόν, ο Εμέ Σεζέρ, ο Ρεζίς Ντεμπρέ, ο Πολ Μπαράν και ο Σαμίρ Αμίν. Τα βιβλία και τα άρθρα τους αποτελούν το καλύτερο παράδειγμα του νέου «τριτοκοσμικισμού» των δεκαετιών του 1950 και 1960. Αυτές ήταν επίσης οι ιδέες και οι εμπειρίες που κυριάρχησαν στον ιρανικό μαρξισμό τη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Μπορούν να συνοψιστούν επιγραμματικά ως εξής:
1) Έντονος ριζοσπαστικός εθνικισμός.
2) Οικονομισμός, ο οποίος εκφράστηκε με την εξίσωση της ανθρώπινης ιστορίας με την ανάπτυξη της τεχνολογίας.
3) Λαϊκισμός και μια αντίληψη της πολιτικής «πλούσιοι εναντίον φτωχών» (τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο).
4) Ένας προσανατολισμός προς την πρακτική έναντι της θεωρίας.
5) Ελάχιστη προσοχή στη δημοκρατία ή στον αγώνα για την επέκταση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στις λαϊκές μάζες.
Η νέα ιρανική αριστερά: οι Φεντα’ίν [ή Φενταγίν]
Σημαντικό χαρακτηριστικό της γενιάς που ανέλαβε πολιτικό ηγετικό ρόλο στη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν η προηγούμενη εμπειρία της με την Οργάνωση Νεολαίας του κόμματος Τουντέχ και οι σχέσεις της με το Εθνικό Μέτωπο και τις φοιτητικές οργανώσεις του στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το Εθνικό Μέτωπο ήταν ένας συνασπισμός αντιαποικιοκρατικών και αντιδικτατορικών δυνάμεων που πίστευε ακράδαντα στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Οι διευρυνόμενοι διεθνείς ορίζοντες της ιρανικής αστικής τάξης τη δεκαετία του 1950 και η φυλάκιση των πιο ριζοσπαστικών ηγετών του Εθνικού Μετώπου κατά την περίοδο της συγκρότησής του, είχαν συμβάλει σε έναν αυξανόμενο συντηρητισμό στο κύριο κόμμα. Παρ’ όλα αυτά, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, οι φοιτητικές οργανώσεις του Μετώπου είχαν γίνει κέντρο για την προοδευτική και ριζοσπαστικοποιούμενη νεολαία στη δεκαετία του 1960.
Αυτοί οι δύο πόλοι απομακρύνονταν όλο και περισσότερο. Οι ριζοσπάστες ακτιβιστές εντυπωσιάστηκαν από τον «Μαρξισμό του Τρίτου Κόσμου» της εποχής, και ιδιαίτερα από την εξύμνηση του ένοπλου αγώνα. Επίσης, αυτή η γενιά δεν μπορούσε να ταυτιστεί με το κόμμα Τουντέχ, το οποίο πλέον είχε γίνει εξαιρετικά αντιδημοφιλές μεταξύ των διανοουμένων. Η υποστήριξη που παρείχε η ηγεσία του Τουντέχ στις αγορές όπλων από τη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες πολιτικές του Σάχη ήταν ένας από τους λόγους αυτής της αντιδημοτικότητας.
Καθώς η καταστολή εντάθηκε μετά τα αιματηρά γεγονότα του Ιουνίου του 1963, η ιδέα του ανταρτοπόλεμου για την ήττα του καθεστώτος του Σάχη και του ιμπεριαλισμού φαινόταν πιο ελκυστική, ιδιαίτερα από τη στιγμή που υπήρχε ένας αυξανόμενος αριθμός τέτοιων αγώνων σε όλο τον κόσμο. Ορισμένες ιρανικές ομάδες ήταν προϊόντα της νέας διάθεσης (για παράδειγμα, το Επαναστατικό Κίνημα των Ιρανών Μουσουλμάνων, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση των Ιρανικών Λαών, η «Ομάδα της Παλαιστίνης» που αργότερα εντάχθηκε στους Φεντα’ίν, οι Μοτζαχεντίν του Λαού και οι Φεντα’ίν του Λαού). Οι Φεντα’ίν σχηματίστηκαν από τη συγχώνευση δύο μικρότερων ομάδων που αναγνωρίζονταν από τα ονόματα των κύριων ηγετών τους: Μπιζάν Τζαζανί και Χασσάν Ζαριφί από τη μία πλευρά, και Μασσούντ Άχμαντ-Ζαντέχ και Αμίρ-Παρβίζ Πουγιάν από την άλλη. Η πρώτη ομάδα είχε φιλοσοβιετικές τάσεις και τα τρία τέταρτα των ιδρυτικών μελών της είχαν εμπλακεί στη φοιτητική οργάνωση του Εθνικού Μετώπου.5
Σύμφωνα με τη «Σύντομη ιστορία της ομάδας Άχμαντ-Ζαντέχ/Πουγιάν», μέχρι το 1966-67 και οι δύο ιδρυτές αυτής της ομάδας είχαν φιλο-Μοσάντεκ και θρησκευτικές τάσεις.6 Όλες οι ομάδες επηρεάστηκαν, σε διαφορετικό βαθμό, από τη λατινοαμερικανική επαναστατική βιβλιογραφία, ιδίως από την εμπειρία της Κούβας, και σε μικρότερο βαθμό από τις μαοϊκές θεωρίες. Η λεπτομερέστερη ανάλυση της δομής των Φεντα’ίν ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου. Αρκεί να πούμε ότι όλες οι ομάδες που συμμετείχαν στη συγκρότησή της ενώθηκαν βασικά με βάση την κοινή πίστη στον ανταρτοπόλεμο καθώς και την κοινή στάση απέναντι στις μεταρρυθμίσεις της λεγόμενης «Λευκής Επανάστασης» του Σάχη. Συμφώνησαν για τη φύση των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων στο Ιράν και το καθήκον του «αντιιμπεριαλιστικού» αγώνα. Οι δύο ομάδες ενώθηκαν το 1971 για να σχηματίσουν το Αντάρτικο Φεντα’ί του Λαού. Η σύγκριση των θεωρητικών γραπτών των Φεντα’ίν με άλλα μεγάλα αντάρτικα κινήματα της εποχής υποδεικνύει ένα κοινό περιεχόμενο: την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση ενός πρώην αμιγώς εθνικιστικού κινήματος. Η περιγραφή των Τουπαμάρος από τον Ρεζίς Ντεμπρέ συνοψίζει τον ουσιαστικό χαρακτήρα της Φεντα’ίν ως οργανωτικού τύπου:
«Τόσο λόγω των δεσμών τους με το παρελθόν όσο και λόγω της φύσης των ιστορικών εχθρών τους, οι Τουπαμάρος αποτελούν έναν κλάδο ενός τεράστιου ποταμού που διατρέχει την ιστορία της Λατινικής Αμερικής, του οποίου η πηγή πηγαίνει πράγματι πολύ πίσω: ο επαναστατικός εθνικισμός...
Το MLN-Tupamaros είναι ένα ριζοσπαστικό κίνημα, αλλά όχι με την έννοια της λέξης που χρησιμοποιεί η περιφερόμενη και κοσμοπολίτικη “Νέα Αριστερά”. Είναι ριζοσπαστικό επειδή, στην πρακτική και την ιδεολογία του, έχει ξεθάψει τις λαϊκές, ομοσπονδιακές, αγροτικές, ελευθεριακές, εθνικιστικές, και μάλιστα ιθαγενείς, ρίζες της ουρουγουανικής κοινωνίας· και επειδή το ίδιο έχει τις ρίζες του σε ένα συγκεκριμένο παρελθόν και ένα συλλογικό ασυνείδητο που προηγουμένως είχε καταπιεστεί ή απλώς είχε φευγαλέα φανεί... Έξω από τη χώρα συχνά δοξάζονται για τον “διεθνισμό” τους, αλλά αυτό συνήθως βασίζεται σε μια παρεξήγηση...»7
Δεν εμφανίζονται, έστω και έμμεσα, τα ιδανικά του Δρ. Μοσαντέκ στα νεαρά ιρανικά αντάρτικα κινήματα της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970 (ιδίως στους Φεντα’ίν); Η έννοια του «εξαρτημένου καπιταλισμού» απεικονίζει καλύτερα τη νέα και διακριτική μορφή με την οποία επανεμφανίζεται ο παλιός εθνικισμός. Αυτός ο υβριδικός όρος, ο οποίος προέρχεται από τη λατινοαμερικανική σχολή σκέψης της εξάρτησης, εκφράζει μια κεντρώα στάση μεταξύ ενός ολοκληρωμένου εθνικισμού και ενός επαναστατικού σοσιαλισμού. Καταλήγει επομένως να υποδεικνύει κάποια μορφή ριζοσπαστικού εθνικισμού. Είναι αντι-καπιταλιστικός στο βαθμό που ο τελευταίος είναι «εξαρτημένος» και επομένως «αφύσικος» κατά μία έννοια, και στο βαθμό που τοποθετεί την «εξάρτηση» πριν από τον καπιταλισμό (π.χ. στην πολιτική δράση), δεν είναι αντικαπιταλιστικός. Ο όρος έχει καταλάβει κεντρική θέση στο θεωρητικό οπλοστάσιο της ιρανικής αριστεράς, και ιδίως μεταξύ των Φεντα’ίν.
Αυτό που είπε κάποτε ο Τζαζανί για τους ριζοσπάστες ισλαμιστές Μοτζαχεντίν ισχύει και για τους ίδιους τους Φεντα’ίν: «Μετά την ήττα της εθνικής αστικής πρωτοπορίας, η ριζοσπαστική μικροαστική τάξη αναπτύσσει την ιδεολογία της και με τη βοήθεια της ιδεολογίας της εργατικής τάξης, την ανασυγκροτεί και της δίνει επαναστατικό πνεύμα»8.
Στα έργα του Τζαζανί μπορεί να παρατηρηθεί μια εμμονή με την εξάρτηση. Για παράδειγμα, στον χαρακτηρισμό του για τον ιρανικό κοινωνικό σχηματισμό αναφέρει: «Ο χαρακτήρας της εξάρτησης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό το σύστημα εκφράζει την ξένη εκμετάλλευση και την ιμπεριαλιστική κυριαρχία στην κοινωνία μας».9 Το επόμενο λογικό βήμα είναι να συγκεντρωθούν όλα τα στρώματα και οι τάξεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρίσκονται σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό, κάτω από τον γενικό όρο «λαός», και να τους αποδοθεί η «ιστορική αποστολή» της «αντιιμπεριαλιστικής» επανάστασης.
«Όχι μόνο οι εργαζόμενες μάζες και όσοι βρίσκονται υπό την κυριαρχία της εξωτερικής και εσωτερικής εκμετάλλευσης, αλλά και η υπόλοιπη εθνική αστική τάξη... στέκεται ενάντια σε αυτό το ξένο σύστημα και ως εκ τούτου αποτελεί μέρος του λαού.»10
Μια παρόμοια λαϊκιστική άποψη –επηρεασμένη από τον μαοϊσμό– μπορεί να παρατηρηθεί στον Μ. Άχμαντ-Ζαντέχ, έναν άλλο θεωρητικό των Φεντα’ίν. Θεωρεί την καπιταλιστική ανάπτυξη στο Ιράν ως «αφύσικη» και «τεχνητή», και ως εκ τούτου κακή:
«Βασιζόμενος στην πολιτική και στρατιωτική δύναμη, ο ιμπεριαλισμός ...ξεκίνησε μια επίθεση στην Ανατολή και... παραμόρφωσε την κατά τα άλλα φυσική ανάπτυξη των ανατολικών κοινωνιών: σε σύγκριση με τη δυτική ανάπτυξη, οδήγησε σε ένα τεχνητό [αποτέλεσμα]»11.
Ιστορικά, το επιχείρημα αυτό εμφανίστηκε στα γραπτά των πρώτων «ουτοπικών σοσιαλιστών». Αδυνατώντας να εξηγήσουν τον εκκολαπτόμενο καπιταλισμό της εποχής τους, απέδιδαν τα κοινωνικά προβλήματα σε «αφύσικες» εξελίξεις. Η πόλη, για παράδειγμα, έπρεπε να αποφευχθεί. Παρομοίως, οι Ρώσοι λαϊκιστές θεωρούσαν τον καπιταλισμό εισαγόμενο από το εξωτερικό. Υποστήριζαν την «επιστροφή στον λαό» της υπαίθρου. Ο στόχος ήταν να παρακαμφθεί ο καπιταλισμός και να διατηρηθεί ένας «φυσικός» τρόπος κοινωνικής οργάνωσης.
Στο Ιράν, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, η μετανάστευση προς τις πόλεις από τις αγροτικές περιοχές βρισκόταν στο απόγειό της. «Μεταξύ 1966 και 1976 περίπου 2.111.000 μετανάστες εγκατέλειψαν τα χωριά τους για τις πόλεις».12 Επίσης, μεταξύ 1960 και 1970 το ποσοστό του συνολικού πληθυσμού που ζούσε σε αστικές περιοχές αυξήθηκε από 33,9% σε 43,1%. Λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι σημαντικές ιρανικές πολιτικές εξελίξεις αυτού του αιώνα είχαν αστικό χαρακτήρα, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η ριζοσπαστική ιρανική διανόηση επηρεάστηκε βαθιά από τα βάσανα αυτών των «χωρικών των πόλεων». Πολλοί Ιρανοί διανοούμενοι αυτής της περιόδου συνήθιζαν να πηγαίνουν στα δημόσια τεϊοποτεία για να γνωρίσουν τον «λαό». Ο Α. Μπαγιάτ, στην αξιοσημείωτη μελέτη του για τους εργάτες εργοστασίων της Τεχεράνης, αναφέρει: «Σε αντίθεση με την αντίληψη πολλών ανθρώπων, τα υπάρχοντα τεϊοποτεία στην Τεχεράνη δεν είναι τόποι συγκέντρωσης των βιομηχανικών εργατών. Μόνο 2 στους 120 εργάτες ισχυρίστηκαν ότι περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους στα τεϊοποτεία.»13
Παρόλα αυτά, στα γραπτά των ριζοσπαστικών διανοουμένων της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, μπορεί κανείς να εντοπίσει συχνές αναφορές στο «λαό», με την έννοια των καταπιεσμένων φτωχών των πόλεων. Όλα αυτά τα κείμενα θεωρούν τον «ιμπεριαλισμό» ή τον «εξαρτημένο καπιταλισμό» ως υπεύθυνους για την άθλια κατάσταση των μαζών. Οι Φεντα’ίν ήταν πεπεισμένοι ότι η εργατική τάξη δεν μπορούσε να διαδραματίσει ανεξάρτητο ρόλο εξαιτίας της καταπίεσης του Σάχη. Ο Σαφαϊί-Φαραχανί, στο «Τι πρέπει να ξέρει ένας επαναστάτης», χωρίζει την ιρανική κοινωνία σε μια «στερημένη πλειονότητα» και μια «καταναλωτική μειονότητα» και υποστηρίζει: «Η στερημένη πλειονότητα είναι ο φυσικός κληρονόμος του εθνικού πολιτισμού. Η έλλειψη οποιασδήποτε σχέσης με την αποικιοκρατική δυτική κοινωνία έχει προκαλέσει τη συνέχιση των εθνικών αξιών, παραδόσεων και ηθικών αρχών σε αυτόν τον τομέα...»14 Η κύρια ανησυχία του αντανακλάται στο ερώτημα: «Μπορεί η σημερινή ιρανική αστική τάξη να επιτύχει την κλασική ανάπτυξη που είχε η δυτική αστική τάξη;» Απαντά αρνητικά. Σε άλλο σημείο λέει: «Αυτή η αστική τάξη δεν μπορεί να απελευθερώσει την εγχώρια αγορά [του Ιράν] από τα διεθνή μονοπώλια». Αλλά γιατί αυτό είναι τόσο σημαντικό γι’ αυτόν; Ο Τζαλάλ Αλ-ε Άχμαντ, ο γνωστός Ιρανός διανοούμενος, στο σημαντικό βιβλίο του με τίτλο με τίτλο Γαρμπ-Ζαντεκί (Χτυπημένος/Γοητευμένος από τη Δύση) ορίζει το γαρμπ-ζαντεκί ως μια «ασθένεια», «μια επιπλοκή που προέρχεται από το εξωτερικό».15 Αναζητούσε έναν «τρίτο δρόμο».
Η κριτική μου σε όλο αυτό τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα δεν αποσκοπεί στην άρνηση του γεγονότος ότι ο περιφερειακός καπιταλισμός του Ιράν βρίσκεται υπό την κυριαρχία του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Κάθε επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα στο Ιράν πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της εξάρτησης ως ένα από τα πολλά συνδυασμένα καθήκοντά του. Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλα καθήκοντα, που αφορούν τις γυναίκες, τις εθνότητες, τη θρησκεία, την ελευθερία του λόγου, τον έλεγχο της παραγωγής και ούτω καθεξής. Βλέποντας την «εξάρτηση» ως το θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος, διαμορφώνεται μια προβληματική που καθορίζει τον τελικό στόχο. Ο αγώνας ενάντια στην εξάρτηση διαχωρίζεται από τον αγώνα για τη δημοκρατία και ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και αποκτά ανεξάρτητη ύπαρξη. Για να το θέσουμε διαφορετικά, ο αγώνας για το σοσιαλισμό μετατίθεται στο αόριστο μέλλον υπό το πρόσχημα διατυπώσεων όπως η «απουσία αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών» και η πρωτοκαθεδρία της εθνικής ανεξαρτησίας.16
Η ιρανική επανάσταση και η αριστερά
Οι ανατροπές του 1978-79 ήταν το υπερκαθορισμένο αποτέλεσμα διαφόρων διεθνών και εγχώριων παραγόντων, των οποίων η τελική έκβαση και η μορφή δεν ήταν ξεκάθαρα μέχρι τους τελευταίους μήνες της διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη μπλανκιστική μέθοδο του αστικού ανταρτοπόλεμου –που κυριαρχούσε στην ιρανική αριστερά μέχρι το 1976– και την ηγεμονία της οπτικής της εξάρτησης που συζητήθηκε παραπάνω, και φυσικά την καταστολή από το καθεστώς του Σάχη, η αριστερά βρισκόταν σε αδύναμη θέση στο ξεκίνημα. Παρ’ όλα αυτά, όπως έδειξαν ξεκάθαρα οι μήνες πριν και μετά την εξέγερση, η ιρανική νεολαία τάχθηκε όλο και περισσότερο με την επαναστατική αριστερά γενικά και τους Φεντα’ίν ειδικότερα. Οι ηρωικοί αγώνες των τελευταίων στη δεκαετία του 1970, καθώς και η αποτελεσματική ένοπλη συμμετοχή τους στις τρεις ημέρες της εξέγερσης του Φεβρουαρίου, είχαν προσελκύσει επιπλέον ορισμένα τμήματα της μικροαστικής τάξης και σε μικρότερο βαθμό τους εργάτες. Αλλά ούτε πριν από την επανάσταση, ούτε μετά, η αριστερά είχε ποτέ ένα σαφές όραμα για το μέλλον. Η περιφρόνηση της εργασίας σε θεωρητικό επίπεδο και η μονόπλευρη έμφαση στην «πρακτική» την εμπόδισαν να διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική, της οποίας η ελάχιστη λειτουργία θα μπορούσε να είναι η πολιτική ανεξαρτησία από το ισλαμικό κίνημα. Αυτό δεν συνέβη. Η Αριστερά δεν αμφισβήτησε το σύνθημα «Ανεξαρτησία, Ελευθερία και Ισλαμική Δημοκρατία» του ισλαμικού κινήματος. Ελλείψει θεωρητικής βάσης, η αριστερά παρασύρθηκε από τον αντιαμερικανικό και λαϊκιστικό τόνο του κινήματος.
Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, η Αριστερά είχε μια μοναδική ευκαιρία να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, την οποία και εκμεταλλεύτηκε. Οι μεγαλύτερες αριστερές οργανώσεις διείσδυσαν στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της κοινωνίας (για παράδειγμα, στο Κουρδιστάν και την Σάχρα του Τουρκεμάν). Στην Τεχεράνη, το Αμπαντάν, το Ταμπρίζ και άλλα βιομηχανικά κέντρα, η αριστερά απέκτησε σημαντική επιρροή. Η νεολαία των πόλεων και η διανόηση συντάχθηκαν γενικά με την αριστερά. Παρ’ όλα αυτά, για άλλη μια φορά, βασιζόμενοι σε φόρμουλες όπως ο «αντιιμπεριαλιστικός» αγώνας, χάθηκε το νόημα όλης αυτής της υποστήριξης. Για δύο χρόνια μετά την επανάσταση ο κλήρος εξακολουθούσε να θεωρείται «προοδευτικός», «αντιιμπεριαλιστικός» και, ως εκ τούτου, «μέρος του λαού». Σκεφτείτε αυτή τη σύντομη περίληψη ορισμένων από τις θέσεις των μεγάλων αριστερών οργανώσεων μετά την επανάσταση:
Το κόμμα Τουντέχ πίστευε ότι «η κυρίαρχη πτυχή της εθνικής και δημοκρατικής ιρανικής επανάστασης είναι η ανεξαρτησία που επιδιώκει και η αντιιμπεριαλιστική της πτυχή»17.
Οι Φεντα’ίν (πριν διασπαστούν το 1980 στις παρατάξεις Μειοψηφία και Πλειοψηφία) ήταν τόσο προσηλωμένοι στον «αντιιμπεριαλιστικό» αγώνα που σε μια από τις «οδηγίες» τους προς τους εργάτες ενός εργοστασίου της Τεχεράνης έλεγαν: «Ενωμένοι με τους εργάτες και τις άλλες εργαζόμενες μάζες των πόλεων και της υπαίθρου, κόψτε τα χέρια του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού από τα εργοστάσια»18.
Η Μειοψηφία των Φεντα’ίν (μετά το 1980), σε απόφαση του πρώτου συνεδρίου της, δήλωσε ότι «θεωρεί την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και τον εξαρτημένο καπιταλισμό ως τα πρωταρχικά εμπόδια στο δρόμο της ανάπτυξης και εξέλιξης της κοινωνίας και των παραγωγικών δυνάμεων και πιστεύει ότι κάθε επαναστατικός μετασχηματισμός πρέπει να τα εξαλείψει. . ως πρώτο βήμα».19
Η φιλοαλβανική οργάνωση Πεϊκάρ, η οποία έκανε τουλάχιστον μια προσπάθεια να ασκήσει κριτική στις ακραίες εκδοχές της άποψης της εξάρτησης, δεν μπόρεσε ωστόσο να ξεφύγει από τους ίδιους ιδεολογικούς περιορισμούς. Σε μια απόφαση του συνεδρίου διαβάζουμε: «Λόγω της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και της επιβολής σοβαρής εθνικής καταπίεσης... δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες για μια σοσιαλιστική επανάσταση και η επανάστασή μας στο παρόν στάδιο έχει άμεσα δημοκρατικό και αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα»20.
Τέλος, η φιλοκινεζική Επαναστατική Οργάνωση (αργότερα γνωστή ως Ραντζ Μπαράν), της οποίας το κύριο σύνθημα ήταν «Ούτε Αμερική, ούτε Ρωσία, ένα ανεξάρτητο και αυτοδύναμο Ιράν», όρισε το καθήκον της ιρανικής αριστεράς ως εξής: «... το καθήκον των πραγματικών κομμουνιστών και επαναστατών... είναι να δοθεί έμφαση στη μεγάλη εθνική συμμαχία ενάντια στον αμερικανικό και ρωσικό ιμπεριαλισμό και τους πράκτορές τους...»21
Ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί σχεδόν επ’ άπειρον.
Η τραγική σφαγή των αριστερών και των ισλαμιστών Μοτζαχεντίν, που έγινε συστηματική μετά τον Ιούνιο του 1981, ήταν ένα τεράστιο σοκ. Ως αποτέλεσμα, πολλοί άνθρωποι της αριστεράς άρχισαν τα τελευταία χρόνια να αμφισβητούν τα παλιά δόγματα και θεωρίες. Η προβληματική της «εξάρτησης» χάνει όλο και περισσότερο την ισχύ της. Τα πιο φωτισμένα στοιχεία της Αριστεράς έχουν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα ενός νέου τρόπου θεώρησης των πραγμάτων, μακριά από κατηγορίες όπως η «εθνική ανεξαρτησία», η «λαϊκή δημοκρατία», ο «εξαρτημένος καπιταλισμός», ο «τρίτος κόσμος» και ούτω καθεξής.
Εν κατακλείδι, θα πρέπει να πούμε ότι οι εμπειρίες της ιρανικής επανάστασης επιβεβαίωσαν ότι οι πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν την αυτάρκεια δεν είναι απαραίτητα προοδευτικές. Η αντίθεση στη Δύση μπορεί να πηγάζει από την ανασφάλεια απέναντι σε πιο ανεπτυγμένες κοινωνίες, όπως στην περίπτωση του σιιτικού κλήρου. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα των τραγικών πράξεων καταστολής των τελευταίων ετών, το ζήτημα της δημοκρατίας έχει αρχίσει να βρίσκει θέση στη σκέψη της αριστεράς. Η κοινωνική αδικία και η πολιτική δημοκρατία θεωρούνται όλο και περισσότερο ως αλληλένδετες πτυχές του σοσιαλιστικού προγράμματος. Υπάρχει επίσης αυξανόμενη αναγνώριση του σημαντικού κοινωνικού βάρους της εργατικής τάξης. Η ιρανική εργατική τάξη, η οποία δεν συμμετείχε ως «τάξη για τον εαυτό της» στην επανάσταση του 1978-79, δείχνει όλο και περισσότερο σημάδια ανεξαρτησίας. Στην περίοδο μετά το 1981, ήταν η μόνη κοινωνική ομάδα που συμμετείχε σε συλλογική δράση ενάντια στο καθεστώς, θέτοντάς το σε ορισμένες περιπτώσεις σε άμυνα. Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των εμπειριών των ίδιων των εργατών τα τελευταία χρόνια και της αγωνιστικής δράσης της αριστεράς στα βιομηχανικά κέντρα. Εν ολίγοις, η ιρανική επανάσταση αρχίζει να παρουσιάζει σημάδια ότι τουλάχιστον κάποια μαθήματα αντλούνται από τα λάθη του παρελθόντος.
Μετάφραση: elaliberta.gr
M. Arman, “Iranian intellectuals and dependency theory”, Matzpen, 10 Φεβρουαρίου 1986, https://matzpen.org/english/1986-02-10/iranian-intellectuals-and-dependency-theory/. Αναδημοσίευση: libcom.org, 18 Μαΐου 2014, https://libcom.org/article/iranian-intellectuals-and-dependency-theory-m-arman.
Σημειώσεις
1. F. Claudin, From Cominterm to Cominform, 2 μέρος, Monthly Review Press, Νέα Υόρκη, 1975, σελ. 466.
2. Μεταξύ των σημαντικότερων θεωρητικών περιοδικών του Τουντέχ, θα πρέπει να αναφέρουμε το Ναμέ-γε Μαρντόμ. Μεταξύ των οργανώσεων που συνδέονταν με το Τουντέχ υπήρχαν ο Σύλλογος Δημοκρατικής Νεολαίας και ο Σύλλογος Δημοκρατικών Γυναικών. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ: E. Abrahamian, Iran: Between Two Revolutions, Princeton University Press, Πρίνστον, 1982, κεφ. 6 και 7.
3. Σημαντικό παράδειγμα μιας τέτοιας πολιτικής είναι η περίπτωση των μαχητικών, αντιβρετανικών απεργιών των εργατών πετρελαίου το 1946. Τρεις ηγέτες του Τουντέχ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πείσουν τους εργάτες να σταματήσουν τις απεργίες. Εκείνη την εποχή το κόμμα, σύμφωνα με τη γραμμή του ΚΚΣΕ, απέφευγε την άμεση αντιπαράθεση μεταξύ της σοβιετικής και της βρετανικής πολιτικής στο Ιράν.
4. Για μια καλή γενική συζήτηση της έννοιας του «Τρίτου Κόσμου» και της τριτοκοσμικής ιδεολογίας, βλέπε G. Chaliand, Revolution in the Third World, Penguin, Νέα Υόρκη, 1978.
5. 19 Μπαχμάν Τεορίκ, όνομα του περιοδικού, νο. 4, Μάιος 1976, σσ. 11-13 (στα περσικά).
6. Στο ίδιο, νο. 7, Ιούλιος 1976, σσ. 2-9.
7. R. Debray, A Critique of Arms, τόμος 1, Penguin, 1975, σσ. 212-13.
8. 19 Μπαχμάν Τεορίκ, νο. 8, Δεκέμβριος 1976, σσ. 27-38. Βλέπε ενότητα «Η πρωτοπορία της επανάστασης και η ηγεσία του λαού».
9. Στο ίδιο, νο. 6, Ιανουάριος 1976, σελ. 99.
10. Στο ίδιο, νο. 3 (2η έκδοση), Αύγουστος 1976, σελ. 6.
11. M. Ahmad-Zadeh, Armed Struggle, (4η έκδοση), Τεχεράνη, 1979, σελ. 49.
12. F. Kazemi, Poverty and Revolution in Iran, New York University Press, Νέα Υόρκη, 1980, σελ. 13.
13. A. Bayat, “The Proletarianization Trend of the Tehran Factory Workers”, Alefba, νο. 4, Παρίσι, φθινόπωρο 1983.
14. M. Safaii-Farhani, What A Revolutionary Should Know, σελ. 8.
15. J. Al-e Ahmad, Γαρμπ-Ζαντκί, Τεχεράνη, χωρίς εκδότη, 1962.
16. Ο Robert Brenner, στην κριτική του στους Sweezy, Frank και Wallerstein, επισημαίνει ένα παρόμοιο πρόβλημα με τη λατινοαμερικάνικη «σχολή εξάρτησης της μαρξιστικής σκέψης»: «... Η ανάλυση του Frank μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει πολιτικά συμπεράσματα στα οποία ο ίδιος σίγουρα θα αντιδρούσε, γιατί όσο η ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά/τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας θεωρείται ότι γεννά αυτόματα την υπανάπτυξη, το λογικό αντίδοτο στην καπιταλιστική υπανάπτυξη δεν είναι ο σοσιαλισμός, αλλά η αυτάρκεια”. Βλ. το άρθρο του με τίτλο “The Origins of Capitalist Development», στο H. Alavi and T. Shanin (επιμ.), Sociology of Developing Societies, Monthly Review Press, Νέα Υόρκη, 1982, σελ. 70.
17. Μαρντόμ, Φθινόπωρο 1979.
18. Καρ, νο. 35, Φθινόπωρο 1979.
19. Καρ (Μειοψηφία), νο. 140, Φθινόπωρο 1981.
20. Παϊκάρ Τεορίκ, νο. 2, Χειμώνας 1981.
21. Σεταρέχ Σορχ, Καλοκαίρι 1979.