Σάββατο, 05 Νοεμβρίου 2022 21:59

Η Ρωσική Επανάσταση και η Περσία

Ταχυδρομικά γραμματόσημα που εκδόθηκαν από τη Σοβιετική Δημοκρατία του Γκιλάν, η οποία διατηρήθηκε στο βόρειο Ιράν από τον Ιούνιο του 1920 έως τον Οκτώβριο του 1921.

 

 

Ε. Χ. Καρρ

 

Η Ρωσική Επανάσταση και η Περσία

 

 

[Καλοκαίρι 1919 – φθινόπωρο 1920]

Το καλοκαίρι του 1919, παρατηρήθηκε στην Περσία, όπως και στο Αφγανιστάν, αναζωογόνηση του ρωσικού ενδιαφέροντος μετά από μια μεγάλη περίοδο αναγκαστικής απραξίας. Ο νεαρός μπολσεβίκος απεσταλμένος Κολομίτσεφ είχε καταφέρει να φτάσει στην Τεχεράνη το καλοκαίρι του 1918, περνώντας από τον Καύκασο. Η περσική κυβέρνηση είχε ωστόσο αρνηθεί να τον δεχτεί, με το επιχείρημα ότι τα διαπιστευτήριά του δεν προέρχονταν από τη Μόσχα αλλά μόνο από τη σοβιετική κυβέρνηση του Μπακού. Έχει ειπωθεί μάλιστα πώς η αποστολή του είχε δεχτεί επίθεση και είχε καταδιωχτεί από «κοζάκους» – στην πραγματικότητα πέρσες που είχαν στρατολογήσει Λευκοί ρώσοι αξιωματικοί.1 Η βρετανική κατοχή της Περσίας δεν είχε προκαλέσει πολιτικές δυσκολίες όσο συνδεόταν με τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Όταν όμως ο πόλεμος τέλειωσε, η βρετανική κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά σε μια κρίσιμη διχογνωμία. Από την μια πλευρά, η πίεση για αποστράτευση ήταν έντονη, ενώ το κοινοβούλιο και η κοινή γνώμη ασκούσαν εξονυχιστικό έλεγχο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, το Υπουργείο Αμύνης δεν ήταν πρόθυμο να δεχτεί μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις στο βόρειο τμήμα της Περσίας, που βρισκόταν έξω από την παραδοσιακή βρετανική σφαίρα επιρροής. Αυτή η επιφύλαξη συνέπιπτε με την επιθυμία του Λόυντ Τζώρτζ να αποφύγει μια πολιτική που συνεπαγόταν άμεση στρατιωτική δράση κατά των μπολσεβίκων. Από την άλλη πλευρά, το Φόρεϊν Όφις, στο όποιο κυριαρχούσε τώρα ο Κώρζον, επιδίωκε να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της Ρωσίας για να εγκαθιδρύσει μια καλυμμένη μορφή βρετανικού προτεκτοράτου σε ολόκληρη την Περσία. Αυτή η φιλοδοξία εκφράστηκε καθαρά σε μια συνθήκη που υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις αρχές του καλοκαιριού του 1919. Μολονότι στην εισαγωγή τονιζόταν ο σεβασμός προς την «ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Περσίας», η συνθήκη πρόβλεπε πως η περσική κυβέρνηση θα δεχόταν βρετανούς οικονομικούς συμβούλους, βρετανούς αξιωματικούς για την αναδιοργάνωση του στρατού, και βρετανούς μηχανικούς για την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ το «χάπι χρυσωνόταν» με ένα δάνειο 2.000.000 λιρών Αγγλίας. Έτσι, η αρχή που είχε γίνει δεκτή στο Αγγλορωσικό Σύμφωνο του 1907, με την αναγνώριση της ρωσικής σφαίρας επιρροής στη βόρεια Περσία και της βρετανικής στο νότο, ανατρεπόταν. Όσο και αν ήταν γεγονός πως η σοβιετική κυβέρνηση είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματα που της έδινε το Σύμφωνο με τη δήλωση που είχε κάνει τον Ιανουάριο του 1918,2 η διείσδυση αυτή μιας χώρας που επιδιδόταν σε ελάχιστα καλυμμένες εχθρικές ενέργειες κατά της σοβιετικής εξουσίας στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία δεν μπορούσε να μη σημάνει συναγερμό στη Μόσχα.3

Όταν έγινε γνωστό το εύρος της σχεδιαζόμενης συνθήκης, η σοβιετική κυβέρνηση απάντησε με μια νότα προς την περσική κυβέρνηση, στις 26 Ιουνίου 1919, υπενθυμίζοντας όλες τις παραχωρήσεις που είχαν γίνει από μέρους της σε αντίθεση με την ιμπεριαλιστική Βρετανία: το χάρισμα των τσαρικών δανείων προς την Περσία, την εγκατάλειψη των τσαρικών οικονομικών δικαιωμάτων στη χώρα, την εγκατάλειψη των διομολογήσεων, την παράδοση στην περσική κυβέρνηση ιδιοκτησιών στη Ρωσία που ανήκαν προηγουμένως στο ρωσικό κράτος και των κεφαλαίων της Ρωσικής Τράπεζας Προεξοφλήσεων4 την υπογραφή της Αγγλοπερσικής συνθήκης, στις 9 Αυγούστου 1919, ακολούθησε, 3 εβδομάδες αργότερα, μια διακήρυξη του Τσιτσέριν προς «τους εργάτες και τους αγρότες της Περσίας». Ο Τσιτσέριν αντιπαρέθετε τη στάση των κυβερνήσεων της Σοβιετικής Ρωσίας και της Βρετανίας απέναντι στην ανεξαρτησία και τα δικαιώματα της Περσίας, χαρακτήριζε την «ατιμωτική Αγγλοπερσική συνθήκη» σαν «ένα κομμάτι χαρτί που ποτέ δε θα αναγνωριζόταν η νομική του εγκυρότητα», και τελείωνε με μια παράγραφο που αποτελούσε ταυτόχρονα απειλή και υπόσχεση:

«Η απελευθέρωσή σας πλησιάζει. Σύντομα θα σημάνει η ώρα της τιμωρίας του αγγλικού ιμπεριαλισμού, ενάντια στον όποιο σχηματίζεται ένα όλο και πιο απειλητικό πλατύ επαναστατικό μέτωπο μέσα στις εργαζόμενες μάζες της ίδιας της Αγγλίας...

Ο εργαζόμενος λαός της Ρωσίας απλώνει σε σάς, τις καταπιεσμένες μάζες της Περσίας, αδελφικό χέρι. Πλησιάζει η ώρα που θα μπορέσουμε στην πράξη να αναλάβουμε μαζί σας τον κοινό αγώνα ενάντια στους ληστές και τους καταπιεστές, μεγάλους και μικρούς, που είναι η πηγή των αναρίθμητων δυστυχιών σας».5

Αυτές οι παροτρύνσεις συνέβαλαν, κατά ένα μέρος, στο να γίνει δεκτή με δυσαρέσκεια μέσα στην ίδια την Περσία η Αγγλοπερσική συνθήκη, ενώ η σύγκληση των Ματζλίςς (τής Περσικής Εθνοσυνέλευσης), που έπρεπε να την επικυρώσουν για να ισχύσει, καθυστερούσε σκόπιμα. Ωστόσο, καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε κρίσιμο στάδιο και οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις δρούσαν ακόμη στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, η εδραίωση κάποιας σοβιετικής επιρροής στην Περσία δεν ήταν εύκολο έργο. Ο Κολομίτσεφ, ο διπλωματικός απεσταλμένος που είχε απορριφτεί τον προηγούμενο χρόνο, είχε σταλεί και πάλι στην Τεχεράνη το καλοκαίρι του 1919 με τα κατάλληλα διαπιστευτήρια από τη Μόσχα. Ενώ όμως διέσχιζε την Κασπία, τον συνέλαβαν και τον τουφέκισαν Λευκές ρωσικές δυνάμεις «με τη βοήθεια των αγγλικών δυνάμεων κατοχής στην Περσία».6 Στις αρχές του 1920 ωστόσο, οι Ντενίκιν και Κολτσάκ είχαν πια χτυπηθεί αποφασιστικά, ενώ τα βρετανικά στρατεύματα αποσύρονταν από παντού. Τον Απρίλιο του 1920, η σοβιετική εξουσία εδραιώθηκε και πάλι σε ολόκληρο το Αζερμπαϊτζάν· ο καιρός για μια πιο αποτελεσματική δράση στην Περσία είχε φτάσει.

Την κατάσταση περιέπλεκε η παρουσία στο Γκιλάν, την πιο βόρεια επαρχία της Περσίας που συνόρευε με το Αζερμπαϊτζάν, ενός ουσιαστικά ανεξάρτητου ηγεμόνα, τυχοδιώκτη και φανατικού ταυτόχρονα, του Κουτσίκ Χαν. Ο Κουτσίκ Χαν επαγγελλόταν ένα κράμα εθνικιστικών και επαναστατικών τάσεων και φαίνεται πώς στο πρόγραμμά του περιλαμβανόταν η εκδίωξη των Άγγλων, η ανατροπή του Σάχη και η διανομή της γης στους αγρότες.7 Ήταν έντονα τουρκόφιλος και λέγεται πως, εξαιτίας των αντιβρετανικών δραστηριοτήτων του, είχε επιχορηγηθεί από τη Γερμανία. Ο Κουτσίκ μπόρεσε εύκολα αργότερα να υποκαταστήσει τη βοήθεια των Γερμανών με τη βοήθεια των μπολσεβίκων.8 Την άνοιξη του 1920, όταν πια η σοβιετική κυβέρνηση ήταν σε θέση να δράσει, παρέμεναν στη βόρεια Περσία λίγες ακόμη βρετανικές δυνάμεις οι όποιες, για πολιτικούς λόγους, είχαν διαταγές να αποφύγουν κάθε απευθείας σύγκρουση με σοβιετικές μονάδες. Τη νύχτα της 18ης Μαΐου 1920, μια ισχυρή σοβιετική στρατιωτική δύναμη, με επικεφαλής τον Ρασκόλνικωφ, αποβιβάστηκε στο λιμάνι Ενζελί της Κασπίας, με άμεσο στόχο την κατάληψη των ρωσικών πλοίων του στόλου της Κασπίας που είχε εγκαταλείψει εκεί με το πλήρωμά τους ο ηττημένος Ντενίκιν. Η επιχείρηση πέτυχε απόλυτα. Η βρετανική φρουρά αποσύρθηκε από το Ενζελί καθώς και από τη γειτονική πόλη Ρεστ, που καταλήφθηκε κι αυτή από σοβιετικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, σοβιετικές δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν (ή μονάδες του Κόκκινου Στρατού που είχαν τιτλοφορηθεί έτσι) έμπαιναν στο Γκιλάν. Ο Κουτσίκ και οι σοβιετικοί αντιπρόσωποι, που συναντήθηκαν στις 20 Μαΐου στο Ρεστ, συμφώνησαν και διακήρυξαν την ίδρυση της ανεξάρτητης Σοβιετικής Δημοκρατίας του Γκιλάν. Προκειμένου να αποκτήσει ο Κουτσίκ επαναστατικά “διαπιστευτήρια”, έστειλε ένα γράμμα στον Λένιν όπου ζητούσε απ’ αυτόν «και όλους τους σοσιαλιστές μέλη της 3ης Διεθνούς, να βοηθήσετε να απελευθερωθούμε και εμείς και όλοι οι άλλοι αδύναμοι και καταπιεσμένοι λαοί από το διεφθαρμένο ζυγό των Περσών και άγγλων καταπιεστών».9 Την ίδια εποχή με αυτά τα γεγονότα, και για να τονιστεί ότι όλα αυτά δε συνεπάγονταν κάποια εχθρότητα της Μόσχας προς την εθνική κυβέρνηση της Τεχεράνης, δημοσιεύτηκε μια ανταλλαγή διακοινώσεων μεταξύ των κυβερνήσεων της Ρωσίας και της Περσίας σχετικά με μια συμφωνία επανάληψης των επίσημων σχέσεων και την αποστολή μιας περσικής αντιπροσωπίας στη Μόσχα.10

Άμεση συνέπεια της επιχείρησης του Ενζελί ήταν να μειωθεί το βρετανικό κύρος και να εκλείψουν και οι τελευταίες πιθανότητες επικύρωσης της Αγγλοπερσικής συνθήκης. Στη διαμαρτυρία της περσικής κυβέρνησης για τη σοβιετική δραστηριότητα στο Γκιλάν απάντησε ο Τσιτσέριν σε απολογητικό τόνο, αναφερόμενος στην ασφάλεια της Κασπίας και αρνούμενος κάθε εχθρική πρόθεση.11 Ακολούθησε μια περσική διαμαρτυρία στην Κοινωνία των Εθνών, η όποια είχε ιδρυθεί μόλις πριν από 6 μήνες. Η σύγκληση του Συμβουλίου της Κ.Τ.Ε. αναβλήθηκε όμως για τις 16 Ιουνίου, πράγμα που έδωσε από τη μια μεριά τον καιρό στον πέρση αντιπρόσωπο να γνωστοποιήσει ότι είχαν αρχίσει διαπραγματεύσεις με τη σοβιετική κυβέρνηση και από την άλλη στο συμβούλιο μια καλή ευκαιρία να στείλει την υπόθεση στο αρχείο.12 Στο διάστημα αυτό, ο πέρσης πρωθυπουργός παραιτήθηκε. Αν η σοβιετική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί την πλεονεκτική της θέση, θα μπορούσε μέσα στο καλοκαίρι του 1920 να εδραιώσει την επιρροή της στην Τεχεράνη. Δεν είχε όμως αρκετές δυνάμεις για αποφασιστική δράση, ιδιαίτερα στο μέτρο που ήταν απασχολημένη με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Επιπλέον, δεν ήξερε και ποιο δρόμο να ακολουθήσει. Έπρεπε να υποστηρίξει την εξουσία του Κουτσίκ Χαν, που δεν ήταν κομμουνιστής άλλα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά της Βρετανίας ή κατά μιας εχθρικής περσικής κυβέρνησης; Έπρεπε να ενθαρρύνει το μικρό Κομμουνιστικό Κόμμα Περσίας, που είχε κάνει το πρώτο του συνέδριο στο Ενζελί τον Ιούλιο του 1920 και είχε κηρύξει τον «αγώνα ενάντια στο βρετανικό ιμπεριαλισμό, ενάντια στην κυβέρνηση του Σάχη και ενάντια σε όλους όσους τους υποστηρίζουν»13 ή μήπως έπρεπε να συμφιλιωθεί με την περσική κυβέρνηση, η οποία ήταν εξίσου αγανακτησμένη με τη βοήθεια που δινόταν τόσο στο χωριστικό κίνημα όσο και στο κομμουνιστικό, με στόχο να γίνει μεγάλη η σοβιετική επιρροή στην Τεχεράνη; και οι τρεις αυτές γραμμές είχαν τους υποστηρικτές τους στη Μόσχα, αλλά, στο μέτρο που ήταν ασυμβίβαστες μεταξύ τους, έπρεπε να γίνει μια επιλογή. Στην Περσία, καθώς και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1920 ήταν σίγουρα μια περίοδος αμφιταλαντεύσεων της σοβιετικής πολιτικής.

 

[Φθινόπωρο 1920 – άνοιξη 1921]

Οι εξελίξεις στην Περσία ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο συμβιβασμού και σταθεροποίησης, με πιο αργό ρυθμό όμως και πιο διατακτικά. Οι δισταγμοί της σοβιετικής πολιτικής το καλοκαίρι του 192014 δεν είχαν διαλυθεί τελείως. Ο επαμφοτερίζων Κουτσίκ υποστηριζόταν ακόμη από τους σοβιετικούς στο Γκιλάν. Το φθινόπωρο του 1920 ωστόσο, η πολιτική προσέγγισης Μόσχας και Τεχεράνης άρχισε να κερδίζει έδαφος,15 Οι δραστηριότητες του Κομμουνιστικού Κόμματος Περσίας, όχι και πολύ σημαντικές εξάλλου, χαλιναγωγήθηκαν, και η κεντρική επιτροπή του παρακινήθηκε να δηλώσει, στις 22 Οκτωβρίου του 1920, ότι η επανάσταση στην Περσία θα ήταν δυνατή μόνο μετά την ολοκλήρωση της αστικής ανάπτυξης,16 ανοίγοντας έτσι το δρόμο για μια συμμαχία με την ανερχόμενη περσική αστική τάξη, η οποία μπορούσε να ελπίζει στην εκδίωξη του ξένου καπιταλιστή και την αντικατάστασή του από την ίδια. Λίγες ημέρες αργότερα, ένας πέρσης αντιπρόσωπος έφτασε στη Μόσχα για να αρχίσει διαπραγματεύσεις για μια σοβιετοπερσική συνθήκη. Οι διαπραγματεύσεις αυτές συνεχίστηκαν ολόκληρο το χειμώνα. Το πιο σημαντικό εμπόδιο ήταν το πρόβλημα του Γκιλάν, ενώ ο Καραχάν δήλωσε στις 22 Ιανουαρίου του 1921 ότι τα σοβιετικά στρατεύματα θα αποσύρονταν μόνο όταν τα βρετανικά στρατεύματα θα είχαν εγκαταλείπει το περσικό έδαφος,17 το Φεβρουάριο του 1921, ένα πραξικόπημα στην Τεχεράνη έφερε στην εξουσία τον Ρεζά Χαν, το περσικό αντίστοιχο του τούρκου Κεμάλ και του Αφγανού Αμανουλλάχ. Σύντομα φάνηκε ότι ο Ρεζά ήταν ένας εθνικιστής δικτάτορας (πού πήρε ριζικά μέτρα κατά των καταλοίπων του παλιού καθεστώτος), αλλά και αδίστακτος αντίπαλος κάθε είδους σοσιαλισμού ή κομμουνισμού καθώς και αμείλικτος διώκτης των περσών κομμουνιστών. Το πραξικόπημα πάντως δεν παρεμπόδισε τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων στη Μόσχα, που εκείνη την εποχή βρίσκονταν σε κρίσιμο σημείο. Τελικά, η Σοβιετοπερσική συνθήκη υπογράφτηκε στις 26 Φεβρουάριου του 1921.18

Η Σοβιετοπερσική συνθήκη ήταν η πιο λεπτομερής από τις τρεις συνθήκες με Ανατολικές χώρες που υπογράφτηκαν εκείνη την εποχή – ένδειξη της ζωτικής θέσης που κατείχε η Περσία στα εξωτερικά ενδιαφέροντα της Σοβιετικής Ρωσίας. Ένα μεγάλο μέρος της συνθήκης Αφορούσε τη συγκεφαλαίωση προηγούμενων δηλώσεων. Η σοβιετική κυβέρνηση χαρακτήριζε άκυρες όλες τις προηγούμενες συνθήκες που είχαν υπογράφει «σε βάρος των δικαιωμάτων του περσικού έθνους» και έκφραζε «Αποδοκιμασία και Αποστροφή» για την «παλιά πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης, που ήταν η σύναψη συμφωνιών με ευρωπαϊκές Δυνάμεις σχετικά με Ασιατικές χώρες, Αντιθέτων προς τις επιθυμίες των ενδιαφερομένων εθνών· πολιτική πού, με το πρόσχημα της εγγύησης της Ανεξαρτησίας τους, κατέληγε στην κατάληψη των χωρών που Αφορούσε η συμφωνία». Τέλος, η σοβιετική κυβέρνηση επαναλάμβανε ότι εγκατέλειπε όλα τα προνόμια, τις παραχωρήσεις και τις ιδιοκτησίες της τσαρικής κυβέρνησης στο περσικό έδαφος, με τον όρο ότι όλα αυτά θα έπρεπε να παραμείνουν στην κατοχή του περσικού λαού και να μη μεταβιβαστούν σε κάποια άλλη ξένη Δύναμη. Σε Αντάλλαγμα για την ικανοποίηση των περσικών συμφερόντων και της τιμής της Περσίας, η σοβιετική κυβέρνηση Αντλούσε από τη συνθήκη μόνο ένα ειδικό δικαίωμα: αν μια τρίτη Δύναμη επενέβαινε ένοπλα σε περσικό έδαφος ή επιχειρούσε να δημιουργήσει εκεί ένα «κέντρο επιχειρήσεων για να επιτεθεί στη Ρωσία», και αν η περσική κυβέρνηση δεν είχε τη δύναμη να Απωθήσει τον κίνδυνο, η σοβιετική κυβέρνηση θα είχε τότε το δικαίωμα να μεταφέρει σοβιετικά στρατεύματα στην Περσία γι’ αυτό τον Αμυντικό σκοπό. Ο όρος αυτός δεν ήταν ίσως και τόσο δυσάρεστος για την περσική κυβέρνηση, αφού προφανώς στρεφόταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας (στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε 22 χρόνια αργότερα κατά της Γερμανίας). Η συνθήκη της 26ης Φεβρουάριου 1921, μολονότι δεν έλυνε όλα τα προβλήματα, έθετε σε μια νέα βάση τις σοβιετοπερσικές σχέσεις. Τον επόμενο μήνα, η κεντρική επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Περσίας, που είχε εγκατασταθεί για ασφάλεια στο Μπακού, παρακίνησε τις τοπικές κομματικές επιτροπές να παλαίψουν ενάντια και στον «αγγλικό αποικιοκρατικό ιμπεριαλισμό» και στην κυβέρνηση του Σάχη.19 Αλλά οι «πειραματισμοί» με τον τοπικό κομμουνισμό στην Περσία ή με τα χωριστικά κινήματα, όπως αυτό του Κουτσίκ, που είχαν «γίνει χωρίς πρόγραμμα και χωρίς να εκτιμηθούν οι τοπικές συνθήκες και δυνατότητες»,20 εγκαταλείπονταν τώρα προς χάρη της στερέωσης των σχέσεων με την περσική κυβέρνηση. Η άφιξη του σοβιετικού εκπροσώπου Ρόθσταϊν21 τον Απρίλιο του 1921 στην Τεχεράνη, σήμαινε και την έναρξη μιας νέας περιόδου έντονης δραστηριότητας της σοβιετικής διπλωματίας.

 

[Άνοιξη 1920 – χειμώνας 1922/23]

Η εγκατάλειψη της γραμμής της σταθερής και δραστήριας προώθησης της παγκόσμιας επανάστασης, γραμμής που χαρακτήριζε τη σοβιετική εξωτερική πολιτική μετά το Μάρτιο του 1921 και είχε οδηγήσει κατά τα τέλη του 1922 σε μια σαφή σταθεροποίηση των σοβιετικών συμφερόντων στην Ευρώπη, ήταν εξίσου έκδηλη και στις ανατολικές υποθέσεις. Η μετάβαση από τη μια γραμμή στην άλλη στα ζητήματα ανατολικής πολιτικής ήταν ωστόσο, από πολλές πλευρές, λιγότερο απότομη και δύσκολη. Μολονότι από το 1920 και πέρα το ενδιαφέρον της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής για την Ασία αυξανόταν προοδευτικά, σε καμιά μη ευρωπαϊκή χώρα δεν υπήρχαν βραχυπρόθεσμες δυνατότητες για προλεταριακή επανάσταση, ενώ και τα ντόπια κομμουνιστικά κόμματα δεν αποτελούσαν παρά φτωχές απομιμήσεις του ρωσικού μοντέλου ή ακόμα και άμεσα δημιουργήματα της σοβιετικής επιρροής. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το δίλημμα που τόσον καιρό είχε προβληματίσει τη σοβιετική διπλωματία στην Ευρώπη, αν δηλαδή τη Μόσχα τη συνέφερε καλύτερα να επιταχύνει την πτώση των καπιταλιστικών κυβερνήσεων ή να συμβιβαστεί μαζί τους, ήταν ένα δίλημμα που ελάχιστα αφορούσε την Ασία, ή που είχε προκύψει εκεί μόνο σε ελάσσονος σημασίας και βραχύβια επεισόδια όπως αυτό του Κουτσίκ στην Περσία. Οι ανεξάρτητες ή ημιανεξάρτητες κυβερνήσεις που υπήρχαν στην Ασία βρίσκονταν συνεχώς σε κατάσταση ενεργούς ή δυνάμει σύγκρουσης με τις Δυτικές Δυνάμεις, που στέκονταν εμπόδιο στις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες τους. Η Σοβιετική Ρωσία είχε συμφέρον, υλικό και ηθικό, να ενθαρρύνει τις φιλοδοξίες τους και να υποδαυλίζει τη φλόγα της εχθρότητάς τους απέναντι στη Δύση. Οι σοβιετικοί συγγραφείς και πολιτικοί τόνιζαν αδιάκοπα την κοινή θέση της Σοβιετικής Ρωσίας και των χωρών της Ασίας σε σχέση με τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις. Αν μετά το Μάρτιο του 1921 αυτή η πολιτική περιορίστηκε κάπως, αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια επιθυμία να υποστηριχτούν τα τοπικά κομμουνιστικά στοιχεία που αγωνίζονταν ενάντια στις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά στις συγκεκριμένες υποχρεώσεις που απέρρεαν από την Αγγλοσοβιετική εμπορική συμφωνία και που επέβαλλαν κάποια προσωρινή μετριοπάθεια στην υποστήριξη των αντιβρετανικών στοιχείων στην Ασία. Η βάση της σοβιετικής πολιτικής στην περίοδο μετά το 1921 ήταν να επιδιώκει τη συνεργασία με εθνικές κυβερνήσεις στην Ασία και να διευρύνει τη σοβιετική επιρροή πάνω στις κυβερνήσεις αυτές, αλλά με όσο το δυνατό πιο διακριτικές και ανώδυνες μεθόδους, που δε θα έβλαπταν τις δυνατότητες προσοδοφόρων οικονομικών σχέσεων με το Δυτικό καπιταλιστικό κόσμο. Στα πλαίσια πάντοτε της γενικής πολιτικής, οι σοβιετικές ενέργειες στην Ασία ακολούθησαν πιστά τις διακυμάνσεις αυτών των σχέσεων.

Η σχετικά μετριοπαθής σοβιετική εξωτερική πολιτική της περιόδου μετά το Μάρτιο του 1921 εφαρμόστηκε και στις σχέσεις με το Αφγανιστάν. Ο σοβιετικός αντιπρόσωπος Σούριτς αντικαταστάθηκε από τον Ρασκόλνικωφ, ηρώα της επιδρομής στο Ενζελί και της εκδίωξης των Βρετανών από τη Βόρεια Περσία και αφορμή για να στέλνουν οι βρετανοί πράκτορες αλλεπάλληλες δραματικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές του στην Καμπούλ. Στην Ινδία όμως, όπου θα περίμενε κανείς ότι το έδαφος θα ήταν ιδιαίτερα πρόσφορο, η μπολσεβίκικη προπαγάνδα παρέμεινε άκαρπη. Οι προοπτικές της επανάστασης σ’ αυτή τη χώρα, που ίσως η Μόσχα να μη τις είχε αντιμετωπίσει αρκετά σοβαρά, έσβησαν σιγά-σιγά όπως και το σοβιετικό ενδιαφέρον γι’ αυτές, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της Αγγλοσοβιετικής εμπορικής συμφωνίας. Το Αφγανιστάν είχε επιλέξει μια βολική ισορροπία ανάμεσα στον ανταγωνισμό της Μ. Βρετανίας και της Σοβιετικής Ρωσίας. Το αντίβαρο της Σοβιετοαφγανικής συνθήκης της 28ης Φεβρουάριου 1921 ήταν μια νέα Αγγλοαφγανική συνθήκη, που υπογράφτηκε στις 22 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου. Η νέα συνθήκη πρόβλεπε την πλήρη διπλωματική και προξενική εκπροσώπηση και καταργούσε την απαγόρευση διέλευσης όπλων και πυρομαχικών από την Ινδία προς το Αφγανιστάν.22 Για να μη φανεί όμως αυτό σαν μια οριστική και ξεκάθαρη στροφή της αφγανικής κυβέρνησης προς τους Βρετανούς, η συνθήκη συνοδεύτηκε από μια δήλωση που καταδίκαζε τη μη φιλική πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης προς την Τουρκία.23 Η τελευταία εκστρατεία του Εμβέρ, το καλοκαίρι του 1922, ενάντια στη σοβιετική εξουσία στο ανατολικό Τουρκεστάν βρήκε ανταπόκριση στο Αφγανιστάν, όπως τουλάχιστον αναφέρεται, και οδήγησε σε μια νέα ψυχρότητα στις σοβιετοαφγανικές σχέσεις.24 Γενικά όμως, τόσο η Σοβιετική Ρωσία όσο και η Μ. Βρετανία προχωρούσαν εκείνη την εποχή –βαθμιαία και επιφυλακτικά είναι αλήθεια– προς την παραδοχή ότι ένα ανεξάρτητο Αφγανιστάν θα μπορούσε να αποτελεί ένα ουδέτερο φράγμα μεταξύ τους και όχι το μήλο της έριδας. Ο Κώρζον ειδικά, κατατρεχόταν από το φόβο ότι η Σοβιετική Ρωσία θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά την Ινδία, γι’ αυτό και ο Τσιτσέριν είχε έναν ελαφρά συγκαταβατικό τόνο όταν του είπε στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης το Δεκέμβριο του 1922:

«Ανησυχείτε επειδή το ιππικό μας εμφανίστηκε ξανά στα υψώματα του Παμίρ και επειδή δεν έχετε να κάνετε πια με τον αποβλακωμένο Τσάρο που σάς παραχώρησε το 1895 την κορυφογραμμή του Χίντου Κούς. Δε σας προσφέρουμε όμως πόλεμο· σάς προσφέρουμε ειρήνη, βασισμένη στην αρχή ενός διαχωριστικού τείχους μεταξύ μας».25

Βάση λοιπόν της σοβιετικής πολιτικής στην Ασία είχε γίνει η σταθεροποίηση και όχι η κατάκτηση νέων θέσεων.

Στην Περσία, η πάλη ανάμεσα στη σοβιετική και τη βρετανική επιρροή συνεχιζόταν ακόμη πιο ενεργά και πεισματικά μετά την υπογραφή της Σοβιετοπερσικής συνθήκης στις 26 Φεβρουάριου 1921 και την άφιξη, 2 μήνες αργότερα, του σοβιετικού αντιπροσώπου Ρόθσταϊν στην Τεχεράνη. Αλλά και εδώ, η σοβιετική πολιτική έχασε σύντομα κάθε επαναστατικό περιεχόμενο. Οι σοβιετικοί διατηρούσαν καλές σχέσεις με την περσική κυβέρνηση και έδειχναν να ευνοούν το ανερχόμενο άστρο του Ρεζά Χαν, της στρατιωτικής δύναμης πίσω από το πραξικόπημα του Φεβρουάριου του 1921. Οι σοβιετικοί παρατηρητές πίστευαν ότι το ισχυρό χέρι του Ριζά, όπως και του Κεμάλ στην Τουρκία, ενσάρκωνε τις δυνάμεις του περσικού εθνικισμού και πρόσφερε την καλύτερη εγγύηση για μια ανεξάρτητη Περσία, ικανή να αντισταθεί στη βρετανική κυριαρχία.

«Το άμεσο συμφέρον της [της Σοβιετικής Ρωσίας] είναι να γίνει η Περσία [έγραφε ένας σοβιετικός σχολιαστής της εποχής] ένα ισχυρό συγκεντρωτικό κράτος, ικανό να αμυνθεί ενάντια σε κάθε είδους επέμβαση στις υποθέσεις του από τρίτα μέρη και ιδιαίτερα, φυσικά, από την Αγγλία. Αυτή η κατάσταση θα αποτελούσε εγγύηση για τη Σοβιετική Ρωσία ότι οι αγγλικές δυνάμεις δε θα χρησιμοποιούσαν το περσικό έδαφος για να επιτεθούν στη Ρωσία. Μια ισχυρή, κεντρική κρατική εξουσία, στηριγμένη σε έναν ενιαίο εθνικό στρατό, θα μπορούσε επίσης να εγγυηθεί την εμπορική και πολιτιστική ανάπτυξη της Περσίας και τη μετάβαση από τις φεουδαρχικές στις σύγχρονες μορφές οικονομικής και πολιτικής ζωής».26

Ήταν ένα πλεονέκτημα για τη σοβιετική πολιτική στην Ασία εκείνη την εποχή το ότι εξακολουθούσε να θεωρεί την ανάπτυξη ισχυρών εθνικών κρατών σύμφωνη με τα σοβιετικά συμφέροντα, ενώ αντίθετα η βρετανική πολιτική βασιζόταν ακόμη στην υποστήριξη αδύναμων εξουσιών και μικρών ημιανεξάρτητων τοπικών αρχηγών που εξαρτώνταν από τη βρετανική βοήθεια και προστασία.

Η σοβιετική πολιτική ωστόσο πέρασε μια σοβαρή κρίση πριν οριστικοποιηθεί η νέα γραμμή, δίνοντας έτσι ένα ανάγλυφο παράδειγμα της έλλειψης συντονισμού που επέτρεπε τότε σε διάφορες σοβιετικές αρχές να ακολουθούν διαφορετικές και ασυμβίβαστες συχνά μεταξύ τους πολιτικές γραμμές. Μπροστά στην επιθυμία της περσικής κυβέρνησης να ολοκληρωθεί άμεσα η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Περσία, η σοβιετική κυβέρνηση είχε εξαρτήσει την αποχώρηση των σοβιετικών δυνάμεων από την αποχώρηση του βρετανικού στρατού. Το Μάιο του 1921, οι τελευταίοι βρετανοί στρατιώτες εγκατέλειψαν το σοβιετικό έδαφος. Τότε όμως ακριβώς, οι σοβιετικοί υποστηρικτές του Κουτσίκ και της ανεξάρτητης δημοκρατίας του στο Γκιλάν, που αντιτίθενταν ριζικά στην πολιτική κατευνασμού της εθνικής περσικής κυβέρνησης, αποφάσισαν να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί. Το καλοκαίρι του 1921, ο Κουτσίκ άρχισε να βαδίζει προς την Τεχεράνη, όχι μόνο με τη βοήθεια των σοβιετικών συμβούλων του αλλά και με ενισχύσεις από τη ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν διαμέσου της Κασπίας. Το εγχείρημα ωστόσο απέτυχε παταγωδώς, και το αποκήρυξε τόσο ο Τσιτσέριν από τη Μόσχα όσο και ο Ρόθσταϊν στην Τεχεράνη. Λέγεται μάλιστα ότι ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε προσωπικά στον Λένιν.27 Τελικά, η πολιτική υποστήριξης του Κουτσίκ εγκαταλείφθηκε. Η αποχώρηση των σοβιετικών δυνάμεων έγινε όπως προβλεπόταν και ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 1921. Αυτό οδήγησε και στην οριστική κατάρρευση της Δημοκρατίας του Γκιλάν· τον Οκτώβριο του 1921, οι περσικές δυνάμεις ανακατέλαβαν το Γκιλάν με την επιδοκιμασία των σοβιετικών και απαγχόνισαν τον Κουτσίκ σαν στασιαστή.28 Λίγο αργότερα, εκκαθαρίστηκαν και τα άλλα κινήματα ημιανεξάρτητων ηγετών που δρούσαν σε μεθοριακές περιοχές. Κατά την περίοδο που συνέβαιναν τα γεγονότα αυτά, εκδηλώθηκαν μια σειρά διαφωνίες σχετικά με την εφαρμογή της Σοβιετοπερσικής συνθήκης, που τα Ματζλίς καθυστέρησαν την επικύρωσή της μέχρι το Δεκέμβριο του 1921.29 Το αιώνιο πρόβλημα του πετρελαίου είχε ξαναβγεί στην επιφάνεια. Σύμφωνα με τη συνθήκη, η Σοβιετική Ρωσία είχε εγκαταλείψει όλες τις οικονομικές εκμεταλλεύσεις στην Περσία που είχαν παραχωρηθεί προηγούμενα στις ρωσικές κυβερνήσεις ή σε ρώσους υπηκόους, με τον όρο όμως ότι η περσική κυβέρνηση δε θα παρέδιδε αυτές τις εκμεταλλεύσεις σε κάποια άλλη ξένη χώρα ή τους υπηκόους της. Κατά παράβαση αυτού του όρου, η περσική κυβέρνηση παραχώρησε το Νοέμβριο του 1921 στη Standard Oil μια εκμετάλλευση πετρελαίου στη Βόρεια Περσία που ανήκε προηγούμενα σε έναν γεωργιανό ρωσικής εθνικότητας. Τα Ματζλίς ψήφισαν την αναγκαία άδεια με εκπληκτική ταχύτητα και η σοβιετική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε έντονα.30 Εξάλλου, η εμφάνιση αμερικανικού κεφαλαίου στην περσική πετρελαιοβιομηχανία δεν ήταν αρεστή στην Αγγλοπερσική Εταιρία Πετρελαίου, η όποια όμως κατάφερε να αποσπάσει από τη Standard Oil μια συμφωνία για κοινή εκμετάλλευση της νεοαποκτημένης παραχώρησης,31 ενώ παραπέρα ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη θέση της και με μια αύξηση του κεφαλαίου που έκανε, κυριότερο μέτοχο τη βρετανική κυβέρνηση. Αυτός ο συνδυασμός δεν άρεσε ωστόσο στην περσική κυβέρνηση, που ακύρωσε τη συμφωνία της με τη Standard Oil τον Ιούνιο του 1922 και άρχισε νέες διαπραγματεύσεις με τη Sinclair Consolidated Oil Corporation.32 Τελικά, οι σοβιετικές διαμαρτυρίες ενάντια στην παραχώρηση της εκμετάλλευσης αποδείχτηκαν αποτελεσματικές για ένα λόγο που φάνηκε ξεκάθαρα σε ένα αυστηρό άρθρο της Πράβντα:

«Αυτές οι εκμεταλλεύσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς διάδρομο διέλευσης μέσα από τη Ρωσία. Η ρωσική κυβέρνηση δεν μπορεί να ανεχτεί στη ρωσοπερσική μεθόριο την οργάνωση ενός καπιταλιστικού κέντρου, ικανού στην κατάλληλη στιγμή να μετατρέψει την εκμετάλλευση σε μια καθαρά στρατιωτική βάση που θα απειλούσε τη Ρωσία».33

Το Νοέμβριο του 1922, ο Ρόθσταϊν επέστρεψε στη Μόσχα και σοβιετικός αντιπρόσωπος στην Τεχεράνη ορίστηκε ο Σουμιάτσκυ. Ο Ρόθσταϊν υποστήριζε τόσο ένθερμα τα παραδοσιακά ρωσικά συμφέροντα, ώστε να μπορεί κανείς να υποθέσει ότι οι σοβιετικές επεμβάσεις θα ήταν τόσο δυσάρεστες για την υπερηφάνεια των Περσών όσο και οι βρετανικές ή οι ρωσικές επεμβάσεις του παρελθόντος. Λέγεται ότι η αποχώρηση του Ρόθσταϊν οφείλεται στις διαμαρτυρίες ενάντια στην πρωτοβουλία του να δώσει άσυλο, στο κτήριο της σοβιετικής αποστολής, σε 3 πέρσες δημοσιογράφους που κατηγορούνταν ότι είχαν παραβεί τον περσικό νόμο περί τύπου κάνοντας αντιβρετανική φιλοσοβιετική προπαγάνδα.34

Κύριος στόχος της σοβιετικής πολιτικής στην Περσία κατά την περίοδο που ακολούθησε την αναχώρηση του Ρόθσταϊν, και που χαρακτηριζόταν από μια πιο επιφυλακτική διπλωματία, ήταν η υπογραφή μιας εμπορικής συμφωνίας. Φαίνεται ότι η περσική κυβέρνηση δεν έδειξε αρχικά μεγάλη προθυμία, θεωρώντας, με βάση προηγούμενες εμπειρίες, ότι οι στενές σχέσεις με μια ισχυρή Δύναμη συνεπάγονταν και πολιτική εξάρτηση. Ήδη από τον Αύγουστο του 1921, είχε φτάσει στην Τεχεράνη ένας αντιπρόσωπος του Βνεστόργκ, ενώ το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο ο Τσιτσέριν προσπάθησε να πείσει την περσική κυβέρνηση να στείλει μια αντιπροσωπία στη Μόσχα για τη διεξαγωγή εμπορικών διαπραγματεύσεων.35 προχωρούσαν με αργό ρυθμό, εξαιτίας των περσικών αντιρρήσεων για το σύστημα του μονοπωλίου στο εξωτερικό εμπόριο. Στις 9 Νοεμβρίου του 1922, η σοβιετική αντιπροσωπία έκανε μια σημαντική παραχώρηση. Ήταν τη στιγμή που το μονοπώλιο αυτό δεχόταν σοβαρές επιθέσεις από διάφορους σοβιετικούς κύκλους,36 ενώ στην πράξη, αν όχι και σε επίπεδο αρχής,37 επικρατούσε μια κάποια ελευθερία στο μεθοριακό εμπόριο με ασιατικές χώρες. Ανακοινώθηκε λοιπόν τώρα ότι η σοβιετική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να καταρτίσει καταλόγους αγαθών που θα μπορούσαν να εισαχθούν στην Περσία από τη Σοβιετική Ρωσία και να εξαχθούν από την Περσία στη Σοβιετική Ρωσία διαμέσου του ιδιωτικού εμπορίου και χωρίς την ανάμιξη του Βνεστόργκ*. Αυτή η παραχώρηση όμως είχε έναν όρο: να αλλάξει η σύνθεση της περσικής κυβέρνησης που χαρακτηριζόταν (κατά ένα μέρος και εξαιτίας της προστριβής της με τον Ρόθσταϊν) «φεουδαρχική» και με αγγλόφιλες τάσεις. Το Φεβρουάριο του 1923, ξέσπασε στην Περσία κυβερνητική κρίση και η νέα κυβέρνηση εισήγαγε ένα δασμολόγιο που ευνοούσε περισσότερο τα σοβιετικά αγαθά. Στις 27 Φεβρουάριου, η σοβιετική κυβέρνηση ενέκρινε τους καταλόγους αγαθών που επιτρεπόταν στο εξής να κυκλοφορούν στο ελεύθερο εμπόριο με την Περσία38 Φαίνεται ότι αυτή η σημαντική παραχώρηση είχε γίνει για να χρησιμεύσει σαν προηγούμενο. Οι γενικοί κανονισμοί για το εμπόριο με τις ανατολικές χώρες, που εγκρίθηκαν σε μια συνδιάσκεψη των εκπροσώπων του Βνεστόργκ τον ίδιο χρόνο, όριζαν ότι καταρχήν το εμπόριο με τις ανατολικές χώρες θα έπρεπε να διεξάγεται σε μια ελαστικότερη βάση και με όρους πιο ευνοϊκούς για τις χώρες αυτές απ’ ο,τι το εμπόριο με την καπιταλιστική Δύση. Το σύστημα αυτό του «εγκεκριμένου φιλελευθερισμού», το όποιο επέτρεπε το ελεύθερο εμπόριο με «περσικά αγαθά που δεν ανταγωνίζονται ρωσικά αγαθά», εγκωμιάστηκε και επεκτάθηκε και στο εμπόριο με την Τουρκία, το Αφγανιστάν και την Εξωτερική Μογγολία.39 Φαίνεται ωστόσο ότι αυτό ήταν και η κορύφωση της εφαρμογής της ΝΕΠ στο εξωτερικό εμπόριο· στη συνέχεια, η τάση ήταν να περιορίζονται και όχι να επεκτείνονται αυτές οι μικρές εξαιρέσεις στο μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου. Αλλά κι αυτή η παραχώρηση δε διευκόλυνε τελικά τις σοβιετοπερσικές εμπορικές διαπραγματεύσεις. Στις 3 Ιουλίου 1924, υπογράφτηκε μια εμπορική συμφωνία, η οποία όμως δεν επικυρώθηκε από τα Ματζλίς.

 

 

Επιμέλεια: elaliberta.gr

Πηγή: Ε. Χ. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, 1917-1923, τόμος 3, Υποδομή, Αθήνα 1982, σσ. 297-302 [καλοκαίρι 1919 – φθινόπωρο 1920], 360-362 [φθινόπωρο 1920 – άνοιξη 1921], 567-575 [άνοιξη 1920 – χειμώνας 1922/23].

 

 

 

Σημειώσεις

1 Diplomaticheskii Slovar, I (1948), 809, άρθρο: Κολομίτσεφ. για τη βραχύβια σοβιετική κυβέρνηση στο Μπακού, βλέπε, Τόμος 1, σ. 451-2.

2 Βλέπε παραπάνω σ’ αυτό το κεφάλαιο.

3 Ένας από τους βρετανούς οικονομικούς συμβούλους της περσικής κυβέρνησης, που είχε οριστεί βάσει της συνθήκης, χαρακτηρίζει την τελευταία αυτή ως πράξη «πρόκλησης» και γράφει: «Αν είχαμε παραμείνει ικανοποιημένοι με το κύρος και τη θέση μας, είναι πολύ πιθανό ότι οι μπολσεβίκοι δε θα είχαν εξαναγκαστεί να περάσουν σε δράση, όπως και έκαναν. Αντίθετα όμως, εμείς επιλέξαμε συνειδητά να διατρέξουμε τους πιο σοβαρούς κινδύνους χωρίς να αναμένονται και αντίστοιχα πλεονεκτήματα... το γεγονός ότι το Φόρεϊν Όφις επέλεξε τη στιγμή που η Ρωσία πάλευε να ξεπεράσει τις δυσχέρειες της επανάστασης για να αποκηρύξει το Σύμφωνο του 1907 και να υιοθετήσει μια πολιτική που ανοιχτά επιζητούσε να υποκαταστήσει τη ρωσική επιρροή, δεν μπορούσε να θεωρηθεί από τη σκοπιά των μπολσεβίκων παρά εσκεμμένη εχθρική πράξη» (Τζ. Μ. Μπάλφουρ, Recent Happenings in Persia [1922], 120-1).

4 Αυτή η νότα δεν είχε δημοσιευτεί· αποσπάσματά της υπάρχουν στο Λ. Φίσερ, The Soviets in World Affairs, I, 289, ενώ το περιεχόμενό της συνοψίζεται στη διακήρυξη του Τσιτσέριν στις 30 Αυγούστου 1919.

5 Κλιουτσνικώφ και Σαμπάνιν, Mezhdunarodnaya Politika, II (1926), 341-4.

6 Novyi Vostok, VIII-IX (1925), 151.

7 Οι δυο καλύτερες διαθέσιμες πηγές για τον Κουτσίκ είναι ένα άρθρο της εποχής από τον Μαρτσένκο, έναν πρώην Λευκό ρώσο αξιωματικό στην Περσία (Revue du Monde Musulman, XL-XLI [1920], 98-116), και οι αναμνήσεις του Εκσανουλλάχ, ενός από τους υπαρχηγούς του Κουτσίκ (Novyi Voslok, XXIX [1932], 88-103). και οι δυο πηγές χαρακτηρίζονται από προκαταλήψεις, που είναι όμως εύκολο να έντοπιστούν και να αγνοηθούν. Ο Μαρτσένκο δίνει μια πιο ρομαντική εικόνα του Κουτσίκ, τον όποιο χαρακτηρίζει «άνιδιοτελή φανατικό, εθνικιστή οραματιστή».

8 Κατά το Revue du Monde Musulman, XL-XLI (1920), 104, ο Κουτσίκ εγκατέλειψε το Γκιλάν και κατέφυγε στο Αφγανιστάν μετά τη νίκη των Συμμάχων στα τέλη του 1918· επέστρεψε 1 χρόνο αργότερα με τη βοήθεια των μπολσεβίκων. Αυτό επιβεβαιώνεται ενμέρει από το Novyi Vostok, XXIX (1930), 92, όπου εξιστορούνται οι προσπάθειές του να έλθει σε επαφή με τους μπολσεβίκους στον Καύκασο το καλοκαίρι του 1919.

9 Ό.π., XXIX, 106. I. Μάισκυ, Vneshnyaya Politika RSFSR, 1917-1922 (1922), σ. 157.

10 Πράβντα, 21 Μαΐου 1920.

11 The Times, 21 Μαΐου, 3 Ιουνίου 1920. Αυτές οι διακοινώσεις δε φαίνεται να έχουν δημοσιευτεί.

12 League o f Nations: Official Journal, No 5 (Ιούλιος-Αύγουστος 1920), σ. 216-8.

13 Kommunisticheskii International, No 13 (28 Σεπτεμβρίου 1920), στήλες 2551-2· Νο 14 (16 Νοεμβρίου 1920) στήλες 2889-92. Σύμφωνα με μια δήλωση του Σουλτάν-Ζαδέ στην Πράβντα της 16ης Ιουλίου 1921 (αναφέρεται σε Revue du Monde Musulman, LII [1922], 147), το κόμμα ισχυριζόταν τότε πώς είχε 4.500 μέλη.

14 Βλέπε παραπάνω, Κεφάλαιο 26.

15 Ο Μαρτσένκο σημείωνε το φθινόπωρο του 1920 ότι οι Μπολσεβίκοι είχαν «πάρει θέση κατά του Κουτσίκ» και «του είχαν κηρύξει πόλεμο» (Revue du Monde Musulman, XL-XLI [1920], 114-15): η διάγνωση ήταν σε γενικές γραμμές σωστή, αν και κάπως πρόωρη (βλέπε και παρακάτω, Κεφάλαιο 32)

16 Αυτή η απόφαση αναφέρεται από τον Τσιτσέριν σε ένα άρθρο στην Ίσβέστια (6 Νοεμβρίου 1921), καθώς και, χωρίς να κατονομάζεται η πηγή, στο Revue du Monde Musulman, LII (1922), 105.

17 Ό.π. LII (1922), 106. Προφανώς η περσική κυβέρνηση είχε αρνηθεί να δεχτεί τον Ρόθσταϊν, του όποιου ο διορισμός ως σοβιετικού αντιπροσώπου στην Τεχεράνη είχε ανακοινωθεί το Νοέμβριο του 1920, μέχρι να διευθετηθεί αυτό το θέμα.

18 RSFSR: Sbornik Deistvuyushchikh Dogovorov, 11 (1921), No 49, σ. 36-41.

19 Revue du Monde Musulman, LII (1922), 144-56. οι ίδιοι στόχοι διακηρύχτηκαν και από τον πέρση αντιπρόσωπο στο 3ο Συνέδριο της Κομιντέρν, 3 μήνες αργότερα (Protokoll des 111. Kongresses der Kommunistischen Internationale, o. 1003).

20 Novyi Vostok, 11 (1922), 261. Αυτό το άρθρο αντιπροσωπεύει και την επίσημη άποψη που υιοθετήθηκε το 1921.

21 Ι. Μάισκυ, Vvneshnyaya Politika RSFSR, 1917-1922, σ. 157.

22 Treaty between the British and Afgan Governments, November 22, 1921, Cmd 1786 (1922).

23 Α.Λ. Π. Ντένις, The Foreign Policies o f Soviet Russia (1924), o. 258 (σιό όποιο όμως η συνθήκη τοποθετείται λαθεμένα στα 1922).

24 Λ. Φίσερ, The Soviets in World Affairs, 1, 434.

25 The Lausanne Conference on Near Eastern Affairs 1922-1923, Cmd 1814 (1923), σ. 149. Η αναφορά στο Παμίρ σχετίζεται μάλλον με τον ισχυρισμό που περιέχεται στην επιστολή του Χορν προς τον Κράσιν στις 16 Μαρτίου 1921 (βλέπε παραπάνω; Κεφάλαιο 27), ότι «μια στρατιωτική ημερήσια διαταγή των σοβιετικών αρχών ανακοίνωσε ότι η κόκκινη σημαία στα όρη του Παμίρ έδειχνε στο λαό της Ινδίας ότι η απελευθέρωσή του ήταν κοντά».

26 Novyi Vostok, IV (χ.χ. [1923]), 218-9.

27 Λ. Φίσερ, The Soviets in World Affairs, I, 288. με το επεισόδιο αυτό, πού, φυσικά, «διατάραξε για ένα σύντομο διάστημα τις σοβιετοπερσικές σχέσεις», ασχολήθηκαν αρκετοί σοβιετικοί συγγραφείς. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, (ό.π., 2η έκδ. [1951], I, XVI), ο στρατός του Κουτσίκ δεν περιλάμβανε μόνο καυκάσιους στρατιώτες αλλά και «ρώσους χωρικούς από την Τούλα».

28 Το Novyi Vostok, IV, 217-8, που αγνοεί την εκστρατεία του καλοκαιριού, αναφέρει την πτώση του Κουτσίκ τον Οκτώβριο και την εξηγεί ως έξης: «Το επαναστατικό κίνημα στο Γκιλάν, που αναπτύχθηκε κύρια με το σύνθημα «κάτω οι Άγγλοι», άρχισε να φθίνει εμφανώς μετά την εκκένωση της Περσίας από τις αγγλικές δυνάμεις. Η περσική αγροτιά δεν το υποστήριξε εξαιτίας της καθυστέρησης και της αδράνειάς της, ενώ οι πέρσες έμποροι και η αστική τάξη γενικότερα, που συνέδεαν τη βελτίωση της θέσης τους με μια διεύρυνση των εμπορικών σχέσεων με τη Σοβιετική Ρωσία, δεν ήταν πρόθυμοι τότε να πάρουν τα όπλα ενάντια στη φεουδαρχική κεντρική κυβέρνηση».

29 Για μια περιγραφή αυτών των γεγονότων, βλέπε ό.π., IV, 210-5.

30 Ό.π., IV, 213-4. Σχό Revue du Monde Musulnum, LII (1922), 167-8, αναφέρεται μια διαμαρτυρία του Ρόθσταϊν προς την περσική κυβέρνηση στις 15 Ιανουαρίου 1922.

31 Η Αγγλοπερσική Εταιρία Πετρελαίου είχε εξαγοράσει από το 1920 ήδη την ίδια εκμετάλλευση από τον προηγούμενο γεωργιανό κάτοχό της. Αλλά, δικαιολογημένα, η περσική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε αυτή τη μεταβίβαση.

32 Μια τεκμηριωμένη, αλλά αναμφίβολα κάπως μεροληπτική, περιγραφή αυτών των δοσοληψιών, υπάρχει στο Λ. Φίσερ, Oil Imperialism, σ. 210-32.

33 Πράβντα, 24 Σεπτεμβρίου 1922.

34 Η “νίκη” του Ρόθσταϊν σ’ αυτό το επεισόδιο (όπως φαίνεται, οι 3 δημοσιογράφοι επαναπροσλήφθηκαν) περιγράφεται με ενθουσιασμό στο Novyi Vostok, IV, 627-9.

35 Ό.π., IV, 216-7

36 Βλέπε παραπάνω, Κεφάλαιο 31.

37 Το 1921 είχε αναπτυχθεί μια ζωηρή ιδιωτική εμπορική κίνηση ανάμεσα στην Τουρκία και την Κριμαία διαμέσου της Μαύρης θάλασσας· σ’ αυτό το εμπόριο είχε κριθεί «ανεπιθύμητο... να τεθούν εμπόδια» (Λ. Μπ. Κρασίν, Voprosy Vneshnei Torgovli, a. 338). το επιχείρημα (ό.π., σ. 333) ότι το σοβιετικό εμπόριο με τις ανατολικές χώρες δε χρειαζόταν την ίδια αυστηρή προστασία που χρειαζόταν το εμπόριο με τις «ισχυρές εμπορικές οργανώσεις» του Δυτικού καπιταλισμού ήταν βάσιμο από τη σοβιετική σκοπιά.

* Βνεστόργκ: Narodnyi Komissariat Vneshnei Torgovli (Λαϊκό Επιτροπάτο Εξωτερικού Εμπορίου).

38 Novyi Vostok, IV, 224-6.

39 Entsiklopediya Sovelskogo Eksporta (Βερολίνο, 1924), I, 29· ό.π., (Βερολίνο, 1928), I, 34-6.

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 01 Φεβρουαρίου 2026 10:05

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.