Mike Gonzalez
Η αριστερά και το πραξικόπημα στη Χιλή
Σημείωση του e la libertà: Το άρθρο που μεταφράζουμε δημοσιεύτηκε το 1983, στα δέκα χρόνια από το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Για μια πληρέστερη παρουσίαση των γεγονότων της περιόδου διακυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή, βλ και Mike Gonzalez, «Χιλή 1972-73: Οι εργάτες ενωμένοι».
Πριν από δέκα και πλέον χρόνια, στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση της Χιλής∙ ακολούθησε καταστολή εξαιρετικής αγριότητας που άφησε 30.000 εργάτες νεκρούς και αμέτρητους άλλους βασανισθέντες, ακρωτηριασμένους, άνεργους και πεινασμένους. Μέσα σε πέντε χρόνια, το κίνημα της εργατικής τάξης διαλύθηκε και καταστράφηκε – κάτι που ήταν ο πρωταρχικός στόχος του πραξικοπήματος. Καθώς η στρατιωτική κυβέρνηση πλησίαζε στη δέκατη επέτειό της, ωστόσο, η εικόνα άλλαξε. Τον Απρίλιο του 1983[1], ένα συνέδριο μεταλλωρύχων αποφάσισε να προκηρύξει μια σειρά από εθνικές απεργίες στις 11 κάθε μήνα, ξεκινώντας από τον Μάιο. Παρόλο που το αρχικό κάλεσμα για απεργία αμβλύνθηκε[2] σε Εθνική Ημέρα Ειρηνικής Διαμαρτυρίας, υπήρξαν συγκρούσεις μεταξύ των εργατών και του στρατού και της αστυνομίας στις εργατικές συνοικίες, με αποτέλεσμα ένα άτομο να χάσει τη ζωή του. Αλλά τα οδοφράγματα είχαν επανεμφανιστεί στους δρόμους της Χιλής, και στις 11 του επόμενου μήνα πραγματοποιήθηκαν απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλη τη χώρα.
Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου αντιπροσώπευε τη νίκη της πολιτικής γραμμής της δεξιάς, γνωστής ως «σκληρό» ή «μαύρο» πραξικόπημα.[3] Η πολιτική των μεταρρυθμίσεων είχε επιχειρηθεί πρώτα υπό τον Φρέι (1964-70) και στη συνέχεια υπό τον Αλιέντε (1970-73)∙ και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για «ορθόδοξες κεϋνσιανές τεχνικές για τη μετατροπή μιας ύφεσης σε ανάπτυξη [...] Αλλά και οι δύο άφησαν άθικτη την καπιταλιστική δομή της οικονομίας και δεν έθιξαν καν τα τεράστια εισοδήματα των πλουσίων».[4]
Δεν ήταν οι οικονομικές πολιτικές του Αλιέντε που ώθησαν την αστική τάξη να δράσει αποφασιστικά το 1973, αλλά το αυξανόμενο επίπεδο της ταξικής πάλης που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της τριετούς διακυβέρνησής του. Αλλά για να εξηγήσουμε αυτά τα γεγονότα πρέπει πρώτα να εξετάσουμε το υπόβαθρο της ανόδου του Αλιέντε στην εξουσία.
Ο δρόμος για το 1970
Η σύγχρονη ιστορία της Χιλής διαμορφώθηκε από τη μεταλλευτική βιομηχανία της, όπου σφυρηλατήθηκαν οι αλυσίδες που την έδεσαν με την παγκόσμια οικονομία. Υπό την ισπανική αποικιοκρατία, η γη παρείχε το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου και η τάξη των γαιοκτημόνων ήταν αυτή που κυριαρχούσε. Στη δεκαετία του 1850 αναπτύχθηκε η εξόρυξη χαλκού, αργύρου και άνθρακα. Αλλά η οριστική αλλαγή επήλθε με την κατάληψη των βόρειων πεδίων νιτρικών αλάτων το 1879, μετά τη νίκη της Χιλής επί του Περού στον πόλεμο του Ειρηνικού. Μέχρι το τέλος του αιώνα, το 97% των φορολογικών εσόδων του κράτους προερχόταν από τα νιτρικά άλατα. Και όταν τα τεχνητά νιτρικά άλατα κατέστρεψαν την αγορά των χιλιανών εξαγωγών, ο χαλκός κατέλαβε τον ίδιο βασικό ρόλο.
Η έκρηξη των νιτρικών αλάτων δημιούργησε μια νέα αστική τάξη και έναν διευρυμένο κρατικό τομέα που απασχολούσε 50.000 άτομα, του οποίου πολιτική φωνή ήταν το Ριζοσπαστικό Κόμμα.[5] Οι 53.000 εργάτες νιτρικών αλάτων ήταν επίσης το πρώτο προλεταριάτο της Χιλής και αποτέλεσαν τη βάση για τα πρώτα συνδικάτα της Χιλής και για το Κομμουνιστικό Κόμμα που ιδρύθηκε το 1920 από τον Λουίς Εμίλιο Ρεκαμπάρρεν.[6] Ωστόσο, η κατάρρευση της βιομηχανίας νιτρικών αλάτων κατέστρεψε ουσιαστικά το κίνημα της εργατικής τάξης και ριζοσπαστικοποίησε μια μεσαία τάξη που είδε την προνομιακή της θέση να χάνεται σχεδόν εν μία νυκτί. Ακολούθησε μια κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου το 1931[7] και στη δεκαετία του 1940 –κατά την οποία ο χαλκός είχε αντικαταστήσει τα νιτρικά άλατα στην οικονομία της Χιλής– το νεοσύστατο Σοσιαλιστικό Κόμμα επρόκειτο να ακολουθήσει το ΚΚ στον δρόμο του Λαϊκού Μετώπου.
Στη δεκαετία του 1950 και τα δύο κόμματα επανέλαβαν τη δέσμευσή τους να αναζητήσουν «μια συμμαχία με την προοδευτική αστική τάξη»[8], την ίδια στιγμή που η καταστολή κατά των οργανώσεων της εργατικής τάξης είχε ενταθεί. Τότε, αλλά και αργότερα, την πολιτική κατεύθυνση των δύο μεγάλων κομμάτων καθόρισε η αναζήτηση συμβιβασμού με τα κόμματα και τις δυνάμεις του πολιτικού κέντρου και η προσπάθεια διαμόρφωσης μιας πολυταξικής συμμαχίας. Τα διάφορα εκλογικά μέτωπα που σχηματίστηκαν για να δώσουν τη μάχη στις προεδρικές εκλογές του 1958, του 1964 και του 1970, αντανακλούσαν την ξεκάθαρη προσήλωση και των δύο κομματικών ηγεσιών στην πολιτική της μεταρρύθμισης μέσω του κράτους.
Οι πολιτικές αυτές ενισχύθηκαν υπό την προεδρία του Χόρχε Αλεσσάντρι (1958-64)∙ η πολιτική του ήταν να ανοίξει τη Χιλή διάπλατα στις ξένες εισαγωγές και επενδύσεις, συνάπτοντας νέα διεθνή δάνεια για τη χρηματοδότηση των έργων υποδομής που απαιτούνταν για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Οι ωφελημένοι ήταν και πάλι η ολιγαρχία, της οποίας ο Αλεσσάντρι ήταν εξέχον μέλος∙ ο πληθωρισμός που προέκυψε έπληξε άμεσα την εργατική τάξη, αλλά επηρέασε επίσης τις μεσαίες τάξεις. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, και τα δύο αυτά στρώματα είχαν εμπλακεί σε ένα αυξανόμενο κύμα μαζικών αναταραχών, το οποίο υποκινήθηκε από τον αντίκτυπο της Κουβανικής Επανάστασης.[9]
Η Συμμαχία για την Πρόοδο, που σχηματίστηκε το 1961, ήταν η απάντηση των ΗΠΑ στην Κουβανική Επανάσταση. Είχε διπλό σκοπό. Πρώτον, να σφυρηλατήσει ένα κοινό μέτωπο κατά της Κούβας, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη της Λατινικής Αμερικής τόσο για τον οικονομικό αποκλεισμό κατά της Κούβας όσο και για τον στρατιωτικό συντονισμό που αποσκοπούσε τόσο στην ενίσχυση του αποκλεισμού όσο και στην εξασφάλιση ότι το κουβανικό παράδειγμα δεν θα εξαπλωνόταν. Η άλλη όψη της Συμμαχίας ήταν μια εναλλακτική αναπτυξιακή στρατηγική, η οποία έφερνε καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις που παρέμεναν σταθερά μέσα στο καλούπι της παγκόσμιας αγοράς όπως αυτή υπήρχε. Η στρατηγική αυτή απαιτούσε νέα πολιτικά μέσα –αστικά κόμματα– για την υλοποίηση αυτών των κρατικά καθοδηγούμενων μεταρρυθμίσεων. Η χιλιανή εκδοχή ήταν το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα υπό τον Εντουάρντο Φρέι.
Το 1964, ο Φρέι κέρδισε το 50,1% των ψήφων στις προεδρικές εκλογές (κερδίζοντας τον Σαλβαδόρ Αλιέντε του Λαϊκού Μετώπου). Η πολιτική του εξαρτιόταν και πάλι από τα ξένα δάνεια, επιτρέποντας την επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής∙ καθώς η απασχόληση αυξανόταν, η εγχώρια αγορά θα επεκτεινόταν. Ταυτόχρονα, μια μεταρρύθμιση της γης θα εντατικοποιούσε τη γεωργική παραγωγή και θα μείωνε τις (σημαντικές) εισαγωγές τροφίμων της Χιλής. Αυτή η οικονομική ανάπτυξη, ήλπιζε ότι θα ωφελούσε τους αγρότες, τους φτωχούς των πόλεων και τους μικροαστούς, καθώς και τη δημιουργία μιας νέας τάξης μικροκαλλιεργητών∙ όλοι μαζί θα αποτελούσαν τη συμμαχία που θα παρείχε στη Χριστιανική Δημοκρατία την κοινωνική της βάση. Πολύς λόγος έγινε για τη «χιλιανοποίηση» της οικονομίας (τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στους ντόπιους καπιταλιστές). Ωστόσο, αυτό το πρόγραμμα ανάπτυξης ενίσχυσε τη σχέση της Χιλής με την παγκόσμια οικονομία, αφού θα πληρωνόταν μέσω των εξαγωγών χαλκού.
Η «επανάσταση της ελευθερίας» του Φρέι αποδείχθηκε πολύ γρήγορα ότι δεν ήταν τίποτα από τα δύο. Η αποφασιστική αντίσταση της ολιγαρχίας των γαιοκτημόνων, την οποία ο Φρέι δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει, εξασφάλισε ότι ο νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση του 1967 παρέμεινε νεκρό γράμμα.[10] Μέχρι το 1968, η μέτρια ετήσια ανάπτυξη του 2% του 1964-7 είχε μηδενιστεί, το εξωτερικό χρέος είχε εκτοξευθεί προς τα πάνω (6,1 εκατ. δολάρια) και τα ξένα κεφάλαια εισέρεαν (962 εκατ. δολάρια, σε σύγκριση με 789 εκατ. δολάρια το 1964). Η χιλιανοποίηση του χαλκού έφερε στην πραγματικότητα ένα απρόσμενο κέρδος για τις πολυεθνικές εταιρείες[11], αφού όχι μόνο το χιλιανό κράτος είχε αγοράσει τις μετοχές τους σε διογκωμένες τιμές, αλλά ήταν πλέον άμεσα υπεύθυνο για όλες τις μελλοντικές επενδύσεις στη βιομηχανία χαλκού (που χρηματοδοτούνταν με περαιτέρω εξωτερικό δανεισμό), η οποία συνέχισε να παράγει για μια αγορά που κυριαρχούνταν και ελέγχονταν από τις ίδιες πολυεθνικές εταιρείες. Ωστόσο, το 30% των Χιλιανών εργαζομένων εξακολουθούσε να κερδίζει λιγότερο από το μισθό διαβίωσης, οι τιμές καταναλωτή είχαν αυξηθεί πάνω από 50% και σίγουρα υπήρχαν περισσότεροι άνεργοι από το επίσημα καταγεγραμμένο 6% του πληθυσμού.
Επί Φρέι, οι προσδοκίες είχαν αυξηθεί και οι αγρότες και οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών είχαν μπορέσει να οργανωθούν για πρώτη φορά∙ μεταξύ 1968 και 1970, τα στρώματα αυτά συμμετείχαν όλο και περισσότερο σε μαζικές δράσεις. Στη βιομηχανία, το σχέδιο του Φρέι για τη συμμετοχή των εργαζομένων με αντάλλαγμα τη δέσμευση μη απεργίας οδήγησε ακόμη και τη συνδικαλιστική ομοσπονδία CUT [Central Unitaria de Trabajadores de Chile] στην προκήρυξη γενικής απεργίας. Και η αποτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης είχε επιφέρει διασπάσεις στους Χριστιανοδημοκράτες, οδηγώντας στη δημιουργία του MAPU [Movimiento de Acción Popular Unitario].[12]
Καθώς πλησίαζαν οι εκλογές του 1970, η αστική τάξη ήταν διχασμένη. Το Εθνικό Κόμμα και η Οργάνωση Γαιοκτημόνων (SNA / Sociedad Nacional de Agricultura) είχαν κινητοποιηθεί ενάντια στις αγροτικές μεταρρυθμίσεις του Φρέι και παρουσίασαν τον δικό τους υποψήφιο για την προεδρία – τον Αλεσσάντρι. Οι Χριστιανοδημοκράτες ήταν εσωτερικά διχασμένοι και ο υποψήφιός τους, ο Τόμις, εκπροσωπούσε την «αριστερά» του κόμματος. Για πολλούς συγγραφείς, αυτή η διάσπαση στο εσωτερικό της αστικής τάξης είναι καθοριστική για την εξήγηση της εκλογής του Αλιέντε το 1970.
Στην πραγματικότητα, το κρίσιμο στοιχείο το 1970 ήταν η πρόοδος της ίδιας της ταξικής πάλης. Όποιες και αν ήταν οι διαφορές του με την ολιγαρχία, ο Φρέι έβλεπε ότι η βασική απειλή προερχόταν από τους εργάτες. Το 1969 και το 1970, καθώς το επίπεδο των απεργιών και των καταλήψεων γης αυξανόταν με εξαιρετική ταχύτητα, ο Φρέι κινητοποίησε την περιβόητη αστυνομία κατά των ταραχών (Γκρούπο Μομπίλ), τους καραμπινιέρος και τον στρατό εναντίον των απεργών και των διαδηλωτών εργατών. Η ατμόσφαιρα αυτά τα δύο τελευταία χρόνια ήταν τεταμένη και δραστήρια. Πανεπιστημιακοί φοιτητές διαδήλωσαν στο Σαντιάγο στην κορύφωση ενός κινήματος πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης∙ αγρότες (και ινδιάνικες κοινότητες) κατέλαβαν εδάφη χωρίς να περιμένουν τον νόμο να ακολουθήσει την κουραστική του πορεία, και ολόκληρες κοινότητες «έπεσαν με αλεξίπτωτα» σε άδειες περιοχές της πόλης και έχτισαν τις παραγκουπόλεις τους. Η εργατική τάξη, από την πλευρά της, έκανε όλο και μεγαλύτερη χρήση των απεργιών και των καταλήψεων για την επίτευξη καλύτερων μισθών και συνθηκών εργασίας. Στον αγροτικό τομέα, οι 693 απεργίες το 1967 έγιναν 1.127 το 1969 και οι καταλήψεις γης αυξήθηκαν από 9 σε 148 την ίδια περίοδο. Το 1969, 230.275 εργαζόμενοι συμμετείχαν σε 1.939 απεργίες – το 1970, 5.295 απεργίες προσέλκυσαν 316.280 εργαζόμενους.[13] Αυτό ήταν το υπόβαθρο για την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε –υποψήφιου του συνασπισμού της Λαϊκής Ενότητας (UP)– και η κινητήρια δύναμη που τον έφερε στην εξουσία.
Η Λαϊκή Ενότητα στην κυβέρνηση
Η Λαϊκή Ενότητα (ΛΕ – Unidad Popular) ήταν το πιο πρόσφατο από μια σειρά Λαϊκών Μετώπων στα οποία συμμετείχαν το Κομμουνιστικό και το Σοσιαλιστικό Κόμμα και αυτή τη φορά οι Ριζοσπάστες, το MAPU και δύο άλλες μικρές οργανώσεις. Παρόλο που κέρδισε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1970 (36,2%), δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία – ο Αλεσσάντρι κέρδισε 34,9% και ο Τόμις 27,8%. Προκειμένου να αναλάβει τελικά την προεδρία, ο Αλιέντε χρειαζόταν την υποστήριξη των Χριστιανοδημοκρατών στο Κογκρέσο. Και το τίμημα αυτής της υποστήριξης ήταν ένα έγγραφο που ονομαζόταν Καταστατικό Εγγυήσεων, μια σειρά υποχωρήσεων που επρόκειτο να αποδειχθούν κρίσιμης σημασίας.
Δεδομένου ότι ήταν σαφές από την αρχή ότι τα δεξιά κόμματα δεν θα υποστήριζαν ριζοσπαστικά μέτρα, το πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της ΛΕ ήταν η υφιστάμενη νομοθεσία. Από πολιτική άποψη, το πρόγραμμα λειτουργούσε εντός των περιορισμών που επέβαλε ένας συνασπισμός μεταρρυθμιστικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων των Ριζοσπαστών, και μια προοπτική που ανακοινώθηκε «ως σχεδιασμένη για να κερδίσει τα μεσαία στρώματα». Από πολλές απόψεις, το πρόγραμμα προχώρησε ελάχιστα περισσότερο από το πρόγραμμα του Φρέι∙ αντιπροσώπευε και αυτό ένα πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης, βασισμένο στην αύξηση του επιπέδου της κατανάλωσης, μέσω μιας γενικής αύξησης των μισθών, και, συνεπώς, στην αντιμετώπιση της αδράνειας της οικονομίας. Όσον αφορά το ζήτημα της αγροτικής μεταρρύθμισης, ανέλαβε να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου του 1967 για την αγροτική μεταρρύθμιση. Υποσχέθηκε επιθέσεις κατά των αμερικανικών εταιρειών χαλκού και η πρώτη της πράξη ως κυβέρνηση ήταν να νομοθετήσει την εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση του χαλκού – αν και, όπως είδαμε, οι εταιρείες είχαν ήδη αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεών τους από τη Χιλή κατά την περίοδο Φρέι. Το πρόγραμμα ανέλαβε να τα βάλει με την ολιγαρχία της Χιλής – αυτό το 2% του πληθυσμού του οποίου ο πλούτος προερχόταν από τη γη, αλλά τα συμφέροντά του επεκτείνονταν πλέον στη βιομηχανία, τα χρηματοοικονομικά και τον Τύπο. Παρ’ όλα αυτά, η αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων γαιοκτημόνων θα ήταν γενναιόδωρη.[14] Και ενώ η ολιγαρχία δέχτηκε επίθεση, έγινε σαφές ότι «οι επιχειρήσεις στις οποίες θα παραμείνει σε ισχύ η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής θα παραμείνουν αριθμητικά η πλειοψηφία».[15] Συνολικά, προβλεπόταν να κρατικοποιηθούν 150 από τις 3.500 επιχειρήσεις (και στην πραγματικότητα ο αριθμός αυτός μειώθηκε ακόμη περισσότερο σε μεταγενέστερο στάδιο), αφήνοντας το 60% της βιομηχανίας εκτός του δημόσιου τομέα.
Ωστόσο, ήταν το Καταστατικό των Εγγυήσεων που καθόρισε με μεγαλύτερη σαφήνεια τα όρια της πολιτικής της ΛΕ. Η συμφωνία, που υπογράφηκε τον Οκτώβριο του 1970, ήταν μια δέσμευση του Αλιέντε να σέβεται την αυτονομία της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων και να απέχει από παρεμβάσεις στον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την εκπαίδευση και την Εκκλησία. Στην πραγματικότητα, το τίμημα της υποστήριξης των Χριστιανοδημοκρατών για την ανάληψη της Προεδρίας από τον Αλιέντε ήταν η διαβεβαίωση ότι η ΛΕ δεν θα επιχειρούσε να επεκτείνει τον έλεγχό της σε κανένα άλλο θεσμό του κράτους. Το μαζικό κίνημα που είχε φέρει τον Αλιέντε στην εξουσία, ωστόσο, δεν γνώριζε τίποτα για το Καταστατικό, και το επίπεδο της ταξικής πάλης αυξήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1971. Για τον Αλιέντε, αυτό αντιπροσώπευε ένα σοβαρό πρόβλημα, μια απειλή για την πολιτική του συμβιβασμού και για την κατάκτηση των μεσαίων στρωμάτων. Οι πρώιμες ομιλίες του, επομένως, επιστρέφουν επίμονα σε δύο θέματα: πρώτον, την ανάγκη αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας ως επείγουσα προτεραιότητα, και δεύτερον, την ανάγκη περιορισμού των αιτημάτων και των δράσεων των εργατών και των αγροτών εντός των ορίων της αστικής νομιμότητας.
«Αποτελεί πρόκληση για εμάς να πετύχουμε τα πάντα με νόμιμους όρους [...] Ο επαναστατικός μας δρόμος είναι ο πλουραλιστικός δρόμος [...] Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν είναι ούτε εύκολο ούτε βραχυπρόθεσμο έργο. Είναι ένα μακρύ και δύσκολο έργο στο οποίο η εργατική τάξη πρέπει να συμμετέχει με πειθαρχία, οργάνωση και πολιτική ευθύνη, αποφεύγοντας, πάνω απ’ όλα, αναρχικές λύσεις και ανεύθυνες, παρορμητικές πράξεις.»[16]
Αυτό θα ήταν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις κυβερνητικές ανακοινώσεις, το οποίο θα γινόταν όλο και πιο επίμονο καθώς η ταξική πάλη θα εξελισσόταν.
Το πρώτο έτος έφερε γενική αύξηση των μισθών κατά 38% για τους χειρώνακτες εργάτες και 120% για τους υπαλλήλους, η ανεργία έπεσε κάτω από το 10%, 90 εργοστάσια εθνικοποιήθηκαν και 1.400 κτήματα (30% της καλλιεργήσιμης γης της Χιλής) περιήλθαν στην κρατική ιδιοκτησία. Ο πληθωρισμός μειώθηκε και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8%. Ταυτόχρονα, στις τοπικές εκλογές του Απριλίου 1971 καταγράφηκε αύξηση 14% στις ψήφους της ΛΕ. Ωστόσο, αυτές οι πρώτες οικονομικές εξελίξεις δεν ήταν αποτέλεσμα σοσιαλιστικών μέτρων, αλλά ορθόδοξων κεϋνσιανών τεχνικών με τις οποίες το κράτος παρενέβαινε για να αυξήσει το γενικό επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας. Οι αρχικές τους επιπτώσεις ήταν η αύξηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, ενώ οι τιμές παρέμειναν για πρώτη φορά κάτω από το επίπεδο των μισθολογικών αυξήσεων. Όμως, όπως επρόκειτο να γίνει σαφές μέχρι το τέλος του πρώτου έτους, καμία από αυτές τις αρχικές ενέργειες δεν επηρέασε τη δομή του χιλιανού καπιταλισμού ούτε αντιπροσώπευε σοβαρές επιβουλές στην οικονομική δύναμη της χιλιανής αστικής τάξης. Η αυτοπεποίθηση που εκφράστηκε στις εκλογές του Απρίλη γρήγορα θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση. Τον Μάιο, ο Αλιέντε κάλεσε το MIR [Movimiento de Izquierda Revolucionaria], μια ακροαριστερή ομάδα, για συζητήσεις σχετικά με τον αυξανόμενο αριθμό καταλήψεων αστικών και αγροτικών εκτάσεων. Τον Ιούνιο, προχώρησε στην περιστολή των «παράνομων» καταλήψεων, τις οποίες το Κομμουνιστικό Κόμμα κατήγγειλε ταυτόχρονα ως ακροαριστερές προκλήσεις. Τον Ιούλιο, το νομοσχέδιο για την εθνικοποίηση του χαλκού έλαβε ομόφωνη υποστήριξη στο Κογκρέσο.[17]
Είχε ήδη γίνει σαφές, ωστόσο, ότι η περίοδος χάριτος θα ήταν σύντομη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άμεση και έμμεση οικονομική βοήθεια των οποίων εξαρτιόνταν τόσο τα οικονομικά προγράμματα του Αλεσσάντρι όσο και του Φρέι, ενήργησαν γρήγορα για να εμποδίσουν την περαιτέρω βοήθεια[18] και να απαιτήσουν τα τεράστια χρέη της Χιλής – και αυτό ακριβώς τη στιγμή που η πτώση των τιμών του χαλκού αύξανε τα προβλήματα της Χιλής. Από το 1970 έως το 1973, ουσιαστικά η μόνη αμερικανική βοήθεια που έφθανε στη Χιλή ήταν η στρατιωτική βοήθεια, την οποία διαχειρίζονταν απευθείας οι ένοπλες δυνάμεις. Οι υπόλοιπες χρηματοδοτήσεις διοχετεύονταν μέσω ιδιωτικών εταιρειών ή απευθείας στα δεξιά κόμματα.[19] Και ενώ το ιδιωτικό κεφάλαιο απολάμβανε τους καρπούς της βραχυπρόθεσμης άνθησης, υπήρξε σημαντική αποεπένδυση και συσσώρευση αγαθών, ιδίως τροφίμων.[20]
Αυτό επέφερε δύο αντιδράσεις. Από την αστική μεσαία τάξη υπήρξαν αντικυβερνητικές διαδηλώσεις με χαρακτηριστικό το χτύπημα άδειων κατσαρολιών, όπως αυτή του Νοεμβρίου 1971 που συνέπεσε με την επίσκεψη του Φιντέλ Κάστρο. Από τους εργάτες το επίπεδο του αγώνα αυξήθηκε γρήγορα∙ το 1971 τελείωσε με τον υψηλότερο αριθμό καταλήψεων γης (1.278) και απεργιών (1.758) που είχε καταγραφεί μέχρι τότε.
Το θεμελιώδες ζήτημα στις αρχές του 1972, επομένως, δεν ήταν η κυβερνητική νομοθεσία, αλλά, κατά κύριο λόγο, η όξυνση της ταξικής πάλης. Αυτό ήταν που ώθησε τις μεσαίες τάξεις σε ακόμα πιο δυνατές και επίμονες διαμαρτυρίες. Ο Ραντίμιρο Τόμις, «αριστερός» χριστιανοδημοκράτης, παραπονέθηκε για
«τις παράνομες καταλήψεις αγροκτημάτων, μικρών εκμεταλλεύσεων, παραγκουπόλεων, ενοικιαζόμενης γης, εμπορικών γραφείων, εργοστασίων, ορυχείων, σχολείων, κολλεγίων, δημόσιων κτιρίων, δρόμων και γεφυριών. Οι παράνομες καταλήψεις δεν είναι μόνο έργο της υπεραριστεράς, αλλά και αυθόρμητες ενέργειες ομάδων αγροτών, εργατών και μεταλλωρύχων.»[21]
Σε αυτή την οξυμένη ατμόσφαιρα η ανοχή της άρχουσας τάξης προς την κυβέρνηση Αλιέντε μειώθηκε πολύ. Η Δεξιά χρησιμοποίησε τον έλεγχό της στο Κογκρέσο για να αποπέμψει τον Ιανουάριο τον Χοσέ Όα, τον υπουργό Εσωτερικών. Τον Φεβρουάριο κατέθεσαν νομοσχέδιο που περιόριζε το δικαίωμα του Αλιέντε να διατάσσει εθνικοποιήσεις. Υπό το πρίσμα αυτής της επίθεσης προέκυψαν δύο εναλλακτικές στρατηγικές – να ενθαρρυνθούν και να ενισχυθούν οι αγώνες των ίδιων των εργαζομένων, ώστε να δημιουργηθεί εξωκοινοβουλευτική υποστήριξη για την κυβέρνηση (όπως υποστήριζαν οι αριστεροί σοσιαλιστές), ή να υποχωρήσουν μέσω τεχνασμάτων όπως η προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο (όπως υποστήριζαν η σοσιαλιστική δεξιά, ο ίδιος ο Αλιέντε και το ΚΚ).[22]
Στα συνέδρια της Λαϊκής Ενότητας, πρώτα στο Ελ Αραγιάν και μετά στο Λο Κούρρο, η δεξιά στρατηγική κέρδισε με διαφορά (αργότερα θα εξετάσουμε γιατί συνέβη αυτό). Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα – ο ρυθμός των εθνικοποιήσεων επιβραδύνθηκε, άρχισαν οι συνομιλίες με σκοπό να συμφωνηθεί μια κοινή οικονομική στρατηγική με τους Χριστιανοδημοκράτες, και οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές υπουργοί άρχισαν να προβαίνουν σε τιμωρητικά μέτρα κατά των εργαζομένων που αγωνίζονταν: για παράδειγμα, στις 12 Μαΐου, μια διαδήλωση στο δρόμο της Κονσεπσιόν προκάλεσε συγκρούσεις. Ο κομμουνιστής δήμαρχος κάλεσε την διαβόητη αστυνομία κατά ταραχών, το Γκρούπο Μοβίλ, το οποίο ο Αλιέντε είχε υποσχεθεί να διαλύσει (αλλά δεν μπορούσε να αγγίξει λόγω του Καταστατικού των Εγγυήσεων). Το Κομμουνιστικό Κόμμα κατηγόρησε το MIR για ανευθυνότητα και κατήγγειλε την «υπεραριστερά» ότι έθεσε σε κίνδυνο τις περαιτέρω συνομιλίες με τους Χριστιανοδημοκράτες.
Το νέο υπουργικό συμβούλιο που ανακοινώθηκε τον Ιούνιο, σύμφωνα με αυτή τη στροφή προς τα δεξιά, ήταν χαρακτηριστικό για την αποπομπή του Πέδρο Βούσκοβις, υπουργού Οικονομικών, ενός ανεξάρτητου αριστερού, ο οποίος είχε ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό με τα αιτήματα για περαιτέρω εθνικοποιήσεις και, ως εκ τούτου, αποτελούσε ιδιαίτερο στόχο για τις επιθέσεις της δεξιάς. Στον τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η δεξιά είχε εξασφαλίσει το μεγαλύτερο ακροατήριο μέσω της ιδιοκτησίας της πλειονότητας των εφημερίδων, των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Το κανάλι του Καθολικού Πανεπιστημίου, το Channel 9, έγινε επικράτεια ενός νεοφασίστα ιερέα ονόματι Άσμπουν, του οποίου οι συνεχείς υστερικές επιθέσεις είχαν ως συνέπεια να γίνουν μια σειρά από καταλήψεις εργατών. Και εδώ, η κυβέρνηση Αλιέντε χρησιμοποίησε την αστυνομία για να εξασφαλίσει την επιστροφή του σταθμού στους «νόμιμους ιδιοκτήτες» του. Και μια σειρά από μικρές εκλογικές νίκες της ΛΕ το μόνο που έκαναν ήταν να ενθαρρύνουν και να σκληρύνουν τη συνασπισμένη δεξιά.
Οι επιπτώσεις της πολιτικής γραμμής που υιοθετήθηκε στο Ελ Αραγιάν και στο Λο Κούρρο φάνηκαν πιο καθαρά στη σχέση της κυβέρνησης με το στρατό. Ενώ η επίθεση της δεξιάς συνεχίστηκε στο ιδεολογικό πεδίο και στο ίδιο το κοινοβούλιο, ο Αλιέντε επαναβεβαίωνε ξανά και ξανά τη δέσμευσή του στο Σύνταγμα. Στη διάσκεψη της UNCTAD που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο στο Σαντιάγο, για παράδειγμα, διαμαρτυρήθηκε ότι
«Μικρή βαρύτητα είχε [...] το γεγονός ότι η διαδικασία εθνικοποίησης, με όλες τις επιπτώσεις και τις συνέπειές της, ήταν η σαφέστερη και πιο κατηγορηματική έκφραση της βούλησης του λαού, και διεξήχθη σε πλήρη συμφωνία με τις ακριβείς επιταγές των διατάξεων που προβλέπονται στο Σύνταγμα της χώρας.»[23]
Έχει υποστηριχθεί ότι ο συνταγματισμός του Αλιέντε ήταν απλώς τακτικός – ωστόσο οι επανειλημμένες δηλώσεις των εκπροσώπων της ΛΕ, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Αλιέντε, έδειχναν σαφώς την πλήρη αποδοχή της αντίληψης ότι ο στρατός ήταν ουδέτερος. Ο Κορβαλάν, γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, υποστήριξε ότι «ο στρατός δεν είναι ένα σώμα ξένο προς το έθνος, στην υπηρεσία αντεθνικών συμφερόντων», ενώ ο ίδιος ο Αλιέντε είχε επισημάνει τον «πατριωτισμό των ενόπλων μας δυνάμεων, τον παραδοσιακό επαγγελματισμό τους και την υποταγή τους στην πολιτική εξουσία».[24] Αυτές οι δηλώσεις είχαν προφανώς ως στόχο να νομιμοποιήσουν τον όλο και πιο κεντρικό ρόλο που θα έπαιζε ο στρατός καθ’ όλη τη διάρκεια του 1972. Τον Μάρτιο, μετά την επίσκεψη του στρατηγού Τζον Ράιαν του αμερικανικού στρατού ακολούθησε η ανακοίνωση αυξημένης στρατιωτικής βοήθειας προς τη Χιλή – η κυβέρνηση ΛΕ δεν είχε να πει τίποτα. Αντιθέτως, κάλεσε το στρατό για να αναλάβει τον έλεγχο των γεγονότων – πρώτα, το Δεκέμβριο του 1971, κατά τη διάρκεια της Πορείας των Αδειών Κατσαρολών·στη συνέχεια, το Μάιο του 1972, κλήθηκε να επιβάλει την απαγόρευση μιας αριστερής αντιδιαδήλωσης στην Κονσεπσιόν. Τον Ιούλιο, μέλη μιας ακροαριστερής ένοπλης ομάδας συνελήφθησαν για ληστεία και υποβλήθηκαν σε συστηματικά βασανιστήρια από την αστυνομία. Αρκετούς μήνες νωρίτερα, ο στρατός είχε κληθεί στο ορυχείο χαλκού της Τσουκικαμάτα για να θέσει υπό έλεγχο την απεργία των μεταλλωρύχων. Στη συνέχεια, στις 18 Αυγούστου, 400 ένοπλοι αστυνομικοί εισέβαλαν στη φτωχή εργατική συνοικία Λο Ερμίδα στο Σαντιάγο, αφήνοντας πίσω τους ένα νεκρό, έναν ακόμη ετοιμοθάνατο και έναν απροσδιόριστο αριθμό τραυματιών. Αρκετές ημέρες αργότερα, ο Αλιέντε ζήτησε συγγνώμη από τους κατοίκους – αλλά ταυτόχρονα καταδίκασε τις δραστηριότητες της «υπεραριστεράς», νομιμοποιώντας έτσι το ρόλο της αστυνομίας και του στρατού από τη μία πλευρά και υποστηρίζοντας τη γραμμή επίθεσης του ΚΚ κατά της «βίας της αριστεράς και της δεξιάς» από την άλλη. Και τον Σεπτέμβριο, ως απάντηση στις επιθέσεις της δεξιάς σε ραδιοφωνικό σταθμό στην επαρχία Μπίο Μπίο, ο Αλιέντε κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, παραδίδοντας έτσι τον ουσιαστικό έλεγχο στην αστυνομία και τον στρατό για άλλη μια φορά.
Αν τα γεγονότα στη Λο Ερμίδα δεν είχαν διδάξει τίποτα στον Αλιέντε, συνέβαλαν στην ενίσχυση των φόβων της βάσης του εργατικού κινήματος. Η Λαϊκή Συνέλευση της Κονσεπσιόν, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1972 με τη συμμετοχή 2.000 αντιπροσώπων, ζήτησε τη συγκρότηση μιας Λαϊκής Συνέλευσης (η οποία στην πραγματικότητα αποτελούσε μέρος του προγράμματος της ΛΕ) και, υποστήριξε ότι ο αγώνας για τον εργατικό έλεγχο πρέπει να ενταθεί σε όλα τα επίπεδα. Στο τελευταίο σημείο της καταληκτικής δήλωσης ζητήθηκε η οικοδόμηση ενός εργατικού κράτους. Ήταν ξεκάθαρο ότι η ταξική πάλη εντεινόταν, όπως θα αποδείκνυε ο Οκτώβριος.
Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Αλιέντε ξεκίνησε μια νέα σειρά συζητήσεων, αυτή τη φορά με τη δικαιοσύνη, με στόχο να «περιορίσει τη βία της αριστεράς και της δεξιάς». Στη συνέχεια, προς το τέλος του μήνα, η οργάνωση των ιδιοκτητών φορτηγών ανακοίνωσε πανεθνική απεργία, δήθεν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το σχέδιο διαμόρφωσης ενός εθνικού συστήματος μεταφορών. Οι ιδιοκτήτες συγκέντρωσαν τα φορτηγά σε χώρους στάθμευσης στα περίχωρα της πόλης, αφαίρεσαν βασικά μέρη του κινητήρα και έστησαν ένοπλους φρουρούς στις πύλες. Στην απεργία προσχώρησε μεγάλος αριθμός καταστηματαρχών, ενώ αρκετές επαγγελματικές οργανώσεις –δικηγόρων και γιατρών– ανακοίνωσαν ότι θα συμμετείχαν επίσης στην απεργία. Οι Χριστιανοδημοκράτες αρνήθηκαν να συζητήσουν την κατάσταση με τον Αλιέντε, ο οποίος ήταν σαφώς ανίκανος να αποφασίσει τι να κάνει. Τελικά, η εργατική τάξη ήταν αυτή που καθόρισε την έκβαση των γεγονότων. Σχηματίζοντας κοινοτικές διοικήσεις και «κορντόνες» [δίκτυα], η εργατική τάξη αντιμετώπισε άμεσα τους ιδιοκτήτες φορτηγών και τους καπιταλιστές. Το αποτέλεσμα ήταν η ήττα της άρχουσας τάξης και της δεξιάς και η ανανέωση της αυτοπεποίθησης και της δύναμης της εργατικής τάξης. Στον αγώνα, είχαν σφυρηλατήσει νέα όργανα ελέγχου και είχαν αποδείξει πού βρισκόταν πραγματικά η εξουσία στην κοινωνία.
Για τον Αλιέντε, ωστόσο, το κεντρικό ζήτημα ήταν η επαναφορά του κρατικού ελέγχου. Για άλλη μια φορά, κάλεσε το στρατό για να επιβάλει αυτόν τον έλεγχο και να «αποκαταστήσει την τάξη» – τρεις στρατηγοί εντάχθηκαν τώρα στο υπουργικό συμβούλιο.[25] Το βασικό καθήκον ήταν η επιστροφή των εργοστασίων που είχαν καταληφθεί κατά τη διάρκεια της απεργίας των αφεντικών. Και αυτό με τη σειρά του προϋπέθετε την αποστράτευση των εργατών. Σε αυτό το πλαίσιο, η είσοδος των στρατιωτικών στο υπουργικό συμβούλιο έγινε για το συγκεκριμένο καθήκον της επαναφοράς της κατάστασης σε μια κανονικότητα που θα επέτρεπε στους εργοδότες να πάρουν την εκδίκησή τους.[26] Εξίσου, όσον αφορά την ΛΕ, το άμεσο καθήκον ήταν να τραβήξει πίσω τις εργατικές οργανώσεις κάτω από την ομπρέλα των κομμάτων ΛΕ και της CUT. Έτσι, στη συνέχεια, οι επίσημες ανακοινώσεις επιτέθηκαν στα κορντόνες ως «παράλληλες οργανώσεις» προς το CUT. Η El Siglo, η εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, για παράδειγμα, τις κατήγγειλε ως αναρχικές μορφές οργάνωσης:
«το ζητούμενο τώρα είναι να βρεθεί ένας τρόπος με τον οποίο οι Κοινοτικές Διοικήσεις μπορούν να καταστήσουν τις δραστηριότητές τους συμπληρωματικές προς εκείνες των κυβερνητικών οργανισμών. Από αυτή την άποψη, είναι απαραίτητο να συμμετέχουν οι κοινοτικές αρχές στις Διοικήσεις.»[27]
Και η θέση του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν πανομοιότυπη.[28]
Οι επερχόμενες εκλογές του Μαρτίου 1973 παρείχαν ένα ιδανικό μέσο, και οι ακτιβιστές της ΛΕ εργάστηκαν σκληρά για να διοχετεύσουν την ενέργεια των εργαζομένων σε εκλογική δραστηριότητα. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1973, ήταν σαφές ότι τα κορντόνες είχαν ουσιαστικά αδρανοποιηθεί, αν και ο Αλιέντε προσπάθησε να καλυφθεί ανταποκρινόμενος σε ορισμένα από τα αιτήματα που είχαν προκύψει τον Οκτώβριο. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέους ελέγχους στη διανομή, γεγονός που προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες από τη δεξιά. Στη συνέχεια, ο Αλιέντε ανέθεσε τη διανομή στον επικεφαλής της Πολεμικής Αεροπορίας, Μπατσελέτ. Ταυτόχρονα, ο υπουργός Οικονομίας, Μίγιας, μέλος του ΚΚ που είχε αντικαταστήσει τον Βούσκοβις, πρότεινε την επιστροφή των 123 κατειλημμένων εργοστασίων.
Καθώς πλησίαζαν οι εκλογές του Μαρτίου, η ρητορική της ΛΕ φάνηκε να αποκτά έναν πιο αριστερό χαρακτήρα. Ο Αλιέντε πρότεινε ένα κοινοβούλιο με ένα σώμα, έναν πιο κεντρικό ρόλο για την CUT και μια γενική αύξηση των μισθών για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους. Ωστόσο, μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα είχε απευθύνει έκκληση στους απεργούς εργαζόμενους στα ορυχεία να επιστρέψουν στη δουλειά τους και να μετριάσουν τις μισθολογικές τους απαιτήσεις. Τελικά, η ΛΕ κέρδισε τις εκλογές με αυξημένες ψήφους (43,4%). Ωστόσο, όταν λίγες ημέρες αργότερα δημοσιεύτηκε ένα έγγραφο του MAPU που επέκρινε την κυβέρνηση για τις παραχωρήσεις της προς τη Δεξιά, ο Αλιέντε απαίτησε την αποπομπή των υπεύθυνων μελών του MAPU. Δεκαπέντε διαγράφηκαν αργότερα, και το MAPU διασπάστηκε για το θέμα αυτό.
Ήταν σαφές ότι το υψηλότερο επίπεδο υποστήριξης της εργατικής τάξης προς την ΛΕ ήταν μια απάντηση στην αριστερή προεκλογική ρητορική, αλλά ήταν εξίσου έκφραση μιας νέας αυτοπεποίθησης και δύναμης που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια των αγώνων του Οκτωβρίου. Ωστόσο, αν η εργατική τάξη πίστευε ότι η ΛΕ θα προωθούσε το νέο στάδιο της ταξικής πάλης, σύντομα διαψεύστηκε. Μέσα σε ένα μήνα, ο Αλιέντε απαντούσε σε νέες επιθέσεις από τη Δεξιά, συμπεριλαμβανομένων των απειλών για παραπομπή του υπουργικού συμβουλίου για παραβάσεις του Συντάγματος, επιτιθέμενος στην «υπεραριστερά» στην τηλεόραση! Έχοντας αποτύχει να υπονομεύσει την εκλογική υποστήριξη της ΛΕ, η Δεξιά, και ιδίως οι Χριστιανοδημοκράτες, στράφηκαν τώρα σε όλο και πιο ανοιχτές επιθέσεις εναντίον της κυβέρνησης. Η βία στους δρόμους αυξήθηκε και η μία αντιπαράθεση διαδεχόταν την άλλη. Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαΐου και του Ιουνίου, ο Αλιέντε συνέχισε να καταγγέλλει την Αριστερά και να επιδιώκει διάλογο με τη Δεξιά.
Ο πυρήνας της δεξιάς επίθεσης ήταν ότι η ΛΕ είχε οδηγήσει τη χώρα σε οικονομικό χάος. Τα καταστήματα ήταν άδεια, η μαύρη αγορά οργίαζε και ο πληθωρισμός ξεπερνούσε το 400%. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν το 1973 κατά 50% περίπου.[29] Είναι σαφές ότι η άμεση ευθύνη για την κρίση δεν μπορούσε να αποδοθεί στην ΛΕ. Το οικονομικό χάος δημιουργήθηκε συνειδητά από την αστική τάξη, μέσω του οικονομικού σαμποτάζ, της εξαγωγής κεφαλαίων και της συστηματικής απόκρυψης αγαθών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης, ασκούσαν συνεχή οικονομική πίεση μέσω της επιμονής στην αποπληρωμή των χρεών και του αποκλεισμού της βοήθειας προς την κυβέρνηση. Και ενώ οι πληρωμές κοινωνικής πρόνοιας και οι μισθοί των φτωχότερα αμειβόμενων είχαν αυξηθεί κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων ετών, ήταν γεγονός ότι η έκταση της οικονομίας υπό κρατικό έλεγχο ήταν μικρή και μόλις που αυξανόταν.
Οι αντιφάσεις ήρθαν πιο καθαρά στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια της απεργίας των μεταλλωρύχων χαλκού, η οποία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1973. Το ζήτημα ήταν αν οι μεταλλωρύχοι θα έπρεπε να επιμείνουν σε μια μισθολογική αύξηση που θα συνδεόταν με τον πληθωρισμό. Ο Αλιέντε ζήτησε από τους μεταλλωρύχους να μην πιέσουν το θέμα, χρησιμοποιώντας την υπόσχεση για αύξηση των μισθών των χαμηλόμισθων ως μοχλό πίεσης εναντίον τους. Αλλά οι μεταλλωρύχοι αρνήθηκαν να δεχτούν τα επιχειρήματα του Αλιέντε. Δεν ήταν μια προνομιούχα τάξη, αλλά ένας βασικός τομέας της εργατικής τάξης, του οποίου τα σχετικά υψηλότερα επίπεδα μισθών είχαν κερδηθεί μέσα από δεκαετίες σκληρού αγώνα ενάντια στις εταιρείες χαλκού. Στην πραγματικότητα, ο Αλιέντε τους ζητούσε να θυσιάσουν τα κεκτημένα που είχαν κερδίσει με αγώνες προκειμένου να κατευνάσει τη δεξιά και να ενθαρρύνει την αστική τάξη να επανεπενδύσει. Όταν η απεργία συνεχίστηκε, ο Αλιέντε κατήγγειλε τους μεταλλωρύχους ως «προδότες» και «φασίστες» και όταν οι μεταλλωρύχοι διαδήλωσαν στο Σαντιάγο, τους υποδέχτηκαν στρατιές αστυνομικών που τους επιτέθηκαν με δακρυγόνα και κανόνια νερού. Η πικρία και η οργή των μεταλλωρύχων αξιοποιήθηκε προσεκτικά από τη Δεξιά –τροφοδοτώντας ακόμη περισσότερο τις συγχύσεις της Αριστεράς– γιατί ακόμη και αυτή επιτέθηκε στους μεταλλωρύχους. Το MIR, για παράδειγμα, «επέκρινε τη χρήση βίας, αλλά επιτέθηκε στους μεταλλωρύχους για »οικονομισμό», παρόλο που αγωνίζονταν για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο σε μια οικονομία που παρέμενε καπιταλιστική».[30] Ωστόσο, οι μεταλλωρύχοι δεν αποτελούσαν μόνο τη ραχοκοκαλιά του κινήματος της εργατικής τάξης καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του∙ είχαν επίσης δώσει την υποστήριξή τους στην ΛΕ επανειλημμένα κατά την περίοδο από το 1970 και μετά.
Στις 29 Ιουνίου, το σύνταγμα τεθωρακισμένων του Σαντιάγο υπό τον Ρομπέρτο Σούπερ προχώρησε σε πραξικόπημα. Απέτυχε πριν καν ξεκινήσει. Ωστόσο, χρησίμευσε για άλλη μια φορά για να καταδείξει την ετοιμότητα της εργατικής τάξης να τα βάλει με την αστική τάξη και να διεξάγει άμεσα τον δικό της αγώνα. Οι οργανώσεις της εργατικής τάξης που είχαν εμφανιστεί για λίγο τον Οκτώβριο του 1972 εμφανίστηκαν ξανά, αν και τα έντυπά τους (και κυρίως η Tarea Urgente, η εφημερίδα της κοινής επιτροπής των κορντόνες) έδειχναν μεγαλύτερη πολιτική συνειδητοποίηση και ακόμη πιο μαχητικό πνεύμα. Για άλλη μια φορά τα εργοστάσια κατελήφθησαν και η διανομή ελέγχθηκε άμεσα. Και αυτή τη φορά η εργατική οργάνωση άρχισε να οργανώνει την υπεράσπιση των εργοστασίων. Αυτό ήταν πάρα πολύ για τον Αλιέντε, ο οποίος τώρα επιφύλασσε τις επιθέσεις του αποκλειστικά και μόνο εναντίον των εργατών. Στράφηκε και πάλι στο στρατό, καλώντας τον να συμμετάσχει στο υπουργικό συμβούλιο. Εκείνοι αρνήθηκαν. Πρόσφερε θέσεις σε δύο κορυφαίους χριστιανοδημοκράτες. Και αυτοί αρνήθηκαν. Ωστόσο, παρά την άρνηση αυτή, οι σημαντικότερες ομιλίες των υποστηρικτών της κυβέρνησης εκείνη την εποχή αναφέρονταν επανειλημμένα στον ουδέτερο ρόλο των ενόπλων δυνάμεων και ουσιαστικά συνέχιζαν να τους καλούν να εισέλθουν στο υπουργικό συμβούλιο και να αναλάβουν την ευθύνη για την «αποκατάσταση της τάξης».[31] Για τους εργάτες, το μήνυμα ήταν σαφές: δουλέψτε σκληρότερα, δεχτείτε περισσότερες θυσίες, «η παραγωγή είναι επίσης επανάσταση» και «μαζέψτε υπογραφές κατά του εμφυλίου πολέμου». Όσον αφορά τον Αλιέντε, το βασικό καθήκον σε αυτό το σημείο ήταν να αφαιρέσει την ιστορική πρωτοβουλία από την εργατική τάξη και να την επαναφέρει, με τη βία αν χρειαστεί, στο κράτος. Ένα μήνα αργότερα, τον Αύγουστο, ο στρατός μπήκε για τελευταία φορά στο υπουργικό συμβούλιο της ΛΕ. Τι τους είχε κάνει να αλλάξουν γνώμη; Δύο γεγονότα· το πρώτο ήταν η συμφωνία της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει το νόμο για τον έλεγχο των όπλων. Φαινομενικά ψηφίστηκε για την αντιμετώπιση της δεξιάς, ο Νόμος για τον Έλεγχο των Όπλων εφαρμόστηκε απευθείας από τις ένοπλες δυνάμεις – και ήταν, στην πραγματικότητα, μια πρόσκληση προς τις ένοπλες δυνάμεις να αφοπλίσουν την εργατική τάξη. Όταν οι ιδιοκτήτες φορτηγών ξεκίνησαν μια δεύτερη πανεθνική απεργία στις 26 Ιουλίου, γνώριζαν ότι ο κύριος εχθρός τους, η οργανωμένη εργατική τάξη, δεχόταν συστηματική επίθεση. Στις 9 Αυγούστου, οι Financial Times ανέφεραν:
«Αξιοποιώντας τις εξουσίες που τους έδωσε ο νόμος για τον έλεγχο των όπλων, οι υπηρεσίες άρχισαν να ψάχνουν εργοστάσια και αριστερούς θύλακες. Αυτές οι επιδρομές, που πραγματοποιήθηκαν με ελάχιστη λεπτότητα, προκάλεσαν την οργή της αριστεράς. Από τις έρευνες προέκυψαν ελάχιστα όπλα, και ενώ η αστυνομία αποκάλυψε γιάφκες όπλων σε καταφύγια πλούσιων δεξιών, και το σημερινό κύμα βίας προέρχεται σίγουρα από τη δεξιά, η προσοχή του στρατού επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην αριστερά.»[32]
Κατά τη διάρκεια αυτών των «ερευνών για όπλα», αγωνιστές, συνδικαλιστές και μέλη αριστερών κομμάτων βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Ο Αλιέντε γνώριζε – ο αριστερός Τύπος περιείχε κυριολεκτικά εκατοντάδες ιστορίες για το τι συνέβαινε∙ η Chile Hoy δημοσίευε δραματικές φωτογραφίες και αναφορές αυτοπτών μαρτύρων. Αλλά ο Αλιέντε και η κυβέρνησή του δεν έκαναν τίποτα. Δεν μπορούσαν να ακούσουν το μήνυμα που ερχόταν από τον εργάτη στο κορντόν [δίκτυο] της Βικούνα ΜακΚένα:
«[...] αυτό που θέλουμε είναι μια επανάσταση, δεν θέλουμε ρεφορμισμό, θέλουμε τη λαϊκή εξουσία μια για πάντα στη Χιλή. Δεν θέλουμε στρατηγούς στο νέο υπουργικό συμβούλιο, γιατί πιστεύουμε ότι θέλουν να σταματήσουν την επανάσταση.»[33]
Ο άλλος δρόμος: οι αγώνες της εργατικής τάξης
Τίποτα από όσα συνέβησαν στη Χιλή πριν και μετά το Σεπτέμβριο του 1973 δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το πλαίσιο της ταξικής πάλης, η οποία στη Χιλή είχε φτάσει σε νέα και πρωτοφανή ύψη μεταξύ 1970 και 1973. Η συντριπτική πλειοψηφία των εκατομμυρίων λέξεων που γράφτηκαν για τη Χιλή παρουσίασαν μια εικόνα στην οποία οι πρωταγωνιστές ήταν μια πολιορκημένη κυβέρνηση από τη μια πλευρά και ένας άπληστος ιμπεριαλισμός από την άλλη. Ωστόσο, αυτή η εικόνα είναι σκόπιμα ψευδής. Διότι η δυναμική της χιλιανής διαδικασίας καθορίστηκε από τη σχέση μεταξύ μιας εργατικής τάξης και μιας αστικής τάξης που είχαν εμπλακεί σε σκληρή πάλη. Στις κρίσιμες στιγμές, τον Οκτώβριο του 1972 και τον Ιούλη του 1973, η κυβέρνηση της ΛΕ ήταν καθηλωμένη από το φάντασμα μιας αστικής τάξης που είχε βγει στους δρόμους. Ωστόσο, φαινόταν εξίσου φοβισμένη από μια εργατική τάξη που ανέπτυξε νέες μορφές οργάνωσης ως απάντηση σε αυτή την απειλή. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι η ηγεσία της ΛΕ, αν και ήταν ανίκανη να κινητοποιήσει την εργατική τάξη, διατηρούσε ακόμα πολιτική εξουσία μέσα σε αυτήν, μια εξουσία που χρησιμοποιούσε για να συγκρατεί τον αγώνα κάθε φορά. Οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι κατήγγειλαν τους εργάτες για ανευθυνότητα που οργανώνονταν έξω από τους υπάρχοντες θεσμούς του κράτους και κατήγγειλαν ως «αναρχική» κάθε έννοια ανεξάρτητης οργάνωσης των εργατών. Καθώς ο ρυθμός της ταξικής πάλης επιταχυνόταν, οι ηγέτες των συνδικάτων και οι υπουργοί της ΛΕ ήταν αυτοί που έγιναν οι πιο ανένδοτοι υπερασπιστές του αστικού κράτους.
Αυτές οι νέες μορφές οργάνωσης των εργαζομένων, τα κορντόνες, εμφανίστηκαν τον Οκτώβριο του 1972, ως απάντηση στην απεργία των αφεντικών. Αλλά δεν προέκυψαν από το πουθενά. Ήταν το αποτέλεσμα ενός ανοδικού σπιράλ της ταξικής πάλης, προϊόν της εργατικής δραστηριότητας που είχε περάσει σε υψηλότερο επίπεδο τα δύο τελευταία χρόνια του καθεστώτος Φρέι και συνέχισε να αναπτύσσεται μετά την εκλογή του Αλιέντε. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 το επίπεδο των απεργιών αυξήθηκε ραγδαία και κατά τη διάρκεια του 1971 είχε ήδη ανέλθει σε εντελώς πρωτοφανή ύψη. Έγινε επίσης πολύ πιο γενικευμένο: πολλοί περισσότεροι άνεργοι συμμετείχαν στους αγώνες και ένα μεγαλύτερο ποσοστό των απεργιών αφορούσε ζητήματα αλληλεγγύης με άλλους εργαζόμενους που αγωνίζονταν.[34] Η ταξική πάλη για την γη επίσης εντάθηκε όσο ποτέ άλλοτε, και η αυθόρμητη κατάληψη της γης από ακτήμονες αγρότες επεκτάθηκε στις πόλεις, καθώς εργάτες κατέλαβαν αστικά οικόπεδα που ανήκαν σε κερδοσκόπους.
Αντιμέτωπη με το αυξανόμενο ρεύμα του αγώνα, η κυβέρνηση της ΛΕ προσπάθησε να την ενσωματώσει στο κράτος. Χρησιμοποίησε διάφορα μέσα για το σκοπό αυτό. Ένα από αυτά ήταν οι JAP, επιτροπές που είχαν αρχικά συσταθεί υπό τον Φρέι για τον εξορθολογισμό της διανομής των αγαθών στις εργατικές συνοικίες και περιελάμβαναν τους τοπικούς καταστηματάρχες. Υπήρχε σίγουρα ένα πρόβλημα για τους εργάτες, οι οποίοι εξαρτώνταν από τους κερδοσκόπους και τους μεσάζοντες για τις προμήθειές τους – αλλά οι JAP [Juntas de Abastecimiento y Control de Precios] δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αναλάβουν τη θεμελιώδη σύγκρουση μεταξύ των εργατών και των αφεντικών τους στο σημείο παραγωγής. Ωστόσο, οι JAP χρησίμευσαν για να μετατοπίσουν τον τόπο του αγώνα από την παραγωγή, υποδηλώνοντας ότι το βασικό ζήτημα ήταν η διανομή και ότι εκεί ήταν που οι εργάτες μπορούσαν να βελτιώσουν τη μοίρα τους.
Άλλοι μηχανισμοί επιτέθηκαν πιο άμεσα στους αγωνιζόμενους εργαζόμενους. Η CUT, για παράδειγμα, δημιούργησε τις Επιτροπές Εποπτείας της Παραγωγής το Νοέμβριο του 1970, με ρητό στόχο να αυξήσει την παραγωγικότητα και να πείσει τους εργαζόμενους να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση στις μισθολογικές απαιτήσεις. Χρησιμοποιήθηκαν για να επιτεθούν στους μεταλλωρύχους, όταν τέσσερις μήνες αργότερα προέβαλαν αίτημα για αύξηση του μισθού κατά 45%. Η ίδια η κυβέρνηση εξέδωσε τους Βασικούς Κανόνες Συμμετοχής για τους Εργαζόμενους στον Ιδιωτικό Τομέα, απευθύνοντας έκκληση στους εργαζόμενους να διατηρήσουν την παραγωγή, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα κ.ά. Η εργασιακή ειρήνη ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί στον ιδιωτικό τομέα για τα «κέρδη» που υποτίθεται ότι θα γίνονταν στον εθνικοποιημένο ή «κοινωνικό» τομέα της οικονομίας. Χρειαζόταν για να εξασφαλιστεί η συνεργασία του «μη μονοπωλιακού» τομέα της αστικής τάξης, την οποία η κυβέρνηση ΛΕ επιδίωκε συνεχώς, και εξασφάλιζε ότι οι καταλήψεις από τους καταπατητές και τους αγρότες καταδικάζονταν ως ανεύθυνες και ως απειλή για τη συνέχιση του διαλόγου.[35]
Το εργαλείο της κυβέρνησης για τη μεταρρύθμιση ήταν ακόμη ο χριστιανοδημοκρατικός νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση του 1967, ο οποίος είχε ως στόχο τους μεγάλους γαιοκτήμονες και εξαιρούσε όλες τις ιδιοκτησίες γης κάτω των 160 στρεμμάτων (80 εκταρίων). Ο νόμος, λοιπόν, αποσκοπούσε στην προστασία της αγροτικής καπιταλιστικής τάξης, ιδίως των δικαιούχων των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, οι οποίοι ήταν τώρα οι ίδιοι εργοδότες εργασίας. Η διαδικασία της νόμιμης κατάληψης ήταν χρονοβόρα και κουραστική, οπότε οι αγροτικές οργανώσεις απλά κατέλαβαν απευθείας τη γη∙ και η πίεση για τη μείωση του ορίου μεγέθους στα 80 στρέμματα (40 εκτάρια) έγινε επίμονη, ιδίως δεδομένου ότι πολλοί από τους γαιοκτήμονες, στους οποίους επιτρεπόταν να κρατήσουν τα μηχανήματά τους και τα καλύτερα 80 εκτάρια γης, στην πραγματικότητα επωφελούνταν από τη μεταρρύθμιση και θα συνέχιζαν να επωφελούνται καθώς η μαύρη αγορά επεκτεινόταν.
Από τα μέσα του 1971, η κυβέρνηση της ΛΕ άρχισε να καταγγέλλει με αυξανόμενη αυστηρότητα τις καταλήψεις γης, κατηγορώντας το MIR για την οργάνωση των καταλήψεων. Ενώ ήταν αλήθεια ότι το MIR είχε στραφεί στην οργάνωση των αγροτών και των κατοίκων των παραγκουπόλεων (βλ. επόμενη ενότητα), η επιρροή του ήταν ελάχιστη. Το υψηλό επίπεδο κινητοποίησης ήταν το αποτέλεσμα δύο ετών αναπτυσσόμενης ταξικής πάλης στην ύπαιθρο. Οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον της «υπεραριστεράς», επομένως, ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια να αγνοηθεί αυτή η πραγματικότητα και να καλυφθεί η αντίφαση στην καρδιά της πολιτικής της ΛΕ μεταξύ της ρητορικής της «μετάβασης στο σοσιαλισμό» και της πραγματικότητας του συνεχούς συμβιβασμού με την αστική τάξη.
Μέχρι το 1972, αυτή η αντίφαση θα αναδυόταν στην καρδιά της οικονομίας, στις αστικές βιομηχανικές περιοχές, στις οποίες ανήκαν σχεδόν τα τρία τέταρτα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Και εδώ, τα τελευταία χρόνια του καθεστώτος Φρέι υπήρξε μια ανοδική πορεία των αγώνων, η οποία προήλθε από τη γενική απεργία του 1968, που οργανώθηκε από την CUT, και επιταχύνθηκε διαρκώς από τότε. Ήταν το κύμα των απεργιών και των κινητοποιήσεων της εργατικής τάξης σε κάθε επίπεδο που τρόμαξε και δίχασε την αστική τάξη το 1970 και που έφερε την ΛΕ στην εξουσία. Αλλά η ταξική πάλη δεν μπορούσε απλώς να ενεργοποιηθεί και να απενεργοποιηθεί κατά βούληση. Μέσα στο 1971, ο αριθμός των απεργιών αυξήθηκε, καθώς οι εργαζόμενοι ερμήνευσαν τη νίκη της ΛΕ ως μήνυμα για να εντείνουν τον αγώνα για την αύξηση του γενικού βιοτικού τους επιπέδου και την βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Για την ΛΕ, ωστόσο, ο πυρήνας της οικονομικής της πολιτικής ήταν η υψηλότερη παραγωγικότητα, ιδίως στον κρατικό τομέα. Αν και μικρός (21,9% του συνόλου)[36], ο κρατικός τομέας της οικονομίας ήταν το κλειδί, καθώς πολλά από τα οφέλη που προέβλεπε το πρόγραμμα θα προέρχονταν από τα υψηλότερα κέρδη στον τομέα αυτό. Το 90% της εργατικής τάξης που δεν απασχολούνταν στον κρατικό τομέα της οικονομίας, ωστόσο, ήταν όμηροι της συμμαχίας με την αστική τάξη, «έτσι ώστε οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα που ήταν πειθαρχημένοι ακτιβιστές της Λαϊκής Ενότητας να είναι υποχρεωμένοι να συγκρατήσουν τους αγώνες τους για να επιτρέψουν στους βιομήχανους να “αναπτυχθούν και να επεκταθούν” [...] και κάθε απεργία ή κατάληψη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως “πρόκληση δυσκολιών στη διαδικασία” ή ως “προσπάθεια υπερπήδησης σταδίων στη διαδικασία”».[37]
Για την ΛΕ, το βασικό ζήτημα ήταν ο έλεγχος – ο έλεγχος του εργατικού κινήματος μέσω της CUT και των συνδικάτων που ανήκαν σε αυτήν, καθώς και η διατήρηση της πολιτικής ηγεμονίας των μαζικών ρεφορμιστικών κομμάτων, του ΚΚ και του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ενώ το τελευταίο διατηρήθηκε σίγουρα τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβριο, η ικανότητα της CUT να ελέγχει τα γεγονότα ήταν πολύ πιο περιορισμένη· μόνο το 30% περίπου του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού ήταν συνδικαλισμένο, ενώ οι εγκαταστάσεις με 25 ή λιγότερους εργάτες εμποδίζονταν από το νόμο να οργανωθούν σε συνδικάτο. Ωστόσο, ήταν ακριβώς αυτοί οι τομείς που είχαν αρχίσει να πιέζουν τους εργοδότες τους μέσα στην τεταμένη ατμόσφαιρα της εποχής∙ και ήταν οι πιο οργανωμένοι εργάτες, από την άλλη πλευρά, που έβλεπαν τις προσπάθειες της αστικής τάξης να σαμποτάρει τα εργοστάσιά τους. Ήταν μια περίοδος αγώνων και κινητοποιήσεων – και μια περίοδος κατά την οποία ο ένας τομέας των εργαζομένων μετά τον άλλο έμπαιναν σε μια μάχη για βελτίωση των μισθών ή των συνθηκών για τον έλεγχο του ίδιου του εργοστασίου. Μέχρι τα μέσα του 1972, οι, εντάσεις περιορίζονταν στο εσωτερικό της CUT, αλλά τα σημάδια άρχισαν να διαφαίνονται στις αρχές του 1972. Στις αρχές του έτους, ένα Συνέδριο Εργαζομένων στην Κλωστοϋφαντουργία απέρριψε τις κυβερνητικές προτάσεις για συμμετοχή και απαίτησε τον έλεγχο της βιομηχανίας από τους εργαζόμενους και τη λογοδοσία των στελεχών. Από τότε, τα εργοστασιακά συνέδρια λάμβαναν χώρα τακτικά και η ιδέα άρχισε να εξαπλώνεται. Στη συνέχεια, τον Μάιο, μια σειρά συγκρούσεων στην αγροτική περιοχή Μαϊπού εξαιτίας της άρνησης ενός δικαστή να εφαρμόσει τον νόμο εναντίον ενός τοπικού ιδιοκτήτη προκάλεσε την υποστήριξη των εργατών της παρακείμενης βιομηχανικής περιοχής Κερρίγιος, οι οποίοι είχαν καταλάβει το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας Yarur στην περιοχή. Από αυτή την κοινή δράση γεννήθηκε το πρώτο κορντόν, το οποίο σχηματίστηκε τον Ιούνιο για να συντονίσει τους αγώνες μιας σειράς τοπικών οργανώσεων και καθοδηγήθηκε από τους οργανωμένους εργάτες της περιοχής. Όμως το κορντόν αγκάλιασε συνδικαλισμένους εργάτες καθώς και τοπικές οργανώσεις καταληψιών, επιτροπές διανομής (JAP) και επιτροπές γειτονιάς.
Η πρώτη ρήτρα του πρώτου κειμένου που συνέταξε το κορντόν τόνιζε: «Θα στηρίξουμε την κυβέρνηση του προέδρου Αλιέντε στο βαθμό που εκφράζει τους αγώνες και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων».[38] Ζητούσε την επιθετική συνέχιση της πολιτικής της απαλλοτρίωσης της βιομηχανίας και της γης και τη δημιουργία μιας σειράς νέων κρατικών θεσμών υπό τον άμεσο έλεγχο της βάσης. Απαιτούσε «την αποκήρυξη των αφεντικών και της αστικής τάξης» και ζητούσε τη δημιουργία «μιας λαϊκής συνέλευσης που θα αντικαθιστούσε το αστικό κοινοβούλιο». Το επόμενο βήμα απαιτούσε μια επαναστατική πολιτική ηγεσία, ικανή να οργανώσει και να ηγηθεί του αγώνα για την ανατροπή του κράτους. Όμως δεν υπήρχε τέτοια ηγεσία και η Λαϊκή Συνέλευση που τελικά συγκλήθηκε στην Κονσεπσιόν τον Ιούλιο/Αύγουστο παρουσίασε μια σύγχυση στην κατανόηση της σχέσης της με την κυβέρνηση που δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ. Η βασική αντίληψη παρέμεινε αυτή της κινητοποίησης για να πιέσει την κυβέρνηση να δράσει, αντί να αναπτύξει μια ανεξάρτητη γραμμή δράσης.
Η κρίση του Οκτωβρίου αποκάλυψε τις αντιφάσεις. Καθώς οι ιδιοκτήτες φορτηγών απεργούσαν και ενώθηκαν με ολόκληρα τμήματα της μεσαίας τάξης, οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων προσπάθησαν να κλείσουν τις πύλες τους και να σταματήσουν την παραγωγή. Ο Αλιέντε, ως συνήθως, ήταν αμφίθυμος και διαλλακτικός, ζητώντας την αποκατάσταση της τάξης. Αλλά η εργατική τάξη απάντησε άμεσα. Τα κορντόνες γενικεύτηκαν αυθόρμητα, καθώς οι διάφορες οργανώσεις της βάσης ενώθηκαν για να αντιμετωπίσουν την απεργία των αφεντικών. Φορτηγά αυτοκίνητα πάρθηκαν με τη βία και ξαναβγήκαν στους δρόμους, εργοστάσια κατελήφθησαν και παρέμειναν σε λειτουργία, η διανομή οργανώθηκε άμεσα και τα καταστήματα άνοιξαν ξανά από τις τοπικές επιτροπές διανομής –τις Κοινοτικές Διοικήσεις– ενώ το ιατρικό προσωπικό της αριστεράς κράτησε ανοιχτά τα νοσοκομεία. Η λεγόμενη ηγεσία του εργατικού κινήματος έμεινε πίσω από αυτό το ποιοτικό άλμα στο επίπεδο και τη φύση της εργατικής αυτοοργάνωσης. Όταν η απεργία των αφεντικών ηττήθηκε, ήταν ξεκάθαρο ότι η χιλιανή εργατική τάξη ήταν αυτή που είχε προκαλέσει αυτή την ήττα. Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των ατόμων που συμμετείχαν στα κορντόνες, τα δύο μεγαλύτερα κορντόνες, Κερρίγιος-Μαϊπού και Βικούνα ΜακΚένα, περιελάμβαναν περίπου 600 εργοστάσια από κοινού. Δεκάδες χιλιάδες συμμετείχαν άμεσα, αν κρίνουμε από το εύρος και το επίπεδο των κινητοποιήσεων.
Ωστόσο, τα κορντόνες υποχώρησαν μετά τον Οκτώβριο. Οι συγχύσεις που υπήρχαν στη Λαϊκή Συνέλευση της Κονσεπσιόν σχετικά με το ότι η κυβέρνηση Αλιέντε ήταν εργατική κυβέρνηση, σχετικά με το πώς το καθήκον των συνειδητοποιημένων ταξικά εργατών ήταν να τη στηρίξουν και σε ορισμένες περιπτώσεις να την πείσουν να δράσει – όλα αυτά συνεχίστηκαν μέχρι τα γεγονότα του Οκτώβρη. Δεν υπήρχε καμία φωνή στην αριστερά που να υποστηρίζει ότι ο δρόμος προς τα εμπρός περνούσε μέσα από τις ίδιες τις εργατικές οργανώσεις που θα έπαιρναν το δρόμο προς την εξουσία[39], και να προειδοποιεί ότι το νέο υπουργικό συμβούλιο του Αλιέντε συν τους στρατηγούς –που ήταν η «λύση» της κυβέρνησης ΛΕ– θα αποτελούσε αναπόφευκτα εμπόδιο για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Από την πλευρά του, το MIR δεν ήταν διατεθειμένο να αναλάβει την ηγεσία της εργατικής τάξης, στην οποία είχε μικρή επιρροή, στις ευρύτερες Κοινοτικές Διοικήσεις∙ οι Αριστεροί Σοσιαλιστές και το MAPU στράφηκαν στις εσωτερικές διαμάχες εντός του κόμματός τους, και το Κομμουνιστικό Κόμμα το μόνο που έκανε ήταν να καταγγείλει την ένταση της ταξικής πάλης ως «έναν ελιγμό που ενθαρρύνεται από τους ιμπεριαλιστές και τους αντιδραστικούς χρησιμοποιώντας στοιχεία της υπεραριστεράς και του MIR ειδικότερα».[40] Για άλλη μια φορά, η καταγγελία της «υπεραριστεράς» ήταν μια συγκαλυμμένη επίθεση στις ανεξάρτητες πρωτοβουλίες των εργαζομένων.
Αν και μετά τον Οκτώβριο τα κορντόνες μειώθηκαν, πολλές από τις κορυφαίες επιτροπές τους παρέμειναν σε λειτουργία και συνέχισαν να συνεδριάζουν. Η ΛΕ αντέδρασε προσπαθώντας να ενσωματώσει ορισμένα από τα αιτήματα, ιδίως στον τομέα της διανομής[41], ενώ παράλληλα αποκαθιστούσε τον έλεγχο του εργατικού κινήματος από την CUT. Δεδομένης της περιορισμένης φύσης της, αυτό σήμαινε ουσιαστικά τον αποκλεισμό πολλών από τους εργάτες που είχαν συμμετάσχει πιο ενεργά στα κορντόνες. Αυτό επιτεύχθηκε, οι πολιτικοί ακτιβιστές που είχαν συμμετάσχει στους αγώνες του Οκτώβρη κλήθηκαν τώρα να εργαστούν για τις εκλογές του Μαρτίου – αποσπώντας έτσι την προσοχή τους από την αυτενέργεια της εργατικής τάξης που είχε καταλάβει το κέντρο της ιστορικής σκηνής για μια σύντομη στιγμή.
Η ΛΕ βγήκε από τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου με αυξημένα ποσοστά. Για την αστική τάξη, η οποία ανέμενε πτώση της υποστήριξης της ΛΕ, τα αποτελέσματα των εκλογών αποτέλεσαν την τελική απόδειξη ότι ο αγώνας της θα έπρεπε πλέον να διεξαχθεί εκτός κοινοβουλίου. Οι οργανώσεις της εργατικής τάξης που είχαν αναδυθεί τον Οκτώβριο και είχαν σε μεγάλο βαθμό αποστρατευθεί τους επόμενους μήνες, ανασυγκροτήθηκαν τώρα σιγά-σιγά. Η αρχική σπίθα, τον Φεβρουάριο του 1973, ήταν το Σχέδιο Μίγιας – η απόφαση της κυβέρνησης να επιστρέψει τη συντριπτική πλειοψηφία των κατειλημμένων εργοστασίων στους αρχικούς ιδιοκτήτες τους. Αυτό συνάντησε καθολική αντίσταση και οδήγησε στην ανασύσταση αρκετών από τα κορυφαία κορντόνες και τις Κοινοτικές Διοικήσεις.[42] Καθώς ο τόνος της προπαγάνδας της Δεξιάς γινόταν όλο και πιο έντονος και δημόσιος στην απόφασή της να προχωρήσει σε άμεση αντιπαράθεση, τα κορντόνες και οι διοικήσεις επανεμφανίστηκαν σιγά-σιγά – σε μεγάλο βαθμό σε πείσμα των κομμάτων της Αριστεράς, τα οποία είχαν καλέσει τους καλύτερους αγωνιστές τους να εργαστούν για τις εκλογές του Μαρτίου και, στην περίπτωση του Κομμουνιστικού Κόμματος, είχαν απαγορεύσει ρητά στα μέλη του να συμμετέχουν σε κορντόνες ή κομάντος [διοικήσεις].
Ωστόσο, ακόμη και πριν από τα γεγονότα του Ιουνίου και του Ιουλίου, τα θεμελιώδη ζητήματα που έθετε η πορεία της ταξικής πάλης στη Χιλή –και η αδυναμία κατανόησής τους από την πλευρά των επαναστατών– τέθηκαν με σαφήνεια γύρω από ένα άλλο, και φαινομενικά άσχετο ζήτημα. Τον Απρίλιο, οι μεταλλωρύχοι χαλκού απεργούσαν για την πλήρη αύξηση των μισθών τους κατά 100%. Ο Αλιέντε αρνήθηκε, αλλά πρόσφερε αντ’ αυτού επιδόματα παραγωγικότητας. Η απεργία έθεσε καίρια ερωτήματα. Οι κυβερνητικές εκκλήσεις για θυσίες και παραγωγικότητα απευθύνονταν ιδιαίτερα στους μεταλλωρύχους χαλκού, οι οποίοι ήταν τόσο τα καλύτερα αμειβόμενα όσο και τα καλύτερα οργανωμένα μέλη της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Ωστόσο, οι μεταλλωρύχοι, όπως και όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι, είχαν δει το βιοτικό τους επίπεδο και τους πραγματικούς μισθούς τους να μειώνονται κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1972∙ είχαν δει την κυβέρνηση να κάνει τη μία παραχώρηση μετά την άλλη στην αστική τάξη, είχαν βιώσει την άμεση καταστολή προηγούμενων απεργιών από την αστυνομία και είχαν ακούσει τον κομμουνιστή υπουργό Οικονομίας, Μίγιας, να ζητά την επιστροφή των εργοστασίων που είχαν καταλάβει οι εργάτες «μόλις περάσει ο κίνδυνος». Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι ισχυρισμοί της ΛΕ ότι εξακολουθούσε να είναι μια εργατική κυβέρνηση σε μετάβαση στο σοσιαλισμό θα πρέπει να έμοιαζαν όλο και πιο κούφιοι και κενοί. Οι μεταλλωρύχοι επέμειναν στην απεργία τους και η ΛΕ κλιμάκωσε τις επιθέσεις της εναντίον τους, με αποκορύφωμα την επίθεση της αστυνομίας στην πορεία των μεταλλωρύχων προς το Σαντιάγο. Η αριστερά της ΛΕ –το MAPU και η σοσιαλιστική αριστερά– και το MIR ήταν εντελώς ανίκανοι να ανταποκριθούν σε αυτή τη νέα κατάσταση. Ενώ το MAPU, ειδικότερα, είχε ασκήσει ανοιχτή κριτική στην ηγεσία της ΛΕ[43] και είχε καλέσει για τη δημιουργία ενός «επαναστατικού πόλου» μαζί με τη Σοσιαλιστική Αριστερά, εξακολουθούσαν να μιλούν με όρους εσωτερικής αντιπολίτευσης εντός της ΛΕ. Αντιμέτωποι με τους μεταλλωρύχους, ωστόσο, απλά συντάχθηκαν πίσω από τις καταγγελίες της ΛΕ, αν και ασκούσαν κριτική στην τακτική του Αλιέντε. Για τον ίδιο λόγο, δεν χρησιμοποίησαν την επιρροή τους εντός των κορντόνες για να θέσουν ανοιχτά το ζήτημα της ανεξάρτητης οργάνωσης της εργατικής τάξης. Το MIR δεν προσέφερε καμία εναλλακτική ανάλυση. Ως αποτέλεσμα, οι απογοητευμένοι μεταλλωρύχοι έγιναν επιρρεπείς στους χειρισμούς της δεξιάς.
Ήταν μια ευκαιρία που χάθηκε. Αλλά η κρίσιμη ευκαιρία ήρθε στις 29 Ιουνίου, με το «τανκάζο» (την απόπειρα πραξικοπήματος). Αυτή τη φορά η οργάνωση των κορντόνες υπήρχε ήδη ως σκελετός και πήρε σάρκα και οστά μέσα σε λίγες ώρες. Στις λίγες περιοχές όπου δεν υπήρχαν κορντόνες, δημιουργήθηκαν αμέσως.[44] Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, νέες επιθέσεις της αστικής τάξης, με αποκορύφωμα την απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών στις 26 Ιουλίου, συνάντησαν την ενωμένη αντίσταση της εργατικής τάξης. Και υπήρξε μια ποιοτική αλλαγή από τον Οκτώβριο∙ αυθόρμητα, μέσα στον αγώνα, η ίδια η εργατική τάξη προχώρησε από τα συνθήματα που καλούσαν σε υπεράσπιση της κυβέρνησης, σε αιτήματα για: «Σκληρή γραμμή», «Οι φασίστες στον τοίχο» και «Να κλείσει το Εθνικό Συνέδριο». Τα εργοστάσια καταλήφθηκαν και πάλι, αλλά τα κείμενα που εκδόθηκαν από τα κορντόνες ξεκαθάριζαν ότι αυτή τη φορά δεν θα επιστρέφονταν σε καμία περίπτωση. Οργανώθηκαν πολιτοφυλακές για την υπεράσπιση των εργοστασίων και των εργατικών περιοχών. Σε ένα εργοστάσιο ενδυμάτων, του οποίου οι εργάτες ήταν κυρίως Χριστιανοδημοκράτες, η αλλαγή είχε επέλθει εντυπωσιακά:
«Πριν από τις 29 Ιουνίου, η πολιτική δεν συζητήθηκε ποτέ στο εργοστάσιο El As. Η πλειονότητα των γυναικών είναι υποστηρίκτριες των Χριστιανοδημοκρατών και οι λίγες γυναίκες που ήταν αριστερές δεν συζητούσαν τα πράγματα πιο δραστήρια. Σήμερα, λίγες εβδομάδες μετά την κατάληψη, οι εργάτριες είναι οργανωμένες σε επιτροπές και σε ταξιαρχίες επαγρύπνησης και συζητούν τις δηλώσεις της CUT και διαφωνούν με αυτές [...]
Η Μαρία Σαντοβάλ, με τη δήλωση της CUT στο χέρι, εξήγησε: “Κοιτάξτε, αυτή η δήλωση εδώ είναι προδοσία της εργατικής τάξης. Η λύση της CUT είναι να μιλήσει με τα αφεντικά και να καταλήξει σε συμφωνία μαζί τους, δίνοντάς τους πίσω τα εργοστάσια. Ποτέ δεν ήμουν πολύ υπέρ της ανάμειξης στην πολιτική, ποτέ δεν μιλήσαμε πολύ για τη διαδικασία [...] αλλά αν εμείς οι εργαζόμενοι θέλουμε την εξουσία, δεν θα την αποκτήσουμε ποτέ δίνοντας πίσω τα εργοστάσια, όσο μικρά και αν είναι αυτά”».[45]
Και η Συντονιστική Επιτροπή των κορντόνες υποστήριζε σε ένα σημαντικό κείμενο ότι
«Τα Βιομηχανικά Κορντόνες θα πρέπει να βασίζονται στην ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της εργατικής τάξης, δίνοντας ελεύθερη διέξοδο στη δημιουργικότητα και τις επαναστατικές πρωτοβουλίες της τάξης. Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στον σεχταρισμό και τη γραφειοκρατία που παίρνει αποφάσεις σε επίπεδο υπερδομής και χωρίς αναφορά στις μάζες.»[46]
Παρόλο που το ίδιο κείμενο έσπευδε να διαβεβαιώσει την κυβέρνηση και την CUT ότι δεν υπήρχε πρόθεση να δημιουργηθούν «παράλληλες οργανώσεις», ήταν σαφές πού βρισκόταν η πρωτοβουλία: δεν ήταν ακόμα πολύ αργά για τους επαναστάτες να σφυρηλατήσουν την ηγεσία του κινήματος σε ένα όργανο για την αντιμετώπιση του κράτους. Ωστόσο, η αριστερά έδειξε μόνο σύγχυση και αναποφασιστικότητα. Όταν οι απλοί ναύτες του Ταλκαχουάνο κατήγγειλαν τις προετοιμασίες πραξικοπήματος που γίνονταν στο Ναυτικό, η αριστερά διαμαρτυρήθηκε για την αδιαφορία της ΛΕ στις αποκαλύψεις τους και απηύθυνε εκκλήσεις για δράση ενάντια στο πραξικόπημα. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν η Αριστερά είχε καταφέρει να ριζώσει στο κίνημα της εργατικής τάξης που είχε δημιουργήσει αυτό που ήταν ουσιαστικά το έμβρυο της διπλής εξουσίας, μια εναλλακτική τάξη πραγμάτων που βιώνονταν καθημερινά στα κορντόνες και στις κοινοτικές διοικήσεις. Αν το είχαν κάνει, αν είχαν κινήσει την εργατική τάξη, ανεξάρτητα από την κυβέρνηση, προς τη μαζική υποστήριξη των ναυτών, ο συσχετισμός δυνάμεων θα μπορούσε να είχε αλλάξει οριστικά.[47]
Η ΛΕ και η ηγεσία της, που έχασε οριστικά τον έλεγχο, στράφηκε ξανά προς τα δεξιά και τους στρατηγούς. Καθώς η επίσημη ηγεσία της εργατικής τάξης υποχώρησε και η αριστερά αμφιταλαντεύτηκε μπροστά στην απόλυτη δύναμη του εργατικού κινήματος, η εργατική τάξη αφέθηκε να δώσει αυτή την αναπόφευκτη μάχη κάτω από τις χειρότερες δυνατές συνθήκες. Αν, όπως υποστήριξε ο Τρότσκι αναφερόμενος στη Γερμανία, η ηγεσία υποχωρήσει μπροστά σε μια αχαλίνωτη αστική τάξη, τότε η μάχη δεν θα αποφευχθεί – απλώς θα διεξαχθεί υπό τις χειρότερες δυνατές συνθήκες από την πλευρά των εργατών και «θα μετατραπεί σε μια σειρά τρομακτικών, αιματηρών και μάταιων σπασμών».[48]
Πού ήταν η αριστερά;
Η Λαϊκή Ενότητα ήταν ένας συνασπισμός πολλών κομμάτων, αλλά ήταν σαφές από την αρχή ότι η πολιτική ηγεμονία στο εσωτερικό της ανήκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως εκφράστηκε στην έννοια μιας «αντιμονοπωλιακής συμμαχίας» που είχε ως στόχο να «κερδίσει τα μεσαία στρώματα». Όπως δήλωσε ο Λουίς Κορβαλάν, Γενικός Γραμματέας του ΚΚ, στο 14ο Συνέδριο του κόμματος το 1969:
«Σε μια λαϊκή κυβέρνηση αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη της αντιπολίτευσης, εντός των ορίων των νόμων της χώρας, η οποία φυσικά θα εμπνέεται από τα συμφέροντα του λαού και όχι των λίγων προνομιούχων [...]
Εμείς οι κομμουνιστές θεωρούμε ότι σε ένα καθεστώς λαϊκής διακυβέρνησης και αργότερα, στις συνθήκες του σοσιαλισμού, κάθε ένα από τα πολιτικά ρεύματα του λαού θα διατηρήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όλα τα θρησκευτικά δόγματα θα γίνουν σεβαστά και επομένως θα υπάρχει ιδεολογικός και πολιτικός πλουραλισμός, παρά τον αγώνα του καθενός για τις δικές του ιδέες.»[49]
Ο υπουργός Οικονομίας Βούσκοβις το έθεσε πιο συνοπτικά:
«Ορισμένα συμφέροντα θα επηρεαστούν, αλλά σε αυτά δεν θα περιλαμβάνεται η συντριπτική πλειοψηφία των μη μονοπωλιακών βιομηχάνων. Αντιθέτως, θα τους προσφερθούν εκτεταμένες δυνατότητες όχι μόνο σταθερότητας αλλά και ανάπτυξης.»[50]
Ο συνασπισμός θα οικοδομούνταν γύρω από ένα πρόγραμμα εθνικισμού, σταδιακής ανάπτυξης και οικονομικής ανάκαμψης, το οποίο θα καθησύχαζε όλα τα τμήματα της αστικής τάξης εκτός από τα πιο απρόθυμα. Αν η ΛΕ μπορούσε να οικοδομήσει μια τέτοια συμμαχία εκεί όπου ο Φρέι είχε αποτύχει, θα ήταν επειδή θα μπορούσε να οδηγήσει την εργατική τάξη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το ΚΚ είχε ήδη αποδείξει τη δέσμευσή του στη συμμαχία με την αποδοχή του Καταστατικού των Εγγυήσεων∙ επρόκειτο να επαναλάβει αυτή τη δέσμευση στα τρία χρόνια της ΛΕ με τις επιθέσεις του κατά των κορντόνες και των κομάντος ως «παράλληλων οργανώσεων» ή «αναρχικών μορφωμάτων». Τον Οκτώβριο του 1972 και τον Ιούλιο του 1973, ήταν η φωνή του Κομμουνιστικού Κόμματος που ζητούσε πιο δυνατά την επιστροφή των εργοστασίων και την εμπιστοσύνη στις ένοπλες δυνάμεις, καταγγέλλοντας:
«τους αντιδραστικούς που άρχισαν να αναζητούν τρόπους να βάλουν σφήνα ανάμεσα στο λαό και τις ένοπλες δυνάμεις, υποστηρίζοντας ότι σκοπεύουμε να αντικαταστήσουμε τον επαγγελματικό στρατό.»[51]
Οι συνέπειες αυτής της στάσης έγιναν σαφείς στην απάντησή τους στους ναύτες που κατήγγειλαν το επικείμενο πραξικόπημα τον Αύγουστο του 1973. Ο Κορβαλάν απάντησε παραδίδοντάς τους σε δίκη στους ίδιους ανθρώπους των οποίων τη συνενοχή στο σχέδιο πραξικοπήματος είχαν καταγγείλει. Ο Κορβαλάν εξήγησε: «πρέπει να αφήσουμε τη Στρατιωτική Εισαγγελία να ξετυλίξει όλο το κουβάρι και τα όργανα της κρατικής ασφάλειας να προβούν στις αντίστοιχες ενέργειες». Καθώς πλησίαζε το πραξικόπημα, το ΚΚ επιφύλαξε την περισσότερη χολή του για εκείνους που απειλούσαν τη συμμαχία με τη μεσαία τάξη («η τακτική της υπεραριστεράς αντικειμενικά εξυπηρετούσε την αντίδραση»).[52] Έτσι, στη διαδήλωση της 4ης Σεπτεμβρίου, τα κομμουνιστικά πανό διακήρυτταν τον μεσαίο δρόμο – «Όχι στη βία της Αριστεράς και της Δεξιάς, όχι στον εμφύλιο πόλεμο».
Ο Αλιέντε και η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος αποδέχτηκαν αυτή τη γραμμή χωρίς αμφισβήτηση. Το ίδιο το πρόγραμμα της ΛΕ αντιπροσώπευε μια νίκη της ηγεσίας των Σοσιαλιστών επί της δικής τους αριστεράς. Η πρώτη δοκιμασία ήρθε με το Καταστατικό των Εγγυήσεων, το οποίο το ΣΚ αρνήθηκε αρχικά να αποδεχτεί∙ ωστόσο τελικά προσχώρησε στην κυβέρνηση που το είχε υπογράψει. Η σοσιαλιστική δεξιά αποδέχτηκε την έννοια του ΚΚ για την «κατάληψη ενός μέρους της εξουσίας», η οποία εξηγήθηκε με αυτή την περίεργη διατύπωση:
«Στη Χιλή έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση της οποίας το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι, από ταξική άποψη, η δυαδική εξουσία εκφράζεται με την ύπαρξη μιας γραμμής οριοθέτησης μέσα στον ίδιο τον υπάρχοντα κρατικό μηχανισμό, παρά με μια αντιπαράθεση μεταξύ του αστικού κρατικού μηχανισμού και ενός εναλλακτικού κράτους που εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.»[53]
Ένας σοσιαλιστής αγωνιστής, ο Πίο Γκαρσία, διέψευσε αυτή την παράλογη ιδέα:
«Το γεγονός ότι στη Χιλή οι λαϊκές δυνάμεις έχουν αποκτήσει τον έλεγχο της κυβέρνησης, ή του εκτελεστικού κλάδου του κράτους, έχει προκαλέσει λανθασμένες διατυπώσεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση ολόκληρο τον στρατηγικό προσανατολισμό της επαναστατικής διαδικασίας. Για παράδειγμα, η απλοϊκή διατύπωση ότι έχει κερδηθεί “μέρος της εξουσίας”. Το αστικό κράτος εξακολουθεί να υπάρχει στη Χιλή [...] Η φόρμουλα “δυαδική εξουσία” αντιστοιχεί σε μια κατάσταση στην οποία, όπως στη Ρωσία το 1917, όταν τα Σοβιέτ και η προσωρινή κυβέρνηση αντιπαρατέθηκαν, συνυπάρχουν δύο εξουσίες που δεν μπορούν εξ ορισμού να υπάρξουν μέσα σε έναν ενιαίο κρατικό μηχανισμό.»[54]
Αυτό που αποκαλύφθηκε ήταν η ύπαρξη στο Σοσιαλιστικό Κόμμα δύο σαφώς διακριτών ρευμάτων. Η μάχη μεταξύ τους διαμόρφωσε την εσωτερική ζωή του Σοσιαλιστικού Κόμματος από το 1940. Κάθε φορά η αριστερά μέσα στο κόμμα κατάφερνε να περάσει αποφάσεις επαναστατικού χαρακτήρα, όπως αυτή που ψηφίστηκε το 1967:
«Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ως μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση, διακηρύσσει την κατάληψη της εξουσίας ως τον στρατηγικό στόχο που πρέπει να επιτευχθεί από αυτή τη γενιά, για την εγκαθίδρυση ενός επαναστατικού κράτους που θα απελευθερώσει τη Χιλή από την εξάρτηση και την οικονομική και πολιτιστική καθυστέρηση και θα αρχίσει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Η επαναστατική βία είναι αναπόφευκτη και νόμιμη. Προκύπτει αναγκαστικά από τον κατασταλτικό και ένοπλο χαρακτήρα του ταξικού κράτους. Είναι ο μόνος δρόμος για την κατάληψη της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και για την επακόλουθη υπεράσπιση και ενίσχυση αυτής της εξουσίας. Μόνο με την καταστροφή του γραφειοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού του αστικού κράτους μπορεί να εδραιωθεί η σοσιαλιστική επανάσταση.»[55]
Ακόμη και μετά τη νίκη του Αλιέντε, οι δηλώσεις που προέκυπταν από τη σοσιαλιστική αριστερά συνέχισαν το ίδιο μοτίβο. Τον Μάιο του 1971, για παράδειγμα, η μετάβαση στον σοσιαλισμό θεωρήθηκε ως άμεσο καθήκον:
«Το Σοσιαλιστικό Κόμμα βλέπει την επαναστατική διαδικασία ως μια αδιάκοπη πορεία, χωρίς στάδια ούτε πρόωρες παγιωτικές διαδικασίες μέσα στο υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα, προς την πλήρη κατάκτηση της εξουσίας από τους εργάτες, με στόχο την ταυτόχρονη εκπλήρωση των ακόμα ανεκπλήρωτων δημοκρατικών καθηκόντων και των νέων σοσιαλιστικών καθηκόντων... Αν οι μεταρρυθμίσεις θεωρηθούν μεμονωμένα ως αυτοσκοπός, δεν είναι παρά ρεφορμισμός ... Γίνονται επαναστατικές όταν εντάσσονται σε μια συνολική επαναστατική στρατηγική που στοχεύει στην αντικατάσταση μιας τάξης από μια άλλη στη διαχείριση και τον έλεγχο της νέας κοινωνίας ...
Η κυβέρνηση της ΛΕ θα έχει επαναστατικό περιεχόμενο στο βαθμό που θα σταματήσει να στηρίζεται αποκλειστικά στην αστική θεσμικότητα και θα βοηθήσει να ανοίξει ο δρόμος για μια νέα θεσμική τάξη.»[56]
Η κυβέρνηση, αντίθετα, υποστήριξε ότι
«Ένας συνειδητοποιημένος, οργανωμένος και πειθαρχημένος λαός, μαζί με την αδιαμφισβήτητη πίστη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Καριμπινιέρος, είναι η καλύτερη άμυνα της Λαϊκής Κυβέρνησης και η καλύτερη εγγύηση του εθνικού μας μέλλοντος.»[57]
Ήταν εξίσου σαφές ότι η σοσιαλιστική αριστερά έβλεπε ότι η πρωτοβουλία έπρεπε να έρθει από τα κάτω και ότι αυτό θα ήταν η κινητήρια δύναμη, «προωθώντας τη διαδικασία και βαθαίνοντας τις ταξικές αντιθέσεις». Ωστόσο, αυτό θεωρήθηκε ότι γινόταν μέσα σε συγκεκριμένα συνταγματικά όρια∙ τα κορντόνες, για παράδειγμα, θεωρούνταν ως εκ τούτου «συμπληρωματικές οργανώσεις της λαϊκής κυβέρνησης, οι οποίες θα έδιναν νέα ζωή στις υπάρχουσες οργανώσεις της εργατικής τάξης, αλλά σε καμία περίπτωση οργανώσεις εξαρτώμενες από την κυβέρνηση». Και αυτή η άποψη αντικατοπτριζόταν στενά στα κείμενα που εξέδιδαν τα ίδια τα κορντόνες, η ηγεσία των οποίων σε πολλές περιπτώσεις ανήκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα: «Καταλαμβάνοντας εργοστάσια, κτήματα και άλλες επιχειρήσεις και ενισχύοντας τις δικές τους οργανώσεις, προετοιμάζονταν για την υπεράσπιση και τη συνεχή πρόοδο της λαϊκής κυβέρνησης και συνέχιζαν τον αγώνα για την έναρξη της οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας».[58]
Είναι σαφές ότι η σοσιαλιστική αριστερά είχε έναν προσανατολισμό προς τη βάση και την κοινωνία και μια αντίληψη του σοσιαλισμού που οικοδομείται από τα κάτω. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν τους οδήγησε να κατανοήσουν ότι η εξέλιξη του αγώνα θα παρήγαγε αναγκαστικά μια σύγκρουση μεταξύ μιας κυβέρνησης που είχε δεσμευτεί για τη συμφιλίωση των ταξικών συμφερόντων και ενός κινήματος της εργατικής τάξης που «αγωνιζόταν να ξεκινήσει την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας». Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της στρατιωτικής ισχύος του κράτους και του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να διαλυθεί συζητήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Τον Μάιο του 1971, ο Αλταμιράνο, γενικός γραμματέας του κόμματος, δήλωσε:
«Η ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ των τάξεων είναι αναπόφευκτη [...] Η αντίδραση θα χτυπήσει και πάλι την πόρτα του στρατώνα. Τα λόγια του Λένιν είναι κατάλληλα για την κατάστασή μας: “Φαίνεται αδύνατο να πολεμήσουμε ενάντια σε ένα σύγχρονο στρατό∙ ο στρατός πρέπει να γίνει επαναστατικός [...]”. Στην πραγματικότητα, η αναποφασιστικότητα των στρατευμάτων, αναπόφευκτη σε κάθε πραγματικά λαϊκό κίνημα, οδηγεί σε μια πραγματική πάλη για το στρατό καθώς ο επαναστατικός αγώνας εντείνεται.»[59]
Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι αυτές οι ιδέες αποτελούσαν, σε πολλές περιπτώσεις, την επίσημη πολιτική και το πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος και με βάση αυτές προσχώρησε μεγάλος αριθμός εργατών στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και αποδέχτηκε την ηγεσία του στα κορντόνες. Στη βάση αυτής της μαζικής εισροής μελών[60], της αυξανόμενης επιρροής των επαναστατικών ιδεών και της αύξησης των μελών της εργατικής τάξης που προσελκύονταν από τις καθαρά επαναστατικές πολιτικές του Σοσιαλιστικού Κόμματος, η Σοσιαλιστική Αριστερά αντιμετώπισε με αυτοπεποίθηση τη Συνδιάσκεψη της ΛΕ στο Ελ Αραγιάν. Άλλωστε, το πρόγραμμα του κόμματος έδειχνε ότι θα κέρδιζαν την κατάσταση. Αντ’ αυτού, η συνδιάσκεψη του Ελ Αραγιάν χρησίμευσε για να επιβεβαιώσει τη ρεφορμιστική κατεύθυνση της κυβέρνησης του Αλιέντε. Το συνέδριο, αντί να στηρίξει τους αγώνες των εργατών και να συζητήσει πώς θα εμβαθύνει και θα επεκτείνει την πορεία προς το σοσιαλισμό, κατέληξε στο συμπέρασμα:
«Η Λαϊκή Ενότητα αναγνωρίζει μια νόμιμη θέση για την ύπαρξη και την ανάπτυξη των πλατιών στρωμάτων των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών. Έχουμε επαναλάβει πολλές φορές ότι το πρόγραμμα δεν είναι αντίθετο με τα συμφέροντα του μη μονοπωλιακού ιδιωτικού τομέα, ο οποίος πάντα είχε και εξακολουθεί να έχει πραγματικές αντιθέσεις με τις μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις στην παραγωγή και τη διανομή.»[61]
Η σοσιαλιστική αριστερά ξεκίνησε να υπερασπίζεται μια θέση που ήταν εσωτερικά αντιφατική και αυτοκαταστροφική. Η επαναστατική ρητορική της δεν μπορούσε να κρύψει το γεγονός ότι εξέφρασε επανειλημμένα την απερίφραστη υποστήριξή της στην κυβέρνηση Αλιέντε∙ θεωρούσε την κυβέρνηση ως βασικό συστατικό για την επίτευξη του σοσιαλισμού εκείνη τη στιγμή, ανεξάρτητα από την πολιτική ή τη σύνθεσή της. Γιατί ποιες ήταν, στην πραγματική κατάσταση, οι διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις; Από τη μία πλευρά, πολύ απλά, η πτώση του Αλιέντε και η επιστροφή της εξουσίας στη δεξιά· ή η εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας από την άλλη. Καθώς ο Αλιέντε οδηγούσε την κυβέρνησή του όλο και πιο δεξιά, στο δρόμο της συνεργασίας και της συνθηκολόγησης με την αστική τάξη, η σοσιαλιστική αριστερά αντιμετώπιζε μια σκληρή επιλογή: είτε θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη δέσμευσή της σε μια επαναστατική στρατηγική, είτε θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αντίληψη ότι η εργατική εξουσία θα μπορούσε να οικοδομηθεί σε μια συμπληρωματική σχέση με την κυβέρνηση της ΛΕ. Η επιλογή αυτή είχε πραγματική σημασία∙ γιατί ήταν σαφές ότι η σοσιαλιστική αριστερά είχε πραγματικές ρίζες και μια αναγνωρισμένη ηγεσία μεταξύ των ηγετών των κορντόνες και των κομάντος – ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος από οποιαδήποτε άλλη οργάνωση στις οργανώσεις βάσης. Στην πράξη, όσο κι αν δεν το ήθελαν και δεν το συνειδητοποιούσαν, όσο κι αν διαφωνούσαν με άμεσες τακτικές εκτιμήσεις, επέλεξαν τον πρώτο δρόμο – παρά την επαναστατική ρητορική.
Αν η Σοσιαλιστική Αριστερά είχε πάρει στα σοβαρά τη ρητορική της, θα είχε αποσχιστεί από το Σοσιαλιστικό Κόμμα για να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό, επαναστατικό κόμμα που θα αντιπαρέθετε την εξουσία που εμπεριείχαν τα κορντόνες σε εκείνη της κυβέρνησης και των κομμάτων της Λαϊκής Ενότητας που την υποστήριζαν. Αναμφίβολα, αυτό θα είχε διαλύσει το ίδιο το Σοσιαλιστικό Κόμμα από το οποίο είχαν προκύψει. Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί εν μία νυκτί, υπό την πίεση της στιγμής – όπως πολλοί σοσιαλιστές ανακάλυψαν με τρομερό κόστος την 11η Σεπτεμβρίου. Δεν μπορείς ταυτόχρονα να εντάσσεις εργαζόμενους σε ένα κόμμα που είναι προσηλωμένο σε μια εκδοχή του ρεφορμισμού και να προετοιμάζεσαι να καταστρέψεις το ίδιο αυτό κόμμα την ίδια στιγμή. Αυτό έχει αποκαλυφθεί ξανά και ξανά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Για να δώσουμε ένα μόνο παράδειγμα, ας αναλογιστούμε την περίπτωση της Ρόζας Λούξεμπουργκ το 1914. Επί 15 χρόνια είχε ορθά επισημάνει τη γραφειοκρατική και οπορτουνιστική φύση του καουτσκικού κέντρου του κόμματος, ωστόσο παρέμεινε μέλος αυτού του κόμματος. Αντιμέτωπη με την πλήρη παράδοση του κόμματος στις δυνάμεις του γερμανικού κράτους με την έναρξη του πολέμου, βρέθηκε απομονωμένη, χωρίς οργανωμένους οπαδούς και χωρίς μέσο για να υποστηρίξει τις απόψεις της. Ο βιογράφος της περιέγραψε τις συνέπειες της αποτυχίας της να οικοδομήσει ένα επαναστατικό κόμμα αρκετά νωρίς:
«Τόσο η Ρόζα Λούξεμπουργκ όσο και η Κλάρα Τσέτκιν υπέστησαν νευρική κατάπτωση και κάποια στιγμή βρέθηκαν κοντά στην αυτοκτονία. Μαζί προσπάθησαν στις 2 και 3 Αυγούστου να σχεδιάσουν μια κίνηση κατά του πολέμου∙ ήρθαν σε επαφή με 20 μέλη του SPD που ήταν γνωστά για τις ριζοσπαστικές τους απόψεις, αλλά βρήκαν την υποστήριξη μόνο των Λίμπκνεχτ και Μέρινγκ [...] Η Ρόζα έστειλε 300 τηλεγραφήματα στους τοπικούς αξιωματούχους που θεωρούνταν αντιπολιτευόμενοι, ζητώντας τη στάση τους στην ψηφοφορία [υπέρ των πολεμικών πιστώσεων από το κόμμα στο γερμανικό κοινοβούλιο] και καλώντας τους στο Βερολίνο για μια επείγουσα διάσκεψη. Τα αποτελέσματα ήταν θλιβερά∙ η Κλάρα Τσέτκιν ήταν η μόνη που τηλεγράφησε αμέσως και ανεπιφύλακτα την υποστήριξή της.»[62]
Στη Χιλή, καθώς τα κορντόνες αναπτύχθηκαν, οι ηγέτες τους, οι οποίοι είχαν ενταχθεί στο Σοσιαλιστικό Κόμμα λόγω των επαναστατικών του ιδεών, διαπίστωσαν ότι, αντί να παρέχουν ένα πολιτικό μέσο για να προωθήσουν τον αγώνα, η συμμετοχή τους στο Σοσιαλιστικό Κόμμα τους φυλάκιζε και τους δέσμευε στον υπάρχοντα κρατικό μηχανισμό. Στις δηλώσεις τους, προσπάθησαν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα – αλλά στο τέλος υποχώρησαν την κρίσιμη στιγμή, μπροστά στην πρόκληση της εξουσίας. Ήταν αξιοσημείωτο, στις κρίσιμες στιγμές του αγώνα, τον Οκτώβριο του 1972 και τον Ιούλιο του 1973, ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν πήρε καμία θέση ως κόμμα, παραιτούμενο πλήρως από την πολιτική ηγεσία. Αλλά το ίδιο ίσχυε και για τη σοσιαλιστική αριστερά, της οποίας η συνεχιζόμενη συμμαχία με το κράτος την έκανε να σωπάσει όταν το ίδιο αυτό κράτος έστειλε το στρατό στα εργοστάσια τον Ιούλιο του 1973.
Θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Υπήρχε μια γενική απαίτηση από την ενεργό βάση για ένα επαναστατικό κόμμα; Προφανώς όχι, τουλάχιστον ρητά. Ωστόσο, η πρακτική των εργαζομένων που συμμετείχαν στην κατάληψη των εργοστασίων, στον έλεγχο των δρόμων, στον εξοπλισμό τους, έστω και αποσπασματικά και ανοργάνωτα, και στην επιμονή να μην υπάρξει καμία συνθηκολόγηση με τον στρατό ή την αστική τάξη, αντιπροσώπευε ακριβώς ένα τέτοιο αίτημα.[63] Αλλά έμεινε αναπάντητο.
Η σιωπή με την οποία αντιμετωπίστηκε ο μαζικός αγώνας υποδήλωνε μια βαθύτερη αναποφασιστικότητα, μια απροθυμία να έρθει σε ρήξη με ορισμένες από τις κεντρικές θεωρητικές ιδέες που εγκλώβιζαν τη σοσιαλιστική αριστερά. Πρώτα απ’ όλα, υπήρχε το ζήτημα του κράτους. Ενώ αναγνώριζε την ανάγκη διάλυσης της ένοπλης δύναμης του κράτους, συνέχιζε να υποστηρίζει ότι ένα άλλο τμήμα του ίδιου κρατικού μηχανισμού, η εκτελεστική εξουσία, θα μπορούσε να λειτουργήσει με αντίθετο τρόπο και να αποτελέσει προπύργιο του σοσιαλισμού. Υπήρχαν δύο θεμελιώδη σφάλματα εδώ. Πρώτον, υπέθετε ότι υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ της κυβέρνησης και του στρατού – στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένας·οι στρατηγοί βρίσκονταν μέσα στην ίδια την κυβέρνηση. Δεδομένου ότι το Καταστατικό των Εγγυήσεων εξασφάλιζε ότι η εκτελεστική εξουσία δεν θα παρενέβαινε σε καμία περίπτωση στα προνόμια του στρατού, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μόνο ότι οι στρατηγοί θα «παρενέβαιναν σταδιακά στα προνόμια» της κυβέρνησης – πράγμα που, όπως θα δούμε, συνέβη ακριβώς αυτό.
Ωστόσο, ακόμη και αν αυτό δεν είχε συμβεί, θα εξακολουθούσε να συνεπάγεται μια σοβαρή παρανόηση της φύσης της κυβέρνησης στις καπιταλιστικές κοινωνίες, μια παρανόηση την οποία ο Μαρξ αποκάλυψε εκατό χρόνια νωρίτερα στην κριτική του για τον Γερμανό σοσιαλιστή Λασάλ. Όπως και η ΛΕ, ο Λασάλ είχε υποστηρίξει τη δημιουργία ενός σοσιαλιστικού τομέα στην οικονομία «προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τη λύση του κοινωνικού ζητήματος» μέσω «κρατικής βοήθειας, υπό τον δημοκρατικό έλεγχο του εργαζόμενου λαού». Ο Μαρξ χλεύασε αυτή τη θέση:
«Αντί να προκύψει από την επαναστατική διαδικασία μετασχηματισμού της κοινωνίας, η “σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας” “προκύπτει” από την “κρατική βοήθεια” που δίνει το κράτος... και την οποία το κράτος, όχι ο εργάτης, δημιουργεί. Είναι αντάξιο της φαντασίας του Λασάλ ότι μια νέα κοινωνία μπορεί να οικοδομηθεί με κρατικά δάνεια εξίσου καλά όπως και ένας νέος σιδηρόδρομος.»[64]
Όσον αφορά τα αιτήματα των εργατών για κρατική παρέμβαση, ο Μαρξ ήταν σαφής ότι:
«έχουν αξία μόνο εφόσον είναι ανεξάρτητα δημιουργήματα των εργατών και δεν προστατεύονται ούτε από τις κυβερνήσεις ούτε από την αστική τάξη.»[65]
Βεβαίως, «ανάμεσα στην καπιταλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη»∙ αλλά, υποστήριξε ο Μαρξ, «αντιστοιχεί σε αυτήν και μια πολιτική μεταβατική περίοδος στην οποία το κράτος δεν μπορεί να είναι παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου». Με άλλα λόγια, η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό μπορεί να αρχίσει μόνο αφού η εργατική τάξη έχει συντρίψει αποφασιστικά το αστικό κράτος. Μόνο η αδυναμία κατανόησης αυτού του γεγονότος και η πεποίθηση ότι η μετάβαση είχε ήδη αρχίσει (που ήταν το επιχείρημα που προέβαλε ο Αλιέντε) μπορούν να εξηγήσουν ότι καταδίκασαν τους απεργούς μεταλλωρύχους του El Teniente τον Μάιο του 1973. Γιατί αν γινόταν αλλιώς, αντί να στηρίξουν το κράτος ενάντια στους εργάτες, θα είχαν αναγνωρίσει την ανάγκη να αναπτυχθούν οι αγώνες των εργατών σε σημείο που να το συντρίψουν αποφασιστικά.
Προϋπόθεση για ένα τέτοιο αποφασιστικό βήμα, φυσικά, θα ήταν η ύπαρξη μέσα στο εργατικό κίνημα ενός κόμματος που θα υποστήριζε διαρκώς και με συνέπεια την ανάγκη να συντριβεί το αστικό κράτος και να αντικατασταθεί με τα μέσα άμεσης εξουσίας που δημιουργούσε η εργατική τάξη της Χιλής. Ωστόσο, η σοσιαλιστική αριστερά δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο∙ και ο λόγος έγκειται, τουλάχιστον εν μέρει, στην ίδια την αντίληψή της για το κόμμα. Διότι δεν αναγνώριζαν στα κορντόνες το δυνητικό κέντρο μιας εναλλακτικής εξουσίας, αλλά έβλεπαν τη διαδικασία να αναπτύσσεται σε δύο διαφορετικά αλλά παράλληλα επίπεδα: τη βάση, που αντιμετώπιζε τοπικά και επιμέρους προβλήματα, από τη μια πλευρά, και την κυβέρνηση, που έλυνε τα προβλήματα της κοινωνίας, από την άλλη. Στην πραγματικότητα, αυτό οδήγησε στην αναπόφευκτη υποταγή της βάσης στην κυβέρνηση. Ένα επαναστατικό κόμμα θα είχε μια αποφασιστικά διαφορετική αντίληψη για τη σχέση μεταξύ του κόμματος και της εργατικής τάξης. Ακόμα και στην καλύτερή τους εκδοχή, η σοσιαλιστική αριστερά δεν ξεπέρασε ποτέ την αντίληψη ότι το κόμμα ήταν αυτό που θα ερμήνευε τις επιθυμίες της τάξης και θα πραγματοποιούσε το ίδιο τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Παρέμειναν απρόθυμοι ή ανίκανοι να αγωνιστούν για την ηγεσία ενός αγώνα για την αυτοχειραφέτηση της τάξης – έτσι απέτυχαν να δώσουν οποιαδήποτε κατεύθυνση στα σημεία κλειδιά του αγώνα∙ δεν μπόρεσαν να κρίνουν την ταξική πάλη με βάση το ρυθμό των πραγματικών γεγονότων και την πραγματική αντιπαράθεση μεταξύ των τάξεων. Αντίθετα, ερμήνευαν αυτά τα γεγονότα εκ των υστέρων και πάντα στο πλαίσιο μιας πολιτικής συζήτησης εντός ή μεταξύ των κομμάτων, αντί να παρέχουν μια ερμηνεία που θα έδινε νέα εργαλεία για να προχωρήσει ο αγώνας.
Αν η σοσιαλιστική αριστερά αποτελούσε τον κύριο πόλο για τους εργάτες που αναζητούσαν επαναστατικές ιδέες, η ηγεσία της ΛΕ επιφύλασσε τις περισσότερες επιθέσεις της κατά της «υπεραριστεράς» για το κίνημα της επαναστατικής αριστεράς, το MIR. Το MIR σχηματίστηκε το 1965, υπό την επίδραση της Κουβανικής Επανάστασης. Η πολιτική του ήταν γκεβαρική, αφιερωμένη στην προετοιμασία του ένοπλου αγώνα, ο οποίος θα διεξαγόταν από μια μικρή ομάδα επαγγελματιών επαναστατών. Στο βαθμό που συζητούσε ποτέ για μαζική δουλειά, ήταν στο πλαίσιο μιας «οπισθοφυλακής», που προμήθευε νέους αντάρτες και συντηρούσε αυτούς που βρίσκονταν ήδη στο πεδίο της μάχης. Έτσι, η επανάσταση θα μπορούσε να διεξαχθεί από τους επαναστάτες για λογαριασμό μιας αδιαφοροποίητης μάζας του «λαού». Δεν υπήρξε ποτέ η ανάγκη να οριστεί μια επαναστατική τάξη, της οποίας η αυτοχειραφέτηση θα προανήγγειλε το μετασχηματισμό της κοινωνίας προς το σοσιαλισμό. Η εσωτερική δομή του κόμματος αντανακλούσε αυτή τη μιλιταριστική αντίληψη∙ ήταν μια δομή διοίκησης και δεν υπήρχαν περιθώρια για εσωτερική συζήτηση ή πολιτική αντιπαράθεση.
Παραμένοντας εκτός του συνασπισμού της ΛΕ, ανταποκρίθηκε στη νίκη στις εκλογές του 1970 με μια φλογερή αριστερή ρητορική, αλλά με τις κεντρικές αρχές της πολιτικής του αμετάβλητες: ο σοσιαλισμός δεν αφορούσε την αυτοχειραφέτηση των εργατών και ο ρόλος των επαναστατών δεν ήταν να οικοδομήσουν ένα κόμμα από τους ίδιους τους αγώνες των εργατών που θα ηγούνταν της οικοδόμησης εργατικών συμβουλίων και της συντριβής του υπάρχοντος κρατικού μηχανισμού. Αντιθέτως, οι ηγέτες του MIR βρέθηκαν πίσω από την πολιτική των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων. Αυτό ήταν αναπόφευκτο, δεδομένης της δικής τους θεωρητικής φτώχειας και του κοινού εδάφους που μοιράζονταν με τα μεγάλα ρεφορμιστικά κόμματα: την πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός έπρεπε να κερδηθεί από μια ελίτ που ενεργούσε για λογαριασμό των «μαζών», ότι θα μπορούσε να πετύχει μόνο αν οι «πιο προνομιούχοι» (π.χ. πολλά από τα ηγετικά τμήματα της χιλιανής εργατικής τάξης, όπως οι μεταλλωρύχοι) έκαναν θυσίες, και ούτω καθεξής. Δεδομένων αυτών των ουσιαστικών σημείων συμφωνίας, η άνοδος της ταξικής πάλης στα τέλη της δεκαετίας του 1960 απλώς ώθησε το MIR στην ευρύτερη τροχιά της σοσιαλιστικής αριστεράς. Το 1969 ανέστειλε τον ένοπλο αγώνα σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια μαζική βάση ανάμεσα στους κατοίκους των φτωχογειτονιών και τους αγρότες (όπου η επιρροή των παραδοσιακών ρεφορμιστικών κομμάτων ήταν ελάχιστη), αλλά η πολιτική του το εμπόδισε να κάνει κάτι σημαντικό όταν είχε κερδίσει ακροατήριο. Δημιούργησε μετωπικές οργανώσεις αγροτών και κατοίκων των παραγκουπόλεων (η εργατική του οργάνωση, η FTR [Frente de Trabajadores Revolucionarios], ιδρύθηκε μόλις το 1972), αλλά όταν ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα των αγωνιζόμενων εργατών, τις περισσότερες φορές ανταποκρινόταν ακολουθώντας σεμνά τη γραμμή της κυβέρνησης ΛΕ – με καταστροφικά αποτελέσματα. Έτσι, ενώ το MIR μπόρεσε να βοηθήσει στην ανάπτυξη των κομάντος, στο πραγματικά κρίσιμο ζήτημα –το ρόλο των κορντόνες– βρέθηκε εντελώς στη λάθος πλευρά, συντασσόμενο με το ΚΚ και τη δεξιά πτέρυγα του ΣΚ και καταγγέλλοντας τα κορντόνες ως παράλληλες οργανώσεις που υπονόμευαν την CUT. Ακόμα και όταν η ταξική πάλη κορυφώθηκε τον Οκτώβριο του 1972 και τον Ιούλιο του 1973, εξακολουθούσε να ζητά την οικοδόμηση ενός «αριστερού ρεύματος» στην CUT.
Εν ολίγοις, σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς το MIR απλώς αντανακλούσε τη ρεφορμιστική πολιτική της ΛΕ. Είναι αλήθεια ότι τον Ιούλιο του 1973, ο Μιγκέλ Ενρίκεζ, ο γενικός γραμματέας του κόμματος, κάλεσε σε ένοπλη εξέγερση σε μια διάσημη ομιλία του. Αλλά αυτό ήταν κενή ρητορική στο πλαίσιο των επιθέσεων που ήδη στρέφονταν κατά της εργατικής τάξης. Είναι μάταιο να απευθύνεις εκκλήσεις για επανάσταση, όταν έχεις αποτύχει να προσφέρεις υποστήριξη στους αγώνες που προηγούνται αυτού του γιγαντιαίου βήματος. Ωστόσο, το MIR είχε καταδικάσει τους ανθρακωρύχους της El Teniente για «οικονομισμό», όταν κατέβηκαν σε απεργία για το αίτημα της πλήρους αναπροσαρμογής των μισθών. Μια τέτοια έλλειψη υποστήριξης οδήγησε με βεβαιότητα πολλούς από τους απεργούς στα χέρια της Δεξιάς, η οποία όμως τους έδωσε υποστήριξη ως ραβδί για να χτυπήσουν την ΛΕ. Έτσι, ενώ το MIR δήλωνε στρατιωτικά και οργανωτικά ανεξάρτητο από την κυβέρνηση της ΛΕ, πολιτικά παρέμενε μοιραία εξαρτημένο από αυτήν.
Καθώς τα γεγονότα προχωρούσαν προς την τελική και καταστροφική τους έκβαση, τα σχόλια του Τρότσκι για τη Γερμανία αποτελούν μια οδυνηρή σύνοψη των βασικών ζητημάτων που αντιμετώπιζε, αλλά αγνοήθηκαν από τη χιλιανή επαναστατική αριστερά του MIR και του Σοσιαλιστικού Κόμματος:
«Οι εργάτες καταλαβαίνουν ότι η μεγάλη μάχη απαιτεί σταθερή ηγεσία. Δεν φοβούνται ούτε τη δύναμη του φασισμού ούτε την ανάγκη ενός αμείλικτου αγώνα∙ ενοχλούνται μόνο από την αβεβαιότητα και την ταλάντευση της ηγεσίας, από τις αμφιταλαντεύσεις στις στιγμές της μεγαλύτερης ευθύνης. Ούτε ίχνος υποτονικότητας [...] δεν θα παραμείνει στα εργοστάσια μόλις το κόμμα υψώσει τη φωνή του σταθερά, καθαρά και με αυτοπεποίθηση.»[66]

Η καταγγελία
Στις 14 Αυγούστου 1973, ο Χοάν Γκαρσές, ένας από τους στενότερους συμβούλους του Αλιέντε, του έγραψε μια ανοιχτή επιστολή. Ήταν μια απάντηση στην είσοδο του στρατού στο υπουργικό συμβούλιο:
«Αν η αστική τάξη καταφέρει να προκαλέσει μια οικονομική κρίση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο επιζήμιο για το λαϊκό κίνημα από το να βρεθεί με μια εργατική τάξη αποδιοργανωμένη και ανίκανη να δράσει. Αν σήμερα οι εργαζόμενοι είναι δύσπιστοι και καχύποπτοι απέναντι στην κυβέρνηση, αποστρατευμένοι και με υπονομευμένο το φρόνημά τους, τι μπορεί να αποτρέψει την πτώση της κυβέρνησής μας;»[67]
Το ερώτημα απαντήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, όπως τόνισε ο Γκαρσές στην επιστολή του, οι προετοιμασίες για το πραξικόπημα γίνονταν ήδη, εντελώς ανοιχτά, και με την ενεργό συνενοχή της κυβέρνησης του Αλιέντε. Ούτε ήταν μυστικές. Προς τα τέλη Ιουλίου, ο αριστερός Τύπος ανέφερε ότι ο στρατός και η αστυνομία χρησιμοποιούσαν το νόμο για τον έλεγχο των όπλων για να εισβάλουν στα γραφεία συνδικάτων και αριστερών οργανώσεων, συλλαμβάνοντας και βασανίζοντας αγωνιστές. Οι απλοί ναύτες και οι στρατιώτες της αεροπορίας είχαν ήδη προειδοποιήσει δημόσια την κυβέρνηση ότι όλα ήταν έτοιμα για πραξικόπημα – όμως ο Αλιέντε αγνόησε τις προειδοποιήσεις τους. Κατά μία έννοια, ο κύβος είχε ήδη ριφθεί. Στις αρχές Αυγούστου, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Οι ιδιοκτήτες φορτηγών απεργούσαν, αυτή τη φορά επ’ αόριστον (δηλαδή μέχρι να πέσει η κυβέρνηση). Η δεξιά τρομοκρατική οργάνωση Patria y Libertad είχε ανακοινώσει δημοσίως ότι είχε περάσει στην παρανομία για να προετοιμαστεί για την τελική σύγκρουση. Ο πάτερ Ασμπούν εξέπεμπε καθημερινά στο Channel 9, υποσχόμενος επικείμενη εκδίκηση κατά της αριστεράς. Οι Χριστιανοδημοκράτες ανακοίνωσαν στα τέλη Ιουλίου ότι αναστέλλουν κάθε διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση. Στις 9 Αυγούστου, ο Αλιέντε ανακοίνωσε το σχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου ΛΕ-Στρατηγών. Εννέα ημέρες αργότερα, ο στρατηγός Ρουίζ, υπουργός Μεταφορών, παραιτήθηκε και στη συνέχεια κάλεσε σε τηλεοπτική συνέντευξη σε πραξικόπημα. Στις 23 του μηνός, ο στρατηγός Πρατς, αρχιστράτηγος των Ενόπλων Δυνάμεων και μόνιμη ελπίδα της ΛΕ, που τον θεωρούσαν εγγύηση του «πατριωτισμού» των ενόπλων δυνάμεων, παραιτήθηκε από τη θέση του. Στις 24 του μήνα, ο αντικαταστάτης του, ο Αουγκούστο Πινοσέτ, πήρε τη θέση του στο υπουργικό συμβούλιο.
Στις 17 Αυγούστου, η εφημερίδα Chile Hoy ανέφερε ότι η Πούντα Αρένας, στο νότιο τμήμα της Χιλής, ήταν ήδη «μια κατεχόμενη πόλη»:
«Από τις 29 Ιουνίου, η πόλη αυτή βρίσκεται υπό στρατιωτική κατοχή. Οι δρόμοι περιπολούνται από έναν εντυπωσιακό αριθμό στρατιωτών, οι οποίοι σταματούν και ψάχνουν πεζούς και εργαζόμενους που τυχαίνει, κατά σύμπτωση, να είναι όλοι υποστηρικτές της αριστεράς. Δέκα ημέρες πριν από την επίθεσή τους στα εργοστάσια στις 4 Αυγούστου, οι τρεις επαρχιακοί διοικητές των διαφόρων κλάδων των ενόπλων δυνάμεων έκαναν μια δημόσια δήλωση, συμβουλεύοντας την εργατική τάξη ότι κάθε προσπάθεια από μέρους τους να σχηματίσουν βιομηχανικά κορντόνες θα σταματήσει αμέσως [...]»[68]
Οι ανακοινώσεις που προέρχονταν από τα καρντόνες και τις μαζικές οργανώσεις ήταν προκλητικές και γεμάτες αυτοπεποίθηση. Η εργατική τάξη απάντησε στην απεργία των αφεντικών, για παράδειγμα, σχηματίζοντας μια σειρά από περιφερειακές συντονιστικές επιτροπές. Ωστόσο, ο Αλιέντε αγνόησε όλα τα σημάδια, και οι ηγεσίες των κομμάτων της ΛΕ απηύθυναν εκκλήσεις προς τις ένοπλες δυνάμεις και καλούσαν σε ηρεμία. Όλοι, δηλαδή, εκτός από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, του οποίου ο γενικός γραμματέας Αλταμιράνο κατάφερε να συνδυάσει, ως συνήθως, μια φλογερή ρητορική με τη συνεχή υποστήριξη μιας κυβέρνησης που είχε παραδώσει την πρωτοβουλία στους στρατιωτικούς[69], και φαινόταν να φοβάται περισσότερο την εργατική τάξη παρά τους στρατιωτικούς.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, ένα εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν στους δρόμους του Σαντιάγο για να τιμήσουν την τρίτη επέτειο της εκλογικής νίκης του Αλιέντε. Η παρουσία τους μαρτυρούσε ότι ήταν έτοιμοι να αγωνιστούν, να υπερασπιστούν την τάξη τους ενάντια σε μια ένοπλη αστική τάξη. Αλλά δεν υπήρχε καμία επαναστατική ηγεσία που να αντιληφθεί αυτή την ιστορική ευθύνη και να συντονίσει και να εξοπλίσει τις μαζικές εργατικές οργανώσεις. Η πολιτική ηγεσία του εργατικού κινήματος παρέμεινε στα χέρια των ρεφορμιστών – και γι’ αυτούς η μάχη είχε χαθεί. Ο Έλιος Πριέτο κατέγραψε την παράξενα βουβή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε σε εκείνη τη μαζική διαδήλωση[70] – ωστόσο αυτοί που κατέβηκαν στους δρόμους ήταν οι ίδιοι εργάτες που εβδομάδες πριν είχαν χτίσει νέα όργανα αγώνα, την υψηλότερη έκφραση του εργατικού κινήματος που είχε δει ποτέ η Χιλή, και τα έμβρυα μιας νέας, εναλλακτικής κρατικής εξουσίας. Παρά τα συνθήματα, οι Χιλιανοί, εργάτες ένιωθαν ξεκάθαρα ότι η τελική πράξη της ταξικής πάλης ήταν κοντά – και ότι ήταν ανίκανοι να την αποτρέψουν.
Για την αστική τάξη, το στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν η τελευταία και μοναδική επιλογή που της απέμενε. Το ένα μετά το άλλο, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών ετών, είχαν χρησιμοποιήσει τα άλλα μέσα που είχαν υπό τον έλεγχό τους∙ και σε κάθε περίπτωση, η άμεση και αποφασιστική δράση της εργατικής τάξης τους στέρησε το θρίαμβο. Η αρχική απώλεια της προεδρίας ήταν σίγουρα ένα πλήγμα, αλλά η Δεξιά είχε ακόμα την πλειοψηφία της στο Κογκρέσο για να μπλοκάρει τη νομοθεσία.[71] Ωστόσο, ξανά και ξανά, το μαζικό κίνημα των εργαζομένων άρπαξε την πρωτοβουλία και οδήγησε την ΛΕ να κάνει παραχωρήσεις προς αυτούς –έστω και μικρές και συχνά προσωρινές– και να υιοθετήσει μια ελαφρώς πιο προκλητική στάση απέναντι στη Δεξιά.
Στη συνέχεια, η αστική τάξη κλιμάκωσε τις ενέργειές της, προσφεύγοντας στη δεύτερη γκάμα επιλογών της – την οικονομική απεργία. Τον Οκτώβριο του 1972, η συντονισμένη εκστρατεία γύρω από την απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών είχε ως στόχο να φέρει την οικονομία σε σημείο κατάρρευσης, όμως και πάλι η εργατική τάξη ήταν αυτή που άλλαξε τα δεδομένα για την αστική τάξη. Η συμπερίληψη του στρατού στο υπουργικό συμβούλιο τον Νοέμβριο, λοιπόν, πρέπει να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια του Αλιέντε να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη της δεξιάς πτέρυγας και να διαχωρίσει την κυβέρνηση από τις δράσεις των υποστηρικτών της στην εργατική τάξη. Βέβαια, κατά την περίοδο που προηγήθηκε των εκλογών στο Κογκρέσο τον Μάρτιο του 1973, η Δεξιά άρχισε να συζητά δύο στρατηγικές – το «σκληρό» και το «ήπιο» πραξικόπημα. Το τελευταίο αντιπροσώπευε έναν συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών επιθέσεων στην κυβέρνηση της ΛΕ – αυτό που ονομάστηκε, με συνειδητή ειρωνεία, η στρατηγική των «Ρώσων Στραταρχών».[72] Αυτό περιελάμβανε τη δημιουργία οικονομικού χάους που θα οδηγούσε σε μια γενική απογοήτευση για τον Αλιέντε και σε μια συντριπτική νίκη της δεξιάς στις εκλογές του Μαρτίου. Στην πραγματικότητα ο Μάρτιος έδειξε αυξημένη υποστήριξη για την κυβέρνηση της ΛΕ, μια υποστήριξη που βασίστηκε στην ένταξη στον ενεργό αγώνα ολόκληρων νέων τμημάτων της εργατικής τάξης μέσω των κορντόνες και των κομάντος και παρά την ηγεσία της ΛΕ.
Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου, το παλάτι Μονέδα βομβαρδίστηκε και ο Σαλβαδόρ Αλιέντε δολοφονήθηκε. Λίγο μετά τις 9 το πρωί, είχε κάνει την τελευταία του εκπομπή. Με βάση αυτά τα τελευταία λόγια, χτίστηκε ένας μύθος – ο μύθος ενός ηρωικού ηγέτη που υπερασπίστηκε το λαό του μέχρι τέλους. Ωστόσο, δεν υπάρχει χώρος στο μύθο για τον άνθρωπο που παρέδωσε την εξουσία στην αστική τάξη, που αγνόησε τις συστηματικές επιθέσεις στην εργατική τάξη πριν από το πραξικόπημα, που έχασε την ελπίδα και την εμπιστοσύνη πολύ πριν από το πραξικόπημα. Τα τελευταία λόγια του Αλιέντε είναι συμβολικά και ηθικοπλαστικά – αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι δεν έχουν να πουν τίποτα στην εργατική τάξη. Φαίνεται ότι το μήνυμα απευθύνεται μόνο στους αγιογράφους, στους ιστορικούς κάποιου ακαθόριστου μέλλοντος:
«Έχουν τη δύναμη, μπορούν να μας καταπιέζουν, αλλά οι κοινωνικές διαδικασίες δεν μπορούν να αναχαιτιστούν με εγκληματικές πράξεις ή με τη δύναμη των όπλων. Η ιστορία είναι δική μας και φτιάχνεται από τον λαό […]
Εργάτες της χώρας μου. Θέλω να σας ευχαριστήσω για την πίστη που μου δείξατε πάντα, την πίστη που δείξατε σε έναν άνθρωπο που ήταν απλώς ο διερμηνέας της αναζήτησής σας για δικαιοσύνη, που έδωσε τον λόγο του να σεβαστεί το Σύνταγμα και τους νόμους και που κράτησε τον λόγο του [...]»[73]
Ήταν μια αναγνώριση της ήττας. Για την εργατική τάξη, που ήταν ακόμα έτοιμη να αγωνιστεί, το πρωί έφερε την πικρή διαπίστωση ότι τίποτα δεν είχε προετοιμαστεί, ότι οι εκκλήσεις στα όπλα και οι προκλητικοί λόγοι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ρητορική. Σε ένα από τα καλύτερα οργανωμένα εργοστάσια ένας αγωνιστής παραπονέθηκε ότι:
«Όταν φτάσαμε εκεί (στο εργοστάσιο Indumetal) οι εργάτες είχαν ήδη καταλάβει το εργοστάσιο με τα πιο υποτυπώδη όπλα. Τους δώσαμε όπλα AMK και τους δείξαμε πώς να τα χρησιμοποιούν. Είχαμε μερικά μπαζούκας και μερικά πολυβόλα. Το πιο ενοχλητικό στοιχείο, όμως, ήταν η έλλειψη συγκεκριμένου σχεδίου, οποιασδήποτε κατεύθυνσης και κυρίως η έλλειψη επαφής και συντονισμού με άλλα μέρη όπου υπήρχε αντίσταση. Δεν είχαμε ιδέα τι συνέβαινε έξω από το εργοστάσιο.»[74]
Στην πραγματικότητα ήταν από τους ελάχιστους των οποίων τα μικρά αποθέματα όπλων δεν είχαν κατασχεθεί τις προηγούμενες εβδομάδες από τον στρατό. Η γενική εικόνα ήταν μια εικόνα σύγχυσης, ανικανότητας και απομόνωσης∙ η εργατική τάξη αφέθηκε να σηκώσει το βάρος ενός πραξικοπήματος που, μέχρι το 1974, είχε δολοφονήσει 30.000 από αυτούς.
Ωστόσο, καθώς τα βασανιστήρια και ο τρόμος έπνιγαν στο αίμα την εργατική τάξη της Χιλής, ο ρεφορμισμός σε όλο τον κόσμο δούλευε εντατικά, συντάσσοντας τις εξηγήσεις και τις δικαιολογίες που θα κάλυπταν τα πραγματικά και τρομερά διδάγματα αυτού του «ειρηνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό» που τώρα ήταν γεμάτος με τόσους νεκρούς.
Η Χιλή και η Αριστερά
Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα δόθηκαν διάφορες εξηγήσεις. Κάθε μία από αυτές χρησιμοποιεί τη Χιλή ως παράδειγμα για να καταδείξει μια πολιτική προοπτική στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Ωστόσο, η Χιλή ως πολιτικό θέμα είχε ευρύτερες επιπτώσεις από το να χρησιμεύει απλώς ως μοντέλο ανάλυσης. Χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει μια γενικευμένη μετατόπιση προς τα δεξιά μεταξύ των κομμουνιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων παγκοσμίως και για να δικαιολογήσει την αποκήρυξη της ίδιας της έννοιας του μετασχηματισμού της κοινωνίας και ενός σοσιαλισμού που είναι έργο των ίδιων των παραγωγών του πλούτου. Στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου, η ίδια η λέξη Χιλή έχει γίνει συνώνυμη του «ιστορικού συμβιβασμού» και του θλιβερού «αποχαιρετισμού στην εργατική τάξη».
Ποια είναι τα επιχειρήματα;
Για το Κομμουνιστικό Κόμμα, η υποχωρητική στάση της κυβέρνησης Αλιέντε απέναντι στην αστική τάξη ήταν σωστή και δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι «Ο Αλιέντε, χωρίς να έχει την πλειοψηφία του πληθυσμού, πήρε μόνο το 36% της λαϊκής ψήφου το 1970. Ο στόχος επομένως ήταν να κερδίσει όλο και περισσότερους ανθρώπους να στηρίξουν την κυβέρνηση».[75]
Αν είχε συμβεί αυτό, το πραξικόπημα θα μπορούσε να είχε γίνει νωρίτερα και θα μπορούσε να ήταν ακόμη πιο αιματηρό από αυτό που έγινε. Σίγουρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη στις παραπάνω παρατηρήσεις για το πώς τα πραγματικά όργανα που πραγματοποίησαν τη δολοφονία της χιλιανής εργατικής τάξης –ο στρατός και οι μεγαλοεπιχειρηματίες υποστηρικτές τους– θα αφοπλίζονταν από αυτό.
Αλλά ακόμη και αν το αφήσουμε αυτό στην άκρη, το ερώτημα παραμένει: πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί μια τέτοια πλειοψηφία; Η απεργία των αφεντικών, η σχεδόν πλήρης εξάλειψη κάθε δυτικής βοήθειας, η μείωση της διεθνούς πίστωσης στο ένα πέμπτο του επιπέδου που είχε πριν από το 1970 –όλα αυτά με έντονα πολιτικά κίνητρα[76]– σήμαιναν ότι δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να κερδηθεί η «μη μονοπωλιακή αστική τάξη» ή η μικροαστική τάξη στο πλευρό της Λαϊκής Ενότητας. Αντιθέτως, η κυβέρνηση γινόταν γι’ αυτούς όλο και περισσότερο μια κυβέρνηση χάους και αταξίας. Η συναίνεσή τους μπορούσε να κερδηθεί –ελλείψει βιώσιμου καρότου– μόνο με το μαστίγιο. Μόνο η πραγματικότητα της δύναμης μιας ένοπλης και επιθετικής εργατικής τάξης θα μπορούσε να τους συγκρατήσει από την πλήρη υποστήριξη του πραξικοπήματος. Αλλά αυτό, φυσικά, δείχνει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από τη στρατηγική της αναζήτησης συναίνεσης με τμήματα της αστικής τάξης.
Αυτό που υποδηλώνει είναι η πλήρης αδυναμία να κερδηθούν αυτά τα στρώματα, δεδομένης της διεθνούς οικονομικής αρένας στην οποία εντάχθηκε (και εντάσσεται) η Χιλή. Εκείνη την εποχή, αυτό το αρκετά στοιχειώδες σημείο αμφισβητήθηκε έντονα από τους κύκλους του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι οποίοι αρκούνταν να μιλούν για τον βρετανικό, τον ιταλικό, τον χιλιανό κ.λπ. δρόμο προς τον σοσιαλισμό, σαν ο κάθε εθνικός δρόμος να ήταν ανεπηρέαστος από τη δυναμική της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, μέρος της οποίας αποτελούσαν όλοι. Ακόμα και τον Σεπτέμβριο του 1973, για παράδειγμα, στο Marxism Today ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Λουίς Κορβαλάν ανέφερε ότι «Πάντα υποστηρίζαμε ότι στις συνθήκες που επικρατούν στη Χιλή υπάρχει μια πραγματική δυνατότητα να ολοκληρωθεί η αντιιμπεριαλιστική και αντιολιγαρχική επανάσταση και να βαδίσουμε προς το σοσιαλισμό χωρίς εμφύλιο πόλεμο, αν και φυσικά διατηρώντας μια έντονη ταξική πάλη».
Μόλις έγινε το πραξικόπημα, όλα αντιστράφηκαν απότομα. Αντί για την «πραγματική δυνατότητα» της «πορείας προς το σοσιαλισμό», ο ηγέτης του ιταλικού ΚΚ Μπερλινγκουέρ μας είπε ότι «Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τον αποφασιστικό ρόλο που έπαιξε η παρουσία και η ενεργός παρέμβαση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στα γεγονότα της Χιλής.»[77] Από τη μια πλευρά λοιπόν υποστηρίζεται η βιωσιμότητα του εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, από την άλλη αμφισβητείται, λόγω της διεθνούς φύσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.
Αλλά διακυβεύονταν περισσότερα από τις άθλιες λογικές στρεβλώσεις μέσα από τις οποίες τα ΚΚ βρέθηκαν να περιπλανώνται μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου. Ο σκοπός της νεοαποκτηθείσας ανακάλυψης των ΚΚ για τη διεθνή φύση του παγκόσμιου καπιταλισμού, δεν ήταν τελικά να συνταχθούν αναδρομικά με τον Τρότσκι εναντίον του Στάλιν για τον «σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα» το 1924, σε αντιδιαστολή με τη διεθνή επανάσταση, αλλά μάλλον να προσθέσουν ουσία στον ισχυρισμό ότι από το 1970 έως το 1973 ο χιλιανός σοσιαλισμός ήταν συνταγματικά βιώσιμος μέχρι να δολοφονηθεί από έξω από μια αμερικανική συνωμοσία. Αυτό αποκρύπτει σκόπιμα το γεγονός ότι ήταν Χιλιανοί στρατιώτες που δολοφόνησαν 30.000 Χιλιανούς εργάτες∙ ότι ήταν το χιλιανό κεφάλαιο που προετοίμασε τις συνθήκες για το πραξικόπημα και του οποίου τα συμφέροντα εξυπηρετήθηκαν από αυτό. Οι πρωταγωνιστές της χιλιανής εμπειρίας του 1970-73 δεν ήταν έθνη αλλά τάξεις, των οποίων η πάλη και η σύγκρουση έφτασε σε ένα νέο και πρωτοφανές επίπεδο. Η λύση του Σεπτέμβρη ήταν μια ταξική λύση. Η επιμονή στην εξωτερική συνωμοσία διατηρεί ζωντανή την έννοια της «εθνικής συμμαχίας», ενός πολυταξικού μπλοκ που το ενώνει η αντίθεσή του στον ιμπεριαλισμό. Ωστόσο, κάτω από την πίεση της ίδιας της ταξικής πάλης, κανένας συμβιβασμός δεν ήταν αρκετός για να κρατήσει ζωντανή αυτή την ψεύτικη συμμαχία. Η επιμονή της ΛΕ να συνεχίζει να κάνει παραχωρήσεις στη δεξιά, όταν είχε εγκαταλείψει ακόμη και την προσποίηση του συνταγματισμού, απλώς εξυπηρετούσε, στην πραγματικότητα, την ενίσχυση και την ενδυνάμωση των δυνάμεων που είχαν στραφεί εναντίον της χιλιανής εργατικής τάξης.
Τα λογικά συμπεράσματα αυτής της σκέψης δεν άργησαν να εξαχθούν:
«Τι φως ρίχνουν όλα αυτά στις προοπτικές μετάβασης σε μια σοσιαλιστική κοινωνία υπό ειρηνικές και συνταγματικές συνθήκες; Πιστεύω ότι υπογραμμίζει τη σημασία της διατήρησης τόσο της ενότητας όσο και του ευρύτερου δυνατού μετώπου υποστήριξης. Αυτό μπορεί να σημαίνει αυτό που οι Ιταλοί κομμουνιστές αποκαλούν τώρα “ιστορικό συμβιβασμό” – δηλαδή να καθορίσουμε το ρυθμό της κοινωνικής αλλαγής σε αυτό που είναι αποδεκτό από τους πιθανούς συμμάχους ή τους πιθανούς ουδέτερους της μεσαίας τάξης.»[78]
«Πρέπει να εργαστούμε για να αυξάνουμε συνεχώς το βάρος και να εξασφαλίζουμε την τελική επικράτηση εκείνων των τάσεων που, με αίσθημα ιστορικού και πολιτικού ρεαλισμού, αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα και την ωριμότητα ενός εποικοδομητικού διαλόγου και μιας συμφωνίας μεταξύ όλων των λαϊκών δυνάμεων [...] είμαστε οι πρώτοι που συνειδητοποιούμε ότι η πορεία προς αυτή την προοπτική δεν είναι εύκολη και δεν μπορεί να επισπευσθεί. Αλλά ούτε πρέπει να πιστεύουμε ότι ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας είναι άπειρος [...] η ανάγκη να ανοίξει επιτέλους ένας ασφαλής δρόμος οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής ανανέωσης και δημοκρατικής προόδου [...] καθιστά όλο και πιο επείγον και πιεστικό να φτάσουμε σε αυτό που ονομάζουμε μεγάλο νέο “ιστορικό συμβιβασμό”».[79]
Η πολιτική που απορρέει από την εμπειρία της Χιλής και καταλήγει στον «ιστορικό συμβιβασμό» έχει τουλάχιστον την αρετή της συνέπειας. Η λογική του κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, μιας διαδικασίας της οποίας ο ρυθμός θα καθοριστεί τελικά από τμήματα της αστικής τάξης, πρέπει και οδηγεί στην εγκατάλειψη του σοσιαλισμού. Τι θα ικανοποιούσε τους Χριστιανοδημοκράτες στη Χιλή; Ποιος ρυθμός προόδου προς το σοσιαλισμό θα ήταν αποδεκτός από τη χιλιανή αστική τάξη; Η απάντηση είναι απλή και προφανής – καμία πρόοδος στον αγώνα για το σοσιαλισμό δεν είναι αποδεκτή από το κεφάλαιο. Διότι ο αγώνας για το σοσιαλισμό δεν είναι η επιδίωξη διαπραγματεύσιμων παροχών για τους εργαζόμενους, αλλά ένας θεμελιώδης μετασχηματισμός της κοινωνίας, ο οποίος θέτει την πλειοψηφία της κοινωνίας και τα συμφέροντά της στο επίκεντρο όλων των κοινωνικών και οικονομικών αποφάσεων. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών των συμφερόντων και των συμφερόντων του κεφαλαίου δεν είναι ούτε περιστασιακή ούτε τακτική· είναι διαρκής και αναγκαία.
Υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο σε αυτό το επιχείρημα, το οποίο παραπέμπει και πάλι στη σχέση μεταξύ του κόμματος και της τάξης. Διότι απορρίπτει την κεντρική αρχή του μαρξισμού – ότι ο σοσιαλισμός είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης. Οι παραγωγοί του πλούτου είναι οι πρωταγωνιστές της κατάκτησης του σοσιαλισμού. Και αυτός ο αγώνας δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί και να απενεργοποιηθεί κατά βούληση από τα κόμματα, αν και μπορούν –όπως δείχνει η Χιλή– να υπονομεύσουν σε σημαντικό βαθμό τη δύναμη της εργατικής τάξης σε αυτόν τον αγώνα. Είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός που παράγει την ταξική πάλη∙ το ζήτημα για τους σοσιαλιστές είναι πώς ανταποκρίνονται σε αυτή την πάλη. Επιστρατεύουν όλες τους τις δυνάμεις για να βοηθήσουν, να υποστηρίξουν και να οργανώσουν την εργατική τάξη για να νικήσει, ή υιοθετούν μια θέση ουδετερότητας που αντικειμενικά εγκαταλείπει την εργατική τάξη στην τύχη της. Στη Χιλή, μεταξύ Οκτωβρίου και Ιουλίου, ο αγώνας βρισκόταν στο αποκορύφωμά του∙ δεν ήταν δυνατόν να τον παρακάμψει κανείς.
Τέλος, υπάρχει και το άλλο επιχείρημα που προβάλλεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα: «η τακτική του υπεραριστερού MIR αντικειμενικά βοηθούσε την αντίδραση...».[80] Αυτό ήταν το σύνθημα της ΛΕ μέσα στη Χιλή καθώς πλησίαζε το πραξικόπημα∙ ήταν επίσης το επιχείρημα της αστικής τάξης, που διατυπώθηκε στην El Mercurio. Ωστόσο, αν, όπως υποδηλώνει το επιχείρημα, η βία ήταν ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα του ανερχόμενου αγώνα, τότε πώς μπορούν οι σοσιαλιστές να υποστηρίξουν ότι η σωστή απάντηση ήταν ο αφοπλισμός των εργατών; Ακόμη και αν το κίνημα είχε αποτύχει πλήρως σε μια επίθεση για την εξουσία, θα μπορούσαν οι συνέπειες να ήταν τόσο σοβαρές όσο η τερατώδης στατιστική των νεκρών και των βασανισμένων που παρήγαγε η στρατιωτική χούντα; Διότι η εργατική τάξη ήταν αυτή που δέχτηκε όλο το βάρος της βαρβαρότητας του Πινοσέτ. Γιατί; Επειδή η άρχουσα τάξη είχε τη δυνατότητα, επιδιώκοντας τον ιστορικό συμβιβασμό, να επιλέξει το χρόνο της, να επιλέξει τα όπλα της και να αφοπλίσει την εργατική τάξη με την έγκριση της κυβέρνησης πριν κάνει την τελική της κίνηση. Αν η Δεξιά δεν κινήθηκε τον Οκτώβριο του 1972 ή τον Ιούλιο του 1973, πρέπει να υπάρχει κάποια εξήγηση – και αυτή βρίσκεται στην ίδια τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση του κινήματος της εργατικής τάξης, μια δύναμη που είχε καταρρεύσει από τον Σεπτέμβριο του 1973.
Η λογική της ανάλυσης των ΚΚ (και του μεγαλύτερου μέρους της υπόλοιπης ρεφορμιστικής αριστεράς στα Εργατικά και Σοσιαλιστικά κόμματα) ήταν επομένως ξεκάθαρη – ακόμη και αν σπάνια διατυπώθηκε: να εγκαταλείψουμε εντελώς τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Η μόνη εναλλακτική λύση σε αυτό που μπορεί λογικά να εξαχθεί είναι επομένως ότι δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός δρόμος προς το σοσιαλισμό, ότι υπάρχει αποκλειστικά ο δρόμος του άμεσου, και στις κρίσιμες στιγμές ένοπλου αγώνα από την ίδια την εργατική τάξη. Έτσι, όταν τμήματα της Τέταρτης Διεθνούς φώναζαν «Ένοπλος δρόμος, μόνος δρόμος» στις διαδηλώσεις αλληλεγγύης που ακολούθησαν το πραξικόπημα, είχαν απόλυτο δίκιο.[81]
Η Militant Tendency επίσης, φάνηκε να το έχει λίγο πολύ καταλάβει εκείνη την εποχή, όταν υποστήριζε ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν να «Οπλιστούν οι εργάτες ενάντια στην αντίδραση!».[82] Ήταν ακόμα πιο ξεκάθαροι για τον τρόπο με τον οποίο τα κοινοβουλευτικά κόμματα οδηγούν αναγκαστικά τους εργάτες μακριά από τον μοναδικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Με αφορμή το χιλιανό πραξικόπημα κατέληγαν στο συμπέρασμα:
«Η ιστορία γνωρίζει μόνο δύο είδη δημοκρατίας. Υπάρχει η καπιταλιστική δημοκρατία, η οποία (σύμφωνα με τα λόγια του Λένιν) “είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει περιορισμένη, κουτσουρεμένη, ψεύτικη και υποκριτική, ένας παράδεισος για τους πλούσιους και μια παγίδα και μια απάτη για τους εκμεταλλευόμενους, για τους φτωχούς”. Και υπάρχει η προλεταριακή δημοκρατία, η οποία πρέπει να βασίζεται σε εργατικά συμβούλια, εκλογή αξιωματούχων με δικαίωμα ανάκλησης, ένοπλο λαό, μέσο μισθό ειδικευμένων εργατών για όλους τους διοικητικούς υπαλλήλους, εναλλαγή στις κρατικές αρμοδιότητες και ούτω καθεξής.»[83]
Ωστόσο, η πολιτική των ομάδων της Τέταρτης Διεθνούς δεν τους εμπόδισε, λίγα χρόνια αργότερα, να ενταχθούν στα ίδια ακριβώς κόμματα που το 1973 απέρριπταν ως παραδείγματα κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Όσον αφορά την Militant, όχι μόνο ήταν ήδη βαθιά βουτηγμένη στο Εργατικό Κόμμα εκείνη την εποχή, αλλά και πιο πρόσφατα ισχυριζόταν ότι:
«[...] στις σελίδες του Militant, σε φυλλάδια και σε ομιλίες, έχουμε δείξει ότι ο αγώνας για την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής Βρετανίας μπορεί να διεξαχθεί στο Κοινοβούλιο, υποστηριζόμενος από την κολοσσιαία δύναμη του εργατικού κινήματος έξω από αυτό.»[84]
Εν ολίγοις, αυτό που χρειάζεται εξήγηση σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι πώς μια σωστή γραμμή για τον ένοπλο αγώνα εναντίον του κοινοβουλίου στην περίπτωση της Χιλής μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιες φαινομενικά αντίθετες πολιτικές πιο πρόσφατα.
Η διαπίστωση ότι ο μόνος δρόμος προς το σοσιαλισμό είναι ο ένοπλος δρόμος είναι στην πραγματικότητα μόνο μια μισή αλήθεια, και μάλιστα επικίνδυνη· διότι η κατάληξη της περιόδου της ΛΕ δεν καθορίστηκε το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά πολύ νωρίτερα. Η διανομή των όπλων απαιτούσε, ως προϋπόθεση, την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης για την επίθεση στην κρατική εξουσία.
Ωστόσο, είδαμε ότι οι επαναστάτες της Χιλής δεν προετοίμασαν το κίνημα της εργατικής τάξης από αυτή την άποψη, ότι υποχώρησαν μπροστά στην ευθύνη της ηγεσίας, της δημιουργίας μιας επαναστατικής οργάνωσης. Ωστόσο, συνέχισαν να καλούν σε ένοπλες εξεγέρσεις, παρόλο που αυτοί που φώναζαν παρέμεναν μέσα στη Λαϊκή Ενότητα, αρνούμενοι να έρθουν σε ρήξη με τα ρεφορμιστικά κόμματα, όπως απαιτούσε η ταξική πάλη. Σε αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες, το κάλεσμα στα όπλα χρησιμεύει για να συγκαλύψει την πραγματικότητα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει και οδήγησε τους εργάτες να πιστέψουν ότι η Λαϊκή Ενότητα οδηγούσε την εργατική τάξη σε μια επαναστατική διαδικασία, κάτι που σαφώς δεν συνέβαινε. Έτσι, όταν ήρθε το πραξικόπημα, οι πιο προχωρημένοι εργάτες περίμεναν πραγματικά ότι η ΛΕ θα παρείχε όπλα – και ήταν βαθιά μπερδεμένοι όταν δεν το έκανε. Όσοι ζητούσαν τον εξοπλισμό των εργατών χωρίς να εργάζονται για τη δημιουργία των πολιτικών συνθηκών υπό τις οποίες η εργατική τάξη θα μπορούσε να διεκδικήσει την εξουσία, ήταν ένοχοι για την άμεση δημιουργία αυτής της ψευδαίσθησης και για το ότι άφησαν την εργατική τάξη απογυμνωμένη και κατακερματισμένη όταν ήρθε η ώρα της αναμέτρησης. Είναι θεμιτό να προβάλλεται το σύνθημα μόνο ως αναπόσπαστο μέρος μιας πολιτικής θέσης που υπερασπίζεται το σύνολο της εργατικής τάξης ενάντια στις επιθέσεις του καπιταλιστικού κράτους (όποιος κι αν είναι επικεφαλής αυτού του κράτους), και η οποία θέτει ως στόχο την αποδέσμευση των εργαζομένων από τον ρεφορμισμό προκειμένου να οικοδομηθεί το επαναστατικό κόμμα. Η σοσιαλιστική αριστερά, λοιπόν, έκανε δύο ειδών λάθη, το καθένα από τα οποία ήταν μοιραίο.
Πρώτον, απέτυχαν να υποστηρίξουν όλους τους εργαζόμενους σε έναν αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση Αλιέντε. Έχοντας εμμονή με τη λανθασμένη ιδέα ότι η εθνικοποιημένη βιομηχανία ήταν ένα από τα δομικά στοιχεία με τα οποία οικοδομούνταν ήδη ο σοσιαλισμός στη Χιλή, βρέθηκαν αναπόφευκτα να υποστηρίζουν το υπουργικό συμβούλιο ενάντια στους εργάτες της εθνικοποιημένης βιομηχανίας σε κρίσιμες διαμάχες (όπως στην El Teniente για παράδειγμα), και ακόμη και περιστασιακά και στον ιδιωτικό τομέα (έτσι ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο ο εθνικοποιημένος τομέας). Με μια τέτοια ηγεσία το εργατικό κίνημα δεν μπορούσε παρά να παραπαίει.
Δεύτερον, διατύπωσαν μια λυσσαλέα επαναστατική ρητορική, η οποία προσέλκυσε τα καλύτερα στοιχεία της εργατικής τάξης στο σοσιαλιστικό κόμμα, αντί να τα βγάλει από αυτό. Παρείχαν μια αριστερή κάλυψη για την πραγματική δύναμη στο κόμμα –τον Αλιέντε και τη Δεξιά– ενώ αυτό που θα έπρεπε να είχαν προσφέρει ήταν μια εναλλακτική οργάνωση, της οποίας απώτερος στόχος θα ήταν να συντρίψει συνολικά τα ρεφορμιστικά κόμματα, στον αγώνα για την ανάδειξη της εξουσίας των κορντόνες πάνω από εκείνη του υπάρχοντος αστικού κρατικού μηχανισμού.
Η συνειδητοποίηση ότι ο ένοπλος δρόμος ήταν ο μόνος δρόμος ήταν, επομένως, από μόνη της εντελώς ανεπαρκής για να σταματήσει το πραξικόπημα. Ο Αλτιμιράνο και η αριστερά στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, άλλωστε, όπως είδαμε, υποστήριζαν ήδη ακριβώς αυτό και έπειθαν την πλειοψηφία στο κόμμα σε αυτό το σημείο, αλλά μόνο με την οργανωτική και πολιτική ρήξη με το κόμμα θα μπορούσε αυτό να σημαίνει κάτι ουσιαστικό.
Αυτά είναι τα πραγματικά διδάγματα του πραξικοπήματος της Χιλής, και είναι αυτά που όσοι αυτοαποκαλούνται τροτσκιστές μέσα στο Εργατικό Κόμμα δεν θα αντλήσουν, φυσικά, ποτέ. Γι’ αυτό το λόγο το βασικό απόσπασμα στην περιγραφή του πραξικοπήματος του 1973 από τη Militant δεν είναι το απόσπασμα που ήδη παραθέσαμε, αλλά μάλλον το ακόλουθο: «Υπάρχει μόνο ένα συμπέρασμα», δηλαδή ότι «η ηγεσία και το πρόγραμμα της εργατικής οργάνωσης ήταν λανθασμένα». Θα έπρεπε:
«να αποκαλύψουν το ρόλο των τραπεζών και των μονοπωλίων και να αποδείξουν [στους εργάτες] την τεράστια υπεροχή της σχεδιασμένης οικονομίας.»[85]
Αλλά μπορούμε να το δεχτούμε αυτό μόνο αν θεωρούμε την εθνικοποιημένη βιομηχανία (που τέθηκε σε εφαρμογή από το κοινοβούλιο φυσικά) ως πιο σημαντική από τις υψηλότερες κατακτήσεις των εργαζομένων στον αγώνα, όπως τα κορντόνες (που δεν αναφέρονται καν). Άλλωστε, όπως είδαμε, η αποτυχία δεν ήταν τόσο πολύ η ύπαρξη ενός «λανθασμένου προγράμματος»∙ πράγματι, το πρόγραμμα του Αλτιμιράνο και της σοσιαλιστικής αριστεράς ήταν, όπως είδαμε, πολύ πιο επαναστατικό από τις πράξεις τους – αλλά, το κρίσιμο είναι ότι χρησίμευσε για την ενσωμάτωση ενός ολόκληρου στρώματος επαναστατών εργατών, μέσω του Σοσιαλιστικού Κόμματος, στην κυβέρνηση της ΛΕ, και επομένως και στον υπάρχοντα αστικό κρατικό μηχανισμό. Με δεδομένη μια τέτοια πολιτική είναι μόνο ένα μικρό βήμα μέχρι την πλήρη εγκατάλειψη μιας πολιτικής που έχει τις ρίζες της στο γνήσιο επαναστατικό τροτσκισμό.
Τέλος, υπάρχει το επιχείρημα που προβάλλει ο Ραλφ Μίλιμπαντ.[86] Ενώ ασκεί κριτική στον Αλιέντε και την ΛΕ από τη μια πλευρά, υποστηρίζει από την άλλη ότι οι συνθήκες για μια ποιοτική πρόοδο στον αγώνα των εργατών απλώς δεν υπήρχαν. Επιχειρηματολογώντας από ένα είδος πραγματισμού, ο Μίλιμπαντ προτείνει ότι το βασικό ζήτημα είναι αυτό της χρονικής στιγμής. Ωστόσο, λέγοντας ότι «η εγκαθίδρυση μιας ακραίας μορφής συμβουλιακής (ή σοβιετικής) δημοκρατίας την επομένη της επανάστασης ως υποκατάστατο του διαλυμένου αστικού κράτους [...] αποτελεί μια αδύνατη πρόβλεψη που δεν μπορεί να έχει άμεση σχέση με οποιοδήποτε επαναστατικό καθεστώς», ο Μίλιμπαντ φαίνεται να αγνοεί πλήρως την ύπαρξη των κορντόνες και τον ταξικό τους χαρακτήρα. Τα Σοβιέτ, ή αλλιώς κορντόνες, δεν είναι δημιουργήματα μετά την επανάσταση∙ είναι τα όργανα της εργατικής δημοκρατίας που δημιουργούνται από την τάξη κατά τη διάρκεια του αγώνα.
Και στη Χιλή υπήρχαν. Ίσως, προτείνει ο Μίλιμπαντ, η κυβέρνηση της ΛΕ «θα μπορούσε τουλάχιστον να έχει επιτύχει πολύ σημαντικές αλλαγές στο προσωπικό των διαφόρων τμημάτων του κρατικού συστήματος». Ωστόσο, αυτό εμπίπτει ακριβώς στο σφάλμα του ρεφορμισμού∙ το Καταστατικό των Εγγυήσεων εξασφάλιζε ότι η ΛΕ δεν θα παρενέβαινε αλλού στο κράτος – και αυτό ήταν η προϋπόθεση για την ανάληψη της εξουσίας. Ακόμη και αν είχε αλλάξει το προσωπικό, η λειτουργία του αστικού κράτους θα παρέμενε η ίδια. Ο Αλιέντε και οι σύμμαχοί του, υποστηρίζει ο Μίλιμπαντ, αποφάσισαν να προχωρήσουν με προσεκτική τήρηση του νόμου και του συντάγματος και να επιμείνουν σε αυτό. ’Ωστόσο, μπορεί κάλλιστα να ισχύει ότι αυτό που ήταν σωστό και ορθό και αναπόφευκτο στην αρχή είχε γίνει αυτοκτονικό καθώς ο αγώνας εξελισσόταν. Το ζήτημα δεν είναι η «μεταρρύθμιση εναντίον της επανάστασης»∙ είναι ότι ο Αλιέντε και οι συνεργάτες του ήταν προσκολλημένοι σε μια συγκεκριμένη εκδοχή του «μεταρρυθμιστικού μοντέλου».
Στο τέλος, αυτό το επιχείρημα μένει σε ζητήματα χρόνου, τακτικής, ποσοτικών λεπτομερειών∙ ωστόσο πρέπει, για να αντέξει το επιχείρημά του, να αγνοήσει τις ίδιες τις εξελίξεις που σηματοδότησαν μια ποιοτική αλλαγή στο επίπεδο και τη φύση της ταξικής πάλης στη Χιλή και τις οποίες καμία ρεφορμιστική πολιτική, εξ ορισμού, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει ή να κατανοήσει. Δεν ήταν θέμα θεωρίας∙ η πραγματικότητα των γεγονότων κατήργησε τη μέση οδό.
Θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;
Η Χιλή, μεταξύ Οκτωβρίου 1972 και Ιουλίου 1973, περιήλθε σε επαναστατική κρίση. Ο εντεινόμενος ρυθμός της ταξικής πάλης παρήγαγε νέες οργανώσεις αγώνα, ένα πραγματικό, υπαρκτό θεμέλιο για την εναλλακτική κρατική εξουσία που βασιζόταν στα κορντόνες. Ωστόσο, η αριστερά, η εν δυνάμει επαναστατική ηγεσία, ήταν παγιδευμένη μέσα στο αστικό κράτος λόγω της πίστης της σε μια πολιτική μεταρρυθμίσεων, την οποία συχνά τροποποιούσε αλλά με την οποία ποτέ δεν αντιπαρατέθηκε. Και στο τέλος δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα μπροστά στην πιο άγρια επίθεση της άρχουσας τάξης. Ωστόσο, υπήρχε μια εναλλακτική δυνατότητα. Αν η Αριστερά είχε υποστηρίξει απερίφραστα τους εργαζόμενους στον αγώνα, ανεξάρτητα από την ΛΕ και το κράτος και βασισμένη στο «Όλη η εξουσία στα κορντόνες», θα μπορούσαν να είχαν τεθεί τα πραγματικά θεμέλια ενός επαναστατικού κόμματος.
Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, ιδίως στο MIR, σχετικά με τη διάσπαση του στρατού. Ωστόσο, όταν εμφανίστηκαν οι ρωγμές, όταν οι ναύτες εκτέθηκαν στην οργή των αξιωματικών τους και αποκάλυψαν το πραξικόπημα, πού ήταν οι μαζικές διαδηλώσεις των εργαζομένων για να χαιρετίσουν το θάρρος τους και να υποστηρίξουν τη δράση τους; Ποιος κάλεσε τους εργάτες να μποϊκοτάρουν όλες τις προμήθειες στη ναυτική βάση, μέχρι να απελευθερωθούν αυτοί οι άνδρες; Αν έστω και ένας ναύτης που είχε μιλήσει ανοιχτά τη γλίτωνε, η ρωγμή θα άνοιγε όλο και πιο πολύ.
Στις μεγάλες ιστορικές στιγμές, η επαναστατική αλλαγή μπορεί να έρθει επειδή ένας στρατιώτης αισθάνεται την αυτοπεποίθηση να στρέψει το όπλο του μακριά από τη διαδήλωση των εργατών, επειδή ένα κορντόν αφοπλίζει την αστυνομία που εισβάλλει ή το αφεντικό και τους μπράβους του. Είναι ζήτημα στιγμών. Αλλά αν η στιγμή χαθεί, αν η εργατική τάξη, που έχει αγωνιστεί για να φτάσει ο αγώνας σε αυτό το σημείο, βρεθεί εγκαταλελειμμένη, επικριθεί και ξαφνικά στερηθεί το δικαίωμα να γράψει τη δική της ιστορία, τότε οι συνέπειες διαρκούν για χρόνια και είναι τρομερές.
Η τραγωδία της Χιλής είναι ότι υπήρχαν επαναστάτες εκεί, αλλά αυτοί –και κατά συνέπεια εκείνοι οι οποίοι αναγνωρίζονταν ως ηγεσία τους– ήταν ανίκανοι να διακρίνουν την επαναστατική στιγμή ή να προετοιμαστούν γι’ αυτήν. Καθώς ο αγώνας επανακάμπτει, τα ονόματα αυτών που πέθαναν θα πρέπει τουλάχιστον να καταγραφούν στα χρονικά ενός κινήματος που διδάχθηκε, και διδάχθηκε σωστά, από τη θυσία τους.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Mike Gonzalez, “The left and the coup in Chile”, International Socialism, τεύχος 2 : 22, χειμώνας 1984, σσ. 45–86. Αναδημοσίευση: Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/writers/gonzalez/1984/xx/chile.html.
Σημειώσεις
[1] Βλ. Latin America Weekly Reports for February 4th, April 22nd and May 27th 1983.
[2] Οι λόγοι για τους οποίους ο Σεγκέλ, ο ηγέτης των μεταλλωρύχων, υπαναχώρησε από το αρχικό κάλεσμα για απεργία, δεν είναι και τόσο σαφείς. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι πήρε εκτενή συνέντευξη από τον πρεσβευτή των ΗΠΑ μετά τη διάσκεψη του Απριλίου.
[3] Βλέπε παρακάτω, «Η καταγγελία».
[4] Birchall & Harman, “Chile: end of the parliamentary road”, International Socialism, τεύχος 62, Σεπτέμβριος 1973, σελ. 10. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/harman/1973/09/chile.html.
[5] Το καθιερωμένο ακαδημαϊκό έργο για όλη αυτή την περίοδο είναι το A. Angell, Labour and politics in Chile, Οξφόρδη 1972. Βλ. επίσης L. Vitale, Historia del movimiento obrero en Chile.
[6] Για το πρώιμο εργατικό κίνημα βλέπε Recabarren, Ohras και το έργο των Vitale και Ramirez Nocochea.
[7] Το ίδιο ίσχυε και για τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της Λατινικής Αμερικής∙ η Κούβα είναι ένα παράδειγμα, βλ. Binns/Gonzalez, “Castro, Cuba and Socialism”, στο International Socialism, τεύχος 2:8, Άνοιξη 1980. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj2/1980/no2-008/binns-gonzalez.htm.
[8] Βλέπε F. Casanueva και M. Fernandez, El Partido socialista y la lucha de clases en Chile, Σαντιάγο 1973.
[9] Για την πιο λεπτομερή οικονομική ανάλυση της περιόδου βλέπε, S. Ramos, Chile una economia de transition?, Κούβα 1973∙ για την προηγούμενη περίοδο βλέπε A. Gunder Frank, Capitalism and Underdevelopment, Λονδίνο 1972.
[10] Για τη Χριστιανοδημοκρατία και την αγροτική μεταρρύθμιση βλέπε C. Kay, “Agrarian reform and the transition to socialism”, στο P. O’Brien (επιμ.), Allende’s Chile, Νέα Υόρκη 1976, σσ. 79-105 και “Agrarian reform in Chile” στο D. Lehmann, Agrarian reform and agrarian reformism, Λονδίνο 1974.
[11] Η εταιρεία Anaconda, για παράδειγμα, είχε το 16,6% των συνολικών δραστηριοτήτων της στη Χιλή – ωστόσο το 80% των συνολικών παγκόσμιων κερδών της προερχόταν από τη Χιλή.
[12] Μια δεύτερη ομάδα, υπό τον πρώην υπουργό Γεωργίας του Φρέι, τον Ζακ Τσονσόλ, αποχώρησε το 1971 για να σχηματίσει τη Χριστιανική Αριστερά, IC [Izquierda Cristiana].
[13] Τα στοιχεία για το 1970, με έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό απεργιών χωρίς ανάλογη αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που συμμετείχαν, δείχνουν ένα πολύ σημαντικό φαινόμενο - την αυξανόμενη συμμετοχή των εργαζομένων σε μικρά εργοστάσια που ήταν εκτός της δομής της CUT, επειδή στις επιχειρήσεις με λιγότερους από 25 εργαζόμενους δεν επιτρεπόταν η ίδρυση συνδικάτου.
[14] Σύμφωνα με το νόμο, οι γαιοκτήμονες είχαν τη δυνατότητα να κρατήσουν τα καλύτερα 160 στρέμματα γης, που γενικά περιλάμβαναν τόσο τη γη όσο και τα μηχανήματα, τα οποία οι μεγαλοϊδιοκτήτες είτε πωλούσαν είτε έθεταν σε ακινησία.
[15] Το πλήρες πρόγραμμα της ΛΕ βρίσκεται στο A. Zammit (επιμ.), The Chilean road to socialism, Μπράιτον 1973∙ και S. Allende, Chile’s road to socialism, Λονδίνο 1973, σσ. 23-51.
[16] Στο ίδιο, σελ. 139.
[17] Γιατί το Εθνικό Κόμμα και οι Χριστιανοδημοκράτες να υποστηρίξουν την εθνικοποίηση του χαλκού; Κυρίως, επειδή ήταν το αντάλλαγμα για το Καταστατικό των Εγγυήσεων∙ επειδή οι δυνάμεις τους βρίσκονταν ακόμη σε ελαφρά αταξία και αγωνιούσαν να μη δυσφημιστούν∙ και οι Χριστιανοδημοκράτες δύσκολα θα μπορούσαν να αντιταχθούν σε ένα μέτρο που οι ίδιοι είχαν δρομολογήσει.
[18] Βλέπε υπόμνημα της CIA από το The ITT Papers, το οποίο παρατίθεται στο New Chile, τεύχος 1, Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 1972.
[19] Περιελάμβανε επίσης τον διπλασιασμό του αριθμού των προϊόντων της Walt Disney που εξάγονταν στη Χιλή μέσω των εκεί αντιπροσώπων της, της οικογένειας Έντουαρντς∙ ο Έντουαρντς ήταν επίσης αντιπρόεδρος της Pepsi Cola, μέλος της ολιγαρχίας και ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες της επίθεσης από το εξωτερικό κατά της ΛΕ.
[20] Βλ. Raul Silva, “The legacy of Salvador Allende”, στο Evidence of the terror in Chile, Λονδίνο 1974, σελ. 115.
[21] Morning Star, 7 Αυγούστου 1972.
[22] Πρβλ. ομιλία του Volodia Teitelboim, όπως αναφέρεται στο Birchall/Harman, σελ. 11.
[23] Allende: ό.π., σσ. 192/3.
[24] Κορβαλάν, όπως αναφέρεται στο Birchall/Harman, σελ. 11∙ Allende στο ό.π., σελ. 141.
[25] Η μόνη δημόσια απόρριψη της κίνησης αυτής προήλθε από τη Χριστιανική Αριστερά, η οποία παραιτήθηκε από το υπουργικό συμβούλιο.
[26] Όπως έκαναν στην Arica, για παράδειγμα. Βλέπε Socialist Worker, 13 Ιανουαρίου 1973.
[27] Jorge Insunza στη Chile Hoy, αριθ. 26, Δεκέμβριος 1972.
[28] H. Del Canto, στο ίδιο.
[29] Για μια λεπτομερή περιγραφή της οικονομικής κατάστασης βλέπε O’Brien et al., 1977, κεφάλαιο 6, σσ. 123-160.
[30] Birchall/Harman, σελ. 12.
[31] Βλ. την ομιλία του Λουίς Κορβαλάν, στο Marxism Today, Σεπτέμβριος 1973.
[32] Birchall/Harman, ό.π., σελ. 13.
[33] Chile Hoy, Αύγουστος 1973, παρατίθεται στο O’Brien et al., 1977, σσ. 180-181.
[34] Το 1971 σημειώθηκαν 1.758 απεργίες στη γη, έναντι 1.580 το προηγούμενο έτος, και 1.278 καταλήψεις γης έναντι 456 (Kay, ό.π., σελ. 84).
[35] Πρβλ. την ομιλία του Αλιέντε την Πρωτομαγιά, στο Allende, ό.π.,
[36] A. Nore, “Political economy of the Allende regime”, στο O’Brien (επιμ.), 1976, σελ. 57.
[37] Patricia Santa Lucia, “Industrial workers and the struggle for power”, στο O’Brien (επιμ.), 1976, σελ. 133.
[38] Βλέπε O’Brien κ.ά., 1977, σσ. 170-171.
[39] Υπήρχε μόνο μία ανεξάρτητη εργατική εφημερίδα, η La Aurora de Chile, και το βασικό της ενδιαφέρον ήταν οι εσωτερικές διαμάχες εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
[40] P. Santa Lucia, ό.π., σελ. 141.
[41] Όσον αφορά τη διανομή τροφίμων, για παράδειγμα, δημιούργησε μια Επιθεώρηση του κρατικού οργανισμού διανομής DIRINCO, η οποία μπορούσε να απαλλοτριώσει επιχειρήσεις μετά από έλεγχο. Όμως η διαδικασία ήταν μακρά, κουραστική και εξαιρετικά γραφειοκρατική και ο αριθμός των επιθεωρητών πολύ μικρός για να αντεπεξέλθει. Στην πραγματικότητα, πολύ λίγα πράγματα επιτεύχθηκαν με αυτόν τον τρόπο.
[42] Βλέπε Santa Lucia, ό.π., σε διάφορα σημεία.
[43] Βλ. το κείμενο του MAPU στη Χιλή 1973, Ni reforma ni revolution, Μεντελίν 1973 (ο μικρός αυτός τόμος περιέχει μερικά ενδιαφέροντα έγγραφα και άρθρα) που αναπαράγεται επίσης στο MAPU, μια από τις συλλογές εγγράφων των χιλιανών κομμάτων που εκδόθηκαν στο Παρίσι από τον Politique-Hebdo το 1974. Βλέπε επίσης MAPU, Οκτώβριος 1972.
[44] Η Santa Lucia δίνει τον πληρέστερο κατάλογο των κορντόνες, ό.π., Παράρτημα, σσ. 161-165.
[45] Chile Hoy, όπως αναφέρεται στο O’Brien et al., 1977, σσ. 175-176.
[46] Santa Lucia, ό.π., σελ. 153-155. Βλ. επίσης Ni reforma..., σελ. 85.
[47] Πρβλ. τη συζήτηση που αναπαράγεται από τη Chile Hoy στο Ni reforma..., σσ. 88, 110.
[48] Trotsky, “Fascism, Stalinism, United Front”, IS, τεύχος 38/39, Αύγουστος 1969, σελ. 14. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj/index2.html#isj038 [Λέον Τρότσκι, «Το κλειδί της διεθνούς κατάστασης είναι στη Γερμανία» στο Λέον Τρότσκι, Η πάλη ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 200, σελ. 73].
[49] K. Clark, Chile, σελ. 83 (παρατίθεται).
[50] Παρατίθεται στο Santa Lucia, ό.π., σελ. 132.
[51] . Corvalan, στο Marxism Today, Σεπτέμβριος 1973.
[52] Παρατίθεται στο φυλλάδιο του βρετανικού ΚΚ, Chile: solidarity with popular unity, σελ. 17.
[53] Παρατίθεται στο Santa Lucia, ό.π., σελ. 134.
[54] Ό.π.
[55] G. Smirnow, The Revolution Disarmed: Chile 1970-73, Λονδίνο 1974, σελ. 103.
[56] Στο ίδιο, σελ. 49.
[57] Αλιέντε, Πρωτομαγιά 1971.
[58] Santa Lucia, ό.π.
[59] Smirnow, ό.π., σσ. 14-15.
[60] Παρόλο που δεν υπάρχουν ντοκουμέντα για αυτή τη μαζική εισροή, ένας Χιλιανός σύντροφος διηγείται πώς στις αρχές του 1972 το Σοσιαλιστικό Κόμμα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ένταξη υποψηφίων μελών και την ανά δύο χρόνια τελετή εισαγωγής μελών στο Κόμμα σε ομάδες που έπαιρναν ειδικό όνομα – ομάδα Μαρξ, ομάδα Λένιν κ.λπ. Στις αρχές του 1972, η ένταξη δόθηκε σε μια ομάδα Μαρκόνι, που πήρε το όνομά της από το θέατρο που έπρεπε να κλειστεί για να φιλοξενήσει τον αριθμό των μελών.
[61] Smirnow, ό.π., σελ. 22.
[62] P. Nettl, Rosa Luxemburg, όπως αναφέρεται στο C. Harman, The Lost Revolution, Λονδίνο 1982, σελ. 24. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/harman/1967/xx/revlost.htm.
[63] Το κορντόν της Panamericana Norte, για παράδειγμα, δήλωνε: «ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ. Αντίθετα, θα συνεχίσουμε να επεκτείνουμε την περιοχή της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Και σε περίπτωση που κάποιος έχει αμφιβολίες, ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΜΕ ΜΟΝΙΜΩΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΜΑΣ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΥΒΕΡΝΟΥΜΕ.» Στο Santa Lucia, ό.π., σελ. 148.
[64] Marx, “Critique of the Gotha Programme”, Selected Works, τόμος 2, Μόσχα 1962, σελ. 30. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1875/gotha/index.htm. [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, Κοροντζής, Αθήνα 1976, σελ 37, και Καρλ Μαρξ, Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007, σσ. 31,32.]
[65] Ό.π., σελ. 31. [Μαρξ, Ένγκελς, ό.π., σελ. 39 και Μαρξ, ό.π. σελ. 32]
[66] Trotsky, ό.π., σελ. 15 [Τρότσκι, ό.π. σσ. 76, 77].
[67] C. Taufic, Chile en la hoguere, Μπουένος Άιρες 1974, σσ. 37-40.
[68] Παρατίθεται στο O’Brien κ.ά., 1977, σσ. 201-202.
[69] Ο Αλταμιράνο, Γενικός Γραμματέας του ΣΚ, για παράδειγμα, δήλωσε μετά το τανκάζο της 29ης Ιουνίου: «Ποτέ η ενότητα μεταξύ του λαού, των ενόπλων δυνάμεων και της αστυνομίας δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο τώρα... και αυτή η ενότητα θα μεγαλώνει με κάθε νέα μάχη στον ιστορικό πόλεμο που διεξάγουμε», Le Monde, 16/17 Σεπτεμβρίου 1973.
[70] Βλέπε Helios Prieto, Chile: the gorillas are among us, Λονδίνο 1974, σελ. 48.
[71] Βλέπε M. Gonzalez, “Ideology and culture under Popular Unity”, στο O’Brien (επιμ.), 1976.
[72] Πρβλ. Roxborough, The Chilean opposition to Allende, στο O’Brien, ό.π.
[73] Taufic, ό.π., σελ. 34.
[74] Παρατίθεται στο “Chile trade unions and the resistance”, Chile Fights, τεύχος 11, σελ. 3.
[75] J. Woodis, Morning Star, 17 Σεπτεμβρίου 1973, παρατίθεται στο “Chile and the parliamentary roaders”, International Socialism, (πρώτη σειρά) τεύχος 63, Οκτώβριος 1973. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj/1973/no063/chile.html.
[76] NACLA’s Latin American & Empire Report, Ιανουάριος 1973.
[77] E. Berlinguer, “Reflections on the events in Chile”, Marxism Today, Φεβρουάριος 1974, σελ. 40.
[78] E. Hobsbawm, “The labour movement and military coups”, Marxism Today, Οκτώβριος 1974, σελ. 308.
[79] Berlinguer, ό.π., σελ. 50.
[80] Βλ. Σημείωση 52.
[81] Βλ. Dossier on Chile, International, καλοκαίρι 1973, σσ. 1-6.
[82] Militant, Μάρτιος 1971, σελ. 2.
[83] “Chile, lessons of the coup”, στο Militant, 21 Σεπτεμβρίου 1973, σελ. 4.
[84] Παρατίθεται στο P. Goodwin, “A tendency to reform”, Socialist Review, τεύχος 1, σσ. 1. 50, Ιανουάριος 1983.
[85] Militant, 21 Σεπτεμβρίου 1973, σελ. 4.
[86] R. Miliband, “The coup in Chile”, Socialist Register, 1973. Τα αποσπάσματα προέρχονται από τις σελίδες 467-469. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/miliband/1973/10/chile.htm.

