Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2024 15:13

Το κόστος της ήττας των γερμανικών επαναστάσεων

Η Μάχη για το Μεγάλο Οδόφραγμα. Η μάχη των οδοφραγμάτων στην Αλεξάντερπλατς του Βερολίνου τη νύχτα της 18ης προς 19η Μαρτίου 1848. Λιθογραφία του 1848.

 

 

Ernest Mandel

 

Το κόστος της ήττας των γερμανικών επαναστάσεων

Οι τρεις ηττημένες γερμανικές επαναστάσεις

 

 

Ι

Με αφορμή τους εορτασμούς των διακοσίων χρόνων από τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789, υπήρξε μια έντονη δημόσια διαμάχη στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με το υποτιθέμενο «υπερβολικό κόστος» αυτής της επανάστασης. Κατακτήθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, μέχρι εδώ, όλα καλά. Αλλά τι γίνεται με τους θανάτους που προκάλεσε η Τρομοκρατία και τους θανάτους των εξεγέρσεων της Βενδέας;

Δεν θέλουμε να καταγγείλουμε λεπτομερώς την ψευδολογία ενός ιστορικού «υπολογισμού» που αφενός κατηγορεί την επανάσταση για τα θύματα της αντεπανάστασης (συμπεριλαμβανομένων των ναπολεόντειων πολέμων) και αφετέρου δεν συγκρίνει τον αριθμό των θυμάτων της επανάστασης με τα θύματα του παλαιού καθεστώτος, π.χ. εκείνα της Ιεράς Εξέτασης, της σφαγής του Αγίου Βαρθολομαίου, των διωγμών των αγροτών κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, των δυναστικών πολέμων των τεσσάρων τελευταίων Λουδοβίκων, για να μην αναφέρουμε τους λιμούς.

Ένα πολύ γενικότερο πρόβλημα εγείρεται από αυτή τη μακάβρια ενασχόληση με τον αριθμό των νεκρών. Δεν θα έπρεπε το κόστος των νικηφόρων επαναστάσεων να συγκριθεί με το κόστος των ηττημένων ή αποτυχημένων επαναστάσεων, με τις ιστορικές συνέπειες των επαναστατικών ηττών; Τόσο ως προς τον αριθμό των άμεσων θυμάτων όσο και ως προς τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, οι οποίες με τη σειρά τους καταλήγουν σε καταστροφές και απώλειες ζωών;

Η γερμανική ιστορία από τον 16ο αιώνα και μετά αποτελεί –ίσως μαζί με την ιστορία της Ινδίας– την πιο τρανταχτή απόδειξη της σημασίας μιας τέτοιας συγκριτικής ιστορικής ανάλυσης.

Στη σύγχρονη ιστορία υπήρξαν τρεις επαναστάσεις στη Γερμανία: ο Γερμανικός Αγροτικός Πόλεμος, μια πρώιμη αστική επανάσταση∙ η επανάσταση του 1848-49, μια όψιμη αστική επανάσταση∙ και η επανάσταση του 1918/19, με την πιθανή αναβίωσή της στη γενική απεργία κατά του πραξικοπήματος Καπ-Λούτβιτς το 1920, καθώς και κατά τη διάρκεια και μετά τη γενική απεργία εναντίον του Κούνο το 1923, μια προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση που ταυτόχρονα έπρεπε να ολοκληρώσει τα καθήκοντα της ανολοκλήρωτης αστικής επανάστασης. Και οι τρεις επαναστάσεις κατέληξαν σε ήττα. Ο γερμανικός λαός και ολόκληρη η ανθρωπότητα πλήρωσαν ένα υψηλό τίμημα για αυτές τις τρεις ήττες, που ξεπερνούσε κατά πολύ το τίμημα μιας νικηφόρας επανάστασης.

Η ήττα της πρώιμης αστικής επανάστασης, η νίκη των πριγκίπων επί των αγροτών, παγίωσε τον κατακερματισμό της Γερμανίας για αιώνες. Επέτρεψε τη φρίκη του Τριακονταετούς Πολέμου, ο οποίος κατέστρεψε σημαντικά τμήματα της Γερμανίας και οδήγησε σε καταστροφική μείωση του πληθυσμού και των παραγωγικών δυνάμεων. Επιβράδυνε και ανέστειλε για μεγάλο χρονικό διάστημα τις απαρχές μιας ανάπτυξης από το εμπορικό και τραπεζικό κεφάλαιο προς τη σύγχρονη βιομηχανία μέσω της οικοτεχνίας και της μεταποίησης. Για έναν αιώνα, υπήρχε μεγαλύτερη μεταποιητική παραγωγή στις μικρές χώρες της Ολλανδίας και του Βελγίου από ό,τι στη Γερμανία.

Όχι η γεωγραφία, αλλά τα πρότυπα της κυρίαρχης ταξικής εξουσίας και οι πολιτικές δομές οδήγησαν στην παρακμή των ανθηρών εμπορικών πόλεων, όπως η Νυρεμβέργη, η Κολωνία και οι Χανσεατικές πόλεις. Διαφορετικά δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει την ταυτόχρονη ανάπτυξη του Λούτιτς [Λιέγη] ή της σουηδικής βιομηχανίας, για παράδειγμα, οι οποίες βρίσκονταν εξίσου μακριά με τη Νυρεμβέργη, την Κολωνία ή το Λούμπεκ και ακόμη πιο μακριά από τους νέους εμπορικούς δρόμους του Ατλαντικού και του Ειρηνικού. Αιώνες στασιμότητας – αυτό ήταν το τίμημα της ήττας της επανάστασης των ετών γύρω στο 1520.

Η αργή εμφάνιση του καπιταλισμού στη δυτική Γερμανία, τη Σιλεσία και εν μέρει στην κεντρική Γερμανία και την Πρωσία δημιούργησε μια δεύτερη ιστορική ευκαιρία για την αστική επανάσταση του 1848. Ήταν μια όψιμη αστική επανάσταση. Αυτό σήμανε την καταδίκη της επανάστασης.

Υπήρχε ήδη μια νέα, ενεργή εργατική τάξη. Ειδικά στη Ρηνανία, υπήρχε μια ριζοσπαστική μικροαστική τάξη που ήθελε να ακολουθήσει το παράδειγμα των Γιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης. Η εισβολή του «κοινωνικού ζητήματος» στην πολιτική διαδικασία ήταν επομένως ακόμη ευρύτερη και πιο αναπόφευκτη απ’ ό,τι ήταν ήδη στη Γαλλία μετά το 1789. Υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι γι’ αυτό και δεν ήταν, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ιστορικοί, συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατών, αποτέλεσμα «λανθασμένης τακτικής» εκ μέρους των ριζοσπαστών επαναστατών, πρώτα και κύρια των ίδιων των Μαρξ και Ένγκελς.

Γι’ αυτό η αστική τάξη πέρασε πολύ γρήγορα στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης. Αλλά το προλεταριάτο ήταν ακόμα πολύ αδύναμο για να αντικαταστήσει την αστική τάξη και να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη. Έτσι, με τη βοήθεια των τσαρικών στρατευμάτων υπό τον Βράνγκελ, η πρωσο-αψβουργική αντεπανάσταση νίκησε.

Το τίμημα ήταν η συνέχιση του κατακερματισμού της Γερμανίας για σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα και ένα αντίστοιχο φρένο στην ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο οποίος έμεινε πίσω όχι μόνο από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, αλλά ακόμη και από το Βέλγιο.

Σε συνδυασμό με τις συνέπειες της επαναστατικής ήττας του 1525, οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της ήττας του 1849 ήταν ακόμη πιο καταστροφικές από τις οικονομικές. Οι ημι-φεουδαρχικές πολιτικές δομές εξουσίας σκλήρυναν, ιδίως στην Πρωσία, τη Βαυαρία και την Αυστρία. Καθοριστικοί τομείς του κρατικού μηχανισμού, κυρίως ο στρατός, η διπλωματία και η δικαιοσύνη, παρέμειναν υπό την κυριαρχία των ευγενών. Η μικρή γερμανική αυτοκρατορία των Χοεντσόλερν, που δημιούργησε ο Μπίσμαρκ, χαρακτηρίστηκε από την ιστορική διαπλοκή της οικονομικής δύναμης των μεγάλων επιχειρήσεων με την πολιτική κυριαρχία των Πρώσων Γιούνκερ. Το ίδιο ίσχυε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό και για τη μοναρχία των Αψβούργων, όπου η σύγχρονη αστική τάξη ήταν ασθενέστερη από ό,τι στην αυτοκρατορία του Γουλιέλμου και το βάρος της Βοημίας και της Ουγγαρίας ήταν ακόμη μεγαλύτερο, εν μέρει ως αποτέλεσμα του ζητήματος των εθνοτήτων.

Αυτός ο συγκεκριμένος «γερμανικός δρόμος προς τον μονοπωλιακό καπιταλισμό/ιμπεριαλισμό», χωρίς ένα ενδιάμεσο στάδιο φιλελεύθερης-συντηρητικής διακυβέρνησης υπό το πρόσημο του ελεύθερου εμπορίου και του «ελεύθερου ανταγωνισμού» όπως στην Αγγλία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντανακλάται σε ορισμένες πολιτικές μορφές διακυβέρνησης και στις αντίστοιχες επικρατούσες ιδεολογίες.

Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και την περίοδο μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνυπήρχαν στις άρχουσες τάξεις φιλελεύθερα και συντηρητικά ρεύματα, συμπεριλαμβανομένων των ακραία συντηρητικών. Πουθενά δεν ήταν αυτά «αμιγώς» συντηρητικά. Παντού έπαιξαν ρόλο τμήματα της αριστοκρατίας και οι αντίστοιχες ιδεολογίες τους. Συνδυάστηκαν με στοιχεία που αντιστοιχούσαν στην επέκταση της αποικιοκρατίας για να οδηγήσουν σε ακραίες μορφές μισανθρωπικού συναισθήματος: μιλιταρισμός, ρατσισμός, ξενοφοβία, ριζοσπαστικός σοβινισμός μεγάλης δύναμης, αντισημιτισμός.

Σε ορισμένα ιμπεριαλιστικά κράτη, αυτή η συνδυασμένη εξέλιξη ήταν αρχικά πιο επικίνδυνη από ό,τι στη Γερμανία – για παράδειγμα, το 1890 ή το 1900 ο ρατσισμός στην Αγγλία, για να μην αναφέρουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, είχε σίγουρα μεγαλύτερη επιρροή από ό,τι στην αυτοκρατορία του Γουλιέλμου. Ταυτόχρονα, ο αντισημιτισμός ήταν επίσης ισχυρότερος στη Γαλλία (υπόθεση Ντρέιφους), στην Αυστροουγγρική μοναρχία και στη Ρωσία απ’ ό,τι στη Γερμανία.

Αλλά η ιστορική έκβαση της αντιπαράθεσης μεταξύ της φιλελεύθερης και της συντηρητικής πτέρυγας –το σχήμα είναι προφανώς πολύ απλουστευτικό– ήταν θεμελιωδώς διαφορετική στην Αγγλία, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ελβετία και τις σκανδιναβικές χώρες από τη μία πλευρά και τη Γερμανία από την άλλη. Μόνο η Ιαπωνία και η Ρωσία γνώρισαν μια ανάπτυξη των πολιτικά και ιδεολογικά κυρίαρχων δομών εξουσίας και νοοτροπιών (ιδεολογίες, μορφές σκέψης) παρόμοια με εκείνη της γουλιελμικής Γερμανίας, επειδή και αυτές βαρύνονταν από την έλλειψη μιας κλασικής αστικής επανάστασης (η Ιταλία και η Ισπανία αποτελούν μεταβατικά φαινόμενα μεταξύ της μιας και της άλλης).

Η έλλειψη μιας νικηφόρας αστικής επανάστασης καθόρισε τη σχετική αδυναμία της φιλελεύθερης παράδοσης, του πολιτικού θάρρους, της υπεράσπισης ακόμη και των «καθαρά αστικών» ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε πλατιά τμήματα της γερμανικής κοινωνίας. Η νοοτροπία του υπηκόου και όχι του πολίτη, του citoyen, δεν είναι διαδεδομένη μόνο στη μεγαλοαστική τάξη. Επηρεάζει επίσης μεγάλα τμήματα της μικροαστικής τάξης. Εκφράζεται ακόμη και σε ορισμένα στρώματα της εργατικής τάξης και του οργανωμένου εργατικού κινήματος.

Αντιστοιχεί σε έναν συνδυασμό μιας ύστερης αριστοκρατικής νοοτροπίας και μιας νοοτροπίας ιμπεριαλισμού του ελεύθερου εμπορίου που τονίζει την υπακοή και βρίσκει την πιο εντυπωσιακή της έκφραση στη θετική στάση απέναντι στο κράτος και τον μιλιταρισμό. «Οι διαταγές είναι διαταγές»: αυτή η επιταγή, τόσο χαρακτηριστική για τη γερμανική κοινωνία μετά το 1848, ή και μετά το 1524, μετατράπηκε σε άρνησή της, τουλάχιστον εν μέρει –μεταξύ ευρέων τμημάτων του πληθυσμού– σε χώρες που είχαν βιώσει μια νικηφόρα εμφύλια επανάσταση: «Απαγορεύεται να απαγορεύεις».

Η αντιπαράθεση μεταξύ ακραίων συντηρητικών και φιλελεύθερων (από τη μεριά τους αστικοφιλελεύθεροι, άρα μετριοπαθώς συντηρητικοί, άρα ασυνεπείς φιλελεύθεροι) έληξε γενικά στα χρόνια 1900-1914 με τη νίκη των φιλελεύθερων, για παράδειγμα στη Γαλλία (οι υποστηρικτές του Ντρέιφους), στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, στις σκανδιναβικές χώρες και στην Ελβετία, ακόμη και σε κάποιο βαθμό στην Ιταλία. Μόνο η Γερμανία, η Αυστροουγγρική μοναρχία, η Ιαπωνία και η Ρωσία πήραν τον αντίθετο δρόμο: όλες αυτές ήταν χώρες χωρίς παράδοση επιτυχημένης ή τουλάχιστον μερικώς επιτυχημένης αστικής επανάστασης.

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της κυριαρχίας αυτής της υποκειμενικής νοοτροπίας θα επηρεάσουν αποφασιστικά την ιστορική εξέλιξη της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, ιδίως μετά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την οικονομική κρίση του 1929. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη στη Ρωσία μπορεί να αποδοθεί μόνο στη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, αν και η έλλειψη μιας νικηφόρας δημοκρατικής παράδοσης εκεί είχε επίσης καταστροφικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της σταθεροποίησης του σοβιετικού Θερμιδόρ, της σταλινικής δικτατορίας.

 

II

Με την ταραχώδη άνοδο του σύγχρονου εργατικού κινήματος, της σοσιαλδημοκρατίας, εμφανίζεται στην ιστορική σκηνή ένας νέος πολιτικός φορέας: το προλεταριάτο. Η κοινωνική του θέση, οι καθημερινοί του αγώνες, τα ιστορικά του συμφέροντα έρχονται σε έντονη αντίθεση με την ύστερη φεουδαρχική/πρώιμη ιμπεριαλιστική νοοτροπία. Η αυτοοργάνωση και η αυτενέργεια κυριαρχούν στην αντίληψη του προλεταριάτου για την πρόοδο: «Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να επιτευχθεί από την ίδια την εργατική τάξη»· «Δεν υπάρχουν υπέρτατοι σωτήρες, ούτε Θεός, ούτε Καίσαρας, ούτε αντιπρόσωποι∙ μπορούμε να σωθούμε μόνο εμείς οι ίδιοι από τη δυστυχία». Η αυξανόμενη αυτοπεποίθησή του εντυπωσίασε τους συγχρόνους του. Οι κραυγές μάχης και η αυτοπεποίθηση αυτών που πριν ήταν ταπεινωμένοι, εξαθλιωμένοι, αποθαρρυμένοι μισθωτοί αντιστοιχούσαν κυρίως στις επιτυχίες αυτής της αυτενέργειας και όχι σε καθαρά εκλογικά αποτελέσματα.

Αναμφίβολα υπήρχε και μια αντιφατική τάση. Ιδιαίτερα υπό την επίδραση των αντισοσιαλιστικών νόμων [1878-88] και των αντίστοιχων περιορισμών στην αυτενέργεια, στοιχεία μιας υπερβολικής «καθετοποίησης» –μιας αυτόματης, τυφλής υπακοής– διείσδυσαν στη σοσιαλδημοκρατία και κυρίως στα συνδικάτα. Οι απαρχές της γραφειοκρατικοποίησης και η αυξανόμενη δύναμη του μηχανισμού είναι ορατές. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ κατήγγειλε ορθά μια εξέλιξη από την πειθαρχία που επέβαλε η καπιταλιστική βιομηχανία μέσω της γραφειοκρατικής προσαρμογής στο πρωσικό-γουλιελμικό κράτος μέχρι τη διακήρυξη της πειθαρχίας ως απόλυτης αξίας. Αυτή η εξέλιξη φάνηκε να επιβεβαιώνει τη διάσημη ρήση ότι μια εργατική επανάσταση ήταν αδύνατη στη Γερμανία επειδή οι αποκαλούμενοι επαναστάτες θα αγόραζαν εισιτήριο για την αποβάθρα πριν καταλάβουν έναν σιδηροδρομικό σταθμό.

Αλλά αν εξετάσει κανείς πιο προσεκτικά την πραγματική εξέλιξη του γερμανικού εργατικού κινήματος και των εργατικών αγώνων μεταξύ 1900 και 1923, και ακόμη και μεταξύ 1890 και 1930, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή η διαπίστωση είναι υπερβολική. Παραμορφώνει την ιστορική καταγραφή και, λαμβάνοντας υπόψη το μύθο της «συλλογικής ευθύνης» μετά το 1945, είναι ακόμη και συκοφαντική. Για σχεδόν σαράντα χρόνια η τάση που αντιτίθεται στην ανάπτυξη της αυτενέργειας και της αυτοοργάνωσης της γερμανικής εργατικής τάξης ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Η κύρια τάση ήταν προς την ανάπτυξή τους.

Για να βρει κανείς αποδείξεις γι’ αυτό, αρκεί να κοιτάξει τις ζωηρές συζητήσεις στα τοπικά παραρτήματα του SPD, αργότερα του USPD και του KPD, κατά τη διάρκεια των ημερών τους ως μαζικών κομμάτων, κάτι που διήρκεσε μέχρι και τη δεκαετία του 1920. Ο απόηχος αυτών των συζητήσεων και οι διαφοροποιήσεις στα διαδοχικά συνέδρια του κόμματος, το εύρος και η αυτενέργεια του τοπικού ημερήσιου Τύπου, το μέγεθος των μερικώς αυθόρμητων απεργιακών κινημάτων ήδη πριν από το 1914, αλλά κυρίως την περίοδο 1917-1923, το μέγεθος των μαζικών διαδηλώσεων – όλα αυτά επισφραγίστηκαν από τη γενική απεργία ενάντια στο πραξικόπημα Καπ-Λούτβιτς [1920], την πιο επιτυχημένη γενική απεργία στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος.

Ο Λένιν έγραψε εύστοχα το 1920 ότι, παρά τον οπορτουνιστικό εκφυλισμό της ηγεσίας της πλειοψηφίας του SPD ακόμη και πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο –τον οποίο, παρεμπιπτόντως, αναγνώρισε τότε με λιγότερη σαφήνεια από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Τρότσκι– η γερμανική εργατική τάξη μετά το 1914 ριζοσπαστικοποιήθηκε και διατήρησε τις δυνάμεις της περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εργατική τάξη στον κόσμο, με εξαίρεση τη ρωσική εργατική τάξη. Και αυτή η εξαίρεση δεν ίσχυε πλέον το 1920-21.

Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι ευρείς κύκλοι της φιλελεύθερης γερμανικής μικροαστικής τάξης, ακόμη και τμήματα της (αδύναμης) φιλελεύθερης αστικής τάξης, είδαν την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας ως τη μόνη άμυνα ενάντια στους κινδύνους του αυταρχικού κράτους. Αυτό εξηγεί εν μέρει τις επιτυχίες του SPD, ιδίως τις μεγάλες εκλογικές επιτυχίες του το 1912 και το 1919. Το σύγχρονο εργατικό κίνημα εμφανίστηκε ταυτόχρονα ως ο μαχητής για την απελευθέρωση της εργασίας, για τη λύση του «κοινωνικού ζητήματος» και ως η δύναμη που θα υλοποιούσε τα άλυτα καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης∙ όπως ανέφεραν οι γερμανικοί στίχοι της «Internationale»: «Die Internationale erkämpft das Menschenrecht» – αγωνίζεται για την επίτευξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Με βάση αυτή την ιστορική τάση και τις τεράστιες δυνατότητες, η προδοσία της πλειοψηφίας της Σοσιαλδημοκρατίας στις 4 Αυγούστου 1914 αποτέλεσε ένα σημαντικό σταυροδρόμι στη σύγχρονη γερμανική ιστορία. Μια ευθεία γραμμή περνάει από την 4η Αυγούστου 1914 στην ήττα της γερμανικής επανάστασης το χειμώνα και την άνοιξη του 1919, στη διάλυση των επαναστατικών προσπαθειών του 1920 και του 1923 και από εκεί στην κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ.

Η συνθηκολόγηση της πλειοψηφίας της Σοσιαλδημοκρατίας με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό στις 4 Αυγούστου 1914 όχι μόνο εδραίωσε μια παράδοση ανακωχής με τους εργοδότες, της συστηματικής θυσίας των καθημερινών συμφερόντων της εργατικής τάξης και αργότερα και των ανέργων, που στην καλύτερη περίπτωση δίχασε βαθιά την εργατική τάξη και στη χειρότερη την παρέλυσε σε αυξανόμενο βαθμό. Δεν σήμαινε μόνο τον ριζικό περιορισμό της ανεξαρτησίας και του χειραφετητικού ενδιαφέροντος υπέρ της «διαχείρισης» και της ενσωμάτωσης στον αστικό κρατικό μηχανισμό και την αστική κοινωνία. Πάνω απ’ όλα, σήμαινε μια αυξανόμενη επιβεβαίωση του κράτους και του μιλιταρισμού, την πειθήνια νοοτροπία της «στάσης προσοχής» μπροστά στους στρατιωτικούς αξιωματικούς, που ως αποτέλεσμα της απουσίας μιας νικηφόρας αστικής επανάστασης βάρυνε τόσο πολύ τη γερμανική κοινωνία των πολιτών.

Αντί να είναι η κύρια δύναμη που αντισταθμίζει την έλλειψη πολιτικού θάρρους, αυτό το τμήμα του οργανωμένου εργατικού κινήματος έγινε το ίδιο μεγάλο μέρος του προβλήματος από το 1914 μέχρι την εγκαθίδρυση της ναζιστικής δικτατορίας το 1933. Αυτό εκφράστηκε όχι μόνο με την έγκριση των πολεμικών πιστώσεων, με τη στενή συνεργασία με την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση και με τις φρικαλεότητες του Νόσκε μέχρι το 1920. Εκφράστηκε επίσης στην τυπική νομιμοφροσύνη, η οποία έφτασε στο σημείο του παραλογισμού μετά τον διορισμό του Χίτλερ ως Καγκελάριου του Ράιχ από τον εκλεγμένο από το SPD Πρόεδρο του Ράιχ Στρατάρχη φον Χίντενμπουργκ. Αυτός ο φορμαλισμός συνεπαγόταν την πεισματική άρνηση να προκηρυχθεί γενική απεργία κατά των Ναζί. Μια τέτοια απεργία θα ήταν ακόμα δυνατή τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1933 και την απαιτούσαν εκατομμύρια Γερμανοί εργάτες, συμπεριλαμβανομένων, αν όχι κυρίως, των σοσιαλδημοκρατών εργατών. Η θλιβερή επικράτηση του κοινοβουλευτικού κρετινισμού δεν ήταν παρά το τέλος του δρόμου της συμμόρφωσης σε μια νοοτροπία υπηκόου.

Όμως οι πλατιές μάζες της γερμανικής εργατικής τάξης δεν ακολούθησαν εθελοντικά αυτό το δρόμο. Με έναν συνεχή και μερικές φορές θυελλώδη τρόπο, επαναστάτησαν εναντίον του. Η σαφέστερη έκφραση αυτής της μαζικής εξέγερσης βρίσκεται στην επανάσταση του 1918-19 και στην προεπαναστατική κατάσταση του 1920.

Ποτέ άλλοτε η γερμανική ιστορία δεν είχε φτάσει τόσο κοντά στο να κόψει τον γόρδιο δεσμό της αποτυχημένης αστικής επανάστασης και να πραγματοποιήσει το αίτημα του Τουχόλσκι ότι «ο στρατός πρέπει να φύγει» όσο τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 1918 και τον Μάρτιο του 1920. Μια Γερμανία των συμβουλίων ήταν στην ημερήσια διάταξη άμεσα, όχι τόσο ως μίμηση του ρωσικού παραδείγματος, όσο σε αντιστοιχία με τις εσωτερικές αντιφάσεις της γερμανικής αστικής κοινωνίας και την αυτοπεποίθηση της γερμανικής εργατικής τάξης.

Με το δικό τους τρόπο, αυτό αναγνωρίστηκε και από τους ηγέτες της πλειοψηφίας της σοσιαλδημοκρατίας. Δεν μπόρεσαν να καταργήσουν την επανάσταση του 1918-19 με συζητήσεις για συνεργασία μεταξύ των τάξεων ή ακόμα και για μια «κοινωνική οικονομία της αγοράς». Έπρεπε να καταφύγουν στην υποκρισία: «Η κοινωνικοποίηση θα συμβεί ούτως ή άλλως. Δεν είναι καλύτερα να συμβεί με “οργανωμένο” τρόπο παρά μέσα στο χάος;». Σύμφωνα με τον Λα Ροσφουκώ, η υποκρισία είναι ο φόρος τιμής που αποδίδει η ανηθικότητα στην αρετή. Αυτό το ανέντιμο σύνθημα του SPD ήταν κατά κάποιον τρόπο ο φόρος τιμής της αντεπανάστασης στην εφικτή επανάσταση.

Η συνεργασία μεταξύ της πλειοψηφίας της σοσιαλδημοκρατίας, των στρατιωτικών και των πολιτικών «ελίτ» –καθώς και ο αδύναμος, όχι ακόμη πλήρως διαμορφωμένος χαρακτήρας της ηγεσίας της επανάστασης– προκάλεσαν τις ήττες του 1918-19 και του επαναστατικού ξεκινήματος του 1920. Ο γερμανικός λαός, η εργατική τάξη και στη συνέχεια η σοσιαλδημοκρατία, πλήρωσαν υψηλό τίμημα για την αποτυχία της επανάστασης.

Παρά τις διστακτικές προσπάθειες για το αντίθετο, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης εξακολουθούσε να κυριαρχείται από τις παραδοσιακές «ελίτ» της αυτοκρατορίας του Γουλιέλμου, ιδίως από το στρατό, το δικαστικό σώμα και τη διπλωματική υπηρεσία. Μόνο στα κρατίδια και την τοπική αυτοδιοίκηση, ιδίως στην Πρωσία και τη νότια Γερμανία, οι φιλελεύθερες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις σημείωσαν μια πρόοδο, αλλά μετά το 1930 παρέλυσαν σε μεγάλο βαθμό από τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς. Ακόμη και πριν από την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ εξαλείφθηκαν απότομα, χωρίς αντιδράσεις, από το πραξικόπημα του Πάπεν και την «εθνική κυβέρνηση».

Με λίγες εξαιρέσεις, οι μεγάλες επιχειρήσεις στη βιομηχανία και τις τράπεζες προσχώρησαν σε αυτή την ανίερη συμμαχία, όχι το 1933, αλλά πολύ νωρίτερα. Τα υπόλοιπα ήταν μόνο θέμα καιροσκοπισμού, δηλαδή διαφορές σχετικά με το χρόνο εξάλειψης του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Όσο η σοσιαλδημοκρατία ήταν ακόμα απαραίτητη για να περιορίσει έναν άμεσο επαναστατικό κίνδυνο, την ανέχονταν και φλέρταραν μαζί της. Μόλις ο συσχετισμός δυνάμεων είχε αλλάξει αρκετά, άρχισαν να σκέφτονται την εξάλειψή της. Ο Μαυριτανός έκανε το χρέος του[1]. Την 1η Μαΐου 1933, εκείνοι που πρόδωσαν την επανάσταση του 1918-19 έλαβαν το λογαριασμό για την προδοσία τους.

Οι αντεπαναστάσεις και οι άρχουσες τάξεις δεν γνωρίζουν από ευγνωμοσύνη. Ο δρόμος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας προς το αυταρχικό κράτος ήταν αυτοκτονικός. Αλλά με τη ναζιστική κυριαρχία και τις βάρβαρες συνέπειές της, η γερμανική εργατική τάξη, ο γερμανικός λαός και ολόκληρη η ανθρωπότητα πλήρωσαν ακριβά αυτή την τρίτη χαμένη ευκαιρία μιας επαναστατικής νίκης, τη μεγαλύτερη ευκαιρία των τριών επαναστάσεων.

Η δημοκρατική αντεπανάσταση του 1919 οδήγησε στην ολοκληρωτική αντεπανάσταση του 1933 – όχι αναπόφευκτα, αλλά με μια αναπτυσσόμενη εσωτερική λογική.

 

III

Ως αποτέλεσμα του διεθνούς χαρακτήρα του καπιταλισμού, οι συνέπειες από τις τρεις ηττημένες γερμανικές επαναστάσεις έγιναν όλο και πιο καταστροφικές με την πάροδο των δεκαετιών και των αιώνων.

Η ήττα του Γερμανικού Αγροτικού Πολέμου επέτρεψε στη γαλλική απόλυτη μοναρχία να αποκτήσει στρατιωτική κυριαρχία στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα, γεγονός που επέκτεινε την κυριαρχία της απολυταρχίας κατά τουλάχιστον έναν αιώνα. Η Αγγλία, η οποία ήταν οικονομικά φτωχότερη και λιγότερο ανεπτυγμένη, μπόρεσε να πραγματοποιήσει την αστική της επανάσταση 100 χρόνια νωρίτερα από την πλουσιότερη Γαλλία. Ταυτόχρονα, τεράστιοι πόροι σπαταλήθηκαν σε δυναστικούς πολέμους και δαπανήθηκαν από την αυλή και την αυλική αριστοκρατία σε ανούσια έξοδα πολυτελείας, στερώντας έτσι τη συσσώρευση βιομηχανικού κεφαλαίου. Οι περιοδικοί λιμοί, που δεν διέφεραν από αυτούς που προκάλεσαν οι γαλλικοί στρατοί στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου, ήταν εν μέρει το αποτέλεσμα της επιβίωσης της απολυταρχίας στη Γαλλία.

Η κυριαρχία των Πρώσων Γιούνκερ, η οποία προέκυψε τουλάχιστον έμμεσα από τη νίκη των πριγκίπων το 1525, προκάλεσε με τη σειρά της την εδραίωση της κυριαρχίας των Γιούνκερ στην τσαρική Ρωσία – μια εδραίωση που βρήκε την ισχυρότερη έκφρασή της στην «Ιερή Συμμαχία» μετά την ήττα του Ναπολέοντα και η οποία επιβράδυνε την ιστορική εξέλιξη της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης κατά τουλάχιστον μισό αιώνα, μια επιβράδυνση που εντάθηκε ακόμη περισσότερο από την ήττα της επανάστασης του 1848.

Ο συνδυασμός των αποτυχημένων πρώιμων και όψιμων αστικών επαναστάσεων οδήγησε σε μια καθυστερημένη, αν και θυελλώδη ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας και του γερμανικού ιμπεριαλισμού μετά την ίδρυση του Ράιχ το 1871. Ο νόμος της ανισόμετρης και συνδυασμένης ανάπτυξης επιβεβαιώθηκε με ιδιαίτερα εκρηκτικό τρόπο στην παγκόσμια αγορά.

Επειδή ωρίμασε πολύ αργά, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός βρήκε την παγκόσμια αγορά ήδη σε μεγάλο βαθμό διαιρεμένη μεταξύ διαφορετικών αποικιοκρατούμενων περιοχών και σφαιρών επιρροής. Επειδή έφτασε σε πλήρη ανάπτυξη αργότερα από τους κύριους ανταγωνιστές του, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός απέκτησε γρήγορα προβάδισμα στην παραγωγικότητα και τη βιομηχανική ανάπτυξη έναντι αυτών των ανταγωνιστών στα τέλη του 19ου αιώνα. Απέκτησε ένα πλεονέκτημα το οποίο δεν μπόρεσε να το εξαλείψει ούτε η στρατιωτική ήττα του 1918. Οι εσωτερικοί κοινωνικοί ανταγωνισμοί και οι αρχαϊκές δομές εξουσίας που επιδεινώθηκαν από την απουσία μιας νικηφόρας αστικής επανάστασης απέτρεψαν την εναλλακτική στρατηγική μιας καθαρά εμπορικής παγκόσμιας επέκτασης. Μόνο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή η εναλλακτική στρατηγική πέτυχε σημανιτκή πρόοδο (το πόσο μόνιμη παραμένει προς το παρόν αδιευκρίνιστο).

Έτσι, για τις γερμανικές μεγάλες επιχειρήσεις η επιδίωξη για επέκταση στην παγκόσμια αγορά, που είναι σύμφυτη με τον μονοπωλιακό καπιταλισμό/ιμπεριαλισμό, απέκτησε εξαρχής έναν μιλιταριστικό-επιθετικό χαρακτήρα. Με στόχο την κατάκτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας, στόχευε στη δημιουργία μιας μεγάλης αποικιακής αυτοκρατορίας, αρχικά στην ανατολική Ευρώπη (Ρωσία) και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Τουλάχιστον μερίδιο ευθύνης για την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κύρια ευθύνη για την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – αυτά είναι τα ιστορικά αποτελέσματα αυτής της δυναμικής του γερμανικού ιμπεριαλισμού που προκλήθηκε από την απουσία της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και την ήττα της προλεταριακής επανάστασης του 1918-19.

Η ηττημένη γερμανική επανάσταση του 1918-19 και οι καταπνιγμένες επαναστατικές δυνατότητες του 1920 και 1923 (για τις οποίες ο γαλλικός, βρετανικός και αμερικανικός ιμπεριαλισμός φέρουν ένα όχι αμελητέο μερίδιο ευθύνης) αποτέλεσαν τη μεγάλη καμπή στην παγκόσμια ιστορία του 20ού αιώνα. Η ενοποίηση της νικηφόρας Οκτωβριανής Επανάστασης με μια νικηφόρα επανάσταση στη Γερμανία και την Αυστρία θα είχε μεταμορφώσει ολόκληρη την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, προς μια σοσιαλιστική κατεύθυνση. Ακόμη και χωρίς να επεκταθεί στη Γαλλία ή την Αγγλία, αυτή η σοσιαλιστική συνομοσπονδία θα είχε αλλάξει την πορεία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας.

Θα είχε μπει μια αποφασιστική ανάσχεση στο σοβιετικό Θερμιδόρ. Μεγάλα τμήματα της Ευρώπης θα είχαν γλιτώσει την καταστροφή της Μεγάλης Ύφεσης. Δεν θα υπήρχαν ούτε ο Στάλιν ούτε ο Χίτλερ, ούτε το Άουσβιτς ούτε το Γκούλαγκ, και πιθανότατα ούτε καν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η κρίση των αποικιακών αυτοκρατοριών θα είχε ξεσπάσει είκοσι χρόνια νωρίτερα. Τουλάχιστον 100 εκατομμύρια άνθρωποι που χάθηκαν οικτρά παγκοσμίως μεταξύ 1918 και 1945 θα είχαν μείνει ζωντανοί. Αυτή είναι η έκταση της κοσμοϊστορικής τραγωδίας της τρίτης αποτυχημένης γερμανικής επανάστασης, μετά την τραγωδία των δύο προηγούμενων ηττημένων επαναστάσεων.

Βεβαίως, ορισμένα από αυτά είναι απλώς εικασίες. Δεν μπορεί κανείς να αντικαταστήσει μια πραγματική ιστορική διαδικασία με μια φανταστική που βασίζεται στη φόρμουλα «τι θα γινόταν αν....». Αλλά είναι απολύτως δικαιολογημένο να αναγνωρίσουμε μια αιτιώδη αλυσίδα όπου υπάρχει επαρκές εμπειρικό υλικό.

Κανένας σοβαρός ιστορικός δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι συνδυασμένες δυνατότητες της γερμανικής και της ρωσικής επανάστασης κατά τους πρώτους μήνες και χρόνια μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Γουλιέλμου θεωρήθηκαν ρεαλιστικές από τους ίδιους τους συγχρόνους, ίσως ακόμη περισσότερο από τη διεθνή αντεπανάσταση παρά από την Κομμουνιστική Διεθνή. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις δηλώσεις του Ουίνστον Τσόρτσιλ και του στρατάρχη Φος για να βγάλει αυτό το συμπέρασμα.

Ο τρόπος με τον οποίο το διεθνές κεφάλαιο, κυρίως το αμερικανικό, προσπάθησε να σταθεροποιήσει και να δαμάσει ταυτόχρονα τον καπιταλισμό στη Γερμανία –τεράστια τραπεζικά δάνεια συν την πολιτική των αποζημιώσεων– οδήγησε κατευθείαν στην οικονομική και χρηματοπιστωτική καταστροφή του 1929-31, η οποία συνέβαλε σημαντικά στην κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Χωρίς αυτή την αλυσίδα αιτιών, το μαζικό κόμμα και η μαζική δημαγωγία του Χίτλερ δεν θα είχαν την ευκαιρία για τη δαιμονική ανάπτυξη που τους παρουσιάστηκε από το 1929 και μετά. Από την άλλη πλευρά, χωρίς την υπερτροφία του μιλιταρισμού και της μιλιταριστικής ιδεολογίας από το 1914 και μετά, και τη σχεδόν απεριόριστη επέκτασή τους μετά την ήττα της επανάστασης ως αποτέλεσμα αυτής της ήττας, ο Χίτλερ δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει.

Η αυξανόμενη παράλυση της αυτενέργειας της σοβιετικής εργατικής τάξης από το 1920 και μετά μπορεί να αποδοθεί αντικειμενικά στην πείνα και την αποδιοργάνωση της οικονομίας και υποκειμενικά στη φθίνουσα ελπίδα για παγκόσμια επανάσταση. Αυτές οι δύο αποφασιστικές στιγμές για τη νίκη του σοβιετικού Θερμιδόρ με τη μορφή της γραφειοκρατικής δικτατορίας, του σταλινισμού, θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να είχαν αποφευχθεί με τη συγχώνευση μιας σοβιετικής Γερμανίας με μια σοβιετική Ρωσία. Η γερμανική βιομηχανία και η ρωσική αγορά, ενωμένες υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης, θα ήταν σε θέση να εξαλείψουν γρήγορα τη χειρότερη δυστυχία. Αυτό δεν είναι εικασία. Είναι εμπειρικά αποδεδειγμένο.

Αυτοί που φέρουν την ευθύνη για την ήττα της γερμανικής επανάστασης βαρύνονται επομένως με ένα τεράστιο χρέος – σε παγκόσμιους ιστορικούς όρους. Έχασαν μια μοναδική ευκαιρία να σώσουν τον κόσμο από τη φρίκη του Χίτλερ, του Στάλιν, της ατομικής βόμβας και της πείνας στον Τρίτο Κόσμο.

Οι επαναστάσεις και οι αντεπαναστάσεις γίνονται από τους ανθρώπους. Σίγουρα, οι τάξεις, τα σημαντικά ταξικά στρώματα, τα κόμματα και, σε πολύ περιορισμένο βαθμό, οι ηγέτες, παίζουν καθοριστικό ρόλο. Αλλά οι τάξεις και τα κόμματα αποτελούνται και τα ίδια από ανθρώπους, ο καθένας με τη δική του υποκειμενικότητα, όπως ακριβώς και οι «εξέχουσες προσωπικότητες». Αν οι τελευταίες κατέχουν παρ’ όλα αυτά μια τόσο κεντρική θέση τόσο στην άνοδο όσο και στην πτώση των επαναστάσεων, αυτό οφείλεται στο ότι ο υποκειμενικός παράγοντας –η διορατικότητα, η αποφασιστικότητα, η ικανότητα να εκφράζουν τα συμφέροντα της τάξης με μεγαλύτερη σαφήνεια, η ικανότητα να τους κάνουν να συνειδητοποιήσουν το πεπρωμένο τους και να τους παρασύρουν στη δράση κ.λπ.– παίζει καθοριστικό ρόλο σε αποφασιστικές καμπές της ιστορικής διαδικασίας.

Οι νίκες της αντεπανάστασης χαρακτηρίζονται από το Vae victis (Ουαί τοις ηττημένοις!). Η αντεπανάσταση γνωρίζει ακριβώς πόσο επικίνδυνοι είναι οι «αγκιτάτορες» για τους κυβερνώντες όταν το μήνυμά τους συμπίπτει με την εξέγερση πλατιών μαζών (μόνο οι πιο ηλίθιοι πιστεύουν ότι οι «αγκιτάτορες» προκαλούν αυτή την εξέγερση, πράγμα που όμως δεν σημαίνει ότι οι κυνικοί δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό το «επιχείρημα» για να δικαιολογήσουν τη βίαιη καταστολή). Οι δολοφονημένοι επαναστάτες ηγέτες προβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στο πεδίο της μάχης των νικηφόρων αντεπαναστάσεων. Οι δολοφονίες του Τόμας Μύντσερ το 1525, του Ρόμπερτ Μπλουμ το 1849, της Ρόζα Λούξεμπουργκ, του Καρλ Λίμπκνεχτ, του Λέο Γιόγκισες, του Ούγκο Χάαζε, του Κουρτ Άισνερ, του Όιγκεν Λεβινέ το 1919 –ενδεικτικά στα δύο κύρια κέντρα της τελευταίας επανάστασης, το Βερολίνο και το Μόναχο– αντιπροσωπεύουν τις χιλιάδες δολοφονηθέντες στην ηττημένη επανάσταση (το 1848 ήταν εξίσου πολλοί, αν συνυπολογίσει κανείς την Αυστρία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και την Ιταλία).

Η ιστορία φαίνεται να είναι με το μέρος των νικητών. Όχι μόνο, όπως πολύ συχνά υποστηρίζεται ως κοινός τόπος, επειδή οι νικητές γράφουν την ιστορία. Τους τελευταίους αιώνες, αυτό ίσχυε μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Αλλά κυρίως επειδή η ίδια η νίκη φαίνεται να καθορίζει την περαιτέρω πορεία των γεγονότων, τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αλλά οι άμεσες αποφάσεις και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις πρέπει να διαχωρίζονται. Οι επαναστάσεις ξεσπούν επειδή ορισμένες κοινωνικοοικονομικές ή/και πολιτικές μορφές διακυβέρνησης δεν είναι πλέον λειτουργικές και δεν γίνονται πλέον ανεκτές από τις ευρύτερες μάζες. Νικηφόρες αντεπαναστάσεις μπορούν να καταστείλουν προσωρινά τη δεύτερη κατάσταση πραγμάτων. Αλλά δεν μπορούν να καταργήσουν την πρώτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο τυφλοπόντικας συνεχίζει να παραμονεύει κάτω από το επιφανειακό έδαφος ακόμα και της πιο επιτυχημένης αντεπανάστασης. Αυτό οδηγεί στο παράδοξο που σημείωσε ο Φρίντριχ Ένγκελς στη μεταγενέστερη ιστορική του αποτίμηση της ηττημένης επανάστασης του 1848-49: ότι η νικηφόρα αντεπανάσταση, τουλάχιστον στη Γερμανία, έγινε εν μέρει καλός εκπληρωτής της ηττημένης επανάστασης.

Οι νικηφόρες αντεπαναστάσεις είναι νικηφόρες μακροπρόθεσμα μόνο αν λάβει χώρα μια μακροπρόθεσμη διαδικασία ιστορικής οπισθοδρόμησης. Ωστόσο, αν οι παραγωγικές δυνάμεις συνεχίσουν να αναπτύσσονται και οι αντικειμενικές και υποκειμενικές βάσεις της ιστορικής προόδου διευρύνονται, η αντεπανάσταση αργά ή γρήγορα θα φτάσει στο τέλος της ζωής της. Τότε οι προηγουμένως ηττημένοι θα αναδυθούν με νέα, μεγαλύτερη δύναμη. Εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά μεταξύ των συνεπειών της ήττας του Γερμανικού Αγροτικού Πολέμου, που βύθισε τη Γερμανία στην καταστροφή σχεδόν τριακόσια χρόνια αργότερα, και των συνεπειών της ήττας της επανάστασης του 1848-49, που μόλις 15 χρόνια αργότερα δεν μπόρεσε να αποτρέψει την άνοδο του γερμανικού εργατικού κινήματος.

Αυτή η βαθύτερη διαλεκτική της ιστορίας δεν αλλάζει την άμεση ανθρώπινη τραγωδία των θυμάτων. Οι νεκροί παραμένουν νεκροί. Η πραγματική ιστορία δεν γνωρίζει ανάσταση της δολοφονημένης σάρκας. Οι χιλιάδες νεκροί, των οποίων η ιστορία δεν καταγράφει τα ονόματα, θρηνήθηκαν από τους απογόνους τους. Η εξαφάνιση εξαιρετικών επαναστατών στοχαστών και ηγετών είχε αρνητική επίδραση στην περαιτέρω πορεία της ιστορικής εξέλιξης. Μια ζωντανή Ρόζα Λούξεμπουργκ θα μπορούσε να είχε αλλάξει αποφασιστικά την περαιτέρω ιστορία του KPD∙ η επιβίωσή της θα είχε τουλάχιστον δυσκολέψει σημαντικά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ.

Αλλά αν η ιστορία δεν γνωρίζει την ανάσταση της σάρκας, γνωρίζει τη δύναμη και τη συνέχεια των επαναστατικών ιδεών. Είναι ένας σκληρός αλλά δίκαιος κριτής. Ξεχωρίζει ανελέητα την ήρα από το σιτάρι, ό,τι είναι πολύτιμο για την πρόοδο και τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας από τις αλαζονικές κορώνες των εκτελεστών, των βασανιστών και των απολογητών τους. Στη γλώσσα της πολιτικής, αυτό ονομάζεται ιστορική «αποκατάσταση», τόσο με τη στενότερη όσο και με την ευρύτερη έννοια της λέξης.

Κανείς δεν θυμάται τα ονόματα των νικητών πριγκίπων του Μπαντ Φρανκενχάουζεν. Αλλά το μνημείο του Τόμας Μύντσερ στέκεται σήμερα στο Μπαντ Φρανκενχάουζεν με τον πανέμορφο γιγαντιαίο πίνακα του Βέρνερ Τούμπκε. Οι άθλιοι δολοφόνοι της δικής μας Ρόζας αντιμετωπίζονται με σχεδόν καθολική περιφρόνηση στη Γερμανία. Και αυτοί θα βυθιστούν στη γενική λήθη. Αλλά δεν θα αργήσει να ανεγερθεί ένα μνημείο για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο κανάλι Λάντβερ του Βερολίνου. Υπάρχει ήδη στις καρδιές και τα μυαλά εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι εκατομμυρίων. Ποτέ το ρητό «κι ας νίκησες» δεν ήταν τόσο κατάλληλο όσο στην περίπτωση των θυμάτων των ηττημένων επαναστάσεων. Όπως τραγουδούσαν οι Ρώσοι και οι Πολωνοί επαναστάτες στην επανάσταση του 1905: «Αθάνατα θύματα...»[2].

Αυτό είναι ένα μάθημα της ιστορίας που είναι σχεδόν δύο χιλιάδων ετών. Τα ονόματα των Ρωμαίων ηγεμόνων που κάρφωσαν δεκάδες χιλιάδες σκλάβους στο σταυρό κατά μήκος της Βία Αππία για να τους τιμωρήσουν επειδή τόλμησαν να επαναστατήσουν κατά της δουλείας έχουν ξεχαστεί. Το όνομα του Σπάρτακου του σκλάβου, από την άλλη πλευρά, ζει και θα ζει όσο υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται και αγωνίζονται. Τα ονόματα του Στάλιν και του Ρακόσι αναφέρονται μόνο με μίσος από τη συντριπτική πλειοψηφία της σοβιετικής και ουγγρικής εργατικής τάξης. Οι σύντροφοι Μπουχάριν και Ίμρε Νάγκυ, που δολοφονήθηκαν από αυτούς, έχουν επίσημα αποκατασταθεί. Αυτό θα συνεχιστεί.

Το δικαστικό σώμα και το δικαστήριο παριστάνονται συνήθως ως τυφλοί. Ο «νόμος είναι ο νόμος» και δεν έχει πάντα μεγάλη σχέση με τη δικαιοσύνη. Το τυφλό παγκόσμιο δικαστήριο χτυπάει ανελέητα πότε κατά της αριστεράς, πότε κατά της δεξιάς. Αλλά αν κάποιος πει ότι η παγκόσμια ιστορία είναι η δικαστική κρίση του κόσμου, τότε παρά αυτή τη φαινομενική προσωρινή τύφλωση, επικρατεί μια μακροπρόθεσμη αντικειμενική δικαιοσύνη. Αυτό που η ιστορία οφείλει στις ηττημένες επαναστατικές μάζες και στους εχθρούς τους του 1525, του 1848 και του 1918-19 δεν μπορεί να αμφισβητηθεί μακροπρόθεσμα.

Αυτό είναι πιο ξεκάθαρο στην περίπτωση της ηττημένης επανάστασης του 1918-1919. Ποιος μπορεί σήμερα να αρνηθεί ότι ο Χίτλερ ήταν το μεγαλύτερο κακό του 20ού αιώνα; Ποιος μπορεί σήμερα να αρνηθεί ότι μια νικηφόρα κοινωνική επανάσταση στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα είχε σώσει τη Γερμανία και τον κόσμο από αυτή τη βαρβαρότητα;

Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη λεγόμενη διαμάχη των ιστορικών, οι «αναθεωρητές» ιστορικοί, ως επί το πλείστον αναθεωρώντας τις δικές τους προηγούμενες απόψεις, αρνούνται τη συνέχεια των επεκτατικών και ληστρικών σχεδίων του γερμανικού ιμπεριαλισμού πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το Τρίτο Ράιχ, προκειμένου να εξηγήσουν, αν όχι να δικαιολογήσουν, τον Χίτλερ ως αποτέλεσμα της «μπολσεβίκικης τρομοκρατίας». Αυτό που ισοδυναμεί με τη δικαιολόγηση της καταστολής της γερμανικής επανάστασης του 1918-19 με τη βοήθεια των Φράικορπς και της Ράιχσβερ – η οποία οδήγησε στα SA/SS και στην ενσωμάτωση της Βέρμαχτ στην ληστρική και δολοφονική πολιτική των Ναζί.

Ο αγώνας για την ιστορική αποκατάσταση του κινήματος των συμβουλίων και της επανάστασης του 1918-1919 σημαίνει αγώνα για την ιστορική αλήθεια, ότι ήταν η μόνη εφικτή εναλλακτική λύση στο φασισμό μπροστά στη βαθύτερη δομική κρίση του γερμανικού καπιταλισμού. Όλα τα άλλα ήταν ο Χίτλερ σταδιακά, τα οποία τελικά έπρεπε να οδηγήσουν στον Χίτλερ ή σε κάτι παρόμοιο. Στη Δύση, και ιδιαίτερα στην ΟΔΓ [Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της (Δυτικής) Γερμανίας], χρειαζόμαστε επειγόντως αυτή τη γκλάσνοστ για τη δική μας ιστορία. Οφείλουμε να αγωνιστούμε γι’ αυτό, θα αγωνιστούμε.

 

20 Σεπτεμβρίου 1989

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Ernest Mandel, “The cost of the defeated German revolutions”, IIRE [International Institute for Research and Education], 14 Μαρτίου 2024, https://www.iire.org/node/1066. Αναδημοσίευση: Ernest Mandel, “1525, 1848, 1918-19: Three defeats of the German revolution – The cost of the defeated German revolutions”, Europe Solidaire Sans Frontières, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article70774.

 

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά ως εισαγωγή [Ernest Mandel, »Drei Niederlagen der deutschen Revolution: Eine welthistorische Tragödie«] σε μια συλλογή κειμένων του Jakob Moneta, Mehr Macht für die Ohnmächtigen (Φρανκφούρτη, 1991). Από το 1948 ο Moneta (1914-2012) ήταν μέλος της Τέταρτης Διεθνούς και δραστηριοποιήθηκε υπέρ του αγώνα για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, των γερμανικών συνδικάτων και άλλων κινημάτων.

 

 

Σημειώσεις

[1] [Σ.τ.Μ.:] Από το θεατρικό έργο του Friedrich Schiller, Die Verschwörung des Fiesco zu Genua [Φρίντριχ Σίλερ, Η συνωμοσία του Φιέσκο στη Γένοβα], 1783. Πράξη ΙΙΙ, Σκηνή ΙV (τελευταία φράση): »Der Mohr hat seine Arbeit getan, der Mohr kann gehen« [«Ο Μαυριτανός έκανε τη δουλειά του, ο Μαυριτανός μπορεί να φύγει»]. Μέχρι και τον 19ο αιώνα το επίθετο Mohr (Μαυριτανός, αλλά και Μαύρος) χαρακτήριζε τους Μαύρους της Αφρικής. Το Mohr ήταν επίσης ένα παρατσούκλι του Μαρξ (με το οποίο συχνά υπέγραφε την αλληλογραφία του), επειδή ήταν μαυριδερός. Βλ πχ., “Karl Marx to Ludwig Kugelmann, 26 March 1870”, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1870/letters/70_03_26.htm.

[2] [Σ.τ.Μ.:] Αναφέρεται στο «Πένθιμο εμβατήριο» (ή πιο γνωστό ως «Επέσατε θύματα»), το οποίο γράφτηκε το 1878 από τον Άντον Αμόσοφ ή Αρχαγκέλσκι [Антон Амосов Александрович, «Вы жертвою пали»] και μελοποιήθηκε από τον Νικολάι Ικόνικοφ. Αργότερα ο Σοστακόβιτς χρησιμοποίησε τη μελωδία για το τρίτο μέρος της 11ης Συμφωνίας του, με τίτλο «1905». Ο στοίχος που αναφέρεται, αντιστοιχεί μάλλον στον στοίχο «αιώνια η μνήμη σε σας αδερφοί» της ελληνικής εκδοχής.

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2024 15:41

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.