Σάββατο, 08 Μαϊος 2021 10:39

Ισλαμοφοβία στην Ευρώπη

 

Joseph Daher

 

Ισλαμοφοβία στην Ευρώπη

 

 

Αν και η ισλαμοφοβία, που συνδέεται με μορφές αντι-αραβικού ρατσισμού και αποικιοκρατικής και αυτοκρατορικής ιστορίας, σίγουρα υπήρχε πριν από το 2000, πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στις δυτικές χώρες μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 από την τζιχαντιστική οργάνωση Αλ Κάιντα. Ένας νέος εχθρός είχε βρεθεί και οι νόμοι που εισήγαγαν διακρίσεις εις βάρος των μουσουλμανικών πληθυσμών άνθισαν στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία, αλλά και αλλού, όπως στην Ινδία, τη Ρωσία και την Κίνα.

Τα δυτικά κράτη κατασκεύασαν τους Μουσουλμάνους ως επικίνδυνους «άλλους» μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο λεγόμενος «Πόλεμος Κατά της Τρομοκρατίας» βοήθησε τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους να δικαιολογήσουν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής (ΜΑΒΑ) με το πρόσχημα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Στο εσωτερικό, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι νέες αντιτρομοκρατικές πολιτικές και τα μέτρα στόχευσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν ως νόμιμα αντικείμενα καχυποψίας, και άλλους μη λευκούς πληθυσμούς. Βασιζόμενες σε αυτή τη «διαφορετικότητα» και την «επικινδυνότητα», οι αρχές αύξησαν τους νόμους και τα μέσα για την παρακολούθηση των Μουσουλμάνων, τον έλεγχο κάθε κίνησής τους και τη συνεχή διασφάλιση της προσήλωσής τους στις λεγόμενες «Δυτικές Αξίες» ή στις Γαλλικές «Ρεπουμπλικανικές Αξίες».

Η ισλαμοφοβία συνέχισε να αυξάνεται στις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες την τελευταία δεκαετία, με τις κυβερνήσεις να εκμεταλλεύονται την άνοδο μιας νέας τζιχαντιστικής οργάνωσης, του «Ισλαμικού Κράτους» (ΙΚ), και την άφιξη εκατομμυρίων προσφύγων από την περιοχή της ΜΑΒΑ για να εντείνουν τις ρατσιστικές και κατασταλτικές πολιτικές τους. Οι πρόσφυγες φυσικά φεύγουν λόγω της θανατηφόρας καταστολής αυταρχικών και δεσποτικών καθεστώτων, όπως στη Συρία, της ανόδου του ΙΚ στη Συρία και το Ιράκ, καθώς και λόγω των ξένων επεμβάσεων.

Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) φιλοξενούν 20 εκατομμύρια Μουσουλμάνους. Ο αυξανόμενος αριθμός ακροδεξιών και φασιστικών πολιτικών κομμάτων σε ολόκληρη την ήπειρο έχει καταστήσει αποδιοπομπαίους τράγους τους Μουσουλμάνους και άλλους μη λευκούς πληθυσμούς. Η Εθνική Συσπείρωση (παλαιότερα γνωστή ως Εθνικό Μέτωπο [Γαλλία]), το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), η Αγγλική Αμυντική Λίγκα, το Κόμμα Vox της Ισπανίας και το Αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας είναι μερικά από τα πολιτικά κόμματα που μοιράζονται έναν κοινό λόγο και μια κοινή πολιτική, να απαλλάξουν την Ευρώπη από το «μουσουλμανικό ζήτημα».

Ωστόσο, οι ρατσιστικές πολιτικές και οι πολιτικές αποκλεισμού εναντίον των Μουσουλμάνων δεν εφαρμόστηκαν από αυτά τα ακροδεξιά πολιτικά κινήματα. Είναι οι σοσιαλφιλελεύθερες και οι δεξιές κυβερνήσεις που το έχουν κάνει. Διαδοχικοί κεντροδεξιοί πολιτικοί ηγέτες, για παράδειγμα, έχουν επανειλημμένα μιλήσει εναντίον της «ισλαμιστικής τρομοκρατίας» (η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ) και της ασυμβατότητας του λεγόμενου «ισλαμιστικού αυτονομισμού» με τις ευρωπαϊκές αξίες (ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν).

Το άρθρο θα συζητήσει την εξάπλωση του ισλαμοφοβικού πολιτικού κλίματος και την αύξηση της βίας εναντίον των Μουσουλμάνων στην Ευρώπη, η οποία χρησίμευσε επίσης για μια γενικότερη επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας, ιδίως αριστερών ομάδων και ακτιβιστών.

Συνέχιση του ρατσισμού

Η ισλαμοφοβία δεν υπολογίζει τη θρησκευτικότητα ενός ατόμου. Είναι μια μορφή ρατσισμού εναντίον ατόμων και πληθυσμών που θεωρούνται ή εκλαμβάνονται ως Μουσουλμάνοι, και φέρουν μουσουλμανικό όνομα, είτε πρόκειται για πιστούς, είτε για άθεους.

Ο ρατσισμός δεν είναι μια ιδέα που εντοπίζεται σε ψυχολογικό και ατομικό επίπεδο, αλλά μια σχέση κυριαρχίας: οι φυλετικές ομάδες δεν γίνονται αντιληπτές και δε θεωρούνται απλώς εντελώς διαφορετικοί πολίτες, αλλά αντιμετωπίζονται επίσης με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αυτή η διαφορά, η οποία θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίζεται ως άνιση μεταχείριση, μεταφράζεται πολύ συγκεκριμένα σε άρνηση ή τουλάχιστον ανισότητα δικαιωμάτων και ευκαιριών – για παράδειγμα όταν κάποιος είναι Μουσουλμάνος, Άραβας ή Μαύρος για να βρει δουλειά ή στέγη, ή για τις Μουσουλμάνες γυναίκες το δικαίωμα να φορούν μαντίλα στο δημόσιο σχολείο.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι σοβαρές προσπάθειες ταξινόμησης των ανθρώπων με βάση τη φυλή έπαψαν να υφίστανται, αλλά ο ρατσισμός πήρε άλλες μορφές. Η συντηρητική «επανάσταση» της δεκαετίας του 1980 ενίσχυσε την επίσημη ρητορική των κυβερνήσεων με την ανάδειξη «κουλτουραλιστικών» εξηγήσεων για την προώθηση διακρίσεων και ρατσιστικών πολιτικών. Το γεγονός αυτό συνοδεύτηκε από την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Συνδέθηκε επίσης με την άνοδο της θεωρίας του Samuel Huntington για τη «σύγκρουση των πολιτισμών».

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στις δυτικές χώρες οδήγησαν σε περαιτέρω επισφάλεια και μαζική φτωχοποίηση των εργατικών τάξεων. Καθώς τα συνδικάτα και η αντίσταση από τα κάτω συντρίβονταν, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργαζομένων μεγάλωσε. Στους κύκλους της εργατικής τάξης, εκείνοι που πλήρωσαν περισσότερο αυτές τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ήταν οι γυναίκες, οι νέοι και οι πληθυσμοί με μεταναστευτικό ή/και μειονοτικό υπόβαθρο.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι ανισότητες στην κοινωνία δεν μπορούσαν πλέον να αμφισβητηθούν, αλλά οι αιτίες τους εντοπίστηκαν σε «πολιτισμικούς παράγοντες» που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζουν ένα άτομο ή μια μειονοτική ομάδα. Οι ανισότητες εξηγούνταν επομένως από την κουλτούρα μιας ομάδας που θεωρούνταν ομοιογενής.

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι αραβικοί/μουσουλμανικοί πληθυσμοί (ή όσοι θεωρούνταν τέτοιοι) κατηγορήθηκαν για «ανεπαρκή ενσωμάτωση». Οι πολιτισμοί ή/και οι θρησκείες τους θεωρούνταν «ασύμβατοι» με τη «γαλλική κουλτούρα».

Στη Μεγάλη Βρετανία έπαιξαν ρόλο παρόμοιες δυναμικές. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» στη δεκαετία του 2000 βασίστηκε σε μια παλαιότερη άποψη ότι οι Μουσουλμάνοι «αυτοδιαχωρίζονται» και δεν αποδέχονται τις «βρετανικές αξίες». Αυτό έγινε στην πραγματικότητα ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής της Αποτροπής [Prevent strategy] (βλ. παρακάτω), η οποία προτρέπει τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα να κατασκοπεύουν τους Μουσουλμάνους για ενδείξεις ριζοσπαστικοποίησης και «μη βίαιου εξτρεμισμού».1

Οι ανισότητες στην κοινωνία δεν γίνονται πλέον κατανοητές ή δεν θεωρούνται ότι παράγονται από τις κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές του κράτους. Ο στόχος είναι να αποκλειστεί η νομιμότητα των διεκδικήσεων και των αιτημάτων που καταγγέλλουν τις ανισότητες σε μια συγκεκριμένη κοινωνία.

Η ανάπτυξη ρατσιστικών διακρίσεων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής οδηγεί σε μια τριπλή διαδικασία επισφάλειας, γκετοποίησης και εθνοποίησης των μειονοτικών ή/και μεταναστευτικών πληθυσμών.

Επίθεση στα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα

Ο λεγόμενος «Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» οδήγησε στη δικαιολόγηση δύο μαζικών πολέμων, την κατοχή του Αφγανιστάν και του Ιράκ, και άλλες στρατιωτικές παρεμβάσεις σε χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία, ενώ επίσης αυξήθηκαν οι πολιτικές ποινικοποίησης και αποκλεισμού κατά των Μουσουλμάνων.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι απαγορεύσεις των μορφών μουσουλμανικής κάλυψης του κεφαλιού σε διάφορους δημόσιους χώρους προχώρησαν από την απαγόρευση του χιτζάμπ στα γαλλικά σχολεία και τους περιορισμούς για τις δασκάλες σε ορισμένα μέρη της Γερμανίας, μέχρι την πλήρη απαγόρευση του νικάμπ που καλύπτει το πρόσωπο σε δημόσιους χώρους στη Δανία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και πιο πρόσφατα στην Ελβετία.

Αυτό συνοδεύεται από αυξανόμενη βία με στόχο τους Μουσουλμάνους, τα τζαμιά και τα σύμβολά τους. Αυτό καταδεικνύει πόσο έχουν διεισδύσει τα αντιμουσουλμανικά αισθήματα πολύ πέρα από ορισμένα περιορισμένα τμήματα της κοινωνίας, φτάνοντας σε ευρύτερους τομείς.

Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2012 με τίτλο «Επιλογή και προκατάληψη: διακρίσεις κατά των Μουσουλμάνων στην Ευρώπη», η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί από το ισλαμοφοβικό κλίμα. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία κ.λπ.) ξεχώρισαν για τις πρακτικές τους, ενώ τα πολιτικά κόμματα τις ενθαρρύνουν σιωπηλά στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν ψήφους, προσθέτει η έκθεση.

Ο συντάκτης της έκθεσης περιγράφει, για παράδειγμα, το πώς «οι Μουσουλμάνες γυναίκες στερούνται θέσεων εργασίας και τα νεαρά κορίτσια εμποδίζονται να πάνε στο σχολείο απλώς και μόνο επειδή φορούν παραδοσιακά ρούχα, όπως μαντίλες... Οι άνδρες μπορούν να απολυθούν επειδή έχουν γένια που συνδέονται με το Ισλάμ». Οι Μουσουλμάνοι στη Βρετανία αμείβονται γενικά 13-21% λιγότερο από άλλους με τα ίδια προσόντα, ενώ οι Μουσουλμάνοι που αναζητούν εργασία είχαν τρεις φορές λιγότερες πιθανότητες να τους προσφερθεί συνέντευξη.2

Αυτό συμβαίνει και σε ολόκληρη την ήπειρο. Στη Γαλλία, πολυάριθμοι νόμοι τις τελευταίες δύο δεκαετίες στόχευσαν άμεσα ή έμμεσα τους αραβικούς/μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ξεκινώντας με την απαγόρευση του χιτζάμπ στα σχολεία το 2004 και την απαγόρευση της κάλυψης του προσώπου με νικάμπ σε όλους τους δημόσιους χώρους το 2011. Ακολούθησε η απαγόρευση του μπουρκίνι (μαγιό για συντηρητικές Μουσουλμάνες) το 2016.

Η Συλλογικότητα Κατά της Ισλαμοφοβίας στη Γαλλία κατηγόρησε πολλές φορές το γαλλικό κράτος και τις δημόσιες αρχές ότι συμμετέχουν, μέσω της δράσης τους, στην εξάπλωση της ισλαμοφοβίας. Η επιβολή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και ευρύτερα η αντιτρομοκρατική πολιτική που εφαρμόζεται από το 2015 οδήγησαν, σύμφωνα με τη Συλλογικότητα, στην «ανάδυση μιας ισλαμοφοβίας ασφαλείας».3

Ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν ανακοίνωσε στις 12 Οκτωβρίου 2020 έναν νόμο σχετικά με τον «αυτονομισμό», ο οποίος εγκρίθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2021 από την Εθνοσυνέλευση. Η συζήτηση και η ψήφιση του νόμου αποτέλεσε την αφορμή για κάθε είδους ρατσιστικές δηλώσεις από την πλειοψηφία των βουλευτών της δεξιάς και της ακροδεξιάς. Δυστυχώς, συμμετείχαν και ορισμένα τμήματα της αριστεράς.

[Τώρα εκκρεμεί στη Γερουσία και επικρίνεται έντονα από τη Διεθνή Αμνηστία, ο σαρωτικός νόμος «κατά του αυτονομισμού» επιβάλλει ρυθμίσεις στις θρησκευτικές οργανώσεις και επιτρέπει στο κράτος να αποβάλει ιεροκήρυκες για υποτιθέμενο εξτρεμισμό – σ.επ.].

Εν τω μεταξύ, τα κυβερνητικά και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης κατηγόρησαν οργανώσεις και άτομα που αντιτίθενται σε αυτόν τον νόμο για «ισλαμοαριστερισμό». Επιδίωξαν να απονομιμοποιήσουν την όποια αλληλεγγύη δείχνει η Αριστερά προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό.

Στο νέο «αντι-αυτονομιστικό» νόμο της Γαλλίας, 51 άρθρα παρέχουν περισσότερα εργαλεία ασφαλείας. Για να λάβουν επιχορηγήσεις από το κράτος, οι ενώσεις θα πρέπει να υπογράψουν ένα «Δημοκρατικό [Republican] συμβόλαιο δέσμευσης για το σεβασμό των αρχών και των αξιών της δημοκρατίας [republic]». Αυτό συνοδεύεται από την επέκταση των κριτηρίων για τη διάλυση ενώσεων που «απειλούν τη δημόσια τάξη», όπως ακριβώς η κυβέρνηση απαγόρευσε και διέλυσε ορισμένους μουσουλμανικούς συλλόγους τους τελευταίους μήνες, όπως τη Συλλογικότητα κατά της Ισλαμοφοβίας στη Γαλλία, ο ρόλος της οποίας είναι να παρέχει βοήθεια στα θύματα της ισλαμοφοβίας.4

Ταυτόχρονα, η λεγόμενη «θρησκευτική ουδετερότητα» που απαιτείται από τους υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών επεκτείνεται και στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα δημόσιας υπηρεσίας, με όλες τις υποχρεώσεις που την συνοδεύουν, ιδίως την απαγόρευση της μαντίλας. Θα υπάρξει αυξημένος έλεγχος στα τζαμιά, υποχρέωση δήλωσης των δωρεών που λαμβάνονται από το εξωτερικό, αλλαγή του καθεστώτος των ισλαμικών λατρευτικών δραστηριοτήτων, από τον νόμο του 1901, προς έναν πιο περιοριστικό νόμο «αυτονομισμού» του 1905 και αυξημένος έλεγχος όλων των δραστηριοτήτων των πολιτιστικών τους ενώσεων.

Γενικότερα, αυτός ο νέος νόμος αποσκοπεί στη φίμωση των Μουσουλμάνων και των οργανώσεών τους, ταλαιπωρώντας τους καθώς τους καθιστά υπεύθυνους για τις διακρίσεις που καταγγέλλουν.

Παρομοίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, η βρετανική κυβέρνηση στιγματίζει και αυτή τους Μουσουλμάνους μέσω διαφόρων λεγόμενων πολιτικών «ασφάλειας», όπως το πρόγραμμα ασφάλειας «Prevent», το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται το 2005. Το πρόγραμμα αυτό, το οποίο επανασχεδιάστηκε από τους Συντηρητικούς το 2011, αλλά ξεκίνησε για πρώτη φορά από τους Νέους Εργατικούς του Τόνι Μπλερ το 2007, στοχεύει στην «καταπολέμηση της τρομοκρατίας» και του «εξτρεμισμού».

Το πρόγραμμα επιτρέπει στις βρετανικές αρχές να θέτουν υπό παρακολούθηση οποιονδήποτε διαφωνεί με την κυβερνητική πολιτική και τις δράσεις του βρετανικού κράτους, όπως για παράδειγμα για αντίθεση στους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, τον βομβαρδισμό της Λιβύης ή για υποστήριξη στον παλαιστινιακό αγώνα, καθώς και για αντίθεση στις «βασικές βρετανικές αξίες». Οι Μουσουλμάνοι φοιτητές αποτέλεσαν ιδιαίτερο στόχο αυτής της εκστρατείας. Το πρόγραμμα Prevent ζητούσε επίσης από τους εκπαιδευτικούς να καταγγέλλουν τα σημάδια «ριζοσπαστικοποίησης» των νεαρών Μουσουλμάνων...

Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2017, η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών και των σχολικών υπαλλήλων εξέφρασε την ανησυχία της για τον στιγματισμό των Μουσουλμάνων μαθητών στο πλαίσιο της στρατηγικής του προγράμματος «Prevent», το οποίο, αντίθετα, υπονομεύει τις προσπάθειες ένταξης στα σχολεία, ενώ είναι αναποτελεσματικό κατά του θρησκευτικού εξτρεμισμού.5 Όπως εξήγησε η Narzanin Massoumi, «Ένας Πακιστανός πολίτης έχει 150 φορές περισσότερες πιθανότητες να τον σταματήσουν και να τον ψάξουν σύμφωνα με το Παράρτημα 7 του Νόμου περί Τρομοκρατίας –ένα δρακόντειο νομοθέτημα που επιτρέπει να σταματούν ανθρώπους στα λιμάνια χωρίς “εύλογη υποψία”– πολύ περισσότερο εάν δεν είναι λευκοί».

Ο νόμος επιτρέπει στους αστυνομικούς να συλλαμβάνουν άτομα χωρίς να είναι ύποπτα και να τα κρατούν έως και εννέα ώρες σε αεροδρόμια, λιμάνια και διεθνείς σιδηροδρομικούς σταθμούς. Ωστόσο, μόνο 100 άτομα έχουν κατηγορηθεί και 44 έχουν καταδικαστεί από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος το 2001.

Τόσο στη Γαλλία όσο και στη Βρετανία η άνοδος των ισλαμοφοβικών πολιτικών έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο σε μια διαδικασία ελέγχου και περιορισμού των πολιτικών δικαιωμάτων όλων – όχι μόνο των μουσουλμάνων. Στη Γαλλία, οι λεγόμενοι «αντιτρομοκρατικοί» νόμοι και οι νόμοι περί «ασφάλειας» στοχοποίησαν αριστερούς και οικολόγους ακτιβιστές και ομάδες. Στις 28 Νοεμβρίου 2020, πραγματοποιήθηκαν μαζικές διαδηλώσεις στη Γαλλία κατά του «νόμου για την καθολική ασφάλεια», στις οποίες ενώθηκαν διάφορες δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις –από δημοσιογραφικές οργανώσεις μέχρι τη ριζοσπαστική αριστερά– για να καταπολεμήσουν την ατιμωρησία της αστυνομίας και την επέκταση της εξουσίας παρακολούθησης. Γενικότερα, η κινητοποίηση αυτή ήταν ένας αγώνας αυτοάμυνας ενάντια στον κρατικό μηχανισμό και τις πολιτικές που καταργούν τις ελευθερίες. Οι πολιτικές αυτές κατέχουν υψηλή θέση μεταξύ των εργαλείων της άρχουσας τάξης στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης.

Και στην Αγγλία επίσης, το πρόγραμμα ασφαλείας «Prevent» δεν σταμάτησε στις επιθέσεις εναντίον Μουσουλμάνων, αλλά αργότερα στοχοποίησε την αριστερά – οικολόγους, αριστερές ομάδες, φιλοπαλαιστινιακά κινήματα κ.λπ. Για παράδειγμα, τα μαρξιστικά εκπαιδευτικά εγειρίδια χαρακτηρίζονται ως δυνητικά εργαλεία ριζοσπαστικοποίησης και ως εκ τούτου οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν αντικαπιταλιστικό υλικό.

Η δαιμονοποίηση των Μουσουλμάνων

Οι πολιτικές των κυβερνήσεων και των συστημικών μέσων ενημέρωσης έχουν εμπλακεί στη δαιμονοποίηση των μουσουλμάνων. Πολυάριθμες μελέτες έχουν καταδείξει ότι η προβολή αρνητικών εικόνων για τους Μουσουλμάνους στα μέσα ενημέρωσης καθιστά τον πληθυσμό πιο πρόθυμο να υποστηρίξει κυβερνητικές πολιτικές που είναι επιζήμιες για τους Μουσουλμάνους και υπονομεύουν τα δικαιώματά τους.

Το 2007 μια έκθεση της Αρχής του Μείζονος Λονδίνου αποκάλυψε ότι σε μια εβδομάδα κάλυψης από τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, το 91% των ειδήσεων για τους μουσουλμάνους ήταν αρνητικές. Μια πιο πρόσφατη μελέτη του Μουσουλμανικού Συμβουλίου της Βρετανίας αποκάλυψε πέρυσι ότι δεν είχαν αλλάξει πολλά.

Μια δημοσκόπηση του Arab News/YouGov το 2017 επεσήμανε ότι η πλειοψηφία των Βρετανών υποστήριζε την κατάταξη σαν υπόπτους με βάση φυλετικά κριτήρια εναντίον των Αράβων. Το 2019, το YouGov διαπίστωσε ότι το 38% των Βρετανών πιστεύει ότι το Ισλάμ δεν είναι συμβατό με τις δυτικές αξίες. Πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτηθέντων είχε αρνητική άποψη για το Ισλάμ σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη θρησκεία.6

Επιπλέον, μετά τα σχόλια του Μπόρις Τζόνσον που συνέκρινε τις γυναίκες που φοράνε μπούρκα με «γραμματοκιβώτια» και «ληστές τραπεζών», τα ισλαμοφοβικά περιστατικά φέρεται να αυξήθηκαν κατά 375% την επόμενη εβδομάδα. Μια εσωτερική έρευνα των Συντηρητικών, ωστόσο, τα χαρακτήρισε «γεμάτα σεβασμό και ανεκτικά».

Το 2019, η έρευνα που διεξήχθη για το Religion Monitor του Bertelsmann Stiftung επιβεβαίωσε και πάλι τη μεγάλη καχυποψία απέναντι στους Μουσουλμάνους σε όλη την Ευρώπη. Στη Γερμανία και την Ελβετία, ένας στους δύο ερωτώμενους δήλωσε ότι θεωρεί το Ισλάμ απειλή.7 Το 44% των Γερμανών, για παράδειγμα, έβλεπε «μια θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ του Ισλάμ και του γερμανικού πολιτισμού και των γερμανικών αξιών». Το αντίστοιχο ποσοστό στη Φινλανδία ανερχόταν στο εντυπωσιακό 62%, ενώ στην Ιταλία στο 53%.

Στην Ισπανία και τη Γαλλία, περίπου το 60% πίστευε ότι το Ισλάμ είναι ασύμβατο με τη «Δύση». Στην Αυστρία, ένας στους τρεις δεν ήθελε να έχει Μουσουλμάνους γείτονες.8 Στην Ουγγαρία, όπου από το 2015 παρατηρήθηκε αύξηση των αντιμεταναστευτικών και ρατσιστικών πολιτικών, το 72% είχε αρνητικές απόψεις για τους Μουσουλμάνους το 2016, σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center, ενώ σε έρευνα του 2017, το 64% των ερωτηθέντων από την Ουγγαρία συμφώνησε με τη δήλωση ότι «πρέπει να σταματήσει κάθε περαιτέρω μετανάστευση από μουσουλμανικές κυρίως χώρες».9

Γενικότερα, μια νέα έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2021 περιγράφει πώς οι διακρίσεις στις ευρωπαϊκές αντιτρομοκρατικές πολιτικές έχουν προωθήσει ένα περιβάλλον όπου οι Μουσουλμάνοι είναι πιο πιθανό να γίνουν αντικείμενο ρητορικής μίσους και επιθέσεων, ενώ παράλληλα ενισχύεται η ρατσιστική άποψη ότι το Ισλάμ αποτελεί «απειλή». Οι Μουσουλμάνοι συνεχίζουν επομένως να υφίστανται κρατική παρακολούθηση με φυλετικά κριτήρια και να υπόκεινται δυσανάλογα σε παρακολούθηση, περιορισμούς στις μετακινήσεις τους, συλλήψεις και απελάσεις.10

Έκρηξη βίας

Η συνεχής ποινικοποίηση και οι ρατσιστικές πολιτικές κατά των Μουσουλμάνων οδήγησαν σε έκρηξη ισλαμοφοβικών ενεργειών τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών και μορφών τρομοκρατίας από ακροδεξιά ή/και φασιστικά κινήματα, οργανώσεις και άτομα.

Μόνο το 2018, στη Γαλλία σημειώθηκε αύξηση 52% των ισλαμοφοβικών περιστατικών, ενώ στην Αυστρία σημειώθηκε αύξηση περίπου 74%, με 540 περιπτώσεις. Στη Γερμανία, ο αριθμός των εγκλημάτων που χαρακτηρίστηκαν ως ισλαμοφοβικά αυξήθηκε κατά 4,4%, με 950 αδικήματα το 2019, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της γερμανικής αστυνομίας.

Οι επαναλαμβανόμενες ή οι αποτυχημένες επιθέσεις σε κέντρα προσφύγων και σε τζαμιά έχουν πολλαπλασιαστεί, όπως η δολοφονία εννέα ανθρώπων στο Χανάου τον Φεβρουάριο του 2020 ως το πιο κραυγαλέο παράδειγμα.11 Ο δράστης της επίθεσης στο Χανάου διέθετε αυτό που οι γερμανικές αρχές χαρακτήρισαν «βαθιά ρατσιστική νοοτροπία».12

Στη Βρετανία στάλθηκαν 143.920 αντιμουσουλμανικά ή αντιισλαμικά tweets από το Ηνωμένο Βασίλειο – κατά μέσο όρο 393 ανά ημέρα μεταξύ Μαρτίου 2016 και Μαρτίου 2017. Ο αριθμός των ισλαμοφοβικών επιθέσεων πενταπλασιάστικε σε ημερήσια βάση την επομένη της βομβιστικής επίθεσης αυτοκτονίας στις 22 Μαΐου 2017 στο Μάντσεστερ Αρένα.

Οι ισλαμοφοβικές επιθέσεις αποτελούν επίσης μέρος ενός ολοένα και πιο επιθετικού και εχθρικού πολιτικού κλίματος, ενώ τα φασιστικά και ακροδεξιά κινήματα κινητοποιούνται όλο και περισσότερο για τα ζητήματα αυτά. Στην Αγγλία δύο φασιστικές ομάδες, η Britain First και η English Defense League (EDL), έχουν επίσης αυξήσει τις ισλαμοφοβικές επιθέσεις.

Στα στελέχη της Britain First απαγορεύτηκε να επισκέπτονται όλα τα τζαμιά ύστερα από μια σειρά από απόπειρες τρομοκράτησης Μουσουλμάνων στους χώρους λατρείας τους. Από την άλλη πλευρά, ο ηγέτης του EDL Τόμι Ρόμπινσον κάλεσε σε σχηματισμό «πολιτοφυλακής» για να «διευθετηθεί» το ζήτημα του Ισλάμ στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι μουσουλμάνοι και τα τζαμιά γίνονται επίσης όλο και περισσότερο στόχοι γαλλικών ακροδεξιών και φασιστικών κινημάτων και ομάδων. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες έχουν δικαιολογήσει τις επιθέσεις τους ως αγώνα ενάντια σε μια «μουσουλμανική εισβολή». Ο φασίστας Άντερς Μπρέιβικ, ο οποίος δολοφόνησε 77 άτομα το 2011 στη Νορβηγία, ισχυρίστηκε για παράδειγμα ότι έδρασε για να διαφυλάξει τον χριστιανισμό ενάντια στην πολυπολιτισμικότητα και να αποτρέψει την «Ευραβία» – μια θεωρία που διαδόθηκε από την Μπατ Γιορ (την συγγραφέα Γκιζέλ Λίτμαν – σ.επ.) ότι η Ευρώπη θα αποικιστεί από τον «αραβικό κόσμο».

Η διαχωριστική γραμμή από την πολιτική στην πράξη, από τη ρητορική στη βία, είναι πολύ δύσκολο να χαραχτεί. Και η διαδικασία με την οποία η ισλαμοφοβία εξαπλώνεται στην ευρωπαϊκή κοινωνία είναι πολύπλοκη, πολυπαραγοντική, με ατέλειωτες διακλαδώσεις.

Φεμινισμός ή Φεμινο-Εθνικισμός;

Παράλληλα, υπήρξε μια εργαλειοποίηση (καιροσκοπική χειραγώγηση - σ.επ.) των δικαιωμάτων των γυναικών για να στοχοποιηθεί ο μουσουλμανικός πληθυσμός, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως πιο πατριαρχικός, καθιστώντας τους Μουσουλμάνους απειλή για τα δικαιώματα των γυναικών. Έχει αναπτυχθεί μια μορφή φεμινο-εθνικισμού. Όπως εξήγησε η ακαδημαϊκός Sara Farris, πρόκειται για μια «εργαλειοποίηση» των μεταναστριών στην Ευρώπη από δεξιούς εθνικιστές – και νεοφιλελεύθερους.13

Οι ακροδεξιοί και οι δεξιοί έχουν υιοθετήσει μέρος του φεμινιστικού λόγου, όχι για να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τις γυναίκες –συνεχίζουν να υποστηρίζουν συντηρητικές και αντιδραστικές θέσεις σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών και των LBGTIQ– αλλά για να υψώσουν ένα φράγμα ανάμεσα σε «Εμάς», την υποτιθέμενη ισότιμη και χειραφετημένη δυτική κοινωνία, και «Αυτούς», ένα καταπιεστικό και απειλητικό Ισλάμ.14

Για παράδειγμα, η απαγόρευση της μπούρκας σε αρκετές χώρες της Ευρώπης εφαρμόστηκε με τον υποτιθέμενο στόχο του αγώνα για τα δικαιώματα και την ισότητα των γυναικών. Ο κύριος στόχος αυτών των απαγορεύσεων, ωστόσο, ήταν νέες εκστρατείες στιγματισμού κατά των μουσουλμανικών πληθυσμών.

Άλλες φωνές που ισχυρίζονται ότι είναι «αριστερές και φεμινιστικές» υποστηρίζουν επίσης αυτές τις πρωτοβουλίες στο όνομα της ισότητας, δηλώνοντας ότι «η ολόσωμη μαντίλα δεν είναι παρά μια κινητή φυλακή για τις γυναίκες». Το πατερναλιστικό επιχείρημά τους –«ποτέ δεν θεωρήσαμε το γεγονός ότι ορισμένα άτομα αποδέχονται ή και εμμένουν στις διακρίσεις που υφίστανται ως λόγο για να σταματήσουμε να καταπολεμούμε τις ίδιες αυτές διακρίσεις»– αρνείται την αυτενέργεια στις γυναίκες που φορούν μπούρκα και παραβλέπει ότι οι πρωτοβουλία αυτή, αντίθετα, θα ενισχύσει μόνο τις διακρίσεις στις οποίες ήδη υπόκεινται.

Γενικότερα, ορισμένες διακεκριμένες φεμινίστριες, αν και μειοψηφία, έχουν υποστηρίξει νόμους όπως η απαγόρευση της μαντίλας και του μπουρκίνι στη Γαλλία –για παράδειγμα, η γνωστή φεμινίστρια διανοούμενη Elizabeth Badinter– και αυτό έχει ενισχύσει τις αντι-ισλαμικές στάσεις στο όνομα των δικαιωμάτων των γυναικών.

Είναι πράγματι μια πραγματική παγίδα για το φεμινιστικό κίνημα. Διασπά την αλληλεγγύη μεταξύ των γυναικών, βάζοντας στη μία πλευρά τις μουσουλμάνες γυναίκες, με ή χωρίς μαντίλα, που παρουσιάζονται ως υποταγμένα θύματα και ποτέ ως φορείς της δικής τους χειραφέτησης, εκτός αν αποδείξουν την προσήλωσή τους στις «δυτικές αξίες». Από την άλλη πλευρά, η δυτική κοινωνία, ακόμη και ο δυτικός φεμινισμός, θεωρούνται ικανοί να αποφασίσουν τους κανόνες της ισότητας των φύλων και τους δρόμους προς την απελευθέρωση.

Τέτοιου είδους προσανατολισμοί έρχονται σε αντίθεση με κάθε ιδέα αυτοπροσδιοριζόμενης δράσης των γυναικών, κατακεραυνώνοντας τις γυναίκες που φορούν μπούρκα ή μαντίλα, μιλώντας εκ μέρους τους και κηρύσσοντας τες αυτομάτως καταπιεσμένες χωρίς να τους δίνουν λόγο ή έστω να τις ακούνε.

Επιπλέον, η χρήση του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού δεν αποτελεί ποτέ όχημα χειραφέτησης. Οι μουσουλμάνες γυναίκες, οι οποίες ήδη υφίστανται αρκετές διακρίσεις και υπόκεινται σε στερεότυπα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην πραγμάτωση των δικαιωμάτων τους, δεν χρειάζονται άλλους να αποφασίζουν για τα δικαιώματα και τη δράση τους.

Το ζήτημα της μαντίλας και της μπούρκας αφορά μόνο τις γυναίκες- πρέπει να αποφασίζουν οι ίδιες και σε πλήρη ανεξαρτησία αν θα τη φορούν ή όχι. Η επιβολή ή η αφαίρεση της μαντίλας και της μπούρκας με τη βία –από ένα κράτος ή/και ένα άτομο– είναι μια αντιδραστική πράξη που αντιτίθεται σε κάθε υποστήριξη της αυτονομίας των γυναικών. Η αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων του σεξισμού και του ρατσισμού δεν μπορεί να επιτευχθεί με την επιλογή του στιγματισμού μιας ομάδας που η ίδια υφίσταται διακρίσεις.

Συμπέρασμα

Η συνεχώς αυξανόμενη ισλαμοφοβία στην Ευρώπη τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν περιορίζεται σε αντίδραση στις τρομοκρατικές επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους ή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην προπαγάνδα ακροδεξιών ομάδων, όπως ισχυρίζονται τα συστημικά μέσα ενημέρωσης και οι κυβερνήσεις, αλλά είναι πάνω απ' όλα αποτέλεσμα των αυξανόμενων αυταρχικών και ρατσιστικών πολιτικών των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Οι ισλαμοφοβικές και ρατσιστικές πολιτικές των κυρίαρχων τάξεων έχουν ως στόχο την εδραίωση μιας εθνικιστικής φαντασίωσης, καλώντας την πλειοψηφούσα εθνοφυλετική ομάδα να ενωθεί ενάντια στις επινοημένες απειλές που θέτουν οι μουσουλμάνοι και γενικότερα οι μη λευκοί πληθυσμοί.

Εν τω μεταξύ, διάφορες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βαθαίνουν τις νεοφιλελεύθερες και εθνικιστικές τους ατζέντες, ενώ τα περισσότερα φιλελεύθερα και σοσιαλφιλελεύθερα κόμματα δεν τους αντιτάχθηκαν, το αντίθετο μάλιστα.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς η ισλαμοφοβία παίζει έναν ευρύτερο κοινωνικό ρόλο, προσπαθώντας να κανονικοποιήσει τις επιθέσεις των κυρίαρχων τάξεων και την επέκταση του κρατικού ελέγχου, που στρέφονται όχι μόνο εναντίον των μουσουλμανικών πληθυσμών οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνοι, αλλά και εναντίον όλων των αριστερών που αμφισβητούν το κυρίαρχο σύστημα.

Επομένως, ο αγώνας εναντίον της ισλαμοφοβίας και όλων των μορφών ρατσισμού είναι επίσης ένας από τους τρόπους υπεράσπισης των δικαιωμάτων όλων όσων αμφισβητούν αυτό το άνισο αυταρχικό σύστημα. Από αυτή την άποψη, ας μην ξεχνάμε ότι οι τζιχαντιστικές οργανώσεις και άλλες επίσης τρέφονται εν μέρει και από τις ρατσιστικές, αντικοινωνικές και ιμπεριαλιστικές πολιτικές των δυτικών κυβερνήσεων.

Ταυτόχρονα, υπάρχει αυξανόμενη αντίσταση από Μουσουλμάνους, Μαύρους και μη λευκούς πληθυσμούς και τμήματα της Αριστεράς ενάντια στις ρατσιστικές πολιτικές και τις πολιτικές ασφαλείας διαφόρων κυβερνήσεων. Η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ κάτω από το γόνατο ενός αστυνομικού στη Μινεάπολη την άνοιξη του 2020 πυροδότησε ένα κύμα αντιρατσιστικών κινητοποιήσεων, ιστορικών διαστάσεων ως προς την κλίμακα και τη διάρκειά του, αλλά κυρίως ως προς την παγκόσμια εμβέλειά του.

Σχεδόν όλες οι δυτικές χώρες επηρεάστηκαν. Στο Παρίσι, μετά από κάλεσμα της Επιτροπής Ανταμά, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έτρεξαν στο δικαστήριο για να απαιτήσουν «αλήθεια και δικαιοσύνη». Οι διαδηλώσεις καταδίκασαν τον κρατικό ρατσισμό, τις κοινωνικοοικονομικές διακρίσεις και την αστυνομική βία.

Οι μαρξιστές πρέπει να καταπολεμήσουν την ισλαμοφοβία μαζί με όλες τις μορφές ρατσισμού. Αντίστοιχα, πρέπει να υπερασπιστούμε την ελευθερία της θρησκείας και ταυτόχρονα το δικαίωμα των καταπιεσμένων ομάδων στον αυτοπροσδιορισμό. Στην Κριτική του Προγράμματος Γκόττα, ο Καρλ Μαρξ υποστήριξε ότι πρέπει να απορρίψουμε την κρατική παρέμβαση σε θέματα πίστης και λατρείας.

Οι εργατικοί αγώνες από μόνοι τους δεν αρκούν για να ενώσουν τις εργατικές τάξεις. Οι σοσιαλιστές σε αυτούς τους αγώνες πρέπει επίσης να υπερασπιστούν την απελευθέρωση όλων των καταπιεσμένων. Αυτό προϋποθέτει να προβάλλονται οι διεκδικήσεις των δικαιωμάτων των γυναικών, των θρησκευτικών μειονοτήτων, των ΛΟΑΤ κοινοτήτων και των καταπιεσμένων φυλετικών και εθνοτικών ομάδων. Οποιαδήποτε υποχώρηση από αυτή τη σαφή δέσμευση για αυτές τις διεκδικήσεις θα εμποδίσει την Αριστερά να ενώσει την εργατική τάξη για το ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η Αριστερά πρέπει πράγματι να κατανοήσει πώς τα ζητήματα φύλου, οι διακρίσεις με βάση τη θρησκεία ή/και τη «φυλή», επηρεάζουν τη δομή και τη δυναμική των κοινωνιών μας, τους χώρους εργασίας μας και την ανάπτυξη της συνείδησης, πέρα από την καπιταλιστική δυναμική. Το ζήτημα δεν είναι αν τα ταξικά ζητήματα προηγούνται του φύλου/της φυλής/της θρησκείας ή το αντίστροφο, αλλά το πώς αυτά τα στοιχεία συνδυάζονται στην καπιταλιστική παραγωγή και τις σχέσεις εξουσίας, που οδηγούν σε μια σύνθετη πραγματικότητα.

Οι διακρίσεις που βασίζονται στη φυλετική, έμφυλη, οικονομική, πολιτιστική και ιδεολογική καταπίεση δεν πρέπει να υποτιμώνται, με κίνδυνο να χάσουμε από τα μάτια μας την πολυπλοκότητα του καθήκοντος κατά την οικοδόμηση ενός προοδευτικού κινήματος που θα περιλαμβάνει εργαζόμενους όλων των υπόβαθρων.

Η μη αναγνώριση αυτών των αλληλεπιδράσεων. θα επηρεάσει αρνητικά τον σκληρό αγώνα για την ενοποίηση της εργατικής τάξης και την ανάπτυξη του πολιτικού σχεδίου για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Οι μαρξιστές αντιτίθενται σε όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Όπως διακήρυξε ο Μαρξ: «Η εργασία με άσπρο δέρμα δεν μπορεί να χειραφετηθεί εκεί όπου το μαύρο δέρμα είναι στιγματισμένο».

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Joseph Daher, “Islamophobia in Europe”, International Viewpoint, 3 Μαΐου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7129.

 

 

 

Σημειώσεις

1 Το καθήκον αυτό κατέστη νομικά δεσμευτικό με τον νόμο των Συντηρητικών για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας και την Ασφάλεια του 2015. Αλλά πρωτοεφαρμόστηκε από την κυβέρνηση των Εργατικών του Τόνι Μπλερ στον απόηχο των βομβιστικών επιθέσεων της 7ης Ιουλίου 2005 στο Λονδίνο.

2 Sufyan Ismail, “East London acid attack: When Muslims are the victims, we refuse to call it terrorism”, The Independent, 3 Ιουλίου 2017,https://www.independent.co.uk/voices/east-london-acid-attack-terrorism-islamophobia-a7817466.html.

3 CCIF, “Collectif Contre l’Islamophobie en France”, Rapport 2017, https://issuu.com/ccif/docs/ccif_rapport_final_complet.

4 Βλέπε: Joseph Daher, “State Racism, Islamophobia & Religious Fundamentalism”, International Viewpoint, 3 Ιανουαρίου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article6973.

5 Sally Weale, “Prevent strategy stigmatising Muslim pupils, say teachers”, The Guardian, 3 Ιουλίου 2017https://www.theguardian.com/uk-news/2017/jul/03/prevent-strategy-anti-radicalisation-stigmatising-muslim-pupils-teachers

6 Mohammad Zaheer, “Defining Islamophobia Is the First Step Toward Addressing It”, Foreign Policy, 29 Ιανουαρίου 2021,https://foreignpolicy.com/2021/01/29/islamophobia-united-kingdom-anti-racist-definitions/.

7 Yasemin El-Menouar, “Religious tolerance is widespread – but it does not extend to Islam” Bertelsmann Stiftung, 19 Ιουλίου 2019 https://www.bertelsmann-stiftung.de/en/topics/latest-news/2019/july/religious-tolerance-is-widespread-but-it-does-not-extend-to-islam

8 Patrycja Sasnal and Yasemin El Menouar, “There’s a social pandemic poisoning Europe: hatred of Muslims”, The Guardian, 28 Σεπτεμβρίου 2020, https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/sep/28/europe-social-pandemic-hatred-muslims-blm.

9 Péter Krekó, Bulcsú Hunyadi, and Patrik Szicherle, “Anti-Muslim populism in Hungary: From the margins to the mainstream”, Brookings, 24 Ιουλίου 2019, https://www.brookings.edu/research/anti-muslim-populism-in-hungary-from-the-margins-to-the-mainstream/.

10 Amnesty International, “Europe: How to combat counter-terror discrimination”, Amnesty International, 3 Φεβρουαρίου 2021, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2021/02/europe-how-to-combat-counter-terror-discrimination/.

11 Patrycja Sasnal and Yasemin El Menouar, “There’s a social pandemic poisoning Europe: hatred of Muslims”, The Guardian, 28 Σεπτεμβρίου 2020, https://www.theguardian.com/commentisfree/2020/sep/28/europe-social-pandemic-hatred-muslims-blm.

12 Narzanin Massoumi, “Why is Europe so Islamophobic?”, New York TImes, 6 Μαρτίου 2020, https://www.nytimes.com/2020/03/06/opinion/europe-islamophobia-attacks.html.

13 Βλέπε: Sara Faris, In the Name of Women’s Rights, The Rise of Femonationalism, Duke University Press, 2017.

14 Μπορούμε να δούμε, για παράδειγμα, την υπεράσπιση του παραδοσιακού μοντέλου της οικογένειας και την αντίθεσή τους στον γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, την πρόθεσή τους να περιορίσουν τα δικαιώματα στην άμβλωση, την υποστήριξη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών κ.λπ.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 08 Μαϊος 2021 10:49

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.