Honoré Daumier, «… Έχετε τον λόγο, εξηγήστε, είστε ελεύθερος!» [Honoré Daumier, « ... Vous avez la parole, expliquez-vous, vous êtes libre ! », La Caricature, 14 Μαΐου 1835].
Αναδημοσιεύουμε το κείμενο της εισήγησης του δικηγόρου Χαράλαμπου Κουρουνδή σε εκδήλωση της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης στις 13 Μαρτίου 2026 με θέμα: «Η έννοια της δικαιοσύνης σήμερα: Πολιτικές και θεωρητικές επισημάνσεις». Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι δικηγόρος, σύμβουλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης με την Εναλλακτική Πρωτοβουλία Δικηγόρων Θεσσαλονίκης και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης με αντικείμενο τη Συνταγματική Θεωρία και Ιστορία. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης και αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Εναλλακτικής Πρωτοβουλίας Δικηγόρων Αθήνας.
Χαράλαμπος Κουρουνδής
Μαρξισμός, δικαιοσύνη και Σύνταγμα
Ευχαριστίες. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται πολλά λόγια για να υποστηρίξει κανείς την επικαιρότητα της συζήτησης για τη δικαιοσύνη. Το αίτημα για δικαιοσύνη βρίσκεται στην προμετωπίδα του κινήματος που βγήκε στους δρόμους για το έγκλημα των Τεμπών, ενός κινήματος που οργάνωσε πέρσι τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της ελληνικής Ιστορίας. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της έχουν πάντα μια εύκολη απάντηση: «εμπιστευόμαστε τη δικαιοσύνη», μας λένε, εννοώντας βεβαίως τη δικαστική εξουσία. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η συζήτηση δεν αφορά τον στενό κύκλο των νομικών αλλά κάθε άνθρωπο που αναζητά δρόμους αγώνα και ανατροπής του βάρβαρου συστήματος στο οποίο ζούμε. Πάμε κατευθείαν στο θέμα.
Η συζήτηση για τη δικαιοσύνη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τη συζήτηση για το κράτος. Η αστική τάξη, από την αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση και μετά, συγκρότησε μια ενιαία, απαραίτητη για την καπιταλιστική συσσώρευση, εθνική αγορά, έστησε την αναγκαία για την κυκλοφορία του κεφαλαίου διοικητική μηχανή και προσπάθησε να θεμελιώσει θεσμούς συμμετοχής της στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τα Κοινοβούλια κατά τον 19ο αιώνα ήταν θεσμοί που περιόριζαν την εξουσία των βασιλιάδων αλλά και, επειδή δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι είχαν μόνο οι κάτοχοι περιουσίας και ιδιοκτησίας, ένας χώρος συζήτησης και συμβιβασμού των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιδιοκτήτριες τάξεις. Πλούσιοι ψήφιζαν, πλούσιοι εκλέγονταν, πλούσιοι αποφάσιζαν. Με άλλα λόγια, ο κοινοβουλευτισμός ήταν εξαρχής αστικός, δεν ήταν όμως προορισμένος να είναι δημοκρατικός. Η γενίκευση του δικαιώματος ψήφου έγινε χάρη σε αγώνες και επαναστάσεις, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Βρετανίας, όπου έγινε η σφαγή των εργατών στο Πίτερλου το 1819 (έγινε και ταινία από τον Μάικ Λη το 2018) όταν διεκδίκησαν συμμετοχή τους στο Κοινοβούλιο. Με απλά λόγια, όταν οι απολογητές του συστήματος υμνούν τους δημοκρατικούς θεσμούς είναι σαν να απονέμουν στον καπιταλισμό παράσημα για μάχες που έχασε.
Το καθολικό δικαίωμα ψήφου καθιερώθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με το κύμα των επαναστάσεων που συνόδευσαν τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ρωσική επανάσταση, η οποία όχι μόνο έδωσε δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πολίτες (και στις γυναίκες) αλλά και στους αλλοδαπούς αρκεί να μην ήταν εκμεταλλευτές. Το καθολικό δικαίωμα ψήφου και η καθιέρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων γενικεύτηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχαν παίξει η εργατική τάξη και οι γυναίκες στα κινήματα της Αντίστασης. Το γαλλικό Σύνταγμα του 1946, το ιταλικό Σύνταγμα του 1948, αλλά και τα Συντάγματα της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, που ψηφίστηκαν το 1975, 1976 και 1978 αντίστοιχα, μετά την πτώση των δικτατοριών, ήταν Συντάγματα συμβιβασμού. Οι συμβιβασμοί αυτοί ήταν άνισοι: οι αστικές τάξεις αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν δικαιώματα στους από κάτω για να αποφύγουν την επαναστατική αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους, αλλά διατήρησαν την εξουσία τους και τη δυνατότητα να την ασκήσουν πιο αυταρχικά όταν ο ταξικός συσχετισμός δύναμης το επιτρέπει.
Έτσι προέκυψαν οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες στη Δυτική Ευρώπη με τον τρόπο που τις γνωρίζουμε σήμερα. Η σταθερότητα της αστικής δημοκρατίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο δεν καθορίστηκε βέβαια τόσο από τις ρυθμίσεις των Συνταγμάτων, όσο από το ευνοϊκό περιβάλλον που της παρείχε η «χρυσή τριακονταετία» του καπιταλισμού. Ακόμα και όταν τα κινήματα του ‘68 ράγισαν τη βιτρίνα της συναίνεσης και η κρίση του 1973 ακύρωσε την υπόσχεση της διαρκούς ευημερίας, ακολούθησε μια αρκετά μακρόσυρτη περίοδος οικονομικών υφέσεων, στην οποία το σύστημα απορροφούσε σε γενικές γραμμές τους κλυδωνισμούς χωρίς συνταγματικές ρήξεις. Αυτή η βιτρίνα έχει ραγίσει στην εποχή μας και η αστική τάξη δείχνει να μη χωράει στα Συντάγματα συμβιβασμού της προηγούμενης φάσης.
Με αυτές τις ιστορικές και θεωρητικές αφετηρίες, θα ήθελα να θέσω κάποιες ερωταπαντήσεις που μπορούν να δώσουν εναύσματα για διάλογο:
1. Τι λέμε για τις διαφορετικές μορφές του αστικού κράτους; Το αστικό κράτος έχει πολλές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται. Η δημοκρατία, η δικτατορία, ο φασισμός και ο βοναπαρτισμός αποτελούν μορφές αστικής κυριαρχίας, που έχουν, όμως, σημαντικές διαφορές. Στις διάφορες εκδοχές της δικτατορίας, κάθε οργάνωση του κινήματος και κάθε συλλογική έκφραση απαγορεύεται, ενώ τα κόμματα, ακόμα και τα αστικά, τίθενται εκτός νόμου. Στην περίπτωση του φασισμού, αυτό έρχεται ως καρπός ενός μαζικού αντεπαναστατικού κινήματος που πυκνώνεται από μικροαστικές, κατά βάση, μάζες. Στη χώρα μας υπάρχει η εμπειρία της χούντας του 67-74, που έβαλε προσωρινή ταφόπλακα στο κίνημα των Ιουλιανών του 1965. Όπως απέδειξε όμως εκείνη η εμπειρία, αυτά τα καθεστώτα μπορούν να πνίγουν κάθε φωνή αντίστασης εν τη γενέσει της, μεσομακροπρόθεσμα όμως, η ακαμψία τους θέτει σε κίνδυνο την ηγεμονική οργάνωση του αστισμού. Η απουσία διαμεσολαβητικών θεσμών όπως η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ή τα κόμματα σήμαινε ότι κάθε φοιτητικός ή εργατικός αγώνας πολιτικοποιούνταν άμεσα και μάλιστα σε ανατρεπτική κατεύθυνση.
Η αστική δημοκρατία αποτελεί ένα θεσμικό έδαφος πιο κατάλληλο για να λύνονται οι ενδοαστικές αντιθέσεις με έναν ελεγχόμενο τρόπο. Υπάρχει όμως και ένα άλλο στοιχείο, που πρέπει να το προσέξουμε: οι εκλογές νομιμοποιούν την αστική κυριαρχία στην πλειοψηφία του πληθυσμού. Είναι το περίφημο 41% που ακούμε από το 2023. Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτήν τη νομιμοποίηση είναι, εκτός από τις εκλογές, η αναγνώριση συνδικαλιστικών και πολιτικών ελευθεριών στους από κάτω.
Αυτές οι ελευθερίες δεν είναι παραχωρήσεις των αστών αλλά κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και της νεολαίας που αποτυπώθηκαν θεσμικά. Το δικαίωμα στη διαδήλωση, στην απεργία κλπ δεν χαρίστηκαν από τον Καραμανλή το 1974 αλλά κατακτήθηκαν από το κίνημα της μεταπολίτευσης, όπως και το φοιτητικό κίνημα κατέκτησε το πανεπιστημιακό άσυλο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και έπειτα ήρθε η καθιέρωσή του με τον νόμο του 1982. Κατά συνέπεια, για εμάς, η κύρια διαφορά ανάμεσα στη δημοκρατική μορφή του πολιτεύματος και στη δικτατορική είναι ότι στην αστική δημοκρατία υπάρχει και το αποτύπωμα των αγώνων των από κάτω. Αντίστοιχα, τα δημοκρατικά δικαιώματα δεν αποτελούν αφηρημένους αυτοσκοπούς αλλά νοηματοδοτούνται από την εργατική τάξη στην πάλη της ενάντια στο κεφάλαιο. Με δυο λέξεις, η αστική δημοκρατία δεν είναι λιγότερο αστική από τη δικτατορία, είναι όμως προτιμότερη από αυτήν επειδή στους θεσμούς της έχει το χνάρι των αγώνων μας, τόσο των παλιότερων όσο και των σημερινών.
2. Αυτή η αφετηρία μας συνδέει με ένα δεύτερο σημαντικό ερώτημα. Ποια είναι τα αντίβαρα απέναντι στην αυθαιρεσία των κυβερνήσεων; Η κλασική φιλελεύθερη απάντηση επικαλείται το περίφημο ρητό του Μοντεσκιέ ότι «πρέπει η εξουσία να σταματά την εξουσία». Σε αυτό το θεμέλιο βασίζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και η προσέγγιση της δικαστικής εξουσίας ως θεσμικού αντιβάρου απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη πολιτική εξουσία. Έτσι, κάποιοι θεωρούν ότι η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας ή ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια μπορούν να προστατεύσουν τα δικαιώματά μας από μια αυταρχική κυβέρνηση.
Η αφετηρία της δικής μας απάντησης πρέπει καταρχήν να ξεκινά από το δεδομένο ότι σπάνια οι μειονότητες βρήκαν το δίκιο τους απέναντι σε αυταρχικές κυβερνήσεις στα δικαστήρια. Ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπως στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’60, το κίνημα ήταν εκείνο που έθεσε τη διεκδίκηση και πέτυχε την υλοποίησή της στην πράξη. Αυτό δεν οφείλεται τόσο σε επιμέρους παράγοντες, παρότι ισχύουν, όπως ο συντηρητισμός των δικαστών, η ιεραρχική τους εξάρτηση κλπ. Οφείλεται πάνω από όλα στο ότι η κρατική εξουσία είναι και λειτουργεί, ιδίως σε συνθήκες κρίσεων όπως η εποχή μας, ως ενιαία. Οι διαφοροποιήσεις που κατά καιρούς εμφανίζονται δεν αναιρούν τον χαρακτήρα του κράτους ως μηχανισμού διαφύλαξης του γενικού συμφέροντος της κυρίαρχης τάξης.
Οι δικαστές, που δεν έχουν εκλεγεί από κανέναν, αποτελούν το ύστατο καταφύγιο των από πάνω και όχι των από κάτω. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις θαρραλέων δικαστών, όπως εκείνου στο ΜονΠλημΑθ που εξέδωσε την απόφαση των υποκλοπών. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας είχε ρίξει το βάρος της στη συγκάλυψη της υπόθεσης. Πιο ξεκάθαρο παράδειγμα επενέργειας του κινήματος στους δικαστικούς θεσμούς είναι η δίκη και καταδίκη της Χρυσής Αυγής, όπου το κίνημα με την πολύχρονη μάχη του μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες κατάφερε να σπάσει την ασυλία των νεοναζί από το κράτος. Αντίστοιχα, ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων είναι ένα χρήσιμο όπλο, αρκεί να μην περιμένουμε ότι θα υπάρξουν δικαστήρια που θα ακυρώσουν βασικές πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων και της άρχουσας τάξης. Αυτό αποδείχτηκε τόσο στην περίοδο των Μνημονίων, όσο και στην πανδημία.
Από εκεί και πέρα, κρίσιμα είναι τα κοινωνικά αντίβαρα απέναντι στην κρατική εξουσία, δηλαδή η συνδικαλιστική ελευθερία, η ελευθερία των διαδηλώσεων, το δικαίωμα στην απεργία. Γιατί αυτά τα δικαιώματα συλλογικής δράσης είναι που ενισχύουν την αυτενέργεια της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων γενικά, αυτά με τα οποία μπορούν να διεκδικήσουν και τα δικαιώματα στην παιδεία, την υγεία, την ασφάλιση κλπ. Απέναντι στην αυτονόμηση της πολιτικής εξουσίας από τον λαό που είναι πηγή της νομιμοποίησής της (θυμίζω ότι το άρθρο 1 του ελληνικού Συντάγματος ορίζει ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία), το βασικό μας όπλο είναι οι δημοκρατικές ελευθερίες που έχουμε κατακτήσει με τους αγώνες μας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην εποχή μας, που βλέπουμε το φιλελεύθερο σύστημα των εγγυήσεων των ατομικών ελευθεριών (πχ το απόρρητο των επικοινωνιών) να γίνεται σύστημα εγγυήσεων της ασφάλειας που δεν προστατεύει πια τους πολίτες από τις καταχρήσεις εξουσίας αλλά το κράτος από την κριτική των πολιτών. Ας θυμηθούμε, επίσης, τη νομοθεσία για τις συναθροίσεις που ψηφίστηκε επί πανδημίας, τον ν. 4703/2020, που έχει ως επίκεντρο την υποχρέωση γνωστοποίησης των συναθροίσεων στην Αστυνομία, αλλά έχει μείνει στα χαρτιά. Κωδικοποιώντας αυτό το σημείο, θα έλεγα ότι πρέπει να επιμένουμε πως οι αγώνες αφήνουν παρακαταθήκες για το κίνημα ΚΑΙ αποτύπωμα στους θεσμούς, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε ότι το DNA των σημερινών θεσμών αντιστοιχεί στη δομή της κοινωνίας μας.
3. Μερικές φορές, σε αυτήν τη συζήτηση μπαίνει και ένα πιο απαιτητικό ερώτημα: Εμείς πώς θα εγγυώμαστε τα δικαιώματα σε μια σοσιαλιστική κοινωνία; Είναι τεράστιο ζήτημα αυτό, χρειάζεται όμως να σκιαγραφήσουμε μια απάντηση διότι υπάρχει η βαριά κληρονομιά του σταλινισμού. Μια κληρονομιά που απέναντι στις δίκες της Μόσχας τη δεκαετία του ’30 που εξολόθρευσαν όλη τη μπολσεβίκικη γενιά, ειρωνευόταν την κριτική απέναντι στα στημένα και εξωφρενικά κατηγορητήρια, τα βασανιστήρια των υπόδικων, την ομηρία των συγγενών τους κλπ ως επίκληση του αστικού κράτους δικαίου. Η δική μας προοπτική πρέπει να κινείται στην εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση: όπως λέμε ότι η εργατική δημοκρατία είναι πολύ πιο δημοκρατική από την αστική δημοκρατία, έτσι πρέπει να πούμε και ότι οι εγγυήσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων σε μια άλλη κοινωνία θα είναι περισσότερες και όχι λιγότερες. Λίγο πιο αναλυτικά: η βασική αδυναμία του αστικού συστήματος εγγυήσεων είναι ο αποκλειστικά νομικός χαρακτήρας του, που σημαίνει ότι τα δικαιώματα αναγνωρίζονται (στην καλύτερη περίπτωση) «στα χαρτιά» αλλά είναι εκτεθειμένα σε ανεξέλεγκτους μηχανισμούς όπως η ΕΥΠ, η Αστυνομία κλπ. Αντίθετα, σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα εγγυήσεων είναι αναγκαίο οι εγγυήσεις να ενυπάρχουν στη δομή των κοινωνικών σχέσεων, να εξασφαλίζεται με πραγματικούς-υλικούς όρους η άσκηση των ελευθεριών. Ένα παράδειγμα: πρόσφατα ψηφίστηκε ο νόμος που προβλέπει τη δυνατότητα ακόμα και 13ωρης εργασίας στον ίδιο εργοδότη.
Αν ρίξουμε μια ματιά στο ελληνικό Σύνταγμα, θα διαβάσουμε στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι καθένας έχει δικαίωμα να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Πώς μπορεί όμως ένας άνθρωπος που εργάζεται 13 ώρες να συμμετέχει στην πολιτική ζωή; Οι υλικές συνθήκες της ζωής των εργαζόμενων διαμορφώνονται πλέον με τρόπο που μετατρέπει την πολιτική δράση σε προνόμιο των πλούσιων. Στη δική μας κοινωνία, θα έχουμε ελεύθερο χρόνο ώστε να οργανωθούμε, να αγωνιστούμε – ακόμα και απέναντι σε υπερβάσεις του δικού μας κράτους – και να χαρούμε τη φύση και τον πολιτισμό.
Μια παρένθεση εδώ: τα τελευταία χρόνια έχουν ψηφιστεί αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα που προβλέπουν την αυστηροποίηση των ποινών και τον περιορισμό της δυνατότητας αναστολής τους. Αυτός ο «εκδημοκρατισμός» της φυλακής, αυτό το «φυλακή για όλους» η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της συχνά το δικαιολογούν με αναφορές στα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας. Η αυστηροποίηση των ποινών όμως ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αφορά ούτε την προστασία του θύματος ούτε την πρόληψη και άρα δεν παρέχει καμία ασφάλεια στις γυναίκες ή στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Αντίθετα, λειτουργεί ως συγχωροχάρτι για όσα θα μπορούσαν να γίνουν και δεν γίνονται στο επίπεδο πχ της μέριμνας για τις κακοποιημένες γυναίκες. Η δική τους ματιά βρίσκεται στην πράξη ή στο φρόνημα του εγκληματία, η δική μας στα κοινωνικά αίτια που γεννούν το έγκλημα.
Συνοψίζοντας, ποια καθήκοντα μας βάζει αυτή η ανάλυση στην τωρινή συγκυρία, ενόψει και της αναθεώρησης του Συντάγματος που εξαγγέλθηκε; Καταρχάς, πρέπει να είναι σαφές ότι ο Μητσοτάκης έχει τη στόχευση που είχε ο Σαρκοζί όταν έλεγε «να τελειώνουμε με τον Μάη του ‘68» (en finir avec le Mai 68). Θέλει να τελειώνει με τη Μεταπολίτευση. Γι’ αυτό βάζει στο στόχαστρο το άρθρο 16 για την παιδεία, το άρθρο 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και το άρθρο 106 για να συνταγματοποιήσει τη λιτότητα μέσω του «χρυσού» δημοσιονομικού κανόνα. Αυτές οι προθέσεις δείχνουν ότι η κυρίαρχη τάξη θέλει να απαλλαγεί από συμβιβασμούς που έκανε μετά την κατάρρευση της δικτατορίας. Απέναντι σε αυτήν την προσπάθεια, ο ρόλος της ανατρεπτικής αριστεράς δεν είναι να είναι φύλακας του Συντάγματος γενικώς και αορίστως. Δεν ξεχνάμε ότι το Σύνταγμα του 75 αποτύπωσε μεν σημαντικές κατακτήσεις των από κάτω λόγω του κινήματος της μεταπολίτευσης και του ριζοσπαστισμού του, η σφραγίδα του όμως ανήκει στον Καραμανλή. Τι υπερασπιζόμαστε από το Σύνταγμα; Τον συσχετισμό που κατέκτησε τα δικαιώματα και πέτυχε την αποτύπωσή τους στο κείμενο του Συντάγματος. Αυτός ο συσχετισμός έχει αντιλειτουργικές για το σύστημα στη σημερινή του φάση πτυχές. Για να το πω με ένα παράδειγμα, το «κάτω τα χέρια από το άρθρο 16» έχει σημασία γιατί η προσπάθεια πλήρους εμπορευματοποίησης, ιδιωτικοποίησης και αυταρχικοποίησης της εκπαίδευσης θέλει να ακυρώσει τις υποχωρήσεις του συστήματος απέναντι στο φοιτητικό κίνημα και να επαναφέρει τους ταξικούς φραγμούς που είχαν αμβλυνθεί κατά τις δεκαετίες μαζικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Γενικότερα, η υπεράσπιση των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων που βελτιώνουν τις θέσεις μάχης των υποτελών πρέπει να είναι στην προμετωπίδα των διεκδικήσεών μας. Δεν είναι όμως το τέλος του δρόμου. Αν δεν θέλουμε να υποταχθούμε στη μοιρολατρία, δεν πρέπει να απεμπολούμε την προοπτική της επαναστατικής ανατροπής που θα λειτουργήσει ως αφετηρία για μια άνευ προηγουμένου διεύρυνση της δημοκρατίας τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.
Κομμουνιστική Απελευθέρωση, https://www.kommap.gr/post/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1· αναδημοσίευση: Εναλλακτική Πρωτοβουλία Δικηγόρων Αθήνας, 18 Απριλίου 2026, https://epda.gr/2026/04/18/marxismos-dikaiosyni-kai-syntagma-toy-ch-koyroyndi/.
