Ο Βλαντιμίρ Λένιν με τους Σουηδούς σοσιαλιστές Τούρε Νέρμαν και Καρλ Λιντχάγκεν έξω από τον κεντρικό σταθμό της Στοκχόλμης, 13 Απριλίου 1917. Το «σφραγισμένο τραίνο» που μετέφερε τον Λένιν και άλλους 30 περίπου Ρώσους σοσιαλιστές από την Ελβετία στη Ρωσία μέσω της Γερμανίας, είχε κάνει στάση μιας ημέρας στη Στοκχόλμη. (Φωτογραφία του Axel Malmström).
Paul Le Blanc
Ο επανεξοπλισμός του κόμματος: Οι μπολσεβίκοι και η Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917
Μια πολύτιμη συμβολή στην επιστήμη σχετικά με τον Λένιν, τους Μπολσεβίκους και τη Ρωσική Επανάσταση του 1917 έχει –μέσω εικονοκλαστικής υπερβολής– μετατραπεί σε μια περίεργη και παραπλανητική αντίληψη από δύο μελετητές τους οποίους σέβομαι πολύ και θεωρώ φίλους. Ο Λαρς Λιχ, του οποίου η ογκώδης συμβολή Η Επανανακάλυψη του Λένιν[1] έχει δικαίως ενισχύσει τη φήμη του μεταξύ των μελετητών του Λένιν, εγκαινίασε πριν από αρκετά χρόνια τη γραμμή σκέψης που εξετάζεται εδώ, και συνέχισε να την αναπτύσσει και να επιχειρηματολογεί με σθένος γι’ αυτήν. Πρόσφατα προστέθηκε σε αυτήν ένας σημαντικός νεότερος μελετητής, ο Έρικ Μπλανκ, του οποίου η πιο πρόσφατη συνεισφορά –«Υποστήριζαν οι Μπολσεβίκοι τη σοσιαλιστική επανάσταση το 1917;»[2]– θα αποτελέσει το επίκεντρο της παρούσας συμβολής[3].
Η διαμάχη που έχουν ξεκινήσει θα συνεχιστεί σίγουρα για αρκετό καιρό, καθώς και άλλοι θα πάρουν μέρος σε αυτήν. Η επιστήμη της ιστορίας μερικές φορές προχωράει μπροστά μέσα από τέτοιες αντιπαραθέσεις, και μια επισκόπηση όλων αυτών θα ήταν αξιόλογη, αλλά ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου, το οποίο αποτελεί μια απλή συμβολή στη διαδικασία της κριτικής αποσαφήνισης. Σε ό,τι ακολουθεί, θα αφήσω τον Έρικ Μπλανκ να ορίσει το επίμαχο ζήτημα, θα σημειώσω μια σημαντική διαφορά μεταξύ της επιχειρηματολογίας του και εκείνης του Λαρς Λιχ, υποδεικνύοντας τη θετική, κατά τη γνώμη μου, συμβολή των δύο αυτών μελετητών σε αυτό το αμφισβητούμενο πεδίο. Σε αυτό το σημείο θα στρέψω την προσοχή μου σε αυτά που μου φαίνονται ως σοβαρά ελαττώματα στο υπό εξέταση άρθρο.
Η διαμάχη μπορεί να φανεί σε πολλούς ως αποκρυφιστική ή «ταλμουδιστική» ή άσχετη με τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας, και στην αρχή του άρθρου του ο Μπλανκ επιχειρηματολογεί με σοβαρότητα ενάντια στην τάση των ακτιβιστών να τα παραμερίζουν όλα: «Το να κάνουμε την ιστορία σωστά είναι σημαντικό όχι μόνο για λόγους ακρίβειας, αλλά επειδή μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την πραγματική φύση του μπολσεβίκικου κόμματος, το παράδειγμα του οποίου συνεχίζει να εμπνέει και να τροφοδοτεί τη μαρξιστική πολιτική σήμερα.»[4] Αν και αυτό μπορεί να είναι αλήθεια, ωστόσο, η εστίαση της παρούσας συνεισφοράς είναι απλώς στο «να κάνουμε την ιστορία σωστά», αλλά και στο να κάνουμε σωστά την ιστορική μεθοδολογία. Η ακτιβιστική ανησυχία για το «τι πρέπει να κάνουμε» είναι μια ανησυχία που λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, αλλά ξεφεύγει από το στενό πεδίο των όσων παρουσιάζονται εδώ.
Το εικονοκλαστικό επιχείρημα
Σύμφωνα με τον Μπλανκ, «εκατό χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, ένα μεγάλο μέρος της κατανόησής μας για το 1917 και το κόμμα των Μπολσεβίκων παραμένει θολό από συσσωρευμένους μύθους και παγιωμένες ιδέες. Ένας από αυτούς είναι ο ισχυρισμός ότι ο Β. Ι. Λένιν αναμόρφωσε ριζικά την πολιτική των Μπολσεβίκων τον Απρίλιο του 1917, πείθοντας το κόμμα να αγωνιστεί για μια σοσιαλιστική, αντί για μια αστικοδημοκρατική, επανάσταση». Συνεχίζει για να μας διαβεβαιώσει ότι «αυτή η ιστοριογραφική συναίνεση είναι πραγματικά ανακριβής και έχει διαστρεβλώσει την κατανόησή μας για τον μπολσεβικισμό του 1917».
Με άλλα λόγια, η θέση των μπολσεβίκων δεν είχε αλλάξει από τότε που ο Λένιν την διατύπωσε το 1905 στην πολεμική Δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση. Η αντίθετη άποψη –που ίσως υποστηρίχθηκε πιο έντονα και ξεκάθαρα από τον Τρότσκι ξεκινώντας από την πολεμική του 1924, Τα Μαθήματα του Οκτώβρη– προερχόταν από μια διαστρεβλωμένη περιγραφή, το κατανοητό ίσως προϊόν των εσωκομματικών ανταγωνισμών που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1920. Μέσα από τις μεταγενέστερες αναφορές του Τρότσκι στα χρόνια που προηγήθηκαν του θανάτου του και στα γραπτά των οπαδών του, ο μύθος διαιωνίστηκε, βρίσκοντας το δρόμο του, επίσης, ακόμη και στο έργο των πιο παραδοσιακών ιστορικών.
Αν όμως παραμερίσει κανείς τον παραμορφωτικό φακό της πολεμικής της δεκαετίας του 1920 στο Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ασχοληθεί με τα ντοκουμέντα για το τι πραγματικά ειπώθηκε και έγινε στην ιστορική διαδρομή που οδήγησε στην επανάσταση του 1917 (τις πρωτογενείς πηγές), ο μύθος εξαφανίζεται και μένουμε με την πραγματικότητα ότι –παρά τις αναπόφευκτες συγχύσεις μέσα στις επαναστατικές ζυμώσεις, με τις έλξεις και τις διελκυστίνδες και μερικές φορές τις επιμέρους παρεξηγήσεις μεταξύ των προσωπικοτήτων– οι Μπολσεβίκοι καθοδηγούνταν σαφώς από τις προοπτικές που είχαν ενστερνιστεί από το 1905. Δεν υπήρχε καμία ανάγκη για τον Λένιν να «επανεξοπλίσει» το κόμμα, και αυτό απλώς δεν συνέβη. Ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονται οι φίλοι μου.
Κοινό έδαφος
Υπάρχει μεγάλη αξία σε αυτά που παρουσίασε ο Λαρς Λιχ και σε αυτά που ανέπτυξε ο Έρικ Μπλανκ κατά την υποστήριξη αυτής της νέας ερμηνείας.
Πολύτιμα στοιχεία μου έκαναν ισχυρή εντύπωση όταν διάβασα και απάντησα στο δοκίμιο του Λιχ από το 2011, «Ο ειρωνικός θρίαμβος του παλιού μπολσεβικισμού: Οι συζητήσεις του Απριλίου 1917 στο πλαίσιο». Έδωσα την απάντησή μου σε μια παρουσίαση που έκανα στην Αυστραλία, η οποία αργότερα συμπεριλήφθηκε στη συλλογή μου Ανολοκλήρωτος Λενινισμός. Παρατήρησα, ότι ο Λιχ εδώ «σηκώνει τα ρόπαλα για λογαριασμό του Λεβ Κάμενεφ, του στόχου της κριτικής του Λένιν για έναν μάλλον απολιθωμένο “Παλιό Μπολσεβικισμό” το 1917». Σε μια μεταγενέστερη περιγραφή της διαμάχης, όπως το έθεσε ο Λιχ, «ο Κάμενεφ φαίνεται να πιστεύει ότι κέρδισε τη συζήτηση με τον Λένιν τον Απρίλιο του 1917» και ο Λαρς υπαινίσσεται ότι ο Κάμενεφ είχε δίκιο. Στη δική μου παρουσίαση του 2013, ενώ διαφωνούσα με αυτό το συμπέρασμα, τόνισα αυτό που μου έκανε εντύπωση ως πολύτιμες συνεισφορές που προέκυπταν από τον απολογισμό του Λαρς, και μια επαναδιατύπωση αυτής της εκτίμησης αξίζει να αναπαραχθεί εδώ[5].
Πρώτα απ’ όλα, ο Λένιν δεν αισθανόταν δεσμευμένος από κάποια άκαμπτη έννοια του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» να μην εκφράζει τις δικές του απόψεις, αν αυτές τύχαινε να έρχονται σε αντίθεση με εκείνες της επίσημης ηγεσίας του επαναστατικού κόμματος στο οποίο ανήκε. Για τον Λένιν, οι επαναστατικές αρχές υπερέβαιναν πάντα την οργανωτική αρμονία, και αυτό ήταν ένα στοιχείο απαραίτητο για την αντίληψή του περί δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και επαναστατικής οργάνωσης. Σε σχέση με αυτό, μια ανοιχτή συζήτηση μεταξύ συντρόφων στις σελίδες της κομματικής εφημερίδας δεν ήταν καθόλου ξένη προς τον λενινισμό των πρώτων μπολσεβίκων.
Σε μια ιστορία του κόμματος των Μπολσεβίκων του 1925, γραμμένη από τον βετεράνο Μπολσεβίκο Βλαντιμίρ Νέφσκι (μια πηγή που δεν έχει ακόμη μεταφραστεί και την οποία επικαλείται ο Λαρς σε διαφορετικό πλαίσιο), εξηγείται ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός αντιπροσώπευε την «πλήρη δημοκρατία» και ότι «η οργάνωση των Μπολσεβίκων έζησε πλήρως τη ζωή μιας γνήσιας προλεταριακής δημοκρατικής οργάνωσης», με «ελεύθερη συζήτηση, μια ζωντανή ανταλλαγή απόψεων», που λάμβανε χώρα «με την απουσία οποιασδήποτε γραφειοκρατικής στάσης για την υλοποίηση των στόχων – εν ολίγοις, την ενεργό συμμετοχή κατηγορηματικά όλων των μελών στις υποθέσεις της οργάνωσης.»[6]
Ταυτόχρονα, όπως ορθά υποστήριξε ο Λαρς, ο «παλαιός μπολσεβικισμός» που υπερασπιζόταν ο Κάμενεφ ήταν ένας συλλογικά αναπτυγμένος προσανατολισμός, η κοινή θέση του Λένιν και των μπολσεβίκων συντρόφων με τους οποίους τώρα διαφωνούσε. Τόσο η μπολσεβίκικη όσο και η μενσεβίκικη πτέρυγα του ρωσικού σοσιαλισμού είχαν αντιληφθεί την επανάσταση της Ρωσίας ως «αστικοδημοκρατική» – προκαταρκτική για τη μελλοντική μετάβαση στο σοσιαλισμό. Αλλά το 1917, όχι λιγότερο από πριν, η πολιτική όλων των μπολσεβίκων εδραζόταν σε έναν μαχητικά ταξικό αγωνιστικό προσανατολισμό που διέφερε από τη θέση των μενσεβίκων για την εργατική-καπιταλιστική συμμαχία, προβάλλοντας μια ασυμβίβαστη εργατική-αγροτική συμμαχία.
Ενώ διαφωνούσα με αυτό που μου φάνηκε ως μια διαστρεβλωμένη υποβάθμιση της αντιπαράθεσης μεταξύ του Λένιν και του Κάμενεφ (και άλλων «Παλαιών Μπολσεβίκων») κατά την επιστροφή του Λένιν στη Ρωσία, συνέχισα να συμπεραίνω ότι αυτός ο κοινός τόπος μεταξύ του «Παλαιού Μπολσεβικισμού» και των Θέσεων του Απρίλη του Λένιν, που είχε τις ρίζες του στη συλλογικά αναπτυγμένη πολιτική κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ετών, ήταν αυτό που έκανε σχετικά εύκολο για τον Λένιν να κερδίσει τη συζήτηση τόσο γρήγορα το 1917. Η κατανόηση αυτής της συλλογικής διαδικασίας –και όχι της εκτυφλωτικής επαναστατικής εξουσίας του Αδιαμφισβήτητου Ηγέτη– ως ουσιώδους σημασίας για τον θρίαμβο των Μπολσεβίκων παρέχει μια καλύτερη εξήγηση για το τι πραγματικά συνέβη. Ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, υποστήριξα, να πάρουμε τέτοιους Μπολσεβίκους όπως ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ πιο σοβαρά απ’ ό,τι τείνουν να κάνουν πολλοί μελετητές και ακτιβιστές στις μέρες μας. Η κατανόηση ότι έχουμε να κάνουμε με μια ζωντανή επαναστατική συλλογικότητα μπορεί να μας βοηθήσει (όπως το θέτει ο Έρικ) «να κατανοήσουμε καλύτερα την πραγματική φύση του μπολσεβίκικου κόμματος», και αυτό με τρόπο που παρέχει ιδέες για το είδος της οργάνωσης που πρέπει να δημιουργήσουν οι σημερινοί αγωνιστές.
Η μετέπειτα συμβολή του Μπλανκ βασίζεται σε αυτό το ισχυρό σημείο της επιχειρηματολογίας του Λιχ, προσθέτοντας πολύτιμες ιδέες. Αυτό συνδέεται με το ακόλουθο απόσπασμα που βρίσκει κανείς στις αρχές του άρθρου του:
«Σε αντίθεση με τις περισσότερες διερευνήσεις αυτού του θέματος, η εστίαση εδώ δεν θα είναι στα γραπτά του Λένιν. Αυτά ήταν αναμφίβολα σημαντικά, και ως τέτοια θα περιγραφεί το περιεχόμενό τους, αλλά δύσκολα μπορεί να εξισωθεί η προσέγγιση του Λένιν (η οποία η ίδια ήταν σε εξέλιξη, τόσο στρατηγικά όσο και τακτικά) με εκείνη της ηγεσίας ή των μελών των Μπολσεβίκων το 1917. Ένα ξεχωριστό πολιτικό πορτρέτο προκύπτει όταν διευρύνουμε τη βάση των πηγών μας για να συμπεριλάβουμε άλλους μπολσεβίκους ηγέτες, τοπικά και περιφερειακά κομματικά όργανα, δημόσιες ομιλίες και μαζικά φυλλάδια. Αντίστοιχα, η επέκταση της αναλυτικής μας προσοχής από την Πετρούπολη προς την περιφέρεια και τις επαρχίες της ρωσικής αυτοκρατορίας παρέχει μια καλύτερη αίσθηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “γενική γραμμή του μπολσεβικισμού”, δηλαδή των βασικών πολιτικών θέσεων που γενικά συμμερίζονταν όλα τα επίπεδα των στελεχών των Μπολσεβίκων και προβάλλονταν από αυτά στον εργαζόμενο λαό σε όλη την αυτοκρατορία.»[7]
Αυτό όχι μόνο αναδεικνύει την επαναστατική συλλογικότητα του φαινομένου του Μπολσεβικισμού, αλλά ανταποκρίνεται και στην ακατάστατη πραγματικότητα μιας πολιτικής που δεν αποτελείται απλώς από ιδέες, αλλά από διαφορετικές προσωπικότητες (με διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και διαφορετικά επίπεδα εμπειρίας και κατανόησης), οι οποίες συνδυάζονται στην πολυπλοκότητα και τη ρευστότητα των οργανώσεων, των κινημάτων και των αγώνων. Κάτι που σκέφτεται, λέει και γράφει ο Λένιν θα κατανοηθεί (ή θα παρεξηγηθεί) και θα εφαρμοστεί (ή δεν θα εφαρμοστεί) με ποικίλους τρόπους από πολλούς διαφορετικούς συντρόφους του σε όλη την έκταση της ρωσικής αυτοκρατορίας∙ συχνά αυτά θα αναμειγνύονται με ό,τι σκέφτονται, λένε, γράφουν και κάνουν πολλοί και διαφορετικοί άλλοι. Δεν έχει νόημα να εστιάζουμε απλώς στα γραπτά του Λένιν – γεγονός που οι πιο σοβαροί μελετητές της Ρωσικής Επανάστασης έχουν αποδείξει επαρκώς κατά τη διάρκεια πολλών ετών.
Διαμφισβητούμενο πεδίο
Ενώ ο Λιχ και ο Μπλανκ μοιράζονται σημαντικό κοινό έδαφος στην πολύτιμη έμφαση που δίνουν στην επαναστατική συλλογικότητα που ήταν ο μπολσεβικισμός, καθώς και στον παραπλανητικό ισχυρισμό τους ότι η έννοια του «επανεξοπλισμού του κόμματος από τον Λένιν» ήταν ένας μύθος, θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι οι δύο τους δεν τοποθετούνται πλήρως στο ίδιο ερμηνευτικό πεδίο. Αυτό υποδηλώνεται από την κατάληξη του πρόσφατου άρθρου του Μπλανκ. Όσοι έχουν διαβάσει το έργο του Λαρς και έχουν επωφεληθεί από τις συζητήσεις μαζί του είναι σαφές ότι δεν έχει καμία προσωπική σχέση με την τροτσκιστική παράδοση και έχει μια κριτική προσέγγιση σε μεγάλο μέρος του αναλυτικού προσανατολισμού του Τρότσκι. Από την άλλη πλευρά, ολόκληρη η ζωή του Έρικ είναι συνυφασμένη με αυτή την παράδοση και στην καταληκτική του παράγραφο γράφει:
«Δεδομένου ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να οικοδομηθεί μόνο εντός των ορίων της Ρωσίας, ο μόνος δρόμος για τη θετική επίλυση των εγγενών αντιφάσεων που αντιμετώπιζε η νέα σοβιετική κυβέρνηση ήταν μέσω της εξάπλωσης της εργατικής κυριαρχίας στο εξωτερικό. Και όσον αφορά την αμεσότητα και την αναγκαιότητα της παγκόσμιας επανάστασης, οι προοπτικές όλων των Μπολσεβίκων το 1917 συνέκλιναν πλήρως. Το αξίωμα ότι η Ρωσική Επανάσταση θα ηττηθεί αν παραμείνει απομονωμένη επιβεβαιώθηκε, αν και αυτή η ήττα πήρε την απρόβλεπτη μορφή του σταλινικού εκφυλισμού. Εν ολίγοις: η θεωρία του Τρότσκι για τη διαρκή επανάσταση επιβεβαιώθηκε από την εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για την πολεμική του περιγραφή για το πώς ο Λένιν “επανεξόπλισε” τους Μπολσεβίκους.»[8]
Η γραμμή σκέψης που επικρατεί εδώ είναι απίστευτα σημαντική. Αλλά ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα διαμάχη έχει ο εναρκτήριος ισχυρισμός ότι «ο σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε να οικοδομηθεί μόνο μέσα στα όρια της Ρωσίας». Η λέξη σοσιαλισμός συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο καταχρηστικών, παρεξηγημένων και κακοποιημένων όρων στην ανθρώπινη ιστορία – σίγουρα από τους απόλυτους εχθρούς του, αλλά και από τους υποτιθέμενους οπαδούς του, και όχι λιγότερο από εκείνους που προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο με την πιο υποδειγματική αντικειμενικότητα.
1. Για πολλούς από τους εχθρούς του, η λέξη σοσιαλισμός ορίζεται ως η κρατική ιδιοκτησία και ο έλεγχος της οικονομίας, με αυστηρή παράλληλα εποπτεία της εργασίας και της ζωής των μελών της κοινωνίας, καθώς και η φροντίδα για τις βασικές τους ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα ελέγχεται τι μπορούν ή δεν μπορούν να κάνουν.
2. Για τον Ιωσήφ Στάλιν και τους οπαδούς του, έφτασε να σημαίνει πάνω κάτω το ίδιο πράγμα, αλλά με μια βαθιά καλοπροαίρετη χροιά γι' αυτό που δημιουργούσαν στη Σοβιετική Ένωση, και την υπόσχεση ότι κάποια στιγμή –καθώς ο καπιταλισμός θα εξαφανίζεται από τη μια χώρα μετά την άλλη– το κράτος θα μαραζώσει, με μια ευημερούσα και αυτοδιοικούμενη κοινωνία ως αντικαταστάτη.
3. Για πολλούς άλλους υποτιθέμενους υποστηρικτές, συνάδει απλά με τον πολλαπλασιασμό των μεταρρυθμίσεων του κράτους πρόνοιας και την επέκταση των κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχουν πολύ θετικά συστήματα υγείας, εκπαίδευσης, στέγασης, μεταφορών και πολλά άλλα για κάθε άνθρωπο, χωρίς όμως να ανατρέπουν τον έλεγχο της οικονομίας από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις – οι οποίες στην πραγματικότητα δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός ο «σοσιαλισμός» είναι σε θέση (ή δεν είναι σε θέση) να λειτουργήσει.
4. Για κάποιους αντικειμενικά σκεπτόμενους μελετητές, υπάρχει η τάση να αποκαλούν «σοσιαλισμό» ό,τι ισχυρίζονται οι υποτιθέμενοι υποστηρικτές του ότι είναι. Πολλοί λένε ότι αυτό που υπήρχε στη Σοβιετική Ένωση ήταν σοσιαλισμός (και κάποιοι συμπεραίνουν από αυτό ότι ο σοσιαλισμός δεν λειτούργησε). Άλλοι λένε ότι υπάρχουν διαφορετικές μορφές σοσιαλισμού – ο αυταρχικός ή κρατικός σοσιαλισμός που συνδέεται με τη Σοβιετική Ένωση από τη μια πλευρά και η πιο μετριοπαθής και δημοκρατική μορφή σοσιαλισμού που συνδέεται, για παράδειγμα, με ορισμένες δυτικοευρωπαϊκές χώρες από την άλλη. (Ορισμένοι συμπεραίνουν από αυτό, δεδομένης της παρακμής του κράτους πρόνοιας και των προγραμμάτων κοινωνικών υπηρεσιών τα τελευταία χρόνια, ότι ο σοσιαλισμός δεν λειτουργεί).
Χωρίς να προσποιείται ότι είναι πολιτικός ακτιβιστής, ο Λαρς Λιχ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ξεκαθαρίσει πού τοποθετείται σε σχέση με όλα αυτά. Αλλά ο Έρικ Μπλανκ –με σαφείς μαρξιστικές πεποιθήσεις– προφανώς απορρίπτει όλα τα παραπάνω. Τονίζοντας ότι «ο σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε να οικοδομηθεί μόνο μέσα στα όρια της Ρωσίας», υπογραμμίζει τη μαρξιστική πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός (που το βασικότερο σημαίνει κυριαρχία του λαού πάνω στην οικονομία) όχι μόνο απαιτεί δημοκρατική λειτουργία, αλλά και –εφόσον η οικονομία μας είναι παγκόσμια– ένα διεθνές και όχι εθνικό πλαίσιο προκειμένου να είναι λειτουργικός. Επιπλέον, δεν υπάρχει περιθώριο αμφιβολίας ότι αποδέχεται τον ισχυρισμό του Μαρξ, που εκφράστηκε ήδη από το 1845 στη Γερμανική Ιδεολογία, ότι ο σύγχρονος κομμουνισμός (ή σοσιαλισμός, οι όροι είναι λίγο πολύ συνώνυμοι για τον Μαρξ και τον Ένγκελς) απαιτεί το επίπεδο ανάπτυξης που δημιούργησε η Βιομηχανική Επανάσταση – έναν «κόσμο πλούτου και πολιτισμού, που και τα δύο προϋποθέτουν μεγάλη αύξηση της [οικονομικής] παραγωγικής δύναμης και υψηλό βαθμό ανάπτυξής της». Όπως εξήγησε ο Μαρξ:
«Αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (που η ίδια συνεπάγεται την πραγματική εμπειρική ύπαρξη των ανθρώπων στο επίπεδο της παγκόσμιας ιστορίας, και όχι σε τοπικό επίπεδο) είναι μια απολύτως αναγκαία πραγματική προϋπόθεση, γιατί χωρίς αυτήν η στέρηση θα γινόταν απλώς γενική, και με τη φτώχεια θα ξανάρχιζε ο αγώνας για τα αναγκαία και θα αναπαραγόταν αναγκαστικά όλες οι παλιές βρωμιές...»[9]
Δεδομένης μιας τέτοιας αντίληψης για το τι σημαίνει σοσιαλισμός –η οποία γινόταν αποδεκτή από τους καταρτισμένους Ρώσους μαρξιστές όλων των τάσεων– ο σοσιαλισμός ήταν προφανές ότι δεν αποτελούσε πρακτική δυνατότητα για τη Ρωσία του 1917. Και όμως, να πώς εξήγησε ο Λένιν την Οκτωβριανή Επανάσταση «στο λαό της Ρωσίας» και στον κόσμο αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας:
«Η εργατοαγροτική επανάσταση νίκησε οριστικά στην Πετρούπολη... Η επανάσταση νίκησε και στη Μόσχα. [...]
Από το μέτωπο και από τα χωριά καταφθάνουν κάθε μέρα και κάθε ώρα πληροφορίες ότι η τεράστια πλειοψηφία των στρατιωτών στα χαρακώματα και των αγροτών στους νομούς υποστηρίζει τη νέα κυβέρνηση και τους νόμους της για την πρόταση ειρήνης και άμεση παράδοση της γης στους αγρότες. Η νίκη της επανάστασης των εργατών και των αγροτών είναι εξασφαλισμένη, γιατί η πλειοψηφία του λαού τάχθηκε ήδη με το μέρος της. […]
Σύντροφοι, εργαζόμενοι! Να θυμάστε ότι τώρα εσείς οι ίδιοι διοικείται το κράτος. Κανείς δεν θα σας βοηθήσει, αν δεν ενωθείτε οι ίδιοι και δεν πάρετε όλες τις υποθέσεις του κράτους στα χέρια σας. Τα Σοβιέτ σας είναι από σήμερα όργανα κρατικής εξουσίας, πληρεξούσια, που αποφασίζουν. […]
Σύντροφοι εργάτες, στρατιώτες, αγρότες και όλοι οι εργαζόμενοι! Πάρτε όλη την εξουσία στα χέρια των Σοβιέτ σας, Να φρουρείτε, φυλάγετε σαν τα μάτια σας τη γη, τα σιτηρά, τις φάμπρικες, τα εργαλεία, τα προϊόντα, τα μεταφορικά μέσα, από σήμερα όλα αυτά θα είναι ολοκληρωτικά δική σας παλλαϊκή περιουσία. Σιγά-σιγά, με τη συγκατάθεση και την έγκριση της πλειοψηφίας των αγροτών, με τα διδάγματα της πρακτικής πείρας των αγροτών και των εργατών, θα τραβήξουμε σταθερά και απαρέγκλιτα προς τη νίκη του σοσιαλισμού, που θα τη στερεώνουν οι πρωτοπόροι εργάτες των πιο πολιτισμένων χωρών και που θα εξασφαλίσει στους λαούς σταθερή ειρήνη και θα τους λυτρώσει από κάθε καταπίεση και κάθε εκμετάλλευση.»[10]
Αυτό δεν είναι, θα πρέπει να τονιστεί, μια απλή δήλωση των προσωπικών απόψεων του Λένιν. Είναι μια επίσημη δήλωση του ηγέτη της νέας επαναστατικής κυβέρνησης «προς το λαό της Ρωσίας». Σε αυτό το σημείο, εν μέσω του επαναστατικού θριάμβου του 1917, αυτός ο ηγέτης εκφράζει την προοπτική του κυβερνώντος κόμματος της χώρας, των Μπολσεβίκων. Το νόημά του εξηγείται εύστοχα από τον Έρικ Μπλανκ (αν και μερικές φορές φαίνεται να ανατρέπει τη δική του εξήγηση): «Ο Οκτώβρης μπορεί δικαιολογημένα να περιγραφεί ως σοσιαλιστική επανάσταση στο βαθμό που εγκαθίδρυσε μια κρατική εξουσία υπό την ηγεσία των προλετάριων, η οποία διεκδικούσε τον εργατικό έλεγχο της οικονομίας και προωθούσε έμπρακτα τη διεθνή ανατροπή του καπιταλισμού»[11].
Ο Λένιν, ο Τρότσκι και άλλοι εξέχοντες μπολσεβίκοι επέμεναν ρητά ότι η άμεση εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας δεν ήταν δυνατή στη νεοσύστατη Σοβιετική Δημοκρατία. Μια συμμαχία εργατών και αγροτών θα έφερνε τη σοβιετική εξουσία, στην οποία η πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης, σε συνεχή συνεργασία με την αγροτιά, θα κυριαρχούσε∙ αυτό θα άνοιγε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία οι δημοκρατικές και σοσιαλιστικές πολιτικές θα προσέκρουαν στο καπιταλιστικό πλαίσιο αυτού που θα ήταν αναγκαστικά μια μορφή μικτής οικονομίας∙ η σοσιαλιστική λύση σε αυτή την αντιφατική πραγματικότητα θα γινόταν δυνατή μόνο με την αναμενόμενη επέκταση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα στα βιομηχανικά ανεπτυγμένα έθνη[12].
Υπό αυτή την έννοια, πράγματι, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι έβλεπαν με βεβαιότητα αυτό που έκαναν το 1917 ως σοσιαλιστική επανάσταση. Και το βασικό στοιχείο τεκμηρίωσης που δείχνει ακριβώς αυτό, το οποίο αναπαράγεται παραπάνω, υποστηρίζεται από όσα οι ίδιοι οι συμμετέχοντες θυμόντουσαν αργότερα. Για λόγους που δεν μου είναι ξεκάθαροι, ο Έρικ φαίνεται απρόθυμος να πάρει στα σοβαρά αυτές τις αναμνήσεις, ένα θέμα στο οποίο θα αναφερθούμε σύντομα.
Το 1917 ενάντια στο 1905
Η δήλωση του 1917 «προς το λαό της Ρωσίας» αντιπροσωπεύει μια σημαντική μετατόπιση από αυτό που ήταν η πρωταρχική κατεύθυνση του προσανατολισμού των Μπολσεβίκων το 1905. Αν αυτό ισχύει στην πραγματικότητα, τότε θα μπορούσε κανείς να περιμένει ότι μια τέτοια μετατόπιση θα μπορούσε να έχει επέλθει μόνο μετά από σοβαρή συζήτηση μεταξύ του Λένιν και ορισμένων συντρόφων του. Σίγουρα υπήρξε μια τέτοια συζήτηση, όπως θα δούμε, και ο Μπλάνκ διαμορφώνει ένα κάπως διαφορετικό πεδίο από τον Λιχ από αυτή την άποψη, τονίζοντας ότι «κατά την άποψή μου, η έμφαση που δίνει [ο Λιχ] στη συνέχεια του μπολσεβικισμού το 1917 τον έχει οδηγήσει στην υποτίμηση της σημασίας αυτής της συζήτησης.»[13] Δεδομένης αυτής της σημαντικής διαφοράς μεταξύ του Λαρς και του Έρικ, ορισμένα από όσα υποστηρίζονται εδώ μπορούν να θεωρηθούν ότι παρέχουν υποστήριξη σε αυτή την πτυχή της θέσης του Μπλάνκ. Ούτε αρνείται απαραίτητα (όπως φαίνεται να κάνει ο Λιχ) ότι ο Λένιν άλλαξε, στην πραγματικότητα, τη θέση του μεταξύ 1905 και 1917. Και όμως, τείνει επίσης έντονα προς την άποψη ότι ο Τρότσκι και οι περισσότεροι ιστορικοί έχουν τυφλωθεί απέναντι στην πραγματικότητα της συνέχειας των Μπολσεβίκων και ότι ο Λιχ έχει απόλυτο δίκιο να επιμένει ότι οποιαδήποτε αφήγηση περί «επανεξοπλισμού του κόμματος» είναι εντελώς λανθασμένη. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν το επιχείρημά του.
Βέβαια, ο Λένιν τυπικά έκλινε προς αόριστες διατυπώσεις που αφορούσαν πιθανή «αδιάκοπη επανάσταση» στη Ρωσία (μεταξύ δημοκρατικού και σοσιαλιστικού σταδίου), η οποία θα μπορούσε να προέλθει από τις διεθνείς επαναστατικές εξελίξεις. Επιπλέον, όπως έχει εξηγήσει η σύντροφος του Λένιν στην ζωή και την πολιτική, Ναντέζντα Κρούπσκαγια, η σκέψη του (και πάλι τυπικά) συνέχισε να εξελίσσεται υπό την επίδραση τόσο σημαντικών νέων εξελίξεων όπως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1915-17 δημιουργώντας διατυπώσεις στις οποίες οι επαναστατικοί-δημοκρατικοί αγώνες θα κατέληγαν σε σοσιαλιστική επανάσταση[14].
Ωστόσο, υποστηρίζοντας τη θεωρητική συνάφεια μεταξύ του «παλαιού μπολσεβικισμού» και του Λένιν του 1917, ο Μπλανκ γράφει:
«Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι αποσκοπούσε στο να “προσπεράσει” το αστικοδημοκρατικό στάδιο, ο Λένιν τόνισε τον Απρίλιο ότι δεν ζητούσε μια “εργατική κυβέρνηση”, αλλά ένα σοβιετικό καθεστώς εργατών, εργατών γης, στρατιωτών και αγροτών. Αν και ο Λένιν προσωπικά έβλεπε τη σοβιετική εξουσία ως τη συγκεκριμένη υλοποίηση ενός “κράτους κομμούνα”, ένα “βήμα προς το σοσιαλισμό” και “την υψηλότερη μορφή δημοκρατίας”, για την πλειοψηφία των εργατών και των μπολσεβίκων καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917 το αίτημα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ” σήμαινε την εγκαθίδρυση μιας κυβέρνησης χωρίς την αστική τάξη. Αυτή ήταν σίγουρα μια πολύ ριζοσπαστική προοπτική∙ αλλά ήταν μια πολύ ριζοσπαστική προοπτική την οποία υποστήριζαν οι μπολσεβίκοι και άλλοι επαναστάτες μαρξιστές στη Ρωσία από το 1905.»[15]
Αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές, και το λάθος φτάνει στην ουσία του θέματος.
Ο όρος «κράτος της Κομμούνας» αναφέρεται στην Παρισινή Κομμούνα του 1871. Το 1917 ο Λένιν το είδε αυτό ως μια κατάλληλη πρόταση για το τι έπρεπε να γίνει στη Ρωσία. Σκεφτείτε τον τρόπο με τον οποίο συζητάει το θέμα στο βιβλίο Κράτος και Επανάσταση: «Η Κομμούνα είναι η πρώτη απόπειρα της προλεταριακής επανάστασης να συντρίψει την αστική κρατική μηχανή∙ και είναι η πολιτική μορφή που “τελικά ανακάλυψε” και με την οποία μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί αυτό που έχει συντριβεί». Προσθέτει ότι «οι ρωσικές επαναστάσεις του 1905 και του 1917, μέσα σε διαφορετική κατάσταση και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, συνεχίζουν το έργο της Κομμούνας και επιβεβαιώνουν τη μεγαλοφυή ιστορική ανάλυση του Μαρξ»[16].
Αξίζει να σημειωθεί η προβολή αυτής της προοπτικής προς τα πίσω, ώστε να συμπεριλάβει την επανάσταση του 1905. Στα Γράμματα από μακριά, ο Λένιν κάνει ακριβώς τις ίδιες επισημάνσεις:
«Το προλεταριάτο... αν θέλει να υπερασπίσει τις κατακτήσεις αυτής της επανάστασης και να προχωρήσει παραπέρα, να κατακτήσει την ειρήνη, το ψωμί και την ελευθερία, πρέπει να “συντρίψει”, για να εκφραστώ με τα λόγια του Μαρξ, αυτή την “έτοιμη” κρατική μηχανή και να την αντικαταστήσει με μια νέα, συγχωνεύοντας την αστυνομία, το στρατό και τη γραφειοκρατία με τον καθολικά εξοπλισμένο λαό. Ακολουθώντας τον δρόμο που έδειξε η πείρα της Κομμούνας του του Παρισιού του 1871 και η ρωσική επανάσταση του 1905, το προλεταριάτο πρέπει να οργανώσει και να εξοπλίσει όλα τα φτωχά, τα εκμεταλλευόμενα τμήματα του πληθυσμού, για να πάρουν τα ίδια άμεσα στα χέρια τους τα όργανα της κρατικής εξουσίας, τα ίδια να αποτελέσουν τα όργανα αυτής της εξουσίας.»[17]
Αυτό αντιπροσωπεύει μια ρητή ρήξη με τις προηγούμενες προοπτικές του Λένιν. Στην πολεμική του το 1905, Δύο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη δημοκρατική επανάσταση, ο Λένιν υποστήριξε ρητά ότι η Παρισινή Κομμούνα «ήταν μια κυβέρνηση τέτοια που δεν πρέπει να είναι η δική μας.» Την επέκρινε ως «μια εργατική κυβέρνηση που δεν ήξερε και δεν μπορούσε τότε να ξεχωρίσει τα στοιχεία της δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής επανάστασης, που μπέρδεψε τα καθήκοντα του αγώνα για τη δημοκρατία με τα καθήκοντα του αγώνα για το σοσιαλισμό». Ο ίδιος εξήγησε: «Οι μαρξιστές είναι απόλυτα πεπεισμένοι για τον αστικό χαρακτήρα της ρωσικής επανάστασης. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι οι δημοκρατικοί εκείνοι μετασχηματισμοί του πολιτικού καθεστώτος και οι κοινωνικο-οικονομικοί εκείνοι μετασχηματισμοί που έγιναν αναγκαίοι για τη Ρωσία, – αυτοί καθαυτοί δε σημαίνουν υπονόμευση του καπιταλισμού, υπονόμευση της κυριαρχίας της αστικής τάξης, αλλά αντίθετα για πρώτη φορά θα ξεκαθαρίσουν πραγματικά το έδαφος για μια πλατιά και γρήγορη, ευρωπαϊκή και όχι ασιατική ανάπτυξη του καπιταλισμού, για πρώτη φορά θα κάνουν δυνατή την κυριαρχία της αστικής τάξης σαν τάξης.»[18]
Μαζί με τους περισσότερους μαρξιστές του 1905, από τους πιο μετριοπαθείς μενσεβίκους μέχρι τους πιο μαχητικούς μπολσεβίκους, ο Λένιν πίστευε ότι η Ρωσία έπρεπε να προχωρήσει σε περαιτέρω καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη (η οποία παρεμποδίζονταν από τα οιονεί φεουδαρχικά κατάλοιπα που συνδέονταν με την τσαρική απολυταρχία) προτού υπάρξει η υλική βάση για το σοσιαλισμό. Επέμενε ότι «είναι αντιδραστική η σκέψη να αναζητείται η σωτηρία της εργατικής τάξης σ’ οτιδήποτε άλλο εκτός από την παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού». Η ανατροπή του τσαρισμού και η δημιουργία μιας αστικής δημοκρατίας, πίστευε ο Λένιν (μαζί με τους περισσότερους μαρξιστές το 1905), θα αποτελούσε μια «δημοκρατική προϋπόθεση του αγώνα για το σοσιαλισμό.»[19]
Σε σημειώσεις του Μαρτίου-Απριλίου του 1905, ο Λένιν προέβλεπε δύο πιθανές πορείες για τη ρωσική επανάσταση: είτε θα μπορούσε να «φθάσει ως την ολοκληρωτική ανατροπή της τσαρικής κυβέρνησης, ως τη δημοκρατία», είτε θα μπορούσε να «περιοριστεί στο κουτσούρεμα της τσαρικής εξουσίας, σ’ ένα μοναρχικό σύνταγμα». Υπήρχαν μόνο δύο λογικές επιλογές: «μας μέλλεται επανάσταση τύπου 1789 ή τύπου 1848;» Σχεδόν παρενθετικά, πρόσθεσε: «Κάποιοι εδώ θα μπορούσαν να προσθέσουν “ή του 1871 [της Παρισινής Κομμούνας]”;». Και συνέχισε σκωπτικά: «Πρέπει να εξεταστεί αυτό το ζήτημα σαν πιθανή αντίρρηση που μπορούν να μας προβάλλουν πολλοί μη σοσιαλδημοκράτες.»[20]
Τόσο η Γαλλική Επανάσταση του 1789 όσο και τα επαναστατικά γεγονότα στην Ευρώπη του 1848 εκλαμβάνονταν από τους μαρξιστές ως πρότυπα αστικοδημοκρατικής επανάστασης, με την πρώτη να καταλήγει σε μια αποφασιστική νίκη επί των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας και τη δεύτερη να καταλήγει σε έναν συμβιβασμό με αυτά τα υπολείμματα. Καμία από τις δύο δεν είχε μια τροχιά πέρα από τον καπιταλισμό (σε αντίθεση με την Παρισινή Κομμούνα του 1871). Ο Λένιν εξέφρασε την ελπίδα ότι η ρωσική επανάσταση θα ήταν του τύπου του 1789. Αυτό περιορίζει σαφώς την προοπτική σε ένα αστικοδημοκρατικό πλαίσιο, όπως συνέβαινε με τις περισσότερες διατυπώσεις του Λένιν.
Στο βαθμό που ο Έρικ πιστεύει ότι η θέση του Λένιν άλλαξε μεταξύ 1905 και 1917, όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως δικαίωση της θέσης του. Και είναι σίγουρα γεγονός ότι δεν ακολουθούσαν όλοι οι Μπολσεβίκοι τις θεωρητικές συλλήψεις και διατυπώσεις του Λένιν – γεγονός που καθιστά τη χρήσιμη έννοια της «γενικής γραμμής του μπολσεβικισμού» ιδιαίτερα εύστοχη.
Και όμως, μερικές φορές ο Μπλανκ φαίνεται να κλίνει προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Στις αρχές του άρθρου του, ισχυρίζεται ότι «αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύεται, ούτε ο Λένιν ούτε το ρεύμα των μπολσεβίκων το 1917 εξίσωσε τη σοβιετική εξουσία ως τέτοια με την εργατική εξουσία». Αναφέρει τον Λένιν να επισημαίνει «σ’ αυτά τα Σοβιέτ, όπως συμβαίνει, υπερισχύουν οι αγρότες, οι στρατιώτες, δηλαδή οι μικροαστοί». Ο Μπλανκ προτείνει ότι «το καθοριστικό ταξικό χαρακτηριστικό των Σοβιέτ δεν ήταν ότι ήταν μια εργατική οργάνωση, αλλά ότι ήταν ένα ρητά και συνειδητά μη αστικό σώμα»[21].
Αυτό θα μπορούσε να κατανοηθεί ως ότι ο Λένιν, όπως και άλλοι μπολσεβίκοι, θεωρούσαν την επανάσταση που έκαναν ως αστικοδημοκρατική και όχι ως προλεταριακή-σοσιαλιστική. Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να ερμηνεύσουμε αυτή τη θεωρητική σύλληψη των σοβιέτ ως ασυμβίβαστη με τη μετατόπιση από τον κλασικό μπολσεβίκικο προσανατολισμό του 1905. Είναι, στην πραγματικότητα, απόλυτα συνεπής με μια σύγκλιση προς την προοπτική της διαρκούς επανάστασης του Τρότσκι της ίδιας περιόδου. Αυτό γίνεται φανερό αν εξετάσουμε τι έλεγε στην πραγματικότητα ο Τρότσκι στις αναλύσεις του 1906. «Σε ό,τι αφορά τα άμεσα και έμμεσα καθήκοντά της», έγραφε ο Τρότσκι, «η ρωσική επανάσταση είναι μια “αστική” επανάσταση, επειδή θέτει ως στόχο την απελευθέρωση της αστικής κοινωνίας από τις αλυσίδες και τα δεσμά της απολυταρχίας και της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας. Αλλά η κύρια κινητήρια δύναμη της ρωσικής επανάστασης είναι το προλεταριάτο, και γι’ αυτό, όσον αφορά τη μέθοδό της, είναι μια προλεταριακή επανάσταση». Αυτή η ηγεμονία της εργατικής τάξης στον αγώνα είχε μια λογική, επέμενε ο Τρότσκι, η οποία «οδηγεί άμεσα ... στη δικτατορία του προλεταριάτου και θέτει τα σοσιαλιστικά καθήκοντα στην ημερήσια διάταξη»[22].
Με τον όρο δικτατορία του προλεταριάτου, φυσικά, οι μαρξιστές δεν εννοούσαν την αυταρχική διακυβέρνηση από μια ελιτίστικη δικτατορία, αλλά αντίθετα την πολιτική διακυβέρνηση από την εργατική τάξη (που συνήθως θεωρείται ότι εμπεριέχει μεγαλύτερη πραγματική δημοκρατία από ό,τι συναντά κανείς σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής διακυβέρνησης από την καπιταλιστική τάξη). Ούτε απέκλειε άλλα (μη προλεταριακά) στρώματα της κοινωνίας. «Η δικτατορία του προλεταριάτου σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει τη δικτατορία της επαναστατικής οργάνωσης πάνω στο προλεταριάτο», επέμενε ο Τρότσκι και συνέχισε παραθέτοντας την περιγραφή του Μαρξ για την Παρισινή Κομμούνα ως «τον αληθινό εκπρόσωπο όλων των υγιών στοιχείων της γαλλικής κοινωνίας και επομένως την πραγματικά εθνική κυβέρνηση». Υποστήριξε ότι στη Ρωσία «η δικτατορία του προλεταριάτου θα αντιπροσωπεύει αναμφίβολα όλα τα προοδευτικά, βάσιμα συμφέροντα της αγροτιάς – και όχι μόνο της αγροτιάς, αλλά και της μικροαστικής τάξης και της διανόησης»[23].
Η ευρεία κοινωνική συμμαχία που θα οδηγούσε την επανάσταση στη νίκη, πίστευε ο Τρότσκι, θα αντικατοπτριζόταν πιθανότατα στη σύνθεση της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Αντί για τη δικτατορία του προλεταριάτου ήταν αρκετά πρόθυμος να χρησιμοποιήσει άλλους χαρακτηρισμούς: «εργατική δημοκρατία», ή «δικτατορία του προλεταριάτου υποστηριζόμενη από την αγροτιά», ή «κυβέρνηση συνασπισμού της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης». Αλλά επέμενε ότι η πραγματικότητα πρέπει να περιλαμβάνει την «κυρίαρχη και ηγετική συμμετοχή» της εργατικής τάξης, «την κυριαρχία του προλεταριάτου»[24].
Το 1917, οι θεωρητικές συλλήψεις και διατυπώσεις του Λένιν συγκλίνουν με εκείνες του Τρότσκι (που σύντομα θα έφερναν τον συγγραφέα της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης στις τάξεις των Μπολσεβίκων). Φυσικά, ο Λένιν κατέληξε σε αυτό ανεξάρτητα από τον Τρότσκι, αλλά μια ριζική αλλαγή στη σκέψη του μπορεί σίγουρα να εντοπιστεί στα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας.
Έχουμε ήδη σημειώσει (και ο Μπλανκ συμφωνεί πλήρως) ότι υπήρξε μια συζήτηση ως επακόλουθο αυτού, και θα ήταν χρήσιμο να δούμε αν οι σύντροφοι του Λένιν ήταν διατεθειμένοι να τα εξηγήσουν όλα αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα εξηγεί ο Έρικ.
Ένα τέχνασμα εξαφάνισης
Στις παραστάσεις των μάγων, στις αίθουσες των δικαστηρίων, και μερικές φορές ακόμη και σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, τα ενοχλητικά στοιχεία μπορούν με κάποιο τρόπο να εξαφανιστούν. Στο παρόν πλαίσιο, αν μπορούμε απλώς να εξαλείψουμε όλες τις αναμνήσεις των πραγματικών συμμετεχόντων σχετικά με το τι συνέβη το μακρινό παρελθόν, το μόνο που έχουμε να βασιστούμε είναι τα πρωτογενή τεκμήρια που προσφέρει ο μελετητής και στη συνέχεια οι εξηγήσεις (που συχνά περιλαμβάνουν μια νέα ερμηνεία) που παρέχει ο μελετητής για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το νόημα των τεκμηρίων.
Φυσικά, ο απολογισμός του Τρότσκι είναι κεντρικός για το σκοπό του άρθρου, οπότε αυτός είναι το επίκεντρο της προσοχής μας. Τι γίνεται όμως αν υπάρχουν δεκάδες αξιόπιστοι μάρτυρες –όχι μόνο τροτσκιστές, αλλά και άλλοι– που επιβεβαιώνουν τουλάχιστον σημαντικές πτυχές της αφήγησης του Τρότσκι; Υπάρχουν, στην πραγματικότητα, πολλοί μη τροτσκιστές (διάφοροι μπολσεβίκοι και μενσεβίκοι που πιθανώς ήταν σε θέση να γνωρίζουν τι συνέβη) που παρείχαν αναμνήσεις. Όλοι όμως ξορκίζονται με τρεις προτάσεις και δύο τελικές σημειώσεις. Μας πληροφορούν:
«Μεγάλο μέρος της τεκμηριωμένης βάσης για την αφήγηση περί “επανεξοπλισμού” προέρχεται από τις δηλώσεις των μενσεβίκων τον Απρίλιο σχετικά με την άφιξη του Λένιν. Όμως πρέπει να τις δει κανείς με μεγάλη δόση σκεπτικισμού, καθώς οι μενσεβίκοι υπερβάλλουν σταθερά όσον αφορά τον εξτρεμισμό των αντιπάλων τους και επιδιώκουν πάντα να παρουσιάσουν τους μπολσεβίκους ως μαριονέτες στα χέρια του Λένιν. Η άλλη σημαντική πηγή για την τυπική περιγραφή προέρχεται από αμφισβητήσιμη βιβλιογραφία των απομνημονευμάτων των μπολσεβίκων της δεκαετίας του 1920 που γράφτηκε πολύ αργότερα, όταν είχε γίνει τόσο πολιτικά σκόπιμο για όλες τις πτέρυγες του κόμματος να τονίζουν την “ιδιοφυΐα” της ηγεσίας του Λένιν όσο και να ισχυρίζονται ότι οι μπολσεβίκοι είχαν από τον Απρίλιο και μετά υποστηρίξει τη σοσιαλιστική επανάσταση.»[25]
Όταν επιστρέφουμε στην πρώτη καταληκτική σημείωση, βρίσκουμε το εξής: «Για τυπικούς μενσεβίκικους ισχυρισμούς σχετικά με τον υποτιθέμενο “αναρχισμό” του Λένιν, βλ. Ράμπνοβιτς 1968, σελ. 40».
Η αναφορά γίνεται στο πρωτοποριακό βιβλίο του Αλεξάντερ Ράμπνοβιτς, Πρελούδιο στην Επανάσταση. Αρκετά χαρακτηριστικά πράγματα μπορούν να βρεθούν αν κάποιος κοιτάξει πραγματικά στην αναφερόμενη σελίδα. Το ένα είναι ότι ο απολογισμός του Ράμπινοβιτς κινείται προς μια κατεύθυνση που είναι αντίθετη από εκείνη που χάραξαν ο Μπλανκ και ο Λιχ. «Τώρα, ενώ το κυρίαρχο πνεύμα τόσο στο μπολσεβίκικο όσο και στο μενσεβίκικο στρατόπεδο ήταν αυτό της μετριοπάθειας και της συμφιλίωσης», γράφει, «ο Λένιν παρουσίαζε αυτές τις ιδέες [στις Θέσεις του Απρίλη] απροκάλυπτα ως οδηγό για άμεση επαναστατική δράση». Στη συνέχεια καταγράφει «μερικές από τις αγανακτισμένες αντιδράσεις των μενσεβίκων» εκείνη τη στιγμή – οι οποίες περιλαμβάνουν κατηγορίες για «αναρχισμό» και χειρότερα. Αλλά αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση των μεταγενέστερων μενσεβίκικων αφηγήσεων του Σουχάνοφ, του Νταν, του Αμπράμοβιτς κ.ά.[26] Για να είμαστε δίκαιοι, ο ίδιος ο Μπλανκ δεν ισχυρίζεται το αντίθετο –αναφέρεται σε «μενσεβίκικες δηλώσεις τον Απρίλιο»– ωστόσο αυτό φαίνεται να αποσπά την προσοχή από πιο σοβαρές μενσεβίκικες αφηγήσεις για το τι συνέβαινε, αφηγήσεις που (όπως θα δούμε) τυχαίνει να δίνουν αξιοπιστία σε αυτό που ο Μπλανκ αποκαλεί «αφήγηση για τον επανεξοπλισμό».
Όταν περνάμε στη δεύτερη καταληκτική σημείωση, βρίσκουμε το εξής: «Για την αμφίβολη αναλυτική και πραγματική ακρίβεια ορισμένων από αυτές τις αναμνήσεις, βλ. Λόνγκλεϊ 1978, σσ. 252, 337-38. Για την εξέλιξη της πρώιμης μπολσεβίκικης ιστοριογραφίας σχετικά με το 1917, βλ. Γουάιτ 1985 και την εισαγωγή στο Κόρνεϊ 2016».
Η αναφορά στον Γουάιτ θα εξεταστεί χωριστά. Οι αναφορές στους Λόνγκλεϊ και Κόρνεϊ αφορούν, αντίστοιχα, τη διδακτορική διατριβή του Ν. Α. Λόνγκλεϊ, Φραξιονιστικές διαμάχες και χάραξη πολιτικής στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, 1912-Απρίλιος 1917, και τον Φρέντερικ Κ. Κόρνεϊ, επιμέλεια, Η πρόκληση του Τρότσκι: Η «λογοτεχνική συζήτηση» του 1924 και Ο αγώνας για την Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Στις τρεις σελίδες που αναφέρει από τον Λόνγκλεϊ, βρίσκουμε κριτική αναφορά σε αφηγήσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1920 στις οποίες ο ρόλος του Τρότσκι κατά το 1917 ελαχιστοποιείται και υποτιμάται, μια απροσδιόριστη ερώτηση σχετικά με το πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι ο Σλιάπνικοφ (που σίγουρα αξίζει να αναρωτηθεί κανείς για κάθε απομνημονευματογράφο ή ιστορικό) και μια άλλη ερώτηση σχετικά με το πώς ο Λένιν θα μπορούσε να δει ορισμένα θέματα της Πράβντα που πιθανώς τον ενοχλούσαν. Η αξιολόγηση της πηγής του Κόρνεϊ είναι δύσκολη, καθώς δεν δίνονται αριθμοί σελίδων για έναν τόμο άνω των 800 σελίδων (εντός του οποίου το πολύτιμο εισαγωγικό κείμενο του Κόρνεϊ αποτελείται από 85 σελίδες). Μια πρόχειρη εξέταση δεν δείχνει ότι ο Κόρνεϊ προσφέρει περισσότερα, όσον αφορά τις κριτικές εκτιμήσεις, από αυτά που προσφέρει ο Λόνγκλεϊ. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η τελική σημείωση του ίδιου του Μπλανκ ασκεί κριτική μόνο σε «ορισμένα» από τα απομνημονεύματα των μπολσεβίκων – χωρίς καμία ένδειξη για το ποια και γιατί[27].
Η αναφορά στο δοκίμιο του Τζειμς Ν. Γουάιτ «Σοβιετικές ιστορικές ερμηνείες της Ρωσικής Επανάστασης 1918-24» [James D. White, “Soviet Historical Interpretations of the Russian Revolution 1918-24”] αξίζει πιο ουσιαστικό σχολιασμό, επειδή προσεγγίζει περισσότερο αυτό που ο Μπλάνκ φαίνεται να υπονοεί ότι πρέπει να λένε οι πηγές του. Εδώ πράγματι γίνεται μια ολομέτωπη επίθεση στην αξιοπιστία της «βιβλιογραφίας των μπολσεβίκικων απομνημονευμάτων του 1920» – πράγματι, σε όλη την ιστορική βιβλιογραφία που βγήκε από τη Σοβιετική Δημοκρατία στις αρχές της δεκαετίας του 1920 (ακόμη και από το 1918 και μετά). Το δοκίμιο του Γουάιτ ξεκινάει απειλητικά με ένα απόσπασμα από τον παλαιό μπολσεβίκικο αγωνιστή-ιστορικό Μ. Σ. Ολμίνσκι: «Η δουλειά για την ιστορία της επανάστασης είναι δουλειά για την ίδια την επανάσταση». Φυσικά, ένα τέτοιο απόσπασμα θα μπορούσε να κατανοηθεί, λιγότερο δυσοίωνα, ως η ειλικρινής πεποίθηση ενός ενθουσιώδους επαναστάτη – αλλά ο Γουάιτ τείνει αρκετά σίγουρα μακριά από μια τέτοια αθωότητα: «Το σοβιετικό καθεστώς άρχισε να ερμηνεύει τη ρωσική επανάσταση υπό το πρίσμα των τρεχουσών πολιτικών εκτιμήσεων αμέσως μετά την άνοδό του στην εξουσία». Η απόδειξη μιας τέτοιας εξαπάτησης μπορεί να βρεθεί σε μια από τις πρώτες αναφορές, τη σύντομη εκλαΐκευση του Τρότσκι το 1918, Η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης μέχρι το Μπρεστ-Λιτόφσκ, την οποία ο Γουάιτ σχολιάζει με μελανά χρώματα: «Ο Τρότσκι είναι κατηγορηματικός ότι το μπολσεβίκικο κόμμα απέκτησε την κρατική εξουσία όχι επειδή ήταν αποτελεσματικό στην οργάνωση μιας ένοπλης εξέγερσης, αλλά επειδή απολάμβανε ευρεία λαϊκή υποστήριξη».
Το γεγονός ότι το κλασικό βιβλίο του Τζον Ριντ, Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο του 1919 έχει την ίδια άποψη δεν είναι τυχαίο – εκείνη την εποχή ο Ριντ εργαζόταν (υπό τον Τρότσκι, μάλιστα) στο Τμήμα Διεθνούς Επαναστατικής Προπαγάνδας, έναν κλάδο του Επιτελείου Εξωτερικών Υποθέσεων της νέας Σοβιετικής Δημοκρατίας. «Οι πολιτικές σκοπιμότητες κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων ετών της σοβιετικής εξουσίας εξασφάλισαν ότι στην ιστορία της επανάστασης του 1917 η περισσότερη προσοχή επικεντρώθηκε στην κατάκτηση της εξουσίας από τους μπολσεβίκους τον Οκτώβρη», και όλα τα απομνημονεύματα των μπολσεβίκων και οι αναφορές στο ιστορικό περιοδικό Προλετάρσκαγια ρεβολιουτσίγια έγιναν σύμφωνα με «τη λενινιστική ερμηνεία». Ο Γουάιτ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «στην πρακτική της χειραγώγησης των ιστορικών αρχείων υπήρχε μεγάλος βαθμός συνέχειας μεταξύ της εποχής του Στάλιν και των πρώτων χρόνων της σοβιετικής κυριαρχίας».[28]
Ο εξαιρετικά προβληματικός χαρακτήρας αυτού του κειμένου είναι εμφανής αν εστιάσουμε μετριοπαθώς μόνο στην αποκάλυψη που υποτίθεται ότι απαξιώνει το βιβλίο του Τζον Ριντ, Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο. Από τις παραπομπές του ίδιου του Γουάιτ, δεν θα ήταν σαφές στον ανυποψίαστο αναγνώστη ότι η εμπλοκή του Ριντ με το Τμήμα Διεθνούς Επαναστατικής Προπαγάνδας της Σοβιετικής Δημοκρατίας αναφέρθηκε ανοιχτά από τους δύο συμπαθείς αγγλόφωνους βιογράφους του το 1936 και το 1975, κανένας από τους οποίους δεν θεώρησε ότι αυτό θα απαξίωνε απαραίτητα την αφήγηση του Ριντ. Το ότι ο συγγραφέας του βιβλίου Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της μπολσεβίκικης επανάστασης είναι σαφές από το ίδιο το βιβλίο – ο Ριντ, ως γνωστόν, δεν έκρυβε τις πολιτικές του πεποιθήσεις[29].
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κρίση του Μπέρτραμ Ντ. Γουλφ, ο οποίος γνώριζε τον Ριντ και πολλούς από τους Ρώσους μπολσεβίκους πριν γίνει ένας πικραμένος και απογοητευμένος πρώην λενινιστής και αντικομμουνιστής. Στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου (ενώ ήταν υπάλληλος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών), επιμελήθηκε και παρουσίασε στους Αμερικανούς αναγνώστες μια νέα έκδοση της αφήγησης του Ριντ, με πολλαπλές διορθωτικές υποσημειώσεις και μια πολύ κριτική εισαγωγή. Ο Γουλφ περιγράφει τον Ριντ ως «έναν καλό ρεπόρτερ, πάντα μέσα στα πράγματα, η αίσθηση της ζωντανής λεπτομέρειας που είχε, κάνει συχνά τη μια σελίδα να διαψεύδει την άλλη», προσθέτοντας ότι ο Ριντ «ήταν ευάλωτος στα κουτσομπολιά, τις φήμες και τις εικασίες που συμφωνούσαν με τις προκαταλήψεις του, αλλά αυτά που πραγματικά είδε με τα ίδια του τα μάτια έκανε ό,τι μπορούσε για να τα καταγράψει πιστά». Ο Γουλφ καταλήγει ότι «ως καταγραφή σημαντικών λεπτομερειών, ως δεξαμενή γεγονότων για τον ιστορικό, το βιβλίο του είναι γεμάτο με πολύτιμο υλικό» και ότι «είτε εξαιτίας είτε παρά το όνειρο που τον διακατείχε, από άποψη γραφής το βιβλίο του Ριντ είναι το ωραιότερο κείμενο ρεπορτάζ αυτόπτη μάρτυρα που παρήγαγε η επανάσταση»[30].
Η εμφανής απόρριψη από τον Γουάιτ του βιβλίου Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο δεν μεταφέρει τίποτα από αυτά, ούτε η απαξίωση και οι υπαινιγμοί του μας λένε πολλά για την πραγματική φύση ή την αξία της ποικιλίας των πρώιμων σοβιετικών ιστορικών ερμηνειών της Ρωσικής Επανάστασης. Αποδεικνύει ελάχιστα για την αναλυτική και αντικειμενική ακρίβεια των απομνημονευμάτων των αφηγήσεων της δεκαετίας του 1920.
Οι αναγνώστες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν σκοπεύω να απορρίψω ή να υποτιμήσω όλα όσα προσφέρονται στα έργα του Ραμπίνοβιτς, του Λόνγκλεϊ, του Κόρνεϊ ή ακόμη και του Γουάιτ. Καθένας από αυτούς είναι μια πηγή που αξίζει να εξεταστεί, ο καθένας περιέχει κάτι πολύτιμο, και τυχαίνει να έχω πολύ καλή γνώμη για τουλάχιστον τρεις από αυτούς. Ούτε έχω τη γνώμη ότι ο Έρικ Μπλανκ σκοπεύει να μας ξεγελάσει με ένα ανέντιμο ταχυδακτυλουργικό τέχνασμα - είναι από τους πιο σοβαρούς ανθρώπους που είχα τη χαρά να γνωρίσω, και οι προθέσεις του μου φαίνονται απολύτως έντιμες.
Ταυτόχρονα, όταν συγκρίνουμε το περιεχόμενο των καταληκτικών σημειώσεων του Μπλανκ με τις πραγματικές πηγές –από διάφορους μενσεβίκους και μπολσεβίκους– αναγκαζόμαστε να συμπεράνουμε ότι δεν δικαιολογείται η απόρριψη όσων έχουν να μας πουν οι πραγματικοί συμμετέχοντες. Δεν είναι όλες οι μαρτυρίες των μενσεβίκων εξίσου υπερβολικές, και ορισμένες από αυτές δεν ανταποκρίνονται στη γενίκευση με την οποία φαίνεται να χαρακτηρίζονται. Δεν είναι όλες οι αφηγήσεις των μπολσεβίκων εξίσου αμφισβητήσιμες, ενώ –και εδώ– ορισμένες από αυτές δεν συμμορφώνονται πλήρως με τη γενίκευση που φαίνεται να χαρακτηρίζεται απορριπτικά. Κατόπιν εξέτασης, ορισμένες από τις αφηγήσεις των μενσεβίκων και των μπολσεβίκων φαίνονται εύλογες, δεδομένων των όσων γνωρίζουμε για τα γεγονότα, και ορισμένες από αυτές φαίνεται λίγο πολύ να επιβεβαιώνουν η μία την άλλη. Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά.
Τι μας λένε οι συμμετέχοντες
Ο ρωσικής καταγωγής Αμερικανός δημοσιογράφος Ισαάκ Ντον Λέβινε, με ένα θησαυρό ντοκουμέντων στη διάθεσή του και σημαντικές επαφές μεταξύ των Ρώσων επαναστατών, ιδιαίτερα στη μετριοπαθή πτέρυγα του κινήματος, μπόρεσε να αναφέρει σε έναν απολογισμό του 1917 ότι επιστρέφοντας στη Ρωσία, ο Λένιν είχε «αποξενώσει τους πολυάριθμους οπαδούς που είχε ως ένας από τους ηγέτες της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας», συνοψίζοντας: «Για τον Λένιν, ένας καπιταλιστής ήταν χειρότερος από έναν βασιλιά. Ένας μεγαλοβιομήχανος ή ένας κορυφαίος τραπεζίτης ήταν γι’ αυτόν πιο επικίνδυνος από έναν Τσάρο ή έναν Κάιζερ. Οι εργατικές τάξεις, έλεγε, δεν είχαν τίποτα να χάσουν είτε οι κυβερνήτες τους ήταν Γερμανοί, Γάλλοι ή Βρετανοί. Το επιτακτικό πράγμα που έπρεπε να κάνουν ήταν να προετοιμαστούν για μια κοινωνική επανάσταση». Ο ηγέτης των μενσεβίκων Ραφαήλ Αμπράμοβιτς υπενθύμισε, επίσης, ότι ο Λένιν υποστήριξε ότι «η παγκόσμια επανάσταση θα βοηθούσε τη Ρωσία να ξεπεράσει τη γενική της καθυστέρηση ... να τη μετατρέψει σε σοσιαλιστική χώρα», αλλά ότι «αυτή η αντίληψη σόκαρε τους Ρώσους μαρξιστές τον Απρίλιο του 1917» και «τον απομόνωσε ακόμη και μέσα στον ίδιο του τον κομματικό κύκλο»[31].
Η Αντζέλικα Μπαλαμπάνοβα είχε ακούσει τον Λένιν να διατυπώνει παρόμοιες απόψεις λίγο πριν φύγει από την εξορία της στην Ελβετία για τη Ρωσία. «Αν η Ρωσική Επανάσταση δεν εξελιχθεί σε μια δεύτερη και επιτυχημένη Παρισινή Κομμούνα», τον θυμάται να λέει, «η αντίδραση και ο πόλεμος θα την πνίξουν». Ομολογεί ότι «είχα εκπαιδευτεί, όπως και οι περισσότεροι μαρξιστές, να περιμένω ότι η κοινωνική επανάσταση θα ξεκινήσει σε μια από τις εξαιρετικά βιομηχανοποιημένες χώρες, και εκείνη την εποχή η ανάλυση του Λένιν για τα ρωσικά γεγονότα μου φαινόταν σχεδόν ουτοπική». Μετά τη δική της επιστροφή στη Ρωσία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν οι αγωνιστές που ενστερνίστηκαν την ανάλυση του Λένιν δεν είχαν καταφέρει να πείσουν «τους αγρότες, τους εργάτες και τους στρατιώτες για την ανάγκη μιας πιο εκτεταμένης, σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία, θα είχε αποκατασταθεί ο τσαρισμός ή κάποια παρόμοια μορφή απολυταρχίας»[32].
Αρχικά, ωστόσο, όπως σημειώνουν οι Λέβινε και Αμπράμοβιτς, πολλοί είχαν μια πολύ διαφορετική αντίδραση – όλα έμοιαζαν δημαγωγικά και εκτός πραγματικότητας. Για έναν παλιό μπολσεβίκο που περνούσε στον μενσεβικισμό, τον Βλαντιμίρ Βοϊτίνσκι, αυτά που είχε να πει ο Λένιν ήταν μια «διατριβή που θα γινόταν η επί του Όρους Ομιλία μιας νέας εκκλησίας», στην οποία «ο Λένιν ανακάτευε μαρξική ορολογία και παλιά κλισέ με παράξενα νέα συνθήματα». Ο ηγέτης των μενσεβίκων Φιόντορ Νταν θυμόταν ότι «με το εκπληκτικό επαναστατικό ταλέντο που ήταν ιδιόμορφο, ο Λένιν ... αφαίρεσε εντελώς το σύνθημα της “δημοκρατικής δημοκρατίας” και έκανε το κύριο σύνθημα αγκιτάτσιας τον “εργατικό έλεγχο” –μεταξύ των εργατών– τη δήμευση όλων των μεγάλων περιουσιών –μεταξύ των αγροτών– και την άμεση ειρήνη – μεταξύ των στρατιωτών.»[33] Ο Βοϊτίνσκι συνόψισε:
«Γιατί πρέπει να περιμένουμε μια ειρήνη που θα συναφθεί από τις κυβερνήσεις; Κάντε ειρήνη με τους Γερμανούς αδελφούς σας, σύνταγμα προς σύνταγμα, λόχο προς λόχο, μέσω της αδελφοποίησης! Γιατί πρέπει να περιμένουμε μια Συντακτική Συνέλευση; Καταλάβετε αμέσως την εξουσία μέσω των Σοβιέτ και γράψτε τους δικούς σας νόμους. Το αγροτικό ζήτημα; Αφήστε τους ακτήμονες αγρότες και τους εργάτες γης να πάρουν γη όπου τη βρουν.»[34]
Ένας άλλος μενσεβίκος, ο Ν. Ν. Σουχάνοφ, προσφέρει μια παρόμοια περίληψη, προσθέτοντας ότι η ομιλία του Λένιν «ήταν ένας κεραυνός εν αιθρία όχι μόνο για μένα» και ότι «προκάλεσε στους πιο διαβασμένους από τους πιστούς μαθητές του εξαιρετική αμηχανία», με αποτέλεσμα «την πλήρη απομόνωσή του όχι μόνο μεταξύ των σοσιαλδημοκρατών γενικά, αλλά και μεταξύ των ίδιων των μαθητών του». Η Αλεξάντρα Κολλόνταϊ, μια μενσεβίκα που έγινε μπολσεβίκα, θυμόταν ότι «ήμουν σε ουσιαστική συμφωνία με τον Λένιν και βρισκόμουν πιο κοντά του από πολλούς από τους παλαιότερους οπαδούς και φίλους του», προσθέτοντας ότι στις συναντήσεις που θυμούνται οι Βοϊτίνσκι, Σουχάνοφ και Νταν, «ήμουν η μόνη από τους συντρόφους του κόμματός του που πήρε το λόγο για να υποστηρίξει τις θέσεις του»[35].
Ο παλαίμαχος μπολσεβίκος Φιόντορ Ρασκόλνικοφ περιγράφει τις ίδιες συναντήσεις. «Εδώ εκπροσωπούνταν οι πιο υπεύθυνοι εργάτες του κόμματος, αλλά ακόμη και γι’ αυτούς αυτά που είπε ο Ίλιτς αποτελούσαν μια πραγματική αποκάλυψη», σημειώνει. «’Εθεσε έναν “Ρουβίκωνα” ανάμεσα στις τακτικές του χθες και τις τακτικές του σήμερα». Η θέση του Λένιν «προκάλεσε μια πλήρη επανάσταση στη σκέψη των ηγετών του Κόμματος. Και αποτέλεσε το υπόβαθρο όλης της μετέπειτα δουλειάς των μπολσεβίκων». Ο Ρασκόλνικοφ καταλήγει: «Δεν ήταν χωρίς λόγο που η τακτική του Κόμματός μας δεν ακολούθησε μια ευθεία γραμμή, αλλά μετά την επιστροφή του Λένιν έκανε μια απότομη στροφή προς τα αριστερά»[36].
«Ο Λένιν εξέθεσε τις απόψεις του για το τι έπρεπε να γίνει σε μια σειρά από θέσεις», θυμόταν η στενή του σύντροφος Κρούπσκαγια σχετικά με τη διαμάχη του Απριλίου. «Οι σύντροφοι αιφνιδιάστηκαν κάπως προς στιγμήν. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι ο Ίλιτς παρουσίαζε την υπόθεση με πολύ ωμό τρόπο και ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να μιλάμε για σοσιαλιστική επανάσταση». Οι Θέσεις του Απρίλη του Λένιν δημοσιεύτηκαν στην Πράβδα, ακολουθούμενες από ένα άρθρο του εκδότη Λεβ Κάμενεφ «στο οποίο διαχωρίζει τη θέση του από τις θέσεις αυτές». Αυτές ήταν, σύμφωνα με τον Κάμενεφ, «η έκφραση των ιδιωτικών απόψεων του Λένιν, τις οποίες ούτε η Πράβδα ούτε το Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής συμμερίζονταν». Η Κρούπσκαγια σημειώνει: «Ξεκίνησε ένας αγώνας στο εσωτερικό της οργάνωσης των μπολσεβίκων. Δεν κράτησε πολύ». Προσθέτει ότι «έλαβε χώρα μια σειρά από σημαντικά γεγονότα που έδειξαν ότι ο Λένιν είχε δίκιο», ότι η άποψη του Λένιν κέρδισε την υποστήριξη μιας αποφασιστικής πλειοψηφίας στην οργάνωση των μπολσεβίκων, πρώτα στην οργάνωση της Πετρούπολης, στη συνέχεια στην Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων και τελικά σε μια Πανρωσική Συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε κοντά στα τέλη Απριλίου[37].
Ο Έντουαρντ Ντουν, ένας αγωνιστής της εργατικής τάξης στις γραμμές του μπολσεβικισμού, περιέγραψε πώς ο ίδιος και οι σύντροφοί του συνέχισαν να συζητούν με τους μενσεβίκους στα εργοστάσια μόλις καθιερώθηκε η νέα γραμμή. Η μαζική εξέγερση της εργατικής τάξης τον Φεβρουάριο –ανατροπή του Τσάρου, δημιουργία επαναστατικών-δημοκρατικών Σοβιέτ των οποίων η εξουσία ανταγωνιζόταν εκείνη της Προσωρινής Κυβέρνησης, ενδυνάμωση των εργατών στους χώρους εργασίας τους– είχε καταστήσει τις συζητήσεις σε επίπεδο εργοστασίων τη νέα κανονικότητα. Οι αντίπαλοι των μπολσεβίκων –παλαιότεροι έμπειροι εργάτες, που ανέφεραν από μνήμης τον Μπέμπελ, τον Λασάλ και τον Μαρξ– υποστήριζαν: «Μια σοσιαλιστική επανάσταση θα μπορούσε να συμβεί μόνο όταν η χώρα θα ήταν ώριμη οικονομικά και πολιτιστικά, και τότε η μετάβαση από την αστικοδημοκρατική επανάσταση στο σοσιαλισμό θα ήταν τόσο φυσική όσο ήταν η επανάστασή μας τον Φεβρουάριο». Οι μπολσεβίκοι μέλη του κόμματος, απορροφώντας κείμενα όπως τα Γράμματα από μακριά του Λένιν, υποστήριζαν διαφορετικά και πιο αποτελεσματικά: «Χρειαζόμασταν μια κυβέρνηση αποτελούμενη από αντιπροσώπους της αστικής τάξης και κτηματίες τσαρικούς αξιωματούχους ή θα έπρεπε να μεταφέρουμε την εξουσία στα χέρια των αντιπροσώπων της επανάστασης, των αντιπροσώπων της εργατικής τάξης, των Σοβιέτ των εργατικών αντιπροσώπων;» Συνέχισαν την επιχειρηματολογία τους μέχρι την ουσία: «Οι μπολσεβίκοι είπαν ότι η μεταφορά της εξουσίας στα Σοβιέτ σήμαινε τη δημιουργία αυτού που ήδη είχαμε στο εργοστάσιο – μια δικτατορία του προλεταριάτου». Διευκρίνισαν περαιτέρω: «Πρέπει να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε την εξουσία που κερδίσαμε κατά τη διάρκεια της επανάστασης, να μην δώσουμε τίποτα από αυτήν στην αστική τάξη. Δεν πρέπει να διαλύσουμε τα σοβιέτ ως όργανα εξουσίας, αλλά αντίθετα να τους μεταβιβάσουμε την εξουσία, έτσι ώστε να μην υπάρχει πλέον δυαδική εξουσία, αλλά μια ενιαία επαναστατική κυβέρνηση»[38].
Η κατάσταση διέφερε σε διάφορα μέρη. Υπηρετώντας ως υπολοχαγός του Πολεμικού Ναυτικού στη φινλανδική μεθόριο, ο μπολσεβίκος αγωνιστής Α.Φ. Ίλιν-Γκενέφσκι ανέφερε έντονα αντιφατικές διαθέσεις μέσα στα πλήθη και έλλειψη ενότητας μεταξύ των ίδιων των μπολσεβίκων. «Στην Επιτροπή υπήρχαν δύο απόψεις για την πολιτική κατάσταση, η μία πιο μετριοπαθής, που πλησίαζε την άποψη του Κάμενεφ εκείνη την εποχή, και η άλλη πιο επαναστατική, βασισμένη στην περίφημη θέση που δημοσίευσε ο Λένιν αμέσως μετά την άφιξή του από το εξωτερικό». Δύο εξέχοντες και εύγλωττοι σύντροφοι στις γραμμές τους υποστήριζαν τη μία και την άλλη από τις δύο θέσεις, και η επιτροπή των μπολσεβίκων προετοίμαζε μια μαζική συνέλευση που θα συζητούσε την πολιτική κατάσταση. «Προκειμένου να αντιμετωπιστούν όλες οι πλευρές αυτού του σημαντικού σημείου της ημερήσιας διάταξης, αποφασίστηκε να υποστηριχθούν και οι δύο απόψεις και να ασχοληθούν με το ζήτημα αυτοί οι δύο ομιλητές». Η συζήτηση ήταν ολοκληρωμένη και ζωηρή, και στο τέλος της «η συνέλευση υιοθέτησε ένα συμβιβαστικό ψήφισμα, στο οποίο αναγνωριζόταν η Προσωρινή Κυβέρνηση στο βαθμό που οι ενέργειές της δεν συγκρούονταν με τις ενέργειες των Σοβιέτ των Εργατικών και Στρατιωτικών Αντιπροσώπων. Από την άλλη πλευρά, το ψήφισμα ξεσκέπασε τον αστικό χαρακτήρα της Προσωρινής Κυβέρνησης και απαίτησε να παραδοθεί όλη η εξουσία στα Σοβιέτ των Εργατών και των Στρατιωτών»[39].
Παρ’ όλα αυτά, καθώς τα γεγονότα του καλοκαιριού και των αρχών του φθινοπώρου εξελίσσονταν, θεωρούνταν από πολλούς (όπως είχε πει η Κρούπσκαγια) ότι «έδειξαν ότι ο Λένιν είχε δίκιο». Ο μενσεβίκος Αμπράμοβιτς σημείωνε ότι «η ισορροπία δυνάμεων μέσα στα πανίσχυρα Σοβιέτ είχε μετατοπιστεί ριζικά. Το ένα Σοβιέτ μετά το άλλο ξέφευγε από τον έλεγχο των Σοσιαλιστών Επαναστατών και των Μενσεβίκων και περνούσε στα χέρια των Μπολσεβίκων και των συμμάχων τους, των Αριστερών Σοσιαλιστών Επαναστατών». Ιδιαίτερα «ανάμεσα στους εργάτες της Πετρούπολης, η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο τεταμένη καθώς πλησίαζε το δεύτερο συνέδριο των Σοβιέτ. Τα συνθήματα των Μπολσεβίκων κέρδιζαν υποστήριξη στα περισσότερα μεγάλα εργοστάσια». Ενώ «η χώρα στο σύνολό της ... δεν ήταν ακόμα τόσο ομοιόμορφη», παρατήρησε, «ωστόσο, η πορεία στον Οκτώβρη ήταν αδιαμφισβήτητη. ... Οι Σοσιαλιστές Επαναστάτες και οι Μενσεβίκοι γνώριζαν ότι το ανερχόμενο κύμα της πολιτικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας οδηγούσε το μπολσεβίκικο κόμμα προς τη νίκη»[40].
Κατά τον έλεγχο αυτών των αφηγήσεων ανθρώπων που έζησαν την περίοδο που κορυφώθηκε με την Οκτωβριανή Επανάσταση, μπορούμε να βρούμε –όπως ακριβώς σημείωσε ο Γουλφ για το βιβλίο του Τζον Ριντ, Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο– αντιφάσεις, καθώς και «κουτσομπολιά, φήμες και εικασίες που συμφωνούσαν με τις προκαταλήψεις», αλλά και ολισθήματα στη μνήμη, γλωσσικά λάθη και άλλα ολισθήματα σε σχέση με ορισμένα από τα πραγματικά γεγονότα. Ωστόσο, αν τα πάρουμε όλα μαζί, θα μπορούσαμε να πούμε (όπως λέει ο Γουλφ για το έργο του Ριντ) ότι παρέχουν «μια καταγραφή σημαντικών λεπτομερειών, μια δεξαμενή γεγονότων για τον ιστορικό, ... πολύτιμο υλικό», σχηματίζοντας ένα μοτίβο εντυπώσεων που μας βοηθούν να αποκτήσουμε μια αίσθηση του τι συνέβη στην ιστορία.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι μεταγενέστερες αναμνήσεις υπερισχύουν κατά κάποιο τρόπο των πρωτογενών πηγών τεκμηρίωσης που προκύπτουν από τα άμεσα γεγονότα. Αλλά αναμνήσεις όπως αυτές –οι οποίες προέρχονται από μια ποικιλία πηγών που δεν προέρχονται από την ίδια πηγή, και οι οποίες φαίνεται να σχηματίζουν ένα ιδιαίτερα συνεκτικό και πειστικό μοτίβο– θα πρέπει από μόνες τους να θεωρηθούν ότι αποτελούν μια μοναδική πρωτογενή πηγή, και πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη καθώς οι σημερινοί ιστορικοί επεξεργάζονται τις ερμηνείες τους για το τι πραγματικά συνέβη. Πρέπει να εναρμονιστούν προσεκτικότερα με τις άλλες πρωτογενείς πηγές απ’ ό,τι έκαναν ο Μπλανκ ή ο Λιχ.
Η βασική γραμμή
Ο πλούτος που προσέφεραν ο Μπλανκ και ο Λιχ στην κατανόηση της Ρωσικής Επανάστασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να ελαχιστοποιηθεί – ακόμη και στο πλαίσιο των συνεισφορών που αποτέλεσαν το επίκεντρο της παρούσας κριτικής. Η τεράστια, σύνθετη, πολύπλευρη διαδικασία που κατέληξε στην επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 ήταν γεμάτη με πολλαπλές αντιφάσεις, και πολλές από αυτές αποκαλύπτονται με γόνιμο τρόπο στις προκλήσεις που θέτουν και στην έρευνα που προσφέρουν αυτοί οι εικονοκλάστες μελετητές.
Ταυτόχρονα, καθώς ελέγχουμε τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, φαίνεται ότι οι Μπολσεβίκοι πίστευαν ότι ξεκινούσαν –σε σημαντικό βαθμό– μια σοσιαλιστική επανάσταση το 1917. Αν και είχαν τις ρίζες τους στις μακροχρόνιες μπολσεβίκικες προοπτικές της συμμαχίας εργατών και αγροτών, δεν επρόκειτο απλώς για τον «παλιό Μπολσεβικισμό» του 1905. Το νέο στοιχείο του μπολσεβίκικου προσανατολισμού προωθήθηκε αποφασιστικά από τον Λένιν τον Απρίλιο του 1917 και είχε κερδίσει μαζική υποστήριξη μέχρι τον Οκτώβρη. Το να το χαρακτηρίσουμε αυτό ως «επανεξοπλισμό του κόμματος» δεν είναι καθόλου παρατραβηγμένο.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Paul Le Blanc, “Re-Arming the Party: Bolsheviks and Socialist Revolution in 1917”, John Riddell, 21 Οκτωβρίου 2017, https://johnriddell.com/2017/10/21/paul-le-blanc-re-arming-the-party-bolsheviks-and-socialist-revolution-in-1917/.
Σημειώσεις
[1] Lars T. Lih, Lenin Rediscovered. What Is to Be Done? In Context, Haymarket Books, Σικάγο 2008.
[2] Eric Blanc, “Did the Bolsheviks advocate socialist revolution in 1917?”, John Riddell, 13 Οκτωβρίου 2017, https://johnriddell.com/2017/10/13/did-the-bolsheviks-advocate-socialist-revolution-in-1917/.
[3] Μια πρώιμη παρουσίαση μπορεί να βρεθεί στο Lars T. Lih, “The Ironic Triumph of Old Bolshevism: The Debates of April 1917 in Context”, Russian History, 38, 2011, και μια πιο πρόσφατη διατύπωση είναι στο Eric Blanc, “Did the Bolsheviks Advocate Socialist Revolution in 1917?” στην ιστοσελίδα ιστολογίου Historical Materialism, 7 Οκτωβρίου 2017 https://www.historicalmaterialism.org/blog/did-bolsheviks-advocate-socialist-revolution-1917 (Η σελιδοποίηση που προσφέρεται σε αυτό το τελευταίο άρθρο αναφέρεται στο εκτυπωμένο αντίγραφο των 46 σελίδων που μου παρείχε ο συγκεκριμένος εκτυπωτής και υπολογιστής μου).
[4] Blanc, σελ. 3
[5] Paul Le Blanc, Unfinished Leninism: The Rise and Return of a Revolutionary Doctrine (Σικάγο: Haymarket Books, 2014), σσ. 189-193.
[6] Lars Lih, “Democratic Centralism: Fortunes of a Formula”, Weekly Worker, 11 Απριλίου 2013, https://links.org.au/lars-lih-fortunes-formula-democratic-centralism-democratic-centralism.
[7] Blanc, σελ. 3.
[8] Ό.π., σελ. 33.
[9] Writings of the Young Marx on Philosophy and Society, επιμ. Loyd D. Easton and Kurt H. Guddat (Garden City, NY: Anchor Books, 1967), σελ. 427. [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος Α΄, Gutenberg, Αθήνα 1989, σελ. 81, μετάφραση Κώστας Φιλίνης]. Κάποιοι θα μετέφραζαν αυτή την τελική φράση ως «τα ίδια παλιά σκατά αρχίζουν πάλι από την αρχή».
[10] Αναπαράγεται στο John Reed, Ten Days That Shook the World (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1926), σσ. 363-364 [Β. Ι. Λένιν, «Προς τον πληθυσμό», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 35, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σσ. 5-67].
[11] Blanc, σελ. 32.
[12] Αυτό αναλύεται και τεκμηριώνεται σε διάφορα έργα, με πιο πρόσφατο το Paul Le Blanc, October Song: Bolshevik Triumph, Communist Tragedy, 1917-1924 (Σικάγο: Haymarket Books, 2017), σσ. 131-179.
[13] Blanc, σελ. 21.
[14] N. K. Krupskaya, Reminiscences of Lenin (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1979), σσ. 327-333 [Ν. Κ. Κρούπσκαγια, Αναμνήσεις για τον Λένιν, Πλανήτης].
[15] Blanc, σελ. 6. Πλάγια γράμματα στο πρωτότυπο.
[16] V.I. Lenin, “The State and Revolution”, Collected Works, τόμος 25 (Μόσχα: Progress Publishers, 1974), σελ. 437 [Β. Ι. Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 38 σελ. 56].
[17] V.I. Lenin, “Letters from Afar”, Collected Works, τόμος 23 (Μόσχα: Progress Publishers, 1974), σσ. 325-326 [Β. Ι. Λένιν, «Γράμματα από μακριά», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 31, σελ. 40].
[18] V.I. Lenin, “Two Tactics of Social Democracy in the Democratic Revolution”, Collected Works, τόμος 9 (Μόσχα: Progress Publishers, 1972), σσ. 80-81, 48 [Β. Ι. Λένιν, «Δύο Τακτικές της Σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατική Επανάσταση», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 11, σσ. 70 και σελ. 35].
[19] Ό.π., σσ. 49, 83 [Β. Ι. Λένιν, «Δύο Τακτικές...», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 11, σσ. 37 και σελ. 72].
[20] V.I. Lenin, “A Revolution of the 1789 or the 1848 Type?”, Collected Works, τόμος 8 (Μόσχα: Progress Publishers, 1974), σελ. 257 [Β. Ι. Λένιν, «Επανάσταση τύπου 1789 ή τύπου 1848», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 9, σελ. 386].
[21] Blanc, σσ. 5-6.
[22] Leon Trotsky, 1905 (Σικάγο: Haymarket Books, 2016), σελ. 42· Leon Trotsky, The Permanent Revolution and Results and Prospects (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1978), σελ. 132 [Λέον Τρότσκι, 1905, Ένεκεν, 2020. Λέον Τρότσκι, Η Διαρκής Επανάσταση, Εργατική Δημοκρατία 1998, σελ. 20].
[23] Leon Trotsky, “Thirty-Five Years After: 1871-1906”, στο Leon Trotsky on the Paris Commune (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1970), σελ. 24.
[24] Trotsky, The Permanent Revolution and Results and Prospects, σσ. 69-72. [Λέον Τρότσκι, Η Διαρκής Επανάσταση, ό.π., σελ. 71-73].
[25] Blanc, σσ. 4-5.
[26] Ό.π., σελ. 41· Alexander Rabinowitch, Prelude to Revolution: The Petrograd Bolsheviks and the July 1917 Uprising (Μπλούμινγκτον: Indiana University Press, 1968), σελ. 40.
[27] Blanc, σελ. 41· D.A. Longley, Factional Strife and Policy Making in the Bolshevik Party, 1912-April 1917 (With Special Reference to the Baltic Fleet Organisations 1903-17), διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, 1978, σσ. 251-252, 337-338.
[28] James D. White, “Early Soviet Historical Interpretations of the Russian Revolution 1918–24’”, Soviet Studies, 37, 3, 1985, σσ. 330, 332, 333, 335, 342, 346, 350.
[29] Granville Hicks, John Reed, The Making of a Revolutionary (Νέα Υόρκη: The Macmillan Company,1936), σσ. 290-291· Richard A. Rosenstone, Romantic Revolutionary: A Biography of John Reed (Νέα Υόρκη: Alfred A. Knopf, 1975), σελ. 307.
[30] Bertram D. Wolfe, “Introduction,” στο John Reed, Ten Days That Shook the World (Νέα Υόρκη; Vintage Books, 1960), σσ. xxxii-xxxiii, xxxv, xxxvi.
[31] Isaac Don Levine, The Russian Revolution (Νέα Υόρκη: Harper and Brothers, Ιούνης 1917), σσ. 275-276· Raphael R. Abramovitch, The Soviet Revolution 1917-1939 (Νέα Υόρκη: International Universities Press,1962), σσ. 30, 31.
[32] Angelica Balabanoff, My Life as a Rebel (Μπλούμινγκτον: Indiana University Press, 1973), σσ. 143-144.
[33] W. S. Woytinsky, Stormy Passage: A Personal History Through Two Russian Revolutions to Democracy and Freedom, 1905-1960 (Νέα Υόρκη: Vanguard Press, 1961), σσ. 265-266· Theodore Dan, The Origins of Bolshevism (Νέα Υόρκη: Schocken Books, 1970), σελ. 406.
[34] Woytinsky, σελ. 266.
[35] N. N. Sukhanov, The Russian Revolution 1917, A Personal Record (Πρίνστον: Princeton University Press, 1984), σσ. 281, 282, 283, 288· Alexandra Kollontai, The Autobiography of a Sexually Emancipated Communist Woman (Νέα Υόρκη: Schocken Books, 1975), σσ. 27, 31.
[36] F. F. Raskolnikov, Kronstadt and Petrograd in 1917 (Λονδίνο: New Park Publications, 1982), σσ. 76-77.
[37] Krupskaya, σσ. 348-351.
[38] Eduard M. Dune, Notes of a Red Guard (Ουρμπάνα: University of Illinois Press, 1993), σσ. 48-50.
[39] A. F. Ilyin-Genevsky, From the February Revolution to the October Revolution 1917 (Νέα Υόρκη: Workers Library Publishers, 1931), σσ. 43, 44, 45.
[40] Abramovitch, σσ. 75, 76, 77.
