Φωτογραφία: Ihsaan Haffejee/GroundUp
Faisal Garba
Κατανοώντας την άνοδο της αφροφοβίας στη Νότια Αφρική – και πώς να την πολεμήσουμε
Η αφροφοβία στη Νότια Αφρική παρουσιάζεται συχνά ως πρόβλημα μεταξύ «ξένων και ντόπιων», σαν να προκύπτει φυσιολογικά από πολιτισμική εχθρότητα ή ανταγωνισμό μεταξύ φτωχών ανθρώπων. Ωστόσο, αυτή η εξήγηση αποκρύπτει τις βαθύτερες πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες που γεννούν τη βία κατά των μεταναστών και την ξενοφοβική κινητοποίηση. Η άνοδος της αφροφοβίας στη Νότια Αφρική δεν μπορεί να κατανοηθεί εκτός του πλαισίου της βαθιάς ανισότητας, της ανεργίας, της απαλλοτρίωσης, της πολιτικής χειραγώγησης και των αποτυχιών της μετα-απαρτχάιντ μεταρρύθμισης.
Δεν πρόκειται απλώς για προκατάληψη. Πρόκειται για την ανακατεύθυνση της κοινωνικής οργής μακριά από τα συστήματα εκμετάλλευσης και σε βάρος ευάλωτων ανθρώπων που είναι οι ίδιοι θύματα αυτών των ίδιων συστημάτων.
Η Νότια Αφρική παραμένει μία από τις πιο άνισες κοινωνίες στον κόσμο. Δεκαετίες μετά το τέλος του απαρτχάιντ, η ιδιοκτησία της γης και του πλούτου παραμένει συγκεντρωμένη στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας. Περίπου το 72% της καλλιεργήσιμης γης ανήκει σε ένα πολύ μικρό, κυρίως λευκό τμήμα της κοινωνίας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, εκατομμύρια άνθρωποι αγωνίζονται καθημερινά για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, στέγαση, υγειονομική περίθαλψη και απασχόληση. Ωστόσο, αντί να αντιμετωπίσουν αυτές τις διαρθρωτικές ανισότητες, οι πολιτικές ελίτ και τμήματα του κεφαλαίου συχνά κατευθύνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.
Η πολιτική της επίθεσης εναντίον των μεταναστών
Η αφροφοβία, επομένως, λειτουργεί ως πολιτική παραπλάνηση. Αντί να αντιμετωπιστούν οι αποτυχίες του κράτους να μετασχηματίσει τις σχέσεις ιδιοκτησίας, να δημιουργήσει αξιοπρεπή εργασία ή να παρέχει κοινωνική ασφάλιση, οι μετανάστες γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι για ευρύτερες κρίσεις που προκαλούνται από τον καπιταλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Ο άνεργος εργαζόμενος της Νότιας Αφρικής ενθαρρύνεται να κατηγορήσει τον Ζιμπαμπουανό πλανόδιο πωλητή, τον Αιθίοπα ιδιοκτήτη μικρού καταστήματος ή τον Σομαλό έμπορο, αντί να αναρωτηθεί γιατί ο πλούτος παραμένει στα χέρια λίγων, γιατί οι υπηρεσίες καταρρέουν και γιατί οι οικονομικές ευκαιρίες είναι τόσο σπάνιες.
Η χρονική συγκυρία της βίας κατά των μεταναστών αποκαλύπτει ξεκάθαρα αυτή την πολιτική διάσταση: οι ξενοφοβικές επιθέσεις συχνά εντείνονται γύρω από τις τοπικές και εθνικές εκλογές· οι πολιτικές παρατάξεις κινητοποιούν τις κοινότητες υποσχόμενες να απομακρύνουν τους «ξένους» και να αναδιανείμουν τα καταστήματα ή τις ευκαιρίες στους ντόπιους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ίδιες οι κοινότητες απειλούν τους πολιτικούς ότι θα «εφαρμόσουν τη ξενοφοβία» αν δεν πραγματοποιηθούν οι υποσχεθείσες εκδιώξεις. Η ξενοφοβία γίνεται έτσι ένα πολιτικό όπλο — ένα εργαλείο διαπραγμάτευσης που χρησιμοποιείται στις διαμάχες για την τοπική εξουσία και την πελατειακή σχέση.
Ομάδες όπως η Επιχείρηση Ντουντούλα και πολιτικές οργανώσεις όπως η Πατριωτική Συμμαχία έχουν συγκεντρώσει υποστήριξη εκμεταλλευόμενες αυτή την οργή. Ωστόσο, αυτά τα κινήματα δεν αποτελούν αυθόρμητες εκφράσεις της απογοήτευσης της εργατικής τάξης· πρόκειται για προσεκτικά οργανωμένες εκστρατείες, συνδεδεμένες με ευρύτερα δεξιά δίκτυα και χρηματοδοτούμενες από τμήματα του κεφαλαίου και συμφέροντα της ελίτ. Σκοπός τους είναι να εκτρέψουν τη νόμιμη κοινωνική δυσαρέσκεια μακριά από το ίδιο το οικονομικό σύστημα και να την κατευθύνουν προς τους μετανάστες.
Κατά συνέπεια, η αφροφοβία δεν παράγεται απλώς «από τα κάτω». Η αντιμεταναστευτική πολιτική συχνά καθοδηγείται από παράγοντες της μεσαίας τάξης και της ελίτ. Πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης, πολιτικοί και σχολιαστές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας του μετανάστη ως απειλής. Τα μέσα ενημέρωσης συνδέουν επανειλημμένα τους μετανάστες με το έγκλημα, την παρανομία και την αταξία. Όταν η εθνικότητα τονίζεται συνεχώς στις αναφορές για εγκλήματα ή κοινωνικά προβλήματα, δημιουργείται μια συσχέτιση στη συλλογική φαντασία: μετανάστης ισούται με εγκληματία· ξένος ισούται με κίνδυνο.
Οι μετανάστες δεν είναι ξένοι
Αυτή η ρητορική συσκοτίζει την πραγματικότητα ότι πολλοί μετανάστες είναι βαθιά ενσωματωμένοι στις τοπικές κοινότητες και οικονομίες. Τα καταστήματα «σπάζα» που ανήκουν σε μετανάστες, για παράδειγμα, συχνά ευδοκιμούν επειδή καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες που αγνοούνται από τις μεγάλες εταιρείες και τους επίσημους λιανοπωλητές. Πωλούν προσιτά αγαθά κοντά στα σπίτια των ανθρώπων, παρέχουν πίστωση σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και αναπτύσσουν σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαίας υποστήριξης με τους κατοίκους των γκέτο. Σε περιοχές όπως το Χέρμανους, οι κοινότητες συχνά θεωρούσαν τους Αιθίοπες καταστηματάρχες ως πλεονέκτημα, επειδή παρείχαν προσιτά και οικονομικά τρόφιμα και υπηρεσίες.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλες επιχειρήσεις συχνά αντιλαμβάνονται αυτούς τους μικρής κλίμακας μετανάστες εμπόρους ως ανταγωνιστές. Οι τοπικές αρχές και τα μεγάλα εμπορικά συμφέροντα στο Χέρμανους φέρεται να συνεργάστηκαν για να παρενοχλήσουν και να ποινικοποιήσουν τους μετανάστες εμπόρους. Αυτό καταδεικνύει μια άλλη σημαντική αλήθεια: η αφροφοβία δεν αφορά μόνο τον πολιτισμό ή την ταυτότητα. Αφορά επίσης τον οικονομικό ανταγωνισμό και την υπεράσπιση των παγιωμένων συμφερόντων.
Το ζήτημα της «παρανομίας» βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής αποκλεισμού. Οι καμπάνιες κατά των μεταναστών συχνά παρουσιάζουν τους μετανάστες ως παράνομους εγκληματίες που κατακλύζουν τη χώρα. Ωστόσο, πολλοί μετανάστες εισήλθαν αρχικά στη Νότια Αφρική νόμιμα και αργότερα κατέληξαν να είναι χωρίς χαρτιά λόγω της δυσλειτουργίας και της εχθρότητας του Υπουργείου Εσωτερικών. Οι αιτήσεις χάνονται, οι άδειες καθυστερούν και οι άνθρωποι καθίστανται ουσιαστικά παράνομοι μέσω του γραφειοκρατικού αποκλεισμού. Η κατηγορία του «παράνομου μετανάστη» είναι, επομένως, συχνά πολιτικά κατασκευασμένη.
Παρά την ένταση της ξενοφοβικής ρητορικής, η καθημερινή ζωή στις εργατικές κοινότητες είναι πιο περίπλοκη και αντιφατική από ό,τι υποδηλώνουν οι αφηγήσεις των μέσων ενημέρωσης. Υπάρχουν, βεβαίως, εντάσεις, αλλά υπάρχουν επίσης αμέτρητες πράξεις αλληλεγγύης και συνεργασίας μεταξύ Νοτιοαφρικανών και μεταναστών. Σε πολλά γκέτο, οι ντόπιοι προστατεύουν τους μετανάστες από επιθέσεις, οργανώνονται από κοινού για τη στέγαση και τις υπηρεσίες και χτίζουν σχέσεις που βασίζονται στην κοινή επιβίωση.
Ένα παράδειγμα αυτής της αλληλεγγύης είναι η ιστορία των Αιθιοπών εμπόρων που προστατεύθηκαν από γυναίκες της Νότιας Αφρικής κατά τη διάρκεια περιόδων βίας εναντίον των μεταναστών. Αυτές οι γυναίκες έθεσαν σε κίνδυνο τη δική τους ασφάλεια για να προσφέρουν καταφύγιο και να συγκαλύψουν την ταυτότητα ενός μετανάστη εμπόρου, επειδή είχε γίνει μέρος της κοινότητάς τους. Τους είχε πουλήσει κουβέρτες με πίστωση, είχε δημιουργήσει σχέσεις μαζί τους και είχε ενσωματωθεί στην καθημερινότητά τους. Αυτή η ιστορία αποκαλύπτει ότι η αλληλεγγύη δεν είναι κάτι αφηρημένο. Αναπτύσσεται μέσα από κοινούς αγώνες, αμοιβαία φροντίδα και ανθρώπινες σχέσεις.
Πώς μπορούμε να αντισταθούμε
Τι μπορεί λοιπόν να γίνει για να αντιμετωπίσουμε την αφροφοβία;
Πρώτον, πρέπει να καταδικάσουμε τα εθνικιστικά αντίποινα και τους κύκλους εκδίκησης. Το να απαντάμε στην ξενοφοβία επιτιθέμενοι σε νοτιοαφρικανικές επιχειρήσεις αλλού στην ήπειρο είναι αντιδραστικό. Τέτοιες αντιδράσεις το μόνο που κάνουν είναι να ενισχύουν τις διαιρέσεις που οι δεξιές δυνάμεις επιδιώκουν να καλλιεργήσουν. Η αφροφοβία μπορεί να νικηθεί μόνο μέσω μιας βαθύτερης ηπειρωτικής αλληλεγγύης, όχι μέσω αμοιβαίας εχθρότητας.
Δεύτερον, η οργάνωση πρέπει να ξεκινά από εκεί όπου βρίσκονται πραγματικά οι απλοί άνθρωποι. Αντί να δίνουν αφηρημένα μαθήματα στις κοινότητες για τον Παναφρικανισμό, τον κοσμοπολιτισμό και τον ανθρωπισμό, οι ακτιβιστές πρέπει να συνδέουν την αντιξενοφοβική πολιτική με τους άμεσους λαϊκούς αγώνες — για θέσεις εργασίας, στέγαση, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση και αξιοπρέπεια. Οι μετανάστες και οι ντόπιοι συχνά αντιμετωπίζουν τις ίδιες δομικές συνθήκες φτώχειας, ανεργίας και απαλλοτρίωσης. Η αποτελεσματική οργάνωση πρέπει να αναδείξει αυτά τα κοινά συμφέροντα και τους κοινούς εχθρούς.
Αυτό σημαίνει «συγχώνευση των αγώνων». Οι καμπάνιες κατά των εξώσεων, της ανεργίας, της περιβαλλοντικής καταστροφής και της λιτότητας πρέπει να συμπεριλαμβάνουν συνειδητά τους μετανάστες, αντί να τους αντιμετωπίζουν ως ξεχωριστές κατηγορίες. Οι διεθνείς ΜΚΟ ενίοτε ενισχύουν τις διαιρέσεις, απομονώνοντας τους μετανάστες ως ειδικά ανθρωπιστικά υποκείμενα, αντί να τους ενσωματώνουν στους ευρύτερους κοινοτικούς αγώνες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει ακούσια σε ενίσχυση της δυσαρέσκειας αντί της αλληλεγγύης.
Τρίτον, υπάρχει ανάγκη για διασυνοριακή οργάνωση σε ολόκληρη την Αφρική. Το κεφάλαιο λειτουργεί ήδη πέρα από τα σύνορα, εκμεταλλευόμενο τους εργαζόμενους και τους πόρους σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι κοινότητες που αντιστέκονται στον εκτοπισμό, την περιβαλλοντική καταστροφή και τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση πρέπει επίσης να οικοδομήσουν διακρατικές συμμαχίες. Η παναφρικανική αλληλεγγύη δεν μπορεί να παραμείνει ρητορική· πρέπει να βασίζεται σε έναν κοινό πολιτικό αγώνα.
Από τα αποικιακά σύνορα στην παναφρικανική αλληλεγγύη
Ένας τέτοιος αγώνας θα πρέπει να αντιμετωπίσει την αντίφαση που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσέγγισης των αφρικανικών κυβερνήσεων όσον αφορά τη μετανάστευση. Ενώ πολλά κράτη έχουν υπογράψει τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Αφρικανικής Ηπείρου (AFCT / African Continental Free Trade Agreement), ελάχιστα έχουν επικυρώσει πρωτόκολλα που εγγυώνται την ελεύθερη κυκλοφορία των Αφρικανών. Το κεφάλαιο μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα, αλλά οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί ποινικοποιούνται όταν διασχίζουν τα σύνορα. Η καταπολέμηση της αφροφοβίας, επομένως, απαιτεί επίσης να διεκδικήσουμε την ελευθερία κυκλοφορίας και να αντιταχθούμε στην ενίσχυση των συνόρων, κληρονομιά της αποικιοκρατίας.
Πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένα ευρύτερο πολιτικό όραμα. Η αφροφοβία έχει τις ρίζες της σε ιδέες αποκλεισμού σχετικά με την ιθαγένεια και την έννοια του «ανήκειν», οι οποίες διαμορφώθηκαν από την αποικιοκρατία και αναπαράχθηκαν από τα μετααποικιακά κράτη. Για να αναχαιτιστεί, απαιτείται να φανταστούμε την αφρικανική ταυτότητα με διαφορετικό τρόπο — όχι ως κάτι που καθορίζεται από σύνορα ή διαβατήρια, αλλά ως μια ανοιχτή και εξελισσόμενη διαδικασία που βασίζεται στην κοινή ανθρώπινη υπόσταση και στον συλλογικό αγώνα.
Τέλος, οι νέοι διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην οικοδόμηση αυτού του εναλλακτικού μέλλοντος. Ως εκ τούτου, η πολιτική διαπαιδαγώγηση και το πολιτιστικό έργο μεταξύ της αφρικανικής νεολαίας είναι ζωτικής σημασίας. Αν η αφροφοβία μαθαίνεται μέσω των μέσων ενημέρωσης, της πολιτικής και των καθημερινών αφηγήσεων, τότε και η αλληλεγγύη πρέπει επίσης να διδάσκεται και να καλλιεργείται. Οι νέοι χρειάζονται ευκαιρίες να σκεφτούν κριτικά σχετικά με τη μετανάστευση, την ταυτότητα, την ανισότητα και τον Παναφρικανισμό από μικρή ηλικία.
Ο αγώνας κατά της αφροφοβίας είναι, επομένως, άρρηκτα συνδεδεμένος με τον ίδιο τον αγώνα για κοινωνικό μετασχηματισμό. Πρόκειται για έναν αγώνα ενάντια στην ανισότητα, την εκμετάλλευση, την απαλλοτρίωση και την πολιτική χειραγώγηση. Απαιτεί να απορρίψουμε τις ψευδείς διαχωριστικές γραμμές που επιβάλλονται μεταξύ «ντόπιων» και «ξένων» και, αντίθετα, να αναγνωρίσουμε τις κοινές συνθήκες που διαμορφώνουν τη ζωή της εργατικής τάξης σε ολόκληρη την ήπειρο.
Τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι μετανάστες ανήκουν στη Νότια Αφρική. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα επιτρέψουμε στις ελίτ και στους πολιτικούς καιροσκόπους να διαιρούν τους απλούς ανθρώπους, ενώ οι δομές που δημιουργούν φτώχεια και ανισότητα παραμένουν άθικτες. Η απάντηση στην αφροφοβία δεν βρίσκεται σε ισχυρότερα σύνορα ή σε αυστηρότερο αποκλεισμό, αλλά στην αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη και μια πραγματικά χειραφετητική παν-αφρικανική πολιτική.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Faisal Garba, “Understanding the rise of Afrophobia in South Africa — and how we resist it”, Amandla, 8 Ιουλίου 2026, https://www.amandla.org.za/understanding-the-rise-of-afrophobia-in-south-africa-and-how-we-resist-it/· αναδημοσίευση: New Politics, https://newpol.org/understanding-the-rise-of-afrophobia-in-south-africa-and-how-we-resist-it/.