Carlos Sapir
Τι κρύβεται πίσω από τη σύλληψη δικαστών από τον Τραμπ;
Στα τέλη Απριλίου, ομοσπονδιακοί πράκτορες συνέλαβαν δύο δικαστές, τον Χοσέ Λουίς Κάνο από το Νέο Μεξικό και τη Χάνα Κ. Ντούγκαν από το Ουισκόνσιν, με την υποτιθέμενη κατηγορία της παροχής βοήθειας σε μετανάστες χωρίς χαρτιά. Όπως συνηθίζει πλέον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι συγκεκριμένοι μετανάστες κατηγορήθηκαν ότι ήταν μέλη της Tren de Aragua, του αλλοδαπού μπαμπούλα της εποχής, με μηδενικά στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν.
Οι συλλήψεις αυτές έρχονται σε ένα πλαίσιο όπου τα δικαστήρια ήταν ένας από τους λίγους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας των ΗΠΑ που (περιστασιακά) αποδοκίμασαν τις αρπαγές εξουσίας από τον Τραμπ και προσπάθησαν να εμποδίσουν (κάποιες από) τις ενέργειές του, και οι δικαστές αυτοί αντιμετώπισαν παρενοχλήσεις και απειλές από τους υποστηρικτές του Τραμπ. Είναι οι επιθέσεις του Τραμπ απλά αντίποινα στους θεωρούμενους εχθρούς του «βαθέος κράτους» στο δικαστικό σώμα; Ή μήπως υπάρχει στην πραγματικότητα μια στρατηγική που παίζεται εδώ;
Γιατί να επιτεθεί σε έναν δικαστή για να κυνηγήσει ανθρώπους που βοηθούν μετανάστες;
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Τραμπ έσπευσαν να δηλώσουν ότι ο Κάνο και η Ντούγκαν παρείχαν ουσιαστική βοήθεια σε μετανάστες χωρίς χαρτιά για να αποφύγουν την επιβολή του νόμου. Τα πραγματικά γεγονότα των υποθέσεων, ωστόσο, δείχνουν μια διαφορετική ιστορία. Στην περίπτωση του πρώην δικαστή Κάνο, οι κατηγορίες φαίνεται να απορρέουν από τις φωτογραφίες που ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η κόρη του Κάνο με έναν μετανάστη ενοικιαστή των Κάνο, τον Κριστιάν Ορτέγκα-Λόπεζ, ο οποίος ποζάρει με όπλα από τη συλλογή της κόρης[1]∙ ο πρώην δικαστής Κάνο και η σύζυγός του συνελήφθησαν με την κατηγορία της καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων που σχετίζονται με αυτό το περιστατικό.
Αν και η εμφάνιση του Ορτέγκα-Λόπεζ με όπλα θα αποτελούσε ομοσπονδιακό αδίκημα σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, αν ο Ορτέγκα-Λόπεζ δεν είχε χαρτιά, απέχει πολύ από οτιδήποτε που να μοιάζει με «υποκίνηση παράνομης μετανάστευσης». Εν τω μεταξύ, η πρόσβαση του Ορτέγκα-Λόπεζ και των Κάνο σε όπλα φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με τη φαντασίωση του «Tren de Aragua» αλλά πολύ περισσότερο με την συνηθισμένη κουλτούρα των όπλων στις ΗΠΑ.
Η υπόθεση εναντίον της δικαστή Ντούγκαν είναι ακόμη πιο παράλογη: η Ντούγκαν κατηγορείται ότι βοήθησε έναν μετανάστη χωρίς χαρτιά να αποφύγει τη σύλληψη στο δικαστήριό της, οδηγώντας τον κρυφά σε μια πίσω πόρτα. Η πραγματική ιστορία εκείνης της ημέρας, η οποία επιβεβαιώνεται από το υλικό της κάμερας ασφαλείας του ίδιου του δικαστηρίου, είναι ότι η Ντούγκαν έστειλε το εν λόγω άτομο στον δημόσιο διάδρομο της αίθουσας του δικαστηρίου, απευθείας στους ομοσπονδιακούς πράκτορες που υποτίθεται ότι βρίσκονταν εκεί για να τον συλλάβουν[2]. Το γεγονός ότι οι πράκτορες δεν το έκαναν αμέσως (αλλά το έκαναν αργότερα μετά από λίγα λεπτά δικής τους σύγχυσης), δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την Ντούγκαν. Εκτός από τις αβάσιμες κατηγορίες της διοίκησης Τραμπ, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι η Ντούγκαν βοήθησε ποτέ ιδιαίτερα τους μετανάστες κατά τη διάρκεια της καριέρας της ως δικαστής.
Αυτές οι κατηγορίες γίνονται ακόμα πιο γελοίες όταν αναλογιστούμε αυτά που ξέρουμε ως μετανάστες και ακτιβιστές για τα δικαιώματα των μεταναστών: δεν υπάρχει έλλειψη ανθρώπων και ομάδων που πραγματικά, περήφανα, δημόσια και σωστά παρέχουν βοήθεια σε μετανάστες χωρίς χαρτιά. Γιατί λοιπόν να κυνηγήσουν δικαστές με επιπόλαιες, κατασκευασμένες κατηγορίες; Ο λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι ο στόχος εδώ δεν είναι η πραγματική απομάκρυνση αυτών των δικαστών με κατηγορίες που σχετίζονται με τη μετανάστευση ή η άμεση σύλληψη συμμάχων της κοινότητας των μεταναστών∙ ο στόχος είναι η δημιουργία μιας προπαγανδιστικής αφήγησης για τη διαφθορά των δικαστών.
Παρά τις (πιθανώς παράνομες) αναρτήσεις του διευθυντή του FBI Κας Πάτελ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που πανηγύριζε για την απαγωγή της δικαστή Ντούγκαν με χειροπέδες, οι κατηγορίες εναντίον της δεν έχουν καμία πιθανότητα να σταθούν στο δικαστήριο. Αντιθέτως, χρησιμεύουν ως εναλλακτικά γεγονότα για το περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης MAGA, επιβεβαιώνοντας για τους οπαδούς του Τραμπ ότι όχι μόνο υπάρχουν κακοί, υπέρ των μεταναστών δικαστές που παραβιάζουν τους νόμους των ΗΠΑ, αλλά ότι το νομικό σύστημα είναι ανίσχυρο να σταθεί εμπόδιο στην παγιωμένη θέση τους. Ο στόχος δεν είναι η απομάκρυνση της δικαστή Ντούγκαν σήμερα, αλλά μάλλον η προετοιμασία του κόσμου για μια ευρύτερη επίθεση κατά του δικαστικού σώματος στη συνέχεια, έχοντας «διαπιστώσει» τη διεφθαρμένη φύση του.
Ένα τουρκικό εγχειρίδιο
Παρά την υποτιθέμενη περιφρόνησή της για κάθε τι ξένο, αυτή η παρωδία κατά της δικαιοσύνης έχει ένα σαφές, επιτυχημένο προηγούμενο στις επιθέσεις που πραγματοποίησε ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη χώρα του. Στην τουρκική περίπτωση, ο Ερντογάν ουσιαστικά παρέσυρε τα δικαστήρια να εκδώσουν μια συνταγματικά ορθή, αλλά εξαιρετικά αντιδημοφιλή απόφαση, απορρίπτοντας μια πρόταση της κυβέρνησης Ερντογάν που θα επέτρεπε στις γυναίκες να φορούν χιτζάμπ στα τουρκικά πανεπιστήμια. Το τουρκικό σύνταγμα, που υιοθετήθηκε υπό την αιγίδα του φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, θεωρεί την κοσμικότητα ως κεντρικό δόγμα. Αλλά ο τουρκικός πληθυσμός στο σύνολό του δεν είναι και τόσο ενθουσιώδης για την υποστήριξη της συνέχισης της απαγόρευσης του χιτζάμπ στη δημόσια ζωή[3].
Ο Ερντογάν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί αυτό το χάσμα μεταξύ της κοινής γνώμης και του Συντάγματος για να κάνει εκστρατεία για ένα συνταγματικό δημοψήφισμα[4], το οποίο τελικά κέρδισε, και το οποίο χρησίμευσε κυρίως για τη συγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια του προέδρου. Κατά την άποψη του Ερντογάν, «η δημοκρατία είναι σαν το τραμ, το οδηγείς μέχρι τον σταθμό σου και μετά κατεβαίνεις». Παρασύροντας τα δικαστήρια ώστε να επικυρώσουν την αντιδημοφιλή απαγόρευση του χιτζάμπ, χτύπησε το δημοκρατικό του εισιτήριο σχεδόν μέχρι την επόμενη στάση.
Ωστόσο, υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ της αντιπαράθεσης που στήνει ο Τραμπ και αυτής του Ερντογάν. Ενώ ο Ερντογάν κατάφερε τελικά να βρει ένα επιτυχημένο, ευρύτατα δημοφιλές θέμα με το οποίο να παρασύρει τα δικαστήρια, οι επιθέσεις του Τραμπ κατά των δικαστηρίων και των μεταναστών απευθύνονται μόνο στους πιστούς του MAGA. Ενώ εκεί περίπου το 90% των Τούρκων υποστήριζε την ευρεία ελευθερία της θρησκείας και της έκφρασης (που, σε συνάρτηση με τα συμφραζόμενα, θα μπορούσε να σημαίνει υποστήριξη για την έγκριση του χιτζάμπ), η υποστήριξη για τη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ είναι κάτω από 50%, και η υποστήριξη για τις πιο βάρβαρες και παράνομες μεθόδους του είναι πιθανώς ακόμη χαμηλότερη.
Είτε η ομάδα του Τραμπ ελπίζει ότι θα μπορέσει να διαμορφώσει την κοινή γνώμη ακολουθώντας αυτή την τακτική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, είτε απλώς είναι μεθυσμένη από τα δικά της ιδεολογικά αποθέματα, δεν φαίνεται να είναι κοντά σε μια χαριστική βολή κατά της δικαιοσύνης σε αυτό το ζήτημα.
Τι είναι ένας δικαστής για έναν εργαζόμενο;
Συμμετέχοντας επί χρόνια στους εργατικούς αγώνες και στα κινήματα για την απελευθέρωση των μεταναστών, των Μαύρων, των Κουήρ και των Ιθαγενών, γνωρίζουμε ότι οι δικαστές και τα δικαστήρια δεν είναι φίλοι μας. Ούτε είναι ουδέτεροι, ούτε καν ιδιαίτερα απασχολημένοι με την τήρηση του νόμου χάριν του ίδιου του νόμου, με τον τρόπο που μπορεί να διδάσκει το βιβλίο Αγωγής του Πολίτη στο γυμνάσιο. Τα δικαστήρια, όπως και όλα τα άλλα στοιχεία της κυβέρνησης, είναι ένας θεσμός ταξικής κυριαρχίας. Αποτελούν ένα άδικο πεδίο ανταγωνισμού που ευνοεί τους πλούσιους και όσους έχουν διασυνδέσεις και μπορούν να πληρώσουν τις νομικές ομάδες για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους στο δικαστήριο. Είναι ο τόπος της ρατσιστικής διαστρέβλωσης σε καθημερινή βάση, με τους αστυνομικούς και τους εισαγγελείς να στηρίζονται στα στερεότυπα για να φυλακίσουν ή και να εκτελέσουν κατηγορούμενους.
Αλλά τα δικαστήρια δεν είναι τυφλά και δεν είναι υπεράνω της κοινωνίας, ακόμη και αν προσποιούνται ότι είναι. Σε στιγμές μαζικής κοινωνικής αναταραχής, λαμβάνουν αποφάσεις για να προσπαθήσουν να κατευνάσουν τις μάζες και να διατηρήσουν τη σταθερότητα του υπάρχοντος καθεστώτος. Κάτω από την πίεση των μαζικών κινημάτων, εγκρίνουν μεταρρυθμίσεις που χρησιμεύουν ως έρμα για το παραπαίον πλοίο της αστικής δημοκρατίας, όπως έκαναν με την υπόθεση Ρόου εναντίον Ουέιντ και άλλες αποφάσεις στη δεκαετία του 1970, ακόμη και υπό προέδρους όπως ο Νίξον που ξεκίνησαν να κυβερνούν με μια συντηρητική πλατφόρμα. Και είναι για τον ίδιο λόγο που, ελλείψει μαζικού κινήματος, οπισθοχωρούν και αυστηροποιούν το καθεστώς όταν μπορούν, όπως με την ανατροπή της απόφασης Ρόου εναντίον Ουέιντ. Ο στόχος των δικαστηρίων είναι να διατηρήσουν τη συνηθισμένη κατάσταση με κάθε διαθέσιμο μέσο, και αν αυτό παίρνει τη μορφή της έγκρισης μεταρρυθμίσεων ή της έγκρισης της καταστολής είναι θέμα του συσχετισμού των δυνάμεων στην κοινωνία ευρύτερα.
Μπορούμε να δούμε αυτή τη δυναμική να υπάρχει ακόμη και στην παρούσα κατάσταση αδράνειας: από την αρχή της επίθεσης του Τραμπ με τα εκτελεστικά διατάγματα, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει την εικόνα της σταθερότητας. Έχουν υποβάλει εξαιρετικά ανεπαρκείς ελέγχους στις ακρότητες του Τραμπ, οι οποίοι είναι αρκετά ήπιοι ώστε ο Τραμπ να μην τους αγνοήσει συλλήβδην και επισημοποιήσει τη συνταγματική κρίση που σιγοβράζει εδώ και μήνες, και αρκετά ισχυροί ώστε να καθησυχάσουν τον κόσμο που διαφορετικά θα μπορούσε να θεωρήσει ότι τα δικαστήρια έχουν ήδη αποτύχει. Αν και, φυσικά, η επιτυχία τους σε αυτόν τον δεύτερο στόχο είναι μόνο μερική, με πολλούς ανθρώπους να καταλαβαίνουν ορθώς τις απάτες τους.
Δεν πρόκειται να περιμένουμε με σταυρωμένα τα χέρια να μας σώσουν τα δικαστήρια. Θα διασφαλίσουμε τις ελευθερίες μας με την οικοδόμηση ενός μαζικού, εργατικού κινήματος που θα υπερασπιστεί τα δικαιώματά του. Αλλά ακόμη και αν αναγνωρίζουμε ότι τα δικαστήρια είναι εγγενώς άδικα και τελικά εχθροί μας στον αγώνα για την κατάκτηση του σοσιαλισμού και της πραγματικής ελευθερίας, είναι ένα αίτημα ύψιστης σημασίας να λογοδοτεί η κυβέρνηση στους δικούς της νόμους, καθώς αυτό είναι το θεμέλιο κάθε μερικής ελευθερίας που ελπίζουμε να ασκούμε σήμερα.
Καταγγέλλουμε τις επιθέσεις του Τραμπ κατά της δικαιοσύνης όχι επειδή η δικαιοσύνη είναι έντιμη ή αξίζει να προστατεύεται, αλλά μάλλον επειδή δημιουργούν τις προϋποθέσεις για πλήρη ατιμωρησία όσον αφορά την κρατική καταστολή και τη διαφθορά. Αυτή τη στιγμή, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτές οι επιθέσεις αποτελούν προπαγανδιστικό τέχνασμα τόσο για τη δαιμονοποίηση των μεταναστών όσο και για την επέκταση της κρατικής καταστολής, και με αυτούς τους όρους πρέπει να τις αντιπαλέψουμε.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Carlos Sapir, “What’s behind Trump’s arrest of judges?”, Workers’ Voice/La Voz de los Trabajadores, 7 Μαςιου 2025, https://workersvoiceus.org/2025/05/07/whats-behind-trumps-arrest-of-judges/.
Carlos Sapir, «Qué hay detrás de la detención de jueces por parte de Trump?», Workers’ Voice/La Voz de los Trabajadores, 7 Μαςιου 2025, https://workersvoiceus.org/es/2025/05/07/whats-behind-trumps-arrest-of-judges/.
Σημειώσεις
[1] Luisa Barrios, “Former New Mexico judge, wife arrested after investigation into alleged gang member”, The Hill, 25 Απριλίου 2025, https://thehill.com/homenews/5267567-former-new-mexico-judge-arrested/.
[2] Ann Jacobs, Emilio De Torre, Amy Goodman, “‘Abuse of Power’: Trump Admin’s ‘Bizarre’ Arrest of Milwaukee Judge Shocks Legal Community”, Democracy Now!, 28 Απριλίου 2025, https://www.democracynow.org/2025/4/28/judge_hannah_dugan_arrest_ice.
[3] Magali Rheault, “Headscarves and Secularism: Voices From Turkish Women”, Gallup, 8 Φεβρουαρίου 2008, https://news.gallup.com/poll/104257/headscarves-secularism-voices-from-turkish-women.aspx.
[4] Angela Dewan, “Turkey referendum: What happened and what comes next”, CNN, 18 Απριλίου 2017, https://edition.cnn.com/2017/04/17/europe/turkey-referendum-explainer.
