Κυριακή, 20 Ιουλίου 2025 22:50

Ο παλιάτσος, η αυτοκρατορία και η κρίση. Σκέψεις σχετικά με τον Τραμπισμό, έξι μήνες μετά - Thomas Hummel

Ο παλιάτσος, η αυτοκρατορία και η κρίση

Σκέψεις σχετικά με τον Τραμπισμό, έξι μήνες μετά

Thomas Hummel

ΠΗΓΗ: https://tempestmag.org/

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: elaliberta.gr

Ο Τόμας Χάμελ του Tempest περιγράφει την επιδρομή του Τραμπ στους πρώτους έξι μήνες. Υποστηρίζει ότι θα πρέπει να τοποθετήσουμε τον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό του Τραμπ στο πλαίσιο της ανεπίλυτης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, στην οποία ο ρόλος του κράτους είναι να διαχειρίζεται τη λιτότητα και όχι να καλύπτει τις ανθρώπινες ανάγκες. Εν τω μεταξύ, η τραγελαφική μεγαλομανία του Τραμπ εκφράζει τα συμφέροντα της μικροαστικής τάξης.

Έξι μήνες έχουν περάσει από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία στην Ουάσινγκτον. Ενώ υπήρξαν πολλά ελπιδοφόρα σημάδια αντίστασης, δεν θα ήταν λάθος να περιγράψουμε τους τελευταίους έξι μήνες ως μία επιδρομή.

Αξίζει να αφιερώσουμε λίγο χρόνο για να αναλογιστούμε τη φύση του Τραμπισμού 2.0 τώρα που έχουμε έξι μήνες πρακτικής εμπειρίας με αυτόν.

Παίρνω ως αφετηρία την άποψη ότι ο Τραμπισμός είναι η αμερικανική παραλλαγή του νέου αυταρχισμού που έχει έρθει να παίξει καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια πολιτική [1] . Θέλω να προσπαθήσω να κατανοήσω τον Τραμπισμό τόσο από την άποψη της διεθνούς συγκυρίας για το κεφάλαιο, όσο και από την άποψη του συγκεκριμένου αμερικανικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται ο Τραμπισμός. Θέλω να κατανοήσω τον Τραμπισμό στις συνέχειες και τις ρωγμές του με την προηγούμενη περίοδο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και να διερευνήσω τη σχέση μεταξύ του τι είναι ουσιαστικό και αναγκαίο για την κυβέρνηση με υλικούς όρους, αφενός, και αφετέρου του πού οι πολιτικές του προκύπτουν από μια «ρομαντική» ιδεολογική προσήλωση στη βάση του.

Η μακρά κρίση, ο νεοφιλελευθερισμός και ο Τραμπ

Απαραίτητη για την κατανόηση του Τραμπισμού είναι μια ματιά στη μακρά κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου που ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 [2].

Ο Μαρξ υποστήριξε ότι το ποσοστό κέρδους τείνει να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, επειδή ο ανταγωνισμός ωθεί τους καπιταλιστές να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες που μειώνουν την ανάγκη για ανθρώπινη εργασία. Αυτό αρχικά εξασφαλίζει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και μια προσωρινή αύξηση της υπεραξίας για τους πρώτους που το υιοθετούν. Καθώς όμως οι καινοτομίες αυτές εξαπλώνονται στον κλάδο, το πλεονέκτημα εξαφανίζεται και ο συνολικός λόγος της εργασίας (η μόνη πηγή νέας αξίας) προς το κεφάλαιο μειώνεται. Ως αποτέλεσμα, το μέγεθος του εξαγόμενου κέρδους σε σχέση με τις συνολικές επενδύσεις αρχίζει να συρρικνώνεται, οδηγώντας μακροπρόθεσμα στην τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους

Πρέπει να έχουμε κατά νου αυτόν τον νόμο της καπιταλιστικής οικονομίας για να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνουν οι κρίσεις. Καθώς το ποσοστό κέρδους μειώνεται, οι καπιταλιστές ωθούνται να παράγουν περισσότερο προκειμένου να αντισταθμίσουν την πτώση των κερδών, προκαλώντας κρίσεις υπερπαραγωγής. Ταυτόχρονα, το χαμηλό ποσοστό κέρδους κάνει τους καπιταλιστές να αναζητούν άλλους δρόμους για τις επενδύσεις τους, προτιμώντας συχνά την επικίνδυνη κερδοσκοπία, δημιουργώντας φούσκες που τελικά σκάνε, όπως έγινε το 2007 και το 2008.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σημειώθηκε μια άνευ προηγουμένου οικονομική άνθιση. Δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι και η Μεγάλη Ύφεση είχαν προκαλέσει τεράστιες καταστροφές, ανοίγοντας νέες δυνατότητες για το κεφάλαιο, ενώ μεγάλες ποσότητες επενδύσεων σπαταλήθηκαν σε εξοπλιστικές δαπάνες, διατηρώντας το ποσοστό κέρδους σε υψηλά επίπεδα [3]. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια άνθηση που διήρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν ο ανταγωνισμός από την Ιαπωνία και την Δυτική Ευρώπη ανάγκασε να γίνουν νέες επενδύσεις σε τεχνολογίες εξοικονόμησης εργασίας και το ποσοστό κέρδους άρχισε και πάλι να πέφτει.

Η περίοδος αυτής της άνθησης ήταν η μόνη περίοδος στην αμερικανική ιστορία κατά την οποία το «αμερικανικό όνειρο» ήταν εφικτό για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Ο συνδυασμός της ταξικής πάλης στη δεκαετία του 1930 και των αναγκών του κεφαλαίου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, επέτρεψε τη διατήρηση σχετικά υψηλών εισοδημάτων και σταθερότητας στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα, αν και όχι αποκλειστικά, για τη λευκή εργατική τάξη.

Αλλά καθώς η άνθηση έφτασε στο τέλος της στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το κεφάλαιο χρειαζόταν έναν τρόπο για να αποκαταστήσει την κερδοφορία. Μπορούσε να το κάνει αυτό χρησιμοποιώντας το κράτος ως όργανο ταξικού πολέμου, για να αναδιατάξει τις συνθήκες εργασίας έτσι ώστε οι συνθήκες εργασίας και οι μισθοί να γίνουν χειρότεροι, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να απομακρυνθούν από τη σταθερή απασχόληση, τα κυβερνητικά προγράμματα να περικοπούν και το κεφάλαιο να αναπληρώσει τη διαφορά. Αυτή ήταν η νεοφιλελεύθερη επανάσταση.

Εν ολίγοις, ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια βίαιη συρρίκνωση του κύκλου όσων είχαν πρόσβαση σε μια αξιοπρεπή ζωή. Η μεταπολεμική τάξη επιβίωσε από την κρίση της δεκαετίας του 1970 μέσω αυτού του περιορισμού. Στη συνέχεια, στρατιωτικοποίησε τα όρια γύρω από αυτόν τον συρρικνούμενο κύκλο, μέσω του στιγματισμού όσων βρίσκονταν εκτός ως τεμπέληδες, ανάξιους ή επικίνδυνους, ενώ κατέστειλε βίαια τις προσδοκίες τους για μια καλύτερη ζωή. Το είδαμε αυτό στη Χιλή το 1973, στην απεργία των ανθρακωρύχων στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη στρατιωτικοποίηση των νότιων συνόρων στις ΗΠΑ, και στο νομοσχέδιο Κλίντον για την εγκληματικότητα, το οποίο έσπρωξε τεράστια τμήματα της νεοσύστατης πλεονάζουσας μαύρης νεολαίας της εργατικής τάξης στις φυλακές.

Σε αυτό το άρθρο, θα αναφέρομαι σε αυτόν τον στενότερο στρατιωτικοποιημένο κύκλο ως «κύκλο της κοινωνικής πρόνοιας». Δεν πρόκειται για πρόνοια με την έννοια του κράτους πρόνοιας και των πολιτικών του όπως το Medicaid, το Medicare, η κοινωνική ασφάλιση και τα επιδόματα ανεργίας (αν και μερικές φορές παίρνει αυτή τη μορφή), αλλά για πρόνοια με τη γενικότερη έννοια της πρόσβασης σε μια αξιοπρεπή, σταθερή και άνετη ζωή.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο ρόλος του κράτους δεν ελαχιστοποιήθηκε. Αντίθετα, ο ρόλος του κράτους άλλαξε. Από τη δημόσια ιδιοκτησία και τις άμεσες επενδύσεις, το κράτος ανέλαβε το ρόλο της βίαιης διαχείρισης της εφαρμογής της λιτότητας.

Αυτή η στρατιωτικοποίηση του κράτους βάθυνε με τον Patriot Act και τη δημιουργία του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, τη δημιουργία του ICE (Immigration and Customs Enforcement) το 2003 [4], τη μαζική επέκταση του μηχανισμού απελάσεων στην εποχή Ομπάμα, και παρά την πτώση των ποσοστών εγκληματικότητας, την έκρηξη των αστυνομικών προϋπολογισμών, από 10,5 δισεκατομμύρια δολάρια σε εθνικό επίπεδο το 1975, σε 233 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023 [5]. Με προσαρμογή στον πληθωρισμό, η αύξηση αυτή υπερβαίνει το 400% κατά την ίδια περίοδο.

Ο νεοφιλελευθερισμός οριστικοποίησε την ηγεμονία του κερδίζοντας τα αριστερά καπιταλιστικά κόμματα στο πλευρό του. Εισάγεται ο «προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός» του Τόνι Μπλερ, των Κλίντον και Ομπάμα, οι οποίοι αποδέχθηκαν τις οικονομικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού, αλλά προσπάθησαν να τον συμβιβάσουν με προοδευτικά κοινωνικά ζητήματα όπως τα δικαιώματα των LGBTQ+, τα δικαιώματα των γυναικών και τη φυλετική δικαιοσύνη. Είναι σημαντικό ότι το ερώτημα δεν ήταν αν θα έπρεπε ή όχι να αντιστραφεί η συρρίκνωση του κύκλου της κοινωνικής πρόνοιας Αντίθετα, οι κυβερνήσεις αυτές θεώρησαν τη συρρίκνωση ως δεδομένη, ενώ παράλληλα απέκτησαν προοδευτική αξιοπιστία υποστηρίζοντας μια πιο δίκαιη φυλετική και έμφυλη κατανομή εντός αυτού του κύκλου. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις αυτές θεώρησαν τη συρρίκνωση ως δεδομένη, ενώ παράλληλα απέκτησαν προοδευτική αξιοπιστία υποστηρίζοντας μια πιο δίκαιη φυλετική και έμφυλη κατανομή εντός αυτού του κύκλου.

Αν ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια προσωρινή λύση στην κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970, τότε η οικονομική κατάρρευση του 2007-2008 σηματοδότησε αυτό που ένα βιβλίο από το ισπανικό κράτος αποκάλεσε « η κρίση της επίλυσης της κρίσης».  [6] Αν και η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στην εργατική τάξη είχε προσωρινά αποκαταστήσει την κερδοφορία του συστήματος, η οικονομία μειωνόταν σταθερά μέχρι που το κεφάλαιο αναζήτησε την κερδοφορία στο πιο επικίνδυνο είδος κερδοσκοπίας, δημιουργώντας τη φούσκα που τελικά έσκασε.

Από το 2008 και μετά, ο ρόλος του κράτους έχει μετασχηματιστεί για άλλη μια φορά. Η κρατική παρέμβαση μετά την κρίση έσωσε την οικονομία. Αυτό που είχε προηγουμένως αποκαταστήσει την κερδοφορία πριν από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ήταν η μαζική καταστροφή του μη κερδοφόρου κεφαλαίου. Ωστόσο, το κεφάλαιο είχε συσσωρευτεί σε τέτοιο βαθμό που το κράτος δεν είχε άλλη επιλογή από το να παρέμβει, αν δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ολική κατάρρευση του συστήματος. Αυτό ήταν το φαινόμενο του «Too Big to Fail». Εφόσον δεν υπήρχε διέξοδος από την κρίση, το κράτος έπρεπε να αναλάβει έναν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο προκειμένου να τη διαχειριστεί.

Το αποτέλεσμα ήταν η πολύ αδύναμη ανάκαμψη από το 2008 και μετά, καθώς το κράτος αναγκάστηκε να παρεμβαίνει με αυξανόμενη συχνότητα και ένταση προκειμένου να στηρίξει το μη κερδοφόρο κεφάλαιο για να αποτρέψει την κατάρρευση. Ως αποτέλεσμα, το χρέος των ΗΠΑ έχει διογκωθεί, υπερδιπλασιάζοντας το ποσό από 13,64 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2007 σε 35,64 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2024 [7]. Στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, το κρατικό χρέος είναι υψηλότερο από ποτέ άλλοτε μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους [8]. Η μάχη για τα κομμάτια της κερδοφορίας που έχουν απομείνει από το 2008 έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη ενδοϊμπεριαλιστική ένταση που συχνά ξεσπά σε πολέμους δι' αντιπροσώπων, με τη συνεχή απειλή της άμεσης εμπλοκής να ελλοχεύει πάντα [9].

Αυτή η περίοδος ήταν μια περίοδος τεράστιας κοινωνικής αστάθειας, καθώς η αδύναμη ανάκαμψη και η κρίσιμη ζημιά που προκλήθηκε στην ηγεμονία της άρχουσας τάξης άνοιξαν την πόρτα για εναλλακτικές λύσεις, τόσο αριστερές όσο και δεξιές. Το Occupy, το Tea Party, το Black Lives Matter και πολλά άλλα, ήταν όλα εκφράσεις της φθίνουσας ηγεμονίας της άρχουσας τάξης στις ΗΠΑ.

Ο Τραμπ έρχεται, οκτώ χρόνια με μια κρίση χωρίς λύση, οκτώ χρόνια με μια κρίση που πιθανότατα δεν έχει λύση. Ο Τραμπ έρχεται σε μια κατάσταση στην οποία το μόνο ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστεί ένα σύστημα που είναι όλο και περισσότερο εκτός ελέγχου, στο οποίο η πίστη στο σύστημα έχει καταρρεύσει και η οικονομία μπορεί να στηριχθεί προσωρινά μόνο μέσω της περαιτέρω καταλήστευσης μιας ήδη εξαντλημένης εργατικής τάξης και της ποιοτικής εμβάθυνσης της κρατικής βίας. Ενώ η πρώτη θητεία του Τραμπ είχε περιοριστεί λόγω του ελλιπούς ελέγχου του κόμματός του, η κατάρρευση της εσωτερικής αντίστασης και ο ριζοσπαστικοποιητικός αντίκτυπος γεγονότων όπως το «Beer Gut Putsch» της 6ης Ιανουαρίου 2021 [10], σήμαινε ότι στη δεύτερη θητεία του, ο τραμπισμός έχει αφεθεί ελεύθερος.

Το One Big Beautiful Bill [11] είναι ένα τέλειο παράδειγμα του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού της πολιτικής του Τραμπ. Αντιπροσωπεύει και τις δύο πλευρές της νεοφιλελεύθερης εξίσωσης: τη λιτότητα και την κρατική βία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου από τους πολύ φτωχότερους στους πολύ πλουσιότερους στην ιστορία της χώρας, ενώ την ίδια στιγμή διαθέτει 75 δισεκατομμύρια δολάρια για το ICE, επεκτείνοντας στην πραγματικότητα μαζικά αυτό που ουσιαστικά έχει μετατραπεί σε κρατική γκεστάπο [12].

Η δεύτερη θητεία του Τραμπ σηματοδότησε ένα ξεχωριστό πριν και μετά στη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, όπου οι σταδιακές διεργασίες γέννησαν τελικά κάτι εντελώς νέο και η φύση της κρατικής διαχείρισης πήρε νέα μορφή σε μια οικονομία σε παρακμή και μια κοινωνία εκτός ελέγχου. Τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης και της έλλειψης εμπιστοσύνης στο σύστημα λύνονται με την κρατική βία. Ο Τραμπ αντιπροσώπευε ένα νέο είδος πολιτικής για ένα σύστημα που απαιτούσε ένα ποιοτικά υψηλότερο επίπεδο στρατιωτικοποίησης των συνόρων γύρω από τον κύκλο της κοινωνικής ευημερίας, που δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται στον ιδεολογικό εξαναγκασμό για τη διατήρηση της σταθερότητας και στρατιωτικοποιούσε το ένα τμήμα του πληθυσμού εναντίον του άλλου προκειμένου να παλέψει για τη θέση του μέσα σε αυτόν τον συρρικνούμενο κύκλο. Το «Χτίστε το τείχος» ήταν μόνο η πιο φανερή έκφραση αυτής της νέας πολιτικής.

Ο Τραμπ μπόρεσε να παρουσιαστεί ως εναλλακτική λύση επιτιθέμενος στον προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό που είχε συνδυάσει προοδευτικά κοινωνικά ζητήματα με πολιτικές λιτότητας. Αυτή είναι η πηγή της δύναμης της σταυροφορίας του κατά του «wokism », η οποία στρέφει τμήματα του πληθυσμού που βρίσκονται είτε εκτός είτε στην περιφέρεια του κύκλου εναντίον πληθυσμών που υποτίθεται ότι έχουν ένα πλεονέκτημα που δεν το αξίζουν λόγω του πληθυσμιακού τους υπόβαθρου.

Ο γκροτέσκος ρομαντισμός του Τραμπ

Οι θέσεις αυτές καταδεικνύουν τι κάνει ο Τραμπισμός για το κεφάλαιο αυτή τη στιγμή. Ωστόσο, δεν εξηγούν τις γκροτέσκες και παραληρηματικές πτυχές της ιδεολογίας και της πρακτικής του Τραμπ. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τις πτυχές του Τραμπισμού που μοιάζουν ξεκομμένες από την πραγματικότητα -τους δασμούς, τον ανταγωνισμό με τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ, την απειλή για εισβολή στη Γροιλανδία, την έκρηξη του κρατικού χρέους μέσω του OBBB (One Big Beautiful Bill Act)  και την απαγωγή απαραίτητων μεταναστών εργατών γης;

Οι μαζικές πολιτικές που έχουν τη μικροαστική τάξη στη βάση τους, όπως ο Τραμπ και ο φασισμός, είναι πάντα στην πράξη το αποτέλεσμα μιας δύσκολης σύνθεσης μεταξύ των αναγκών ενός τουλάχιστον τμήματος της καπιταλιστικής τάξης και της μικροαστικής ιδεολογίας της βάσης τους. Αυτή η ιδεολογία, που προσπαθεί να λύσει την κρίση χωρίς να αμφισβητήσει τον καπιταλισμό, είναι στον ένα ή στον άλλο βαθμό αναγκαστικά αποκομμένη από την πραγματικότητα. Με λίγα λόγια, βρίσκεται πάντα με το ένα πόδι μέσα στην πραγματικότητα και με το άλλο έξω.

Το ένα πόδι που βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα έχει μια ρομαντική υπόσταση. Από την καλλιτεχνική του γέννηση στα τέλη του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός ήταν πάντα το καλλιτεχνικό κίνημα της αλλοτριωμένης μικροαστικής τάξης, που αναζητούσε μια λύση στη ζοφερή πραγματικότητα του καπιταλιστικού παρόντος σε μια εξιδανικευμένη ιδέα ενός εθνικού παρελθόντος. Κατά μία έννοια, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι ήταν το ρομαντικό ιδεώδες της μικροαστικής τάξης στις αντίστοιχες χώρες τους, και κατά παρόμοιο τρόπο, υπάρχει σχεδόν μια γκροτέσκα ρομαντική διάσταση στη φιγούρα του Τραμπ, εκφρασμένη, φυσικά, με τον πιο αμερικανικό τρόπο. Είναι από πολλές απόψεις το ρομαντικό ιδεώδες της αμερικανικής μικροαστικής τάξης. Χοντροκομμένος, πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να προχωρήσει, δεν φοβάται να «πει τα πράγματα με το όνομά τους», φαινομενικά επιτυχημένος στις επιχειρήσεις και αδίστακτα εγωιστής με τον πιο χοντροκομμένο τρόπο, όλα αυτά καλύπτουν μια καταπιεσμένη επίγνωση της μετριότητάς του. Προσδιορίζεται πλήρως από αυτόν τον αυτοαναφορικό ρομαντισμό που είναι η μεγαλομανία. Πρόκειται για ένα είδος μεγαλομανίας που βλέπει στην παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ την προσωπική του αξία και ένα αναφαίρετο κληρονομικό δικαίωμα.

Είναι ακριβώς αυτές οι ιδιότητες που έδωσαν στον Τραμπ τη μαζική βάση που τον εκτόξευσε στην εξουσία, αφού οι Αμερικανοί μικροαστοί αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε αυτόν και τον βλέπουν ως τον πρωταθλητή τους. Αυτές οι ιδιότητες παρέχουν επίσης μια εξήγηση για το πώς οι πολιτικές του ξεφεύγουν εντελώς από την πραγματικότητα, πηγάζοντας από μια ρομαντική πίστη στο απεριόριστο τόσο των δικών του ικανοτήτων όσο και της ισχύος των ΗΠΑ, ενώ δεν εξυπηρετούν κανένα οικονομικό προσωπικό συμφέρον.

Ωστόσο, εδώ υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ του παραδοσιακού φασισμού και του Τραμπισμού. Με τη συγχώνευση της κρατικής και επιχειρηματικής εξουσίας στο πλαίσιο του φασισμού ήταν δυνατή για ένα διάστημα μια νέα άνθηση και σταθερότητα. Η διαφορά σήμερα είναι ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανή λύση για το κεφάλαιο, επιτρέποντας έτσι στα ρομαντικά στοιχεία του Τραμπισμού να ξεφύγουν από την πειθαρχία της αναγκαιότητας και να απολαύσουν μεγαλύτερο βαθμό ανεξάρτητης ύπαρξης. Αυτό που απομένει είναι ένας συνδυασμός ωμής εξουσίας και ένα όργιο κλοπής και βίας, καθώς η λούμπεν καπιταλιστική, ημι-εγκληματική αφετηρία του Τραμπ βρίσκει έκφραση στην κεφαλή του κράτους [13].

Πιθανά μέλλοντα

Η άλυτη οικονομική κρίση συν την αλήτικη πολιτική του Τραμπ καθιστούν τον Τραμπισμό ένα εξαιρετικά ασταθές σύστημα. Εκτός από τη διαχείριση της δυσαρέσκειας του γενικού πληθυσμού, ο Τραμπ πρέπει επίσης να διαχειριστεί τον ασταθή συνασπισμό του οποίου είναι επικεφαλής [14], αποτελούμενο από τμήματα του κεφαλαίου, όπως είναι η υψηλή τεχνολογία και η ομάδα Project 2025, καθώς και από το κίνημα MAGA, το οποίο κρατιέται σε απόσταση αναπνοής από την εξουσία, αλλά ωστόσο είναι ζωτικής σημασίας για τον συνασπισμό του. Το διαζύγιο με τον Μασκ [15] και η διάσπαση εντός του MAGA σχετικά με τους φακέλους Έπσταϊν [16], αποτελούν απόδειξη αυτής της αστάθειας.

 Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για αυτές τις πολιτικές είναι ότι τα χαρακτηριστικά τους που είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα τείνουν να τις οδηγούν προς την αυτοκαταστροφή. Το ερώτημα είναι ποια μορφή θα πάρει αυτή η αυτοκαταστροφή και τι είδους θύματα θα υπάρξουν από τις επιπτώσεις

Μια πρώτη πιθανή μορφή αυτοκαταστροφής θα ήταν, ως αποτέλεσμα των οδυνηρών επιπτώσεων των πολιτικών του Τραμπ, ο κεντρισμός του Δημοκρατικού Κόμματος να γνωρίσει αποκατάσταση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 και τις γενικές εκλογές του 2028. Αυτό προϋποθέτει βέβαια ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, κάτι που δυστυχώς δεν είναι δεδομένο. Δεδομένης της ηλικίας του, ίσως αυτό να είναι το τέλος του Τραμπ προσωπικά, αλλά δεδομένου ότι η κρίση θα συνεχιστεί και οι Δημοκρατικοί θα είναι ανίκανοι όπως πάντα να προσφέρουν μια πραγματική λύση, η απειλή της ακροδεξιάς, που θα εκδηλωθεί με μια νέα, ίσως πιο ριζοσπαστική και συνεκτική μορφή, θα παραμείνει.

Μια τρομακτική πιθανότητα με δεδομένο αυτό το σενάριο είναι ότι, με παρόμοιο τρόπο που το Εργατικό Κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Δημοκρατικό Κόμμα στις ΗΠΑ προσαρμόστηκαν στη νεοφιλελεύθερη πολιτική μετά τον αρχικό πρωτοποριακό νεοφιλελευθερισμό της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, τα κόμματα αυτά μπορεί να υιοθετήσουν στο μέλλον μεγάλα τμήματα του αυταρχισμού και της λιτότητας του Τραμπ. Βλέπουμε ήδη κάποιες ενδείξεις αυτού του γεγονότος με το Εργατικό Κόμμα του Κίρ Στάρμερ να εφαρμόζει βάναυση λιτότητα [17], ενώ τα μέλη μιας οργάνωσης αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη, της Palestine Action, χαρακτηρίζονται νομικά ως τρομοκράτες [18].

Μια άλλη δυνατότητα είναι η αυτοκαταστροφή μέσω του πολέμου. Ο Τραμπ δεν έχει δείξει ότι αποφεύγει τη στρατιωτική δράση, και καθώς οι αυτοκρατορικές εντάσεις αυξάνονται με την Κίνα και τη Ρωσία, η μεγαλομανία του Τραμπ μπορεί να τον κάνει να εμπλακεί σε μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με τεράστιες ανθρωπιστικές συνέπειες.

Η περιορισμένη πιθανότητα να σταθεροποιηθεί ο Τραμπισμός ως σύστημα εξαρτάται από τη διάβρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων σε σημείο που να που να μπορεί να διατηρηθεί στην εξουσία μέσω της βίας και της ισχύος. Αυτή είναι μια πραγματική πιθανότητα. Φυσικά, η πλήρης αποκάλυψη της φύσης της κρατικής εξουσίας σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα οδηγούσε πιθανότατα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε κοινωνική αστάθεια, η οποία θα μπορούσε να κατασταλεί μόνο με ακόμη περισσότερη βία.

Αυτό που είναι πιο σημαντικό να θυμόμαστε είναι ότι το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο.  Ο αποφασιστικός παράγοντας της ιστορίας εξακολουθεί να είναι, όπως πάντα, οι πράξεις των απλών ανθρώπων, όσο ζοφερή κι αν φαίνεται η εικόνα. Το δυστύχημα του Τραμπισμού μπορεί να σταματήσει αν, για να δανειστώ από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, η παγκόσμια εργατική τάξη βρει έναν τρόπο να τραβήξει το φρένο έκτακτης ανάγκης.

https://tempestmag.org/2025/07/the-buffoon-the-empire-and-the-crisis/

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

[1]  https://tempestmag.org/2025/03/for-revolutionaries-the-period-must-be-defined-by-the-international-fight-against-the-far-right/

[2]  https://thenextrecession.wordpress.com/2024/01/23/marxs-law-of-profitability-yet-more-evidence/

[3]  https://www.marxists.org/archive/kidron/works/1967/xx/permarms.htm

[4]  https://www.puntorojomag.org/2025/06/10/the-people-vs-ice-an-uprising-against-state-terror/

[5]  https://fred.stlouisfed.org/series/G160091A027NBEA

[6]  https://zonaestrategia.net/cuaderno2-declive-neoliberalismo/

[7]  https://fiscaldata.treasury.gov/americas-finance-guide/national-debt/

[8]  https://www.economist.com/leaders/2023/11/02/the-world-economy-is-defying-gravity-that-cannot-last

[9]  https://tempestmag.org/2024/08/u-s-politics-today/

[10]  Η φράση «Beer Gut Putsch» είναι ένας υποτιμητικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο, χαρακτηρίζοντάς την ως μια αποτυχημένη προσπάθεια μη σοβαρών ατόμων να ανατρέψουν την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Επισημαίνει την αντίθεση μεταξύ του σοβαρού χαρακτήρα του γεγονότος και της σωματικής εμφάνισης ορισμένων από τους συμμετέχοντες. Ο όρος παραλληλίζει τον όρο με το «Beer Hall Putsch» (γνωστό και ως «Putsch του Μονάχου»), μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Αδόλφου Χίτλερ το 1923. Ενώ το «Beer Hall Putsch» ήταν μια σοβαρή απόπειρα πολιτικής κατάληψης, το «Beer Gut Putsch» χρησιμοποιεί το χιούμορ και τη χλεύη για να υποβαθμίσει τη σημασία του γεγονότος.

https://en.wikipedia.org/wiki/Beer_Hall_Putsch

[11]  https://en.wikipedia.org/wiki/One_Big_Beautiful_Bill_Act

[12]  https://www.cbsnews.com/news/ice-funding-big-beautiful-bill-trump-deportations/

[13]  https://jacobin.com/2018/10/donald-trump-lumpen-capitalist-class-elections

[14]  https://threewayfight.org/trumpisms-multiple-factions

[15]  https://www.nytimes.com/2025/06/06/us/politics/trump-musk-split-nasa.html

[16]  https://www.bbc.com/news/articles/cy4y9k7vmwlo

[17] https://isj.org.uk/lurch-to-the-right/

[18] https://www.nytimes.com/2025/07/04/world/europe/palestine-action-loses-appeal-ban-terrorist.html

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 20 Ιουλίου 2025 23:04

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.