Το σύνθημα στα ισπανικά: «VOTA» (ψήφισε), από την προεκλογική εκστρατεία των Δημοκρατικών. Ο Τραμπ επιχειρεί να αφαιρέσει το δικαίωμα ψήφου από ένα τμήμα του πληθυσμού, κυρίως Μαύρους και Λατινοαμερικάνους. Γουεσλάκο του Τέξας, στις 25 Οκτωβρίου 2026. (Φωτογραφία: GABRIEL V. CARDENAS / AFP)
Lance Selfa
Τι να περιμένει κανείς από τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ
Red Flag: Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, γνωστό και ως GOP ή Grand Old Party, ελέγχει και τα δύο σώματα του Κογκρέσου των ΗΠΑ, γεγονός που επιτρέπει στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να προωθεί την ακροδεξιά ατζέντα του χωρίς ιδιαίτερη νομοθετική αντίσταση. Ωστόσο, αυτό ενδέχεται να αλλάξει σύντομα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ομοσπονδιακές εκλογές διεξάγονται κάθε δύο χρόνια. Οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο —που ονομάζονται έτσι επειδή πραγματοποιούνται στη μέση της θητείας του Προέδρου— θα διεξαχθούν την Τρίτη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα υποστούν συντριπτική ήττα. Οι ψηφοφόροι θα εκλέξουν και τα 435 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, τα οποία έχουν σταθερή θητεία δύο ετών, καθώς και περίπου το ένα τρίτο των 100 γερουσιαστών, οι οποίοι έχουν θητεία έξι ετών. Θα διεξαχθούν επίσης διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις σε επίπεδο πολιτείας, μεταξύ των οποίων οι εκλογές για κυβερνήτες στην Καλιφόρνια, το Μίσιγκαν και τη Φλόριντα.
Το Δημοκρατικό Κόμμα αναμένεται να ανακτήσει τον έλεγχο της Βουλής και, ενδεχομένως, ακόμη και της Γερουσίας. Αλλά πόση διαφορά θα κάνει αυτό; Ο Λανς Σέλφα, συγγραφέας του βιβλίου The Democrats: A Critical History και επιμελητής του US Politics in an Age of Uncertainty, αναλύει τις εκλογές και τι μπορεί να ακολουθήσει μετά από αυτές.
Πολλές είναι οι ενδείξεις οι οποίες δείχνουν νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές. Ο Τραμπ είναι ένας ιστορικά μη δημοφιλής πρόεδρος. Οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών λόγω του πολέμου του Τραμπ στο Ιράν. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 73 ετών, ενώ το 74% των Αμερικανών δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι η χώρα κινείται προς λάθος κατεύθυνση.
Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί θεωρούνται φαβορί για την κατάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων. Στην πραγματικότητα, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να το αποτρέψουν. Αναλυτές που βασίζονται σε δεδομένα, όπως ο Τζ. Έλιοτ Μόρις και ο Νέιτ Σίλβερ, εκτιμούν ότι η πιθανότητα οι Δημοκρατικοί να κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων υπερβαίνει το 90%, ενώ η πιθανότητα να κερδίσουν τη Γερουσία ανέρχεται στο 70% ή και περισσότερο.
Η έγκυρη δημοσκόπηση των New York Times, που δημοσιεύθηκε στις 21 Οκτωβρίου, εκτιμούσε ότι, αν οι εκλογές γίνονταν τότε, οι Δημοκρατικοί θα λάμβαναν το 52% των ψήφων, έναντι 41% για τους Ρεπουμπλικάνους. Αν αυτό ισχύσει, θα είναι το μεγαλύτερο ποσοστό που έχουν λάβει οι Δημοκρατικοί σε ενδιάμεσες εκλογές από τότε που το σκάνδαλο του «Watergate» έριξε τους Ρεπουμπλικάνους το 1974.
Αυτό το αποτέλεσμα δεν θα σήμαινε υποστήριξη προς το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο παραμένει εξίσου μη δημοφιλές όσο και οι Ρεπουμπλικανοί. Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ είναι παραδοσιακά εκλογές με σύνθημα «να διώξουμε τους άχρηστους». Και οι Ρεπουμπλικανοί, που ελέγχουν όλους τους τομείς της εθνικής κυβέρνησης, είναι οι «άχρηστοι» αυτής της χρονιάς.
Ο Τραμπ και οι λακέδες του χαρακτηρίζουν τις δημοσκοπήσεις «ψεύτικες» και υπόσχονται νίκη των Ρεπουμπλικάνων. Ωστόσο, η συμπεριφορά τους —ο Τραμπ, ο Αντιπρόεδρος Βανς και άλλα στελέχη της κυβέρνησης κάνουν προεκλογική εκστρατεία σχεδόν αποκλειστικά σε «κόκκινες», συντηρητικές περιοχές [σ.τ.μ. — το κόκκινο είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικάνων]— υποδηλώνει ότι γνωρίζουν ότι βρίσκονται σε μεγάλο πρόβλημα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επί του παρόντος ότι η αναμέτρηση για τη Γερουσία στο Κάνσας, όπου οι Δημοκρατικοί δεν έχουν κερδίσει από το 1932, είναι αμφίρροπη. Και ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο έχει ελαφρώς το προβάδισμα για να κερδίσει μια έδρα στη Γερουσία στο Τέξας, όπου κανένας Δημοκρατικός δεν έχει κερδίσει σε επίπεδο πολιτείας από τη δεκαετία του 1990.
Η εκστρατεία-αστραπή της τελευταίας στιγμής και το πραγματικά εξωφρενικό ποσό χρημάτων που ξοδεύουν οι δισεκατομμυριούχοι για να στηρίξουν τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους ενδέχεται να περιορίσουν τις απώλειες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Φαίνεται όμως σαφές ότι οι Δημοκρατικοί οδεύουν προς τη νίκη την επόμενη εβδομάδα. Το πραγματικό ερώτημα θα είναι πόσο ψηλά θα φτάσει το κύμα των Δημοκρατικών.
Τι θα κάνει ο Τραμπ;
Όλα τα παραπάνω υπό την προϋπόθεση ότι η 3η Νοεμβρίου θα εξελιχθεί σε «κανονικές» ενδιάμεσες εκλογές. Ωστόσο, ο Τραμπ και τα τσιράκια του μιλούν ανοιχτά για αμφισβήτηση ή ανατροπή των αποτελεσμάτων. Δεδομένων των προσπαθειών του Τραμπ να ανατρέψει τις προεδρικές εκλογές του 2020, τίποτα δεν είναι «εκτός συζήτησης».
Ο Τραμπ, το «υπό τον έλεγχό του» Ανώτατο Δικαστήριο και οι Ρεπουμπλικάνοι σε όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης έχουν διεξάγει μια πολυετή εκστρατεία με στόχο να στερήσουν το δικαίωμα ψήφου από τμήματα του πληθυσμού και να υπονομεύσουν τη δημοκρατία. Αυτό περιλαμβάνει την αποδυνάμωση του Νόμου για τα Εκλογικά Δικαιώματα από το Ανώτατο Δικαστήριο, τη χειραγώγηση των εκλογικών περιφερειών για να εξασφαλιστεί η πλειοψηφία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, καθώς και την μέχρι στιγμής αποτυχημένη προσπάθεια του Τραμπ να χρησιμοποιήσει την Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ για να δυσκολέψει την ψηφοφορία μέσω ταχυδρομείου.
Ο Τραμπ και το Υπουργείο Δικαιοσύνης του συνεχίζουν να ενεργούν με βάση το ψέμα ότι μη Αμερικανοί πολίτες ψηφίζουν παράνομα. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει προσπαθήσει να αναγκάσει τις κυβερνήσεις των πολιτειών, οι οποίες είναι συνταγματικά υπεύθυνες για τη διεξαγωγή των αμερικανικών εκλογών, να παραδώσουν τους εκλογικούς τους καταλόγους. Με τα εκλογικά δεδομένα στα χέρια της, η κυβέρνηση Τραμπ ισχυρίζεται ότι μπορεί να διαγράψει τους μη πολίτες από τους καταλόγους. Μέχρι στιγμής, καμία πολιτεία δεν έχει συμμορφωθεί, και τα δικαστήρια έχουν αποφανθεί κατά του Τραμπ και του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Ωστόσο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης (DOJ) επιμένει. Στα τέλη Οκτωβρίου, απήγγειλλε κατηγορίες σε 28 άτομα στην Καλιφόρνια, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, ψήφισαν παράνομα. Επιπλέον, έστειλε λίστες με υποτιθέμενους ψηφοφόρους που δεν είναι πολίτες σε κάθε κομητεία της Καλιφόρνιας, απειλώντας την κάθε μία με νομικές ενέργειες αν δεν αποκλείσουν αυτούς τους ψηφοφόρους από την καταμέτρηση. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Τραμπ έχει μάλιστα καταθέσει προληπτική αγωγή κατά της Αλάσκας —πριν ακόμη καταμετρηθεί ούτε μία ψήφος— επειδή επέτρεψε σε δύο Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους με το ίδιο όνομα να εμφανιστούν στο ψηφοδέλτιο.
Ο Τραμπ έχει επίσης εντείνει την παρενόχληση Δημοκρατικών πολιτικών, όπως η βουλεύτρια της Μινεσότα Ιλχάν Ομάρ και η γερουσιάστρια της Βιρτζίνια Λουίζ Λούκας, κατηγορώντας τους για εγκλήματα.
Αυτές οι τακτικές έχουν ως στόχο να εκφοβίσουν τους αντιπάλους του Τραμπ, απειλώντας παράλληλα με νομικές κυρώσεις χιλιάδες εκλογικούς λειτουργούς και κυβερνητικούς υπαλλήλους που είναι επιφορτισμένοι με τη διασφάλιση ελεύθερων και δίκαιων εκλογών στις ΗΠΑ. Αξίζει επίσης να παρακολουθήσουμε τι είδους τεχνάσματα —από το κλείσιμο εκλογικών τμημάτων έως τη διαγραφή χιλιάδων ψηφοφόρων από τους εκλογικούς καταλόγους— θα χρησιμοποιήσουν οι πολιτείες που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικάνους για να περιορίσουν την ψηφοφορία.
Υπάρχουν και άλλες, πιο απίθανες τακτικές που εξετάζουν ο Τραμπ και τα τσιράκια του. Μπορεί να δηλώσουν ότι ξένες κυβερνήσεις παρεμβαίνουν στις εκλογές — κάτι που θα υποχρέωνε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να κατασχέσει τις μηχανές ψηφοφορίας των πολιτειών. Μπορεί να αποστείλουν τραμπούκους της ICE, αστυνομία ή στρατό στα εκλογικά τμήματα για να παρενοχλήσουν και να εκφοβίσουν ψηφοφόρους από μειονότητες, οι οποίοι ψηφίζουν δυσανάλογα υπέρ των Δημοκρατικών. Οι σκληροπυρηνικοί του κινήματος MAGA καλούν μάλιστα τον Τραμπ να επιβάλει «στρατιωτικό νόμο».
Παρόλο που αυτές οι κινήσεις είναι απίθανες, η εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021 θα πρέπει να μας δείξει ότι δεν είναι απίθανες για έναν απελπισμένο Τραμπ ή τους λακέδες του, όπως ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Ωστόσο, για να πετύχουν, εξαρτώνται από μια πειθαρχημένη και πρόθυμη ιεραρχία, η οποία δεν φαίνεται να υπάρχει προς το παρόν. Να θυμάστε, πρόκειται για την ίδια ομάδα που, λόγω της αποτυχίας της να πραγματοποιήσει τις πιο βασικές πολεμικές προετοιμασίες, επέτρεψε στο Ιράν να εξουδετερώσει τις περισσότερες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή.
Δεν είναι γνωστό αν όλα αυτά θα καταφέρουν να διατηρήσουν την κυριαρχία του Τραμπ και των Ρεπουμπλικάνων στο κράτος, ειδικά αν η νίκη των Δημοκρατικών είναι τόσο συντριπτική όσο πολλοί αναμένουν. Το Δημοκρατικό Κόμμα κινητοποιεί εκατοντάδες δικηγόρους και χιλιάδες παρατηρητές στις κάλπες για να τους αντιμετωπίσει. Ωστόσο, αν κάποια από αυτά τα βρώμικα κόλπα πετύχουν, ενώ ο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλείς, οι σοσιαλιστές θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για κινητοποιήσεις στους δρόμους. Οι Δημοκρατικοί μπορεί να θέλουν να το παλέψουν στα δικαστήρια, αλλά η ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων θα έχει μεγαλύτερη σημασία. Και εδώ είναι που η ιστορική αντιδημοτικότητα του Τραμπ έχει ουσιαστική επίδραση στα γεγονότα.
Ακολουθήστε τα χρήματα
Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 φαίνεται ότι θα είναι οι πιο δαπανηρές όλων των εποχών, με δισεκατομμύρια να δαπανώνται και από τις δύο πλευρές. Η Open Secrets, ένας μη κομματικός φορέας παρακολούθησης των δαπανών των προεκλογικών εκστρατειών, επισήμανε ότι «εξωτερικές ομάδες», δηλαδή ομάδες που δεν συνδέονται επίσημα με υποψηφίους, είχαν δαπανήσει περισσότερα από 2 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου. Αυτά τα επίπεδα δαπανών θα θεωρούνταν υπερβολικά για μια προεδρική αναμέτρηση μόλις πριν από περίπου μια δεκαετία.
Όμως, καθώς οι δαπάνες για τις προεκλογικές εκστρατείες —κυρίως τηλεοπτική και διαδικτυακή διαφήμιση 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα— εκτοξεύονται στα ύψη, αυξάνεται και η επιρροή που ασκεί ένας μικρός αριθμός δισεκατομμυριούχων στο πολιτικό σύστημα. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο ίδιος ο Έλον Μασκ θα μπορούσε να δαπανήσει έως και μισό δισεκατομμύριο δολάρια για να υποστηρίξει τους Ρεπουμπλικάνους. Αυτό είναι περισσότερο από ό,τι ξόδεψε η προεκλογική επιτροπή του Τραμπ το 2024. Όμως, για τον Μασκ και τους ομοίους του, αυτά είναι ψίχουλα.
Και ακόμη και αν δεχτούμε ότι πρόκειται πραγματικά για εξωφρενικά ποσά που ισοδυναμούν με νομιμοποιημένη δωροδοκία πολιτικών οι οποίοι καθορίζουν το νομικό πλαίσιο για την αποκόμιση κεφαλαιακών κερδών, αποτελούν ένα μικρό τίμημα για την καπιταλιστική τάξη και τα πλουσιότερα μέλη της. Βρισκόμαστε εν μέσω μιας άνευ προηγουμένου επενδυτικής έκρηξης (που εκτιμάται στα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2025 και 2032) με στόχο την αναδιαμόρφωση της αμερικανικής οικονομίας υπό την αιγίδα των «υπερκλιμακωτών» [“hyperscalers”] εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης. Μερικά δισεκατομμύρια για τη διαμόρφωση του νομοθετικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος αποτελούν, συγκριτικά, μια ασήμαντη δαπάνη.
Ενώ η φιλελεύθερη αντι-Τραμπική αντιπολίτευση έχει επικεντρωθεί στις δαπάνες δεξιών δισεκατομμυριούχων όπως ο Μασκ ή οι Ουίλιν του Ιλινόις, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι οι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν τα περισσότερα χρήματα σε αυτόν τον κύκλο των ενδιάμεσων εκλογών είναι σχεδόν αποκλειστικά Δημοκρατικοί! Όπως επισήμανε η ανάλυση του Open Secrets σχετικά με τις εκθέσεις των αρχών Οκτωβρίου προς την Ομοσπονδιακή Εκλογική Επιτροπή:
«Οι Δημοκρατικοί κυριαρχούν στις κορυφαίες θέσεις της κατάταξης συγκέντρωσης χρημάτων [τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία]. Κατέχουν τις εννέα πρώτες θέσεις μεταξύ των υποψηφίων για τη Γερουσία και εννέα από τις 11 πρώτες θέσεις μεταξύ των υποψηφίων για τη Βουλή.»
Οι επικρατέστεροι υποψήφιοι για τη Γερουσία, ο υποψήφιος από το Τέξας Ταλαρίκο και ο νυν γερουσιαστής της Γεωργίας, ο Δημοκρατικός Τζον Όσοφ, διαθέτουν τεράστια πλεονεκτήματα έναντι των Ρεπουμπλικάνων αντιπάλων τους. Και η κορυφαία σε συγκέντρωση χρημάτων υποψήφια για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, με τα περισσότερα διαθέσιμα κεφάλαια, δεν είναι άλλη από τη «δημοκρατική σοσιαλίστρια» Αλεξάνδρια Οκάσιο-Κορτέζ! Πολλοί Δημοκρατικοί μπορεί να ισχυρίζονται ότι (ως επί το πλείστον) απορρίπτουν τα χρήματα από τις επιχειρηματικές επιτροπές πολιτικής δράσης (PAC / political action committee) και βασίζονται σε «ατομικές συνεισφορές» από απλούς πολίτες. Ωστόσο, από τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι οι περισσότεροι μεμονωμένοι δωρητές των Δημοκρατικών είναι εύποροι άνθρωποι που συνδέονται με τους τομείς της τεχνολογίας, της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της υγείας.
Και αν κοιτάξουμε τον βουλευτή Χακίμ Τζέφρις, ο οποίος πρόκειται να αναλάβει τη θέση του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων και να καταλάβει την τρίτη θέση στη σειρά διαδοχής της προεδρίας, θα διαπιστώσουμε ότι δεν αρνείται τα χρήματα από τις επιχειρηματικές PAC. Περίπου το 85% της χρηματοδότησής του προέρχεται από επιχειρηματικά συμφέροντα. Επιπλέον, οι εταιρείες «ξεπλένουν» τις συνεισφορές τους μέσω των «super PACs», παρέχοντας έτσι μια ακόμη πηγή υποστήριξης για τους υποψηφίους.
Οι Δημοκρατικοί μπορεί να είναι άβουλοι και ανίκανοι, ανεπαρκείς στο να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της φιλελεύθερης βάσης τους όταν αποκτούν επίσημη κρατική εξουσία. Όμως ο κύριος λόγος υπερβαίνει το θέμα του χαρακτήρα και εξηγείται καλύτερα από την ομολογουμένως σεξιστική ατάκα του Άπτον Σινκλέρ: «Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να καταλάβει κάτι, όταν ο μισθός του εξαρτάται από το να μην το καταλαβαίνει!»
Η Επιτροπή Εκστρατείας των Δημοκρατικών για το Κογκρέσο (DCCC / Democratic Congressional Campaign Committee), ο οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με την πρόσληψη και τη χρηματοδότηση των υποψηφίων των Δημοκρατικών για το Κογκρέσο, αντλεί περισσότερο από το 60% των εκλογικών της πόρων από επιχειρηματικά PAC και πλούσιους ιδιώτες που μπορούν να αντέξουν οικονομικά συνεισφορές ύψους 50.000 δολαρίων, γράφει ο σοσιαλιστής Κιμ Μούντι. Με δεδομένο αυτό, αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο είναι «κεντριστές» που υποστηρίζουν τις εταιρείες;
Δύο από τους πιο δραστήριους τομείς στις πολιτικές δωρεές —τα κρυπτονομίσματα και η τεχνητή νοημοσύνη/τεχνολογία— έχουν κλίνει προς τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα από τότε που ο Τραμπ ανέκτησε τον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, παραμένουν «δικομματικοί» στην προσέγγισή τους για την εξασφάλιση υποστήριξης στο νομοθετικό σώμα και μεταξύ των πολιτικών σε επίπεδο πολιτείας. Μάλιστα, ένα κορυφαίο Super PAC στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης διαθέτει δύο τμήματα: το ένα που κάνει δωρεές στους Ρεπουμπλικάνους και το άλλο που κάνει δωρεές στους Δημοκρατικούς.
Τα προάστια της Βόρειας Βιρτζίνια, κοντά στην Ουάσιγκτον, εξελίσσονται σε εξίσου αξιόπιστο προπύργιο του Δημοκρατικού Κόμματος με τη Νέα Υόρκη ή την περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο. Ωστόσο, η περιοχή διαθέτει επίσης τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ, και οι Δημοκρατικοί βουλευτές της περιοχής λαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες σε δωρεές από τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Παρά την τεράστια διακομματική λαϊκή αντίθεση στην εκμετάλλευση γης, στις φορολογικές ελαφρύνσεις, στην ηλεκτρική ενέργεια και στο νερό από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και τα κέντρα δεδομένων σε ολόκληρη τη χώρα, ας μην εκπλαγούμε αν ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο και ο Ρεπουμπλικανικός Λευκός Οίκος βρουν έναν τρόπο να περάσουν «μεταρρυθμίσεις» σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και τα κρυπτονομίσματα, που θα αφήσουν τους απλούς πολίτες να αναρωτιούνται γιατί ψήφισαν υπέρ της «αλλαγής» το 2026.
Θα σταματήσει η ολίσθηση προς τον αυταρχισμό;
Σε περίπτωση σαρωτικής νίκης των Δημοκρατικών, όσοι απεχθάνονται τον Τραμπ και το κίνημα MAGA θα βιώσουν συναισθήματα χαράς και ανακούφισης. Ωστόσο, όπως και το 2020, δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι η απειλή του αμερικανικού αυταρχισμού έχει εξαλειφθεί. Αυτό ισχύει τόσο για συγκεκριμένους, «συγκυριακούς» λόγους, όσο και για γενικότερες πτυχές που σχετίζονται με την πολιτική εποχή στην οποία ζούμε.
Ο πρώτος συγκυριακός λόγος είναι ο πιο προφανής. Ο Τραμπ θα εξακολουθεί να έχει στη διάθεσή του τον Λευκό Οίκο και τον διοικητικό μηχανισμό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί κυριαρχήσουν στο Κογκρέσο. Ο Τραμπ πιθανότατα θα εντείνει την παράνομη και αυταρχική συμπεριφορά του, προκαλώντας τους Δημοκρατικούς και τα δικαστήρια να τον σταματήσουν. Ακόμη και μια μετριοπαθής νομοθεσία που θα περιορίζει τους δασμούς του Τραμπ ή θα επαναφέρει τις περικοπές στα ομοσπονδιακά προγράμματα υγειονομικής περίθαλψης θα αντιμετωπίσει βέτο από τον Τραμπ.
Ο δεύτερος συγκυριακός λόγος για να συνεχιστεί ο αγώνας είναι ότι οι Δημοκρατικοί μπορεί να είναι η μόνη εναλλακτική λύση έναντι του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά δεν αποτελούν κόμμα αντιπολίτευσης. Το Δημοκρατικό Κόμμα είναι ένας φορέας που υποστηρίζεται από τις μεγάλες επιχειρήσεις και είναι αφοσιωμένος στην υποστήριξη του αμερικανικού καπιταλισμού και της αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Οι Δημοκρατικοί διεξάγουν την προεκλογική τους εκστρατεία με αόριστες υποσχέσεις ότι θα εξασφαλίσουν «προσιτές τιμές» για τους απλούς Αμερικανούς και «λογοδοσία» για τους εγκληματίες της κυβέρνησης Τραμπ. Αν καταφέρουν να κερδίσουν μία ή και τις δύο Βουλές του Κογκρέσου, θα βρεθούν σε μια σκληρή αναμέτρηση με μια κυβέρνηση που δεν θα αναγνωρίσει την εξουσία των Δημοκρατικών.
Στο μέτωπο της «λογοδοσίας», οι Δημοκρατικοί ήδη χαμηλώνουν τις προσδοκίες. Ο Τζέφρις και ακόμη και κορυφαίοι προοδευτικοί δηλώνουν ότι θέλουν να αποφύγουν μια «θεατρική» διαδικασία μομφής εναντίον του Τραμπ. Έτσι, παρά το γεγονός ότι καταδικάζουν τη διαφθορά και την παρανομία του προέδρου, ήδη δίνουν να καταλάβει ότι δεν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την εξουσία του Κογκρέσου για να τον καλέσουν σε λογοδοσία. Όσον αφορά την οικονομική προσβασιμότητα, υπόσχονται νομοθεσία για την ανατροπή ορισμένων πολιτικών του Τραμπ (επιστροφή στο status quo του Μπάιντεν), αλλά επιδιώκουν επίσης το μάταιο εγχείρημα να κερδίσουν τη στήριξη των Ρεπουμπλικάνων για αυτές — σε ένα Κογκρέσο όπου οι Ρεπουμπλικανικές μειοψηφίες θα αποτελούντα από σκληροπυρηνικούς φανατικούς του MAGA. Αυτή είναι μια συνταγή για αποτυχία.
Ο τρίτος συγκυριακός λόγος είναι ότι μια δημοκρατική πλειοψηφία στο Κογκρέσο δεν θα αλλάξει το γεγονός ότι μια μικρή χούφτα δισεκατομμυριούχων ασκεί περισσότερη εξουσία πάνω στην πολιτική και στη ζωή των απλών ανθρώπων από ό,τι θα έπρεπε να ανέχεται οποιαδήποτε «δημοκρατία». Όπως είπε ο συγγραφέας Χάμιλτον Νόλαν στον δημοσιογράφο του New Republic Πέρι Μπέικον:
«Όταν το χρήμα αγοράζει επιρροή και υπάρχουν αυτές οι αισχρές, τεράστιες, εθνικής κλίμακας περιουσίες σε ιδιωτικά χέρια, σε κάποιο σημείο αυτό απλώς περιορίζει τη δυνατότητα όλων των άλλων να επηρεάσουν την πολιτική με τρόπο που να υπάρχει οποιαδήποτε ισορροπία δυνάμεων.»
Η αμερικανική ολιγαρχία μπορεί να βρίσκεται τώρα στον κύκλο του Τραμπ, αλλά μπορεί εύκολα να μεταφέρει τα χρήματα και την εξουσία της για να επηρεάσει και τους Δημοκρατικούς. Ειδικά όταν έχουν στη διάθεσή τους πρόθυμους Δημοκρατικούς όπως ο Τζέφρις ή ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ για να τους εξυπηρετήσουν. Ο Νιούσομ, υποψήφιος για την προεδρία το 2028, αντιτίθεται σε ένα δημοψήφισμα για την επιβολή εφάπαξ φόρου επί της περιουσίας των δισεκατομμυριούχων, με σκοπό τη χρηματοδότηση των κρατικών προγραμμάτων υγειονομικής περίθαλψης. Έτσι, η «ατζέντα της οικονομικής προσβασιμότητας» προσκρούει στα ρηχά της αμερικανικής ολιγαρχίας — ή αποδυναμώνεται τόσο πολύ που κανείς δεν την αντιλαμβάνεται πλέον.
Το ζήτημα της ολιγαρχίας οδηγεί στον γενικό χαρακτήρα της «εποχής» της πολιτικής που ο Τραμπ έχει καταλήξει να συμβολίζει στις ΗΠΑ. Μια γενιά νεοφιλελεύθερης αποδυνάμωσης των καλών θέσεων εργασίας και των κρατικών υπηρεσιών προς όφελος της ολιγαρχίας έχει αφήσει το μερίδιο του πλούτου που πηγαίνει στην εργασία στο χαμηλότερο επίπεδό του από τη δεκαετία του 1940.
Αυτή η πραγματικότητα έχει υπονομεύσει τη νομιμοποίηση των «κεντροαριστερών» και «κεντροδεξιών» κομμάτων που κυριαρχούσαν στην πολιτική των φιλελεύθερων δημοκρατιών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ακροδεξιά έχει εισβάλει στους πολιτικούς χώρους που άφησαν κενούς τα παλιά κόμματα, ενώ τα εργατικά και κοινωνικά κινήματα έχουν αποδυναμωθεί.
Η νίκη του Λούλα, ο οποίος ανέκαμψε από τη μειονεκτική θέση, στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας και η συντριπτική ήττα του φιλικού προς το κίνημα MAGA Βούτσιτς στη Σερβία δείχνουν ότι η νίκη της ακροδεξιάς δεν είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, αν η καταπολέμηση του αυταρχισμού βασίζεται αποκλειστικά στον εκλογικό αγώνα και αφήνεται στα χέρια των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων, απέχουμε μόλις μία εκλογική αναμέτρηση από την εδραίωση του αυταρχισμού που ο Τραμπ δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να επιτύχει.
Επομένως, όσοι θα χαιρετίσουν την ήττα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος την επόμενη εβδομάδα δεν πρέπει να προσβλέπουν σε πολιτικές μανούβρες στην Ουάσινγκτον. Πρέπει να αντλήσουν έμπνευση από τα μαζικά κινήματα —όπως αυτά στην Ινδία, τη Γαλλία, την Ισπανία και τη Σερβία, για να αναφέρουμε μερικά— προκειμένου να χαράξουν μια στρατηγική που θα θέσει τη δεξιά σε αμυντική θέση.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Lance Selfa, “What to expect in the US midterm elections”, Red Flag, 28 Οκτωβρίου 2026, https://redflag.org.au/article/what-to-expect-in-the-us-midterm-elections/.

