Léon Crémieux
Γαλλία: Οι δημοτικές εκλογές διαμορφώνουν το έδαφος για τη διάσπαση της Αριστεράς
Στις 15 Μαρτίου (πρώτος γύρος) και στις 22 Μαρτίου (δεύτερος γύρος) διεξήχθησαν δημοτικές εκλογές στη Γαλλία. Η σύγχυση που έχει προκύψει, ένα χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές, αποτελεί ένδειξη κατακερματισμού του μπλοκ του κέντρου και της δεξιάς, κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει σε στροφή προς την ακροδεξιά και, μπροστά σε αυτό, σε διάσπαση των δυνάμεων του Nouveau Front populaire (Νέο Λαϊκό Μέτωπο – NFP), γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την οικοδόμηση μιας ενιαίας εναλλακτικής λύσης.
Κάθε πολιτικό κόμμα έχει τώρα ως απόλυτη προτεραιότητα να προετοιμαστεί για τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές, οι οποίες, αν δεν συμβεί κάποιο απρόοπτο, θα διεξαχθούν τον Απρίλιο του 2027. Έτσι, κάθε πολιτικός ηγέτης –και ειδικά κάθε μελλοντικός υποψήφιος για την προεδρία– ανυπομονώντας να βάλει τέλος στην εποχή του Μακρόν, εκτίμησε αυτές τις δημοτικές εκλογές, επιβεβαιώνοντας, ο καθένας με την ίδια βεβαιότητα, ότι ενισχύουν την πολιτική στρατηγική του εν όψει της σημαντικής θεσμικής προθεσμίας του 2027. Αυτές οι δημοτικές εκλογές έπρεπε, λοιπόν, στα μάτια τους, να αποτελέσουν μια «περιοδεία προθέρμανσης» και, μετά τα αποτελέσματά τους, κάθε κόμμα ήθελε να διαβάσει τα προμηνύματα της δικής του επιτυχίας για το 2027. Εδώ και μια εβδομάδα επικρατεί ασυμφωνία, μεταξύ και εντός πολλών κομμάτων, με πολλές αντιφατικές ερμηνείες των αποτελεσμάτων.
Ιδιαιτερότητα των δημοτικών εκλογών
Είναι ωστόσο εκπληκτικό να ισχυρίζεται κανείς ότι αντλεί ένα «μάθημα» από αυτές τις εκλογές –και ακόμη λιγότερο να νομιμοποιεί μια στρατηγική για το 2027– διότι οι δημοτικές εκλογές έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και, επιπλέον, τα αποτελέσματα είναι σε μεγάλο βαθμό ανάμεικτα και για τις δύο πλευρές. Δεν υπάρχει «ένα μοναδικό μάθημα» από τις δημοτικές εκλογές.
Στη Γαλλία, οι δημοτικές εκλογές (η εκλογή των δημοτικών συμβουλίων στους δήμους) διεξάγονται κάθε έξι χρόνια, σε καθέναν από τους 34.875 δήμους της χώρας. Αυτοί οι δήμοι είναι το αποτέλεσμα μιας διαίρεσης που έγινε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, βασισμένης ουσιαστικά στον χάρτη των καθολικών ενοριών της εποχής. Από το 1884, κάθε δήμος εκλέγει ένα δημοτικό συμβούλιο, το μέγεθος του οποίου ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος του δήμου, καθώς και έναν δήμαρχο. Στην Ευρώπη, ένας τόσο μεγάλος αριθμός δήμων αποτελεί εξαίρεση (η Ισπανία, η Γερμανία και η Ιταλία έχουν μεταξύ 8.000 και 10.000 δήμους). Ωστόσο, 32.000 από αυτούς έχουν λιγότερους από 3.500 κατοίκους, σε αγροτικές περιοχές που σήμερα αντιπροσωπεύουν μόνο το 20,8% του γαλλικού πληθυσμού. Σε 33.173 δήμους ο δήμαρχος εκλέχθηκε στον πρώτο γύρο στις 15 Μαρτίου, κυρίως δηλαδή σε αυτές τις αγροτικές περιοχές όπου, στις δύο από τις τρεις περιπτώσεις, υπήρχε μόνο μία «ανεξάρτητη» λίστα.
Αύξηση της αποχής
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτικών λιστών και το αποτέλεσμά τους αφορούν, συνεπώς, κυρίως δήμους με περισσότερους από 3.500 κατοίκους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 69% του πληθυσμού σε 3.189 δήμους. Πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να επισημανθεί η σταθερή αύξηση της αποχής, σε όλες τις εκλογές γενικά, και στις δημοτικές εκλογές ειδικότερα. Φέτος η αποχή ανήλθε στο 42,7%, καθώς η συμμετοχή μειώνεται σταθερά εδώ και δεκαετίες: μέχρι το 1997 ήταν κάτω από 30%· το 2014 ήταν ακόμα μόνο 37,8%. Όλες οι εκλογές στη Γαλλία (περιφερειακές, ευρωπαϊκές, δημοτικές) παρουσιάζουν πλέον αυξανόμενο ποσοστό αποχής, περίπου ένας στους δύο ψηφοφόρους. Μόνο οι προεδρικές εκλογές έχουν υψηλότερη συμμετοχή, αλλά και εκεί η αποχή αυξάνεται σταθερά, με περισσότερους από έναν στους τέσσερις ψηφοφόρους το 2022. Επιπλέον, σύμφωνα με μελέτες του INSEE, περισσότερο από το 10% του εκλογικού σώματος δεν είναι, ή πιστεύει ότι δεν είναι εγγεγραμμένο στους εκλογικούς καταλόγους.
Η μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτή την καμπύλη αποχής παρατηρήθηκε το 2024, στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές (που ακολούθησαν τη διάλυση της Βουλής που αποφάσισε ο Μακρόν) και οι οποίες οδήγησαν στη νίκη των λιστών του NFP: η αποχή είχε μειωθεί από 53% το 2022 σε μόλις 33% στους δύο γύρους αυτών των εκλογών. Η ευρεία κινητοποίηση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια αυτών των εκλογών ήταν προφανώς σε αντίθεση με την αυξανόμενη απομάκρυνση από τις εκλογικές διαδικασίες. Σ’ αυτές τις δημοτικές εκλογές, η αποχή ήταν υψηλότερη μεταξύ των νέων ηλικίας 18 έως 25 ετών (56%), 25 έως 34 ετών (60%) και των ψηφοφόρων με εισόδημα κάτω των 1250 ευρώ (60%).
Υποχώρηση των ποσοστών του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) και των Ρεπουμπλικάνων (LR)
Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτών των εκλογών είναι το χάσμα μεταξύ της βαθιάς κρίσης που βιώνουν τα παραδοσιακά κόμματα του κεντροαριστερού χώρου (το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) και οι Ρεπουμπλικάνοι) σε εθνικό επίπεδο τα τελευταία 10 χρόνια και της επιβίωσης τους στους τοπικούς θεσμούς. Ωστόσο, η διάβρωση είναι εμφανής.
Αν εξετάσουμε τα τελευταία είκοσι χρόνια, στις πόλεις με περισσότερους από 30.000 κατοίκους, οι Ρεπουμπλικάνοι (Les Républicains) έχουν πέσει από 102 δημαρχίες (120 αν υπολογιστεί το σύνολο της δεξιάς) το 2014 σε 48 (97 αν υπολογιστεί το σύνολο της δεξιάς) το 2026. Το ίδιο συμβαίνει και με το PS, το οποίο πέφτει από 98 δημαρχίες (106 αν υπολογίσουμε το σύνολο της αριστεράς) το 2008 σε 30 το 2026 (52 αν υπολογίσουμε το σύνολο της αριστεράς). Η γενική πτώση των δύο παλαιών παραδοσιακών κομμάτων είναι, επομένως, εμφανής. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να τονιστεί ότι οι υποψηφιότητες υπό το προφίλ «διάφοροι αριστεροί» ή «διάφοροι δεξιοί» τείνουν σταδιακά να γίνουν εξίσου σημαντικές με τους δημάρχους που ανήκουν στο Les Républicains ή στο PS.
Από την πλευρά του, το μπλοκ του κέντρου των μακρονιστών (Horizons, Renaissance, Modem), με 43 δημαρχίες, διατηρεί το βάρος που είχε ήδη η κεντροδεξιά τη δεκαετία του ’80 (το Modem του Μπαϊρού ή το UDI του Μπορλό). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το μακρονικό ρεύμα, από το 2017, δεν έχει οργανωθεί ως εθνικό κόμμα και δεν έχει καταφέρει να αντικαταστήσει τα παραδοσιακά κόμματα σε τοπικό επίπεδο.
Σε πόλεις με περισσότερους από 30.000 κατοίκους, το RN [Rassemblement National] κέρδισε 12 δήμους και η France Insoumise 6 (το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα [PCF] έχει 19 δήμους – 25 το 2014). Έτσι, για αυτές τις μεσαίου και μεγάλου μεγέθους πόλεις, παρατηρείται μια αργή αλλά σταδιακή απώλεια για τους Ρεπουμπλικάνους και το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Οι Ρεπουμπλικάνοι και η διάλυση του μπλοκ του κέντρου
Οι εκλογές αυτές διεξάγονται σε δύο γύρους και οι λίστες μπορούν να συγχωνευθούν μεταξύ τους ή να παραμείνουν αν έχουν συγκεντρώσει ποσοστό άνω του 10%. Ο Μπρουνό Ρεταγιό, πρόεδρος των Ρεπουμπλικάνων, μπόρεσε να πανηγυρίσει το βράδυ του δεύτερου γύρου, δηλώνοντας ότι «οι Ρεπουμπλικάνοι και οι σύμμαχοί τους κέρδισαν τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων και εκλεγμένων αντιπροσώπων. Εξακολουθούμε να είμαστε η κορυφαία πολιτική δύναμη στους δήμους της Γαλλίας». Για να επικαλεστεί κανείς τέτοια στοιχεία, είναι απαραίτητο να συγκεντρωθούν τα αποτελέσματα από όλες τις πόλεις με περισσότερους από 3.500 κατοίκους, όπου, στην πραγματικότητα, η δεξιά έχει εκλέξει 1.267 δημάρχους και έχει συγκεντρώσει 8,7 εκατομμύρια ψήφους. Το PS και οι διάφορες αριστερές παρατάξεις, από την πλευρά τους, κέρδισαν μόνο 829 δημαρχίες, αλλά συγκέντρωσαν 9,2 εκατομμύρια ψήφους.
Το LR δυσκολεύεται να κρύψει μια σοβαρή αποτυχία στις μεγάλες πόλεις, το Παρίσι, τη Λυών και τη Μασσαλία. Οι Ρεπουμπλικάνοι μπορούν να καυχηθούν μόνο για την εκλογή τριών δημάρχων του μπλοκ του κέντρου που υποστηρίζουν: του Ζαν Λυκ Μουντένκ στην Τουλούζη (μέλος της μικρής ομάδας France audacieuse, κοντά στο κόμμα Horizons του Εντουάρ Φιλίπ), του Τομά Καζενάβ στο Μπορντό, μακρονιστή από την αρχή, και του Αντουάν Αρμάν στην Ανεσί, και οι δύο μέλη του Renaissance (το κόμμα του Μακρόν). Η μεγαλύτερη πόλη που διοικείται από Ρεπουμπλικάνο είναι το Κλερμόν Φεράν, η 24η μεγαλύτερη πόλη της Γαλλίας, με 146.000 κατοίκους. Η Ρασιντά Ντατί, πρώην υπουργός Πολιτισμού, ηττήθηκε στο Παρίσι από τον σοσιαλιστή Εμανουέλ Γκρεγκουάρ. Η Μαρτίν Βασάλ [η οποία προωθούσε ως αξίες «την εργασία, την πατρίδα και την οικογένεια», το σύνθημα του Πεταίν] έμεινε πολύ πίσω από το Rassemblement National (Φρανκ Αλισιό) στη Μασσαλία και από έναν συνασπισμό γύρω από τον σοσιαλιστή Μπενουά Παγιάν, ο οποίος εξελέγη. Αποτυχία επίσης για το LR στη Λυών, όπου ο Ζαν Μισέλ Ολά, πρώην πρόεδρος του ποδοσφαιρικού συλλόγου Olympique Lyonnais, που υποστηριζόταν από ολόκληρη τη δεξιά, ηττήθηκε από τον απερχόμενο δήμαρχο των Πρασίνων Γκρεγκορί Ντουσέ, του οποίου η λίστα είχε συγχωνευθεί με εκείνη της LFI. Τέλος, στη Νίκαια, ενώ ο μακρονιστής Κριστιάν Еστροζί είχε την επίσημη υποστήριξη του LR, ο Μπρουνό Ρεταγιό κατέστησε σαφές ότι δεν θα τον υποστήριζε, γεγονός που τον έφερε σε ισοπαλία με τον Ερίκ Σιοτί, πρώην πρόεδρο του LR, ο οποίος πέρασε στην ακροδεξιά και σήμερα είναι σύμμαχος του Rassemblement National με το νέο μικρό κόμμα του UDR (Ένωση της Δεξιάς για τη Δημοκρατία).
Διάφοροι εκλεγμένοι αξιωματούχοι του LR από τη νοτιοανατολική Γαλλία, όπως ο δήμαρχος των Καννών, Νταβίντ Λισνάρ [ο οποίος στις 25 Μαρτίου ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το LR], έχουν εκφράσει σαφώς την υποστήριξή τους στον Ερίκ Σιοτί. Έτσι, η θριαμβολογία του Ρεταγιό –«Το LR, το πρώτο κόμμα της Γαλλίας» (το LR έλαβε 4,8% στις προεδρικές εκλογές του 2022 και 4,3% στις βουλευτικές εκλογές του 2024)– εξυπηρετεί τον τελευταίο και την ηγεσία του LR για να δικαιολογήσουν την πορεία προς τα εμπρός που ανακοινώθηκε στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος: τον διορισμό ενός υποψηφίου του LR για τις προεδρικές εκλογές (είτε απευθείας τον Ρεταγιό, είτε μέσω εσωτερικών προκριματικών). Ως αποτέλεσμα, το κόμμα θα μπορούσε να προτείνει κοινές προκριματικές εκλογές μεταξύ του LR και των κομμάτων του κεντρώου μπλοκ (Renaissance και Horizons). Αυτή η στάση έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του άλλου κύριου ηγέτη του κόμματος, Λωράν Βοκιέ, ο οποίος σαφώς θα ήθελε να ανοίξει τις προκριματικές εκλογές ώστε να συμπεριλάβουν το ακροδεξιό κόμμα Reconquête (Κναφό/Ζεμμούρ), ένα μικρό κόμμα μέλος της ομάδας ENS (Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μαζί με το γερμανικό AFD (Alternative für Deutschland) και τους αντισημίτες και αντιρομά του ουγγρικού MHM (Κίνημα Η Πατρίδα Μας).
Το πραγματικό δίδαγμα όσον αφορά το LR είναι ότι αυτό το κόμμα, ήδη σοβαρά αποδυναμωμένο, βγαίνει από αυτές τις εκλογές σαφώς κατακερματισμένο, υποτιμώντας το χαμηλό εκλογικό βάρος του κόμματός του σε προεδρικές εκλογές, απέναντι στο Horizons, τον Εντουάρ Φιλίπ και τα απομεινάρια του Renaissance από τη μία πλευρά, και το RN από την άλλη. Όλα αυτά για μια οργάνωση που είναι όλο και πιο επιρρεπής στα ζητήματα του RN και στις συμμαχίες με την ακροδεξιά. Το να αποτελέσει υποκατάστατο της υποψηφιότητας του Εντουάρ Φίλιπ ή να διαλυθεί μπροστά στο RN είναι οι δύο κίνδυνοι που απειλούν το LR, το οποίο ωστόσο θεωρεί τον εαυτό του ως σημείο συνάντησης με το μπλοκ του κέντρου των Μακρονιστών.
Σε αυτό το στρατόπεδο της κεντροδεξιάς και της δεξιάς των Μακρονιστών, υπάρχουν σχεδόν μια ντουζίνα υποψήφιοι, ανακοινωμένοι ή μη, για τις προεδρικές εκλογές, οι οποίοι επιθυμούν όλοι (δεν υπάρχουν γυναίκες υποψήφιες προς το παρόν σε αυτό το ρεύμα) να γυρίσουν σελίδα από τον Μακρόν, ελπίζοντας να καλύψουν τον ίδιο πολιτικό χώρο που είχε επιτρέψει την έκπληξη της νίκης, το 2017, του Εμανουέλ Μακρόν. Σε κάθε περίπτωση, το κεντρικό μπλοκ και η δεξιά δεν έχουν βρει ακόμη τον τρόπο να μην παρουσιαστεί κατακερματισμένο στις εκλογές του 2027.
Rassemblement national
Το Rassemblement National (RN), από την πλευρά του, δεν κατάφερε να αντιστρέψει την κατάσταση σε αυτές τις δημοτικές εκλογές, αλλά μαζί με τον σύμμαχό του, το UDR του Ερικ Σιοτί, κέρδισε 57 δημαρχίες στις 3.060 πόλεις με περισσότερους από 3.500 κατοίκους, έναντι των 9 το 2020. Η επιρροή του σε τοπικό επίπεδο παραμένει ασήμαντη σε σύγκριση με αυτή που έχει στις εθνικές εκλογές, αλλά έχει κάνει ένα μεγάλο βήμα μπροστά. Η νίκη στη Νίκαια είναι συμβολική, αλλά η ήττα στη Μασσαλία και την Τουλόν (η Λωρ Λαβαλέτ ηττήθηκε) είναι πικρή, καθώς ένα πολύ καλό αποτέλεσμα στον πρώτο γύρο έδινε ελπίδες για νίκη. Το RN αντιμετώπισε ένα μέτωπο της δεξιάς στην Τουλόν (με ηγέτη την Ζοζέ Μασί) και ένα μέτωπο της αριστεράς στη Μασσαλία.
Απομένει μόνο ένας εκπρόσωπος του RN σε πόλη με πάνω από 100.000 κατοίκους, ο Λουί Αλιό στο Περπινιάν. Ωστόσο, το RN προχωρά στην εδραίωσή του σε θεσμικό επίπεδο, κυρίως στο Βαρ και στην περιοχή του Βορρά, όπου κέρδισε αρκετούς μεσαίου μεγέθους δήμους, και τώρα αυτά τα αποτελέσματα ενδέχεται να επιτρέψουν την εκλογή αρκετών γερουσιαστών[1]. Πρόκειται για ένα ακόμη βήμα προς την κανονικοποίησή του, στο πλαίσιο της οποίας το κόμμα αποσπά ψήφους από τη δεξιά. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι το αποτέλεσμα του υποψηφίου του στη Μασσαλία, Φρανκ Αλισιό, ο οποίος συγκέντρωσε το 35% των ψήφων στον πρώτο γύρο, τριπλάσιο ποσοστό από την υποψήφια του LR, Μαρτίν Βασάλ, η οποία ωστόσο εμφανιζόταν ως φαβορί στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες πριν από τις εκλογές. Εν τέλει, για άλλη μια φορά, παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα των δημοτικών εκλογών και την απόκλιση μεταξύ των πραγματικών αποτελεσμάτων και των σχολίων του Ζορντάν Μπαρντελά (προέδρου του RN), ο οποίος τα παρουσίαζε ως «έκφραση μιας βαθιάς αλλαγής (…) το τέλος ενός παλιού κόσμου που εξαντλείται». Το RN συνεχίζει την πορεία του προς τις προεδρικές εκλογές με τον Μπαρντελά ή τη Μαρίν Λεπέν, αν δεν την κηρύξουν μη εκλέξιμη αυτό το καλοκαίρι. Οι δημοτικές εκλογές ανέδειξαν τόσο την κανονικοποίηση αυτού του νεοφασιστικού κόμματος (και την κανονικοποίηση που επίσης επιδιώκει η δεξιά του μικρού κόμματος Reconquête, της Σάρα Κναφό και του Ερίκ Ζεμούρ) όσο και την αυξανόμενη διαπερατότητα μεταξύ της δεξιάς και της ακροδεξιάς.
Διάλυση των συνιστωσών του Νέου Λαϊκού Μετώπου
Το πραγματικό πρόβλημα που ανέδειξαν αυτές οι δημοτικές εκλογές είναι ότι έχει σημειωθεί ένα ακόμη βήμα προς τη διάσπαση των συνιστωσών του Νέου Λαϊκού Μετώπου.
Το πραγματικό πρόβλημα που αποκαλύπτουν αυτές οι δημοτικές εκλογές είναι η περαιτέρω επιδείνωση του κατακερματισμού των συνιστωσών του Nouveau front Populaire (NFP). Οι τοπικές εκλογές υπήρξαν πάντα το πιο σταθερό θεμέλιο, το δίκτυο της θεσμικής πολιτικής ζωής στη Γαλλία (είναι ουσιαστικά οι δημοτικοί σύμβουλοι που εκλέγουν τη Γερουσία), και κάθε παραδοσιακό κόμμα ήθελε πάντα να «φροντίζει» για την παρουσία του σε αυτό το επίπεδο. Η La France Insoumise (LFI) δεν είχε, μέχρι τότε, ασχοληθεί με την παρουσία της στις δημοτικές εκλογές. Μετά τη νίκη της αριστεράς με τη Νέα Οικολογική και Κοινωνική Λαϊκή Ένωση (NUPES) το 2022, η LFI είχε προσπαθήσει να διαπραγματευτεί συμφωνίες με τους συμμάχους της, σοσιαλιστές, οικολόγους και το PCF, για να εξασφαλίσει τουλάχιστον μία θέση στη Γερουσία στις εκλογές του ίδιου έτους. Το μικρό της βάρος στα δημοτικά συμβούλια και η αρχηγίστικη λογική των ηγετών των συμμάχων της οδήγησαν σε άρνηση και στη συνεχιζόμενη απουσία της LFI από τη Γερουσία. Το 2020, η La France Insoumise διέθετε μόνο δύο δημάρχους σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 5.000 κατοίκων. Πέρα από αυτόν τον πρώτο λόγο για τον οποίο θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο το 2026, η στρατηγική που ανακοίνωσε η LFI ήταν να μετατρέψει αυτές τις εκλογές σε εφαλτήριο για την υποψηφιότητα του Ζαν-Λυκ Μελανσόν το 2027.
Το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση να κατατεθούν πάνω από 500 λίστες με το σήμα της LFI σε όλες τις πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και στο 80% των πόλεων με πληθυσμό άνω των 30.000 κατοίκων, με έμφαση στις περιοχές όπου οι προεδρικές και οι βουλευτικές εκλογές είχαν αποφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα. Ήταν λοιπόν σαφώς μια απόφαση του κομματικού μηχανισμού, αλλά συνδέονταν επίσης με μια στρατηγική για το 2027 που αποσκοπούσε να αξιοποιήσει στο έπακρο το συσχετισμό δυνάμεων για να επιβληθεί ως η μόνη υποψηφιότητα ικανή να περάσει τον πρώτο γύρο. Επομένως, δεν εξετάστηκε το ενδεχόμενο υποβολής λιστών του NFP και οι εκστρατείες της LFI υπήρξαν, με βάση τις ριζοσπαστικές θέσεις του προγράμματος του NFP, μια κομματική διακήρυξη χωρίς ενιαία προσέγγιση.
Για το PS, η επιλογή ήταν ακριβώς η αντίθετη. Να προσπαθήσει να στηριχθεί στη δύναμη που απομένει σε αυτό το κόμμα σε επίπεδο τοπικής παρουσίας, προκειμένου να του επιστρέψει την εθνική προβολή και να οικοδομήσει μια επαρκή ισορροπία δυνάμεων, είτε για μια αυτόνομη σοσιαλιστική υποψηφιότητα το 2027 (με την πιθανότητα μιας επιλογής του Σοσιαλιστικού Κόμματος και Place Publique με τον Ραφαέλ Γκλυκσμάν), είτε για να συμμετάσχει σε προκριματικές εκλογές της αριστεράς με τα άλλα μέλη του NFP (εξαιρουμένου του Μελανσόν), όπως προτάθηκε στο Τουρ τον Ιανουάριο του 2026 κατά τη διάρκεια μιας κοινής ανακοίνωσης των Ολιβιέ Φωρ (PS), Μαρίν Τονταλιέ (οικολόγος), Κλεμεντίν Ωτέν (πρώην LFI, κόμμα L’Après) και Φρανσουά Ρουφέν (πρώην LFI, Debout!).
Παράλληλα με αυτές τις προετοιμασίες, τις εβδομάδες που προηγήθηκαν των δημοτικών εκλογών παρατηρήθηκε πολλαπλασιασμός των φυγόκεντρων δυνάμεων. Παράλληλα με το σύστημα που έθεσε σε εφαρμογή η LFI, τα υπόλοιπα κόμματα του NFP δημιούργησαν συμμαχίες μεταβλητής σύνθεσης, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες. Όμως, ενώ οι Οικολόγοι και το PCF άφησαν ανοιχτή την πόρτα για συμμαχίες με τη LFI ενάντια στη δεξιά, η ηγεσία του PS, υπό την πίεση της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος (ιδίως των Ζερόμ Γκετζ και Φρανσουά Ολάντ), επιβεβαίωσε ότι «δεν θα υπάρξει εθνική συμφωνία στον δεύτερο γύρο με τη La France Insoumise», μην αναγνωρίζοντας τη LFI ως μέρος της «ευυπόληπτης» αριστεράς (ενώ άφησε ανοιχτή τη δυνατότητα για τοπικές συμφωνίες). Αυτό συνέβη αφού οι ηγέτες του PS πολλαπλασίασαν τις καταγγελίες εναντίον της LFI, συνεχίζοντας την άθλια εκστρατεία της δεξιάς μετά το θάνατο του νεοναζί Κεντέν Ντεράνκ και την πολλαπλασιασμό των καταγγελιών εναντίον του Μελανσόν ως αντισημίτη.
Η δεξιά πτέρυγα του κόμματος φαινόταν έτσι να έχει κατοχυρώσει την κομματική γραμμή, αναγκάζοντας τον Φωρ να κλείσει το κεφάλαιο του NFP και μάλιστα να αποκλείσει την πραγματοποίηση ανοιχτών προκριματικών στην αριστερά με δυνάμεις όπως οι Πράσινοι και το Après (που είχαν απορρίψει τη γραμμή του PS στη Βουλή για την υποστήριξη των προϋπολογισμών των κυβερνήσεων Λεκορνύ και είχαν ψηφίσει υπέρ της μομφής αρκετές φορές). Η Μασσαλία και το Παρίσι φαινόταν να εκπροσωπούν αυτή τη γραμμή ενότητας του NFP χωρίς το LFI, καθώς η ενότητα όλων των άλλων συνιστωσών (Οικολόγοι, PCF και Après) επιτεύχθηκε πίσω υπό τον Εμανουέλ Γκρεγκουάρ στο Παρίσι και τον Μπενουά Παγιάν στη Μασσαλία.
Η La France Insoumise φαινόταν, λοιπόν, να έχει παραγκωνιστεί σε αυτές τις εκλογές, ενώ η εικόνα της υπόλοιπης Ενωμένης Αριστεράς φαινόταν να δίνει δίκιο σε όσους υποστηρίζουν την ανασυγκρότηση μιας «παλιομοδίτικης» αριστερής ενότητας υπό την κυριαρχία των σοσιαλδημοκρατών. Παρόλα αυτά, έχουν αναπτυχθεί δυναμικές ενιαίας δράσης, για παράδειγμα στο Σεν-Ντενί ή στην Τουλούζη.
Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των εκλογών και οι ημέρες που ακολούθησαν διαψεύδουν αυτό το σενάριο. Αν και το PS συγκέντρωσε καλά αποτελέσματα, η θεαματική πρόοδος προήλθε από την LFI, η οποία κέρδισε το Σεν-Ντενί, τον μεγαλύτερο δήμο της περιοχής του Παρισιού, βρισκόταν σε σαφή θέση να κερδίσει στο Ρουμπαί και αναδείχθηκε ως ηγέτης της Αριστεράς στην Τουλούζη, ειδικότερα. Τα ψηφοδέλτιά της συγκέντρωσαν πάνω από 10% στο 60% των προαστιακών δήμων, σε 96 πόλεις. Αυτά τα πολύ καλά τοπικά αποτελέσματα εξουδετέρωσαν την εκστρατεία του Τύπου της αντίδρασης και έκαναν τη LFI να εμφανιστεί ως μια τοπική λαϊκή δύναμη, ένα ουσιαστικό συστατικό της αριστεράς.
Η LFI, ανατρέποντας τη στάση της απομόνωσης που είχε υιοθετήσει στον πρώτο γύρο, πρότεινε σε εθνικό επίπεδο τη συγχώνευση με τα άλλα ψηφοδέλτια της αριστεράς για τη δημιουργία ενός «αντιφασιστικού μετώπου», με στόχο την ήττα της δεξιάς στην πράξη. Παρά την απόφαση της ηγεσίας του PS, οι συμφωνίες PS/LFI πολλαπλασιάστηκαν σε πολλές πόλεις, όπως η Τουλούζη, η Νάντη, η Τουλ, η Λιμόζ, η Κλερμόν-Φεράν, υπογεγραμμένες σε αρκετές περιπτώσεις από σοσιαλιστές κοντά στον Ολάντ και τον Γκεντζ, όπως στην Τουλ και τη Νάντη. Ολόκληρη η καμπάνια και η θέση του PS φάνηκε να καταρρέει σαν τραπουλόχαρτο και η ενότητα της αριστεράς έπρεπε να ξαναχτιστεί. Αλλά πάνω απ’ όλα, το PS μπέρδεψε τους δικούς του ψηφοφόρους, στους οποίους οι περισσότεροι ηγέτες του κόμματος είχαν επαναλάβει ότι ήταν αδύνατο να συμμαχήσουν με το κόμμα του Μελανσόν. Στο Παρίσι και τη Μασσαλία, οι επικεφαλής των σοσιαλιστικών λιστών αρνήθηκαν να συγχωνεύσουν τις λίστες. Στη Μασσαλία, αυτή η άρνηση φαινόταν ακατανόητη, όταν η λίστα του σοσιαλιστή Μπενουά Παγιάν προηγούνταν της λίστας του RN μόνο κατά 1,6%, η λίστα του LFI είχε συγκεντρώσει 11,94% και, σε κάθε περίπτωση, πολλοί ψηφοφόροι του υποψηφίου του LR (12,41%) θα στρέφονταν προς το RN στον δεύτερο γύρο, δίνοντας τη δημαρχία στην ακροδεξιά. Παρά τη σεκταριστική άρνηση του Μπενουά Παγιάν, η LFI είχε τη σύνεση να προτιμήσει να αποσύρει τη λίστα της, ακόμη και χωρίς συγχώνευση, παρά να παραδώσει την πόλη στο RN.
Το πιο σοβαρό όμως, προφανώς, είναι ότι, συνολικά, οι διχασμοί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στον πρώτο γύρο, η χιονοστιβάδα της εκστρατείας μίσους εναντίον της La France Insoumise και η ισχυρή κινητοποίηση της δεξιάς θα εμπόδιζαν τη νίκη του υποψηφίου της La France Insoumise που ηγούνταν των κοινών λιστών στην Τουλούζη και τη Λιμόζ, όπου ένα σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) δεν είχε υποστηρίξει αυτή τη συγχώνευση. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο μετά τον πρώτο γύρο, στην Τουλούζη για παράδειγμα, τα συνδικάτα (CGT, FSU, Solidaires) κάλεσαν να ψηφιστεί η κοινή λίστα της αριστεράς. Αυτές οι συγχωνεύσεις και η εθελοντική απόσυρση της LFI στη Μασσαλία επέτρεψαν νίκες της αριστεράς, όπως στη Νάντη και τη Λυών. Ωστόσο, οι περισσότερες από τις κοινές λίστες LFI/PS ηττήθηκαν, γεγονός που επέτρεψε μια νέα επίθεση εντός του PS για να εμποδιστεί οποιαδήποτε προσπάθεια ενότητας στην αριστερά.
Συνολικά, η LFI κέρδισε το στοίχημα της παρουσίας της σε επίπεδο δήμων, κερδίζοντας τις εκλογές σε 8 πόλεις, εκ των οποίων οι 7 έχουν πάνω από 30.000 κατοίκους, κυρίως στα εργατικά προάστια της περιοχής του Παρισιού, στο Βορρά και γύρω από τη Λυών. Ωστόσο, αυτή η προεκλογική εκστρατεία έχει βάλει την Αριστερά σε μια τροχιά που δεν μπορεί παρά να την οδηγήσει σε αποτυχία το 2027. Τα κύρια κόμματα της αριστεράς βλέπουν τη δράση τους τους επόμενους μήνες μόνο στο θεσμικό πεδίο, με την προετοιμασία για τις εκλογές του 2027, χωρίς καμία κοινή εκστρατεία για κοινωνικά ή δημοκρατικά ζητήματα. Επιπλέον, ο κατακερματισμός των αριστερών κομμάτων έχει επιβραδύνει σε μεγάλο βαθμό την οικοδόμηση ενιαίων προσεγγίσεων με το κοινωνικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Η διαφορά με τον Ιούνιο/Ιούλιο του 2024 είναι προφανής από αυτή την άποψη. Στο εκλογικό ζήτημα, παίζεται ένα θλιβερό συμμετρικό παιχνίδι. Ο Ολιβιέ Φωρ μόλις απέρριψε δημοσίως «οποιαδήποτε εθνική συμφωνία μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) και της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) για τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές». Μια δήλωση αδιανόητη πριν από δύο χρόνια και αποθαρρυντική για δεκάδες χιλιάδες ακτιβιστές του κοινωνικού και συνδικαλιστικού κινήματος που βλέπουν το RN να έρχεται το 2027. Από την πλευρά της La France Insoumise, όλες οι δηλώσεις που ακολούθησαν τον δεύτερο γύρο δεν κάνουν καμία αναφορά στο NFP, περιγράφοντας λεπτομερώς την πορεία του κόμματος προς τις προεδρικές εκλογές και καλώντας τα αριστερά ρεύματα να ενωθούν μαζί της χωρίς να προτείνουν καμία κοινή προσέγγιση με τα κόμματα του NFP.
Ο δρόμος, λοιπόν, φαίνεται κλειστός για την οικοδόμηση μιας ενότητας στην Αριστερά στη βάση της ρήξης με τις πολιτικές λιτότητας και δεν διαφαίνεται προς το παρόν κανένας κοινωνικός μοχλός που να μπορεί να αντιστρέψει τις φυγόκεντρες δυναμικές, ενώ οι λαϊκές τάξεις εξακολουθούν να υφίστανται νέες επιθέσεις με την αύξηση του κόστους διαβίωσης λόγω της κερδοσκοπίας στα πετρελαϊκά προϊόντα και, με υπόβαθρο, τις κλιματικές, οικολογικές, υγειονομικές και κοινωνικές κρίσεις που συνεχίζουν να επιδεινώνονται, ενισχυόμενες ιδιαίτερα από τους πολέμους στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, τις δια-ιμπεριαλιστικές αντιπαλότητες και την κούρσα των εξοπλισμών. Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη, ενόψει της πιθανής νίκης των Μπαρντελά/Λεπέν, να οικοδομηθεί μια τέτοια ενιαία εναλλακτική λύση ρήξης με τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές πολιτικές, μια διαδικασία που θα απαιτούσε την ενιαία κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του εργατικού και δημοκρατικού κινήματος, όπως επιτεύχθηκε το 2024, μόλις πριν από δύο χρόνια.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Léon Crémieux, «Elecciones municipales de 2026: el trampolín hacia la división de la izquierda», Viento Sur, 28 Μαρτίου 2026, https://vientosur.info/elecciones-municipales-de-2026-el-trampolin-hacia-la-division-de-la-izquierda/.
Léon Crémieux, “France: Local elections create springboard for left division”, International Viewpoint, 2 Απριλίου 2026, https://internationalviewpoint.org/France-Local-elections-create-springboard-for-left-division.
Σημειώσεις
[1] Η Γερουσία αριθμεί 348 έδρες. Εκλέγεται με έμμεση ψηφοφορία από 162.000 μεγάλους εκλέκτορες, το 95% των οποίων είναι εκπρόσωποι των δημοτικών συμβουλίων, καθώς και άλλοι περιφερειακοί αιρετοί αξιωματούχοι, βουλευτές και γερουσιαστές.
