Φωτογραφία από διαμέρισμα στη Λεωφόρο Στρατού της Τεχεράνης. Χτύπημα στην αποθήκη πετρελαίου Τέλο (7 Μαρτίου 2026)
Sahasranshu Dash
Siavash Shahabi
Ο Πόλεμος, η Εξέγερση και ο Ανολοκλήρωτος Αγώνας του Ιράν
Οι διαμαρτυρίες και η καταστολή που προηγήθηκαν της αμερικανο-ισραηλινής βομβιστικής εκστρατείας αποκάλυψαν τόσο την ευθραυστότητα της ιρανικής κυβερνητικής ελίτ όσο και την οργανωτική αδυναμία της ιρανικής κοινωνίας των πολιτών – δυναμικές που θα συνεχίσουν να καθορίζουν τη χώρα τους επόμενους μήνες.
Στις 28 Φεβρουαρίου, μετά από τρεις ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα στη Γενεύη, συντονισμένες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στόχευσαν υψηλόβαθμα στελέχη της πολιτικής και της ασφάλειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, καθώς και βασικές υποδομές διοίκησης και ελέγχου. Τις προηγούμενες ημέρες, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επικαλεστεί δημοσίως τις μαζικές δολοφονίες του Ιανουαρίου και την καταστολή των διαδηλωτών από το καθεστώς, παρουσιάζοντας τη στρατιωτική δράση ως στρατηγική αναγκαιότητα και ιστορική ευκαιρία. Μέσα σε λίγες ώρες, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης επιβεβαίωσαν αυτό που φαινόταν αδιανόητο λίγες εβδομάδες νωρίτερα: ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ανώτατος ηγέτης από το 1989, ήταν νεκρός. Σύμφωνα με πληροφορίες, μαζί του σκοτώθηκαν και αρκετοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του καθεστώτος ασφαλείας. Ακολούθησαν αντίποινα από το Ιράν, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων σε κράτη της περιοχής που είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ και φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ο πόλεμος, που ήδη επεκτείνεται, έχει καταστεί αναμφισβήτητα περιφερειακός. Κανείς –ούτε η Ουάσιγκτον, ούτε η Τεχεράνη– δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθεί.
Μέσα στις πρώτες μέρες, ο Τραμπ, ο Μάρκο Ρούμπιο, ο Πιτ Χέγκσεθ και ο Τζέι Ντι Βανς πρότειναν ο καθένας έναν διαφορετικό πολεμικό στόχο –πυρηνικό αφοπλισμό, αλλαγή καθεστώτος, προληπτική δράση και απελευθέρωση– χωρίς να διευκρινίσουν ποιος από αυτούς, αν υπήρχε, θα είχε προτεραιότητα. Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να αμφιβάλλουμε αν ο δύο φορές κατηγορούμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, που έστειλε την ICE στη Μινεσότα, και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, που υπόκειται σε ένταλμα σύλληψης από το ΔΠΔ, είναι σύμμαχοι της ιρανικής κοινωνίας των πολιτών. Ο Τραμπ έχει μάλιστα εκφράσει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι πρώτες επιθέσεις σκότωσαν Ιρανούς που η κυβέρνησή του είχε ορίσει ως πιθανούς διαδόχους, με μια ειλικρίνεια που αποκαλύπτει τη λογική του πιο ξεκάθαρα από οποιαδήποτε επίσημη δήλωση. Τα ιστορικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι για την Ουάσιγκτον, το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν ποιος τύπος ηγέτη κυβερνά ένα έθνος-κράτος, αλλά αν συμμορφώνεται ή αψηφά την αμερικανική αντίληψη για την ασφάλεια.
Για πολλούς Ιρανούς, ωστόσο, η είδηση προκάλεσε αντιφατικές αντιδράσεις: ανακούφιση, ακόμη και χαρά, για την εξαφάνιση ενός ανθρώπου που για χρόνια συνδέονταν με σφαγές και καταστολή, αναμεμειγμένη με φόβο ότι ο πόλεμος από ψηλά θα έφερνε δική του καταστροφή και αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθούσε.
Η κρίση που προκλήθηκε από τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ απειλεί να επισκιάσει την κρίση που προηγήθηκε αυτό το χειμώνα, όταν το Ιράν συγκλονίστηκε από μαζικές διαμαρτυρίες και κυβερνητική καταστολή. Αυτός ο τελευταίος κύκλος αποκάλυψε τόσο την ευθραυστότητα της ιρανικής κυβερνητικής ελίτ όσο και την οργανωτική αδυναμία της ιρανικής κοινωνίας των πολιτών, δυναμικές που θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν το μέλλον της χώρας.
Στα τέλη Δεκεμβρίου, το ιρανικό ριάλ κατέρρευσε σε ένα πρωτοφανές επίπεδο 1,42 εκατομμυρίων ανά δολάριο. Ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 40%. Οι τιμές των τροφίμων και των φαρμάκων αυξήθηκαν κατακόρυφα. Οι έμποροι του παζαριού της Τεχεράνης άρχισαν να διαμαρτύρονται για αυτές τις οικονομικές συνθήκες και οι διαδηλώσεις εξαπλώθηκαν γρήγορα στα πανεπιστήμια και στη συνέχεια σε επαρχιακές πόλεις όπως το Λορντεγκάν, το Μαλεκσαχί και το Αμπντανάν, που από καιρό πάσχουν από ανισόμετρη ανάπτυξη και κρατική εκμετάλλευση. Μέσα σε λίγες μέρες, οι διαδηλώσεις μετατράπηκαν στην μεγαλύτερη κινητοποίηση από την εξέγερση του 2022 που πυροδότησε ο θάνατος της Μαχσά Αμινί.
Στις 8 Ιανουαρίου ξεκίνησε μια εκστρατεία καταστολής. Οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας πραγματοποίησαν συντονισμένες μαζικές δολοφονίες σε ολόκληρη τη χώρα. Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει τουλάχιστον 3.117 θανάτους, ενώ ανεξάρτητες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι οι θάνατοι ξεπερνούν τους 7.000. Οι δολοφονίες έγιναν κατά τη διάρκεια μιας σχεδόν πλήρους διακοπής του διαδικτύου, κατά την οποία η συνδεσιμότητα κατέρρευσε και τα νοσοκομεία αποκλείστηκαν. Στις οικογένειες απαγορεύτηκε η πρόσβαση στις σωρούς, και ακόμη και ο θρήνος αντιμετωπίστηκε ως υπονόμευση. Η καταστολή ήταν συστηματική και ψυχρή.
Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και τα συνδεδεμένα με αυτό ιδρύματα – τα οποία εκτιμάται ότι ελέγχουν μεταξύ 30 και 40% της ιρανικής οικονομίας, καλύπτοντας τους τομείς των κατασκευών, της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των λιμένων και του εμπορίου στη μαύρη αγορά – παρέμειναν ανέπαφα. Οι ελλείψεις δεν ήταν ομοιόμορφα κατανεμημένες. Ενώ οι μισθοί παρέμειναν μήνες πίσω από τις τιμές και οι συνταξιούχοι αγωνίζονταν να εξασφαλίσουν βασικά αγαθά, οι πόροι συνέχιζαν να διοχετεύονται σε στρατιωτικά έργα και περιφερειακές παρεμβάσεις. Η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό παρέμεινε στο 14% περίπου, παρά την σχεδόν καθολική εκπαίδευση. Οι περιφερειακές περιοχές υπέφεραν από έλλειψη νερού, η οποία επιδεινώθηκε από την εξόρυξη φυσικών πόρων και τα έργα κατασκευής φραγμάτων που ευνοούσαν την αγροτική βιομηχανία.
Όταν οι διαμαρτυρίες ξέσπασαν λόγω αυτών των συνθηκών, ήρθαν αντιμέτωπες με ένα κράτος του οποίου η οικονομική και η κατασταλτική δύναμη ήταν συνυφασμένες. Το ηθικό θάρρος ήρθε αντιμέτωπο με τη θεσμοθετημένη καταστολή, αλλά το θάρρος από μόνο του δεν επικράτησε. Οι σφαγές του Ιανουαρίου αποκάλυψαν την ασυμμετρία μεταξύ της διάχυτης κοινωνικής οργής και ενός κεντρικού μηχανισμού ασφαλείας ικανό να συντονίζει τη βία. Οι διαδηλωτές που κινητοποιήθηκαν προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις και όλες τις περιοχές – βιομηχανικοί εργάτες, εκπεδευτικοί, συνταξιούχοι, εργαζόμενοι σε επισφαλείς θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, τμήματα της παραοικονομίας. Ωστόσο, ελλείψει σταθερής οργάνωσης, το κράτος διατήρησε το μονοπώλιο της βίας. Οι διακοπές του διαδικτύου δεν ήταν τυχαίες, αλλά εργαλεία καταστολής. Απομονώνοντας τις πόλεις μεταξύ τους, το καθεστώς εξασφάλισε ότι ο τρόμος που επέβαλε βιώθηκε σε τοπικό επίπεδο και χωρίς να γίνεται ορατός.
Δεκαετίες νωρίτερα, στο βιβλίο του Ο Σάχης των Σάχηδων, ο δημοσιογράφος Ρισάρντ Καπουσίνσκι κατέγραψε την πτώση του Μοχαμμάντ Ρεζά Παχλαβί, παρατηρώντας πώς τα αυταρχικά καθεστώτα συχνά καταρρέουν πρώτα στο πεδίο της πίστης σ’ αυτά. Ο φόβος παύει να λειτουργεί, η υπακοή γίνεται μηχανική και η νομιμότητα εξαντλείται πριν από την πτώση των παλατιών. Το 1979, ο λαός έπαψε να πιστεύει πριν από την αποσύνθεση του κράτους. Σήμερα, αυτή η ακολουθία έχει διαταραχθεί. Η βία χτύπησε πριν η πίστη συνενωθεί σε μια εναλλακτική λύση. Η κορυφή της Ισλαμικής Δημοκρατίας αποκεφαλίστηκε από εξωτερικούς βομβαρδισμούς πριν η ιρανική κοινωνία δημιουργήσει ένα ανθεκτικό υποκατάστατο στη θέση της.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα δίλημμα: ενώ θα ήταν ηθικά απαράδεκτο να πανηγυρίσουμε για τους βομβαρδισμούς, θα ήταν αναλυτικά απαράδεκτο να αρνηθούμε ότι η αρχιτεκτονική του εξαναγκασμού έχει υποστεί ζημιά. Ανώτεροι αξιωματικοί έχουν σκοτωθεί και η ιεραρχία της εξουσίας έχει κλονιστεί. Η ισορροπία δυνάμεων στο εσωτερικό του Ιράν έχει μεταβληθεί, αν και η κατεύθυνση αυτής της μεταβολής είναι αβέβαιη.
Ο πειρασμός να αναγάγουμε αυτά τα γεγονότα σε γεωπολιτικά ζητήματα είναι ισχυρός. Το καθεστώς υποτάσσει την εξέγερση και τους βομβαρδισμούς σε μια γλώσσα περί εξωτερικών συνωμοσιών και παραβίασης της κυριαρχίας. Οι δυτικοί ηγέτες μιλούν για την ευκαιρία να αναδιαμορφώσουν την περιοχή. Οι εξόριστοι διεκδικητές παρουσιάζονται ως αναπόφευκτοι διάδοχοι. Σε κάθε περίπτωση, η ιρανική κοινωνία κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε απλό φόντο.
Ακριβώς όπως δεν πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά την ανθρωπιστική ρητορική της Ουάσιγκτον και πρέπει να αναγνωρίζουμε τις δυνάμεις που επιδιώκουν τον πόλεμο με το Ιράν εδώ και δεκαετίες, πρέπει επίσης να αποφύγουμε να εξωραΐζουμε το ιστορικό του καθεστώτος του οποίου ο ηγέτης έχει πλέον σκοτωθεί. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένας εσωτερικός αυταρχισμός, αλλά ένα περιφερειακό σχέδιο, που διατηρείται μέσω δεκαετιών διακρατικής βίας.
Στη Συρία, οι ιρανικές πολιτοφυλακές βοήθησαν στη στήριξη μιας κυβέρνησης υπεύθυνης για τον θάνατο περισσότερων από 200.000 αμάχων, σε έναν πόλεμο που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 580.000 ανθρώπους συνολικά και προκάλεσε τον εκτοπισμό 13 εκατομμυρίων. Στην Υεμένη, η υποστήριξη του Ιράν προς τους Χούθι επιδείνωσε μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον πλανήτη, αφήνοντας περισσότερους από 18 εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν άμεση ανάγκη από βοήθεια. Στον Λίβανο, η Χεζμπολλάχ –εξοπλισμένη και χρηματοδοτούμενη από την Τεχεράνη με εκτιμώμενο κόστος έως 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως– επέβαλε τις στρατηγικές της προτεραιότητες σε ένα κράτος που υπέφερε από οικονομική κατάρρευση. Στο Ιράκ, οι πολιτοφυλακές που ήταν σύμμαχοι του Ιράν λειτουργούσαν ως κράτος εν κράτει, πραγματοποιώντας εξωδικαστικές εκτελέσεις και διαχειριζόμενες ιδιωτικές φυλακές. Και τα ιρανικά drones Shahed, που προμήθευσε στην Ρωσία, κατέστρεψαν την ουκρανική πολιτική υποδομή κατά τη διάρκεια πολλών χειμώνων.
Η καταστολή του καθεστώτος επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο, σε συγγραφείς, αντιφρονούντες και μεταφραστές στο εξωτερικό. Η πιο διαβόητη ήταν η φάτου που εξέδωσε ο Αγιατολλάχ Ρουχολλάχ Χομεϊνί το 1989 εναντίον του συγγραφέα Σαλμάν Ρουσντί, γεννημένου στη Βομβάη, για το μυθιστόρημά του Οι Σατανικοί Στίχοι. Ο Ρουσντί πέρασε χρόνια κρυμμένος υπό την προστασία της αστυνομίας, ενώ ο Ιάπωνας μεταφραστής του δολοφονήθηκε το 1991. Το 2022, ο Ρουσντί μαχαιρώθηκε από ένα άτομο που, όπως είναι ευρέως γνωστό, εμπνεύστηκε από την φάτου, με αποτέλεσμα να χάσει το ένα του μάτι. Ευτυχώς, η καταστολή δεν είναι πάντα αποτελεσματική: ο Ρουσντί έχει γράψει πάνω από δεκαπέντε βιβλία μετά την έκδοση της φάτουα, συμπεριλαμβανομένων δύο μετά το μαχαίρωμα του 2022.
Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι εξεγέρσεις που προηγήθηκαν αυτού του πολέμου δεν ήταν αποτέλεσμα εξωτερικών χειραγωγήσεων. Όταν οι γυναίκες έβγαλαν τις μαντίλες τους το 2022 και οι μαθήτριες αντιμετώπισαν την ένοπλη αστυνομία, η διαμαρτυρία τους δεν αφορούσε μια αφηρημένη έννοια, αλλά την ενσάρκωση της αντίστασης στην θεσμοθετημένη μισογυνία. Η πειθάρχηση των γυναικείων σωμάτων –μέσω ξυλοδαρμών, φυλάκισης και τεκμηριωμένης σεξουαλικής βίας κατά τη διάρκεια της κράτησης– μετέτρεψε την ενδυμασία σε δημοψήφισμα σχετικά με την υποταγή. Το Ταχρίρ αλ-Ουασιλά του Αγιατολάχ Χομεϊνί θέσπισε νομικά πλαίσια που επιτρέπουν τον γάμο κοριτσιών ηλικίας μόλις εννέα ετών – μια δογματική θέση που μεταφράστηκε σε πολιτική μετά το 1979 και έχει οδηγήσει στο γάμο δεκάδων χιλιάδων κοριτσιών ηλικίας μεταξύ δέκα και δεκατεσσάρων ετών κάθε χρόνο από τότε. Χρόνια πριν από τηδημόσια καύση των χιτζάμπ σε πλατείες, η Αζάρ Ναφισί περιγράφει στο βιβλίο της Διαβάζοντας τη Λολίτα στο Τεχεράνη πώς η λογοτεχνία λειτουργούσε για τις γυναίκες του Ιράν ως ένα εύθραυστο καταφύγιο ενάντια στην ιδεολογική ασφυξία. Μέχρι το 2022, αυτή η αναζήτηση καταφυγίου μετατράπηκε σε ανοιχτή άρνηση. Ο θάνατος της Μαχσά Αμίνι υπό την επιτήρηση της αστυνομίας ηθών μετέτρεψε αυτή την άρνηση σε ένα μαζικό κίνημα που αντήχησε με το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία».
Η εξέγερση του Δεκεμβρίου 2025-Ιανουαρίου 2026 επέκτεινε τη συλλογική δράση στον τομέα της οικονομικής ζωής. Δεν επρόκειτο πλέον απλώς για μια νεανική εξέγερση ή μια πολιτιστική επανάσταση, αλλά για μια ανταρσία ενάντια σε μια πολιτική οικονομία ανίκανη να αναπαράγει την κανονική ύπαρξη. Οι διαμαρτυρίες είχαν τις ρίζες τους στην υλική εξάντληση: καθυστερήσεις μισθών, κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης, περιφερειακές απαλλοτριώσεις και αποκλεισμός από την οικονομική ζωή με βάση το φύλο. Όταν ο πληθωρισμός κατέστησε την κανονική επιβίωση επισφαλή, οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους παρά την βεβαιότητα της καταστολής, γνωρίζοντας πλήρως τους κινδύνους.
Ωστόσο, λόγω της έλλειψης θεσμικού βάθους –ανεξάρτητη οργάνωση των εργαζομένων, συντονισμό απεργιών και ανθεκτικά δίκτυα ικανά να επιβιώσουν από την καταστολή– η εξέγερση αντιμετώπισε έναν ακόμα συνεκτικό πυρήνα καταπίεσης. Τώρα αυτός ο πυρήνας έχει χτυπηθεί από ψηλά και ο πόλεμος αναδιαμορφώνει το έδαφος στο οποίο θα εξελιχθεί η ιρανική πολιτική. Ωστόσο, αν αυτή η στιγμή καταλήξει σε μια απλή διαμάχη μεταξύ κρατών –μεταξύ διακηρύξεων απελευθέρωσης και επικλήσεων εθνικής κυριαρχίας– η ιρανική κοινωνία θα εξαφανιστεί και πάλι.
Οι Ισραηλινοί σχεδιαστές στρατηγικής έχουν δηλώσει ρητά ότι προτιμούν όχι μια ήσυχη αλλαγή καθεστώτος, αλλά την κατάρρευση του κράτους και ακόμη και την αποσταθεροποίηση της περιοχής. Οι στόχοι της Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, παραμένουν σκόπιμα ασυνάρτητοι, αλλά πιθανόν αποτελούν μέρος μιας εκστρατείας πίεσης κατά του Πεκίνου (όπως συνέβη στη Βενεζουέλα), με στόχο να στερηθεί την πρόσβαση στο ιρανικό πετρέλαιο και έναν κρίσιμο περιφερειακό σύμμαχο.
Ωστόσο, η εστίαση μόνο στους στόχους του εξωτερικού πολέμου κινδυνεύει να επισκιάσει τη μοίρα των ανθρώπων που ζουν στο Ιράν και την ικανότητά τους να δράσουν. Σε τμήματα της διεθνούς αριστεράς, η αντίθεση στην αμερικανική δύναμη έχει μετατραπεί σε στρατηγική και όχι σε καθολική ηθική, στην οποία τα καθεστώτα που τοποθετούνται ενάντια στη δυτική ηγεμονία τυγχάνουν συγχώρεσης ανάλογα με το πλαίσιο και αντιμετωπίζονται με διαφορετικό, πιο ήπιο κριτήριο από τις θεσμοθετημένες δημοκρατίες. Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε είχε κάποτε διατυπώσει τη θεωρία μιας μορφής «απελευθερωτικής ανοχής» που δικαιολογούσε την ασυμμετρία στην υπηρεσία της χειραφέτησης. Στην πράξη, όμως, μια τέτοια ασυμμετρία συχνά ολισθαίνει σε γεωπολιτικό καμπισμό. Σήμερα, πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο ποιος έπληξε την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά και αν η ιρανική κοινωνία μπορεί να δράσει μέσα στο χάος που προκάλεσε αυτό το πλήγμα.
Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ο Χαμενεΐ λειτουργούσε ως η ραχοκοκαλιά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, διαμεσολαβώντας στις αντιπαλότητες μεταξύ των φραξιών, ως διαιτητής στις διαμάχες της ελίτ και εμποδίζοντας την ανάδυση σοβαρών εσωτερικών αντιπάλων. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα του καθεστώτος δεν βασιζόταν μόνο στο χάρισμα του Χαμενεΐ. Συνδύαζε την κληριακλιστική εξουσία με τη βαθειά γραφειοκρατεία και τη στρατιωτιοτικοποιημένη επιβολή. Ο συνταγματικός μηχανισμός διαδοχής παραμένει τυπικά ανέπαφος: η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων –η οποία πρόσφατα έγινε στόχος αεροπορικών επιδρομών– είναι επιφορτισμένη με την επιλογή του επόμενου ανώτατου ηγέτη. Στην πράξη, ωστόσο, η επιλογή αυτή πάντα διαμορφωνόταν από τις διαπραγματεύσεις της ελίτ, την προληπτική επίτευξη συναίνεσης και την σκιώδη επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης.
Τρεις δομικές πραγματικότητες περιπλέκουν πλέον τη μετάβαση. Πρώτον, δεν υπάρχει δημόσια αναγνωρισμένος διάδοχος. Δεύτερον, κανένας ανώτερος κληρικός δεν διαθέτει ανεξάρτητη θρησκευτική επιρροή σε συνδυασμό με ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση. Τρίτον, το κατεστημένο της ασφάλειας –που είναι ήδη ενσωματωμένο στην οικονομία και τον πολιτικό μηχανισμό– είναι πιθανό να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στη διαχείριση του αποτελέσματος.
Σε συνθήκες πολέμου, ο πειρασμός για σύγκλιση είναι ισχυρός. Η ρητορική της έκτακτης ανάγκης δικαιολογεί την εφαρμογή έκτακτων μέτρων. Ένα αποδυναμωμένο καθεστώς μπορεί να επιχειρήσει να επανασυνδέσει τη συνοχή του, ενισχύοντας τον έλεγχο, εξαλείφοντας τα αναξιόπιστα στοιχεία και παρουσιάζοντας την ενότητα ως μέσο επιβίωσης. Ο ίδιος μηχανισμός που πραγματοποίησε συντονισμένες δολοφονίες τον Ιανουάριο έχει κλονιστεί, αλλά δεν έχει διαλυθεί. Αυτή είναι η πρώτη ψευδαίσθηση στην οποία πρέπει να αντέξουμε: ότι η αποκεφαλισμός ισοδυναμεί με εκδημοκρατισμό.
Μια δεύτερη ψευδαίσθηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Και αυτό είναι επίσης αβάσιμο. Η απομάκρυνση ενός ανώτατου ηγέτη που μονοπωλούσε την απόλυτη εξουσία δημιουργεί αναπόφευκτα αστάθεια. Η πολιτική διαδοχή σε συνθήκες βομβαρδισμών δεν είναι μια προγραμματισμένη συνέχεια, αλλά μια αυτοσχεδιαστική διαδικασία υπό πίεση. Σε τέτοιες στιγμές, τα σχέδια που αποσκοπούν στον έλεγχο της κοινωνίας τείνουν να πολλαπλασιάζονται. «Ελεγχόμενη μετάβαση», ανακατάταξη των ελίτ, συμβολικές παραχωρήσεις χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές – αυτές είναι γνωστές στρατηγικές σε περιόδους αυταρχικής κρίσης.
Στο εξωτερικό, οι φαντασιώσεις για την αποκατάσταση της μοναρχίας επανήλθαν με προβλέψιμη ταχύτητα. Ωστόσο, η αξιοπιστία της δημοκρατικής πολιτικής δεν βασίζεται στη νοσταλγία, αλλά στη λογοδοσία. Καθώς οι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ σκοτώνουν Ιρανούς αμάχους, οι φωνές των βασιλοφρόνων υποβαθμίζουν τους νεκρούς σε αφηρημένες «απώλειες», ακόμη και όταν τα δημόσια συλλυπητήριά τους απευθύνονται κυρίως στους δυτικούς στρατιώτες που στοχοποιήθηκαν στην επακόλουθη κλιμάκωση. Μια τέτοια ασυμμετρία δεν εμπνέει εμπιστοσύνη για ένα δημοκρατικό μέλλον. Η εξουσία δεν μπορεί να αυτοσχεδιαστεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε να οικοδομηθεί πάνω σε αντιδραστική αγανάκτηση. Ούτε μπορεί να παρασχεθεί από το εξωτερικό. Κανένας αεροπορικός βομβαρδισμός δεν δημιουργεί συνδικάτα, δεν ιδρύει συμβούλια, ούτε δημιουργεί ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης. Καμία ξένη δύναμη δεν μπορεί να κατασκευάσει τα πυκνά δίκτυα εμπιστοσύνης που απαιτούνται για μια βιώσιμη δημοκρατική ζωή.
Ο κατακερματισμός της εξόριστης αντιπολίτευσης καταδεικνύει το βαθύτερο πρόβλημα. Ο Ρεζά Παχλαβί καλεί τους Ιρανούς να βγουν στους δρόμους, αν και κανείς δεν μπορεί να μαντέψει πώς θα το κάνουν αυτό ενώ βομβαρδίζονται. Οι MEΧ [Μοτζαχεντίν-ε Χαλκ]– που έχουν κατηγορηθεί από πολλούς Ιρανούς επειδή πολέμησαν στο πλευρό του Ιράκ εναντίον του Ιράν τη δεκαετία του 1980– έχουν ανακοινώσει την ίδρυση μιας προσωρινής κυβέρνησης από το Παρίσι. Ο Τραμπ έχει δείξει χλιαρή στάση απέναντι στον Παχλαβί, υπονοώντας ότι θα προτιμούσε κάποιον από το εσωτερικό της χώρας, ίσως σχεδιάζοντας να επαναλάβει το σενάριο της Βενεζουέλας, όπου απομάκρυνε τον Νικολά Μαδούρο και επέτρεψε στην Ντέλσι Ροντρίγκες –αντιπρόεδρο του Μαδούρο και για πολλά χρόνια υποστηρίκτρια του Τσάβες– να αναλάβει καθήκοντα ως αναπληρωματική πρόεδρος. Παράλληλα, πέντε ιρανικά κουρδικά κόμματα έχουν σχηματίσει μια συμμαχία, με μαχητές να κινούνται ήδη προς τα σύνορα – αν και οι Ιρανοί Κούρδοι δεν διαθέτουν την επιρροή ή τους πόρους για να στηρίξουν μόνοι τους μια επιτυχημένη εξέγερση. Η αλλαγή καθεστώτος δεν μπορεί να επιτευχθεί από το εξωτερικό, και το προηγούμενο της Βενεζουέλας υποδηλώνει ότι μπορεί να μην επιχειρηθεί καν.
Άλλωστε, αυτό ήταν το βασικό δίδαγμα του Ιανουαρίου. Η εξέγερση χωρίς θεσμικό βάθος συγκρούστηκε με τον κεντρικό εξαναγκασμό. Ο πόλεμος μπορεί να αλλάξει αυτό το τοπίο και να διαταράξει τις ιεραρχίες στη διοίκηση, διασπώντας την αύρα ατρωσίας του καθεστώτος. Ωστόσο, η διαταραχή δεν είναι οργάνωση: μια ρήξη στην κορυφή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ικανότητα στη βάση.
Το Ιράν βρίσκεται τώρα σε ένα σταυροδρόμι. Το καθεστώς μπορεί να σταθεροποιηθεί ακόμη περισσότερο υπό την λογική της έκτακτης ανάγκης. Μπορεί να καταρρεύσει υπό το βάρος της αντιπαλότητας μεταξύ των ελίτ. Ή μπορεί να αλλάξει την όψη του διατηρώντας παράλληλα τη δομή του. Αλλά το κρίσιμο είναι ότι αυτό που δεν μπορεί να αποκαταστήσει εύκολα είναι η αύρα της σιγουριάς.
Ελλείψει ανθεκτικών θεσμών αντιπολίτευσης, ο πολιτισμός έχει σημασία – όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως απόδειξη αντοχής. Η άρνηση έχει βαθιές ρίζες. Το ίδιο ισχύει και για την επιμονή να εκφράζεται κανείς παρά τους περιορισμούς. Ο σκηνοθέτης Τζαφάρ Παναχί, στον οποίο το καθεστώς απαγόρευσε να γυρίζει ταινίες για είκοσι χρόνια, έβγαλε λαθραία από το Ιράν την ταινία του Αυτό δεν είναι ταινία του 2011, κρυμμένη σε ένα USB stick μέσα σε ένα κέικ. Υπό τέτοιες συνθήκες, το να γυρίσεις μια ταινία έγινε πράξη επιμονής και όχι διακήρυξης. Η τέχνη μπορεί να μην καταργεί τον μηχανισμό ασφαλείας. Διατηρεί όμως την ικανότητα να απορρίπτει τις ηθικές του αξιώσεις. Μερικές φορές αυτή η άρνηση επιβιώνει ακόμη και της εξουσίας που προσπάθησε να τη φιμώσει.
Τον 14ο αιώνα, ο Πέρσης ποιητής Χαφέζ έγραψε:
واعظان کاین جلوه در محراب و منبر میکنند
چون به خلوت میروند آن کار دیگر میکنند
Αυτοί οι ιεροκήρυκες που κάνουν τέτοια επίδειξη στο άμβωνα και στην προσευχή
Όταν αποσύρονται στην ιδιωτική τους ζωή, κάνουν άλλα πράγματα.
Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας αυτούς τους στίχους σε στιγμές που όλες οι πλευρές διακηρύσσουν τη δικαιοσύνη – με τη γλώσσα της ασφάλειας, της απελευθέρωσης, της εθνικής κυριαρχίας ή της σωτηρίας. Ο πόλεμος μπορεί να αναδιαμορφώσει το πεδίο. Οι ηγέτες μπορεί να πέσουν. Αλλά ο ουσιαστικός αγώνας είναι για το ποιος ορίζει την πραγματικότητα και αν η κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει μορφές ικανές να μεταφέρουν αυτή την πραγματικότητα στην καθημερινότητά μας – όχι μόνο σε αυτή τη ρήξη, της οποίας οι συνέπειες παραμένουν σκοτεινές και απροσδιόριστες, αλλά και στις μακροχρόνιες συνέπειες που καμία αεροπορική επιδρομή δεν μπορεί να διαμορφώσει. Αν αυτός ο αγώνας συνεχιστεί –στους δρόμους, στα συνδικάτα που δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί, στις ταινίες που γυρίζονται παρά την απαγόρευση και στους στίχους που θυμόμαστε υπό την απαγόρευση κυκλοφορίας– τότε η ρήξη που άνοιξε ο θάνατος του Χαμενεΐ δεν χρειάζεται να επαναληφθεί.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Sahasranshu Dash and Siyavash Shahabi, “War, Revolt, and Iran’s Unfinished Struggle”, Dissent, 6 Μαρτίου 2026, https://dissentmagazine.org/online_articles/war-revolt-and-irans-unfinished-struggle/.
Ο Sahasranshu Dash είναι συνεργάτης έρρευνας στο Διεθνές Κέντρο Εφαρμοσμένης Ηθικής και Δημοσίων Υποθέσεων (ICAEPA / International Centre for Applied Ethics and Public Affairs), έναν ανεξάρτητο ερευνητικό οργανισμό με έδρα το Σέφιλντ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ο Siyavash Shahabi είναι Ιρανός δημοσιογράφος και ακτιβιστής που ζει στην εξορία. Είναι μέλος της Ιρανικής Εργατικής Συνομοσπονδίας – Εξωτερικού, η οποία μέσω της άμεσης επαφής με διάφορα στρώματα του εργατικού κινήματος του Ιράν εργάζεται για να χτίσει γέφυρες με διεθνείς οργανισμούς και συνδικάτα σε άλλες χώρες.

