Η αστυνομία στο Τελ Αβίβ διέλυσε το Σάββατο εκατοντάδες διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν ενάντια στην ισραηλινή επιχείρηση, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, κατά του Ιράν, η οποία βρίσκεται πλέον στον δεύτερο μήνα της. Σύμφωνα με τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, έχουν συλληφθεί μέχρι στιγμής έως και 18 άτομα, καθώς εξακολουθούν να ισχύουν οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στις συγκεντρώσεις λόγω πολέμου. 29 Μαρ 2026/Al Jazeera: https://www.aljazeera.com/video/newsfeed/2026/3/29/dozens-detained-in-tel-aviv-as-anti-war-protest-turns-violent
Τι κάνει τον πόλεμο των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν διαφορετικό;
Γράφει ο Michael Pröbsting
ΠΗΓΗ: links.org.au
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:elaliberta.gr
Αυτός ο πόλεμος είναι διαφορετικός. Αυτό γίνεται φανερό από τις ασυνάρτητες και αντιφατικές εξηγήσεις της κυβέρνησης Τραμπ σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ξεκίνησαν έναν ακόμη πόλεμο εναντίον του Ιράν και τους στόχους του. Γίνεται επίσης φανερό από το γεγονός ότι ο πόλεμος φαίνεται να έχει προετοιμαστεί ελλιπώς, καθώς το Πεντάγωνο και οι σύμμαχοί του στον Κόλπο ανησυχούν, μετά από μόλις λίγες ημέρες βομβαρδισμών, για τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων πυρομαχικών αν ο πόλεμος συνεχιστεί για πολύ ακόμα. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ζητά από το Πεντάγωνο να στείλει περισσότερους στρατιωτικούς αξιωματικούς πληροφοριών στο αρχηγείο της για να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν για τουλάχιστον 100 ημέρες (αλλά πιθανότατα μέχρι τον Σεπτέμβριο), καθώς ο πόλεμος προβλέπεται να διαρκέσει πολύ περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, σε αντίθεση με τους προηγούμενους πολέμους, η επίθεση κατά του Ιράν είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής στον αμερικανικό λαό — ακόμη και πριν αυτός υποστεί οποιεσδήποτε σημαντικές απώλειες. Ο πρώην ανώτερος Αμερικανός διπλωμάτης Τζέραλντ Φάιερσταϊν, ο οποίος ασχολήθηκε με θέματα της Μέσης Ανατολής, σχολιάζει τον χαοτικό χαρακτήρα της αμερικανικής επιχείρησης:
«Αυτό που είδαμε ήταν μια εντελώς ad hoc επιχείρηση, όπου φαινόταν ότι κανείς δεν είχε καταλάβει πραγματικά ή δεν πίστευε ότι ήταν επικείμενη μια στρατιωτική δράση. Φαίνεται σαν να ξύπνησαν το Σάββατο το πρωί και αποφάσισαν ότι θα ξεκινούσαν έναν πόλεμο.»[1]
Ωστόσο, ο αυτοσχέδιος χαρακτήρας του αμερικανο-σιωνιστικού πολέμου κατά του Ιράν αποτελεί μάλλον την αντανάκλαση μιας πολύ βαθύτερης αντίφασης — μιας αντίφασης που διαφοροποιεί αυτόν τον πόλεμο από όλους τους προηγούμενους αμερικανικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους από το 1945 και μετά. Μέχρι σήμερα, οι πόλεμοι της Ουάσιγκτον ήταν πάντα αποτέλεσμα της στρατηγικής της. Οι πόλεμοι της Κορέας και του Βιετνάμ ήταν αποτέλεσμα του Ψυχρού Πολέμου της εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Ο πρώτος πόλεμος του Ιράκ το 1991 χρησίμευσε για την εδραίωση της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ, καθώς ο σταλινισμός κατέρρεε. Ο πόλεμος του Αφγανιστάν και ο δεύτερος πόλεμος του Ιράκ το 2003 υποτίθεται ότι είχαν ως στόχο την υπεράσπιση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους και της κυριαρχίας τους στη Μέση Ανατολή ειδικότερα.
Μήπως υποβαθμίζεται η προτεραιότητα της Μέσης Ανατολής;
Αντίθετα, ο σημερινός πόλεμος κατά του Ιράν έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την πραγματική στρατηγική του Λευκού Οίκου — τη λεγόμενη «Δόγμα Donroe» (ή «Δόγμα Τραμπ», για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση ενός δουλοπρεπούς αρθρογράφου της Washington Post).[2] Όπως επισημάναμε στην ανάλυσή μας για το έγγραφο της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε μια σημαντική στροφή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας παρακμής του, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν επιδιώκει πλέον να είναι ο παγκόσμιος ηγεμόνας, αλλά θέλει μάλλον να επικεντρωθεί στην πλήρη κυριαρχία του στο Δυτικό Ημισφαίριο, η οποία περιλαμβάνει μια αντιδραστική επίθεση για την εκ νέου αποικιοποίηση της Λατινικής Αμερικής, την άσκηση πίεσης στον Καναδά, την κατάληψη της Γροιλανδίας και την καταστροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα άλλο αποτέλεσμα αυτής της στροφής είναι ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει μια προσωρινή αποκλιμάκωση των εντάσεων με τον ρωσικό και τον κινεζικό ιμπεριαλισμό.[3]
Μια συνέπεια αυτής της νέας εξωτερικής πολιτικής ήταν η υποβάθμιση της προτεραιότητας που αποδιδόταν στη Μέση Ανατολή. Αν και η περιοχή αυτή αποτελούσε στρατηγικό σημείο για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, όπου είχε διεξαγάγει τους περισσότερους πολέμους του από το 1991, η κυβέρνηση Τραμπ τόνιζε πάντα την επιθυμία της να μειώσει τη στρατιωτική της παρουσία εκεί. Το έγγραφο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας (NSS) αναφέρει ρητά:
«Οι συγκρούσεις παραμένουν η πιο προβληματική δυναμική της Μέσης Ανατολής, αλλά σήμερα το πρόβλημα αυτό δεν είναι τόσο σοβαρό όσο θα μπορούσε να πιστέψει κανείς διαβάζοντας τους τίτλους των εφημερίδων… Ωστόσο, οι ημέρες κατά τις οποίες η Μέση Ανατολή κυριαρχούσε στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, τόσο στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό όσο και στην καθημερινή εφαρμογή της, ευτυχώς έχουν περάσει — όχι επειδή η Μέση Ανατολή δεν έχει πλέον σημασία, αλλά επειδή δεν αποτελεί πλέον το διαρκές πρόβλημα και την πιθανή πηγή επικείμενης καταστροφής που ήταν κάποτε. Αντίθετα, αναδύεται ως ένας τόπος συνεργασίας, φιλίας και επενδύσεων.»[4]
Ωστόσο, μόλις λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση αυτού του εγγράφου, η Ουάσιγκτον διέταξε την μεγαλύτερη συγκέντρωση αεροπορικής και ναυτικής δύναμης στη Μέση Ανατολή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003 και ξεκίνησε έναν μεγάλο πόλεμο με τη δολοφονία του Χαμενεΐ, του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν και ανώτατης θρησκευτικής αρχής για έως και 260 εκατομμύρια σιίτες μουσουλμάνους παγκοσμίως. Με μία κίνηση, ο Τραμπ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου προκάλεσαν μια σύγκρουση που ενδέχεται να έχει πολύ χειρότερες συνέπειες για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό από τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν πόλεμο που θα διαμορφώσει το μέλλον όχι μόνο του Ιράν, αλλά και της Μέσης Ανατολής και της προεδρίας Τραμπ.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Γιατί, λοιπόν, ο Τραμπ αναλαμβάνει ένα τόσο μεγάλο ρίσκο και ξεκινά έναν «πόλεμο επιλογής» χωρίς καμία στρατιωτική αναγκαιότητα, έναν πόλεμο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καθιερωμένη αμερικανική εξωτερική πολιτική; Όπως ανέφερα σε προηγούμενα άρθρα, υπάρχουν διάφοροι πολιτικοί παράγοντες, τόσο στρατηγικής όσο και συγκυριακής φύσης, που εξηγούν αυτόν τον πόλεμο.[5]
Ο πρώτος είναι ο ρόλος του Ισραήλ και των σιωνιστικών δυνάμεων στις ΗΠΑ. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρεξήγηση, μιλάω σκόπιμα για σιωνιστικές και όχι για εβραϊκές δυνάμεις. Το κάνω αυτό όχι λόγω «πολιτικής ορθότητας», αλλά επειδή είναι θεμελιωδώς λάθος να ταυτίζουμε τον σιωνισμό με τον εβραϊκό λαό. Ιστορικά, πριν από το 1945 ο σιωνισμός ήταν μόνο μια μειοψηφική τάση μεταξύ των Εβραίων. Ενώ ο σιωνισμός έγινε πλειοψηφία μεταξύ των Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα, σήμερα πολλοί Εβραίοι έχουν απομακρυνθεί από το Ισραήλ — ιδίως μετά τη φρικτή γενοκτονία του κράτους των εποίκων εναντίον του παλαιστινιακού λαού στη Γάζα από τις 7 Οκτωβρίου.
Στις ΗΠΑ, όπου ζει περίπου ο ίδιος αριθμός Εβραίων με τον Ισραήλ, μια αυξανόμενη μειονότητα μεταξύ τους δεν υποστηρίζει πλέον το κράτος των εποίκων. Πρόσφατα, μια μελέτη που δημοσιεύθηκε από την Εβραϊκή Κοινότητα της Ευρύτερης Περιοχής της Βοστώνης διαπίστωσε ότι, μεταξύ των νεαρών ενηλίκων ηλικίας 18–29 ετών, το 38% αυτοπροσδιορίζεται ως «κάπως» ή «έντονα» αντι-σιωνιστικό, ενώ μόνο το 30% συμφωνεί με τη δήλωση ότι είναι σημαντικό το Ισραήλ να αποτελεί το έθνος-κράτος του εβραϊκού λαού.[6]
Παράλληλα, υπάρχουν εξαιρετικά ισχυρές αντιδραστικές δυνάμεις, όπως οι χριστιανοί φονταμενταλιστές, οι οποίοι δεν είναι Εβραίοι αλλά φανατικοί υποστηρικτές του Ισραήλ. Με άλλα λόγια, ο σιωνισμός δεν αποτελεί εθνοτική ή θρησκευτική κατηγορία, αλλά πολιτική: πρόκειται για όσους υποστηρίζουν την ύπαρξη του Ισραηλινού κράτους των εποίκων.
Μια αποχώρηση από τη Μέση Ανατολή θα αποτελούσε ένα πλήγμα για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ωστόσο, δεν θα έθετε σε αμφισβήτηση την ύπαρξή του. Τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά το Ισραήλ. Η ίδια η ύπαρξή του θα κινδύνευε αν η Ουάσιγκτον αποσυρόταν από την περιοχή. Πώς θα μπορούσε ένα κράτος από 7 εκατομμύρια Ισραηλινούς εποίκους, το οποίο έχει τρομοκρατήσει τον αυτόχθονα πληθυσμό για περισσότερο από τρία τέταρτα του αιώνα, με τη βοήθεια των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, να επιβιώσει σε μια περιοχή με περισσότερους από 450 εκατομμύρια Άραβες;
Το Ισραήλ πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Το να τις παρασύρει σε έναν μεγάλης κλίμακας πόλεμο εναντίον του Ιράν, ο οποίος αναπόφευκτα θα προκαλούσε μακροχρόνια αστάθεια γεμάτη πολιτικές αναταραχές, ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό. Χωρίς αμφιβολία, ο Νετανιάχου έχει πετύχει μια διπλωματική νίκη προς το παρόν.
Είναι καλά τεκμηριωμένο και σχεδόν αδιαμφισβήτητο ότι ο Νετανιάχου ασκεί πιέσεις εδώ και πολλά χρόνια για να πείσει τον Λευκό Οίκο να κηρύξει πόλεμο κατά του Ιράν. Ακόμη και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ παραδέχονται ότι το Ισραήλ — η μόνη χώρα που το έγγραφο της Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής του Πενταγώνου χαρακτηρίζει ως «πρότυπο σύμμαχο»[7] — διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση για την έναρξη αυτού του πολέμου. Ο Μάρκο Ρούμπιο, υπουργός Εξωτερικών του Τραμπ και, ταυτόχρονα, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, δήλωσε σε κορυφαίους εκπροσώπους και των δύο κομμάτων σε μια εμπιστευτική συνάντηση στις 24 Φεβρουαρίου (τέσσερις ημέρες πριν την έναρξη του πολέμου) «ότι, ανεξάρτητα από το αν το Ισραήλ ή οι Ηνωμένες Πολιτείες χτυπούσαν πρώτες, το Ιράν θα ανταποκρινόταν με ένα ισχυρό μπαράζ πυρών εναντίον αμερικανικών βάσεων και πρεσβειών. Ήταν λοιπόν λογικό, είπε ο κ. Ρούμπιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες να ενεργήσουν από κοινού με το Ισραήλ, αφού η Αμερική θα εμπλεκόταν ούτως ή άλλως. Και το Ισραήλ, είπε ο κ. Ρούμπιο, ήταν αποφασισμένο να δράσει.»[8]
Επανέλαβε αυτό το επιχείρημα δημοσίως στις 2 Μαρτίου, όταν δήλωσε στους δημοσιογράφους:
«Αν περιμέναμε να γίνει πρώτα αυτή η επίθεση [Σημ. συγγρ.: από το Ιράν], πριν τους χτυπήσουμε, θα είχαμε υποστεί πολύ περισσότερες απώλειες. Και έτσι, ο πρόεδρος πήρε μια πολύ σοφή απόφαση: Γνωρίζαμε ότι επρόκειτο να γίνει ισραηλινή ενέργεια. Γνωρίζαμε ότι αυτό θα προκαλούσε επίθεση εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων. Και γνωρίζαμε ότι αν δεν τους κτυπούσαμε προληπτικά πριν εξαπολύσουν αυτές τις επιθέσεις, θα είχαμε υποστεί περισσότερες απώλειες.»[9]
Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό προκάλεσε μεγάλη κατακραυγή, ακόμη και μεταξύ των υποστηρικτών του MAGA του Τραμπ και των φιλοσιωνιστών πολιτικών του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς ο Ρούμπιο ουσιαστικά παραδέχτηκε ότι η κυβέρνηση Τραμπ επέτρεπε στον Νετανιάχου να υπαγορεύει την πολιτική των ΗΠΑ.
Μια ακόμη επιβεβαίωση του εξαιρετικά σημαντικού ρόλου του Ισραήλ στο να παρασύρει τις ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν ήταν ένα δημοσίευμα της Jerusalem Post στις αρχές Φεβρουαρίου, το οποίο ανέφερε τις δηλώσεις ενός ισραηλινού αξιωματούχου του Υπουργείου Άμυνας: «Είπαμε στους Αμερικανούς ότι θα χτυπήσουμε μόνοι μας αν το Ιράν ξεπεράσει την κόκκινη γραμμή που θέσαμε για τους βαλλιστικούς πυραύλους.».[10] Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη δήλωση, δεδομένου ότι το Ισραήλ είναι ο πολύ μικρότερος εταίρος στη συμμαχία ΗΠΑ-Σιωνιστών και το κράτος των εποίκων δεν θα είχε καμία ελπίδα σε οποιαδήποτε σύγκρουση με το Ιράν χωρίς τα αμερικανικά όπλα, τα πυρομαχικά και την προστασία. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση Νετανιάχου έχει πλήρη επίγνωση ότι ασκεί ισχυρή επιρροή στην κυβέρνηση Τραμπ.
Η επιρροή του Ισραήλ στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με αυτόν τον πόλεμο αντανακλάται επίσης στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το Axios — έναν αμερικανικό ιστότοπο ειδήσεων με στενούς δεσμούς με τους πολιτικούς μηχανισμούς και τους μηχανισμούς ασφαλείας των ΗΠΑ και του Ισραήλ — ο Νετανιάχου κατάφερε να πιέσει την κυβέρνηση Τραμπ να ξεκινήσει τον πόλεμο νωρίτερα από ό,τι είχε αρχικά προγραμματιστεί (τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου).[11]
Ιστορικοί λόγοι για τη δυσανάλογη επιρροή του σιωνισμού
Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό κράτος όπως το Ισραήλ να διαδραματίζει έναν τόσο δυσανάλογα σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ; Υπάρχουν διάφοροι λόγοι.
Πρώτον, το Ισραήλ είναι μια μικρή χώρα από άποψη πληθυσμού, αλλά από τη δεκαετία του 1990 έχει εξελιχθεί σε ένα νεοιμπεριαλιστικό κράτος με σημαντικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, ιδίως στους κλάδους των όπλων και της πληροφορικής — τομείς-κλειδιά της σύγχρονης οικονομίας.
Δεύτερον, το σιωνιστικό λόμπι δεν αποτελεί μια μυστηριώδη συνωμοσία σκοτεινών προσώπων, αλλά έναν τομέα της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ με εξαιρετική επιρροή και δύναμη, ο οποίος ιστορικά αναδύθηκε αφού οι ΗΠΑ αντικατέστησαν τη Βρετανία και τη Γαλλία ως κύριους υποστηρικτές του Ισραήλ τη δεκαετία του 1960. Καθώς η Μέση Ανατολή διαδραμάτιζε έναν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι ΗΠΑ χρειάζονταν έναν βαριά οπλισμένο φύλακα στην περιοχή. Το Ισραήλ ταίριαζε απόλυτα σε αυτόν τον ρόλο επειδή, ως κράτος αποίκων του οποίου η ίδια η ύπαρξη βασίζεται στην εκδίωξη και τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, ήταν ένας «εκ γενετής εχθρός και καταπιεστής» του γηγενή (αραβικού) πληθυσμού της περιοχής.[12] Ένας τέτοιος ρόλος υπήρξε πάντα αναπόσπαστο μέρος του σιωνισμού. Ο ιδρυτής του σιωνισμού, Theodor Herzl, έγραψε ήδη το 1896: «Εκεί [Σ.τ.συγγρ.: στην Παλαιστίνη], θα πρέπει να αποτελέσουμε ένα τμήμα της οχύρωσης της Ευρώπης έναντι της Ασίας, ένα προγεφύρωμα του πολιτισμού έναντι της βαρβαρότητας.»[13]
Ως εκ τούτου, ο σιωνισμός σχεδιάστηκε από τους ιδρυτές του ως ένα εγχείρημα αποίκησης σε στενή συνεργασία με τις ιμπεριαλιστικές Μεγάλες Δυνάμεις. Δεδομένου ότι ο σιωνισμός αναδύθηκε από τον ευρωπαϊκό εβραϊκό πληθυσμό, ήταν σαφές ότι οι ηγέτες του προσπαθούσαν να καταστούν βασικοί σύμμαχοι του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ως αποτέλεσμα αυτής της ιστορικά διαμορφωμένης σχέσης, και του βασικού ρόλου του Ισραήλ ως «πρότυπου συμμάχου» σε μία από τις σημαντικότερες περιοχές του κόσμου, η άρχουσα τάξη στις δυτικές ιμπεριαλιστικές χώρες έχει διασυνδεθεί στενά με τον ισραηλινό (συνεργό στα εγκλήματα) εταίρο της.
Με άλλα λόγια, το σιωνιστικό οχυρό έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για τον δυτικό ιμπεριαλισμό, ώστε να διατηρήσει υπό έλεγχο μια σημαντική περιοχή, όπου η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού απεχθάνεται βαθιά το κράτος των εποίκων και τους δυτικούς υποστηρικτές του. Από αυτή τη σχέση έχουν προκύψει διάφοροι δεσμοί στον τομέα της ασφάλειας, όπως η εκπαίδευση αστυνομικών δυνάμεων των ΗΠΑ από Ισραηλινούς αξιωματικούς.
Ομοίως, η υποστήριξη προς το Ισραήλ θα μπορούσε εύκολα να δικαιολογηθεί ιδεολογικά από όλους τους τομείς της κυρίαρχης ελίτ. Οι φιλελεύθεροι μπορούν να ισχυριστούν ότι πρόκειται για ένα «προοδευτικό» εγχείρημα που αποσκοπεί στην «καταπολέμηση του αντισημιτισμού» και στην αποτροπή «ενός νέου Ολοκαυτώματος». Οι συντηρητικοί και οι δεξιοί μπορούν να επικαλεστούν τη «λευκότητα» του Ισραήλ, τους (υποτιθέμενους) στενούς θρησκευτικούς δεσμούς μεταξύ Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού και το κοινό μίσος εναντίον των Μουσουλμάνων.
Με λίγα λόγια, ο απαραίτητος ρόλος του Ισραήλ για τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, σε συνδυασμό με τα κοινά στρατιωτικά και οικονομικά συμφέροντα, έχουν προσδώσει σε αυτόν τον «πρότυπο σύμμαχο» δυσανάλογη επιρροή στις δυτικές χώρες.
Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν υπονομεύσει σε μεγάλο βαθμό τη θέση του σιωνισμού. Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν πλέον να επικεντρωθούν στη Μέση Ανατολή και θέλουν να αποσύρουν μεγάλο μέρος των στρατιωτικών τους δυνάμεων από την περιοχή. Ταυτόχρονα, από τις 7 Οκτωβρίου έχει αναδυθεί ένα τεράστιο φιλοπαλαιστινιακό κίνημα, το οποίο έχει καταστήσει το Ισραήλ όλο και πιο αντιδημοφιλές στις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Για πρώτη φορά, περισσότεροι Αμερικανοί πολίτες συμπαθούν τους Παλαιστινίους παρά τους Ισραηλινούς, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις (41% έναντι 36%).[14] Στο παρελθόν, οι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών φοβούνταν την εχθρότητα της σιωνιστικής ομάδας πίεσης AIPAC· σήμερα οι υποψήφιοι σπεύδουν να διαβεβαιώσουν το κοινό ότι δεν δέχονται καμία δωρεά από αυτή την οργάνωση.
Ωστόσο, μέχρι τώρα μια τέτοια αλλαγή δεν έχει βρει αντανάκλαση στην άρχουσα τάξη, οπότε οι κυρίαρχοι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης — από τον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν έως τον Τραμπ, από τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Τζον Φέτερμαν έως τους Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκράχαμ και Τεντ Κρουζ — εξακολουθούν να είναι σκληροπυρηνικοί σιωνιστές.
Η απελπισμένη ελπίδα του Τραμπ για έναν «μικρό, επιτυχημένο πόλεμο»
Ο δεύτερος, εξίσου σημαντικός, παράγοντας για την απόφαση του Τραμπ να κηρύξει πόλεμο κατά του Ιράν είναι η εύθραυστη εσωτερική πολιτική κατάσταση και η τεράστια αντιδημοτικότητά του. Η δασμολογική του πολιτική βρίσκεται σε βαθιά κρίση, καθώς δεν έχει επιλύσει το πρόβλημα των εμπορικών ανισορροπιών, οδήγησε σε αύξηση των τιμών για τους Αμερικανούς πολίτες και τελικά ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι συνθήκες διαβίωσης του αμερικανικού πληθυσμού δεν έχουν βελτιωθεί και η πολιτική του να στέλνει κακοποιούς της ICE στις πόλεις για να τρομοκρατούν τον κόσμο έχει προκαλέσει τεράστια λαϊκή αντίσταση και δημόσια αντίδραση. Έχουν γίνει μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες ενάντια στην τρομοκρατία της ICE και, σήμερα, οι μισοί Αμερικανοί πολίτες υποστηρίζουν μάλιστα την κατάργηση αυτής της ρατσιστικής υπηρεσίας.[15]
Όπως ήταν αναμενόμενο, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει χάσει σχεδόν όλες τις ομοσπονδιακές και πολιτειακές εκλογές από την ανάληψη της εξουσίας από τον Τραμπ και προβλέπεται να χάσει την πλειοψηφία του και στις δύο Βουλές του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου — κάτι που θα μπορούσε να παραλύσει την προεδρία για τα δυο χρόνια που απομένουν.
Επιπλέον, ο ίδιος ο Τραμπ είναι βαθιά απαξιωμένος, καθώς έχει γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό ότι ο ίδιος και οι φίλοι του εμπλέκονται ενεργά στο φρικτό σκάνδαλο του Τζέφρι Έπσταϊν. Το σκάνδαλο αυτό συνδέεται κατά πάσα πιθανότητα με τον προαναφερθέντα παράγοντα του Ισραήλ, καθώς ο Τραμπ φέρεται να αναφέρεται χιλιάδες φορές στα αδημοσίευτα τρία εκατομμύρια αρχεία Έπσταϊν, τα οποία περιλαμβάνουν πολύ σοβαρά και δυσφημιστικά περιστατικά. Δεδομένου ότι ο Έπσταϊν είχε γνωστές στενές σχέσεις με ισραηλινούς πολιτικούς και προσωπικότητες της ασφάλειας για πολλά χρόνια (ο Έπσταϊν θεωρούνταν πράκτορας των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών), οι σιωνιστές πιθανότατα διαθέτουν υλικό που δυσφημεί σε μεγάλο βαθμό τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Θα ήταν εκπληκτικό αν αυτός ο παράγοντας δεν είχε παίξει ρόλο στην απόφαση του Τραμπ να υποστηρίξει τη στρατηγική του Ισραήλ για την κήρυξη πολέμου κατά του Ιράν, σε αντίθεση με τη δική του εξωτερική πολιτική.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάρρευση της δημοτικότητας του Τραμπ και ο κίνδυνος να χάσει τις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές τον ώθησαν να αναζητήσει έναν «μικρό, επιτυχημένο πόλεμο» που θα του χαρίσει κύρος. Ο θρίαμβος της απαγωγής του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο χωρίς να χαθεί ούτε ένας Αμερικανός στρατιώτης σίγουρα τον ενθάρρυνε. Η προοπτική να μείνει στην ιστορία ως ο πρόεδρος των ΗΠΑ που ανέτρεψε τα καθεστώτα του Ιράν, της Βενεζουέλας και της Κούβας — όπως περιέγραψε ο Κρουζ πριν από δύο εβδομάδες — πρέπει να είναι εξαιρετικά ελκυστική για τον αντιδημοφιλή κλόουν.
Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί μια τέτοια νίκη, είναι πολύ πιο πιθανό οι ΗΠΑ να βρεθούν εγκλωβισμένες σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο και σε μια μακροχρόνια και εκρηκτική κατάσταση χάους.
Το Ynet, το διαδικτυακό μέσο της εφημερίδας Yedioth Ahronoth (της μεγαλύτερης εφημερίδας του Ισραήλ), δημοσίευσε ένα αξιοσημείωτο άρθρο το οποίο — παρά την υποστήριξή του στον πόλεμο κατά του Ιράν — επισημαίνει τους παράγοντες που οδήγησαν στην απόφαση του Τραμπ:
«Λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ έχει ξεχάσει εντελώς αυτές τις υποσχέσεις — αν ποτέ τις πίστεψε πραγματικά ο ίδιος… Το περασμένο καλοκαίρι, μετά την προηγούμενη επίθεση στο Ιράν, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι «το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα εξαλείφθηκε». Όταν Αμερικανοί δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι στην πραγματικότητα δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, δέχτηκαν άμεσες απειλές από τον Λευκό Οίκο. Τώρα, οκτώ μήνες αργότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ξεκινήσει έναν πόλεμο χωρίς να έχει λάβει την απαιτούμενη έγκριση από το Κογκρέσο, όπως ορίζει το Σύνταγμα — και χωρίς να εξηγήσει στο αμερικανικό κοινό, ή στον κόσμο, γιατί το κάνει αυτό… Παρά τα όσα δηλώνει δημοσίως, ο Τραμπ γνωρίζει ότι η πολιτική του θέση δεν είναι ισχυρή. Η οικονομία παραπαίει, το σκάνδαλο των φακέλων Έπσταϊν δεν υποχωρεί και πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές — οι οποίες θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε ένα τσουνάμι υπέρ των Δημοκρατικών. Ο Τραμπ έχει αποφασίσει ότι ένας πόλεμος με το Ιράν — αν καταλήξει σε αλλαγή καθεστώτος — θα μπορούσε να μεταμορφώσει εντελώς το τοπίο.»[16]
Οι τελευταίες εβδομάδες κατέδειξαν, για άλλη μια φορά, τη διαφορά μεταξύ του Τραμπ και του Νετανιάχου ως ηγετών κρατών — διαφορές που δεν οφείλονται μόνο στις αντίστοιχες προσωπικότητές τους, αλλά και στα διαφορετικά μακροπρόθεσμα συμφέροντα των κρατών τους. Ο Νετανιάχου έχει μια στρατηγική και ξέρει τι θέλει. Αντικειμενικά, η δύναμή του έγκειται στο γεγονός ότι τα προσωπικά του συμφέροντα (να παραμείνει στην εξουσία και να αποφύγει τη φυλακή) συμπίπτουν με τα συμφέροντα του κράτους των εποίκων — του «Ιδανικού Ολικού Ιμπεριαλιστή» (για να παραφράσουμε τον Καρλ Μαρξ), ο οποίος επιθυμεί την επέκταση στη Μέση Ανατολή για να οικοδομήσει ένα «Μεγάλο Ισραήλ».
Στην περίπτωση του Τραμπ, παρατηρείται επίσης μια ορισμένη αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των προσωπικών του συμφερόντων και των αντικειμενικών συμφερόντων του παρακμάζοντος Αμερικανικού καπιταλισμού — η αποφασιστικότητά του να παραμείνει στην εξουσία με κάθε κόστος συμπληρώνει την ανάγκη να αντικατασταθεί ολοένα και περισσότερο η αστική δημοκρατία από ένα βοναπαρτιστικό σύστημα. Ωστόσο, ταυτόχρονα, η προσωπικότητά του κλόουν που τον χαρακτηρίζει βρίσκεται σε ανυπέρβλητη αντίθεση με τα συλλογικά συμφέροντα του ισχυρότερου ιμπεριαλιστικού κράτους.
Για όλους αυτούς τους λόγους, πιστεύω ότι ο πόλεμος του Τραμπ εναντίον του Ιράν είναι ένας κακώς σχεδιασμένος πόλεμος, που ενέχει μεγάλο κίνδυνο και έρχεται σε αντίθεση με τη δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της ίδιας της κυβέρνησής του. Ωστόσο, πολιτικοί και συγκυριακοί παράγοντες τον ώθησαν να ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο. Αντίθετα, το Ισραήλ κατάφερε να παρασύρει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο που είναι απαραίτητος από την άποψη των δικών του στρατηγικών συμφερόντων. Εάν όμως το αμερικανο-σιωνιστικό τέρας χάσει αυτόν τον πόλεμο, οι ΗΠΑ μπορούν να υποχωρήσουν. Το Ισραήλ δεν μπορεί, αλλά μάλλον θα αντιμετωπίσει την αρχή του τέλους του.
Για να ολοκληρώσω αυτό το άρθρο, επαναλαμβάνω ότι σε αυτόν τον πόλεμο οι σοσιαλιστές έχουν το καθήκον να λάβουν μια κατηγορηματική αντιιμπεριαλιστική στάση: να υπερασπιστούν το Ιράν – να καταρρακώσουν την αμερικανο-σιωνιστική επιθετικότητα![17]
19 Μαρτίου 2026
https://links.org.au/what-makes-us-war-against-iran-different
Σημειώσεις:
[1]
Politico: Inside the Trump administration’s scramble to support its own war, 3 March 2026, https://www.politico.com/news/2026/03/04/evacuation-middle-east-iran-war-00812898
[2] Marc Thiessen, We’re witnessing the birth of the Trump Doctrine, Washington Post, 3 March 2026, https://www.washingtonpost.com/opinions/2026/03/03/iran-strike-venezuela-military-trump-doctrine/
[3] Michael Pröbsting: Trump and the Political Crisis of European Imperialism. On the inner contradictions and challenges of Europe's ruling class in face of Trump’s new foreign policy doctrine, the opportunist position of left reformism and the tasks of socialists, 28 January 2026, https://www.thecommunists.net/theory/trump-and-the-political-crisis-of-european-imperialism/; Trump’s Donroe Doctrine and its Consequences for Venezuela, Latin America and the World (Part 1: https://www.thecommunists.net/worldwide/latin-america/trump-s-assault-on-venezuela-and-his-plan-to-recolonise-latin-america/ and Part 2 https://www.thecommunists.net/worldwide/latin-america/trump-s-assault-on-venezuela-and-his-plan-to-recolonise-latin-america/#anker_3); An Official Confirmation that the U.S. Is No Longer the Global Hegemon. Trump’s new National Security Strategy outlines a strategy for U.S. imperialism for a multi-polar world, 20 December 2025, https://links.org.au/trumps-new-national-security-strategy-outlines-us-imperialisms-policy-multi-polar-world; A Major Shift in Washington’s Foreign Policy Doctrine. The draft of the Pentagon’s newest National Defense Strategy reflects the dramatic decline of U.S. imperialism, 10 September 2025, https://www.thecommunists.net/worldwide/global/a-major-shift-in-washington-s-foreign-policy-doctrine/.
[4] The White House: National Security Strategy of the United States of America, November 2025, p. 28
[5]
Michael Pröbsting: Towards the next Zionist-American War against Iran. On the reasons for Trump’s desire to attack Iran in the age of the “Donroe Doctrine”, 19 February 2026, https://www.thecommunists.net/worldwide/africa-and-middle-east/towards-the-next-zionist-american-war-against-iran/; Heading towards more Wars in the Middle East, 30 December 2025, https://www.thecommunists.net/worldwide/africa-and-middle-east/heading-towards-more-wars-in-the-middle-east/
[6] 2025 Greater Boston Jewish Community Study, 12 February 2026, https://www.cjp.org/cjp-news/2025-greater-boston-jewish-community-study
[7] Department of War: 2026 National Defense Strategy, p. 2 and 12
[8] New York Times: How Trump Decided to Go to War. President Trump’s embrace of military action in Iran was spurred by an Israeli leader determined to end diplomatic negotiations. Few of the president’s advisers voiced opposition, 2 March 2026, https://www.nytimes.com/2026/03/02/us/politics/trump-war-iran-israel.html
[9] Al Jazeera: Iran live news: US jets crash; Iran says no Trump talks, hits energy sites, 2 March 2026, https://www.aljazeera.com/news/liveblog/2026/3/2/us-israel-attack-iran-live
[10] Jerusalem Post: Israel warns Trump: We may act alone if Iran crosses ballistic missile red line, 8 February 2026, https://www.jpost.com/israel-news/defense-news/article-885948
[11] Axios: The Trump-Netanyahu call that changed the Middle East, 3 march 2026, https://www.axios.com/2026/03/03/trump-netanyahu-call-iran-war-israel-coordination
[12] See two books by Yossi Schwartz, a Jewish Anti-Zionist since nearly six decades living in Occupied Palestine, who has dealt extensively with the Zionist state and the Marxist program: The Zionist Wars. History of the Zionist Movement and Imperialist Wars, 1 February 2021, https://www.thecommunists.net/theory/the-zionist-wars/; Palestine and Zionism. The History of Oppression of the Palestinian People. A Critical Account of the Myths of Zionism, RCIT Books, Vienna 2019, https://www.thecommunists.net/theory/palestine-and-zionism/; see also a pamphlet by Michael Pröbsting: On some Questions of the Zionist Oppression and the Permanent Revolution in Palestine, May 2013, https://www.thecommunists.net/theory/permanent-revolution-in-palestine/
[13] Theodor Herzl: A Jewish State (1896), Federation Of American Zionists, New York 1917 p.12
[14]
Axios: America's slipping sympathy for Israel, 27 February 2026, https://www.axios.com/2026/02/27/palestinians-israelis-us-polling-gallup
[15] Axios: Half of Americans support abolishing ICE in record poll, 4 March 2026, https://www.axios.com/2026/03/04/trump-ice-support-abolish-half-americans-record-poll
[16] Ynet: Trump's big gamble: overthrowing Iranian regime to save his presidency, 1 March 2026, https://www.ynetnews.com/article/rysgrpwfbe#autoplay
[17] Για μια πιο λεπτομερή ανάλυση της θέσης υποστήριξης του Ιράν, βλ.: The Defence of Iran and the Anti-Imperialist United Front Tactic, 12 March 2026, https://www.thecommunists.net/worldwide/africa-and-middle-east/the-defence-of-iran-and-the-anti-imperialist-united-front-tactic/

