Παιδιά παίζουν με μια ναυτική τορπίλη που εκτίθεται κάτω από πυραύλους ιρανικής κατασκευής στο πολεμικό μουσείο στην Τεχεράνη του Ιράν, στις 2 Απριλίου 2026. (Photo by Morteza Nikoubazl / NurPhoto / NurPhoto via AFP)
Δημοσιεύουμε εδώ τη μεταγραφή της ομιλίας της Σάρα Σελαμί, Ιρανής ακτιβίστριας της «Σοσιαλιστικής Αλληλεγγύης προς τους Εργαζόμενους του Ιράν» (Solidarité socialiste avec les travailleurs·euse d’Iran / SSTI – βλ. παράρτημα στο τέλος), στη Ρουέν (Γαλλία), στις 2 Μαΐου 2026. Η Σάρα Σελαμί εξετάζει το πλέγμα των λόγων του πολέμου που ξεκίνησαν, στις 28 Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, δείχνοντας επίσης και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ τους.
Sarah Selami
Ιράν: Οι αιτίες της αμερικανο-ισραηλινής επίθεσης
Η εκεχειρία που ισχύει επί του παρόντος παραμένει εύθραυστη και η έκβασή της αβέβαιη. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Ήδη, οι συνέπειες αυτού του πολέμου –μιας από τις πιο καθοριστικές καπιταλιστικές συγκρούσεις του 21ου αιώνα– βαρύνουν σοβαρά τη ζωή των λαών, και κυρίως των εργαζομένων, στο Ιράν, στο Λίβανο, σε ολόκληρο τον Κόλπο και πολύ πέρα από αυτόν. Δεν πρόκειται απλώς για μια περιφερειακή στρατιωτική σύγκρουση, αλλά για μια μακροχρόνια σύγκρουση, της οποίας οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις θα γίνονται αισθητές για πολλά χρόνια.
Απολογισμός του πολέμου
Από την αρχή αυτού του πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε με τον βομβαρδισμό ενός δημοτικού σχολείου στο Μινάμπ και τη σφαγή περισσότερων από εκατό παιδιών, πολλοί χώροι εργασίας αποτέλεσαν στρατιωτικούς στόχους. Πλήγματα υπέστησαν διυλιστήρια, χαλυβουργεία και πετροχημικά εργοστάσια, ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, δρόμοι, γέφυρες, λιμάνια, αεροδρόμια, νοσοκομεία, κέντρα επιστημονικής έρευνας, σχολεία, πανεπιστήμια, ιστορικά μνημεία και κατοικημένες περιοχές. Σχεδόν 2.000 άμαχοι σκοτώθηκαν και αρκετές χιλιάδες άλλοι τραυματίστηκαν. Εκτός από τους άμεσους θανάτους που προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί, το κλείσιμο πολλών μονάδων παραγωγής οδήγησε σε μαζική ανεργία και απότομη πτώση των εισοδημάτων για εκατομμύρια εργατικές οικογένειες.
Με αυτόν τον πόλεμο, η αγοραστική δύναμη της πλειοψηφίας του πληθυσμού δέχτηκε ένα ακόμη πρόσθετο μεγάλο πλήγμα. Αν και η προμήθεια βασικών αγαθών διατηρείται συνολικά, οι τιμές, που ήταν ήδη αφόρητες πριν από τον πόλεμο, έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Η μαζική διακοπή του διαδικτύου, που επέβαλε η Ισλαμική Δημοκρατία, προκάλεσε επίσης ένα βίαιο πλήγμα στην ψηφιακή οικονομία, όπου εργάζονταν 11 εκατομμύρια άτομα, η πλειοψηφία των οποίων βρίσκεται σήμερα στο περιθώριο. Ακόμη και στην περίπτωση επιστροφής σε μια πιο σταθερή κατάσταση, η ανοικοδόμηση της χώρας θα μπορούσε να πάρει από 10 ώς 15 χρόνια, ενώ περίπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν με μόνιμη ανεργία.
Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ο πόλεμος ενίσχυσε τον κατασταλτικό μηχανισμό. Το κλίμα ακραίας ανασφάλειας που δημιούργησε ο πόλεμος επέτρεψε στην εξουσία να αναστείλει και να καταπνίξει κάθε κοινωνική διαμαρτυρία. Η καταστολή εναντίον των συνδικαλιστών, των πολιτικών κρατουμένων και των κοινωνικών ακτιβιστών εντάθηκε δραματικά. Οι εκτελέσεις έγιναν σχεδόν καθημερινές, δεκάδες άτομα συλλαμβάνονται κάθε μέρα. Ο πόλεμος και η αποκεφαλισμός της εξουσίας δεν προκάλεσαν την κατάρρευση του καθεστώτος: Αντίθετα, του επέτρεψαν να ανασυγκροτήσει μια νέα εσωτερική συνοχή και να σκληρύνει ακόμη περισσότερο τον έλεγχό του πάνω στην κοινωνία.
Και στον Λίβανο επίσης, οι ισραηλινές επιθέσεις κατέστρεψαν ολοσχερώς το νότο, μεγάλο μέρος της ίδιας της Βηρυτού, καθώς και πολιτικές υποδομές. Πάνω από 2.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και η οικονομική κατάρρευση, που βρισκόταν σε εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, επιδεινώθηκε. Και εκεί, χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους. Οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμού αποδυνάμωσαν ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών οικογενειών. Οι μετανάστες εργαζόμενοι που βρίσκονται στο Λίβανο, χωρίς κοινωνική προστασία, συχνά χωρίς δυνατότητα μετακίνησης ή επιστροφής, υπέστησαν το πλήρες βάρος των συνεπειών του πολέμου. Όπως και στο Ιράν, σε ολόκληρη την περιοχή, ο πόλεμος χρησίμευσε ως πρόσχημα για την ενίσχυση του ασφαλίστικου ελέγχου, τον περιορισμό των κοινωνικών κινητοποιήσεων και την περαιτέρω αποδυνάμωση των δυνατοτήτων συλλογικής οργάνωσης των μισθωτών.
Ωστόσο, οι καταστροφικές επιπτώσεις αυτού του πολέμου ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του Ιράν και του Λιβάνου. Η επέκταση των ιρανικών στρατιωτικών επιθέσεων στις χώρες του νότιου Κόλπου έριξε χιλιάδες εργαζόμενους στην επισφάλεια. Πέρα από τους νεκρούς από τους βομβαρδισμούς, πολλοί μετανάστες/τριες –που ήταν ήδη χωρίς κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα– έχασαν εκεί τη δουλειά τους και εγκαταλείφθηκαν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτός ο πόλεμος έχει επιδεινώσει την ενεργειακή κρίση και επιταχύνει τον πληθωρισμό. Το κλείσιμο του στενού του Ορμούζ έχει προκαλέσει σημαντική παράλυση. Αυτό δεν διαταράσσει μόνο τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και το εμπόριο τροφίμων και λιπασμάτων. Περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου πρώτων υλών για τη γεωργία διέρχεται από το Ορμούζ.
Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα [του ΟΗΕ] προειδοποίησε ότι, εάν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί, έως και 45 εκατομμύρια επιπλέον άτομα ενδέχεται να βρεθούν σε κατάσταση οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας. Σχεδόν τα δύο τρίτα αυτών των ανθρώπων βρίσκονται στην Αφρική και την Ασία, κυρίως στις φτωχότερες και πιο εξαρτημένες χώρες, όπως ο Νίγηρας, το Τσαντ, το Μάλι, το Σουδάν, η Σομαλία ή η Αιθιοπία. Στη Νιγηρία, για παράδειγμα, η τιμή των καυσίμων αυξήθηκε κατά περισσότερο από εξήντα τοις εκατό, τα έξοδα μεταφοράς σχεδόν διπλασιάστηκαν, γεγονός που προκάλεσε άμεσα αύξηση των τιμών των τροφίμων. Το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη εκτιμά ότι ο πόλεμος και η παράλυση της διέλευσης από το Ορμούζ θα μπορούσαν να βυθίσουν ξανά περισσότερα από 30 εκατομμύρια ανθρώπους σε ακραία φτώχεια.
Η αύξηση της τιμής της ενέργειας μεταφέρεται άμεσα σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Σε χώρες όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Αίγυπτος, το Πακιστάν ή η Σρι Λάνκα, οι πληθυσμοί υφίστανται ήδη την αύξηση των τιμών των καυσίμων, την αύξηση των τιμών των τροφίμων, την εκτόξευση του κόστους μεταφοράς και τη νομισματική υποτίμηση. Εν ολίγοις, οι συνέπειες αυτού του πολέμου φτωχαίνουν βαθιά την εργατική τάξη σε παγκόσμια κλίμακα.
Οι ρίζες της σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις ρίζες της ισραηλινο-ιρανικής σύγκρουσης, πρέπει πρώτα να αποφύγουμε μια αρκετά συχνή σύγχυση. Βεβαίως, οι μαζικές καταστροφές των πολιτικών υποδομών στο Ιράν θυμίζουν αυτό που βλέπουμε στο Λίβανο, και ακόμη περισσότερο στη Γάζα. Βλέπουμε την ίδια ακραία βία, βομβαρδισμούς μεγάλης κλίμακας, καταστροφή βιομηχανικών, ιατρικών, ενεργειακών, υλικοτεχνικών και οικιστικών υποδομών. Όμως, παρά τις ομοιότητες αυτές, στις μορφές της καταστροφής και στη σφαγή αμάχων, ο ισραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν δεν έχει την ίδια πολιτική φύση με τον πόλεμο εναντίον των γειτόνων του.
Η διαφορά δεν έγκειται μόνο στον ρόλο των ΗΠΑ, παρόλο που ο ρόλος αυτός είναι κεντρικός. Στον Λίβανο και στην Παλαιστίνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρεμβαίνουν άμεσα σε στρατιωτικό επίπεδο. Εφοδιάζουν με όπλα, χρηματοδοτούν και προστατεύουν το Ισραήλ, και το αφήνουν να ενεργεί σύμφωνα με τους δικούς του στόχους και επιθυμίες. Στην περίπτωση του Ιράν, αντίθετα, η αμερικανική εμπλοκή είναι άμεση. Είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες που καθορίζουν το γενικό πλαίσιο της σύγκρουσης, τις προτεραιότητές της, τα όριά της και το χρονοδιάγραμμά της, ενώ το Ισραήλ ενεργεί σε μεγάλο βαθμό ως στρατηγικός εταίρος και μεσάζων. Θα επανέλθω αργότερα σε αυτή την αμερικανική διάσταση της σύγκρουσης.
Η ουσιαστική διαφορά είναι κυρίως πολιτικής και ιστορικής φύσης. Οι πόλεμοι που διεξάγει το Ισραήλ στην Παλαιστίνη –και ιδιαίτερα στη Γάζα– εντάσσονται σε μια μακροχρόνια αποικιακή και εδαφική λογική. Πρόκειται για μια εποικιστική αποικιοκρατία: κατάκτηση εδαφών, κατοχή, επέκταση των συνόρων, δημογραφική μεταμόρφωση και εθνοκάθαρση που φτάνει μέχρι τη γενοκτονία. Στον Λίβανο, ισχύει η εδαφική λογική ασφάλειας, ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές. Στην περίπτωση του Ιράν, δεν πρόκειται ούτε για αποικιακό πόλεμο ούτε για σχέδιο εδαφικής κατοχής. Το Ιράν και το Ισραήλ δεν έχουν κοινά σύνορα και δεν συγκρούονται για κάποιο έδαφος. Πρόκειται για μια αντιπαλότητα μεταξύ ανταγωνιστικών περιφερειακών δυνάμεων. Ο καθένας προσπαθεί να εμποδίσει τον άλλον να επιβάλει την ηγεμονία του στη Μέση Ανατολή. Η κυριαρχία του ενός γίνεται αναγκαστικά εις βάρος του άλλου. Η λογική της σύγκρουσης αφορά επομένως τη θέση του καθενός στην περιφερειακή τάξη πραγμάτων, την ικανότητα του να καθορίζει τους κανόνες του πολιτικού και στρατηγικού παιχνιδιού και την “ασφάλεια” της περιοχής.
Ο κύριος στόχος του Ισραήλ έναντι του Ιράν είναι, επομένως, μια διαρκής αποδυνάμωση –ή ακόμη και η καταστροφή– των δυνατοτήτων ενός στρατηγικού αντιπάλου. Αυτό περνάει μέσα από τη μαζική καταστροφή των υποδομών της χώρας: όχι μόνο των στρατιωτικών δυνατοτήτων, αλλά και των βιομηχανικών, τεχνολογικών, επιστημονικών, υλικοτεχνικών, ακόμη και ιατρικών, εκπαιδευτικών και οικιστικών υποδομών. Ο στόχος είναι να μειωθεί η διαρθρωτική ισχύς του αντιπάλου. Και τοο Ιράν, από την πλευρά του, χρησιμοποιεί επίσης, στο πλαίσιο των δικών του στρατιωτικών δυνατοτήτων, μια λογική επιθέσεων κατά των υποδομών, όχι μόνο στρατιωτικών αλλά κυρίως των πολιτικών. Και σε αυτή την περίπτωση, ο στόχος είναι η εξάντληση των δυνατοτήτων του αντιπάλου. Με άλλα λόγια, ο ισραηλινός πόλεμος κατά του Ιράν στοχεύει στην εξουδετέρωση μιας περιφερειακής δύναμης ικανής να επηρεάσει μια μεσανατολική τάξη πραγμάτων που κυριαρχείται από τον αμερικανο-ισραηλινό άξονα. Είναι ακριβώς αυτή η θέση, την οποία διεκδικεί το Ιράν στην περιφερειακή τάξη πραγμάτων, που αποτελεί την πραγματική ουσία της αντιπαράθεσης.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η αντιπαλότητα μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια σειρά μεμονωμένων στρατιωτικών κρίσεων. Πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια πολυδιάστατη δομική αντιπαλότητα. Μπορούμε να προσθέσουμε ότι έχει τις ρίζες της στις γεωπολιτικές μεταβολές της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, στην κατάρρευση της διπολικής τάξης και στις ανακατατάξεις που ακολούθησαν στη Μέση Ανατολή, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα συζήτησης. Πρέπει ωστόσο να υπενθυμίσουμε ότι τη δεκαετία του 1980, κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ιράκ, το Ιράν και το Ισραήλ είχαν συνεργαστεί. Το Ισραήλ πουλούσε τότε όπλα στην Ισλαμική Δημοκρατία. Η καταστροφή του Οσίρακ –του ιρακινού πυρηνικού σταθμού– φένεται να ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας τους στον τομέα των στρατιωτικών πληροφοριών.
Από την ίδρυσή του, το Ισραήλ έχει βασίσει την ασφάλειά του σε δύο πυλώνες: τη μόνιμη στρατιωτική υπεροχή και τη στρατηγική συμμαχία με τις δυτικές δυνάμεις, ιδίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η «υπαρξιακή του λογική» εξαρτάται από ένα περιφερειακό περιβάλλον στο οποίο κανένας ανταγωνιστής να μην μπορέσει να φτάσει σε συγκρίσιμο επίπεδο ισχύος. Αντίστροφα, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έχει αναπτύξει σταδιακά μια πολιτική που αποσκοπεί στην οικοδόμηση στρατηγικού βάθους στο περιφερειακό της περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός δικτύου συμμαχιών, επιρροών και πολιτικών μεταδοτών σε διάφορες χώρες της περιοχής – αυτό που ονομάζεται «άξονας της αντίστασης».
Ακόμη και χωρίς μόνιμη άμεση αντιπαράθεση, έχουμε να κάνουμε με έναν διαρκή ανταγωνισμό όπου η κάθε πλευρά επιδιώκει να εμποδίσει την άλλη να γίνει η κυρίαρχη δύναμη της περιοχής. Αλλά αυτή η αντιπαλότητα δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση και την ασφάλεια. Έχει επίσης μια βαθιά οικονομική και γεωπολιτική διάσταση, συχνά λιγότερο ορατή αλλά εξίσου ουσιαστική. Ένας από τους σημαντικότερους τομείς αφορά τον έλεγχο των ενεργειακών και εμπορικών οδών. Χάρη στη θέση του στο στενό του Ορμούζ, το Ιράν κατέχει κεντρική θέση στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Ένα αποφασιστικό τμήμα του παγκόσμιου πετρελαίου και του φυσικού αερίου διέρχεται από αυτόν τον χώρο. Αυτό δίνει στο Ιράν σημαντική γεωπολιτική επιρροή, όπως το αποδεικνύει και το κλείσιμο των στενών από την έναρξη του πολέμου.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, ενίσχυσε τη θέση του, χάρη στην ανάπτυξη των κοιτασμάτων φυσικού αερίου του στην ανατολική Μεσόγειο. Ο στόχος του είναι να καταστεί κορυφαίος περιφερειακός ενεργειακός παράγοντας, μέσω νέων ενεργειακών διαδρομών μεταξύ της Μεσογείου, της Ευρώπης και των αραβικών χωρών. Έτσι διαμορφώνονται δύο ξεχωριστοί, αν και αλληλεξαρτώμενοι, γεωπολιτικοί χώροι: από τη μία πλευρά, ο Περσικός Κόλπος και οι πετρελαϊκές οδοί που συνδέονται με την ιρανική επιρροή· από την άλλη, η Ανατολική Μεσόγειος και οι νέοι ενεργειακοί άξονες που συνδέονται με το Ισραήλ. Η ενέργεια γίνεται εδώ ένα μέσο διαμόρφωσης δομικής ισχύος.
Η ίδια λογική ισχύει και για τους εμπορικούς διαδρόμους. Τα τελευταία χρόνια, τα σχέδια σύνδεσης μεταξύ Ινδίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης έχουν αποκτήσει μεγάλη γεωπολιτική σημασία. Αυτές οι διαδρομές δεν έχουν απλώς οικονομικό χαρακτήρα: αποτελούν μέρος του ανταγωνισμού για την κατάκτηση της θέσης των κύριων κόμβων του παγκόσμιου εμπορίου. Το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο του ως στρατηγική γέφυρα μεταξύ Κεντρικής Ασίας, Περσικού Κόλπου, Καυκάσου και Δυτικής Ασίας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο διεθνής διάδρομος Βορρά-Νότου (INSTC), ο οποίος συνδέει την Ινδία, το Ιράν, τη Ρωσία και, ευρύτερα, τη Βόρεια Ευρώπη. Σε αυτό το σύστημα, το Ιράν διαδραματίζει ρόλο πραγματικής χερσαίας γέφυρας μεταξύ του Ινδικού Ωκεανού και της Κασπίας Θάλασσας, και στη συνέχεια προς τη Ρωσία και την Ευρώπη.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, επιδιώκει να ενταχθεί σε νέα δίκτυα διαμετακόμισης, χάρη στη συνεργασία του με διάφορες αραβικές και δυτικές χώρες (όπως περιφερειακές εφοδιαστικές αλυσίδες που συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με τον Περσικό Κόλπο, με σχέδια συνεργασίας μεταξύ λιμανιών, θαλάσσιες μεταφορές και ψηφιακή συνδεσιμότητα (Συμφωνίες του Αβραάμ). Ή ο διάδρομος IMEC, που θα συνέδεε την Ινδία με τα λιμάνια του Κόλπου και, στη συνέχεια, μέσω της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας, με ισραηλινά λιμάνια όπως η Χάιφα, πριν φτάσει στην Ευρώπη μέσω της Μεσογείου. Ο ανταγωνισμός για τον χάρτη του εμπορίου μετατρέπεται έτσι σε ανταγωνισμό για περιφερειακή ισχύ.
Σε αυτό προστίθεται μια θεμελιώδης διαφορά: ο τρόπος ενσωμάτωσής τους στην παγκόσμια οικονομία. Το Ισραήλ είναι βαθιά ενσωματωμένο στην δυτική οικονομία και στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επωφελείται πλήρως από τις ροές κεφαλαίων, τις μεταφορές τεχνολογίας, την καινοτομία και το παγκόσμιο εμπόριο. Το Ιράν, αντίθετα, εξελίσσεται κυρίως εν μέσω καθεστώτος κυρώσεων. Προσανατολίζεται περισσότερο προς μη δυτικές οικονομίες (Παγκόσμιο Νότο), προς παράλληλα εμπορικά κυκλώματα, εναλλακτικά δίκτυα παράκαμψης των κυρώσεων, τα οποία αποτελούν από μόνα τους μια πραγματική επιχείρηση. Ο σύγκρουση δεν αφορά, επομένως, μόνο τους πυραύλους, την ασφάλεια ή τη στρατιωτική επιρροή. Αφορά επίσης τη θέση του καθενός στην παγκόσμια οικονομική τάξη πραγμάτων.
Οι ρίζες της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν
Όταν μιλάμε για την αμερικανο-ιρανική σύγκρουση, πρέπει πρώτα να υπενθυμίσουμε ότι το Ιράν –και ακριβέστερα: η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν– είναι μια περιφερειακή δύναμη ικανή να ασκεί επιρροή πολύ πέρα από τον άμεσο χώρο της. Όμως, ο κύριος στόχος της δεν είναι μόνο να υπάρχει ως αυτόνομη δύναμη. Επιδιώκει να αποκτήσει μια κυρίαρχη, αναγνωρισμένη και σταθερή θέση στην περιφερειακή δομή εξουσίας, σύμφωνα με τους δικούς της όρους. Με άλλα λόγια, το ιρανικό κράτος –ως εκπρόσωπος του ιρανικού καπιταλισμού– δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια απλή περιφερειακή δύναμη. Η ιρανική αστική τάξη είχε πάντα την πεποίθηση ότι, λόγω του εδάφους, του πληθυσμού, της γεωγραφικής θέσης, των φυσικών πόρων, των βιομηχανικών δυνατοτήτων και της μακράς κρατικής παράδοσης του Ιράν, είναι φυσικό να κατέχει κεντρική θέση στην περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
Η αντίληψη αυτή δεν ξεκίνησε από την εποχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Υπήρχε ήδη κατά τη βασιλεία του Σάχη, όταν το Ιράν κατείχε τον «τιμητικό» τίτλο του «αστυνομικού» της περιοχής. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν επινόησε αυτή την φιλοδοξία· την αναδιατύπωσε σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο. Πρόκειται, επομένως, για μια λογική ηγεμονικής ενσωμάτωσης. Το Ιράν δεν επιδιώκει απαραίτητα να ανατρέψει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, αλλά να αναγνωριστεί ως μια μη υποταγμένη δύναμη, που να είναι σε θέση να διαμορφώνει τα πράγματα και να αποσπά και το μεγαλύτερο του λέοντα.
Ωστόσο, μια ομαλή πρόσβαση σε αυτή τη θέση παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλειστή για το Ιράν. Διότι η άνοδος της ισχύος του επηρεάζει άμεσα πολλούς πυλώνες της υπάρχουσας περιφερειακής τάξης: την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, τις μοναρχίες που είναι σύμμαχες των Ηνωμένων Πολιτειών και, κυρίως, την κεντρική θέση του Ισραήλ. Η χώρα αυτή απολαμβάνει πράγματι μια μορφή δομικής εξαίρεσης: εγγυημένη στρατιωτική υπεροχή, μόνιμη αμερικανική και ευρωπαϊκή προστασία, προνομιακή ένταξη στη δυτική τάξη πραγμάτων, καθώς και ευρεία διεθνή ανοχή για πρακτικές κυριαρχίας μέσω αποικισμών και εγκλημάτων ενάντια στους λαούς της περιοχής.
Απέναντι σε αυτό το κλείδωμα, το Ιράν αναζητά επομένως άλλους τρόπους για να αποκτήσει αυτή τη στρατηγική αναγνώριση. Εκεί όπου το Ιράν του Σάχη επιδίωκε την άνοδό του μέσω μιας κλασικής ένταξης στο δυτικό στρατόπεδο –σύμφωνα με ένα μοντέλο που θα μπορούσε να θυμίζει αυτό της Νότιας Κορέας–, η Ισλαμική Δημοκρατία προσανατολίζεται περισσότερο προς μια λογική συγκρίσιμη με εκείνη της Ινδίας ή της Νότιας Αφρικής της εποχής του απαρτχάιντ: με μια πυρηνική δύναμη ως μέσο στρατηγικής αναγνώρισης. Με άλλα λόγια, η πυρηνική ικανότητα γίνεται μέσο για να επιβάλει τη θέση του σε ένα διεθνές περιβάλλον που αρνείται να του την παραχωρήσει κανονικά. Σε αυτό προστίθεται η οικοδόμηση ενός περιφερειακού στρατηγικού βάθους μέσω των συμμαχιών του, που συχνά αναφέρονται με τον όρο «άξονας της αντίστασης», καθώς και η ανάπτυξη ενός βαλλιστικού προγράμματος, που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί στρατιωτικά αυτή τη βούληση για ισχύ. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για άμυνα, αλλά για συνολική στρατηγική επιβεβαίωσης μιας δύναμης.
Παράλληλα, η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας είχε μια άλλη σημαντική επίπτωση παντού: την άνοδο άλλων περιφερειακών δυνάμεων. Στη Μέση Ανατολή, η επιβεβαίωση της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας πολλαπλασίασε τα κέντρα αντιπαλότητας και έκανε τον ανταγωνισμό για την περιφερειακή ηγεμονία πιο περίπλοκο. Το Ιράν, επομένως, δεν αντιμετωπίζει έναν μόνο αντίπαλο, αλλά ένα περιφερειακό σύστημα όπου πολλές δυνάμεις επιδιώκουν ταυτόχρονα να επιβάλουν την κεντρικότητά τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως εγγυήτριας του συστήματος που ακριβώς αρνείται στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν τη θέση που αυτή διεκδικεί, καθίσταται ταυτόχρονα μακροχρόνια και σχεδόν αναπόφευκτη.
Πρόκειται για μια ασύμμετρη σύγκρουση μεταξύ μιας παγκόσμιας και μιας περιφερειακής δύναμης. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της Μέσης Ανατολής. Το ιρανικό ζήτημα αγγίζει άμεσα την αξιοπιστία των αμερικανικών συμμαχιών, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας. Ο αμερικανικός πόλεμος κατά του Ιράν δεν είναι, επομένως, ποτέ απλώς περιφερειακός. Επηρεάζει την παγκόσμια ισορροπία των δυνάμεων. Αυτή η παγκόσμια διάσταση είναι λιγότερο ορατή στην ισραηλινο-ιρανική σύγκρουση, όπου το Ισραήλ πολεμά πρωτίστως έναν άμεσο στρατηγικό αντίπαλο, έναν άμεσο περιφερειακό ανταγωνιστή. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, το Ιράν αντιπροσωπεύει κάτι άλλο: την πιθανότητα ένα περιφερειακό κράτος να επιδιώξει να ενταχθεί στην παγκόσμια τάξη με τον δικό του τρόπο, με τη βία. Και ακριβώς αυτό αποτελεί πρόβλημα.
Εάν ο ισραηλινός στόχος είναι κυρίως η αποδυνάμωση –ή ακόμη και η καταστροφή– της ιρανικής δύναμης, ο αμερικανικός στόχος είναι κάπως διαφορετικός. Ο στόχος δεν είναι τόσο να καταστραφεί πλήρως η ιρανικής δύναμης όσο το να κρατηθεί σε μια περιορισμένη θέση, στο μέτρο του δυνατού: μια δύναμη που να έχει ίσως κάποια επιρροή, αλλά μην είναι αυτή που διαμορφώνει και προσδιορίζει τις περιφερειακές ισορροπίες με τους δικούς της όρους. Και στις δύο περιπτώσεις –ισραηλινή και αμερικανική–, βέβαια, πρόκειται πράγματι για να εξουδετερωθούν οι ικανότητες μιας δύναμης.
Τα μέσα που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί, όπως και αυτά που εφαρμόζουν οι Ισραηλινοί, δεν περιορίζονται στην άμεση στρατιωτική πίεση. Περιλαμβάνουν επίσης την καταστροφή ή την αποδυνάμωση όλων των δυνατοτήτων του Ιράν, καθώς και έναν μόνιμο οικονομικό πόλεμο μέσω διαρθρωτικών κυρώσεων. Οι κυρώσεις, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι απλώς εργαλεία τιμωρίας. Χρησιμεύουν στο να εμποδίσουν ένα κράτος να μετατρέψει τη δυνητική του δύναμη σε πραγματική δύναμη. Γι’ αυτό και η αμερικανο-ιρανική σύγκρουση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως κρίση, για παράδειγμα γύρω από το πυρηνικό ζήτημα. Πρόκειται για μια πολύ βαθύτερη αντιπαράθεση: μια σύγκρουση που αφορά την περιφερειακή ιεραρχία, την πρόσβαση στην εξουσία και τη δυνατότητα, για μια περιφερειακή δύναμη όπως το Ιράν, να γίνει διαμορφωτικός παράγοντας της διεθνούς τάξης χωρίς να περάσει από την αμερικανική έγκριση.
Το κινεζικό ζήτημα
Επιπλέον, όταν εξετάζουμε το ζήτημα της Κίνας στο πλαίσιο της σύγκρουσης γύρω από το Ιράν, πρέπει πρώτα να ξεκινήσουμε από μια απλή διαπίστωση: με την άνοδο της Κίνας και την πιθανή επιστροφή της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή, το Ιράν δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα περιφερειακό πρόβλημα. Σταδιακά μετατρέπεται σε πιθανό παράγοντα σε μια ευρύτερη αναδιάρθρωση του διεθνούς συστήματος. Από την πλευρά της Κίνας, το Ιράν αποτελεί σημαντικό γεωοικονομικό εταίρο. Αυτό είναι εμφανές κυρίως στον ενεργειακό τομέα. Η Κίνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο, και ιδίως από το ιρανικό πετρέλαιο. Επομένως, το Ιράν αποτελεί βασικό παράγοντα για την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας. Η Κίνα έχει άμεσο συμφέρον να αποφύγει είτε την κατάρρευση του ιρανικού κράτους –όποιο και αν είναι αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμένει εταίρος της–, δηλαδή μια πλήρη αμερικανική κυριαρχία στην περιοχή.
Έπειτα, υπάρχει η ευρασιατική διάσταση. Το Ιράν κατέχει κεντρική γεωγραφική θέση μεταξύ πολλών σημαντικών περιοχών: του Περσικού Κόλπου, της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου, του Ινδικού Ωκεανού και των μεγάλων ευρασιατικών χερσαίων διαδρόμων. Στο πλαίσιο των νέων Δρόμων του Μεταξιού, αυτή η θέση είναι ουσιαστική. Χωρίς σταθερότητα στο Ιράν, ένα σημαντικό μέρος αυτών των συνδέσεων καθίσταται ευάλωτο ή αβέβαιο. Τέλος, υπάρχει μια πιο συνολική πολιτική και στρατηγική διάσταση. Η Κίνα δεν επιδιώκει απαραίτητα να «υπερασπιστεί» την Ισλαμική Δημοκρατία ως τέτοια, αλλά αρνείται να γίνει διεθνής κανόνας η επιβολή αλλαγής καθεστώτος από το εξωτερικό, ιδίως από τις ΗΠΑ. Για την Κίνα, αυτό θα ισοδυναμούσε με ενίσχυση της νομιμοποίησης του αμερικανικού παρεμβατισμού στον κόσμο.
Υπάρχει επίσης ένα σημαντικό παράδοξο. Ένας παρατεταμένος πόλεμος εναντίον του Ιράν μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποδυναμώσει έμμεσα τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι της Κίνας. Πράγματι, μια τέτοια σύγκρουση καταναλώνει σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους, εξαντλεί τα αποθέματα, αποσπά την αμερικανική προσοχή προς τη Μέση Ανατολή και μειώνει την ικανότητα συγκέντρωσης στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, ιδίως απέναντι στο ζήτημα της Ταϊβάν. Με αυτή τη λογική, η επίθεση ή ο περιορισμός του Ιράν μπορεί να έχει αντιφατικά αποτελέσματα: μπορεί να αποδυναμώσει έναν περιφερειακό αντίπαλο, αλλά και, έμμεσα, να ενισχύσει τη στρατηγική θέση της Κίνας. Στην ουσία, η διαχείριση του ιρανικού ζητήματος υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο της Μέσης Ανατολής. Επηρεάζει άμεσα την ισορροπία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της ίδιας της Κίνας.
Συμπεράσματα
Τελικά, ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια απλή, μεμονωμένη στρατιωτική σύγκρουση, ούτε καν ως μια αυστηρά περιφερειακή κρίση. Εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο διαρθρωτικών ανταγωνισμών που αφορούν τόσο τον καθορισμό της περιφερειακής τάξης στη Μέση Ανατολή όσο και, πέραν αυτής, την εξέλιξη της σύγχρονης παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Η ισραηλινο-ιρανική σύγκρουση εκφράζει πρωτίστως έναν ανταγωνισμό για την περιφερειακή ηγεμονία. Πρόκειται για την αντιπαράθεση μεταξύ δύο δυνάμεων που επιδιώκουν η καθεμία να εμποδίσει την άλλη να καταστεί το οργανωτικό κέντρο της Μέσης Ανατολής. Στη λογική αυτή, η καταστροφή των πολιτικών, βιομηχανικών ή επιστημονικών υποδομών δεν έχει απλώς έναν άμεσο στρατιωτικό στόχο: εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική μόνιμης εξουδετέρωσης των δυνατοτήτων εξουσίας ενός ανταγωνιστή.
Παράλληλα, η αμερικανο-ιρανική σύγκρουση ξεπερνά πολύ περισσότερο την περιφερειακή αυτή διάσταση. Αντιπαραθέτει μια παγκόσμια δύναμη, που επιδιώκει να διατηρήσει μια ιεραρχική διεθνή τάξη, σε μια περιφερειακή δύναμη, που προσπαθεί να ενταχθεί σε αυτήν με τους δικούς της όρους. Το ιρανικό ζήτημα γίνεται έτσι ένα σημείο όπου συγκλίνουν διάφορες δυναμικές: κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας, άνοδος νέων περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία ή η Σαουδική Αραβία, και σταδιακή ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου, που χαρακτηρίζεται από τον αυξανόμενο ρόλο της Κίνας και την πιθανή επιστροφή της Ρωσίας στο παιχνίδι. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομία δεν αποτελεί τομέα ξεχωριστό από τον πόλεμο. Αντίθετα, οι ενεργειακές οδοί, οι εμπορικοί διάδρομοι, οι κυρώσεις, η πρόσβαση στο κεφάλαιο και στις τεχνολογίες, μετατρέπονται σε άμεσα μέσα ισχύος. Ο αγώνας για τη θέση του Ιράν στην περιφερειακή τάξη είναι, επομένως, και αγώνας για τη θέση του στην παγκόσμια οικονομία.
Αλλά ας έρθουμε στο ουσιώδες: πέρα από τους ανταγωνισμούς μεταξύ κρατών, είναι πρωτίστως η εργατική τάξη και τα εργατικά στρώματα που επωμίζονται το κύριο κόστος αυτών των συγκρούσεων. Στο Ιράν, στο Λίβανο, στις χώρες του Κόλπου, αλλά και στην Αφρική, στην Ασία και πολύ πιο πέρα, ο πόλεμος σημαίνει καταστροφή, ανεργία, πληθωρισμό, ελλείψεις, αυξημένη καταστολή και επισφάλεια. Οι εργαζόμενοι είναι τα πρώτα θύματα: χάνουν τις δουλειές τους, υποφέρουν από την αύξηση των τιμών, εκτίθενται στην άμεση βία των συγκρούσεων και βλέπουν τις δυνατότητές τους για συλλογική οργάνωση να περιορίζονται ακόμη περισσότερο σε ένα πλαίσιο στρατιωτικοποίησης, πολιτικού ελέγχου και ενισχυμένης καταστολής.
Αυτός ο πόλεμος φέρνει, έτσι, στο φως μια σταθερή πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού: οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων δεν είναι ποτέ απλώς αφηρημένα γεωπολιτικά παιχνίδια. Μεταφράζονται πάντα συγκεκριμένα σε εντατικοποίηση της κοινωνικής εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης των εργαζομένων πληθυσμών. Πίσω από τα λόγια περί ασφάλειας, επικυριαρχίας ή σταθερότητας, στην πραγματικότητα είναι οι ιμπεριαλιστικές σχέσεις ισχύος που αναδιαμορφώνουν την περιοχή με τίμημα μαζικές και μακροχρόνιες καταστροφές. Η κατανόηση αυτού του πολέμου συνεπάγεται, επομένως, την τοποθέτησή του στη βαθιά λογική του ανταγωνισμού για την εξουσία, την ηγεμονία και τον έλεγχο των πόρων, κρατώντας παράλληλα στο επίκεντρο μια θεμελιώδη πραγματικότητα: είναι οι λαοί, και πρωτίστως οι εργαζόμενοι/ες, που πληρώνουν το τίμημα.
Τέλος, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν –και γενικότερα ο ιρανικός καπιταλισμός που αυτή διαχειρίζεται– δεν είναι απλώς ένα παθητικό θύμα αυτής της πολεμικής συνδιαμόρφωσης. Είναι ένας πλήρως ενεργός παίκτης, στρατευμένος στη δική του λογική εξουσίας, εσωτερικής εδραίωσης και περιφερειακής επιρροής. Η αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί επομένως να αναχθεί σε μια απλή «αντίσταση», με την ηθική ή την πολιτική έννοια του όρου. Δεν πρόκειται μόνο για μια αντίδραση σε μια εξωτερική αδικία, σε έναν επιβεβλημένο πόλεμο, αλλά και για μια κρατική πολιτική που διεξάγεται από μια άρχουσα τάξη η οποία καταστέλλει τον ίδιο της τον λαό, εκμεταλλεύεται τις εξωτερικές συγκρούσεις, για να ενισχύσει τη θέση της στο εξωτερικό και τον εσωτερικό της έλεγχο, και επιδιώκει επίσης να επιβάλει τη θέση της στην περιφερειακή και παγκόσμια ιεραρχία.
Παράρτημα:
Solidarité socialiste avec les travailleurs·euse d’Iran (SSTI «Σοσιαλιστική Αλληλεγγύη προς τους/τις Εργαζόμενους/ες του Ιράν»)
Η Χάρτα
1. Τα περισσότερα από τα διάφορα ρεύματα της αντιπολίτευσης στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, τα οποία εκφράζουν την αντίθεσή τους από διαφορετικές οπτικές γωνίες, δίνουν έμφαση στον δικτατορικό της χαρακτήρα χωρίς να εξετάζουν επαρκώς τον καπιταλιστικό της χαρακτήρα, ενώ αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι αδιαχώριστα.
2. Το καπιταλιστικό καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το οποίο εφαρμόζει τα προγράμματα του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού, έχει ξεκινήσει μια επίθεση σε όλα τα μέτωπα εναντίον των εργαζομένων του Ιράν με προφάσεις όπως «η αναδιοργάνωση της οικονομίας» ή «η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας», κ.λπ. Η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού, η μείωση των μισθών και το μαζικό κλείσιμο μονάδων παραγωγής είναι οι άμεσες συνέπειες αυτών των πολιτικών. Αυτή η πολιτική έχει προκαλέσει διαμαρτυρίες από εργάτες/τριες, νοσηλευτές, υπαλλήλους, εκπαιδευτικούς, κλπ. Εδώ και αρκετά χρόνια, αυτές οι διαμαρτυρίες και οι αγώνες για την υπεράσπιση των μισθών και του βιοτικού τους επιπέδου αναπτύσσονται ασταμάτητα. Κατά τη διάρκεια αυτών των διαμαρτυριών, οι εργάτες/τριες και οι εργαζόμενοι/ες από άλλα εργατικά στρώματα εκφράζουν όλο και πιο ξεκάθαρα τα οικονομικά τους αιτήματα και το δικαίωμά τους να δημιουργούν αυτόνομες οργανώσεις
3. Παρά αυτές τις αλήθειες, τα προβλήματα των εργαζομένων του Ιράν δεν βρίσκουν επαρκή απήχηση εκτός της χώρας. Να εκφράσουμε τα προβλήματά τους, να υποστηρίξουμε τους αγώνες τους, και κυρίως να ευαισθητοποιήσουμε την κοινή γνώμη, τις οργανώσεις και τα συνδικάτα των εργαζομένων, καθώς και τους διεθνείς εργατικούς οργανισμούς σχετικά με αυτούς τους αγώνες, και να αναζητήσουμε υποστήριξη για τους αγώνες τους: αυτό είναι το αναπόφευκτο καθήκον όλων των σοσιαλιστών και των ακτιβιστών των εργατικών αιτημάτων.
4. Προκειμένου να εκπληρώσουμε αυτά τα καθήκοντα, πρέπει να συσπειρώσουμε όλους τους υπερασπιστές του εργατικού κινήματος και τους σοσιαλιστές κάθε τάσης που δεν διαχωρίζουν τους αγώνες για τη δημοκρατία από εκείνους για τον σοσιαλισμό. Οι αγώνες για την απεριόριστη ελευθερία της έκφρασης, για την ελευθερία της γνώμης, για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, για την κατάργηση κάθε είδους διακρίσεων κατά των γυναικών, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των λαών του Ιράν στην αυτοδιάθεση, κ.λπ., συγκαταλέγονται στα καθήκοντά μας.
5. Εμείς, που ανήκουμε στο παγκόσμιο αντικαπιταλιστικό κίνημα, έχουμε την ακράδαντη πεποίθηση ότι ο διάλογος και η ενεργός συνεργασία μπορούν και πρέπει να αναπτυχθούν στο πλαίσιο αυτής της ευρείας συσπείρωσης που περιλαμβάνει όλες τις υπάρχουσες σοσιαλιστικές τάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές μορφές των αντικαπιταλιστικών αγώνων. Έτσι, σε όλο τον κόσμο, μπορούμε να συγκεντρώσουμε το ευρύτερο δυνατόν φάσμα για την υπεράσπιση του εργατικού κινήματος του Ιράν και να δημιουργήσουμε μια πραγματική δυναμική υποστήριξης για τον αγώνα και τις διαμαρτυρίες των εργατών/τριών και των άλλων εργατικών στρωμάτων του Ιράν.
Μετάφραση: Τάσος Αναστασιάδης
Sarah Selami, «Iran : les raisons de l’agression américano-israélienne», MARX21, 12 Μαΐου 2026, https://marx21.ch/iran-les-raisons-de-lagression-americano-israelienne/.
Sarah Selami “The Reasons for the US-Israeli Aggression against Iran”, International Viewpoint, 20 Μαΐου 2026, https://internationalviewpoint.org/The-Reasons-for-the-US-Israeli-Aggression-against-Iran.
Παράρτημα: «La Charte de Solidarité avec les Travailleurs en Iran», Echo d’Iran, νο 1, Σεπτέμβριος 2006, https://www.iran-echo.com/echo_pdf/echo1.pdf.

