Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2026 12:22

Ποιος δίνει ονόματα στον κόσμο; Ο αντιιμπεριαλισμός και οι πολιτικοί κρατούμενοι του Ιράν

Πόστερ για τους πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές του σάχη, που σχεδιάστηκε από τον Ιρανό καλλιτέχνη Μπεχζάντ Σισεγκαράν (بهزاد شیشه‌گران), τον Νοέμβριο του 1978, λίγους μήνες πριν την ανατροπή του σάχη.

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα του elaliberta.gr: Ύστερα από μια επίθεση με ασφυκτικές και αήθεις πιέσεις από αριστερούς υποστηρικτές και οπαδούς του ισλαμικού δικτατορικού καθεστώτος του Ιράν διεθνώς, εναντίον αυτών που υπέγραψαν την ανοικτή επιστολή, τέσσερις από τους υπογράφοντες φαίνεται ότι έχουν αποσύρει τις υπογραφές τους (Robin Kelley, Rashid Khalidi και Nadia Abu El-Haj). Θα πρέπει να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο –όσο κι αν φαίνεται αλλόκοτο– της ύπαρξης δηλαδή μιας αντεπαναστατικής αριστεράς (δηλαδή μιας αριστεράς που υποστηρίζει τις σφαγές των επαναστατημένων λαϊκών μαζών από τα δικτατορικά καθεστώτα) με βάση τον γνωστό ισχυρισμό του Γκράμσι: «το παλιό πεθαίνει και το καινούργιο δεν μπορεί να γεννηθεί· σε αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζεται μια μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων.»

 

 

Farah Mokhtareizadeh

 

Ποιος δίνει ονόματα στον κόσμο; Ο αντιιμπεριαλισμός και οι πολιτικοί κρατούμενοι του Ιράν

 

 

Στις 24 Ιουνίου 2025, την επομένη της βομβιστικής επίθεσης του Ισραήλ στη φυλακή Εβίν, ο Ιρανός ακτιβιστής για τα εργατικά δικαιώματα και πρώην πολιτικός κρατούμενος Κεϊβάν Μοχταντί [Keyvan Mohtadi] έγραψε για τους ανθρώπους που εξακολουθούσαν να κρατούνται εκεί. Μεταξύ αυτών ήταν και η σύζυγός του, η συνδικαλίστρια Ανίσα Ασαντολλαχί [Anisha Asadollahi]. Ο Μοχταντί έδωσε στο άρθρο του τον τίτλο «Πολιτικοί κρατούμενοι ανάμεσα στις δύο λεπίδες του ψαλιδιού» (زندانیان سیاسی بین دو لبه قیچی). Γράφοντας για τις οικογένειες που αναζητούσαν απεγνωσμένα νέα και απαιτούσαν την απελευθέρωση των κρατουμένων, έγραψε:

اما ما هم زمان نگران عزیزانمان بودیم و هستیم که بین دو لبه‌ی قیچی گیر کرده‌اند.

[αμά μα χεμ ζαμάν νεγκαράν εζιζάν-μαν μπουντίμ ο χεστίμ κε μπεΐν ντο λαμπ-ε γκειτσί γκιρ καρντέ-αντ]

Ταυτόχρονα, ανησυχούσαμε και εξακολουθούμε να ανησυχούμε για τους αγαπημένους μας, που βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις δύο λεπίδες του ψαλιδιού.

Λίγες γραμμές πιο κάτω, η εικόνα γίνεται πιο έντονη:

ما واقعا بین دو لبه قیچی داریم بریده می‌شویم.

[Μα βακεάν μπεΐν ντο λαμπ-έ γκειτσί νταρίμ μποριντέ μισαβίμ]

Βρισκόμαστε πραγματικά ανάμεσα στις δύο λεπίδες του ψαλιδιού.

Το περσικό έχει σημασία. Το γκεϊτσί (قیچی [= ψαλίδι]) είναι στον ενικό, ενώ στα αγγλικά συνήθως χρησιμοποιείται η έκφραση «a pair of scissors». Πιο σημαντικό από τη γραμματική, ωστόσο, είναι το πού τοποθετεί η πρόταση το υποκείμενό της. Μπεΐν-ε ντο λαμπ-ε γκειτσί γκιρ καρντέ-αντ: βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στις λεπίδες. Νταρίμ μποριντέ μισαβίμ: μας κόβουν. Η ιδέα δεν είναι ότι οι λεπίδες είναι ίσες, η ιδέα ξεκινά από το σώμα πάνω στο οποίο κλείνουν. Το να το ονομάσουμε «διπλή καταδίκη» αλλάζει ήδη τη γραμματική του ισχυρισμού, επειδή η διπλή καταδίκη ξεκινά με έναν παρατηρητή που σταθμίζει δύο πολιτικούς παράγοντες και διαπιστώνει ότι και οι δύο είναι ανεπαρκείς. Τα περσικά ξεκινούν από κάπου αλλού: μας κόβουν. Το ψαλίδι δεν είναι πρωτίστως μια ηθική αποτίμηση δύο κρατών, αλλά μια συγκεκριμένη γνώση που παράγεται από ανθρώπους στους οποίους ασκούνται ταυτόχρονα διαφορετικές μορφές εξουσίας.

Ο Σιαμάκ Ναμαζί [Siamak Namazi], ο οποίος πέρασε σχεδόν 8 χρόνια φυλακισμένος στο Εβίν, χρησιμοποίησε την ίδια έκφραση λίγο αργότερα, περιγράφοντας όσα άκουγε από κρατούμενους και φίλους του στο Ιράν: ένιωθαν παγιδευμένοι ανάμεσα στις «δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού», ανάμεσα στο κράτος που τους φυλάκιζε και τους βασάνιζε και σε μια ξένη δύναμη που τους βομβάρδιζε «στο όνομα της ελευθερίας».

Τον Αύγουστο του 2026, 23 πολιτικοί κρατούμενοι, πρώην κρατούμενοι, υποστηρικτές της κατάργησης της θανατικής ποινής, μαρξιστές, Μαύροι ριζοσπάστες στοχαστές, Παλαιστίνιοι ακαδημαϊκοί και αντιιμπεριαλιστές ακτιβιστές έθεσαν αυτή την εικόνα στο επίκεντρο μιας ανοιχτής επιστολής στην εφημερίδα The Guardian, η οποία απευθυνόταν στους πολιτικούς κρατούμενους του Ιράν. Η χρονολογική σειρά έχει σημασία, διότι οι διεθνείς διανοούμενοι δεν επινόησαν το ψαλίδι αναζητώντας μια κομψή μεταφορά. Οι Ιρανοί κρατούμενοι, οι πρώην κρατούμενοι και οι οικογένειές τους χρησιμοποιούσαν ήδη αυτή την εικόνα για να περιγράψουν μια άμεση πολιτική πραγματικότητα.

Το Ισραήλ είχε επιτεθεί σε έναν από τους πιο διαβόητους χώρους πολιτικής κράτησης στη σύγχρονη ιρανική ιστορία, ενώ το ιρανικό κράτος συνέχιζε να κρατά πολιτικούς κρατούμενους μέσα σε μια χώρα που βρισκόταν υπό βομβαρδισμό. Οι κρατούμενοι δεν έπαψαν να γνωρίζουν ποιος έλεγχε τα κελιά τους επειδή έπεφταν ισραηλινοί πύραυλοι, και ο βομβαρδισμός δεν απέκτησε απελευθερωτικό χαρακτήρα επειδή στόχος του ήταν ένας χώρος που συνδέεται με την καταστολή. Η περσική διατύπωση, επομένως, αλλάζει το ερώτημα που τίθεται ενώπιον μας. Το πρώτο καθήκον δεν είναι να προσδιοριστεί αν οι δύο δυνάμεις διαθέτουν ισοδύναμη στρατιωτική ισχύ, ιστορική ευθύνη ή γεωπολιτική εμβέλεια. Το καθήκον είναι να ξεκινήσουμε από εκεί που ξεκινούν οι ομιλητές: από την πολιτική εμπειρία των ανθρώπων που βρίσκονται ανάμεσά τους.

 

Το άτομο ανάμεσα στις δύο δυνάμεις

Η αντίρρηση σε αυτή την εικόνα ήρθε γρήγορα και από σοβαρούς κύκλους. Η αντίκρουση του Βιτζάι Πρασάντ [Vijay Prashad] βασίζεται σε μια παραδοχή που πρέπει να γίνει αποδεκτή: το Ιράν αντιμετωπίζει έναν επιθετικό πόλεμο που διεξάγεται από κράτη πολύ πιο ισχυρά. Η στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι κυρώσεις, οι δολοφονίες, οι δολιοφθορές και η περιφερειακή κυριαρχία δεν βρίσκονται στην ίδια ιστορική κλίμακα με τη δύναμη που ασκεί το ιρανικό κράτος εντός των συνόρων του.

Η Σούζαν Αμπουλχάουα [Susan Abulhawa] διατυπώνει μια σχετική αντίρρηση, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα των δύο λεπίδων κινδυνεύει να δημιουργήσει μια ρητορική ισοδυναμία μεταξύ δυνάμεων των οποίων οι υλικές δυνατότητες και οι ιστορικές σχέσεις με το Ιράν είναι ριζικά άνισες. Η προειδοποίηση αξίζει να ληφθεί υπόψη. Ο ιμπεριαλισμός έχει ιστορία, γεωγραφία και ιεραρχία. Η ιρανική κυριαρχία έχει σημασία. Η καταστροφή που έχει επιβληθεί στην ιρανική κοινωνία δεν μπορεί να γίνει σκηνικό για μια γενικευμένη καταγγελία του αυταρχισμού, και η υλική αντίσταση του Ιράν στην ξένη κυριαρχία δεν μπορεί να απαξιωθεί ως πλασματική ή κενή.

Καμία από αυτές τις θέσεις, ωστόσο, δεν απαντά στα λόγια του Μοχταντί. Δεν ταξινομεί δύο κράτη· περιγράφει αυτό που συμβαίνει στη σύζυγό του. Η διαφωνία μπορεί, επομένως, να διατυπωθεί πιο ξεκάθαρα από ό,τι επιτρέπει το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης. Η διαμάχη δεν αφορά το αν ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι ισχυρότερος από την Ισλαμική Δημοκρατία. Όλοι όσοι συμμετέχουν στη συζήτηση συμφωνούν ότι είναι. Η διαμάχη αφορά το αν οι Ιρανοί που αντιστέκονται στο δικό τους κράτος παραμένουν πολιτικά υποκείμενα ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη αυτός ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Μια κρατούμενη δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι δύο δυνάμεις είναι ισοδύναμες για να μπορούν και οι δύο να αποτελούν μέρος της πολιτικής της πραγματικότητας. Μια Κούρδισσα συνδικαλίστρια μπορεί να αντιληφθεί την παγκόσμια ασυμμετρία μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ, γνωρίζοντας παράλληλα ακριβώς ποιος ελέγχει την κλειδαριά του κελιού της. Ένας Ιρανός σοσιαλιστής μπορεί να υπερασπιστεί τη χώρα ενάντια στην ιμπεριαλιστική επίθεση χωρίς να παραχωρήσει την πολιτική εκπροσώπηση των Ιρανών εργατών στην Ισλαμική Δημοκρατία. Μια Ιρανή μπορεί να αντιταχθεί στον σιωνισμό χωρίς να αναστείλει τον αγώνα της ενάντια στον κρατικό εξαναγκασμό με βάση το φύλο, και ένας Μπαλούχος ακτιβιστής δεν καθίσταται ουδέτερος επειδή ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη ικανοποιούν πλήρως τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Η ασυμμετρία δεν συνεπάγεται μοναδικότητα.

Η επιμονή του Πρασάντ ότι «η ουδετερότητα ή ένας τρίτος χώρος δεν υφίστανται εν μέσω ενός επιθετικού πολέμου» αποκαλύπτει, επομένως, το πραγματικό ζήτημα. Η ανησυχία του είναι κατανοητή, και οι Ιρανοί γνωρίζουν πολύ καλά την ιστορία της: οι αυτοκρατορικοί πόλεμοι έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, τη δημοκρατία και την πολιτική καταστολή ως ιδεολογική προετοιμασία για την επέμβαση. Οι Ιρανοί κρατούμενοι, ωστόσο, δεν ζητούν να καταλάβουν μια ουδέτερη θέση μεταξύ δύο κυβερνήσεων. Μιλούν από μια πολιτική θέση που καμία από τις δύο κυβερνήσεις δεν καλύπτει. Το να αποκαλέσει κανείς αυτή τη θέση «τρίτο στρατόπεδο» σημαίνει να συγχέει την αυτονομία με τις ίσες αποστάσεις. Ένα πολιτικό υποκείμενο δεν βρίσκεται στη μέση μεταξύ δύο κρατών απλώς και μόνο επειδή κανένα από τα δύο δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο της πολιτικής του.

Το επιχείρημα του Πρασάντ γίνεται πιο περίπλοκο όταν μετακινείται από τη γεωπολιτική ασυμμετρία στην πολιτική χρονική στιγμή. Υπάρχει μια στιγμή για να διατυπώνονται αιτήματα και μια στιγμή για να ενεργούμε αλληλέγγυα, προτείνει, υπονοώντας ότι ορισμένα αιτήματα προς το ιρανικό κράτος θα πρέπει να υποχωρήσουν όσο συνεχίζεται ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Η δυσκολία έγκειται στο ότι οι κρατούμενοι βιώνουν και τους δύο κινδύνους στον ίδιο ενεστώτα χρόνο. Μια καταδίκη σε θάνατο δεν αναστέλλεται λόγω πολέμου, και η πόρτα της φυλακής δεν ξεκλειδώνεται επειδή το κράτος που κατέχει το κλειδί αντιμετωπίζει μια μεγαλύτερη εξωτερική δύναμη. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ιρανική καταστολή, αλλά αν οι Ιρανοί πρέπει να αναβάλουν το να ονομάσουν ή να αντισταθούν σε αυτή την καταστολή μέχρι να έρθει κάποια ασφαλέστερη πολιτική στιγμή.

Η θεσιακότητα [positionality] έχει άμεση σχέση με αυτό το ζήτημα, αν και η έννοιά της απαιτεί ακρίβεια. Όσοι από εμάς βρισκόμαστε εντός αυτοκρατορικών κρατών έχουμε συγκεκριμένες υποχρεώσεις να αντιμετωπίσουμε τη βία που ασκείται από αυτά τα κράτη και στο όνομά μας. Όποιος ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει συγκεκριμένη ευθύνη να αντιταχθεί στην αμερικανική επιθετικότητα εναντίον του Ιράν. Η θέση διευκρινίζει πού αρχίζει η πολιτική ευθύνη, αλλά δεν καθορίζει πότε ένας άλλος λαός μπορεί να εκφράσει τις διαστάσεις του δικού του αγώνα. Η καταπολέμηση της ιμπεριαλιστικής εξουσίας εκεί όπου ζούμε και η σοβαρή αντιμετώπιση των Ιρανών που περιγράφουν το σύνολο των δυνάμεων που ασκούν πίεση πάνω τους δεν είναι αντιφατικές στρατεύσεις. Ένας σοβαρός διεθνισμός πρέπει να είναι ικανός και για τα δύο.

Αυτό μας οδηγεί στο κεντρικό ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει αυτό το άρθρο: πώς ασκούμε τη διεθνή αλληλεγγύη όταν άνθρωποι που αντιστέκονται στον εσωτερικό εξαναγκασμό ζουν οι ίδιοι υπό την απειλή της αυτοκρατορικής επίθεσης; Οι υπογράφοντες/ουσες της επιστολής στον Guardian έχουν αφιερώσει τη ζωή τους εργαζόμενοι/ες στο πλαίσιο και διευρύνοντας παραδόσεις που βοηθούν στην απάντηση αυτού του ερωτήματος. Η προσεκτική ανάγνωσή τους καθιστά την επιστολή πολύ πιο συνεκτική από ό,τι παραδέχονται οι επικριτές της, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει ένα πρόβλημα στην επιστολή που οι επικριτές της έχουν σε μεγάλο βαθμό παραβλέψει.

 

Αλληλεγγύη χωρίς ίσες αποστάσεις, σύγκριση χωρίς ταύτιση

Η πιο έντονη αντίρρηση της Αμπουλχάουα περιλαμβάνει δύο ξεχωριστά επιχειρήματα, και ο διαχωρισμός τους καθιστά τη διαφωνία πιο ορατή. Το πρώτο αφορά την αλληλεγγύη. Ένας Ιρανός πολίτης που έχει φυλακιστεί βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας, ένας Παλαιστίνιος που κρατείται από τις στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής και ένας μετανάστης που κρατείται από τις αμερικανικές αρχές μετανάστευσης βρίσκονται σε διαφορετικές νομικές και ιστορικές θέσεις. Η κατοχή, η ιθαγένεια, η αποικιοκρατία και η ανεξαρτησία δεν μπορούν να συγχωνευθούν σε μια αδιαφοροποίητη κατηγορία που ονομάζεται «κατάσταση εγκλεισμού». Αν ο ισχυρισμός της επιστολής ήταν ότι αυτά τα συστήματα είναι τα ίδια, η επιστολή θα είχε λάθος.

Ο Ρόμπιν Ντ. Τζ. Κέλι [Robin D. G. Kelley], ένας από τους υπογράφοντες, συμβάλλει στο να εξηγηθεί γιατί η αλληλεγγύη δεν απαιτεί έναν τέτοιο ισχυρισμό. Το έργο του σχετικά με την αλληλεγγύη μεταξύ Μαύρων και Παλαιστινίων απορρίπτει την ιδέα ότι η αλληλεγγύη εξαρτάται από την απόδειξη ότι δύο λαοί βρίσκονται εντός πανομοιότυπων ιστορικών δομών. Ο ριζοσπαστικός διεθνισμός των Μαύρων δεν απαίτησε ποτέ τον ισχυρισμό ότι οι Μαύροι Αμερικανοί και οι Παλαιστίνιοι υπέφεραν από την ίδια μορφή κυριαρχίας. Η αλληλεγγύη προέκυψε, αντίθετα, μέσω των πολιτικών σχέσεων, του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα και αυτού που ο Κέλι αποκαλεί «κοσμοποιία» [“worldmaking”]: κινήματα που αναγνωρίζουν το ένα το άλλο ως συμμετέχοντες σε εγχειρήματα απελευθέρωσης ευρύτερα από οποιαδήποτε μεμονωμένη εθνική ιστορία. Η αλληλεγγύη, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν απαιτεί ίσες αποστάσεις.

Η δεύτερη αντίρρηση της Αμπουλχάουα αφορά τη σύγκριση. Η επιστολή δεν περιορίζεται απλώς στην υποστήριξη των Ιρανών κρατουμένων, αλλά τοποθετεί την ιρανική φυλάκιση παράλληλα με άλλα σωφρονιστικά συστήματα και υπονοεί την ύπαρξη κάποιου κοινού στοιχείου. Ο Κέλι μας εξηγεί γιατί η πολιτική συσχέτιση είναι νόμιμη, αλλά δεν μας διευκρινίζει από μόνος του τι δικαιολογεί την αναλυτική σύγκριση. Το έργο της Ρουθ Γουίλσον Γκίλμορ [Ruth Wilson Gilmore] καλύπτει αυτό το κενό. Η μέθοδός της δεν συγκρίνει τους θεσμούς εξετάζοντας αν οι νομικές τους μορφές ταυτίζονται. Εξετάζει τι επιτυγχάνει ο οργανωμένος εξαναγκασμός στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης πολιτικής οικονομίας: ποιες κρίσεις αντιμετωπίζονται μέσω της αστυνόμευσης, της φυλάκισης, της εγκατάλειψης και αυτού που η ίδια αποκαλεί «πρόωρο θάνατο». Σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο, η σύγκριση δεν απαιτεί ποτέ ταύτιση. Δύο συστήματα μπορούν να επιτελούν ανάλογες πολιτικές λειτουργίες, παραμένοντας ιστορικά διακριτά, και η ανάλυση αυτών των λειτουργιών δεν εξαλείφει τις διαφορές μεταξύ τους.

Η πιο ισχυρή εκδοχή του ισχυρισμού της επιστολής, λοιπόν, δεν είναι ότι το Εβίν, η κράτηση από την ICE και η ισραηλινή διοικητική κράτηση είναι εναλλάξιμα. Το επιχείρημα είναι ότι διαφορετικές πολιτικές δομές μπορούν να χρησιμοποιούν τον περιορισμό, την ποινικοποίηση, την απομόνωση και την εξουδετέρωση για να διαχειριστούν ανθρώπους και αντιφάσεις που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επιλύσουν με άλλο τρόπο. Η ιστορική ιδιαιτερότητα παραμένει ουσιώδης. Η κατοχή δεν μετατρέπεται σε ιθαγένεια, η αποικιακή στρατιωτική κράτηση δεν μετατρέπεται σε εθνική φυλάκιση και ο ιρανικός νόμος περί εθνικής ασφάλειας δεν μετατρέπεται σε επιβολή της μεταναστευτικής νομοθεσίας των ΗΠΑ. Η Κέλι μας προτείνει την αλληλεγγύη χωρίς ισοδυναμία, ενώ η Γκίλμορ μας προτείνει τη σύγκριση χωρίς ταύτιση. Μαζί, το έργο τους απαντά στην πιο ισχυρή εκδοχή της αντίρρησης της Αμπουλχάουα και θέτει ένα πιο δύσκολο ερώτημα στο η ίδια η επιστολή δεν απαντά.

 

Τι παράγουν οι κρατούμενοι

Γιατί να έχει σημασία η ταυτότητα των υπογραφόντων/ουσών; Ένας σκεπτικός αναγνώστης θα μπορούσε εύλογα να υποστηρίξει ότι ένα επιχείρημα στέκει ή καταρρέει από μόνο του. Ένα καλό επιχείρημα δεν γίνεται καλύτερο επειδή το υπογράφει η Άντζελα Ντέιβις [Angela Davis] ή ο Μουμία Αμπού-Τζαμάλ [Mumia Abu-Jamal], και ένα κακό επιχείρημα δεν γίνεται ορθό επειδή το υποστηρίζουν διάσημοι ριζοσπάστες. Αυτή η αντίρρηση είναι σωστή όσον αφορά τη λογική εγκυρότητα. Οι υπογράφοντες/ουσες έχουν σημασία εδώ για έναν άλλο λόγο: πολλοί έχουν περάσει δεκαετίες υποστηρίζοντας ότι οι φυλακισμένοι δεν πρέπει να θεωρούνται απλώς ως άνθρωποι επί των οποίων συμβαίνουν τα πολιτικά γεγονότα. Οι ίδιοι οι φυλακισμένοι δημιουργούν πολιτική, παράγουν πολιτική γνώση και αναδιαμορφώνουν τα κινήματα στα οποία ανήκουν.

Το έργο του Νταν Μπέργκερ, Αιχμάλωτο Έθνος [Dan Berger, Captive Nation] αναπτύσσει ιστορικά αυτόν τον ισχυρισμό. Οι Μαύροι φυλακισμένοι στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 δεν αρκέστηκαν απλώς να υπομένουν τον εγκλεισμό τους, ενώ η πολιτική δράση εξελισσόταν αλλού. Παρήγαγαν αναλύσεις για τον ρατσισμό και την αιχμαλωσία, οργανώθηκαν πίσω από τα τείχη των φυλακών, διαμόρφωσαν κινήματα έξω από αυτά και άλλαξαν την έννοια της ελευθερίας των Μαύρων. Η ιστορία του Μπέργκερ φέρει, επομένως, μια μεθοδολογική απαίτηση: αν γράψεις την ιστορία της απελευθέρωσης των Μαύρων χωρίς τη σκέψη που γεννήθηκε μέσα στις φυλακές, δεν έχεις γράψει αυτή την ιστορία επαρκώς.

Η επιστολή στον Guardian αποδέχεται εν μέρει την προϋπόθεση του Μπέργκερ. Οι Ιρανοί κρατούμενοι παρουσιάζονται ως ακτιβιστές, φοιτητές, στοχαστές, εργάτες και καλλιτέχνες, ως πολιτικοί παράγοντες και όχι ως υποφέροντα σώματα προς καταγραφή. Αυτή η αναγνώριση έχει σημασία, διότι ένα πλαίσιο οργανωμένο γύρω από τα κράτη δεν μπορεί εύκολα να εντάξει τους κρατούμενους ως αυτόνομα πολιτικά υποκείμενα. Ωστόσο, η επιστολή στη συνέχεια κατασκευάζει ένα θεωρητικό πλαίσιο γύρω από αυτούς τους κρατούμενους χωρίς να αντλεί ουσιαστικά από τις παραδόσεις των Ιρανών κρατουμένων ως πηγές θεωρίας. Κανένας Ιρανός δεν εμφανίζεται μεταξύ των υπογραφόντων.

Υπάρχουν αρκετές εύλογες εξηγήσεις. Η επιστολή είναι μια αναφορά, όχι μια πραγματεία, και οι συντάκτες της ίσως απλώς τοποθετούν τους Ιρανούς κρατούμενους στο πλαίσιο παραδόσεων που γνωρίζουν, αντί να τολμούν να μιλούν εκ μέρους παραδόσεων που δεν γνωρίζουν. Η παράλειψη προσωπικοτήτων της ιρανικής διασποράς μπορεί επίσης να αποτρέπει την ψευδαίσθηση ότι μια μικρή επιλογή εξόριστων μπορεί να εκπροσωπήσει την ιδεολογική, εθνοτική και πολιτική ποικιλομορφία των κρατουμένων εντός του Ιράν. Το πιο σημαντικό είναι ότι η δομή αυτή αναγκάζει τους μη Ιρανούς αντιιμπεριαλιστές να αναλάβουν οι ίδιοι το επιχείρημα, έτσι ώστε οι Ιρανοί αντιφρονούντες να μην υποχρεώνονται για άλλη μια φορά να αποδείξουν την αντίθεσή τους στην αμερικανική αυτοκρατορία, προτού κάποιος ακούσει τι τους κάνει το ίδιο τους το κράτος. Αυτή η υπεράσπιση είναι σοβαρή, αλλά το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού.

Το Ιράν διαθέτει ήδη παραδόσεις θεωρητικής ανάλυσης της πολιτικής φυλάκισης. Το έργο της Γκολνάρ Νικπούρ [Golnar Nikpour] καθιστά αυτό το γεγονός δύσκολο να αγνοηθεί, καθώς η έρευνά της αντιμετωπίζει το τεράστιο αρχείο κειμένων πολιτικών κρατουμένων του Ιράν όχι απλώς ως μαρτυρία, αλλά ως πολιτική θεωρία. Οι ιρανικές φυλακές υπήρξαν χώροι όπου δημιουργήθηκαν οργανώσεις, κουλτούρες διανόησης και ταυτότητες της αντιπολίτευσης, και όχι απλώς μέρη όπου τιμωρούνταν ήδη υπάρχοντα κινήματα. Η ασυμμετρία στην επιστολή δεν αποτελεί, επομένως, κυρίως ένα κενό στην εκπροσώπηση. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ένα κενό στην ερμηνεία: η ιρανική πολιτική σκέψη παραμένει σε μεγάλο βαθμό απούσα από το πνευματικό πλαίσιο μέσω του οποίου ερμηνεύονται οι Ιρανοί κρατούμενοι.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Η προσθήκη ενός ιρανικού ονόματος δεν θα έλυνε το πρόβλημα της διανοητικής μεταβίβασης. Μια διαφορετική προσέγγιση των Ιρανών κρατουμένων, όμως, ίσως να το έλυνε. Η μεθοδολογική απαίτηση του Μπέργκερ μπορεί, επομένως, να μεταφραστεί ως εξής: αν γράψεις την ιστορία της σύγχρονης ιρανικής πολιτικής χωρίς τους Ιρανούς κρατούμενους, τότε δεν έχεις γράψει ούτε αυτή την ιστορία. Οι υπογράφοντες/ουσες επιμένουν εδώ και καιρό σε αυτή την αρχή στο πλαίσιο των δικών τους πολιτικών παραδόσεων. Η επιστολή αναγνωρίζει τους Ιρανούς κρατούμενους ως πολιτικά υποκείμενα, αλλά δεν προχωρά στο να τους αναγνωρίσει πλήρως ως δημιουργούς πολιτικής θεωρίας.

 

Επιστημολογική αυτενέρεια

Ένας από τους υπογράφοντες μάς έχει ήδη προσφέρει τη γλώσσα για την κατανόηση του προβλήματος. Ο Γιασίν αλ-Χατζ Σάλεχ [Yasin al-Haj Saleh] πέρασε 16 χρόνια φυλακισμένος στη Συρία λόγω της συμμετοχής του σε κομμουνιστική οργάνωση. Η κριτική του στον αντιιμπεριαλισμό των μητροπόλεων ξεκινά από την εμπειρία των Σύριων που ζουν υπό δικτατορία, ενώ εξωτερικοί παράγοντες εξηγούν τι υποτίθεται ότι σημαίνει η χώρα τους. Ο ίδιος αποκαλεί αυτό το μοτίβο άρνηση της επιστημολογικής αυτενέργειας [epistemological agency]: οι Σύριοι μπορεί να παρέχουν μαρτυρίες, πόνο και αποσπάσματα, ενώ οι εξωτερικοί παράγοντες διατηρούν την εξουσία πάνω στην ανάλυση. Η πολιτική αυτοδιάθεση εξαφανίζεται παράλληλα με την πνευματική αυτοδιάθεση, επειδή οι τοπικοί αγώνες μετατρέπονται σε αποδεικτικά στοιχεία μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί αλλού.

Το ερώτημα που κρύβεται πίσω από την κριτική του αλ-Χατζ Σάλεχ αφορά την ονομασία. Ποιος δίνει ονόματα στον κόσμο και με ποιους όρους; Ο αντιιμπεριαλισμός έχει μια σίγουρη απάντηση όταν αυτός που ονομάζει είναι η Ουάσινγκτον. Η παράδοση αυτή έχει αργήσει να θέσει το ίδιο ερώτημα στον εαυτό της. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς αν οι εξωτερικοί παρατηρητές μιλούν με συμπάθεια ή χωρίς συμπάθεια για μια άλλη κοινωνία. Το βαθύτερο ζήτημα αφορά το ποιος αναγνωρίζεται ως ικανός να παράγει έννοιες και όχι απλώς εμπειρίες.

Η επιστολή στον Guardian αποφεύγει την πιο επιζήμια εκδοχή αυτού του προβλήματος. Οι Ιρανοί κρατούμενοι δεν απορρίπτονται ως θύματα εξαπάτησης της Ουάσιγκτον απλώς και μόνο επειδή αντιτίθενται σε μια κυβέρνηση την οποία αντιτίθεται και η Ουάσιγκτον, κάτι που ακριβώς θα τους επέβαλε το πλαίσιο που επικρίνει ο αλ-Χατζ Σάλεχ. Παραμένει, ωστόσο, μια μικρότερη επιστημολογική ιεραρχία. Η ιρανική εμπειρία παρέχει την επείγουσα ανάγκη, ενώ οι διεθνώς αναγνωρισμένοι στοχαστές παρέχουν μεγάλο μέρος του λεξιλογίου μέσω του οποίου η εμπειρία αυτή καθίσταται καθολική. Η πρόταση του Μοχταντί διαδίδεται προς τα έξω και εντάσσεται στις καταργητικές και διεθνιστικές παραδόσεις. Η ίδια η επιστολή δεν δίνει σχεδόν καμία ένδειξη ότι κάτι επιστρέφει προς τα πίσω.

Ο Μπέργκερ προτείνει έναν άλλο τρόπο να δούμε τι λείπει. Στην ανάλυσή του για το βαθύ έργο της αλληλεγγύης, διακρίνει την αλληλεγγύη από τη συμμαχία. Η συμμαχία μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο να υποστηρίζει τον αγώνα κάποιου άλλου από έξω. Η αλληλεγγύη ξεκινά από κοινά συμφέροντα, από ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως συμμετέχοντες σε ένα πολιτικό εγχείρημα, του οποίου το αποτέλεσμα αλλάζει τον κόσμο στον οποίο ζουν μαζί. Ο Μάικλ Σίμονς [Michael Simmons], ένας από τους συνομιλητές του Μπέργκερ, διατυπώνει τη διάκριση με απλό τρόπο: ο ίδιος είναι συμμετέχων στον αγώνα. Από αυτή την οπτική γωνία, οι Ιρανοί κρατούμενοι δεν είναι άνθρωποι για τους οποίους οι διεθνείς ριζοσπάστες επιτελούν πράξεις καλοπροαίρετης αναγνώρισης. Είναι δυνητικοί συμμετέχοντες σε μια σχέση όπου η γνώση διακινείται σε περισσότερες από μία κατευθύνσεις.

Το ερώτημα, λοιπόν, γίνεται συγκεκριμένο: τι θα μπορούσε να μάθει η διεθνής αριστερά από τις ιρανικές πολιτικές παραδόσεις που δεν γνωρίζει; Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε πληροφορίες σχετικά με την καταστολή ή σε μαρτυρίες για τα δεινά. Η ιρανική πολιτική ιστορία περιλαμβάνει συζητήσεις για την επανάσταση, τη φυλάκιση, τον φεμινισμό, τον ιμπεριαλισμό, την εθνική απελευθέρωση και την πολιτική μνήμη, οι οποίες περιπλέκουν τις ίδιες τις παραδόσεις μέσω των οποίων η επιστολή στο Guardian επιδιώκει να κατανοήσει το Ιράν.

 

Ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάσει τον αγώνα;

Το επιχείρημα του Αλ-Χατζ Σάλεχ σχετικά με την επιστημολογική αυτενέργεια θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα από το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει. Το βαθύτερο ερώτημα είναι ποιος έχει την εξουσία να καθορίσει τι σημαίνει ένας πολιτικός αγώνας. Η αποικιακή και η αυτοκρατορική εξουσία σπάνια λειτουργούν φιμώνοντας μόνο τους ανθρώπους· καθιερώνουν επίσης τις κατηγορίες μέσω των οποίων αυτοί οι άνθρωποι γίνονται κατανοητοί. Ένα κίνημα μπορεί, επομένως, να ακουστεί και παρ’ όλα αυτά να χάσει την πολιτική του ικανότητα δράσης, αν κάποιος άλλος διατηρεί την εξουσία να ονομάζει την ιστορία του, να ορίζει τις αντιφάσεις του και να αποφασίζει ποιες από τις απαιτήσεις του θεωρούνται νόμιμες. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο για το Ιράν, επειδή η διαμάχη σχετικά με τους πολιτικούς κρατούμενους είναι επίσης μια διαμάχη σχετικά με το ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τι σημαίνουν ο ιρανικός αντιιμπεριαλισμός, η επανάσταση και η απελευθέρωση.

Η αντικαπιταλιστική πολιτική του Πουέρτο Ρίκο αποτελεί ένα χρήσιμο παράδειγμα του πώς μπορεί να εκφραστεί η απόρριψη αυτών των όρων. Οι Young Lords αντιμετώπιζαν την αποικία και το barrio [φτωχογειτονιά] ως ένα ενιαίο πολιτικό πεδίο και όχι ως πατρίδα και τη διασπορά της. Το αίτημά τους για αυτοδιάθεση του Πουέρτο Ρίκο επέμενε στην «Εξουσία στα χέρια του λαού, όχι στους εκμεταλλευτές του Πουέρτο Ρίκο», απορρίπτοντας μια απελευθέρωση που απλώς θα μετέφερε την εξουσία από ξένους ηγεμόνες σε μια ντόπια άρχουσα τάξη. Ταυτόχρονα, ενέταξαν το Πουέρτο Ρίκο σε έναν ευρύτερο αγώνα ενάντια στον αμερικανικό μιλιταρισμό και τον καπιταλισμό, στο πλευρό των κινημάτων του Τρίτου Κόσμου και των πολιτικών κρατουμένων σε άλλες περιοχές, χωρίς όμως να επιτρέψουν σε αυτές τις ευρύτερες αλληλεγγύες να καθορίσουν το νόημα της απελευθέρωσης του Πουέρτο Ρίκο για τους ίδιους. Ο διεθνισμός τους συνδύαζε δύο στρατεύσεις που συχνά διαχωρίζονται: τη συμμετοχή σε αγώνες ευρύτερους από το έθνος και την πολιτική εξουσία επί του νοήματος του δικού τους αγώνα.

Ο Μπαντ Μπανι [Bad Bunny] μεταφέρει κάτι από αυτή την άρνηση σε μια πολιτιστική μορφή που οι Young Lords δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει. Η σειρά συναυλιών του το 2025, με τίτλο «No Me Quiero Ir de Aquí» [«Δεν θέλω να φύγω από εδώ»], ανέτρεψε τη συνήθη κίνηση από την αποικία προς τη μητρόπολη, καθιστώντας το Πουέρτο Ρίκο τον τόπο στον οποίο έπρεπε να ταξιδέψει το κοινό. Η επακόλουθη παγκόσμια περιοδεία του παρέλειψε τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το «Debí Tirar Más Fotos» [«Έπρεπε να είχα τραβήξει περισσότερες φωτογραφίες»] επέστρεφε επανειλημμένα στα θέματα της εκτόπισης, της γης και του φόβου ότι το Πουέρτο Ρίκο μετατρέπεται σε έναν τόπο όλο και πιο απρόσιτο για τους Πορτορικανούς. Στη συνέχεια, στο Super Bowl του 2026, χρησιμοποίησε μία από τις λίγες αγγλικές φράσεις που γνωρίζει για να πει «God bless America» [«Ο Θεός να ευλογεί την Αμερική»], πριν αναφερθεί σε χώρες σε ολόκληρο το ημισφαίριο και κλείσει με μια μπάλα ποδοσφαίρου που έγραφε «Together, we are America» [«Μαζί, είμαστε η Αμερική»]. Αντί να ζητήσει να συμπεριληφθεί στον αμερικανικό ορισμό της Αμερικής, η παράσταση αμφισβήτησε την κυριότητα των Ηνωμένων Πολιτειών επί της ίδιας της λέξης.

Η γλωσσική μορφή εντασσόταν στην ίδια πολιτική. Ο Μπαντ Μπανι δεν μετέφρασε πρώτα τον εαυτό του στην κυρίαρχη γλώσσα προκειμένου να καταστήσει το Πουέρτο Ρίκο πολιτικά κατανοητό. Η παράσταση, που διεξήχθη κυρίως στα ισπανικά, απαιτούσε από το κοινό να αντιληφθεί το νόημα με τους όρους του ομιλητή. Ένας ποπ μουσικός δεν είναι μια επαναστατική οργάνωση, και ένα σόου στο ημίχρονο δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική των Young Lords, αλλά η υποκείμενη διαμάχη είναι αναγνωρίσιμη: ποιος κατέχει την εξουσία να ονομάσει έναν τόπο, τον λαό του και τον ορίζοντα της απελευθέρωσής του; Ο διεθνισμός δεν χρειάζεται να εξαλείψει αυτή την εξουσία. Στην καλύτερη περίπτωση, ο διεθνισμός εξαρτάται από τη διατήρησή της.

Αυτή είναι η σύνδεση με το Ιράν. Οι Ιρανοί κρατούμενοι δεν θα έπρεπε να γίνονται κατανοητοί μόνο αφού οι αγώνες τους έχουν μεταφραστεί σε κατηγορίες που παρέχονται από τον αμερικανικό καταργητισμό, τον μητροπολιτικό αντιιμπεριαλισμό ή τη γεωπολιτική της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι δικές τους πολιτικές παραδόσεις έχουν δημιουργήσει γλώσσες για την κατανόηση της επανάστασης, της φυλάκισης, του φεμινισμού, της εργασίας, της Παλαιστίνης και του αντιιμπεριαλισμού. Το ερώτημα είναι αν η διεθνής αλληλεγγύη μπορεί να συναντήσει αυτές τις παραδόσεις χωρίς πρώτα να αποφασίσει τι επιτρέπεται να σημαίνουν.

 

Τα δύο αρχεία

Η ιρανική παράδοση που, σύμφωνα με το επιχείρημα του αλ-Χατζ Σάλεχ, θα έπρεπε να μελετήσουμε δεν είναι υποθετική. Το αρχείο υπάρχει, είναι τεκμηριωμένο και μεγάλο μέρος του υλικού έχει εκδοθεί. Η ιστορία της Ναγμέ Σοχραμπί [Naghmeh Sohrabi] για την προεπαναστατική Ομάδα της Παλαιστίνης (Γκουρούχ-ε Φελεστίν) ανασύρει έναν πολιτικό κόσμο που επισκιάστηκε από την μεταγενέστερη ταύτιση της ιρανικής υποστήριξης προς την Παλαιστίνη με την Ισλαμική Δημοκρατία. Η ομάδα αποτελούταν από νέους μαρξιστές-λενινιστές που αντιτίθενταν στον Σάχη, αρκετοί από τους οποίους συνελήφθησαν ενώ προσπαθούσαν να φτάσουν στα παλαιστινιακά στρατόπεδα στην Ιορδανία και τον Λίβανο. Η πολιτική τους συνέδεε τον αγώνα ενάντια στο κράτος των Παχλαβί με μια αντικαπιταλιστική επαναστατική γεωγραφία που εκτεινόταν από την Παλαιστίνη έως τον Παγκόσμιο Νότο.

Η Ισλαμική Δημοκρατία, λοιπόν, δεν εφηύρε την ιρανική αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη. Οι Ιρανοί μαρξιστές επιδίωκαν σχέσεις με τα παλαιστινιακά απελευθερωτικά κινήματα πριν ακόμη ιδρυθεί η Ισλαμική Δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα αντιτάσσονταν σε ένα εγχώριο κράτος που θεωρούσαν συνδεδεμένο με την ιμπεριαλιστική και ταξική εξουσία. Η πολιτική τους δεν πρέπει ούτε να ρομαντικοποιείται ούτε να αναδιατυπώνεται ως σύγχρονος καταργητισμός· πολλοί από αυτούς ήταν μαρξιστές-λενινιστές που πίστευαν στην επαναστατική κρατική εξουσία και στον νόμιμο επαναστατικό εξαναγκασμό. Το ιστορικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: η αντίθεση σε ένα ιρανικό κράτος και η αντίθεση στον ιμπεριαλισμό μπορούσαν να εντάσσονται στο ίδιο επαναστατικό εγχείρημα.

Μια άλλη τέτοια σχέση διαμορφωνόταν περίπου την ίδια περίοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Μανιτζέ Νασραμπαντί [Manijeh Nasrabadi] έχει ανασυνθέσει μια γενεαλογία των αφρο-ιρανικών αλληλεγγύων, στην οποία Ιρανοί ακτιβιστές ενάντια στον Σάχη συνεργάστηκαν με την Επιτροπή Συντονισμού Φοιτητών για τη Μη Βία (SNCC / Student Nonviolent Coordinating Committee), τις οργανώσεις των Μαύρων Πανθήρων και τα κινήματα των Μαύρων φοιτητών. Οι Ιρανοί ακτιβιστές συμμετείχαν σε εκστρατείες για τον Χιούι Νιούτον [Huey Newton] και σε αγώνες κατά του ρατσισμού και του πολέμου, ενώ οι Μαύροι ριζοσπάστες υποστήριζαν εκστρατείες κατά της πολιτικής καταστολής του Σάχη. Δεν πρόκειται για αναδρομικές αναλογίες. Οι Ιρανοί και οι Μαύροι ριζοσπάστες συναντήθηκαν, οργανώθηκαν από κοινού και αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον πολιτικά.

Η σχετική αφάνεια αυτών των παραδόσεων δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς από την έλλειψη έρευνας. Το έργο της Σοχραμπί έχει εκδοθεί, το έργο της Νασραμπάντι έχει εκδοθεί, και η φιλολογία της φυλακή στην περσική γλώσσα που περιγράφει η Σαχρζάντ Μοτζάμπ [Shahrzad Mojab] ανέρχεται σε εκατοντάδες τόμους. Το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί ορισμένες πολιτικές παραδόσεις παραμένουν αναγνωρίσιμες διεθνώς, ενώ άλλες γίνονται δύσκολο να μεταδοθούν. Τα κράτη επιβιώνουν με τρόπους που τα ηττημένα κινήματα συχνά δεν μπορούν. Ένα κράτος που κληρονομεί μια επανάσταση κληρονομεί επίσης υπουργεία, αρχεία, χρηματοδότηση, πανεπιστήμια, εκδοτικούς οίκους και τον διπλωματικό μηχανισμό μέσω του οποίου μια πολιτική παράδοση μπορεί να αναπαραχθεί διεθνώς. Τα κινήματα που νικήθηκαν από το ίδιο αυτό κράτος αφήνουν πίσω τους απομνημονεύματα, εκδοτικούς οίκους της εξορίας, μικρά αρχεία, οικογενειακές αναμνήσεις και τις αναμνήσεις των επιζώντων.

Καθώς οι κύριες τάσεις του ιρανικού αντιιμπεριαλισμού διαχώρισαν τις θέσεις τους μετά το 1979, μόνο ορισμένες διατήρησαν τον θεσμικό μηχανισμό που εξασφάλιζε τη συνέχισή τους. Πολλές άλλες καταστέλλθηκαν βίαια, διαλύθηκαν ή οδηγήθηκαν στην εξορία. Στη σφαγή του 1988, χιλιάδες κρατούμενοι δολοφονήθηκαν, μεταξύ των οποίων μέλη επαναστατικών οργανώσεων και πολιτικών γενεών, μέσω των οποίων οι ιρανικοί αγώνες είχαν συνδεθεί με την Παλαιστίνη και τον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο. Η σφαγή ήταν πρώτα απ’ όλα ένα έγκλημα κατά των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν. Οι εκτελέσεις κατέστρεψαν επίσης τα ανθρώπινα δίκτυα μέσω των οποίων οι πολιτικές παραδόσεις μεταδίδονται, συζητούνται, αναθεωρούνται, διδάσκονται και γίνονται κατανοητές στους διεθνιστές αλλού.

Μια δεύτερη αποδυνάμωση ακολούθησε στην εξορία. Οι Ιρανοί που επέζησαν διαπίστωσαν ότι η αντίθεσή τους προς την Ισλαμική Δημοκρατία μπορούσε να ακούγεται, στα διεθνή αυτιά, ενοχλητικά παρόμοια με την αντίθεση της Ουάσιγκτον προς το ίδιο κράτος, και ορισμένοι απαξιώθηκαν ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Η πολιτική μνήμη, επομένως, εξασθένησε δύο φορές: πρώτα μέσω της καταστολής, των εκτελέσεων και της διασποράς, και ξανά όταν οι συνθήκες της εξορίας έκαναν ορισμένες από τις φωνές που επέζησαν δύσκολο να ακουστούν από τμήματα της διεθνούς αριστεράς. Το βιβλίο του Νασσέρ Μοχατζέρ, Φωνές μιας σφαγής (Nasser Mohajer, Voices of a Massacre) εντάσσεται σε αυτή την ιστορία. Το βιβλίο δεν περιορίζεται στο να τεκμηριώνει μια φρικαλεότητα, αλλά ανασυνθέτει πολιτικούς και πνευματικούς κόσμους που η κρατική βία προσπάθησε να καταστήσει αόρατους.

Από αυτή την οπτική γωνία, η απουσία Ιρανών υπογραφόντων από την επιστολή του Guardian εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη ιστορική διαδρομή. Το πρόβλημα δεν μπορεί να περιοριστεί στο αν θα έπρεπε να είχε προσκληθεί ένας Ιρανός μελετητής να υπογράψει. Το πιο σημαντικό ερώτημα είναι γιατί μια συγκεκριμένη παράδοση του ιρανικού αντιιμπεριαλισμού απέκτησε τα θεσμικά μέσα για να αναπαραχθεί διεθνώς, ενώ άλλες παραδόσεις διεκόπησαν βίαια. Η ανάκτηση αυτών των παραδόσεων που διεκόπησαν δεν αποτελεί μια άσκηση επιστημονικής πληρότητας. Το έργο απαιτεί να ληφθούν υπόψη οι πολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες ορισμένες ιστορίες γίνονται μεταδιδόμενες, ενώ άλλες κατακερματίζονται.

Η Άντζελα Ντέιβις [Angela Davis] βρίσκεται στο σταυροδρόμι αυτών των ιστοριών. Η Ντέιβις υπερασπίστηκε τους Ιρανούς πολιτικούς κρατούμενους όταν φύλακάς τους ήταν μια μοναρχία που υποστηριζόταν από την Ουάσινγκτον. Δεκαετίες αργότερα, έγραψε τον πρόλογο στο βιβλίο του Μοχατζέρ. Η αλληλεγγύη της ξεπερνά τη ρήξη του 1979 χωρίς να μεταφέρει το αντικείμενό της από τους κρατούμενους στο κράτος. Έγραψε επίσης το Είναι οι φυλακές παρωχημένες; (Are Prisons Obsolete?, 2003), ένα θεμελιώδες κείμενο για την σύγχρονη κατάργηση της θανατικής ποινής, το οποίο καθιστά δύσκολο να ερμηνευθεί η στάση της ως μια στενή ανθρωπιστική έκκληση εκ μέρους εξαιρετικά αθώων κρατουμένων. Το έργο της θέτει ένα πιο ριζοσπαστικό ερώτημα: γιατί η ταξινόμηση ενός ατόμου ως εγκληματία από το κράτος θα πρέπει να καθορίζει τη νομιμότητα της κράτησης;

Η πορεία της θέτει επίσης ένα ερώτημα στους επικριτές. Αν η υπεράσπιση των Ιρανών κρατουμένων υπό το καθεστώς του Σάχη, που υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ, αποτελούσε μέρος του επαναστατικού αντιιμπεριαλισμού, γιατί η υπεράσπιση κρατουμένων υπό ένα κράτος ανταγωνιστικό προς την Ουάσινγκτον θα αποτελούσε ιμπεριαλιστική συνενοχή; Ίσως η Ντέιβις να μην έχει αλλάξει το αντικείμενο της αλληλεγγύης της. Ίσως ένα ρεύμα του αντιιμπεριαλισμού —το ρεύμα που διατήρησε τα αρχεία του— να έχει μετατοπίσει αυτό το αντικείμενο από τους καταπιεσμένους λαούς προς το κράτος.

 

Η Παλαιστίνη δεν χρειάζεται την σιωπή του Ιράν

Παραμένει μια πρακτική αντίρρηση, η οποία συχνά γίνεται πιο έντονα αισθητή παρά διατυπώνεται με επιχειρήματα: το να αναδεικνύεται η εσωτερική καταστολή κατά τη διάρκεια ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου μπορεί να διχάσει ένα κίνημα που έχει επείγουσα ανάγκη από ενότητα. Η πολιτική ιστορία του Χοσάμ ελ-Χαμαλάουι [Hossam el-Hamalawy] από την Αίγυπτο υποδεικνύει μια άλλη πιθανότητα. Περιγράφοντας τις κινητοποιήσεις που προηγήθηκαν της αιγυπτιακής επανάστασης, παρατήρησε ότι «το περιφερειακό είναι τοπικό». Οι αιγυπτιακές διαδηλώσεις το 2000 ξεκίνησαν σε αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους. Οι διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους εναντίον του Ισραήλ και συνάντησαν την αιγυπτιακή αστυνομία, ενώ η αντιπαράθεση με τον μηχανισμό ασφαλείας του Μουμπάρακ δημιούργησε ένα περαιτέρω ερώτημα: γιατί το αιγυπτιακό κράτος καταστέλλε τον κόσμο που κινητοποιείταν για την Παλαιστίνη;

Η αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη δεν απέσπασε την προσοχή των Αιγυπτίων από τον εσωτερικό αυταρχισμό, αλλά τον αποκάλυψε. Τίποτα δεν ανάγκασε τους Αιγύπτιους σοσιαλιστές να επιλέξουν μεταξύ της Παλαιστίνης και της αντίστασης στον Μουμπάρακ, διότι ο ένας αγώνας αναδιαμόρφωνε τους όρους του άλλου. Οι Ιρανοί επαναστάτες διεθνιστές είχαν κάνει μια παρόμοια κίνηση δεκαετίες νωρίτερα, όταν η Παλαιστίνη ανήκε στον πολιτικό κόσμο μέσω του οποίου οι Ιρανοί μαρξιστές αντιμετώπιζαν τόσο τον ιμπεριαλισμό όσο και τον Σάχη. Αυτές οι ιστορίες δεν αποδεικνύουν ότι κάθε εγχώριος και διεθνής αγώνας είναι αυτόματα ένας και ο ίδιος αγώνας. Δείχνουν κάτι πιο περιορισμένο και πιο χρήσιμο: η αντίσταση στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία δεν απαιτεί εκ φύσεως σιωπή σχετικά με την κυριαρχία που ασκείται στο εσωτερικό της χώρας. Υπό ορισμένες συνθήκες, η αντιμετώπιση του ενός μπορεί να βαθύνει τον αγώνα ενάντια στον άλλο.

 

Ποιος είναι ο σκοπός του αντιιμπεριαλισμού

Το ισχυρότερο επιχείρημα του Πρασάντ πρέπει, επομένως, να αντιμετωπιστεί με την ανάλογη σοβαρότητα. Η αντιπαράθεση του Ιράν με την αμερικανο-ισραηλινή εξουσία είναι ουσιαστικά αντι-ηγεμονική. Οι κυρώσεις, η στρατιωτική περικύκλωση, οι δολοφονίες και οι βομβαρδισμοί αποτελούν πραγματικά μέσα κυριαρχίας, ενώ η ιρανική υποστήριξη στην παλαιστινιακή αντίσταση είχε ουσιαστικές συνέπειες. Το να χαρακτηρίζεται κάθε ιρανική πρόκληση προς την αμερικανική εξουσία ως κενή περιεχομένου θα ήταν αναλυτικά αδικαιολόγητο. Απαιτείται μια πιο σαφής διάκριση: ο κρατικός αντι-αμερικανισμός περιγράφει μια γεωπολιτική θέση, ενώ ο αντιιμπεριαλισμός, με την απελευθερωτική του έννοια, περιγράφει μια πολιτική. Τα δύο μπορούν να αλληλεπικαλύπτονται χωρίς να γίνονται συνώνυμα. Ένα κράτος μπορεί να παρεμποδίζει ουσιαστικά την ιμπεριαλιστική εξουσία, ενώ ταυτόχρονα αναπαράγει την ταξική, έμφυλη, εθνική και σωφρονιστική κυριαρχία εντός της επικράτειάς του, και η αναγνώριση της πρώτης σχέσης δεν μπορεί να διαλύσει τη δεύτερη.

Η βαθύτερη διαφωνία αφορά το πού βρίσκεται η αντιιμπεριαλιστική κληρονομιά μιας επανάστασης. Ένα επαναστατικό κράτος μπορεί να κληρονομήσει θεσμούς, κυριαρχία και γεωπολιτικές δεσμεύσεις χωρίς να γίνει ο αποκλειστικός φορέας της επαναστατικής δράσης του λαού που πραγματοποίησε την επανάσταση. Αυτή η κληρονομιά παραμένει αντικείμενο διαμάχης μεταξύ εργατών, φεμινιστριών, σοσιαλιστών, εθνικών μειονοτήτων, κρατουμένων και άλλων κινημάτων, των οποίων η ιστορία μπορεί να προηγείται του κράτους ή να τα φέρνει σε άμεση σύγκρουση με αυτό. Ένα κράτος μπορεί να κληρονομήσει μια επανάσταση χωρίς να αποκτήσει την επαναστατική δράση όλων όσων κατέστησαν δυνατή την επανάσταση.

Αυτό είναι επίσης το σημείο στο οποίο οι πολιτικές παραδόσεις που συζητήθηκαν παύουν να συμφωνούν μεταξύ τους, και η διαφωνία αυτή πρέπει να επισημανθεί αντί να αμβλυνθεί. Ο μαρξισμός δεν προσφέρει καμία διέξοδο από το πρόβλημα. Ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι ούτε εγγενώς αντικρατικός ούτε εγγενώς αντισωφρονιστικός. Τα επαναστατικά μαρξιστικά κινήματα συχνά ερμήνευαν την καπιταλιστική φυλάκιση ως ταξική καταστολή, διατηρώντας παράλληλα θεωρίες περί νόμιμου εξαναγκασμού υπό την επαναστατική κρατική εξουσία. Οι Ιρανοί μαρξιστές της Ομάδας Παλαιστίνης αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν ήταν πρωτο-καταργητιστές, και η ερμηνεία τους ως τέτοιων θα επαναλάμβανε, σε πιο ευγενή τόνο, ακριβώς το λάθος στο οποίο αντιτίθεται το παρόν άρθρο: την προσαρμογή της ιρανικής πολιτικής σκέψης σε ένα πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί αλλού. Πολλοί πίστευαν στην επαναστατική κρατική εξουσία, και ορισμένοι θα είχαν διακρίνει την επαναστατική φυλάκιση από την αντεπαναστατική και θα είχαν υπερασπιστεί την πρώτη. Μια καταργητιστική ερμηνεία της φυλάκισής τους δεν μπορεί, επομένως, απλώς να τους συμπεριλάβει. Η πολιτική τους θέτει ένα πραγματικό πρόβλημα.

Η ιστορία μετά το 1979 οξύνει, αντί να επιλύει, αυτή τη δυσκολία. Μια επανάσταση εναντίον μιας μοναρχίας, της οποίας οι φυλακές είχαν γίνει συνώνυμες με τα βασανιστήρια, δημιούργησε ένα άλλο κράτος ικανό να φυλακίζει και να εκτελεί ανθρώπους που προέρχονταν από επαναστατικούς πολιτικούς κύκλους, συμπεριλαμβανομένων ατόμων των οποίων η ίδια η πολιτική στάση είχε επιτρέψει τη νόμιμη επαναστατική βία. Δύο εύκολες απαντήσεις αποτυγχάνουν. Η φιλελεύθερη απάντηση υποστηρίζει ότι η επανάσταση οδηγεί στην τυραννία, αλλά αυτό το συμπέρασμα εξηγεί ελάχιστα, δεδομένων των τεράστιων φυλετικά διαχωρισμένων σωφρονιστικών συστημάτων, των αποικιακών καθεστώτων κράτησης, των αστυνομικών μηχανισμών και των αυτοκρατορικών στρατών που έχουν δημιουργήσει τα φιλελεύθερα καπιταλιστικά κράτη. Μια κρατιστική επαναστατική απάντηση αποτυγχάνει εξίσου παταγωδώς όταν η καταστολή καθίσταται νόμιμη απλώς και μόνο επειδή το κράτος που την ασκεί διαθέτει αντιιμπεριαλιστικά διαπιστευτήρια. Επομένως, το πιο δύσκολο ερώτημα παραμένει αναπόφευκτο: τι εμποδίζει μια επανάσταση να μετατρέψει τους χθεσινούς επαναστάτες σε μελλοντικούς νόμιμα φυλακισμένους;

Ο μαρξισμός δεν επιλύει από μόνος του αυτό το ζήτημα, αλλά ούτε και η κατάργηση, η οποία αντιμετωπίζει τις δικές της δυσκολίες απέναντι στον ιμπεριαλισμό, την αντεπανάσταση και την υλική ασφάλεια. Ο Μικαέλ Λεβί [Michael Löwy]  προσφέρει μάλλον ένα μέρος μιας μεθόδου παρά μια απάντηση. Γράφοντας στο πλαίσιο του επαναστατικού μαρξισμού, προειδοποιεί για δύο αντίθετες αποτυχίες: την άρνηση της εθνικής απελευθέρωσης στο όνομα ενός αφηρημένου διεθνισμού και την άκριτη υιοθέτηση της εθνικιστικής ιδεολογίας ενός καταπιεσμένου έθνους. Ο επαναστατικός διεθνισμός πρέπει να πλοηγηθεί μεταξύ τους μέσω συγκεκριμένης ανάλυσης. Το Ιράν απαιτεί ακριβώς αυτή την πειθαρχία. Η υπεράσπιση της ιρανικής κυριαρχίας ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν απαιτεί την ταύτιση της Ισλαμικής Δημοκρατίας με την συνολική πολιτική δράση του ιρανικού λαού, ενώ η κριτική της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν αναιρεί την πραγματικότητα της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας εναντίον του Ιράν. Το να διατηρούμε αυτές τις θέσεις ταυτόχρονα δεν αποτελεί αμφιταλάντευση. Η δυσκολία έγκειται στην ίδια την ιστορία.

 

Θεσιακότητα χωρίς θεσμική κατοχύρωση

Ο Πρασάντ ρωτάει γιατί οι υπογράφοντες/ουσες, που βρίσκονται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, απευθύνονται στους Ιρανούς κρατούμενους και όχι στη δική τους κυβέρνηση. Το ερώτημα αυτό συγχέει δύο διαφορετικές πολιτικές πράξεις. Μια αναφορά που απευθύνεται στην Ουάσινγκτον διατυπώνει αιτήματα προς μια κυβέρνηση· μια επιστολή που απευθύνεται στους κρατούμενους δημιουργεί μια σχέση με τους κρατούμενους. Η περιγραφή της αλληλεγγύης από τον Μπέργκερ καθιστά σαφή αυτή τη διάκριση. Η πολιτική αλληλογραφία, η φιλία και ο κοινός αγώνας πέρα από τα τείχη της φυλακής δεν υποκαθιστούν την οργάνωση ενάντια στο κράτος. Αποτελούν μερικά από τα μέσα με τα οποία οι άνθρωποι γίνονται συμμετέχοντες στον πολιτικό κόσμο του άλλου, και τέτοιες σχέσεις συνεπάγονται οικειότητα, διακινδύνευση και προθυμία να παραμείνουν σε επαφή παρά τις σοβαρές διαφωνίες.

Αυτή η παράδοση διατρέχει τη λίστα των υπογραφών. Η Ντέιβις έχει αφιερώσει δεκαετίες σε κινήματα αλληλεγγύης προς τους φυλακισμένους. Ο Μουμία υπογράφει την επιστολή από τη φυλακή. Ο Ρικάρντο Χιμένεζ [Ricardo Jiménez] συμβάλλει με την ιστορία των πολιτικών φυλακίσεων στο Πουέρτο Ρίκο, ενώ η πολιτική συγκρότηση του Μπέργκερ επηρεάστηκε από τις σχέσεις του με φυλακισμένους Μαύρους ριζοσπάστες. Η επιστολή καταδικάζει επίσης ρητά τον πόλεμο και τις κυρώσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Η αρχή του Πρασάντ γίνεται όλο και πιο δύσκολο να υποστηριχθεί όταν εφαρμόζεται στους ίδιους τους Ιρανούς φυλακισμένους. Αν η πολιτική σε καιρό πολέμου δεν επιτρέπει καμία θέση εκτός του δυαδικού πλαισίου «επιτιθέμενο κράτος» και «κράτος που αντιστέκεται», τι γίνεται με την Ιρανή φυλακισμένη που απορρίπτει την ισραηλινή επιθετικότητα και συνεχίζει να αντιστέκεται στη δική της φυλάκιση; Πρέπει να σταματήσει ο εργατικός αγώνας; Πρέπει να αναβληθεί η αντίσταση στις εκτελέσεις; Πρέπει η οργάνωση των Κούρδων, των Μπαλούχων, των Αράβων ή των φεμινιστριών να τεθεί στρατηγικά σε δευτερεύουσα θέση μέχρι κάποια αόριστη μελλοντική στιγμή, όταν οι ξένες δυνάμεις δεν θα μπορούν πλέον να εκμεταλλεύονται τις διαμαρτυρίες τους; Αν η απάντηση είναι «όχι», η αλληλεγγύη προς αυτούς τους αγώνες δεν μπορεί να καταστεί παράνομη απλώς και μόνο επειδή η αλληλεγγύη αυτή διασχίζει ένα σύνορο.

Διαφορετικά, η αυτοκρατορία αποκτά μια εξαιρετική πολιτική δύναμη. Απειλώντας να εκμεταλλευτεί μια αδικία, ένα αυτοκρατορικό κράτος θα μπορούσε να καταστήσει την αντίσταση σε αυτή την αδικία πολιτικά ύποπτη. Οι Ιρανές, οι εργαζόμενοι, οι κρατούμενοι και οι εθνικές μειονότητες θα βρεθούν υπό μεγαλύτερο περιορισμό ακριβώς όταν ο αυτοκρατορικός κίνδυνος θα είναι μεγαλύτερος. Η διεθνής αλληλεγγύη δεν μπορεί να παραχωρήσει στην αυτοκρατορία αυτό το δικαίωμα βέτο. Η ευθύνη να εμποδίσει κανείς τη δική του κυβέρνηση να βομβαρδίσει το Ιράν δεν μπορεί να απαιτεί από τους Ιρανούς να παραδώσουν την εξουσία πάνω στη χρονική στιγμή, τη γλώσσα ή το περιεχόμενο των δικών τους αγώνων.

 

Η αθωότητα δεν μπορεί να καθορίσει ποια ζωή μετράει

Η Αμπουλχάουα θέτει ένα άλλο δύσκολο ερώτημα: ποιος θεωρείται πολιτικός κρατούμενος και πώς πρέπει τα διεθνή κινήματα να αντιμετωπίζουν άτομα που κατηγορούνται για κατασκοπεία, τρομοκρατία ή σοβαρά εγκλήματα; Η ανησυχία της αποκαλύπτει ένα πραγματικό πρόβλημα για τη γλώσσα της αθωότητας. Η πολιτική φυλάκιση και η άδικη καταδίκη δεν είναι ισοδύναμες κατηγορίες, οπότε οι εκτιμήσεις για τις συνηθισμένες άδικες καταδίκες δεν μπορούν να θεμελιώσουν τη νομιμότητα της πολιτικής φυλάκισης στο Ιράν.

Οι υπογράφοντες/ουσες του κινήματος για την κατάργηση της θανατικής ποινής αμφισβητούν την ίδια τη βάση του ερωτήματος σε πιο θεμελιώδες επίπεδο. Το βιβλίο Είναι οι φυλακές παρωχημένες; δεν ρωτούσε απλώς αν φυλακίζονταν αθώοι άνθρωποι. Η Ντέιβις αμφισβήτησε την πεποίθηση ότι η φυλάκιση πρέπει να παραμείνει ένας αυτονόητος θεσμός για τη διαχείριση της κοινωνικής βλάβης. Ομοίως, η Γκίλμορ επικρίνει αυτό που αποκαλεί «πρόβλημα της αθωότητας»: τα κινήματα αποδυναμώνονται όταν η αντίσταση στην κρατική βία εξαρτάται από την παρουσίαση του θύματος ως ηθικά άμεμπτου. Μόλις η αθωότητα γίνει το κατώφλι της αλληλεγγύης, το κράτος διατηρεί τεράστια εξουσία ως προς το ποιες φυλακισμένες ζωές παραμένουν κατανοητές.

Οι Ιρανοί κρατούμενοι προσεγγίζουν ένα συναφές ζήτημα από μια εντελώς διαφορετική καταγωγή. Η καμπάνια Όχι στις εκτελέσεις κάθε Τρίτη, που ξεκίνησε το 2024 και πλέον εκτείνεται σε δεκάδες φυλακές, αρνήθηκε να περιορίσει την αντίθεση στις εκτελέσεις μόνο σε διάσημους πολιτικούς αντιφρονούντες. Κρατούμενοι που καταδικάστηκαν για υποθέσεις ναρκωτικών και άλλες μη πολιτικές κατηγορίες έχουν ενταχθεί στον αγώνα μαζί με τους πολιτικούς κρατούμενους. Το να αποκαλέσει κανείς αυτό το κίνημα «ιρανική εκδοχή της αμερικανικής κατάργησης των φυλακών» θα επέβαλε μια εξωτερική καταγωγή — ακριβώς αυτό που το παρόν άρθρο επιχειρεί να αντικρούσει. Μια πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη λαμβάνει χώρα. Η κλασική υπεράσπιση του πολιτικού κρατουμένου υποστηρίζει ότι η αντίσταση στην καταπίεση είναι νόμιμη και ότι, ως εκ τούτου, ο επαναστάτης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εγκληματίας. Το κίνημα κατά των εκτελέσεων θέτει ένα περαιτέρω ερώτημα: τι συμβαίνει στο άτομο το οποίο το κράτος καταφέρνει να χαρακτηρίσει εγκληματία;

Οι καταργητές σε άλλες χώρες έχουν θέσει ένα παρόμοιο ερώτημα, αλλά οι Ιρανοί κρατούμενοι θέτουν το ερώτημα αυτό με βάση μια διαφορετική ιστορική πραγματικότητα και υπό συνθήκες που ούτε η Ντέιβις ούτε η Γκίλμορ έχουν αντιμετωπίσει. Το έργο της Μοτζάμπ σχετικά με τις Ιρανές πολιτικές κρατούμενες εντάσσει αυτή την εξέλιξη σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο: πρώην κρατούμενες έχουν δημιουργήσει μια τεράστια φιλολογία στην περσική γλώσσα που τεκμηριώνει τη συλλογική αντίσταση, την πολιτική εκπαίδευση, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις τιμωρίες με βάση το φύλο και τους κοινωνικούς κόσμους που δημιουργούνται μέσα στη φυλακή, τα περισσότερα από τα οποία παραμένουν περιθωριακά στη διεθνή συζήτηση για την κατάργηση. Εδώ μπορούμε να αρχίσουμε να διακρίνουμε τι μπορεί να σημαίνει η αλληλεγγύη που κινείται και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η πολιτική των Ιρανών κρατουμένων δεν χρειάζεται να γίνει παράδειγμα του αμερικανικού κινήματος κατά της θανατικής ποινής, και η θεωρία του κινήματος αυτού δεν χρειάζεται να απορριφθεί επειδή η γενεαλογία της είναι διαφορετική. Κάθε παράδοση μπορεί να κλονίσει την άλλη.

Η πιο εύστοχη αναλογία της Αμπουλχάουα παραμένει: η Ντέιβις και ο Μουμία δεν θα είχαν υπογράψει ποτέ, τη δεκαετία του 1970, μια επιστολή που να καταδικάζει «το COINTELPRO από τη μία πλευρά και το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων από την άλλη». Έχει δίκιο όσον αφορά τη βασική αρχή. Ένα επαναστατικό κίνημα που υπόκειται σε κρατική αντιαντάρτικη καταστολή δεν πρέπει να τοποθετείται στο ίδιο πολιτικό επίπεδο με τον κρατικό μηχανισμό που προσπαθεί να το καταστρέψει. Η αναλογία αποτυγχάνει επειδή στους πολιτικούς παράγοντες έχουν αποδοθεί λάθος ρόλοι. Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι ένα κράτος. Οι Ιρανοί πολιτικοί κρατούμενοι, οι εργαζόμενοι, οι γυναίκες και τα αντιπολιτευτικά κινήματα είναι πολιτικά υποκείμενα που ζουν υπό αυτό το κράτος. Η αντικατάσταση της Ισλαμικής Δημοκρατίας με το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων μεταφέρει σιωπηρά την επαναστατική δράση από τον ιρανικό λαό στην ιρανική κυβέρνηση.

Αυτή η αντικατάσταση συνοψίζει ολόκληρη τη διαφωνία. Η αντιιμπεριαλιστική νομιμότητα έγκειται κυρίως σε ένα κράτος επειδή αυτό το κράτος αντιμετωπίζει μια ιμπεριαλιστική δύναμη, ή μπορούν οι άνθρωποι και τα κινήματα που ζουν υπό την εξουσία αυτού του κράτους να διατηρήσουν τη δική τους αντιιμπεριαλιστική δράση; Η ιστορία των Πανθήρων υποστηρίζει τη δεύτερη δυνατότητα. Το ίδιο ισχύει και για την ιστορία των Ιρανών μαρξιστών που αντιτάχθηκαν στον Σάχη, των Young Lords, των Αιγυπτίων σοσιαλιστών που κινητοποιήθηκαν για την Παλαιστίνη ενάντια στον Μουμπάρακ, καθώς και των παλαιστινιακών κινημάτων, για τα οποία η απελευθέρωση δεν περιορίστηκε ποτέ στη διπλωματία των κρατών που ισχυρίζονταν ότι τα υποστήριζαν. Το ιρανικό κράτος δεν εξαντλεί την πολιτική σημασία του Ιράν. Κανένα κράτος δεν το έχει κάνει ποτέ.

 

Από την «εμψύχωση» στη σχέση

Οι είκοσι τρεις υπογράφοντες/ουσες δεν εκπροσωπούν μια ενιαία πολιτική παράδοση, και οι διαφορές τους πρέπει να παραμείνουν ορατές. Η συμμαχία καλύπτει το μαύρο ριζοσπαστισμό και τον αγώνα για την κατάργηση, τον μαρξισμό, την παλαιστινιακή ακαδημαϊκή έρευνα, τον αντικαπιταλιστικό αγώνα του Πουέρτο Ρίκο, τον φεμινισμό των Chicana, τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και πολλαπλές ιστορίες πολιτικής φυλάκισης. Ο Γουόλντεν Μπέλο [Walden Bello] φέρνει μαζί του δεκαετίες αντίστασης ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία, καθώς και ενάντια στο αυταρχικό καθεστώς στις Φιλιππίνες. Η Κιάνγκα-Γιαμάτα Τέιλορ [Keeanga-Yamahtta Taylor] εντάσσει την κατάργηση και τη φυλετικοποιημένη κρατική βία στο πλαίσιο μιας κριτικής του καπιταλισμού από τη σκοπιά της απελευθέρωσης των Μαύρων. Οι υπογραφές των Παλαιστινίων μελετητών Ρασίντ Χαλίντι [Rashid Khalidi] και Νάντια Αμπού Ελ-Χατζ [Nadia Abu El-Haj] έχουν σημασία και για έναν επιπλέον λόγο: η άρνηση υποταγής των Ιρανών κρατουμένων διατυπώνεται εκ των έσω, και όχι ενάντια, στις παραδόσεις που διαμορφώθηκαν από την ιστορία της παλαιστινιακής απαλλοτρίωσης. Δεν πρόκειται για πολιτικές βιογραφίες που εξηγούνται εύκολα με βάση τον φιλελεύθερο παρεμβατισμό.

Η επιστολή κλείνει ζητώντας από τη διεθνή κοινωνία των πολιτών να δημιουργήσει σχέσεις με τους Ιρανούς πολιτικούς κρατούμενους και να ενισχύσει τις φωνές τους. Το πρώτο αίτημα είναι πιο ριζοσπαστικό από το δεύτερο. Ο όρος «ενίσχυση» διατηρεί μια ιεραρχία μεταξύ του ατόμου που διαθέτει μια πλατφόρμα και του ατόμου του οποίου η φωνή χρειάζεται ενίσχυση, ενώ ο όρος «σχέση», με την έννοια που του αποδίδει ο Μπέργκερ, υποδηλώνει κάτι πιο αμοιβαίο: Διαβάστε τα κείμενα των Ιρανών κρατουμένων. Μεταφράστε τα. Δημοσιεύστε τα. Συζητήστε μαζί τους. Τοποθετήστε τα κείμενα των Ιρανών πολιτικών κρατουμένων δίπλα σε αυτά του Τζορτζ Τζάκσον, [George Jackson] του Μουμία Αμπού-Τζαμάλ και των Παλαιστινίων κρατουμένων – όχι επειδή οι καταστάσεις τους είναι εναλλάξιμες, αλλά επειδή κάθε παράδοση έχει θεωρητικοποιήσει την αιχμαλωσία μέσα από μια ξεχωριστή ιστορία.

Φέρτε τις γυναίκες που επέζησαν από τις ιρανικές φυλακές σε διαρκή διάλογο με τη Ντέιβις, τη Γκίλμορ και τον φεμινισμό που υποστηρίζει την κατάργηση. Τοποθετήστε τους Ιρανούς μαρξιστές που ταξίδεψαν προς την Παλαιστίνη μέσα στις ιστορίες του μαύρου και του παλαιστινιακού επαναστατικού διεθνισμού. Τοποθετήστε όσους σκοτώθηκαν το 1988 μέσα στην ιστορία της επανάστασης, αντί να τους αφήνετε έξω από αυτήν ως απόδειξη ότι η επαναστατική αλλαγή πρέπει να εγκαταλειφθεί. Φέρτε την πρωτοβουλία Όχι στις εκτελέσεις κάθε Τρίτη στις διεθνείς συζητήσεις για την κατάργηση της θανατικής ποινής, χωρίς να υποθέτετε ότι οι Ιρανοί κρατούμενοι αναπαράγουν έννοιες που δημιουργήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τίποτα από όλα αυτά δεν αποτελεί ακαδημαϊκή ευγένεια. Το έργο αυτό περιλαμβάνει την αποκατάσταση μιας πολιτικής μετάδοσης που η βία συνέβαλε στο να διακοπεί.

Ούτε μπορεί αυτή η αποκατάσταση να σημαίνει την ανασυγκρότηση της πολιτικής του 1970 χωρίς αλλαγές. Κανένας «καθαρός» επαναστατικός διεθνισμός δεν μας περιμένει έτοιμος για ανακάλυψη. Οι Ιρανοί μαρξιστές, οι Μαύρες Πάνθηρες, οι Παλαιστίνιοι επαναστάτες, οι Πορτορικανοί εθνικιστές, οι κομμουνιστές, οι φεμινίστριες και οι σύγχρονοι καταργητές δεν μοιράστηκαν ποτέ μια ενιαία θεωρία για το κράτος. Κάποιοι πίστευαν στη μαρξιστική-λενινιστική κρατική εξουσία· άλλοι ανέπτυξαν τον αντικαπιταλιστικό εθνικισμό, τον επαναστατικό σοσιαλισμό, τον αναρχισμό ή την πολιτική της κατάργησης. Αυτές οι διαφορές πρέπει να παραμείνουν ορατές και όχι να συμβιβαστούν εκ των υστέρων. Το επίτευγμα βρισκόταν αλλού: τα κινήματα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους αλληλένδετους αγώνες χωρίς να απαιτούν ιδεολογική ταυτότητα ή γεωπολιτική υπακοή. Οι Ιρανοί φοιτητές μπορούσαν να αντιταχθούν στον Σάχη και στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, οργανώνοντας παράλληλα δράσεις μαζί με Μαύρους ριζοσπάστες. Οι Ιρανοί μαρξιστές μπορούσαν να επιδιώξουν σχέσεις με Παλαιστίνιους επαναστάτες χωρίς να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους ενάντια στην ιρανική κυβέρνηση. Οι Αιγύπτιοι σοσιαλιστές μπορούσαν να κινητοποιηθούν για την Παλαιστίνη και να ανακαλύψουν μέσα από αυτόν τον αγώνα την ανάγκη να αντιμετωπίσουν τον Μουμπάρακ. Οι Πορτορικανοί ριζοσπάστες μπορούσαν να πολεμήσουν τον αμερικανικό αποικιοκρατισμό, επιμένοντας παράλληλα ότι οι Πορτορικανοί εκμεταλλευτές δεν θα αποτελούσαν την απελευθέρωση. Οι Μαύροι φυλακισμένοι μπορούσαν να συμμετέχουν στη διεθνή πολιτική σκέψη από το εσωτερικό των αμερικανικών φυλακών.

Πάρα πολλά ιστορικά γεγονότα έχουν μεσολαβήσει για να μπορέσει αυτός ο διεθνισμός να επαναληφθεί έτσι απλά. Οποιαδήποτε ανασυγκρότηση πρέπει να μεταφέρει μπροστά τις ανεπίλυτες συγκρούσεις αυτών των παραδόσεων. Ο μαρξισμός πρέπει να αντιμετωπίσει την επιμονή και τη νομιμότητα του εξαναγκασμού στο πλαίσιο των επαναστατικών κρατικών σχεδιασμών. Η εθνική απελευθέρωση πρέπει να αντιμετωπίσει την ταξική κυριαρχία, την πατριαρχία και τον εσωτερικό αποικιοκρατισμό. Η κατάργηση πρέπει να αντιμετωπίσει τον ιμπεριαλισμό, την πολιτική οικονομία και την οργανωμένη βία, αντί να φαντάζεται φυλακές σε απομόνωση. Ο φεμινισμός πρέπει να αντισταθεί τόσο στην αυτοκρατορική εκμετάλλευση του πόνου των γυναικών όσο και στην πατριαρχική κυριαρχία εντός των κινημάτων που αντιστέκονται στην αυτοκρατορία. Ο αντιιμπεριαλισμός πρέπει να κερδίσει ξανά τους λαούς, η απελευθέρωση των οποίων κάποτε του έδινε το χειραφετητικό του νόημα. Το κριτήριο ενός διεθνιστικού αντιιμπεριαλισμού, επομένως, δεν μπορεί τελικά να είναι το αν προσδιορίζουμε σωστά το ισχυρότερο κράτος ή την κύρια γεωπολιτική αντίφαση. Το πιο δύσκολο κριτήριο είναι αν η πρακτική μας διευρύνει ή περιορίζει την ικανότητα των λαών με τους οποίους δηλώνουμε αλληλεγγύη να οργανώνονται, να αντιστέκονται, να σκέφτονται πολιτικά και να καθορίζουν το δικό τους μέλλον.

Γι’ αυτό ακριβώς έχει σημασία το περσικό:

ما واقعا بین دو لبه قیچی داریم بریده می‌شویم.

Βρισκόμαστε πραγματικά ανάμεσα στις δύο λεπίδες του ψαλιδιού.

Η πρόταση δεν μας ζητά να αποφασίσουμε ότι οι λεπίδες είναι πανομοιότυπες, και αυτός που μιλάει δεν ζητά ουδετερότητα απέναντί τους. Η γραμματική στρέφει την προσοχή μας μακριά από τις δυνάμεις που διεκδικούν την ιστορία για λογαριασμό τους και προς τους ανθρώπους που ζουν μέσα στις συνέπειες της ιστορίας. Το πιο σημαντικό ερώτημα που θέτει η επιστολή του Guardian ξεπερνά, επομένως, τη συμμετρία της μεταφοράς της, τη χρονική στιγμή της δημοσίευσής της και ακόμη και την απουσία Ιρανών υπογραφόντων: πώς θα έμοιαζε η διεθνής αλληλεγγύη αν η ιρανική επαναστατική και καταργητική σκέψη δεν ήταν απλώς κάτι με το οποίο η παγκόσμια αριστερά στεκόταν αλληλέγγυα, αλλά κάτι από το οποίο η παγκόσμια αριστερά καταλάβαινε ότι έπρεπε να μάθει;

Μια τέτοια αλληλεγγύη δεν μπορεί να ξεκινήσει με το να αποφασίζουμε για ποια σημεία του αγώνα ενός άλλου λαού επιτρέπεται να μιλάμε, ούτε μπορεί η πολιτική συμφωνία να γίνει προϋπόθεση για τη σχέση. Η πολιτική ιστορία του Ιράν προσφέρει ήδη έναν άλλο δρόμο: επαναστάτες που κατευθύνονται προς την Παλαιστίνη, φοιτητές που οργανώνονται στο πλευρό Μαύρων ριζοσπαστών, γυναίκες που αναπτύσσουν πολιτική σκέψη από τη φυλακή, επιζώντες που αρνούνται τη διαγραφή των νεκρών και κρατούμενοι που αρνούνται να παραδώσουν τα σώματά τους στον μηχανισμό της εκτέλεσης. Αυτές οι ιστορίες δεν προσφέρουν καμία θέση που να βρίσκεται ασφαλής έξω από το ψαλίδι. Προσφέρουν κάτι πιο δύσκολο: έναν τρόπο να παραμένουμε σε πολιτική σχέση παρά τις βαθιές διαφορές, χωρίς να παραδίδουμε κανέναν στη λεπίδα που, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, τυχαίνει να φαίνεται λιγότερο επικίνδυνη. Ο διεθνισμός ξεκινά από εκεί, όχι πάνω από τον αγώνα και όχι ανάμεσα στους αντιπάλους του, αλλά δίπλα σε όσους αρνούνται να εξαφανιστούν μέσα σε οποιονδήποτε από τους δύο αντιπάλους.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Farah Mokhtareizadeh, “Who Names the World? Anti-Imperialism and Iran’s Political Prisoners”, 24 Αυγούστου 2026, https://substack.com/home/post/p-212459725.

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.