Με αφορμή το τότε (1984) συνέδριο της ΓΣΕΕ (ναι, ήδη από τότε!), υπήρξε συζήτηση στη συντακτική επιτροπή του Μαρξιστικού Δελτίου για το ρεφορμισμό και το συνδικαλισμό. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, και τις σχετικές αναφορές στο άρθρο του Τρότσκι, γράφτηκε το κείμενο “Κράτος και συνδικάτα -Γύρω από μια υπόθεση του Τρότσκι”. Αναδημοσιεύουμε εδώ το άρθρο (αφαιρώντας τις αναφορές στην τότε συζήτηση), όχι μόνο λόγω της επικαιρότητας του ζητήματος, αλλά και επειδή αναφέρεται σε ένα άρθρο του Τρότσκι, που έχει (ή μπορεί να) προκαλέσει διχογνωμίες, ενώ έχει και ένα πιο γενικό (θεωρητικό) ενδιαφέρον για τη φύση του σύγχρονου καπιταλισμού και τις συνθήκες πάλης της εργατικής τάξης.
Τ.Α.
Τάσος Αναστασιάδης
Κράτος και συνδικάτα
Γύρω από μια υπόθεση του Τρότσκι
Το άρθρο του Τρότσκι, «Τα συνδικάτα στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής», ως γνωστό, είναι ένα (ανολοκλήρωτο) χειρόγραφο που βρέθηκε στο γραφείο του Τρότσκι μετά τη δολοφονία του. Είναι αλήθεια ότι μια πρόχειρη ανάγνωσή του μπορεί να δώσει λαβή σε μια υπεραριστερίστικη ερμηνεία (για μια ξαφνική τομή στη σκέψη του Τρότσκι). Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, μια προσεχτικότερη ανάγνωση δείχνει ότι ο Τρότσκι λέει δύο πράγματα:
1) Αντίθετα από τον ανταγωνιστικό καπιταλισμό, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός (ο ιμπεριαλισμός) στηρίζεται σε μια πολιτική συγκεντροποίηση (πέραν της οικονομικής) που δημιουργεί «για τα συνδικάτα –στο μέτρο που αυτά παραμένουν σε ρεφορμιστικές θέσεις, δηλαδή σε θέσεις που βασίζονται στην προσαρμογή στην ιδιωτική ιδιοκτησία- την ανάγκη να προσαρμόζονται στο καπιταλιστικό κράτος και να παλεύουν για να συνεργαστούν μαζί του».
Πρόκειται για τους νέους όρους και συνθήκες που δημιουργεί στην ταξική πάλη η διάρθρωση του ιμπεριαλισμού και ο ρόλος του αστικού κράτους στη διαχείριση της αστικής κοινωνίας, ιδιαίτερα μέσα από την πιο άμεση διαχείριση της εργατικής δύναμης (βλ. τότε Νιού Ντηλ και αργότερα το λεγόμενο «κράτος ευημερίας»). Ο συνδικαλισμός πλέον δεν μπορεί να αποφύγει το πρόβλημα του κράτους και της πολιτικής.
Αυτό σημαίνει ότι, από την πλευρά της αστικής κοινωνίας, η εξουδετέρωση του εργατικού κινήματος δεν μπορεί να στηρίζεται πια στον υποτιθέμενο αυτοματισμό του κατακερματισμού της οικονομικής πάλης ούτε στο μύθο κάποιου κράτους-αμέτοχου διαιτητή ή έστω μπάτσου. Επομένως, η προσπάθεια χειραγώγησης του εργατικού κινήματος παίρνει αναγκαστικά μια άμεσα πολιτική διάσταση στο ίδιο το εσωτερικό της οικονομικής και συνδικαλιστικής πάλης. Την ένταξη της στοιχειώδους οργάνωσης της εργατικής τάξης (που αποτελούν τα συνδικάτα) στο αστικό κράτος (που πρέπει να προβληθεί συγχρόνως σαν ουδέτερος χώρος όπου μπορεί να κατακτηθεί εξουσία από την εργατική τάξη) την αναλαμβάνουν οι ρεφορμιστικές δυνάμεις (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός) στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος.
Εύκολα μπορεί να δει κανείς πόσο γόνιμη είναι αυτή η ιδέα, ιδιαίτερα σε σχέση με το μεταπολεμικό καπιταλισμό.
2) Το δεύτερο πράγμα που λέει ο Τρότσκι φαινομενικά έρχεται σε αντίφαση με το πρώτο: «Στην εποχή του παρακμάζοντας ιμπεριαλισμού», λέει ο Τρότσκι, τα συνδικάτα «δεν μπορούν πια να είναι ρεφορμιστικά, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επιτρέπουν πλέον σοβαρές και μόνιμες μεταρρυθμίσεις». Με άλλα λόγια, στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την κρίση του καπιταλισμού με τα εκατομμύρια των ανέργων, από την ήττα της γερμανικής, της κινέζικης, της γαλλικής, της ισπανικής επανάστασης, από την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού, από την κήρυξη του παγκόσμιου πολέμου, στις συνθήκες αυτές ο ρεφορμισμός τείνει να μην μπορεί πια να εντάξει τα συνδικάτα στον ορίζοντα του αστικού κράτους και, επομένως, να τίθεται σαν άμεσος όρος επιβίωσής τους σαν ανεξάρτητες οργανώσεις της εργατικής τάξης το να γίνουν συνειδητά τα ίδια «όργανα της προλεταριακής επανάστασης».
Η ανάλυση αυτή στηρίζεται σε μια εκτίμηση της περιόδου όπου υπάρχει όξυνση της ταξικής πάλης και εγγράφεται στην προοπτική μιας νίκης του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού. Ωστόσο, αυτή η πρόγνωση δεν επαληθεύτηκε. Αντίθετα, η ήττα του προλεταριάτου έδωσε τη δυνατότητα στον καπιταλισμό να γνωρίσει μια νέα περίοδο ανάπτυξης, ένα νέο μακροχρόνιο κύμα ανάπτυξης (έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960), πράγμα που οι μπολσεβίκοι, και ειδικότερα ο Τρότσκι, το είχαν αντιμετωπίσει απλώς σαν θεωρητική δυνατότητα.
Αυτό, όμως, που πρέπει να κρατήσει κανείς γενικότερα από αυτή την ανάλυση είναι ότι, σε συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού και όξυνσης της ταξικής πάλης, τείνουν να περιοριστούν τα αντικειμενικά εκείνα στοιχεία που επιτρέπουν στο ρεφορμισμό να πετυχαίνει την ένταξη της εργατικής τάξης (και επομένως και της στοιχειώδους της οργάνωσης που είναι τα συνδικάτα) στην αστική κοινωνία και στο κράτος της.
Και στις δύο περιπτώσεις η ένταξη των εργατικών συνδικάτων στο αστικό κράτος αναφέρεται σε μια πολιτική διαδικασία που επιβάλλουν πάνω στην εργατική τάξη οι ρεφορμιστικές της ηγεσίες. Και ιδιαίτερα δεν αναφέρεται καθόλου σε μια οργανωτική απορρόφηση των συνδικάτων αυτών από το αστικό κράτος.
Ασφαλώς, αυτή η διαδικασία δεν πέφτει από τον ουρανό, δεν είναι π.χ. αποκομμένη από τις αντικειμενικές δυνατότητες στήριξής της (τα «ψίχουλα») που χορηγεί η αστική τάξη στις ρεφορμιστικές ηγεσίες, πράγμα που εξάλλου επιτρέπει στον Τρότσκι να εντοπίσει την αντιφατική δυναμική που έχει αυτή η διαδικασία ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης («παρακμής»). Ασφαλώς ακόμα, αυτή η διαδικασία συνοδεύεται από ορισμένες οργανωτικές (γραφειοκρατικές) πρακτικές στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και από μία κρατική ανάμειξη π.χ. στο επίπεδο των νομοθετικών ρυθμίσεων, των προσωπικών διασυνδέσεων ή ακόμα και των συνθηκών χρηματοδότησης.
Ωστόσο, το κύριο χαρακτηριστικό της παραμένει ότι αυτή είναι το έργο πολιτικών δυνάμεων (ρεφορμιστικών) που αναγνωρίζονται και επιβάλλονται σαν ηγεσία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και στο μέτρο ακριβώς που το πετυχαίνουν αυτό μπορούν και επιβάλλουν την ένταξη στην αστική κοινωνία γενικά και στο αστικό κράτος ειδικότερα στην ιμπεριαλιστική εποχή σαν έκφραση του ειδικότερου ρόλου που αναλαμβάνει το αστικό κράτος στη διαχείριση της εργατικής δύναμης, αφενός, και των κοινωνικών και ταξικών διενέξεων, αφετέρου.
Τα κύρια πολιτικά συμπεράσματα από αυτή την ανάλυση είναι κυρίως τρία:
1) Πρώτον, στην ιμπεριαλιστική εποχή, ακόμα και η απλή «οικονομική» πάλη, επειδή ακριβώς έχει την τάση να συναντάει άμεσα μπροστά της το αστικό κράτος όχι μόνο σαν διαιτητή ή σαν μπάτσο, αλλά και σαν εργοδότη και σαν τον «υπεύθυνο», χαρακτηρίζεται από μια δυναμική γρηγορότερης «πολιτικοποίησης». Ο ίδιος ο τυπικά αστικός χωρισμός ανάμεσα σε «οικονομικό» και «πολιτικό» έχει την τάση να πάψει να μπορεί να αναπαραχθεί ικανοποιητικά σαν αυτονόητος. Και το πρόβλημα τότε για το αστικό κράτος είναι, αφού δεν μπορεί πια να παρουσιάζεται σαν ουδέτερο στην πολιτική του, να μπορέσει να εμφανιστεί τουλάχιστον σαν ο ρυθμιστής σίγουρα, αλλά του οποίου οι επιλογές διαμορφώνονται στον εσωτερικό του χώρο (ο οποίος υποτίθεται ότι καταρχήν είναι ουδέτερος) κάτω από τη σύγκλιση των διάφορων κοινωνικών δυνάμεων. Εξού και η ανάγκη ένταξης στα γρανάζια του συνδικαλιστικού κινήματος που αναλαμβάνουν οι ρεφορμιστικές δυνάμεις.
Θα μπορούσαμε εδώ να σημειώσουμε πόσο χαρακτηριστικά συνδέεται με αυτό η σύγχρονη σταλινική θεωρία για τον “κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό”, που θεωρώντας το κράτος «όργανο» των μονοπωλίων το θεωρεί επομένως συγχρόνως ως χώρο που αρκεί να αλλάξει χέρια για να αλλάξει και ταξική φύση και χώρο όπου, επομένως, πρέπει να διοχετευτεί η εργατική πρακτική.
2) Δεύτερον, οι κύριες δυσκολίες για μια εργατική και πολιτική συνειδητοποίηση στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος δεν βρίσκονται σε απλά οργανωτικά, νομοθετικά, κτλ., εμπόδια που τοποθετεί από τα έξω το αστικό κράτος. Βρίσκονται κυρίως -και για αυτό είναι και πιο σοβαρές- στο εσωτερικό του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος με τη μορφή πολιτικών δυνάμεων (ρεφορμιστικών) που έχουν πραγματική απήχηση και επιβολή στο εσωτερικό της τάξης. Η διαπίστωση αυτή (και δεν μπαίνω εδώ καθόλου στους λόγους που την εξηγούν) σημαίνει για την επαναστατική πρωτοπορία μια μακροχρόνια, υπομονετική και επίμονη πάλη στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος για την αμφισβήτηση της ρεφορμιστικής επιρροής.
3) Τρίτον, σε συνθήκες «παρακμής» και κρίσης του καπιταλισμού, σε συνθήκες όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων (συνθήκες δηλαδή που, από τη δεκαετία του 1970, χαρακτηρίζουν την εποχή μας) η ρεφορμιστική ένταξη των εργατικών συνδικάτων στο αστικό κράτος δεν είναι τόσο απλή υπόθεση. Τα περιθώρια ελιγμών του ρεφορμισμού μειώνονται, η «εύρυθμη» αυτοματοποιημένη λειτουργία του καπιταλισμού απογυμνώνεται για να φανεί σαν αυτό που από πάντα ήταν, δηλαδή ταξικός πόλεμος, και η αντίφαση εισχωρεί όχι μόνο στα συνδικάτα αλλά και στις ίδιες τις ρεφορμιστικές οργανώσεις. Βέβαια, ούτε η πορεία αυτών των φαινομένων ούτε η έκβασή τους είναι εκ των προτέρων δοσμένη. Αλλά πάντως, κρίση του καπιταλισμού σημαίνει επίσης (έστω και αν χρειάζονται διαφοροποιήσεις) κρίση στον τύπο διαχείρισης της εργατικής δύναμης, κρίση στον τρόπο αντιμετώπισης των κοινωνικών διενέξεων, αλλά ίσως και κρίση στο ίδιο το εσωτερικό του εργατικού κινήματος ή ακόμα και της ίδιας της πρωτοπορίας του.
Πολιτική λειτουργία η διαδικασία ένταξης των εργατικών συνδικάτων στο αστικό κράτος, αποκρυσταλλώνεται, ωστόσο, σε διάφορους τύπους και μορφές σχέσεων ανάμεσα στα συνδικάτα και το κράτος. Η ποικιλία των μορφών και οι ιδιομορφίες αυτές οφείλονται στις διαφοροποιήσεις στον τύπο και στη δυναμική της συσσώρευσης του κεφαλαίου, στην ιστορία της πάλης των τάξεων, κτλ., και απαιτούν κάθε φορά μια συγκεκριμένη ανάλυση.
Αυτό όμως που θα ήθελα να σημειώσω είναι η συχνά καταχρηστική -στην καλύτερη περίπτωση- χρησιμοποίηση του όρου «κρατικός συνδικαλισμός». Πράγματι, νομίζω ότι θα πρέπει να διαχωρίσουμε τελείως τον όρο αυτό από τη διαδικασία ένταξης των συνδικάτων στο αστικό κράτος, με την έννοια ότι μια τέτοια διαδικασία υπάρχει μόνο στο μέτρο που δεν υπάρχει κρατικός συνδικαλισμός. Με άλλα λόγια, νομίζω ότι θα πρέπει να επιφυλάξουμε τον όρο «κρατικό συνδικαλισμό» για τα «συνδικάτα» εκείνα που πραγματικά είναι κρατικοί οργανισμοί, δηλαδή με νομοθετική-κρατική αναγνώριση, κατοχύρωση, οργάνωση, με μια συνδικαλιστική ηγεσία που επιβάλλεται σαν εκπρόσωπος και σαν ηγεσία όχι μέσα από πολιτικές διαδικασίες στο εσωτερικό του εργατικού και του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά μέσα από την ίδια αυτή κρατική-νομοθετική κατοχύρωση, και με μια ταυτόχρονη -τυπική ή όχι- απαγόρευση οποιασδήποτε ταξικής συνδικαλιστικής συσπείρωσης (ακόμα και ρεφορμιστικής) έξω από τα κρατικά επιβεβλημένα συνδικαλιστικά πλαίσια.
Αν δεχτούμε αυτή την τοποθέτηση, θα πρέπει συγχρόνως να προσθέσουμε:
ότι, πρώτον, ο κρατικός συνδικαλισμός αναφέρεται κυρίως στις περιπτώσεις ανικανότητας της αστικής τάξης να επιβάλει μια «συναίνεση» στην εργατική τάξη και με ιδιαίτερο, επομένως, βάρος στην κρατική καταστολή (δικτατορικά πολιτικά καθεστώτα)
ότι, δεύτερον, η οριοθέτηση του κρατικού συνδικαλισμού δεν είναι πάντα διαυγής και ότι χρειάζεται, επομένως, πάντα μια συγκεκριμένη ανάλυση της πάλης των τάξεων, γιατί ακριβώς η κρατική ανάμειξη -αν μη τι άλλο νομοθετικά- είναι σχεδόν παντού μια σταθερά
και ότι, τέλος, τρίτον, η πραγματικότητα του κρατικού συνδικαλισμού είναι και αυτή γεμάτη -ιδιαίτερες- αντιφάσεις.
Θα πρέπει, πάντως, να αποφύγουμε να χαρακτηρίσουμε σαν κρατικό συνδικαλισμό μια «απλή» υποστήριξη που δίνει κάποιο ρεφορμιστικό συνδικάτο σε μια κυβερνητική πολιτική ή και σε μια κυβέρνηση, ή τουλάχιστον θα πρέπει να εντάξουμε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό στο συγκυριακό του πλαίσιο.
Επικαιροποιημένο κείμενο (το αρχικό είναι στο Μαρξιστικό Δελτίο 22, Ιούνης 1984) για το e la libertà 2016
Η φωτογραφία είναι από γενική συνέλευση των εργατών της National Can Greece έξω από το εργοστάσιο, κατά τη διάρκεια της απεργίας τον Οκτώβριο του 1974, στην οποία συμμετείχαν και Πακιστανοί εργάτες

