Τετάρτη, 03 Ιουνίου 2026 23:49

Σύνθετη διαστρωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα: καπιταλιστική ολότητα και γεωπολιτικός κατακερματισμός - των Todd Gordon and Jeffery R. Webber

Αυτό το φυλλάδιο καλεί σε μια διαδήλωση κατά του απαρτχάιντ στην Νότια Αφρική το 1977, που διοργανώθηκε από την Παν-Αφρικανική Οργάνωση Φοιτητών της Αμερικανικής Ηπείρου (1960 - 1977), και την Αμερικανική Νεολαία κατά του Πολέμου και του Φασισμού, που ιδρύθηκε το 1961.

Σύνθετη διαστρωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα: καπιταλιστική ολότητα και γεωπολιτικός κατακερματισμός

των Todd Gordon and Jeffery R. Webber

ΠΗΓΗ: Todd Gordon and Jeffery R. Webber, “Complex Stratification in the World System: Capitalist Totality and Geopolitical Fragmentation”, Science and Society, τόμος 84, τεύχος 1, Ιανουάριος 2020, σσ. 95–125. Διαθέσιμο στο https://journals.sagepub.com/doi/10.1521/siso.2020.84.1.95

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:elaliberta.gr

Περίληψη

Η ακαδημαϊκή συζήτηση σχετικά με την εδαφικοποιημένη γεωπολιτική και τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική συσσώρευση έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Οι υποστηρικτές της αυτοκρατορίας και της υπερεθνικής διαμόρφωσης τάξεων και κρατών υποτιμούν τη δύναμη της αντοχής των εθνικών κρατών στη σύγχρονη παγκόσμια τάξη και επεκτείνουν τις θεωρητικές τους θέσεις έξω από τα πλαίσια που επιτρέπουν τα στοιχεία. Οι θεωρητικοί της υπεροχής των ΗΠΑ που εστιάζουν στο κράτος, εν τω μεταξύ, αποτυγχάνουν να εκτιμήσουν την υποταγή όλων των κρατών στον νόμο της αξίας, που λειτουργεί εντός και μέσω της ανισόμετρης, ιεραρχικής και εξαιρετικά σύνθετης παγκόσμιας αγοράς. Τέλος, οι θεωρητικοί της «διπλής λογικής» δεν μπορούν να κατανοήσουν τη διαλεκτική ενσωμάτωση κράτους και κεφαλαίου. Μια διέξοδος από το αδιέξοδο βρίσκεται στην έννοια ενός σύνθετα διαστρωματωμένου παγκόσμιου συστήματος, το οποίο τονίζει την καπιταλιστική ιδιαιτερότητα, την καπιταλιστική ολότητα, την πολλαπλότητα των κρατών και των κεφαλαίων, και την ταξινόμηση του κόσμου σε μια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η κατανόηση του κόσμου ως σύνθετα διαστρωματωμένου με αυτόν τον τρόπο έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εννοιολόγηση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού.

*****

Στον τομέα της οικονομικής γεωγραφίας, της κριτικής πολιτικής οικονομίας και της κοινωνιολογίας, οι υπάρχουσες θεωρητικές προσεγγίσεις σχετικά με τις βασικές διεθνείς πολιτικοοικονομικές δυναμικές που διέπουν τη νεοφιλελεύθερη τάξη από τη δεκαετία του 1980 τείνουν να αναπαράγουν υπερβολικά απλοϊκές διχοτομίες. Αυτές μας οδηγούν στο ένα ή το άλλο αδιέξοδο. Η ακαδημαϊκή αντιπαράθεση σχετικά με τα «οικονομικά» ζητήματα τείνει τελικά να επικεντρώνεται στο αν κυριαρχούν τα εθνικά κεφάλαια ή το υπερεθνικό κεφάλαιο, ενώ η συζήτηση σχετικά με το «γεωπολιτικό» στοιχείο στην πρόσφατη αναζωογόνηση της ακαδημαϊκής έρευνας για τον ιμπεριαλισμό και την αυτοκρατορία τείνει να περιστρέφεται γύρω από την υπεροχή του ανταγωνισμού έναντι του συντονισμού στο παγκόσμιο σύστημα. Κάθε μία από αυτές τις συζητήσεις έχει φτάσει στα εσωτερικά της όρια. Μια εποικοδομητική διέξοδος από το αδιέξοδο θα μπορούσε να είναι η επιδίωξη μεγαλύτερης εννοιολογικής σαφήνειας — πιο προσεκτική εκτίμηση, ειδικότερα, των διαμεσολαβήσεων μεταξύ του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, και πιο λεπτομερής ανάλυση συγκεκριμένων χωροχρονικών δυναμικών και εδαφικών πλαισίων εντός του ανισόμετρου και ιεραρχικά διαρθρωμένου παγκόσμιου συστήματος. Σε μια προσπάθεια να κατευθύνει τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις στη διεθνή πολιτική οικονομία προς αυτή την κατεύθυνση, το παρόν άρθρο αναπτύσσει ένα πλαίσιο για την προσέγγιση αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως ένα σύνθετα διαστρωματωμένο παγκόσμιο σύστημα.

Υπάρχουν αρκετά κενά και περιορισμοί στην υπάρχουσα βιβλιογραφία σχετικά με τη διεθνή πολιτική οικονομία και τη γεωπολιτική. Οι υπάρχουσες θεωρίες για την αυτοκρατορία και τη υπερεθνική κρατική διαμόρφωση, για παράδειγμα, υποτιμούν τη αντοχή των εθνικών κρατών στην τρέχουσα παγκόσμια τάξη. Οι θέσεις σχετικά με τη υπερεθνική διαμόρφωση της καπιταλιστικής τάξης περιγράφουν με ακρίβεια ορισμένες πτυχές των πρόσφατων εξελίξεων στον παγκόσμιο καπιταλισμό, αλλά υπερβάλλουν την ωριμότητα αυτών των διαδικασιών με τρόπους που δεν τεκμηριώνονται από στοιχεία. Οι επικεντρωμένες στο κράτος θεωρίες για την υπεροχή των ΗΠΑ εμφανίζουν μια ανεπαρκή εκτίμηση της υποταγής όλων των κρατών στον νόμο της αξίας, ο οποίος λειτουργεί εντός και μέσω του εξαιρετικά σύνθετου και ανισόμετρου χώρου της παγκόσμιας αγοράς. Τέλος, οι προσεγγίσεις της «διπλής λογικής» για τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό είναι ανίκανες να συλλάβουν τη διαλεκτική ενοποίηση του κράτους και του κεφαλαίου.

Το κεντρικό μας επιχείρημα είναι ότι ένα καλύτερο πλαίσιο για την κατανόηση της οικονομίας και της πολιτικής του σύγχρονου ιμπεριαλισμού αποτυπώνεται στην έννοια ενός παγκόσμιου συστήματος με σύνθετη διαστρωμάτωση. Το πλαίσιο μας για την κατανόηση αυτού του συστήματος περιλαμβάνει: τον προσδιορισμό της ιστορικής ιδιαιτερότητας του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού σε αντίθεση με παλαιότερες μη καπιταλιστικές μορφές· την αναλυτική εκκίνηση από την καπιταλιστική ολότητα, η οποία περιλαμβάνει την παγκόσμια αγορά, την ανισόμετρη ανάπτυξη, τη χωροχρονικότητα και την ιεραρχία· την έμφαση στην επιμονή πολλαπλών κρατών, πολλαπλών εθνικών κεφαλαίων και ποικίλων γεωπολιτικών αντιπαλοτήτων· και τον χαρακτηρισμό της σύνθετης διαστρωμάτωσης ως ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Το άρθρο χωρίζεται σε δύο μέρη. Πρώτον, εξετάζει τα βασικά εσωτερικά όρια και τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τα κυρίαρχα ρεύματα στη βιβλιογραφία σχετικά με την αυτοκρατορία, το υπερεθνικό κεφάλαιο και το υπερεθνικό κράτος, την υπεροχή των ΗΠΑ, καθώς και τις διπλές λογικές του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Δεύτερον, αναπτύσσει ένα εναλλακτικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτού που εννοιολογούμε ως ένα σύνθετα διαστρωματωμένο παγκόσμιο σύστημα. Η εναλλακτική πρόταση που παρουσιάζεται εδώ πρέπει να θεωρηθεί ως ένα πρώτο προσχέδιο, και όχι ως η τελική λέξη, για αυτό που ελπίζουμε να εξελιχθεί σε ένα πολλά υποσχόμενο ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο θα συνεχιστεί και θα τελειοποιηθεί — θεωρητικά και εμπειρικά — από εμάς και άλλους τα επόμενα χρόνια.

Ούτε η επίπεδη γη της αυτοκρατορίας, ούτε η «κλασική» αντιπαλότητα

Αυτοκρατορία

«Η Αυτοκρατορία παίρνει σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μας», υποστηρίζουν οι Michael Hardt και Antonio Negri στο εξαιρετικά επιδραστικό βιβλίο τους Αυτοκρατορία (Empire), που εκδόθηκε στις αρχές του αιώνα (Hardt και Negri, 2001, xi). Η επέκταση και η εντατικοποίηση της παγκόσμιας παραγωγής και ανταλλαγής, καθώς και η αύξηση των ροών χρημάτων, τεχνολογίας, πολιτισμού και ανθρώπων πέρα από τα εθνικά σύνορα κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, προώθησαν «μια νέα λογική και δομή εξουσίας», μια «νέα μορφή κυριαρχίας», ένα καινοτόμο «πολιτικό υποκείμενο» — την Αυτοκρατορία — η οποία κυβερνά όλο και περισσότερο αυτούς τους παγκόσμιους κύκλους, ακριβώς καθώς η κυριαρχία των εθνικών κρατών μειωνόταν σταθερά, ακόμη και αν τα τελευταία δεν είχαν εξαφανιστεί εντελώς από τη σκηνή (Hardt και Negri, 2001, xi–xii). Η Αυτοκρατορία, σε αυτή την ερμηνεία, αντικαθιστά τις απαρχαιωμένες κλασικές μαρξιστικές αντιλήψεις για τον ιμπεριαλισμό (Bukharin, 1928; Hilferding, 1981; Kautsky, 1970; Lenin, 1963; Luxemburg, 2015), οι οποίες, όσο χρήσιμες και αν ήταν για τις εννοιολογήσεις τους σχετικά με την παγκόσμια οικονομία και τη γεωπολιτική στο πλαίσιο των αρχών του 20ού αιώνα, είναι πλέον ανίκανες να συλλάβουν τις πολυπλοκότητες του παγκόσμιου παρόντος (Hardt και Negri, 2001, 221–39). Ο ιμπεριαλισμός, για τους Hardt και Negri, τελικά γίνεται ένας «ζουρλομανδύας για το κεφάλαιο», στο βαθμό που «οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές εμποδίζουν την καπιταλιστική ανάπτυξη και την πλήρη υλοποίηση της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς». Για τους Hardt και Negri, λοιπόν, «το κεφάλαιο πρέπει τελικά να υπερνικήσει τον ιμπεριαλισμό και να καταργήσει τα όρια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού» (Hardt και Negri, 2001, 234). Το τέλος του 20ού και οι αρχές του 21ου αιώνα, από αυτή την άποψη, σηματοδοτούν τη μετάβαση από τον ιμπεριαλισμό στην Αυτοκρατορία, καθώς το ολοένα και πιο απεριόριστο παγκόσμιο κεφάλαιο ενισχύει τις κυριαρχικές του εξουσίες σε αντίθεση με την παρακμάζουσα κυριαρχία των εθνικών κρατών.

Η Ellen Meiksins Wood (2005) έχει διατυπώσει μία από τις πιο σφοδρές κριτικές σε αυτή την άποψη, ιδίως όσον αφορά τη διαρκή σημασία του έθνους-κράτους. Οι κοινωνικές σχέσεις ιδιοκτησίας του καπιταλισμού έχουν διατηρηθεί ιστορικά και συνεχίζουν να αναπαράγονται στο παρόν, μέσω της σταθερότητας και της προβλεψιμότητας που εξασφαλίζουν τα νομικά, οικονομικά και θεσμικά πλαίσια, καθώς και οι συναφείς μηχανισμοί καταναγκαστικής επιβολής, της μορφής του έθνους-κράτους. Το καθεστώς της ιδιοκτησίας και η συνεχιζόμενη κυριαρχία της άρχουσας τάξης επί των μη ιδιοκτήτων έχουν διατηρηθεί μέσω του έθνους-κράτους (Wood, 2005, 17–18). Καμία διακρατική μορφή παγκόσμιας διακυβέρνησης δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει το έθνος-κράτος στην παροχή των περίπλοκων καθημερινών λειτουργιών που εξασφαλίζουν τη λειτουργία του συστήματος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των συναφών μορφών κοινωνικοπολιτικής τάξης (Wood, 2005, 20). Ως αποτέλεσμα, «η πολιτική μορφή της παγκοσμιοποίησης είναι... όχι ένα παγκόσμιο κράτος, αλλά ένα παγκόσμιο σύστημα πολλαπλών τοπικών κρατών, δομημένο σε μια πολύπλοκη σχέση κυριαρχίας και υποταγής» (Wood, 2005, 20). Το κράτος εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στην κατανόηση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Πράγματι, καθώς ο καπιταλισμός επεκτείνεται σε νέα εδάφη, δεν είναι απλώς ότι τα κράτη παραμένουν σημαντικά, αλλά ότι δημιουργούνται νέα κράτη εκεί όπου παλαιότερα απουσίαζαν. Τόσο κεντρική είναι η επιθυμία του κεφαλαίου για τη σταθερότητα που μπορεί να προσφέρει μια αποτελεσματική κρατική εξουσία (Chibber, 2005, 156). Επιπλέον, τα εγχώρια προγράμματα λιτότητας και η ανάπτυξη των πολυεθνικών εταιρειών στην τρέχουσα νεοφιλελεύθερη περίοδο της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας δεν σημαίνουν την υποχώρηση του κράτους, αλλά μάλλον τον αναπροσανατολισμό του προς τη διευκόλυνση των περικοπών και τη δημιουργία νέων αγορών εργασίας. Ομοίως, οι δαπάνες για τους μηχανισμούς ασφάλειας —τόσο την αστυνομία όσο και τον στρατό— για τη διασφάλιση της εξουσίας στο εσωτερικό και, στις αυτοκρατορικές δυνάμεις, για την προβολή της δύναμης στο εξωτερικό, παραμένουν στην αρμοδιότητα του έθνους-κράτους.

Το υπερεθνικό κεφάλαιο και το υπερεθνικό κράτος

Παράλληλα με την υπόθεση της αυτοκρατορίας, έχει αναπτυχθεί μια θεωρία σχετικά με τη διαμόρφωση της υπερεθνικής καπιταλιστικής τάξης (ΥΚΤ), κυρίως στο πεδίο της κοινωνιολογίας. Η βιβλιογραφία για την ΥΚΤ χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ακρίβεια και έμφαση στα εμπειρικά δεδομένα (Carroll, 2010· 2007· Carroll και Carson, 2003· Murray, 2017· 2014· Sklair, 2005· 2000; Sprague-Silgado, 2017), αλλά καταλήγει σε γενικά παρόμοια συμπεράσματα με αυτά των Hardt και Negri. Στο πλαίσιο της Λατινικής Αμερικής, ο πιο παραγωγικός θεωρητικός της ΥΚΤ υπήρξε ο William I. Robinson (Robinson, 2014; 2008; 2007; 2004; 2003). Το πιο σημαντικό για τη συζήτησή μας είναι το Latin America and Global Capitalism (Robinson, 2008), το οποίο βασίζεται και επεκτείνει το θεωρητικό πλαίσιο της ΥΚΤ και του Υπερεθνικού Κράτους (ΥΚ) που πρωτοαναφέρθηκε σε δύο από τα προηγούμενα βιβλία του (Robinson, 2004; 2003), ενώ τα εφαρμόζει εμπειρικά στο λατινοαμερικανικό πλαίσιο κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης εποχής. Στοιχεία της ανάλυσης του Robinson σχετικά με τη διαμόρφωση της ΥΚΤ υπογραμμίζουν πραγματικές εξελίξεις στον παγκόσμιο καπιταλισμό, αλλά ο ίδιος υπερβάλλει τον βαθμό στον οποίο η ΥΚΤ έχει γίνει «μια ταξική ομάδα με υποκειμενική συνείδηση του εαυτού της και των δικών της συμφερόντων» (Robinson, 2008, 31).

Οι φιλόδοξες δηλώσεις σχετικά με την ομοιογένεια αυτής της τάξης υπερβαίνουν κατά πολύ τα εμπειρικά στοιχεία που επικαλείται ο Robinson στην ανάλυσή του για τη Λατινική Αμερική και επισκιάζουν την ανάγκη για μια πιο αυστηρή εξέταση τόσο του βαθμού στον οποίο έχει πράγματι αναπτυχθεί η διακρατική αλληλοσύνδεση των ταξικών δικτύων, όσο και των αυστηρών ορίων αυτής της διαδικασίας διαμόρφωσης της ΥΚΤ. Η ύπαρξη υπερεθνικών εταιρειών με έδρα σε χώρες της Λατινικής Αμερικής — υπερεθνικές λατινικές εταιρείες — είναι ίσως το ισχυρότερο διαθέσιμο στοιχείο που θα μπορούσε να προσκομιστεί προς υποστήριξη της θέσης για μια εκκολαπτόμενη υπερεθνική καπιταλιστική τάξη στη Λατινική Αμερική. Ωστόσο, τέτοιες εταιρείες συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό σε λίγες μόνο χώρες, και οι αυστηροί περιορισμοί τους έχουν καταστεί πιο εμφανείς μετά την παγκόσμια κρίση και το τέλος της πρόσφατης άνθησης της αγοράς εμπορευμάτων στην περιοχή. Για παράδειγμα, η Βραζιλία, η Χιλή και το Μεξικό αντιπροσώπευαν από μόνες τους το 82% των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) που εισέρευσαν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής από άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής μεταξύ 2010 και 2016. Με τη συρρίκνωση της ανάπτυξης στη Νότια Αμερική τα τελευταία χρόνια, οι εκροές ΑΞΕ από χώρες της Λατινικής Αμερικής προς προορισμούς εντός της περιοχής μειώθηκαν κατά 47% μόνο από το 2015 έως το 2016, με τη Βραζιλία να παρουσιάζει τη μεγαλύτερη πτώση (ECLAC, 2017, 48). Τα στοιχεία του 2016 δείχνουν επίσης, σύμφωνα με τις πρόσφατες τάσεις στην κυριαρχία των ΑΞΕ στην Λατινική Αμερική, ότι οι μεγάλοι επενδυτές, αν ληφθούν υπόψη οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές, συγκεντρώνονται επίσης κατά κύριο λόγο σε πρωταγωνιστικές περιοχές του παγκόσμιου συστήματος — κατά φθίνουσα σειρά σημασίας, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Καναδά και την Κίνα (ECLAC, 2017, 13). Όπως υποδηλώνει ο Claudio Katz, στο πλαίσιο της Λατινικής Αμερικής, όπως και αλλού, είναι ίσως πρόωρο ακόμη και να μιλάμε για μια υπερεθνική καπιταλιστική τάξη. Ενώ υπάρχει μεγαλύτερη διασύνδεση μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων διαφορετικών χωρών, δεν υπάρχει ξεχωριστό υπερεθνικό μπλοκ. Οι πολυεθνικές συγκλίσεις του κεφαλαίου δεν έχουν διαλύσει τις εθνικές συνδέσεις, οι οποίες συνεχίζουν να συνενώνουν τραπεζίτες, βιομηχάνους και καπιταλιστές-εισοδηματίες γαιοπροσόδου. Η πολυπλοκότητα έγκειται στο γεγονός ότι αυτές οι καπιταλιστικές συμμαχίες μεταξύ ομοεθνών συνυπάρχουν με νέες μορφές διεθνοποιημένης επιχειρηματικής διαχείρισης (Katz, 2011, 80).

Η έννοια ενός αναδυόμενου ΥΚ είναι ακόμη πιο αμφίβολη. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Robinson, τα έθνη-κράτη δεν διαλύονται στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του ΥΚ, αλλά ενσωματώνονται στους μηχανισμούς του αναδυόμενου ΥΚ, καθώς αυτό ενισχύει και εδραιώνει την επιρροή του στην παγκόσμια τάξη. Τα έθνη-κράτη υφίστανται υπερεθνική μεταμόρφωση και νεοφιλελευθεροποίηση, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της παγκόσμιας έναντι της τοπικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Με μια επαναλαμβανόμενη ένταση που διατρέχει τις θεωρητικές διατυπώσεις του Robinson, σε ένα σημείο προτείνει ότι μια νέα «υπερεθνική διαμόρφωση της εξουσίας» είναι μόνο «μια πολύ ατελής, αντιφατική και ανοιχτή διαδικασία», και ότι ο μηχανισμός του ΥΚ «δεν έχει ακόμη (και πιθανώς δεν θα αποκτήσει ποτέ) καμία κεντρική μορφή» (Robinson, 2008, 34). Ταυτόχρονα, επιμένει σε πιο έντονες διατυπώσεις, όπως: «Η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει το αντίστοιχό της στη υπερεθνική ταξική διαμόρφωση και στην εμφάνιση ενός ΥΚ που δημιουργήθηκε για να λειτουργεί ως συλλογική εξουσία για μια παγκόσμια άρχουσα τάξη» (Robinson, 2008, 35). Ως εκ τούτου, δεν υπερβαίνει το επίπεδο μιας επαναλαμβανόμενης διακήρυξης ότι οι κρατικοί διαχειριστές στους πολλαπλούς υπερεθνικούς θεσμούς και στα νεοφιλελευθεροποιημένα κράτη που συνιστούν αυτόν τον κρατικό μηχανισμό του ΥΚ ενεργούν προς το συνειδητό συμφέρον μιας ΥΚΤ. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι οι ενέργειες των υπερεθνικών φορέων, όπως για παράδειγμα των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν αποσκοπούν πάντα και προφανώς στο να ωφελήσουν ένα παγκόσμιο ή υπερεθνικό κεφάλαιο, αντί για συγκεκριμένους καπιταλιστές που συνδέονται με συγκεκριμένα κράτη. Αυτό θα ίσχυε ακόμη και αν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, για παράδειγμα, η ηγεσία της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε ευεργετικές δευτερογενείς επιπτώσεις για το κεφάλαιο εκτός αυτών των σφαιρών εξουσίας. Αυτό δεν θα αποδείκνυε ότι ένας τέτοιος οργανισμός λειτουργεί ως μέρος της αρχιτεκτονικής ενός υπερεθνικού κράτους, όπως υποστηρίζει ο Robinson. Οι δράσεις που επιδιώκουν οργανισμοί όπως το ΔΝΤ καθοδηγούνται σαφώς από τον σχετικά μικρό αριθμό μεγάλων δυνάμεων, των οποίων η επιρροή σε τέτοιους φορείς, καθώς και τα οφέλη που αποκομίζουν, υπερτερούν κατά πολύ εκείνων όλων των άλλων. Είναι επίσης σαφές ότι οι συλλογικοί πόροι και η πολυεθνική μορφή των υπερεθνικών κρατικών θεσμών, όπως τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΔΧΙ), αξιοποιούνται από μεμονωμένα κράτη προς όφελος των εθνικών κεφαλαίων τους. Όπως έχουμε δείξει για τον Καναδά, για παράδειγμα, τα περιφερειακά ΔΧΙ χρησιμοποιούνται για την προώθηση οικονομικών πολιτικών στην αμερικανική ήπειρο που ωφελούν συγκεκριμένα καναδικά έργα εξόρυξης και χρηματοοικονομικά έργα (Gordon και Webber, 2016). Αυτοί οι οργανισμοί, λοιπόν, απλά δεν μπορούν να περιοριστούν στον ρόλο που τους αποδίδει ο Robinson.

Είναι απολύτως λογικό, και μάλιστα ιστορικά πολύ εύλογο, να απορρίψουμε την άποψη ότι ένα σύστημα πολλαπλών κρατών προέκυψε με την άνοδο του καπιταλισμού στη Βορειοδυτική Ευρώπη επειδή τα πολλαπλά κράτη αποτελούσαν συστατική αναγκαιότητα του νέου τρόπου παραγωγής. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει καμία εκ των προτέρων βάση για την απόρριψη της θέσης του ΥΚ με το επιχείρημα ότι είναι λογικά αντίθετη προς τις εσωτερικές διεργασίες του καπιταλισμού. Αντίθετα, η εδαφικά κατακερματισμένη καπιταλιστική νεωτερικότητα παράγει το κρατικό σύστημα που βλέπουμε σήμερα, εν μέρει επειδή κληρονόμησε τα προϋπάρχοντα εδαφικά κράτη των προκαπιταλιστικών ρυθμίσεων και τα αναδιαμόρφωσε στη διαδικασία (Lacher, 2006; Teschke, 2009; Teschke και Lacher, 2007). «Υποθετικά», επισημαίνουν οι Benno Teschke και Hannes Lacher, «είναι απολύτως δυνατό να φανταστούμε ότι αν ο καπιταλισμός είχε αναδυθεί στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορικής δομής — ας πούμε, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας — δεν θα απαιτούσε την πολιτική διάσπασή της σε πολλαπλές εδαφικές ενότητες» (Teschke και Lacher, 2007, 574). Σε μια παρόμοια αντιπαραθετική γραμμή επιχειρηματολογίας, ο Vivek Chibber υποστηρίζει ότι ενώ «το παγκόσμιο κεφάλαιο απαιτεί πολλαπλές τοπικές αρχές που θα ρυθμίζουν τις συνθήκες για την αναπαραγωγή του», θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι αντί για ένα σύστημα εδαφικών κρατών αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή «ενός ομοσπονδιακού συστήματος, στο οποίο η διοικητική και ρυθμιστική εξουσία είναι τοπική, αλλά η κυριαρχία δεν είναι» (Chibber, 2005, 157).

Όμως, άλλο πράγμα είναι να λέμε ότι δεν υπάρχει λογική αιτία να αποκλείσουμε τη συμβατότητα του καπιταλισμού με κάτι διαφορετικό από ένα πολυκρατικό σύστημα — λόγω κάποιας υποτιθέμενης σύγκρουσης με τους εσωτερικούς νόμους του καπιταλισμού — και εντελώς διαφορετικό να λέμε ότι κάποια τέτοια εναλλακτική λύση αντανακλά σήμερα τις πραγματικές ιστορικές εξελίξεις στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Το βασικό θεωρητικό σφάλμα του Robinson είναι η δομικά λειτουργικιστική αφετηρία του. Πιστεύει ότι παρατηρεί την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου· υποθέτει μια απλή ταύτιση μεταξύ των συμφερόντων και των κινήτρων των κρατικών διαχειριστών και εκείνων του παγκόσμιου κεφαλαίου, και έτσι υποθέτει ότι οι κρατικοί διαχειριστές — οι οποίοι είναι όλο και περισσότερο δεμένοι σε ένα εκκολαπτόμενο ΥΚ— θα έπρεπε να ενεργούν σύμφωνα με τις ανάγκες της ΥΚΤ, και όταν δεν το κάνουν αυτό αποτελεί ένα μυστήριο (Anievas, 2008, 167). Ωστόσο, «το ερώτημα δεν είναι ποτέ τι θα έπρεπε να κάνουν ή να είχαν κάνει οι κρατικοί διαχειριστές ή οι καπιταλιστές σύμφωνα με μια ιδεατή λογική», επισημαίνουν οι Teschke και Lacher, «αλλά τι έκαναν στην πραγματικότητα» (Teschke και Lacher, 2007, 570).[1] Είναι πάνω στους αμφισβητήσιμους πυλώνες της ΥΚΤ και του ΥΚ που ο Robinson χτίζει μια επιχειρηματολογία, σύμφωνα με τη θεωρία της αυτοκρατορίας των Hardt και Negri, για την απαξίωση της ενδοαυτοκρατορικής αντιπαλότητας και ακόμη των μικρότερων μορφών γεωπολιτικής σύγκρουσης στον σημερινό κόσμο. Για τον Robinson, οι μαρξιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού που εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι οι συγκρούσεις και οι αντιπαλότητες παραμένουν επίκαιρες στην τρέχουσα παγκόσμια τάξη «συγχέουν τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό με τον κρατικό ανταγωνισμό και έχουν ταυτίσει την αναρχία, τον φατριασμό και τα στενά τοπικά και τομεακά συμφέροντα μεταξύ των υπερεθνικών καπιταλιστικών ομίλων και των παγκόσμιων ελίτ με τις αντιπαλότητες μεταξύ εθνικών κρατών» (Robinson, 2008, 41). Ο Robinson αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της καταναγκαστικής δύναμης για τη συνέχιση της λειτουργίας του παγκόσμιου κεφαλαίου και το γεγονός ότι υπερεθνικοί θεσμοί όπως το νεοσύστατο ΥΚ δεν διαθέτουν τέτοιους αξιόπιστους στρατιωτικούς μηχανισμούς. Στη θέση τους, υποστηρίζει, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως η κορυφαία στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, παρεμβαίνουν εκ μέρους της Υπερεθνικής Καπιταλιστικής Τάξης. «Ο μόνος στρατιωτικός μηχανισμός στον κόσμο ικανός να ασκήσει παγκόσμια εξουσία καταναγκασμού», υποστηρίζει ο Robinson, «είναι ο αμερικανικός στρατός» (Robinson, 2008, 41). Ωστόσο, «οι δικαιούχοι της αμερικανικής στρατιωτικής δράσης σε όλο τον κόσμο δεν είναι οι «ΗΠΑ», αλλά οι υπερεθνικοί καπιταλιστικοί όμιλοι» (Robinson, 2008, 41).

Η υπεροχή των ΗΠΑ

Μια σημαντική κριτική τόσο προς τη θεωρία της αυτοκρατορίας που υποστηρίζει την ύπαρξη ενός αποκεντρωμένου, παγκόσμιου κεφαλαίου που καταργεί τα σύνορα, όσο και προς τις θέσεις της ΥΚΤ και του ΥΚ, προέρχεται από την έρευνα για την «Αμερικανική αυτοκρατορία» που διεξήγαγαν οι πολιτικοί οικονομολόγοι Λέο Πανίτς και Σαμ Γκίντιν (Panitch and Gindin, 2012; 2009a; 2009b; 2005). Για τους Panitch και Gindin, η κεντρική αδυναμία της υπάρχουσας κριτικής θεωρητικοποίησες του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης είναι η ανεπαρκής εννοιολόγηση του κράτους. Τα κράτη πρέπει να θεωρούνται ως οι κύριοι «δημιουργοί και επιβολείς» της παγκοσμιοποίησης, και όχι ως θύματα της (Panitch και Gindin, 2005, 101). Ο καπιταλισμός συνεχίζει να εξαρτάται από πολλά κράτη. Είναι σημαντικό, ωστόσο, ότι το αμερικανικό κράτος ειδικότερα έχει αποτελέσει τον κυρίαρχο παράγοντα στη διαμόρφωση του παγκόσμιου καπιταλισμού, υποτάσσοντας άλλα κράτη με μυριάδες τρόπους στο παγκόσμιο σχέδιό του, καθώς πλάθει και προσαρμόζει τη διεθνή τάξη προς όφελος του παγκόσμιου κεφαλαίου. Οι Panitch και Gindin ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τις σχέσεις μεταξύ των προηγμένων καπιταλιστικών κρατών στον πυρήνα του παγκόσμιου συστήματος — οι σχέσεις μεταξύ του Παγκόσμιου Βορρά και του Νότου είναι, στην καλύτερη περίπτωση, περιφερειακές στην ανάλυσή τους. Η έμφαση που δίνεται στον «άτυπο χαρακτήρα» (Panitch και Gindin, 2012, 6) της αυτοκρατορίας υποβαθμίζει τον ρόλο του καταναγκασμού — σε ένα βιβλίο για τη δημιουργία της Αμερικανικής αυτοκρατορίας είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά, για παράδειγμα, στους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ούτε στις γεωπολιτικές εντάσεις με τη Ρωσία, στον πόλεμο στη Γεωργία ή στην στρατιωτική ενίσχυση της Κίνας. Υποστηρίζουν ότι ακόμη και σε ισχυρά προηγμένα καπιταλιστικά κράτη, οι εθνικές αστικές τάξεις έχουν χάσει την αυτονομία τους να ενεργούν εκτός ή σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας (Panitch και Gindin, 2012, 11). Η συντριπτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών, από αυτή την άποψη, βοηθά να εξηγηθεί αυτό που, για αυτούς, είναι η απουσία ενδοαυτοκρατορικής αντιπαλότητας στο σημερινό παγκόσμιο σύστημα (Panitch και Gindin, 2012, 5, 13–14, 89, 134, 218). Σε αυτή τη γεωπολιτική έννοια, τουλάχιστον, το συμπέρασμά τους αντιστοιχεί στενά στην ανάλυση του Robinson.

Παρά την προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο μαρξιστικό λεξιλόγιο, το έργο «The Making of Global Capitalism» χαρακτηρίζεται από μια θεμελιωδώς θεσμική αντίληψη της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας, η οποία επικεντρώνεται στενά στο Υπουργείο Οικονομικών και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, αντί για μια ευρύτερη αντίληψη της κρατικής εξουσίας που διαμορφώνεται μέσω των αλληλένδετων ρόλων, για παράδειγμα, του Υπουργείου Οικονομικών, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, του Υπουργείου Εξωτερικών και του Πενταγώνου. Ως αποτέλεσμα, αυτό που μας μένει είναι μια μερική και συχνά αρκετά ανώδυνη απεικόνιση της προβολής της Αμερικανικής ισχύος, η οποία συσκοτίζει τον ανταγωνιστικό, και ενίοτε βίαιο, χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων του ιμπεριαλισμού και της κρατικής εξουσίας. Η ταξική πάλη είναι, στην καλύτερη περίπτωση, δευτερεύουσα σε σχέση με τους θεσμικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τον Αμερικανικό καπιταλισμό και την αυτοκρατορία σε αυτή την περιγραφή, ενώ η αντιιμπεριαλιστική αντιπαράθεση απουσιάζει από την αφήγηση. Ο ρατσισμός δεν εμφανίζεται καθόλου στη θεωρητικοποίηση της εδραίωσης του Αμερικανικού κράτους στο εσωτερικό και της επέκτασής του στο εξωτερικό ως αυτοκρατορίας.

Η Διπλή λογική

Η σχολή της «διπλής λογικής» έχει επίσης ασκήσει σημαντική επιρροή στις σύγχρονες συζητήσεις στο πλαίσιο της διεθνούς κριτικής πολιτικής οικονομίας. Αυτή η σχολή, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Giovanni Arrighi (Arrighi, 2010) στο έργο του The Long Twentieth Century, καθώς και από τους David Harvey (Harvey, 2005) και Alex Callinicos (Callinicos, 2009), αποτελεί ίσως την πιο εξέχουσα προσέγγιση της διπλής λογικής όσον αφορά την τέχνη της διακυβέρνησης και την καπιταλιστική συσσώρευση στη σημερινή παγκόσμια τάξη.[2] Για τον Harvey, ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται από «μια αντιφατική συγχώνευση της «πολιτικής του κράτους και της αυτοκρατορίας» (ο ιμπεριαλισμός ως ένα διακριτά πολιτικό εγχείρημα εκ μέρους φορέων των οποίων η εξουσία βασίζεται στον έλεγχο ενός εδάφους και στην ικανότητα να κινητοποιούν τους ανθρώπινους και φυσικούς πόρους του για πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς σκοπούς) και της «μοριακής διαδικασίας της συσσώρευσης κεφαλαίου στο χώρο και στο χρόνο» (ο ιμπεριαλισμός ως μια διάχυτη πολιτικοοικονομική διαδικασία στο χώρο και στο χρόνο, στην οποία η εξουσία πάνω στο κεφάλαιο και η χρήση του έχουν πρωταρχική σημασία)» (Harvey, 2005, 26). Το πρώτο στοιχείο αφορά τις πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές στρατηγικές κρατών ή ομάδων κρατών κατά την επιδίωξη συγκεκριμένων στόχων στο διεθνές πεδίο. Το δεύτερο στοιχείο αφορά τους «τρόπους με τους οποίους η οικονομική δύναμη ρέει διαμέσου ενός συνεχούς χώρου, προς ή μακριά από εδαφικές οντότητες (όπως κράτη ή περιφερειακά μπλοκ εξουσίας) μέσω καθημερινών πρακτικών παραγωγής, εμπορίου, κεφαλαιακών ροών, μεταφορών χρημάτων, μετανάστευσης εργατικού δυναμικού, μεταφοράς τεχνολογίας, κερδοσκοπίας επί νομισμάτων, ροών πληροφοριών, πολιτισμικών παρορμήσεων και παρόμοιων φαινομένων» (Harvey, 2005, 26–27). Αυτά τα ποικίλα στοιχεία του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού μπορούν να κατανοηθούν με βάση διακριτές «εδαφικές» και «καπιταλιστικές» λογικές, που υλοποιούν τα διακριτά συμφέροντα των «πολιτικών και των κρατικών ηγετών» από τη μία πλευρά, και των «καπιταλιστών» από την άλλη (Harvey, 2005, 27).

Σε μια αντίληψη που τελικά είναι παράλληλη, ο Callinicos αντιλαμβάνεται τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό «ως τη διασταύρωση του οικονομικού και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού» (Callinicos, 2009, 72). Ο Callinicos υποστηρίζει ότι αυτή η διατύπωση αποφεύγει τον οικονομικό αναγωγισμό που μαστίζει τις κλασικές θεωρητικές προσεγγίσεις του ιμπεριαλισμού, παρέχοντας την δυνατότητα αναλυτικής διερεύνησης της σχετικής αυτονομίας του γεωπολιτικού επιπέδου — δίνοντας «βάρος στην ιδιαιτερότητά του» — ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνει το γεωπολιτικό «στην ευρύτερη περιγραφή της καπιταλιστικής ανάπτυξης» (Callinicos, 2009, 73). Έχουν διατυπωθεί πειστικές κριτικές για τον τρόπο με τον οποίο ο Harvey και ο Callinicos υποκύπτουν περισσότερο από ό,τι αναγνωρίζουν στις παραδοσιακές παραδοχές του Ρεαλισμού στο πλαίσιο της θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων (Bieler και Morton, 2015, 98; 2013, 27; Pozo-Martin, 2007).

Ίσως όμως η πιο ισχυρή κριτική αναδείχθηκε έμμεσα μέσω της πρόσφατης εργασίας του David McNally (McNally, 2014) σχετικά με τον πόλεμο, το κράτος και τη διαμόρφωση του παγκόσμιου χρήματος στην Βρετανία του ύστερου 17ου αιώνα. Ο McNally εξηγεί πώς «το πρώτο πλήρως ανεπτυγμένο αστικό κράτος στον κόσμο αναδύθηκε ως πολεμική μηχανή βασισμένη σε μια νέα διαμόρφωση της ταξικής εξουσίας» (McNally, 2014, 11). Η οικοδόμηση αυτού του πολεμικού μηχανισμού απαιτούσε από το κυρίαρχο τμήμα της αγγλικής άρχουσας τάξης να μετασχηματίσει το χρηματοπιστωτικό και χρηματικό σύστημα, να αναδιαμορφώσει το νομισματικό σύστημα, να ιδρύσει μια εθνική τράπεζα, να θέσει τα θεμέλια για το χαρτονόμισμα και να ανασυγκροτήσει την πολιτική εξουσία μέσω της δημιουργίας του πιο αποτελεσματικού δημοσιονομικού-στρατιωτικού κράτους στον κόσμο (McNally, 2014, 11). Η δεκαετία του 1690, εξηγεί ο McNally, αποτέλεσε καθοριστικό σημείο καμπής στην κατασκευή νέων μορφών χρήματος, στην οποία το κράτος διαδραμάτισε ρόλο, μέσω των πολιτικών του για το νόμισμα και το χαρτονόμισμα, αλλά έναν ρόλο που θα ήταν αδύνατο να εκτελεστεί χωρίς τη συνύπαρξη των ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών αγορών και του κρατικού χρέους (McNally, 2014, 25). Για να είναι βιώσιμο, το κρατικό πιστωτικό χρήμα εξαρτάται από την επικύρωσή του στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτή η επικύρωση:

«συμβαίνει στο βαθμό που οι παράγοντες της αγοράς είναι πεπεισμένοι ότι η λογική της καπιταλιστικής χρηματοοικονομικής πολιτικής έχει ενσωματωθεί στο κράτος και ότι οι επιταγές της καθορίζουν τη γενική πορεία της δημοσιονομικής, φορολογικής και νομισματικής πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο, μέσω της ένταξής τους στις χρηματοπιστωτικές αγορές, τα κράτη εντάχθηκαν στη «καπιταλιστική λογική» της ισχύος και το εδαφικό τους πεδίο μετατράπηκε σε χρηματικό.» (McNally, 2014, 25.)

Ουσιαστικά, λοιπόν, το καπιταλιστικό χρήμα διαμορφώνεται ταυτόχρονα μέσω «μιας ιστορικά μοναδικής ενοποίησης κράτους και κεφαλαίου», και μια τέτοια ενοποίηση αμφισβητεί θεμελιωδώς την έννοια των δύο διακριτών λογικών εξουσίας, της καπιταλιστικής και της εδαφικής (McNally, 2014, 25). Σε αντίθεση με τους Harvey και Callinicos, ο εδαφικός χώρος στον σύγχρονο κόσμο είναι «πάντα ήδη ο χώρος του παγκόσμιου χρήματος, ένας υπέρ-σύνθετος χώρος, για να δανειστούμε έναν όρο από τον Lefebvre, ο οποίος βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κράτος — και έτσι λειτουργεί ως εσωτερική δύναμη, και όχι απλώς ως εξωτερικός περιορισμός» (McNally, 2014, 25). Οι αντιφάσεις που ενυπάρχουν σε τέτοιους υπέρ-σύνθετους χώρους δεν εξηγούνται καλύτερα από την έννοια των διασταυρώσεων ή των συγκρούσεων μεταξύ ξεχωριστών, εξωτερικά σχετιζόμενων λογικών, αλλά μάλλον ως αλληλεπιδράσεις μεταξύ εσωτερικά σχετιζόμενων φαινομένων (Bieler και Morton, 2015, 99–100). Το κράτος και το κεφάλαιο ενσωματώνονται διαλεκτικά «σε μια σύνθετα ενοποιημένη κοινωνική διαδικασία», αλλά αυτή η ενσωμάτωση «δεν εξαλείφει τις πολλαπλές μορφές ανταγωνισμού μεταξύ των στοιχείων που συνιστούν το οργανικό σύνολο» (McNally, 2014, 26).

Εκτός από το ότι υπονομεύει τη σχολή της διπλής λογικής, η διαλεκτική προσέγγιση που ανέπτυξε ο McNally, αν ληφθεί σοβαρά υπόψη, έχει επίσης κρίσιμες επιπτώσεις στις κρατικοκεντρικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού, όπως αυτή που προωθούν οι Panitch και Gindin. Για τον McNally, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαρξ αναγνώριζε τον ρόλο που διαδραμάτιζε το κράτος στην εδραίωση του κεφαλαίου, αλλά υποστήριζε επίσης ότι τα κράτη ήταν τελικά υποταγμένα στην παγκόσμια αγορά (McNally, 2014, 27). «Όσο πρέπει να λάβουμε υπόψη τον ενεργό ρόλο των κρατών στη συγκρότηση του παγκόσμιου καπιταλισμού», υποστηρίζει ο McNally, «τόσο πρέπει επίσης να κατανοήσουμε την υποταγή τους στον νόμο της αξίας, του οποίου ο θεμελιώδης χώρος είναι αυτός της παγκόσμιας αγοράς» (McNally, 2014, 27). Στη σύνθετη διαλεκτική δομή του παγκόσμιου συστήματος, στα τέλη του 17ου αιώνα όπως και στις αρχές του 21ου, «το σύνολο έχει προτεραιότητα έναντι των μερών του», και «η καπιταλιστική ολότητα πραγματοποιείται μόνο εντός και μέσω της παγκόσμιας αγοράς (εννοούμενης ως ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας)» (McNally, 2014, 27). Η παγκόσμια αγορά, επιπλέον, αποτελεί έναν χώρο ανισοτήτων και πολυπλοκότητας, «έντονων αντιπαλοτήτων, ιεραρχιών και αυτοκρατορικής κυριαρχίας» (McNally, 2014, 27). Η επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα συνεχίζει να λειτουργεί μέσω της αυτοκρατορικής κυριαρχίας, η μερική έκφραση της οποίας βρίσκεται στις λειτουργίες του παγκόσμιου χρήματος και στο μαστίγιο του νόμου της αξίας (McNally, 2014, 27–28). Προφανώς, πολλά έχουν αλλάξει από τη δεκαετία του 1690, αλλά «ο παγκόσμιος καπιταλισμός συγκροτείται μέσω μιας αμείλικτης επαναληπτικής-καταναγκαστικής τάσης, στην οποία τα αρχικά του εγκλήματα αναπαράγονται τακτικά σε μια ολοένα και πιο παγκόσμια κλίμακα» (McNally, 2014, 28).

Συνοψίζοντας, η θεωρία της αυτοκρατορίας υποτιμά τον ρόλο των εθνικών κρατών στην τρέχουσα παγκόσμια τάξη. Η έννοια του ΥΚ είναι εξίσου λανθασμένη· οι αντιλήψεις για μια ΥΚΤ ξεπερνούν αποφασιστικά τα όρια που επιβάλλονται από τα εμπειρικά στοιχεία· και οι κρατικοκεντρικές θεωρήσεις για τον ρόλο των ΗΠΑ στη δημιουργία και αναπαραγωγή του παγκόσμιου καπιταλισμού εστιάζουν στενά σε άυλους θεσμούς και δεν εκτιμούν επαρκώς την υποταγή των κρατών στον νόμο της αξίας, όπως αυτός εκτυλίσσεται στον υπέρ-σύνθετο χώρο της παγκόσμιας αγοράς. Έχοντας κατά νου αυτά τα λάθη και τους περιορισμούς της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, η επόμενη ενότητα προτείνει ένα εναλλακτικό πλαίσιο που βασίζεται στην ιδέα ενός σύνθετα διαστρωματωμένου παγκόσμιου συστήματος. Προσφέρουμε αυτό το πλαίσιο ως μια πρώτη απόπειρα σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα ανοιχτού τύπου, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ως ένα αρχικό αναλυτικό σημείο εκκίνησης, με τα επόμενα κρίσιμα βήματα να απαιτούν συλλογική εμπειρική και ιστορική συγκεκριμενοποίηση, διαμεσολάβηση και πιθανή τροποποίηση των αρχών του, καθώς νέοι τομείς εστιασμένης έρευνας δοκιμάζουν τα όριά του σε σχέση με την πραγματική δυναμική του παγκόσμιου συστήματος.

Σύνθετα διαστρωματομένο παγκόσμιο σύστημα

Η συγκεκριμένη ιδιαίτερη φύση του καπιταλισμού

Υπάρχουν τέσσερα συστατικά στοιχεία της σύνθετης διαστρωμάτωσης στο σημερινό παγκόσμιο σύστημα. Το πρώτο αφορά την ιδιαιτερότητα του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Η Wood έχει δίκιο όταν επισημαίνει την αναλογική σχέση μεταξύ συγκεκριμένων μορφών εσωτερικών κοινωνικών σχέσεων και συγκεκριμένων μορφών ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, μεταξύ της λειτουργίας και της επέκτασης των εσωτερικών κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού ειδικότερα, και της εξωτερίκευσης του κεφαλαίου μέσω του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι υπήρξε μια στενή σχέση στο πέρασμα του χρόνου μεταξύ των μη καπιταλιστικών και των καπιταλιστικών κοινωνιών, αφενός, και των ιμπεριαλισμών τους, αφετέρου. Οι μη καπιταλιστικές αποικιακές αυτοκρατορίες του παρελθόντος — όπως οι φεουδαρχικές πορτογαλική και ισπανική αυτοκρατορίες στη Λατινική Αμερική μεταξύ του τέλους του 15ου και των αρχών του 19ου αιώνα — όπως οι φεουδάρχες στις σχέσεις τους με τους αγρότες, κυριαρχούσαν σε εδάφη και υπηκόους μέσω στρατιωτικής κατάκτησης, συχνά άμεσης πολιτικής εξουσίας, και επομένως εκτεταμένου εξωοικονομικού καταναγκασμού· αντίθετα, ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός «μπορεί να ασκήσει την εξουσία του με οικονομικά μέσα, χειραγωγώντας τις δυνάμεις της αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του όπλου του χρέους» (Wood, 2005, 12).

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός δεν χρειάζεται τη χρήση βίας, όπως αποδεικνύει μια απλή ματιά στις εφημερίδες του 21ου αιώνα. Πράγματι, όπως υποστηρίζει ο Colin Mooers, «η βία παραμένει απαραίτητη τόσο για την επίτευξη της “ανοιχτής” αγοράς όπου αυτή δεν υπάρχει ακόμη, όσο και για τη διασφάλιση της συνεχούς τήρησης των δικαιωμάτων του κεφαλαίου» (Mooers, 2014, 5).[3] Για την Wood, ένας κόσμος που ορίζεται από την σχεδόν καθολική εξάπλωση του καπιταλισμού αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη ιστορική εξέλιξη και, ως εκ τούτου, απαιτεί μια νέα θεωρία του ιμπεριαλισμού, μια θεωρία που να είναι «σχεδιασμένη για έναν κόσμο στον οποίο όλες οι διεθνείς σχέσεις είναι εσωτερικές του καπιταλισμού και διέπονται από καπιταλιστικές επιταγές» (Wood, 2005, 127). Δεν είναι ότι ο ιμπεριαλισμός έχει αντικατασταθεί από την αυτοκρατορία, ή το έθνος-κράτος από το ΥΚ, αλλά ότι ο ιμπεριαλισμός έχει μετασχηματιστεί σύμφωνα με την σχεδόν καθολική εξάπλωση του κεφαλαίου.

Η συγκεκριμένη νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού συνοδεύτηκε από αλλαγές στις συγκεκριμένες μορφές της καπιταλιστικής αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά, το κεφάλαιο ενέτεινε και επέκτεινε την επιρροή του με διάφορους τρόπους. Η εντατικοποίηση πραγματοποιήθηκε μέσω της ιδιωτικοποίησης τομέων που προηγουμένως ήταν δημόσιοι — εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, συντάξεις — ενώ η επέκταση εξελίχθηκε γεωγραφικά με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την έναρξη της μακράς πορείας της Κίνας προς την ένταξή της στην παγκόσμια τάξη. Η διευρυμένη καπιταλιστική σφαίρα διευκόλυνε και εδραίωσε τη νεοφιλελεύθερη στροφή σε παγκόσμια κλίμακα (Katz, 2011, 45, 49). Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός έχει επίσης γίνει μάρτυρας της μεταμόρφωσης του παλαιού διεθνούς καταμερισμού εργασίας μέσω της διεθνοποίησης της παραγωγής και της μορφοποίησης των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας. Η συστηματική μεταφορά των μεταποιητικών δραστηριοτήτων προς την Ασία ενέτεινε τον ανταγωνισμό και μείωσε το κόστος παραγωγής (Katz, 2011, 45; Starosta και Charnock, 2016). Οι τεράστιες πολυεθνικές εταιρείες αναδείχθηκαν ως βασικοί παράγοντες σε αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις θέσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου (Sweezy και Baran, 1966; Foster και McChesney, 2012), η αύξηση του μεγέθους των εταιρειών δεν είναι συνώνυμη με τον μονοπωλιακό έλεγχο ή την καταστολή του ανταγωνισμού. Αντίθετα, ο καπιταλισμός αναδημιουργεί συστηματικά τον ανταγωνισμό και το ολιγοπώλιο σε συμπληρωματικές μορφές μέσω αμοιβαίας ανακύκλωσης. Σε συγκεκριμένες στιγμές έντονου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων, ορισμένες εταιρείες καθιερώνουν παροδικές μορφές υπεροχής, οι οποίες όμως δεν μπορούν να διατηρηθούν μπροστά στις νέες ανταγωνιστικές μάχες που βρίσκονται προ των πυλών. Αυτή η δυναμική, όπως επισημαίνει ο Claudio Katz, αποτελεί συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού και θα επιμείνει όσο επιβιώνει αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής (Katz, 2011, 143). Από τεχνολογική άποψη, η επανάσταση της πληροφορικής έχει διευκολύνει τις διάφορες νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις του καπιταλισμού, με τη γενίκευση της χρήσης υπολογιστών στη βιομηχανία και στη χρηματοοικονομική και εμπορική διαχείριση των μεγα-εταιρειών. Η ριζοσπαστική καινοτομία έχει αυξήσει την παραγωγικότητα, έχει μειώσει το κόστος των μεταφορών και έχει διευρύνει τα δίκτυα επικοινωνιών (Katz, 2011, 45). Ωστόσο, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου έχει επίσης επιτρέψει την ταχύτερη και ολοκληρωτική μετάδοση των ανισορροπιών στο παγκόσμιο σύστημα — όπως μαρτυρούν η Ιαπωνία το 1993, το Μεξικό το 1994, η Νοτιοανατολική Ασία το 1997, η Ρωσία το 1998, η λεγόμενη φούσκα των dot-com το 2000 στις Ηνωμένες Πολιτείες και η Αργεντινή το 2001. Αυτός ο κατάλογος των περιφερειακών προδρόμων της Μεγάλης Ύφεσης του 2008 δεν είναι καθόλου εξαντλητικός (Katz, 2011, 43, 51).

Η καπιταλιστική ολότητα

Το δεύτερο στοιχείο της σύνθετης διαστρωμάτωσης είναι η καπιταλιστική ολότητα, η οποία περιλαμβάνει την παγκόσμια αγορά, την ανισόμετρη ανάπτυξη, τη χωροχρονικότητα και την ιεραρχία.[4] Προκειμένου να ξεπεραστούν οι απλοϊκές δυαδικότητες που χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος της συζήτησης σχετικά με την επιμονή πολλών κεφαλαίων και πολλών κρατών, και για να εκτιμηθεί καλύτερα η σύνδεση μεταξύ της συσσώρευσης κεφαλαίου και του διακρατικού συστήματος, ο Neil Davidson μας καλεί να επιστρέψουμε στην έννοια της «ολότητας» (Davidson, 2012, 28) . Η ολότητα αποτελείται από εσωτερικά συνδεδεμένα μέρη και είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα αυτών των μερών. Η ολότητα διαμεσολαβείται με τέτοιο τρόπο ώστε συγκεκριμένες στιγμές της να μην μπορούν να απομονωθούν τεχνητά από το σύνολο, αν θέλουμε να κατανοήσουμε σωστά τις πραγματικές και πολλαπλές καθοριστικές παραμέτρους τους (Davidson, 2012, 28). Ακολουθώντας το παράδειγμα του McNally, επιμένουμε ότι η καπιταλιστική ολότητα είναι κατανοητή μόνο εντός και μέσω της παγκόσμιας αγοράς, και ότι η παγκόσμια αγορά είναι ένας υπέρ-σύνθετος και ανισόμετρος χώρος στον οποίο πολλαπλασιάζονται οι αντιπαλότητες, οι ιεραρχίες και η αυτοκρατορική κυριαρχία.

Πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, οι Robert Brenner και Mark Glick δημοσίευσαν ένα πρωτοποριακό άρθρο στο New Left Review, το οποίο, μεταξύ άλλων, ανέδειξε τη σημασία της «πειθαρχικής» επίδρασης της παγκόσμιας οικονομίας στις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές θεσμικές δομές (Brenner και Glick, 1991). Τόνισαν τη συμμετοχή κάθε τμήματος του καπιταλιστικού κόσμου —αν και σε ανόμοιο βαθμό— στην επέκταση πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην κρίση του μεσοπολέμου, στην άνθηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη διαρθρωτική κρίση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.[5] «Παρά τους ετερογενείς τρόπους ρύθμισης των συστατικών μερών της», υποστηρίζουν οι Brenner και Glick, «η παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της [τουλάχιστον από το 1900] διέθετε μια ορισμένη ομοιογένεια, μάλιστα ενότητα, όσον αφορά τη διαδοχή των φάσεων ανάπτυξής της. Η παγκόσμια οικονομία, όπως φαίνεται, κατάφερε να επιβάλει τη γενική της λογική, αν και όχι ακριβώς στον ίδιο βαθμό, σε όλα τα συστατικά της στοιχεία, παρά τους πολύ ιδιαίτερους τρόπους ρύθμισής τους» (Brenner και Glick, 1991, 112). Αμφισβήτησαν την έννοια ενός πρόθυμου συμβιβασμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας σε συγκεκριμένα εθνικά πλαίσια, στα οποία οι καπιταλιστές θα υποτάσσονταν σε αυξήσεις μισθών και βασικά χαρακτηριστικά ενός κράτους πρόνοιας, παράλληλα με και σε αντάλλαγμα για αυξήσεις παραγωγικότητας εκ μέρους των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, αντιμέτωποι με τον διεθνή ανταγωνισμό, «οι καπιταλιστές, υπό τη συνεχή πίεση που ασκείται στα κέρδη τους, δεν μπορούσαν, ακόμη και αν το επιθυμούσαν, να υποσχεθούν στους εργαζομένους, σε αντάλλαγμα για τη συμμετοχή τους, σταθερή απασχόληση και καλύτερες θέσεις εργασίας, ή ακόμη και μερίδιο από τα οφέλη της αύξησης της παραγωγικότητας» (Brenner και Glick, 1991, 116). Οι εργατικές τάξεις δεν μπορούσαν παρά να χάσουν έδαφος, συνάπτοντας ψευδείς συμβιβασμούς και εγκαταλείποντας την ανεξαρτησία τους, ταυτιζόμενοι με τους εργοδότες τους.

Αυτή η διατύπωση αντικατοπτρίζει εύστοχα τη φύση της καπιταλιστικής ολότητας ως ενός συστήματος που λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα, όπου η παγκόσμια αλληλεξάρτηση, και όχι η εθνική ανεξαρτησία, αποτελεί απαραίτητο σημείο εκκίνησης για την κατανόηση των συγκεκριμένων πορειών των διαφόρων κοινωνιών. Υπογραμμίζει τον πειθαρχικό αντίκτυπο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Οι Brenner και Glick καταγράφουν επίσης τη ασυνέχεια των προτύπων της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου στο πέρασμα του χρόνου, τα οποία διακόπτονται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις. Ωστόσο, το πλαίσιο τους παραβλέπει τη «συντακτική ετερογένεια κάθε φάσης», σύμφωνα με τον Fouad Makki (Makki, 2015, 489):

«Υποθέτει έναν βαθμό ομοιομορφίας που εντάσσει τις κοινωνικές και ιστορικές ανισότητες σε μια διαχρονική διαδοχή χρονικών φάσεων. Αν όμως ξεκινήσουμε από μια πιο διαφοροποιημένη αντίληψη της ιστορικής χρονικότητας, στην οποία ο χρόνος δεν αποτελεί απλώς ένα ομοιόμορφο μέσο, καθίσταται δυνατό να εκτιμήσουμε τις πολλαπλές, ανόμοιες και αλληλένδετες διαδικασίες κοινωνικής αλλαγής. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, όπως ερμηνεύεται έτσι, δεν κινείται σύμφωνα με έναν ενιαίο ομοιόμορφο ρυθμό, αλλά λειτουργεί μέσω της σύνθετης ταυτόχρονης συνύπαρξης των ανόμοια συνδυασμένων κοινωνικών μορφών της.» (Makki, 2015, 489.)

Ο αφηρημένος, ομοιογενής χρόνος του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα αποτυπώνεται αποτελεσματικά από τους Brenner και Glick, αλλά οι ίδιοι δίνουν λιγότερη προσοχή στη συγκεκριμένη, ετερογενή χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς, η οποία καθορίζεται από το χρονικό πλαίσιο και τη φύση της μετάβασης στον καπιταλισμό και της ένταξης στην παγκόσμια αγορά συγκεκριμένων χωρών και περιοχών, σε σχέση με άλλες.[6]  Έχει σημασία αν ήταν «πρώιμα» ή «όψιμα» αναπτυσσόμενοι στην παγκόσμια ιστορική χρονική ροή — η οποία δεν σταματά ποτέ — ή αν μεταπήδησαν στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας των κρατών, ή εντάχθηκαν στο κατώτατο επίπεδο. Οι δυναμικές συνθήκες της ανισόμετρης παγκόσμιας αγοράς βρίσκονται σε συνεχή ροή και καθορίζουν τη μορφή της ανάπτυξης σε συγκεκριμένες χώρες και περιοχές, ανάλογα, μεταξύ άλλων, με το χρονικό πλαίσιο της ανάπτυξής τους. Αυτή είναι η διαλεκτική του καθολικού και του ειδικού, του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, η οποία διαμορφώνει την ανισόμετρη και συνδυασμένη ανάπτυξη του καπιταλισμού σε συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς (Makki, 2015, 489).

Εκτός από αυτή τη συγκεκριμένη χρονική πολυπλοκότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα, το επιπλέον ζήτημα της ιεραρχίας στο παγκόσμιο σύστημα απαιτεί επίσης προσεκτική εξέταση. Η Hae-Yung Song συμπλήρωσε πρόσφατα αναλύσεις όπως αυτές των Brenner και Glick, προσθέτοντας στην έμφαση που δίνουν στην παγκόσμια ολότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων μια εστίαση όχι μόνο στις «γενικές πτυχές της δυναμικής του (παγκόσμιου) κεφαλαίου σε όλα τα εθνικά κράτη», αλλά και στους «τρόπους με τους οποίους η ίδια η ολότητα συγκροτείται όχι απλώς διαφοροποιητικά αλλά ιεραρχικά» (Song, 2013, 1265). Η Song επισημαίνει την ανάγκη να κατανοήσουμε πώς η ιεραρχία και η ανισότητα στον παγκόσμιο καπιταλισμό παράγουν διακριτές πολιτικές δυναμικές σε κοινωνίες που βρίσκονται στα κατώτερα κλιμάκια του παγκόσμιου συστήματος, τις λεγόμενες «χώρες που αναπτύσσονται καθυστερημένα». Τονίζει πώς η συγκεκριμένη θέση τους εντός του παγκόσμιου συστήματος και ο χρόνος της καπιταλιστικής τους ανάπτυξης καθορίζουν τα πρότυπα της ταξικής πάλης και μεσολαβούν τους τρόπους με τους οποίους εκφράζονται αυτές οι μάχες στην πολιτική του «να προλάβουμε τους ήδη πιο αναπτυγμένους». Σύμφωνα με την Song, το ιεραρχικό παγκόσμιο σύστημα κρατών, οι διαδικασίες οικοδόμησης του κράτους και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις αποτελούν την πολιτική πλευρά της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα, και όχι μια ανεξάρτητη σφαίρα πολιτικής και γεωπολιτικής με τη δική της ξεχωριστή λογική. Η καπιταλιστική ανάπτυξη σε μια γεωγραφική ζώνη του παγκόσμιου συστήματος — συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής και γεωπολιτικής της διάστασης — συνδέεται αναγκαστικά με την ανάπτυξη άλλων ζωνών, αποτελώντας είτε αιτία είτε αποτέλεσμα αυτής της ανάπτυξης (Song, 2013, 1267).

Στο πλαίσιο της καθυστερημένης προσπάθειας «να προλάβουμε τους ήδη πιο αναπτυγμένους», τα κράτη συχνά αναλαμβάνουν το ρόλο της «επιβολής της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τα πάνω». Με αυτή την έννοια, «οι συγκεκριμένες συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο πλαίσιο της ιεραρχικά διαμορφούμενης δυναμικής του καπιταλισμού» υποχρεώνουν τα κράτη να «ενεργούν ως οι κύριοι παράγοντες που προσπαθούν να ξεπεράσουν την καθυστέρηση υπό συνθήκες προσπάθειας ‘να προλάβουμε τους ήδη πιο αναπτυγμένους’» (Song, 2013, 1269). Ωστόσο, παρόλο που το αναπτυξιακό κράτος φαίνεται να είναι o κύριος συντελεστής και ο καθοριστικός παράγοντας των εθνικών αναπτυξιακών αποτελεσμάτων, στην πραγματικότητα «η συγκεκριμένη θέση και ο χρονισμός της ανάπτυξης στο πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος καθορίζουν τελικά την επιτυχία ή την αποτυχία της καπιταλιστικής ανάπτυξης» (Song, 2013, 1270).

Τα πολλαπλά κράτη, τα πολλαπλά εθνικά κεφάλαια και οι ποικίλες γεωπολιτικές αντιπαλότητες

Η τρίτη συνιστώσα της σύνθετης διαστρωμάτωσης είναι η ύπαρξη πολλαπλών κρατών, πολλαπλών εθνικών κεφαλαίων και ποικίλων γεωπολιτικών αντιπαλοτήτων. Από πολλές απόψεις, αυτή η τρίτη συνιστώσα απορρέει από τη δυναμική της δεύτερης. Οι καλύτερες συνεισφορές στην εξελισσόμενη ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με την άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη υπό τον καπιταλισμό — εκείνες που δίνουν έμφαση στην ιστορική ιδιαιτερότητα (Davidson, 2016; Rioux, 2015) παρά στα διαχρονικά πρότυπα και κατηγορίες (Allinson και Anievas, 2009; Anievas και Nis¸anciogˇlu, 2015; Rosenberg, 2013) — έχουν προχωρήσει αρκετά στην εξήγηση του πώς τα ανισόμετρα χώρικα μοτίβα της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου τείνουν να ενισχύουν και να διατηρούν ένα πλουραλιστικό σύστημα κρατών και να αντιτίθενται στην υλοποίηση ενός ενιαίου παγκόσμιου κράτους (Ashman, 2009). Αυτό υποδηλώνει την επιμονή, και όχι την απαξίωση, των ποικίλων μορφών γεωπολιτικής αντιπαλότητας μεταξύ διαφορετικών κεφαλαίων και κρατών, ακόμη και αν αυτό δεν σημαίνει επικείμενη στρατιωτική σύρραξη μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Οι διαδικασίες της παγκόσμιας συσσώρευσης οδηγούν σε εδαφικές και γεωγραφικές συγκεντρώσεις επενδύσεων, αγορών και εργασίας σε συγκεκριμένους χώρους της παγκόσμιας οικονομίας — συγκεντρώσεις κεφαλαίου που ευνοούν ορισμένες περιοχές σε βάρος άλλων και τείνουν να ενισχύονται με την πάροδο του χρόνου (Callinicos, 2007; Smith, 2006; Harvey, 2006; Smith, 2008). Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η προαναφερθείσα αμέλεια των Panitch και Gindin όσον αφορά τον πόλεμο και τη γεωπολιτική αντιπαλότητα αποτελεί ένα τόσο κρίσιμο σφάλμα. Ο Callinicos έχει σωστά επισημάνει ότι «οι φυγόκεντρες δυνάμεις που δημιουργούνται από την εγγενώς γεωγραφικά ανισόμετρη κατανομή των πόρων στο πλαίσιο του καπιταλισμού διαδραματίζουν έναν αναπόφευκτο ρόλο στη διατήρηση της πολυμορφίας του κρατικού συστήματος» (Callinicos, 2007, 545). Όπως σημειώθηκε, υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες οι ηγεμονικές δυνάμεις μπορούν να «παρέχουν δημόσια αγαθά σε όλα τα κράτη», αλλά αν λάβουμε υπόψη τα βαθύτερα, δομικά πρότυπα του παγκόσμιου καπιταλισμού, το σύστημα κατανοείται καλύτερα ως «εγγενώς συγκρουσιακό, που προϋποθέτει και δημιουργεί ανταγωνισμούς συμφερόντων μεταξύ εργαζομένων και καπιταλιστών και μεταξύ κεφαλαίων, και που εξαπολύει οικονομικές κρίσεις και αυτοενισχυόμενες διαδικασίες ανισόμετρης ανάπτυξης» με «ακραίες γεωγραφικές συγκεντρώσεις οικονομικής εξουσίας» (Callinicos, 2007, 547). Και πάλι, αυτό δεν σηματοδοτεί τον αναπόφευκτο πόλεμο μεταξύ των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπάλων και την απλή επικύρωση των κλασικών μαρξιστικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό στις αρχές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε ότι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός έχει λάβει διαφορετικές μορφές κατά τη μακρά ιστορία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας και για να είμαστε προσεκτικοί ως προς τις νέες δυναμικές που επιδεικνύει στην τρέχουσα εποχή, πρέπει να αποφύγουμε οποιαδήποτε προϋπόθεση ισορροπίας ή ενός παγκόσμιου καπιταλισμού χωρίς τριβές.

Όπως έχουμε επισημάνει, η ιστορική εξέλιξη μιας εξαιρετικά ενοποιημένης παγκόσμιας αγοράς δεν σήμανε την παρακμή του έθνους-κράτους. Ένα χαρακτηριστικό της επέκτασης της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι αναμφίβολα η έξοδος πέρα από τις εθνικές αγορές και η δημιουργία εκτεταμένων παγκόσμιων αλυσίδων αξίας σε ολόκληρο τον πλανήτη (Selwyn, 2014· Starosta, 2010). Ταυτόχρονα, όμως, η συσσώρευση χρειάζεται να λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες και πλαίσια, των οποίων η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα διασφαλίζονται — όταν διασφαλίζονται — από το έθνος-κράτος (Albo, 2003). Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου απαιτεί την ασφάλεια των συνθηκών συσσώρευσης — πειθαρχημένη εργασία, δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας, χρηματοοικονομικούς και νομικούς θεσμούς, καθώς και δικονομικά πλαίσια — όπου κι αν δραστηριοποιείται (Hanieh, 2011, 20–21). Ο ολοένα και πιο ενοποιημένος χαρακτήρας των ανισόμετρων χώρων της καπιταλιστικής ολότητας, που ξεδιπλώνεται εντός και μέσω της παγκόσμιας αγοράς, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι η διατήρηση των περιβαλλοντικών προϋποθέσεων για τη συσσώρευση σε όλα τα διακριτά επίπεδα της κλιμακωτής ιεραρχίας είναι πιο σημαντική από ποτέ. Η μη συνεργάσιμη συμπεριφορά του κράτους είναι απαράδεκτη. Η αυξημένη σοβαρότητα της κατάστασης ενθαρρύνει στην πραγματικότητα τις διαδικασίες κρατικής διαμόρφωσης και την υποχρέωση των διακριτών εθνικών χώρων να εσωτερικεύσουν τις συνθήκες που καθορίζονται σε διεθνές επίπεδο (Hanieh, 2011, 21).

Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα «διασταυρούμενα πρότυπα συσσώρευσης» έχουν οδηγήσει σε σημαντικές νέες εξελίξεις στη διεθνική διαμόρφωση των τάξεων σε περιφερειακό επίπεδο, όπως μέσω του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, τα έθνη-κράτη εξακολουθούν να υφίστανται, ενώ οι σχέσεις μεταξύ τους χαρακτηρίζονται από σύνθετες μορφές ανταγωνισμού και συνεργασίας (Hanieh, 2016, 2013, 2017). Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός, υπό αυτή την έννοια, εκφράζει «τις επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου να διεθνοποιηθεί και να συγκροτήσει μια παγκόσμια αγορά για τη δική του αξιοποίηση, ενώ ταυτόχρονα διαφοροποιείται σε μονάδες που βρίσκονται σε κράτη όπου υλοποιούνται η ταξική εξουσία και η παραγωγή αξίας. Δεν μπορεί να υπάρξει ούτε συσσώρευση κεφαλαίου ούτε ιμπεριαλισμός χωρίς κράτη, ή χωρίς την ανισόμετρη ανάπτυξη και τις σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των κρατών εντός της παγκόσμιας αγοράς» (Albo, 2003, 90).

Συνδεδεμένο με αυτό είναι το ζήτημα των εθνικών κεφαλαίων και ο ρόλος της εθνικιστικής ιδεολογίας και των ρατσιστικών κοινωνικών σχέσεων. Το γεγονός ότι το κεφάλαιο έχει αυτοεπεκτατικό χαρακτήρα, ότι υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα στην αναζήτηση της κερδοφορίας, δεν σημαίνει ότι η διαδικασία με την οποία επεκτείνεται το κεφάλαιο είναι μια καθαρά και άμεσα οικονομική διαδικασία. Η πολιτική εξουσία και η αστική ηγεμονία στο επίπεδο του έθνους-κράτους είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Σε διεθνή κλίμακα, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου απαιτεί επίσης πολιτική εξουσία και παρέμβαση, η οποία με τη σειρά της απαιτεί κάποια μορφή ιδεολογικής νομιμοποίησης (Sakellaropoulos και Sotiris, 2015, 98). Μια κυρίαρχη ιδεολογική νομιμοποίηση ήταν τα επαναλαμβανόμενα πρότυπα ρατσισμού που υποκρύπτονται στην αυτοκρατορική κυριαρχία (Camfield, 2016, 33). «Πολλές από τις κρίσιμες στιγμές που περιγράφονται από τους μαρξιστές ως καθοδηγούμενες από την καπιταλιστική επέκταση», παρατηρεί ο Robert Knox, «ήταν επίσης εμποτισμένες με ρατσισμό» (Knox, 2016, 98).

Ο εθνικισμός στα κυρίαρχα κράτη του παγκόσμιου συστήματος έχει συχνά συνδεθεί στενά με τον ρατσισμό. Πράγματι, μέρος του προβλήματος με μεγάλο μέρος της υπάρχουσας μαρξιστικής βιβλιογραφίας για τον ιμπεριαλισμό, όπως επισημαίνει ο Knox, είναι ο άκαμπτος διαχωρισμός της φυλής και της αξίας, αντί να τις θεωρούμε ως αμοιβαία συστατικά στοιχεία της καπιταλιστικής επέκτασης, τόσο ιστορικά όσο και στο παρόν (Knox, 2016, 4). Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι «ο ιμπεριαλισμός έχει χαρακτηριστεί σε μεγάλο βαθμό από λευκά, ευρωπαϊκά κράτη που επεκτείνονται και υποτάσσουν μη λευκές, μη ευρωπαϊκές κοινωνίες» και «η σύγχρονη κατανομή της εργασίας αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό αυτά τα ιστορικά πρότυπα» (Knox, 2016, 18). Αντλώντας από τον Frantz Fanon, ο Knox επισημαίνει τους τρόπους με τους οποίους η φυλή και η αξία είναι αλληλένδετες στις συστατικές ιστορικές στιγμές του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού:

«. . . σε κάθε στιγμή της διαδικασίας της συσσώρευσης κεφαλαίου, η φυλή κατέχει κεντρική θέση. Η φυλή εμφανίζεται αρχικά για να δικαιολογήσει την εκδίωξη των αυτοχθόνων κατοίκων και να νομιμοποιήσει τη μεταφορά αξίας από την περιφέρεια. Οι βαθιές κοινωνικές μεταμορφώσεις που απαιτούνται για την επέκταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης διατυπώνονται με όρους φυλετικών κατηγοριοποιήσεων. Τέλος, αυτές οι φυλετικοποιημένες κατηγορίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση των περιφερειακών εδαφών και στον περιορισμό της αντίστασης στις διαδικασίες της καπιταλιστικής συσσώρευσης.» (Knox, 2016, 28.)

Η φυλή, λοιπόν, δεν αποτελεί απλώς χαρακτηριστικό μιας αρχικής περιόδου της αποικιακής ιστορίας, το οποίο στη συνέχεια ξεπερνιέται από μια καπιταλιστική συσσώρευση που αγνοεί τις φυλετικές διαφορές. Αντίθετα, η φυλή διαδραματίζει συνεχή ρόλο στους βασικούς άξονες του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, ενός ιμπεριαλισμού που ασκείται σε μεγάλο βαθμό χωρίς αποικίες (Singh, 2017). «Το γεγονός ότι το εμβληματικό περιοδικό της σύγχρονης αμερικανικής αυτοκρατορίας, το Foreign Affairs, εξελίχθηκε από ένα περιοδικό με τον αποκαλυπτικό τίτλο Journal of Race Development υποδηλώνει», επισημαίνουν για παράδειγμα η Elizabeth Esch και ο David Roediger, «ότι ελάχιστοι από τους αρχιτέκτονες της αμερικανικής αυτοκρατορίας εργάστηκαν εκτός ενός φυλετικού πλαισίου» (Roediger, 2017, 143). Όπως υποδηλώνει ο Knox, αυτό διακρίνεται στον τρόπο με τον οποίο διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με τη ρητορική τους περί καλής διακυβέρνησης, αντλούν από ρατσιστικά στερεότυπα για τους τεμπέληδες και διεφθαρμένους πληθυσμούς των περιφερειακών κοινωνιών, καθώς διανέμουν δάνεια υπό όρους ή τα παρακρατούν. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις βασίζονται σε καινοτόμες αναπαραγωγές της φαινομενικής βαρβαρότητας των μη ευρωπαϊκών κοινωνιών, μιας βαρβαρότητας που απαιτεί διαλείπουσα εξημέρωση από τη Δύση. Ομοίως, υπό το πρόσχημα του ανθρωπισμού, κυριαρχούν οι φυλετικοί κώδικες, όπως στην αποκλειστική στόχευση των αφρικανικών χωρών από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (Knox, 2016, 19).

Προκειμένου να διατηρηθεί το καπιταλιστικό σύστημα σε τοπικό επίπεδο, τα λειτουργικά καπιταλιστικά κράτη πρέπει να επιβάλλουν τάξη στα οριζόντια ανταγωνιζόμενα κεφάλαια, καθώς και να ρυθμίζουν την κάθετη ταξική σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, έτσι ώστε το αποτέλεσμα της ταξικής σύγκρουσης να ευνοεί το κεφάλαιο, όπως είναι αναμενόμενο. Πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν το γενικό περιβάλλον παραγωγής, στο οποίο βασίζονται τα ανταγωνιζόμενα κεφάλαια, αλλά για το οποίο δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να πληρώσουν — τις υποδομές και τις επενδύσεις κοινωνικής πρόνοιας που είναι απαραίτητες για την κοινωνική αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Αυτοί οι εσωτερικοί ρόλοι συνοδεύονται από μια τρίτη λειτουργία, «στην οποία κάθε καπιταλιστικό κράτος πρέπει να εκπροσωπεί τα συλλογικά συμφέροντα της «εσωτερικής» καπιταλιστικής τάξης «εξωτερικά» σε σχέση με άλλα καπιταλιστικά κράτη και τάξεις» (Davidson, 2012, 28). Οι πολυεθνικές εταιρείες συνεχίζουν να εξαρτώνται από τα εθνικά τους κράτη, καθώς και από τα κράτη των χωρών που δέχονται τις άμεσες ξένες επενδύσεις των πολυεθνικών. Στο βαθμό που μεμονωμένες πολυεθνικές εταιρείες έχουν σημειώσει επιτυχία στην παγκόσμια οικονομία, η υποστήριξη από το εθνικό τους κράτος και το κράτος υποδοχής ήταν ουσιαστικής σημασίας (Wood, 2005, 139).

Το εθνικό κράτος των εθνικών κεφαλαίων δεν μπορεί να αποτελεί απλώς έναν χώρο παροχής λειτουργιών χρήσιμων για τα εν λόγω κεφάλαια, χωρίς ιδεολογικά αντιστάθμιστικά μέτρα. Οι καπιταλιστές και οι διαχειριστές του κράτους, επιδιώκοντας τα δικά τους συμφέροντα, προσπαθούν πυρετωδώς να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους ότι το κάνουν προς το «εθνικό» συμφέρον (Davidson, 2012, 37). Εκτός από τη συνοχή των εθνικών κεφαλαίων και των κρατικών διαχειριστών εντός ενός συγκεκριμένου εδάφους στην παγκόσμια αγορά, η εθνικιστική ιδεολογία βοηθά το κεφάλαιο στο βαθμό που συμβάλλει στον κατακερματισμό της εργατικής τάξης (Davidson, 2012, 38). Η υπεράσπιση της αστικής τάξης εξαρτάται από το αν οι εργατικές τάξεις αναζητούν μια διέξοδο από την αλλοτρίωση μέσω της εθνικής και όχι της ταξικής ταύτισης. «Υπό αυτές τις συνθήκες», υποστηρίζει ο Davidson:

«Ο εθνικισμός διαδραματίζει τρεις ρόλους. Πρώτον, προσφέρει στους άμεσους παραγωγούς μια μορφή ψυχικής αποζημίωσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της απλής κατανάλωσης εμπορευμάτων. Δεύτερον, λειτουργεί ως μέσο αποκατάστασης της συνοχής σε πολιτικό επίπεδο, η οποία χάνεται σε κοινωνικό επίπεδο. Τρίτον, αξιοποιεί αυτό το αίσθημα συνοχής για να κινητοποιήσει τους πληθυσμούς υπέρ της επιτυχίας των εθνικών κεφαλαίων έναντι των ανταγωνιστών και των αντιπάλων τους.» (Davidson, 2012, 40.)

Εάν οι ανισόμετροι ρυθμοί της καπιταλιστικής συσσώρευσης αναπαράγουν γεωγραφικές συγκεντρώσεις οικονομικού πλούτου και εξουσίας και συντηρούν τον κατακερματισμό του παγκόσμιου συστήματος σε πολλαπλά κράτη, ο εθνικισμός αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογική μορφή που παίρνουν αυτοί οι ρυθμοί της αστικής νεωτερικότητας. Επιπλέον, ο εθνικισμός στα κυρίαρχα κράτη συχνά διανθίζεται με έννοιες φυλής και ρατσισμού που διευκολύνουν την καπιταλιστική κερδοφορία στο εσωτερικό και την αυτοκρατορική επέκταση στο εξωτερικό.

Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα

Η τέταρτη συνιστώσα της σύνθετης διαστρωμάτωσης είναι η οργάνωση του παγκόσμιου συστήματος σε μια ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Με την έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, ο Λένιν οραματίστηκε το παγκόσμιο σύστημα ως μια σύνθετη και αρθρωτή ενότητα οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών αντιθέσεων, οργανωμένη μέσω μιας ιεραρχίας κοινωνικών σχηματισμών, οι οποίοι αλληλεπιδρούσαν μέσω του οικονομικού ανταγωνισμού και των γεωπολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων, αλλά και μέσω της ιεραρχίας και της αλληλεξάρτησης. Η θεωρητική του προσέγγιση αποτύπωσε τα ιεραρχικά, ανισόμετρα και γεμάτα αντιφάσεις χαρακτηριστικά ενός διεθνούς συστήματος που διακρίνεται από πολύπλοκους συνδυασμούς ανταγωνισμού και συντονισμού, σύγκρουσης και ασύμμετρης αλληλεξάρτησης (Sakellaropoulos και Sotiris, 2015, 88). Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σαφώς η ισχυρότερη δύναμη στην παγκόσμια τάξη σήμερα, οι εύκολες διακηρύξεις για την υπεροχή των ΗΠΑ κρύβουν περισσότερα από όσα αποκαλύπτουν. Ένας τέτοιος αναγωγισμός δεν μπορεί να συλλάβει τις διαλεκτικές πολυπλοκότητες του ανταγωνισμού και της συνεργασίας, του ανταγωνισμού και της αμοιβαίας εξάρτησης, που χαρακτηρίζουν τη διεθνή πολιτική (Sakellaropoulos και Sotiris, 2015, 102). Η ηγεμονία των ΗΠΑ εντός της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας διατηρείται όχι μόνο μέσω εξαναγκασμού, αλλά και μέσω ποικιλιών συγκρούσεων και συμμαχιών, πειθούς και ανταγωνισμού. Πάνω απ’ όλα, οι ΗΠΑ ηγούνται της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μέχρι σήμερα, όχι απλώς λόγω της ανώτερης οικονομικής, πολιτικής ή στρατιωτικής τους δύναμης, αλλά επειδή είναι «σε θέση να προσφέρουν», προς το παρόν, «εύλογες στρατηγικές για το συλλογικό συμφέρον του κεφαλαίου ολόκληρης της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας» (Σακελλαρόπουλος και Σωτήρης, 2015, 103). Ωστόσο, η ηγεσία των ΗΠΑ δεν είναι χωρίς τριβές, ούτε οι ενέργειες των κρατών που βρίσκονται χαμηλότερα στην αλυσίδα στο συνεχές της εξουσίας — από την ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, στα δευτερεύοντα ιμπεριαλιστικά κράτη, στις υπο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στα υποτελή/περιφερειακά κράτη — μπορούν να εξηγηθούν απλώς με αναφορά στις εντολές που εκπέμπονται από την Ουάσιγκτον. Υπάρχει πάντα χώρος για ανταγωνισμό, και ακόμη και για κρίσεις της ηγεμονικής κυριαρχίας (Σακελλαρόπουλος και Σωτήρης, 2015, 103).

Αν και χρησιμοποιεί διαφορετική αναλυτική ορολογία, το έργο του Tony Norfeld «The City» παρέχει στοιχεία για το πώς μπορεί κανείς να αρχίσει να προσεγγίζει εμπειρικά την ιμπεριαλιστική αλυσίδα (Norfield, 2017). Το «The City» παρουσιάζει ενδιαφέρον για τη συζήτησή μας, καθώς αποτελεί τη μοναδική σοβαρή προσπάθεια μέχρι σήμερα να μετρηθεί το σχετικό βάρος και η επιρροή των διάφορων καπιταλιστικών δυνάμεων στον σημερινό κόσμο. Ο Norfeld υποστηρίζει ότι η υπερβολική εστίαση σε μία μόνο ιμπεριαλιστική δύναμη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, «οδηγεί εσφαλμένα στην υπόθεση ότι οι άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο δευτερεύοντες συνεργοί στα σχέδια των ΗΠΑ, αγνοώντας το γεγονός ότι οι δικές τους ενέργειες προωθούν επίσης τα δικά τους συμφέροντα» (Norfield, 2017). Μια τέτοια ανάλυση μπορεί να συσκοτίσει τους τρόπους με τους οποίους οι δευτερεύουσες δυνάμεις είναι τόσο ενσωματωμένες όσο και προωθούν ενεργά τις ιμπεριαλιστικές δυναμικές σήμερα, στις οποίες οι καπιταλιστικές δυνάμεις, που βρίσκονται κυρίως στον Παγκόσμιο Βορρά, διατηρούν ιδιοτελείς ασύμμετρες σχέσεις με χώρες του Παγκόσμιου Νότου.

Ο Norfield χρησιμοποιεί διάφορους δείκτες για να αξιολογήσει τη δύναμη και την επιρροή των ιμπεριαλιστικών χωρών σήμερα. Πρώτον, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) μιας χώρας, το οποίο μετρά την αξία της παραγωγής μιας οικονομίας και περιλαμβάνει τις πωλήσεις προϊόντων που παράγονται αλλού, όπως οι φθηνές εισαγωγές· αυτό υποδηλώνει, όπως υποστηρίζει ο Norfield, μια σχετικά προνομιακή θέση εντός της παγκόσμιας οικονομίας όσον αφορά την ικανότητα μιας χώρας να επενδύει στο εξωτερικό και να αξιοποιεί φθηνό ξένο εργατικό δυναμικό. Δεύτερον, ο Norfield περιλαμβάνει το απόθεμα των εξερχόμενων άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ), το οποίο, όπως υποστηρίζει, αποτελεί έναν «απλό δείκτη ενός τρόπου με τον οποίο εταιρείες μιας χώρας εκμεταλλεύονται εργαζομένους σε άλλες» (Norfield, 2017). Τρίτον, το μέγεθος των διεθνών περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών (όσα έχουν δανείσει τράπεζες μιας χώρας σε άλλες χώρες) και των υποχρεώσεων τους (όσα έχουν δανειστεί τράπεζες από άλλες χώρες). Οι χώρες των οποίων οι τράπεζες μπορούν να δανείζουν μεγάλα κεφάλαια είναι ισχυροί πιστωτές που μπορούν να αντλούν πλεονάσματα από (συχνά χρόνια) χρεωμένες χώρες και από παγκόσμιους δανειολήπτες, ενώ ταυτόχρονα εκείνες που μπορούν να δανειστούν πολύ μεγάλα ποσά (όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες) έχουν επίσης σημαντική δύναμη και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαραίτητα «ευάλωτες ως οφειλέτες σε ξένες τράπεζες» (Norfield, 2017). Τέταρτον, ο ρόλος του νομίσματος μιας χώρας στις παγκόσμιες συναλλαγές συναλλάγματος, ο οποίος μπορεί να προσφέρει σε μια χώρα επιρροή στις ξένες αγορές και το πλεονέκτημα του νομισματικού κέρδους. Τέλος, το μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών μιας χώρας, ένας προφανής δείκτης της ικανότητάς της να ασκεί στρατιωτική ισχύ.

Όπως επισημαίνει ο Norfield, τα κριτήρια αυτά δεν είναι χωρίς περιορισμούς. Κανένα στατιστικό στοιχείο δεν μπορεί να αποτυπώσει διαδικασίες που είναι δυναμικές και βασίζονται σε συχνά σύνθετες μακροπρόθεσμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χωρών. Ούτε αποτυπώνουν οι δείκτες τις οικολογικές συνέπειες των ενεργειών μιας χώρας, από την παραγωγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως την εξαγωγή ρύπανσης και την οικολογική καταστροφή που πλήττει πληθυσμούς σε άλλα μέρη του κόσμου (Moore, 2015; Rice, 2007). Επιπλέον, οι πέντε δείκτες που χρησιμοποιούνται σταθμίζονται εξίσου από τον Norfield, παρόλο που είναι πιθανό ορισμένοι να είναι πιο σημαντικοί από άλλους σε μια δεδομένη χρονική στιγμή για τον προσδιορισμό της ισχύος και της επιρροής που έχει μια συγκεκριμένη χώρα στον κόσμο. Ωστόσο, παρά αυτές τις αδυναμίες, μπορούν ακόμα να προσφέρουν έναν χρήσιμο τρόπο μέτρησης του βάρους μιας χώρας στη διεθνή σκηνή. Με βάση αυτούς τους δείκτες, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν, με σημαντική διαφορά, η κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη. Υπάρχουν, ωστόσο, μια σειρά από άλλες χώρες με σημαντική ικανότητα να προβάλλουν την ισχύ τους πέρα από τα σύνορά τους. Αυτές περιλαμβάνουν μια δεύτερη κατηγορία (κάτω από τις ΗΠΑ) που αποτελείται κυρίως από πρώην αποικιακές δυνάμεις, όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία, καθώς και η Κίνα, και μια τρίτη κατηγορία που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Ελβετία, την Ιταλία, τον Καναδά, τη Ρωσία και την Αυστραλία.

Συμπεράσματα

Οι μελέτες για την εδαφικοποιημένη γεωπολιτική και τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική συσσώρευση στους τομείς της οικονομικής γεωγραφίας, της πολιτικής οικονομίας και της κοινωνιολογίας έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Το παρόν άρθρο επιδιώκει να βρει μια στρατηγική διέξοδο μέσω της έννοιας ενός παγκόσμιου συστήματος με σύνθετη διαστρωμάτωση. Οι υποστηρικτές της αυτοκρατορίας και της υπερεθνικής διαμόρφωσης τάξεων και κρατών δεν κατανοούν τον ρόλο των εθνικών κρατών στη σύγχρονη παγκόσμια τάξη και επεκτείνουν τις θεωρητικές τους θέσεις πέρα από τα όρια που επιτρέπουν τα ίδια τους τα στοιχεία. Οι κρατοκεντρικοί θεωρητικοί της υπεροχής των ΗΠΑ, εν τω μεταξύ, αποτυγχάνουν να κατανοήσουν την υποταγή όλων των κρατών στον νόμο της αξίας, που λειτουργεί εντός και μέσω της ανισόμετρης, ιεραρχικής και υπερσύνθετης παγκόσμιας αγοράς. Τείνουν επίσης να απομονώνουν και να πραγμοποιούν τους θεσμούς στους επεξηγηματικούς τους παράγοντες, αποκρύπτοντας τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ ταξικής πάλης, καπιταλιστικής συσσώρευσης και κρατικής διαμόρφωσης. Τέλος, οι θεωρητικοί της «διπλής λογικής» δεν μπορούν να κατανοήσουν τη διαλεκτική ενσωμάτωση του κράτους και του κεφαλαίου.

Η έμφαση στην καπιταλιστική ιδιαιτερότητα, στην καπιταλιστική ολότητα, στην πολλαπλότητα των κρατών και των κεφαλαίων, καθώς και στη διάταξη του κόσμου σε μια ιμπεριαλιστική αλυσίδα, ανοίγει τον δρόμο για μεγαλύτερη σαφήνεια. Η κατανόηση του κόσμου ως σύνθετα διαστρωματομένου με αυτόν τον τρόπο έχει συνέπειες για την περαιτέρω έρευνα σχετικά με τη δυναμική του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού σήμερα. Ως κατακλείδα, θα θέλαμε να προτείνουμε, τουλάχιστον, ότι το σημείο εκκίνησης θα πρέπει να είναι το εξής. Κάθε αξιόλογη θεωρία του ιμπεριαλισμού πρέπει να ασχολείται με τις σχέσεις ανταγωνισμού, συντονισμού και εξουσίας μεταξύ των κυρίαρχων κέντρων της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου — τις ενδοιμπεριαλιστικές σχέσεις — και τις ανισόμετρες και ιεραρχικές μορφές συσσώρευσης και ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων κρατών εντός του παγκόσμιου συστήματος (Albo, 2003, 89). Κατά την άποψή μας, ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός σήμερα χαρακτηρίζεται από βαθιές διαρθρωτικές ανισότητες μεταξύ περιοχών και χωρών του κόσμου. Αυτές οι ανισότητες επιδεινώνονται από την ανισόμετρη ανάπτυξη των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και αναπαράγονται μέσω των ενεργών πολιτικών που υιοθετούν τα ιμπεριαλιστικά κράτη και οι ισχυροί διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί (ΔΧΟ), όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και η Παγκόσμια Τράπεζα. Ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός συνεπάγεται την απομύζηση του πλούτου και των πόρων των φτωχότερων χωρών προς όφελος του κεφαλαίου του Βορρά, εις βάρος της πλειοψηφίας των λαών του Νότου. Η πλειοψηφία των κατοίκων των χωρών που υφίστανται ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις βιώνει τον ιμπεριαλισμό υπό τη μορφή σκληρών οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών και στρατιωτικών πιέσεων. Η «υπανάπτυξη» ή η «εξάρτηση» στον Παγκόσμιο Νότο δεν είναι ένα αναπόφευκτο δομικό επακόλουθο της ανάπτυξης και της προόδου στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα – όπως υποστηρίζει η κλασική θεωρία της εξάρτησης. Αντίθετα, είναι προϊόν του ανισόμετρου τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται η καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία με τη σειρά της είναι προϊόν της εσωτερικής λογικής του καπιταλισμού σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, που οδηγεί το πιο παραγωγικό κεφάλαιο να συγκεντρώνεται σε ήδη πλούσιες περιοχές και να εξαπλώνεται αργά, διστακτικά και συχνά υπό αρκετά συγκεκριμένες συνθήκες (για παράδειγμα, για πρόσβαση σε πρώτες ύλες ή ως απάντηση σε οικονομική κρίση στο εσωτερικό) σε άλλα μέρη του πλανήτη.

Αυτό που μας απασχολεί ιδιαίτερα, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ανισόμετρης  ανάπτυξης, ούτε απλώς οι εσωτερικές δυνάμεις της αγοράς που διέπουν την καπιταλιστική συσσώρευση. Μας ενδιαφέρουν οι τρόποι με τους οποίους η ανισόμετρη ανάπτυξη ενισχύεται και αναπαράγεται μέσω των ενεργειών των καπιταλιστικών κρατών του Παγκόσμιου Βορρά, με σκοπό τη δημιουργία και την αναδημιουργία συνθηκών προς όφελος του κεφαλαίου του Βορρά. Όπως υποδηλώνουν οι Susan Roberts, Anna Secor και Matthew Sparke στο έργο τους για τη «νεοφιλελεύθερη γεωπολιτική», «φαίνεται να έχει σημειωθεί μια νέα εξέλιξη σε αυτά τα μοντέλα της κρατικά διαχειριζόμενης φιλελευθεροποίησης», σύμφωνα με την οποία «τα οικονομικά αξιώματα της διαρθρωτικής προσαρμογής, της δημοσιονομικής λιτότητας και του ελεύθερου εμπορίου έχουν πλέον... ενισχυθεί από την άμεση χρήση στρατιωτικής ισχύος» (Roberts, Secor και Sparke, 2003, 887). Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι ενέργειες ωφελούν όλο το κεφάλαιο, αλλά λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης τα σύγχρονα μοντέλα του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού τείνουν να συγκεντρώνουν τα οφέλη στα χέρια του κεφαλαίου του Παγκόσμιου Βορρά. Οι κρατικοί διαχειριστές των βασικών ιμπεριαλιστικών χωρών εισάγουν πολιτικές όπως η διαρθρωτική προσαρμογή, το ελεύθερο εμπόριο, η απελευθέρωση της αγοράς και διάφορες μορφές πολιτικής παρέμβασης, προκειμένου να διαμορφώσουν τις εγχώριες πολιτικές οικονομίες των ασθενέστερων εθνών προς όφελος του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου.

Βιβλιογραφία

Albo, Greg. 2003. “The Old and New Economics of Imperialism.” Pp. 88–113 in Socialist Register 2004: The New Imperial Challenge, edited by Leo Panitch and Colin Leys. New York: Monthly Review Press.

Allinson, Jamie C., and Alexander Anievas. 2009. “The Uses and Misuses of Uneven and Combined Development: An Anatomy of a Concept.” Cambridge Review of International Affairs, 22:1, 47–67. https://doi.org/10.1080/09557570802680132 Anievas, Alexander. 2008. “Review Article: Martin Shaw, Theory of the Global State and William I. Robinson, A Theory of Global Capitalism.” Historical Materialism, 16:2, 190–206.

Anievas, Alexander, and Kerem Nis¸anciogˇlu. 2015. How the West Came to Rule: The Geopolitical Origins of Capitalism. London: Pluto.

Arrighi, Giovanni. 2005a. “Hegemony Unravelling–1.” New Left Review, II, 32, 23–80.

———. 2005b. “Hegemony Unravelling–2.” New Left Review, II, 33, 83–116.

———. 2010. The Long Twentieth Century: Money, Power and the Origins of Our Times.

London/New York: Verso.

Ashman, Sam. 2009. “Capitalism, Uneven and Combined Development and the Transhistoric.” Cambridge Review of International Affairs 22:1, 29–46. https://doi. org/10.1080/09557570802683896

Baran, Paul A., and Paul M. Sweezy. 1966. Monopoly Capital: An Essay on the American Economic and Social Order. New York: Monthly Review Press.

Bensaïd, Daniel. 2002. Marx for Our Times: Adventures and Misadventures of a Critique. London/New York: Verso.

Bieler, Andreas, and Adam David Morton. 2013. “The Will-O’-the-Wisp of the Transnational State.” Journal of Australian Political Economy, 72, 23–51.

———. 2015. “Axis of Evil or Access to Diesel? Spaces of New Imperialism and the Iraq War.” Historical Materialism, 23:2, 94–130.

Brenner, Robert, and Mark Glick. 1991. “The Regulation Approach: Theory and History.” New Left Review, I, 188, 45–119.

Bukharin, Nikolai. 1928. Imperialism and World Economy. Monthly Review Press. Callinicos, Alex. 2007. “Does Capitalism Need the State System?” Cambridge Review of International Affairs, 20:4, 533–49.

———. 2009. Imperialism and Global Political Economy. 1st edition. Cambridge, UK/ Malden, Massachusetts: Polity.

Camfield, David. 2016. “Elements of a Historical-Materialist Theory of Racism.” Historical Materialism, 24:1, 31–70.

Carroll, William K. 2007. “From Canadian Corporate Elite to Transnational Capitalist Class: Transitions in the Organization of Corporate Power.” Canadian Review of Sociology/Revue Canadienne de Sociologie, 44:3, 265–88. https://doi.org/10.1111/ j.1755-618X.2007.tb01186.x

———. 2010. The Making of a Transnational Capitalist Class: Corporate Power in the 21st Century. 1st edition. London/New York: Zed Books.

Carroll, William K., and Colin Carson. 2003. “The Network of Global Corporations and Elite Policy Groups: A Structure for Transnational Capitalist Class Formation?” Global Networks, 3:1, 29–57. https://doi.org/10.1111/1471-0374.00049

Chibber, Vivek. 2005. “Capital Outbound.” New Left Review, II, 36, 151–58. Davidson, Neil. 2012. “The Necessity of Multiple Nation-States for Capital.” Rethinking Marxism, 24:1, 26–46. https://doi.org/10.1080/08935696.2012.635024

———. 2016. Nation-States: Consciousness and Competition. Chicago, Illinois: Haymarket. ECLAC. 2017. Foreign Direct Investment in Latin America and the Caribbean 2017. Santiago, Chile: Economic Commssion for Latin America and the Caribbean. https:// www.cepal.org/en/publications/type/foreign-direct-investment-latin-america-and-caribbean

Foster, John Bellamy, and Robert Waterman McChesney. 2012. The Endless Crisis: How Monopoly-Finance Capital Produces Stagnation and Upheaval from the USA to China. New York: Monthly Review Press.

Gordon, Todd, and Jeffery R. Webber. 2016. Blood of Extraction: Canadian Imperialism in Latin America. Halifax, Nova Scotia, Canada: Fernwood Publishing.

Hanieh, Adam. 2011. Capitalism and Class in the Gulf Arab States. 2011 edition. New York: Palgrave Macmillan.

———. 2013. Lineages of Revolt: Issues of Contemporary Capitalism in the Middle East. Chicago, Illinois: Haymarket.

———. 2016. “Absent Regions: Spaces of Financialisation in the Arab World.” Antipode, 48:5, 1228–48. https://doi.org/10.1111/anti.12257

———. 2017. “The Qatar Crisis.” (June 26). http://jacobinmag.com/ 2017/06/ qatar-saudi-arabia-uae-crisis-middle-east

Hardt, Michael, and Antonio Negri. 2001. Empire. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press.

Harootunian, Harry. 2017. Marx After Marx: History and Time in the Expansion of Capitalism. New York: Columbia University Press. https://www.amazon.com/MarxAfter-History-Expansion-Capitalism/dp/0231174810/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1500060210&sr=1-1&keywords= time+marx

Harvey, David. 2005. The New Imperialism. Oxford, UK/New York: Oxford University Press.

———. 2006. Spaces of Global Capitalism: A Theory of Uneven Geographical Development. London/New York: Verso.

Hilferding, Rudolf. 1981. Finance Capital: A Study of the Latest Phase of Capitalist Development. Edited by Tom Bottomore. Translated by Morris Watnick and Sam Gordon. First edition. London/Boston, Massachusetts: Routledge & Kegan Paul.

Katz, Claudio. 2011. Bajo el imperio del capital. Buenos Aires: Ediciones Luxemburg. Kautsky, Karl. 1970. “Ultra-Imperialism.” New Left Review, I, 59, 41–46.

Knox, Robert. 2016. “Valuing Race? Stretched Marxism and the Logic of Imperialism.” London Review of International Law, 4:1, 81–126. https://doi.org/10.1093/ lril/lrw004

Lacher, Hannes. 2006. Beyond Globalization: Capitalism, Territoriality and the International Relations of Modernity. 1st edition. London/New York: Routledge.

Lenin, Vladimir. 1963. “Imperialism: The Highest Stage of Capitalism.” In Selected Works, 667–766. Moscow: Progress Publishers.

Luxemburg, Rosa. 2015. The Accumulation of Capital. Translated by Agnes Schwarzschild. Eastford, Connecticut: Martino Fine Books.

Makki, Fouad. 2015. “Reframing Development Theory: The Significance of the Idea of Uneven and Combined Development.” Theory and Society, 44:5, 471–97. https:// doi.org/10.1007/s11186-015-9252-9

Martineau, Jonathan. 2016. Time, Capitalism, and Alienation: A Socio-Historical Inquiry into the Making of Modern Time. Historical Materialism Book Series. Leiden, The Netherlands: Brill Academic Publishers.

McNally, David. 2010. Global Slump: The Economics and Politics of Crisis and Resistance. Oakland, California: PM Press.

———. 2014. “The Blood of the Commonwealth: War, the State, and the Making of World Money.” Historical Materialism, 22:2, 3–32.

Mooers, Colin. 2014. Imperial Subjects: Citizenship in an Age of Crisis and Empire. New York: Bloomsbury Academic.

Moore, Jason W. 2015. Capitalism in the Web of Life: Ecology and the Accumulation of Capital. New York: Verso.

Murray, Joshua. 2014. “Evidence of a Transnational Capitalist Class-for-Itself: The Determinants of PAC Activity among Foreign Firms in the Global Fortune 500, 2000–2006.” Global Networks, 14:2, 230–50. https://doi.org/10.1111/glob.12037

———. 2017. “Interlock Globally, Act Domestically: Corporate Political Unity in the 21st Century.” American Journal of Sociology, 122:6, 1617–63. https://doi.org/10.1086/691603

Norfield, Tony. 2017. The City: London and the Global Power of Finance. London: Verso. Panitch, Leo, and Sam Gindin. 2005. “Superintending Global Capital.” New Left Review, II, 35, 101–23.

———. 2009a. “Finance and American Empire.” Socialist Register, 41 (March), 46–81.

———. 2009b. “Global Capitalism and American Empire.” Socialist Register, 40 (March), 1–42.

———. 2012. The Making of Global Capitalism: The Political Economy of American Empire. First edition. London/New York: Verso.

Postone, Moishe. 1996. Time, Labor, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory. Cambridge, UK/New York: Cambridge University Press.

Pozo-Martin, Gonzalo. 2007. “Autonomous or Materialist Geopolitics?” Cambridge Review of International Affairs, 20:4, 551–63. https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/09557570701680480

Rice, James. 2007. “Ecological Unequal Exchange: Consumption, Equity, and Unsustainable Structural Relationships within the Global Economy.” International Journal of Comparative Sociology, 48:1, 43–72.

Rioux, Sébastien. 2015. “Mind the (Theoretical) Gap: On the Poverty of International Relations Theorising of Uneven and Combined Development.” Global Society, 29:4, 481–509. https://doi.org/10.1080/13600826.2014.983047

Roberts, Susan, Anna Secor, and Matthew Sparke. 2003. “Neoliberal Geopolitics.” Antipode, 35:5, 886–97. https://doi.org/10.1111/j.1467-8330.2003.00363.x Robinson, William I. 2003. Transnational Conflicts: Central America, Social Change, and Globalization. London/New York: Verso.

———. 2004. A Theory of Global Capitalism: Production, Class, and State in a Transnational World. Baltimore, Maryland: Johns Hopkins University Press.

———. 2007. “The Pitfalls of Realist Analysis of Global Capitalism: A Critique of Ellen Meiksins Wood’s Empire of Capital.” Historical Materialism, 15:3, 71–93.

———. 2008. Latin America and Global Capitalism: A Critical Globalization Perspective.

First edition. Baltimore, Maryland: Johns Hopkins University Press.

———. 2014. Global Capitalism and the Crisis of Humanity. New York: Cambridge University Press.

Roediger, David. 2017. Class, Race and Marxism. London/New York: Verso. Rosenberg, Justin. 2013. “The ‘Philosophical Premises’ of Uneven and Combined De-velopment.” Review of International Studies, 39:3, 569–97. https://doi.org/10.1017/ S0260210512000381

Sakellaropoulos, Spyros, and Panagiotis Sotiris. 2015. “From Territorial to Nonterritorial Capitalist Imperialism: Lenin and the Possibility of a Marxist Theory of Imperialism.” Rethinking Marxism, 27:1, 85–106.

Selwyn, Benjamin. 2014. The Global Development Crisis. 1st edition. Cambridge, UK: Polity.

Singh, Nikhil Pal. 2017. Race and America’s Long War. Oakland, California: University of California Press.

Sklair, Leslie. 2000. The Transnational Capitalist Class. 1st edition. Oxford, UK/ Malden, Massachusetts: Wiley-Blackwell.

———. 2005. “The Transnational Capitalist Class and Contemporary Architecture in Globalizing Cities.” International Journal of Urban and Regional Research, 29:3, 485–500. https://doi.org/10.1111/j.1468-2427.2005.00601.x

Smith, Neil. 2006. “The Geography of Uneven Development.” Pp. 180–95 in 100 Years of Permanent Revolution, edited by Bill Dunn and Hugo Radice. London: Pluto.

———. 2008. Uneven Development: Nature, Capital, and the Production of Space. 3rd edition. Athens, Georgia: Univerrsity of Georgia Press.

Song, Hae-Yung. 2013. “Marxist Critiques of the Developmental State and the Fetishism of National Development.” Antipode, 45:5, 1254–76. https://doi.org/10.1111/anti.12024

Sprague-Silgado, Jeb. 2017. “The Caribbean Cruise Ship Business and the Emergence of a Transnational Capitalist Class.” Journal of World-Systems Research, 23:1, 93–125. https://doi.org/10.5195/jwsr.2017.623

Starosta, Guido. 2010. “Global Commodity Chains and the Marxian Law of Value.” Antipode, 42:2, 433–65. https://doi.org/10.1111/j.1467-8330.2009.00753.x Starosta, Guido, and Greig Charnock, eds. 2016. The New International Division of Labour: Global Transformation and Uneven Development. London: Palgrave Macmillan.

Teschke, Benno. 2009. The Myth of 1648: Class, Geopolitics, and the Making of Modern International Relations. London/New York: Verso.

Teschke, Benno, and Hannes Lacher. 2007. “The Changing ‘Logics’ of Capitalist Competition.” Cambridge Review of International Affairs, 20:4, 565–80.

Tomba, Massimiliano. 2014. Marx’s Temporalities. Chicago, Illinois: Haymarket. Tombazos, Stavros. 2015. Time in Marx: The Categories of Time in Marx’s Capital. Chicago, Illinois: Historical Materialism.

Wood, Ellen Meiksins. 2005. Empire of Capital. London/New York: Verso.

———. 2012. “Globalisation and Imperialism.” Pp. 244–66 in The Ellen Meiksins Wood Reader, edited by Larry Patriquin. Historical Materialism Book Series. Leiden, The Netherlands: Brill Academic Publishers.

Σημειώσεις

[1] Σε αντίθεση με το επιχείρημα που προβάλλεται εδώ, παρά το γεγονός ότι ασκούν κριτική στη θέση του για το υπερεθνικό κράτος, ο Andreas Bieler και ο Adam David Morton αποδέχονται πολλά από τα θεωρητικά στοιχεία της θέσης του Robinson σχετικά με τη διαμόρφωση της υπερεθνικής καπιταλιστικής τάξης, αντλώντας ρητά από αυτή την πτυχή της αναλυτικής του προσέγγισης για τον παγκόσμιο καπιταλισμό (Bieler και Morton, 2015, 104–5).

[2] Ο Arrighi έχει επιμείνει στις σημαντικές διαφορές μεταξύ του έργου του στον τομέα αυτό και εκείνου του Harvey (Arrighi, 2005α, 2005β).

[3] Αλλού, η Wood έχει θέσει το ζήτημα ως ένα πρόβλημα του ποιος θα φυλάει τους φύλακες: «Η παγκοσμιοποίηση, ο οικονομικός ιμπεριαλισμός του κεφαλαίου που φτάνει στο λογικό του συμπέρασμα, έχει, παραδόξως, απαιτήσει μια νέα στρατηγική εξωοικονομικού, και κυρίως στρατιωτικού, καταναγκασμού. Οι πρακτικές και δογματικές δυσκολίες που δημιουργεί αυτή η νέα κατάσταση είναι προφανείς. Αν τα τοπικά κράτη θα φυλάνε την οικονομία, ποιος θα φυλάει τους φύλακες; Είναι αδύνατο για οποιαδήποτε μεμονωμένη κρατική δύναμη, ακόμη και για την τεράστια στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ, να επιβάλλεται καθημερινά, παντού, σε ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα. Ούτε μπορεί οποιαδήποτε πιθανή συλλογική δύναμη να επιβάλλει συνεχώς τη βούληση του παγκόσμιου κεφαλαίου σε ένα πλήθος υποτελών κρατών, ή να διατηρεί την προβλέψιμη τάξη που απαιτούν οι καθημερινές συναλλαγές του κεφαλαίου. Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ο ρόλος της στρατιωτικής δύναμης στην υπεράσπιση μιας αυτοκρατορίας χωρίς σύνορα και στην εγκαθίδρυση αυτοκρατορικού ελέγχου πάνω σε μια παγκόσμια οικονομία, αντί της κυριαρχίας πάνω σε ένα σαφώς οριοθετημένο έδαφος. Δεδομένου ότι ακόμη και η στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ δεν μπορεί να βρίσκεται παντού ταυτόχρονα (ποτέ δεν φιλοδοξούσε να διεξάγει περισσότερες από δύο τοπικές πολεμικές συγκρούσεις ταυτόχρονα), η μόνη επιλογή είναι να αποδείξει, μέσω συχνών επιδείξεων στρατιωτικής ισχύος, ότι μπορεί να μεταβεί οπουδήποτε ανά πάσα στιγμή και να προκαλέσει μεγάλη καταστροφή» (Wood, 2012, 259).

[4] Αυτά τα στοιχεία της παγκόσμιας αγοράς –η ανισόμετρη ανάπτυξη, η χωροχρονικότητα και η ιεραρχία– δεν προορίζονται να αντιπροσωπεύσουν το σύνολο των συστατικών στοιχείων της καπιταλιστικής ολότητας, αλλά μάλλον τα βασικά τμήματα της καπιταλιστικής ολότητας που είναι ιδιαίτερα σημαντικά για το πιο περιορισμένο αντικείμενο της παρούσας παρέμβασης.

[5] Ωστόσο, για μια εμπεριστατωμένη αναθεώρηση και κριτική της θεωρίας της μακροχρόνιας ύφεσης της περιόδου μετά τη δεκαετία του 1960, βλ. McNally, 2010.

[6] Σχετικά με την αναβίωση της χρονικότητας στον Μαρξ και τον μαρξισμό, βλ. Bensaïd, 2002· Harootunian, 2017· Martineau, 2016· Postone, 1996· Tomba, 2014· Tombazos, 2015.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 04 Ιουνίου 2026 11:04

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.