Alain Supiot
Κάφκα: Ένας καλλιτέχνης του νόμου
Ο Κάφκα είχε σπουδάσει δικηγόρος. Σε ηλικία 25 ετών, δύο χρόνια μετά την απόκτηση του πτυχίου νομικής, άρχισε να εργάζεται στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων του Βασιλείου της Βοημίας, όπου αφιερώθηκε στην εφαρμογή του νόμου για την υποχρεωτική επαγγελματική ασφάλιση, που υιοθετήθηκε από την Αυστροουγγαρία το 1887 – τρία χρόνια μετά από τη Γερμανία και έντεκα χρόνια πριν από τη Γαλλία1. Οι ειδικοί του Κάφκα διαφωνούν ως προς το αν η νομική του καριέρα εμπόδισε ή βοήθησε το λογοτεχνικό του έργο. Τα ημερολόγια και οι επιστολές του προσφέρουν στοιχεία που υποστηρίζουν και τις δύο απόψεις, πράγμα που δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, καθώς δεν υπάρχει σχεδόν ούτε μία δήλωση από την πένα του που να μην επανεξετάζεται αμέσως από άλλη οπτική γωνία. Έτσι, έγραψε χαρακτηριστικά ότι οι νομικές του σπουδές συνεπάγονταν ότι τρεφόταν με πριονίδι, ήδη μασημένο από χιλιάδες στόματα – αλλά αμέσως πρόσθεσε ότι, «κατά μια ορισμένη έννοια», αυτό ακριβώς του άρεσε2. Αυτός ο τρόπος να ανακατεύει κανείς τα χαρτιά, να μη σταματά στην πρώτη σημασία ενός γεγονότος ή ενός συμβόλου αλλά να τα εξετάζει πάντα από την αντίστροφη οπτική γωνία, είναι το σήμα κατατεθέν του νομικού πνεύματος – ή, ακριβέστερα, της τέχνης της δίκης, η οποία διέπεται εξ ολοκλήρου από τον κανόνα του audi alteram partem: άκου την άλλη πλευρά.
Αυτός ο πρώτος κανόνας της τέχνης του δικαίου είναι σήμερα γνωστός ως αρχή της αντιδικίας – στα γαλλικά, principe du contradictoire. Πρόκειται για έναν διφορούμενο όρο, δεδομένου ότι η εξέταση της αντίθετης άποψης δεν ακυρώνει την πρώτη άποψη, αλλά τη θέτει σε δοκιμασία αλήθειας, επιτρέποντας στο μέρος που την υπερασπίζεται να αντικρούσει με τη σειρά του τα επιχειρήματα που προβάλλονται εναντίον της. Με άλλα λόγια, η αρχή ισχύει μόνο στο βαθμό που βρίσκεται στην υπηρεσία του νόμου της μη αντίφασης: ότι ένα πράγμα δεν μπορεί να είναι και να μην είναι ταυτόχρονα. Κατά τη διάρκεια της νομικής διαδικασίας, το παιχνίδι αυτών των διαδοχικών «αντιρρήσεων» λαμβάνει επομένως χώρα σε ένα έδαφος κανόνων που δεν μπορούν να αντικρουστούν οι ίδιοι και οι οποίοι βασίζονται στο νόμο. Οι διάδικοι πρέπει να υποταχθούν στον ίδιο νόμο για να προχωρήσει η δίκη· είναι αυτή η από κοινού υποταγή που τους επιτρέπει να ανταλλάσσουν λόγια και όχι χτυπήματα.
Ο νόμος –Gesetz στα γερμανικά, που σημαίνει αυτό που θεσπίζεται– δίνει έτσι στην ανθρώπινη ζωή το θεσμικό της θεμέλιο. Όταν καταπατείται, βουλιάζουμε στα βάθη του παραλογισμού. Έτσι συνέβη και με την ψηλή ορεινή γέφυρα, τον πρωταγωνιστή και αφηγητή της ομώνυμης ιστορίας, όταν ένας ανόητος ταξιδιώτης, που φαντάζεται ότι δοκιμάζει τη στερεότητα της γέφυρας, «πηδάει δυνατά και με τα δύο πόδια μαζί στη μέση της πλάτης της.» Η γέφυρα, που υποβάλλεται σε αυτή τη δοκιμασία, αναποδογυρίζει για να δει τι συμβαίνει. «Δεν είχα γυρίσει τελείως» –μιλάει η ίδια η γέφυρα– «όταν έπεσα, πέφτοντας σε κομμάτια, σπασμένη και καρφωμένη στους κοφτερούς βράχους που μέχρι τότε πάντα με κοιτούσαν τόσο ειρηνικά από τα ορμητικά νερά.»3 Εκεί που επηρεάζεται η τάξη των γενεών που στηρίζει τη δομή του νόμου, αυτή η «στροφή» παράγει εκείνους τους παιδοκτόνους γονείς που εμφανίζονται τόσο συχνά στους μύθους και τη θρησκεία. Σύμφωνα με αυτή την τάξη, οι γιοι πρέπει να θάβουν τους πατέρες τους. Αλλά εδώ είναι οι πατέρες που επιδιώκουν να θάψουν τους γιους τους, προβάλλοντας τη δική τους επιθυμία για θάνατο στους απογόνους τους. Αυτόν τον τύπο γονέων τον συναντάμε και στην καθημερινή ζωή, όχι μόνο στον ακαδημαϊκό κόσμο, όπου δεν δολοφονούν τους απογόνους τους αλλά τους καταδικάζουν στη λήθη προκειμένου να επιβεβαιώσουν τη δική τους παντοδυναμία και να ξεφύγουν από την αλυσίδα των γενεών. Τέτοια είναι η περίπτωση του πατέρα του Γκέοργκ Μπέντεμαν, του κεντρικού ήρωα στην ιστορία του Κάφκα «Η κρίση», όταν ο πατέρας εκδίδει την καταδίκη του: «Κατά βάθος ήσουν ένα αθώο ον, αλλά από κάτω ήσουν κάτι διαβολικό!... Και γι’ αυτό να το ξέρεις: σε καταδικάζω τώρα σε θάνατο από πνιγμό!». Ο Γκέοργκ εκτελεί αμέσως την εντολή, πηγαίνοντας –που αλλού;– σε μια γέφυρα, της οποίας τη λειτουργία της μεταφοράς ανθρώπινης ζωής μετατρέπει σε διακριτικό όργανο για τον δικό του θάνατο.4
Τα θεσμικά μας θεμέλια μπορούν επίσης να υπονομευθούν με έναν άλλο τρόπο, όταν ο νόμος δεν ανατρέπεται αλλά είναι άγνωστος. «Είναι βασανιστικό», έγραψε ο Κάφκα, «να κυβερνάται κανείς από νόμους τους οποίους δε γνωρίζει», γιατί αυτός που δεν γνωρίζει τους νόμους είναι παραδομένος στην αυθαιρεσία της εξουσίας και των εκπροσώπων της, πραγματικών ή υποτιθέμενων5. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί δικαιολογημένα αν αυτοί οι νόμοι υπάρχουν πραγματικά ή αν εκφράζουν απλώς την ιδιοτροπία των κυβερνώντων. Αυτή είναι η εμπειρία των ολοκληρωτικών συστημάτων, τα αποθέματα των οποίων αποκαλύπτει το έργο του Κάφκα. Σε ένα κράτος δικαίου, ακόμη και σε μια αυτοκρατορία όπως η Αυστροουγγαρία, είναι ακόμη δυνατό να επικαλεστεί κανείς την υποστήριξη του νόμου για να περιορίσει την εξόντωση των αδυνάτων από τους ισχυρούς. Έτσι, ο Κάφκα αφιέρωσε την επαγγελματική του ζωή στη σύνταξη νομικών εγγράφων για την καλύτερη δυνατή προστατευτική χρήση του αυστροουγγρικού νόμου για τα εργατικά ατυχήματα. Κάθε γνωστός νόμος που αφήνει τον εαυτό του ανοιχτό στην ερμηνεία αποτελεί έτσι πηγή ελευθερίας.
Ο Κάφκα επεκτείνει αυτή την ελευθερία ερμηνείας στους αναγνώστες του σαν σωσίβιο για να κρατήσει τη λογική στην επιφάνεια μέσα στο σύμπαν των ιστοριών του. Κάθε αναγνώστης μπορεί να βρει ένα νέο νόημα σε αυτές, αλλά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εξαντλεί το νόημά τους. Αυτή η αφθονία είναι ξένη προς την ολοκληρωτική τάξη πραγμάτων, η οποία στοχεύει να αδειάσει τις πηγές ερμηνείας, να εμποδίσει οποιονδήποτε να προσφύγει στον νόμο προκειμένου να επιβεβαιώσει τη δική του υποκειμενικότητα. Ένα τέτοιο καθεστώς βυθίζει τους πολίτες του σε έναν κόσμο παραλογισμού, όπου η επιβίωσή τους εξαρτάται από τις μεταβαλλόμενες συμμαχίες των αρχών στις οποίες προσβλέπουν για προστασία, ενώ εκτίθενται στη χειραγώγηση. Ο Κάφκα μας κάνει να ζήσουμε αυτή τη βουτιά, ενώ ταυτόχρονα κινητοποιεί την ελευθερία μας ως αναγνώστες-ερμηνευτές. Μας δίνει ταυτόχρονα το δηλητήριο και το αντίδοτό του, υπενθυμίζοντάς μας την αναπόσπαστη πτυχή της ανθρωπότητας που στον καθένα μας αντιστέκεται στον ντετερμινισμό.
Έτσι, στη «Σωφρονιστική αποικία»6, ο νόμος εφαρμόζεται από μια «μηχανή» η οποία, κατά τη διάρκεια δώδεκα ωρών, χαράζει το κείμενο του άγνωστου νόμου στη σάρκα του καταδικασμένου, ο οποίος βιώνει την έκσταση της αποκρυπτογράφησης του νοήματός του τις τελευταίες ώρες των βασανιστηρίων του. Ο δικαστής, ο οποίος είναι επίσης ο αξιωματικός και εκτελεστής, καταλήγει να πάρει τη θέση του θύματος, ελπίζοντας να πείσει τον μορφωμένο ξένο (δικηγόρο;) για την τελειότητα της μηχανής – και, ίσως, να χαρεί που επιτέλους καταλαβαίνει και ο ίδιος τον νόμο. Όμως η μηχανή ματαιώνει τη θέλησή του, αφηνιάζει και τον σκοτώνει, χωρίς να του επιτρέψει αυτή τη διαύγεια. Ο αναγνώστης βρίσκει σε αυτή την ιστορία όχι μόνο το υλικό για πολυάριθμες ερμηνείες, αλλά και τα εφόδια για κριτική σκέψη που μπορεί να εφαρμοστεί σε πολλαπλά ερωτήματα. Κριτική της κατάρρευσης της νομιμότητας στη δολοφονική επίθεση των βιομηχανικών δυνάμεων, αν θυμηθούμε ότι το κείμενο γράφτηκε δύο μήνες μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κριτική της εγγραφής του θρησκευτικού νόμου στη σάρκα εκείνων που δεν γνωρίζουν τίποτα γι’ αυτόν, αν –θέτοντας την ιστορία δίπλα σε ορισμένες σελίδες του ημερολογίου του Κάφκα– την διαβάσουμε ως μεταφορά της περιτομής. Κριτική του ίδιου του νόμου, αν δούμε στην ατσάλινη αιχμή που διαπερνά το μέτωπο του αξιωματικού μια υπενθύμιση των «κέρατων» του Μωυσή7 όταν επέστρεφε, φορτωμένος με τις πλάκες του νόμου, χωρίς –όπως έγραφε αλλού ο Κάφκα– «να έχει μάθει τίποτα για τα αποφασιστικά πράγματα». Ή πάλι, κριτική της «επιστημονικής διαχείρισης» της εργασίας, που θέτει τους εργάτες υπό τη θανατηφόρα κυριαρχία των μηχανών, αν σκεφτεί κανείς την επαγγελματική εμπειρία του Κάφκα, που τον έφερνε καθημερινά αντιμέτωπο με τον θάνατο και τον ακρωτηριασμό των εργαζομένων σε εργοστάσια.
Όπως συμβαίνει συχνά, το έργο τέχνης προοιωνίζεται ιδέες που δεν θα υλοποιούνταν στην κοινωνία παρά μόνο πολλά χρόνια αργότερα. Όταν η μηχανή της Σωφρονιστικής Αποικίας χαλάει, ξεφεύγει από τους οδοντωτούς τροχούς που μοιάζουν τόσο πολύ με εκείνους που θα παγίδευαν αργότερα τον Τσάρλι Τσάπλιν στους Μοντέρνους Καιρούς (1936)· και είναι κι αυτή σχεδιασμένη να ταΐζει τους καταδικασμένους, χωρίς να καθυστερεί την εκτέλεση... Καλύτερα, μπορεί να προγραμματιστεί, χρησιμοποιώντας μια κωδικοποιημένη γλώσσα που δεν μπορεί να διαβαστεί από τους κοινούς θνητούς, αλλά που μπορεί να χαράξει τη σάρκα τους και να τρυπήσει το νου τους. Ο Κάφκα έκανε έτσι ορατό στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα το επιπλέον βήμα της αποανθρωποποίησης που σήμερα επιτρέπει την «τεχνητή νοημοσύνη», με την οποία η μηχανή γίνεται έδρα της σκέψης και οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως προγραμματιζόμενα αντικείμενα.
Έχοντας ενταχθεί με αυτές τις λίγες γραμμές στο αναρίθμητο πλήθος των γλωσσογράφων του Κάφκα, μάσησα κι εγώ με τη σειρά μου ό,τι μάσησαν χιλιάδες στόματα πριν από μένα και προσπάθησα να μεταδώσω τη γεύση αυτής της διατροφής, γνωστής στους νομικούς. Εκφράσεις μιας κυρίαρχης ελευθερίας, τα γραπτά του Κάφκα έχουν εκείνο το κύρος που μοιάζει να απαιτεί επεξηγήσεις. Στις τελευταίες σελίδες της Δίκης, ο ιερέας λέει στον Γιόζεφ Κ.: «Η Γραφή είναι αμετάβλητη και οι ερμηνείες είναι συχνά απλώς η έκφραση της απόγνωσης που νιώθουν οι σχολιαστές.»8 Η ανάγνωση του έργου του Κάφκα σε ωθεί να υποστηρίξεις την αντίθετη άποψη: μόνο η ερμηνεία του μας επιτρέπει να ανυψωθούμε πάνω από την απελπισία που το διαπνέει και να μοιραστούμε την αποφασιστικότητα του συγγραφέα του να καταγγείλει κάθε μορφή αδικίας.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Alain Supiot, “An Artist of the Law”, New Left Review, τεύχος 119, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος 2019, https://newleftreview.org/issues/ii119/articles/alain-supiot-an-artist-of-the-law
Σημειώσεις
1 Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε Supiot, “Grandeur and Misery of the Social State”, New Left Review, τεύχος 82, Ιούλιος-Αύγουστος 2013.
2 “Letter to His Father”, στο Wedding Preparations in the Country and Other Stories, Λονδίνο 1978, σελ. 63 [Σ.τ.Μ.: Κάφκα Φραντς, Γράμμα στον πατέρα, Νεφέλη, Αθήνα 1996, μετάφραση Φαίδων Καλαμαράς, σσ. 67, 68: «Σπούδασα, λοιπόν νομικά. Αυτό σημαίνει ότι λίγους μήνες πριν τις εξετάσεις, εξαντλώντας σοβαρά τα νεύρα μου, τρεφόμουν πνευματικά με πίτουρα, που επιπλέον χιλιάδες άλλα στόματα είχαν ήδη μασήσει για μένα. Αλλά από μια άποψη αυτό μου άρεσε, […] όλα αυτά ταίριαζαν τέλεια με την ψυχική μου κατάσταση.»].
3 “The Bridge”, στο Nahum N. Glatzer, επιμέλεια, The Complete Short Stories of Franz Kafka, Λονδίνο 1999, σελ. 412. Τροποποιημένη μετάφραση [Σ.τ.Μ.: Κάφκα Φραντς, «Η γέφυρα», στο Κάφκα Φραντς, Η σιωπή των Σειρήνων και άλλα διηγήματα, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1986, μετάφραση Γιώργος Κώνστας, σελ. 52. Επίσης: Κάφκα Φραντς, Στο υπερώοο και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα 1987, μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου, σελ. 55 Σε αυτό και στα υπόλοιπα παραθέματα μεταφράζουμε από τα αγγλικά και δεν χρησιμοποιούμε τις ελληνικές μεταφράσεις που αναφέρουμε].
4 “The Judgement”, στο The Complete Short Stories of Franz Kafka, σελ. 87. Τροποποιημένη μετάφραση [Σ.τ.Μ.: Κάφκα Φραντς, «Η κρίση», στο Κάφκα Φραντς, Η μεταμόρφωση, Γράμματα, Αθήνα 1982, μετάφραση Κώστας Προκοπίου, σελ. 81].
5 “The Problem of Our Laws”, στο The Complete Short Stories of Franz Kafka, σελ. 437. Μετάφραση τροποποιημένη [Σ.τ.Μ.: στα ελληνικά έχει μεταφραστεί με διαφορετικό τίτλο: Κάφκα Φραντς, «Ερευνώντας τους Νόμους», στο Κάφκα Φραντς, Η σιωπή των Σειρήνων και άλλα διηγήματα, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1986, μετάφραση Γιώργος Κώνστας, σελ. 18].
6 [Σ.τ.Μ.:] Στα ελληνικά ο τίτλος έχει αποδοθεί με διάφορες παραλλαγές. Ενδεικτικά: Κάφκα Φραντς, Στη Σωφρονιστική Αποικία, Κίχλη, Αθήνα 2017, μετάφραση Βασίλης Τσαλής. Επίσης: Κάφκα Φραντς, «Στην Αποικία των Καταδίκων», στο Κάφκα Φραντς, Μεταμόρφωση, ό.π., σελ. 112. Ο τίτλος του διηγήματος στα γερμανικά είναι: „In der Strafkolonie“, Wikisource, https://de.wikisource.org/wiki/In_der_Strafkolonie.
7 [Σ.τ.Μ.:] Κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οι καλλιτέχνες συχνά αναπαριστούσαν τον Μωυσή με… κέρατα (όπως το πασίγνωστο γλυπτό του Μιχαήλ Άγγελου). Τα κέρατα αυτά προήλθαν από ένα μεταφραστικό λάθος της Αγίας Γραφής στα λατινικά. Ενώ το εβραϊκό κείμενο γράφει ότι όταν ο Μωυσής κατέβηκε από το όρος Σινά το πρόσωπό του ακτινοβολούσε (Έξοδος, ΛΔ΄ 29, 30 και 35), στα λατινικά, οι ακτίνες μεταφράστηκαν ως… κέρατα.
8 [Σ.τ.Μ.:] Δύο διαφορετικές αποδόσεις αυτής της φράσης στα ελληνικά: «Οι γραφές είναι αμετάβλητες και πολύ συχνά τα σχόλια εκφράζουν μόνο την αμηχανία των σχολιαστών», Κάφκα Φραντς, Η Δίκη, Ηριδανός, Αθήνα χ.χ.έ., μετάφραση Αλέξανδρος Κοτζιάς σελ. 191. «Το κείμενο μένει πάντα το ίδιο και πολύ συχνά οι αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες φανερώνουν απλώς την απόγνωση του σχολιαστή», Κάφκα Φραντς, Η Δίκη, Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2006, μετάφραση Γιάννης Βαλούρδος, σελ. 203 (αναδημοσίευση της πρώτης έκδοσης: Γράμματα, Αθήνα 1991).
