Τετάρτη, 03 Αυγούστου 2022 10:17

«Μέχρι το τέλος του κόσμου»: Η ημιτελής επανάσταση της Μιανμάρ

 

 

 

Robert Narai

 

 

«Μέχρι το τέλος του κόσμου»: Η ημιτελής επανάσταση της Μιανμάρ

 

 

 

Η ιστορία γράφεται με το αίμα μας

Επανάσταση!

Εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους στον αγώνα για τη δημοκρατία

Η χώρα μας είναι ένας τόπος φτιαγμένος από μάρτυρες.

Δεν θα είμαστε ικανοποιημένοι μέχρι το τέλος του κόσμου.

«Καμπάρ Μα Κιάι Μπου» («Μέχρι το τέλος του κόσμου»)1

 

 

Το άρθρο αυτό είναι μια πρώτη περιγραφή μιας ημιτελούς επανάστασης. Είναι μια προσπάθεια να διερευνηθούν οι συνέπειες του μεγάλου κύματος απεργιών και διαδηλώσεων που ξέσπασε ως απάντηση στο πραξικόπημα του Ανώτερου Στρατηγού Μιν Άουνγκ Χλάινγκ και οι συνέπειες της ένοπλης σύγκρουσης που έχει καλύψει μεγάλα τμήματα της χώρας.2

Υπάρχουν δύο έννοιες υπό τις οποίες αυτή η επανάσταση παραμένει ημιτελής: ότι οι δυνάμεις που αντιτίθενται στη χούντα απέχουν πολύ από το να εξαντληθούν (αν και ο δρόμος που πολλοί ακολουθούν τώρα είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον που άνοιξε η εξέγερση του Φεβρουαρίου)· και ότι οι υλικές ανησυχίες που κινητοποίησαν την αρχική εξέγερση δεν μπορούν να επιλυθούν αν η επαναστατική διαδικασία δεν «εξελιχθεί» σε επίθεση εναντίον ολόκληρης της άρχουσας τάξης της Βιρμανίας.3

Οι κοινωνικές δυνάμεις και προσδοκίες που απελευθερώθηκαν στην αρχική εξέγερση συμπυκνώνονται σε αυτή την περιγραφή της γενικής απεργίας της 22ας Φεβρουαρίου από έναν ναυτικό στη Γιανγκόν:

«Υπάρχουν αντιπροσωπείες εργαζομένων παντού: ναυτικοί όπως εγώ, αλλά και νοσηλευτές, μηχανικοί, εργάτες εργοστασίων, δάσκαλοι, υπάλληλοι τραπεζών, δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές. Οι νοσηλευτές και οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι οι πραγματικοί ήρωες της δημοκρατίας, αφού είναι αυτοί που ξεκίνησαν το ΚΠΑ [Κίνημα Πολιτικής Ανυπακοής / CDM – Civil Disobedience Movement]. Αλλά τώρα όλοι συμμετέχουν στο ΚΠΑ. Ακόμα και τώρα οι εργάτες οικοδομών εγκαταλείπουν τα εργοτάξια στο κέντρο της Γιανγκόν για να συμμετάσχουν, καθώς τα πλήθη συγκεντρώνονται και μεγαλώνουν. Όλοι χειροκροτούν, ζητωκραυγάζουν και τραγουδούν όταν βλέπουν τη θέα των σιδηροδρομικών να παρελαύνουν στα μπλοκ τους. Όλοι στην πόλη γνωρίζουν ότι ΟΛΟΙ οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους έκαναν ΚΠΑ... Εκείνη τη μέρα, ένιωσα ότι κάθε εργοστάσιο, κάθε χώρος εργασίας, κάθε δήμος στη Γιανγκόν εκπροσωπήθηκε...

Οι άνθρωποι δεν ήταν πια οι ίδιοι. Κάτι είχε αλλάξει μέσα τους, κάτι είχε αλλάξει στις ψυχές τους... Εντελώς άγνωστοι συμπεριφέρονται σαν να γνωρίζονται μια ζωή. Όλοι βγάζουν λόγους παντού. Κάθε γωνιά του δρόμου έχει μετατραπεί σε κοινοβούλιο. Φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της Γιανγκόν με τα πτυχία τους και τις γνώσεις τους συζητούν πολιτικά με εργάτες εργοστασίων στις γωνίες των δρόμων. Αλλά το κάνουν ως ίσοι, σαν να μετράει πραγματικά η γνώμη του καθενός και να γίνεται σεβαστή…

Υπάρχει επίσης το μεγάλο ξεκαθάρισμα του λογαριασμού για τις αμαρτίες του παρελθόντος, όπως αυτό που συνέβη στους Ροχίνγκια και σε άλλες εθνοτικές ομάδες που διώχθηκαν από τον στρατό... Αν η ιστορία πρόκειται να με θυμάται για κάτι, είναι ότι λυπάμαι που δεν υπερασπίστηκα τους Ροχίνγκια όταν εκδιώχθηκαν από τη χώρα μας και δολοφονήθηκαν κατά δεκάδες χιλιάδες... Η επανάσταση πρέπει να αποδώσει δικαιοσύνη για αυτούς τους ανθρώπους και να καθαρίσει τη χώρα μας από αυτές τις αμαρτίες του παρελθόντος που διαπράχθηκαν στο όνομά μας.

Ωστόσο, υπάρχει ένα πράγμα που θυμάμαι πολύ έντονα εκείνη την ημέρα. Κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ μέχρι την ημέρα που θα πεθάνω. Ήταν το θέαμα αυτών των μεροκαματιάρηδων που έφταναν στο κέντρο της Γιανγκόν. Αυτοί οι εργάτες είναι πολύ, πολύ φτωχοί... Αν σταματήσουν να δουλεύουν, μπορεί να μην μπορούν να φάνε την επόμενη μέρα. Αλλά ομάδες από αυτούς έχουν βάλει όλες τις οικονομίες τους και έχουν νοικιάσει φορτηγά... Και οδηγούν στη Γιανγκόν από τις φτωχές κωμοπόλεις με επαναστατικά τραγούδια να ακούγονται από τα παράθυρα του φορτηγού. Άνθρωποι κρέμονται έξω από τα φορτηγά και φωνάζουν ότι όλοι πρέπει να συμμετάσχουν στην επανάσταση. Και όταν τους βλέπω εκεί στους δρόμους της Γιανγκόν, σκέφτομαι: πόσο γενναίοι και ηρωικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι! Αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα, που υποφέρουν τόσο πολύ. Αν αυτοί μπορούν να το κάνουν, μπορεί να το κάνει ο καθένας!

Και όλοι μας φωνάζουμε: “ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ! Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ!”».4

Παρακάτω θα σκιαγραφηθεί η πορεία της επαναστατικής διαδικασίας από τον Φεβρουάριο και μετά, προκειμένου να δοθεί μια εικόνα των προκλήσεων για τις δυνάμεις που αντιτίθενται στη χούντα του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ. Θα κάνω μια σειρά από επισημάνσεις: ότι η εργατική τάξη ήταν ο κινητήριος μοχλός του επαναστατικού αγώνα κατά τους πρώτους μήνες της εξέγερσης και τράβηξε πίσω της άλλα καταπιεσμένα στρώματα (μικροκαλλιεργητές και εθνικές μειονότητες) ότι η άρχουσα τάξη της Βιρμανίας δεν είναι απλώς οι στρατηγοί στην εξουσία και οι πολυεθνικές εταιρείες τους, αλλά ένα ευρύτερο συνονθύλευμα που περιλαμβάνει το κρατικό κεφάλαιο της Βιρμανίας, «διπαλεκόμενους» και περιφερειακούς καπιταλιστές ότι η πτέρυγα της άρχουσας τάξης που ανατράπηκε με το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου χρησιμοποιεί τον ένοπλο αγώνα κατά της χούντας για να μετατρέψει την επαναστατική διαδικασία σε μια μορφή καπιταλιστικής αποκατάστασης από τα πάνω ότι η αδυναμία του απεργιακού κύματος του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου να ανατρέψει το καθεστώς οφειλόταν στην απουσία μιας πολιτικής ηγεσίας που θα μπορούσε να επεκτείνει το απεργιακό κίνημα σε ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης, να μετατρέψει το κίνημα σε αγώνα για τον έλεγχο της παραγωγής και να προωθήσει εκτεταμένες ανταρσίες στις ένοπλες δυνάμεις και ότι το βασικό καθήκον για τους επαναστάτες στη Μιανμάρ σήμερα πρέπει να είναι να αρχίσουν να θέτουν τα θεμέλια για μια επαναστατική μαρξιστική οργάνωση που θα μπορεί να συσπειρώσει τους πιο προχωρημένους εργάτες σε μια μαχητική δύναμη ικανή να καθοδηγήσει τη μάζα των εργατών και να τραβήξει πίσω της τις ευρύτερες μάζες (μικροκαλλιεργητές και εθνοτικές μειονότητες) σε μια επανάσταση που θα ανατρέψει όχι μόνο τη στρατιωτική εξουσία αλλά ολόκληρη την άρχουσα τάξη της Βιρμανίας.

 

Από την πολιτική ανυπακοή στον ένοπλο αγώνα

Απεργίες και διαδηλώσεις κατέκλυσαν τη Μιανμάρ μετά τη σύλληψη της Κρατικής Συμβούλου Άουνγκ Σαν Σου Κιι από τον Τατμαντό και την ανατροπή της νεοεκλεγμένης κυβέρνησης του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία (ΕΣΔ / NLD – National League for Democracy) την 1η Φεβρουαρίου 2021, εγκαθιστώντας τον Ανώτερο Στρατηγό Μιν Άουνγκ Χλαίνγκ επικεφαλής του Συμβουλίου Διοίκησης του Κράτους (ΣΔΚ / SAC – State Administration Council).

Ξεκινώντας με μικρές πράξεις ανυπακοής, όπως το χτύπημα κατσαρόλων και τηγανιών στο κέντρο της Γιανγκόν –μια συνηθισμένη οικιακή παράδοση στη Μιανμάρ για την απομάκρυνση των «κακών πνευμάτων»– το κάλεσμα για ένα κίνημα πολιτικής ανυπακοής (ΚΠΑ) κατά του ΣΔΚ που ξεκίνησαν οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας και οι δημόσιοι υπάλληλοι, ακολουθούμενο από διαδηλώσεις των εργατών ένδυσης στο κέντρο της Γιανγκόν στις 6 Φεβρουαρίου, λειτούργησε ως ο κοινωνικός πυροκροτητής για ένα κίνημα σε ολόκληρη τη χώρα που αντιτίθεται στη χούντα. Οι απεργίες παρέλυσαν ολόκληρες βιομηχανίες, ενώ μάζες ανθρώπων κατέβηκαν στους δρόμους σχεδόν σε κάθε γωνιά της χώρας, με αποκορύφωμα τη γενική απεργία της 22ας Φεβρουαρίου, κατά την οποία περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν σε όλη τη Μιανμάρ και πολλά εκατομμύρια άλλοι συμμετείχαν σε στάσεις εργασίας.

Σε απάντηση, ο Τατμαντό εξαπέλυσε μια θύελλα βίας –συμπεριλαμβανομένων δακρυγόνων, κανονιών νερού, διακοπής τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρικού ρεύματος, απαγόρευσης κυκλοφορίας και μαζικών συλλήψεων– σε μια προσπάθεια να εκφοβίσει τους διαδηλωτές και να συλλάβει τους ηγέτες της απεργίας. Σύμφωνα με την Ένωση Αρωγής Πολιτικών Κρατουμένων, περισσότεροι από 2.100 άνθρωποι είχαν συλληφθεί και περισσότεροι από 200 είχαν σκοτωθεί μέχρι τις αρχές Μαρτίου.

Η κλίμακα της καταστολής επηρέασε την αντίσταση στη χούντα, με τις μεγάλες διαδηλώσεις στους δρόμους και τις υπαίθριες συνελεύσεις που κυριαρχούσαν τις πρώτες εβδομάδες της εξέγερσης να αντικαθίστανται από έντονες οδομαχίες, ενώ στις αγροτικές περιοχές οι ένοπλες οργανώσεις των εθνοτήτων (ΕΟΕ / EAO – Ethnic Armed Organisations) άρχισαν να προστατεύουν τους διαδηλωτές από τις δυνάμεις ασφαλείας και να πραγματοποιούν επιθέσεις σε στρατιωτικές βάσεις. Στις εργατικές συνοικίες οι διαδηλωτές και οι απεργοί εργάτες κατασκεύασαν οδοφράγματα από κάδους απορριμμάτων, καρότσια, ελαστικά και συρματοπλέγματα, ενώ οι μεγάλοι δρόμοι στις πόλεις αποκλείστηκαν μόνιμα. Σε σκηνές που θύμιζαν την εξέγερση του Χονγκ Κονγκ το 2019, οι διαδηλωτές εξοπλίστηκαν με κράνη, μάσκες αερίων και αυτοσχέδιες ασπίδες για να προστατευτούν κατά τη διάρκεια των οδομαχιών.

Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή Εκπροσώπησης στο Πιινταουνγκσού Χλουττό (ΕΕΠΧ / CRPH – Committee Representing the Pyidaungsu Hluttaw)5 –μια ομάδα βουλευτών που προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τον ΕΣΔ– ανακοίνωσε τον σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ / NUG – National Unity Government). Η ΚΕΕ δημοσίευσε έναν καταστατικό χάρτη για την αναθεώρηση του συντάγματος της χώρας, στον οποίο υποσχέθηκε να κατοχυρώσει τα δικαιώματα όλων των εθνοτικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των απάτριδων Ροχίνγκια, και να δημιουργήσει έναν ομοσπονδιακό ενωτικό στρατό με βάση τις προϋπάρχουσες ΕΟΕ.

Η επαναστατική διαδικασία έφτασε σε νέο σημείο καμπής στις 8 Μαρτίου, όταν ένας συνασπισμός συνδικάτων ξεκίνησε γενική απεργία διαρκείας με στόχο την ανατροπή της χούντας. Πριν από τη γενική απεργία, πραγματοποιήθηκαν μερικές από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις μετά τις 22 Φεβρουαρίου σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων μαζικών καθιστικών διαμαρτυριών που αψήφησαν τη νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας και μαζικών συγκεντρώσεων εργατών ένδυσης στις βιομηχανικές συνοικίες της Γιανγκόν. Σύμφωνα με τη Συνομοσπονδία Συνδικάτων της Μιανμάρ (ΣΣΜ / CTUM – Confederation of Trade Unions Myanmar), μεγάλα τμήματα της οικονομίας παρέλυσαν εντελώς από τη γενική απεργία, συμπεριλαμβανομένων τραπεζών, ναυπηγείων, μεταφορών, σιδηροδρόμων, μεγάλων εργοστασίων, αγροκτημάτων μεγάλης κλίμακας, διυλιστηρίων πετρελαίου, ορυχείων, νοσοκομείων, σχολείων και εμπορικών κέντρων. Σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, είχε σταματήσει κάθε εξόρυξη καυσίμων και τα αποθέματα καυσίμων και ενέργειας της χώρας μειώνονταν.

Η απάντηση του Τατμαντό ήταν να κινητοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις που διέθετε για να συντρίψει το μαζικό κίνημα με ένα κύμα αντεπαναστατικής τρομοκρατίας: οι μαζικές εξώσεις των εργαζομένων του κρατικού τομέα από τις κρατικές κατοικίες συνδυάστηκαν με σφαγές σε όλη τη χώρα. Ένα περιστατικό, γνωστό ως μάχη του Χλάινγκ Θαριάρ, αφορούσε μια τετραήμερη αναμέτρηση εργατών και φοιτητών εναντίον των ενόπλων δυνάμεων, η οποία στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 60 διαδηλωτές σε μια εργατική συνοικία της Γιανγκόν.

Έκτοτε, η ύπαιθρος έχει γίνει ο βασικός τόπος των συγκρούσεων. Δεκάδες χιλιάδες νέοι και εργάτες από τις πόλεις αναζήτησαν ασφάλεια στις ελεγχόμενες από τις εθνοτικές ομάδες παραμεθόριες περιοχές, εκπαιδεύτηκαν σε αντάρτικα και σχημάτισαν διάφορες ένοπλες ομάδες υπό τη σημαία των «Δυνάμεων Λαϊκής Άμυνας» (ΔΛΑ / PDF – People’s Defence Forces). Αυτές οι ομάδες συγκρούονται τώρα με τον Τατμαντό σε τμήματα των πολιτειών Τσιν, Σαν, Καρέν και Κατσίν, σε όλη την περιοχή Σαγκάινγκ και σε όλο το Δέλτα του Ιραουάντι. Η αντίσταση στις πόλεις συνεχίζεται με την πιο περιορισμένη μορφή στοχευμένων δολοφονιών στρατιωτικού προσωπικού και των πληροφοριοδοτών τους, ενώ οι καθημερινές αιφνιδιαστικές διαδηλώσεις συνεχίζονται στις μεγάλες πόλεις και τις κωμοπόλεις. Υπολογίζεται ότι μέχρι και 4.000 στρατιώτες και αστυνομικοί έχουν σκοτωθεί από τις ΔΛΑ, ενώ 8.000 έχουν αυτομολήσει στην αντιπολίτευση (2.000 στρατιώτες και 6.000 αστυνομικοί).6

Εν τω μεταξύ, οι οικονομικές επιπτώσεις του πραξικοπήματος έχουν επιφέρει καταστροφικά πλήγματα στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, με εκτιμώμενες απώλειες 1,2 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας το πρώτο εξάμηνο του 2021 και προβλέψεις ότι σχεδόν ο μισός πληθυσμός θα ζει κάτω από το όριο της φτώχειας το 2022.7 Αυτό συνδυάστηκε με ένα καταστροφικό τρίτο κύμα COVID-19, που ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου και στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 16.000 ανθρώπους.8 Επίσης, ο επίσημος απολογισμός των νεκρών που σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας μετά το πραξικόπημα ανέρχεται σήμερα σε περισσότερους από 1.400 και πάνω από 8.000 έχουν συλληφθεί. Οι συνέπειες αυτών των καταστροφικών χτυπημάτων στην προθυμία της εργατικής τάξης και των φτωχών να συνεχίσουν να αντιστέκονται στο καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ δεν είναι σαφείς.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι μετά την ήττα της εκτεταμένης γενικής απεργίας, η ΚΕΕ μπόρεσε να επιβληθεί ως η de facto πολιτική ηγεσία των δυνάμεων κατά του πραξικοπήματος. Έχει προωθήσει την παρέμβαση περιφερειακών δυνάμεων, κυρώσεις σε επιχειρήσεις που ελέγχονται από τον στρατό και την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση του αγώνα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η ΚΕΕ κήρυξε επίσημα «λαϊκό επαναστατικό πόλεμο» κατά του καθεστώτος του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ. Όμως η κήρυξη του πολέμου απλώς επισημοποίησε την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε επί του πεδίου εδώ και αρκετούς μήνες, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να βρίσκονται ήδη στα όπλα και να πολεμούν το καθεστώς. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σημαντικά τμήματα της υπαίθρου όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις αντίστασης (πολιτείες Τσιν, Σαν, Καρέν, Κατσίν και η περιοχή Σαγκάινγκ) μετατρέπονται σε φλεγόμενα ερείπια από την εκστρατεία του Τατμαντό κατά των εξεγέρσεων, ενώ οι βομβιστικές επιθέσεις και οι στοχευμένες δολοφονίες στρατιωτικού προσωπικού αποτελούν σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό του αστικού τοπίου της Μιανμάρ.

 

Ο κινητήρας της επανάστασης

Το σημερινό αδιέξοδο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις ελπίδες και τα όνειρα του Φεβρουαρίου. Και οι προσωπικότητες που τώρα διεκδικούν την de facto πολιτική ηγεσία των δημοκρατικών δυνάμεων –η ΚΕΕ– δεν θα μπορούσαν να είναι πιο μακριά από τους εργάτες, τους φοιτητές, τους φτωχούς των πόλεων και της υπαίθρου και τις εθνικές μειονότητες που ηγήθηκαν του μαζικού αγώνα κατά του πραξικοπήματος τους πρώτους μήνες της εξέγερσης. Πράγματι, η αρχική πηγή δύναμης της εξέγερσης δεν ήταν μόνο η ικανότητά της να κινητοποιείται στους δρόμους, αλλά και στους χώρους εργασίας.

Είναι η εργατική τάξη της Μιανμάρ ικανή να ηγηθεί μιας επανάστασης κατά του καθεστώτος του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ; Οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι η εργατική τάξη έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να αμφισβητήσει την άρχουσα τάξη επειδή δημιουργεί όλο τον πλούτο στην κοινωνία και εκτελεί την εργασία που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία της κοινωνίας. Στη Μιανμάρ, η εικόνα αυτή έχει περιπλεχθεί από δεκαετίες δικτατορίας, πολέμου και από τις συνδυασμένες και ανισόμερες μορφές μέσω των οποίων η χώρα έχει ενσωματωθεί στα διεθνή κυκλώματα συσσώρευσης κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα ήταν η εκτεταμένη αρπαγή της γης στις αγροτικές περιοχές, η οποία στήριξε έναν χαμηλόμισθο άτυπο τομέα (84% του εργατικού δυναμικού) στα ταχέως αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα.9 Έχει δημιουργήσει μια εργατική τάξη που είναι συνδυασμένη και ανισόμερη σε χαρακτήρα. Οι εργάτες και οι φτωχοί αποτελούν την πλειοψηφία, αλλά οι εργαζόμενοι σε επίσημες θέσεις εργασίας αποτελούν μειοψηφία. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι εξακολουθούν να διατηρούν μια σύνδεση με την ύπαιθρο μέσω της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα ή της ιδιοκτησίας πάνω σε μικρά οικόπεδα υπό τη συνεχή απειλή της απαλλοτρίωσης. Τέλος, οι στρατιωτικοποιημένες συγκρούσεις στις παραμεθόριες περιοχές έχουν εδραιώσει τις εθνοτικές διαιρέσεις που έχουν φέρει αντιμέτωπο το κέντρο όπου πλειοψηφούν οι Μπαμάρ με τις εθνοτικές μειονότητες στην περιφέρεια (30-40% του πληθυσμού που καταλαμβάνουν περίπου το 60% της συνολικής έκτασης της Μιανμάρ). Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σημεία στην οικονομία της Μιανμάρ όπου οι συγκεντρώσεις εργαζομένων είναι προικισμένες με τεράστια δυνητική δύναμη, όπως οι τομείς της ενέργειας, της εξόρυξης, των εξαγωγών και των μεταφορών, καθώς και στις βασικές ανάγκες της ζωής που ούτε οι πολιτικές διοικήσεις ούτε οι προηγούμενες δικτατορίες ήταν σε θέση να παράσχουν στην πλειονότητα του λαού.

Η πορεία της κινητοποίησης της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου δείχνει επίσης ότι είναι δυνατόν να οικοδομηθεί ενότητα στη συλλογική δράση μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, μεταξύ εκείνων που εργάζονται στον «επίσημο» τομέα (με υψηλότερους μισθούς ή επίπεδα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάστασης) και εκείνων που είναι περιθωριοποιημένοι και κοινωνικά αποκλεισμένοι, καθώς και μεταξύ του κέντρου των Μπαμάρ και της εθνοτικής περιφέρειας που ιστορικά έχουν βρεθεί αντιμέτωπες μεταξύ τους. Είναι επίσης σημαντικό ότι τα τμήματα της εργατικής τάξης που έχουν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις γυναικών (νοσηλεύτριες και εργαζόμενες στην ένδυση) έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην καθοδήγηση άλλων εργαζομένων στον αγώνα, καταρρίπτοντας τα σεξιστικά στερεότυπα που βλέπουν τις γυναίκες ως παθητικές και υποταγμένες.

Το ενοποιητικό χαρακτηριστικό αυτών των συνδυασμένων και ανισόμερων μορφών συνείδησης ήταν μια υπεράσπιση της δημοκρατίας που ξεπερνούσε την απλή επαναφορά της εκλεγμένης κυβέρνησης ήταν μια προσπάθεια να υπερασπιστούν, και μερικές φορές να επεκτείνουν, τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης μαζί με εκείνα των φτωχών των πόλεων και της υπαίθρου ενάντια στις επιθέσεις της άμεσης στρατιωτικής κυριαρχίας.

Οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης αποτέλεσαν την αρχική σπίθα της αντίστασης. Είχαν επωμιστεί το βάρος του θλιβερά ανεπαρκούς συστήματος υγειονομικής περίθαλψης της Μιανμάρ κατά τη διάρκεια της πανδημίας. «Τα νοσοκομεία είχαν ήδη κατακλυστεί πλήρως από τον COVID-19 πριν από το πραξικόπημα», εξήγησε μια απεργός νοσοκόμα από το Νοσοκομείο Εργαζομένων της Γιανγκόν. «Γνωρίζαμε ότι αυτή η κατάσταση θα γίνει πολύ, πολύ χειρότερη κάτω από ακόμη μια στρατιωτική δικτατορία».10

Σύντομα ακολούθησαν και οι εργαζόμενοι στον κρατικό τομέα: οι δάσκαλοι δεσμεύτηκαν να κρατήσουν τα σχολεία κλειστά όσο η χούντα παρέμενε στην εξουσία· οι εργαζόμενοι στη δημόσια διοίκηση παρέλυσαν ολόκληρα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας. Συνολικά, εκτιμάται ότι τα τρία τέταρτα των δημοσίων υπαλλήλων απεργούσαν κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου, συμπεριλαμβανομένου περίπου του 60% των εργαζομένων στην κρατική ηλεκτρική ενέργεια.11 Σε αυτούς προστέθηκαν και οι εργαζόμενοι στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, με ολόκληρο τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα να κλείνει στα μέσα Φεβρουαρίου.

Οι βιομηχανικοί εργάτες στον τομέα της ενέργειας και των φυσικών πόρων στο Νιάουνγκτον (δυτικά της Γιανγκόν) και στο Σίνγκου-Τσάουκ (κεντρική Μιανμάρ), ήταν από τους πρώτους που προσχώρησαν στο κάλεσμα για απεργία στις 5 Φεβρουαρίου. Σύντομα ακολούθησαν εκατοντάδες εργαζόμενοι στο ορυχείο χαλκού Κιισιντάουνγκ που ανήκει στον στρατό, μαζί με τους εργάτες γης στην κοντινή πόλη Μινμπού, οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην παραγωγή των γεωργικών προϊόντων που τρέφουν τον ντόπιο πληθυσμό.

Οι εργάτες ένδυσης από τις βιομηχανικές ζώνες της Γιανγκόν ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διόγκωση των αρχικών διαδηλώσεων στις 6 Φεβρουαρίου, οι οποίες στη συνέχεια εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Οι εργαζόμενοι αυτοί εκτελούν την εργασία που στηρίζει τον μεγαλύτερο εξαγωγικό τομέα της Μιανμάρ και μπορούν να διαταράξουν σοβαρά τη ροή των κερδών προς την άρχουσα τάξη. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι εργάτες της ένδυσης βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της συνδικαλιστικής οργάνωσης για περισσότερο από μια δεκαετία, γεγονός που τους προίκισε με μια αυτοπεποίθηση και μαχητικότητα που αποδείχθηκε καθοριστική κατά την πρώιμη αντίσταση στο πραξικόπημα. Πράγματι, ήταν οι ευρέως διαδεδομένες αναφορές για μαζικές συγκεντρώσεις των εργατών ένδυσης, τα βίντεο με εκατοντάδες γυναίκες να οργανώνουν καθιστικές διαμαρτυρίες χτυπώντας κατσαρόλες και τηγάνια στις αίθουσες φαγητού, και η θέα των εργατριών που βάδιζαν σε διαδηλώσεις στο κέντρο της Γιανγκόν, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να δώσουν αυτοπεποίθηση σε άλλα τμήματα της εργατικής τάξης να απεργήσουν.

Αφού αυτοί οι εργάτες ένδυσης σφετερίστηκαν προσωρινά την εξουσία του κεφαλαίου επί της εργασίας, ο απόηχος των απεργιών τους έγινε αισθητός στα εργοστάσια. «Πολλοί εργάτες επιστρέφουν στα εργοστάσια και πρέπει να παλέψουν με τους διευθυντές των εργοστασίων για να αποφύγουν τη στοχοποίηση για τη συμμετοχή τους στις απεργίες», εξήγησε ένας εργάτης ενδυμάτων από το Χλάινγκ Θαριάρ. «Αυτό οδηγούσε σε όλο και περισσότερες διαμαρτυρίες και απεργίες στους χώρους εργασίας ενάντια στη στοχοποίηση. Οι απεργίες ήταν σαν τον περιστρεφόμενο τροχό στις ραπτομηχανές μας – γυρνούσαν γύρω-γύρω».12

Αυτή η περιστρεφόμενη ρόδα ώθησε τους εργαζόμενους στον τομέα των εφοδιασμού σε απεργιακές κινητοποιήσεις. Οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους συμμετείχαν στις διαδηλώσεις της 6ης Φεβρουαρίου στο κέντρο της Γιανγκόν, συνεχίζοντας να κλείνουν ολόκληρο το σιδηροδρομικό δίκτυο τόσο της εμπορικής πρωτεύουσας όσο και της Μανταλέι καθ’ όλη τη διάρκεια της επόμενης εβδομάδας. Μαζί τους συντάχθηκαν και οι οδηγοί φορτηγών της Γιανγκόν, περίπου το 90% των οποίων απεργούσαν στα μέσα Φεβρουαρίου. Η δράση των οδηγών, πολλοί από τους οποίους συνδέονται με τα μεγάλα λιμάνια της Γιανγκόν, ώθησε τους ναυτικούς και τους εργαζόμενους στα ναυπηγεία στην απεργία. Είναι σημαντικό ότι οι εργαζόμενοι στα δύο μεγάλα λιμάνια της Γιανγκόν –τα τερματικά της Θιλάουα και της Γιανγκόν– οι οποίοι διαχειρίζονται το 90 τοις εκατό του θαλάσσιου φορτίου και το 70 τοις εκατό των συνολικών εμπορικών ροών της χώρας, ήταν από τους πρώτους που σταμάτησαν την εργασία τους. Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου υπήρχαν εκτεταμένες αναφορές για συσσωρευμένα εμπορευματοκιβώτια στα τερματικά. Ένας απεργός ναυτικός από τη Γιανγκόν δήλωσε αργότερα: «Ένα τμήμα εργαζομένων σταματά και όλοι οι τροχοί σταματούν να γυρίζουν».13

Οι γενικές απεργίες της 8ης, 15ης και 22ας Φεβρουαρίου ένωσαν όλα αυτά τα πρωτογενή στοιχεία της ταξικής δύναμης σε αυτό που ένας οδηγός τρένου περιέγραψε ως «κινητήρα» του επαναστατικού αγώνα.14 Με αυτό εννοούσε τη διαδικασία με την οποία κάθε γενική απεργία τραβούσε μεγαλύτερο αριθμό εργατών σε κεντρικές δράσεις, πριν τους διασκορπίσει πίσω στους χώρους εργασίας τους και από την οποία γεννιόντουσαν νέες μάχες.15 Αυτές οι μάχες περιλάμβαναν τους εργάτες ενδυμάτων που αναφέρθηκαν προηγουμένως ή τις διαδηλώσεις της 6ης Φεβρουαρίου που ώθησαν τους σιδηροδρομικούς στο κίνημα. Ήταν αυτές οι επιδείξεις δύναμης των εργατών που οδήγησαν ευρύτερα στοιχεία του «λαού» στον αγώνα ενάντια στο καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ: τους φτωχούς των πόλεων, τους μικροκαλλιεργητές και τμήματα των εθνικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των διωκόμενων Ροχίνγκια που υποφέρουν στα στρατόπεδα προσφύγων στο Μπαγκλαντές.16

Μετά από κάθε μία από αυτές τις γενικές απεργίες, το καθεστώς προσπάθησε να αυξήσει το επίπεδο της καταστολής σε μια προσπάθεια να παραλύσει το κίνημα. Αρχικά η καταστολή είχε βαθιά ριζοσπαστικοποιητική επίδραση και προσέλκυσε όλο και περισσότερους στον αγώνα. Καθώς όμως η καταστολή αυξανόταν και γινόταν θανατηφόρα, μόνο οι πιο μαχητικοί τολμούσαν να βγουν στους δρόμους, συμμετέχοντας στην κατασκευή οδοφραγμάτων και σε οδομαχίες για να στηρίξουν το ευρύτερο απεργιακό κύμα. Ένας βιβλιοθηκάριος από τη Γιανγκόν που είχε ενταχθεί σε μια από τις εκατοντάδες ομάδες που έδιναν μάχες στους δρόμους σε όλη τη χώρα στις αρχές Μαρτίου εξήγησε: «Γνωρίζουμε ότι μπορεί να συλληφθούμε ή να σκοτωθούμε από αληθινά πυρά όταν η αστυνομία και οι στρατιώτες μας πυροβολούν – αλλά πρέπει να υπερασπιστούμε τους συντρόφους μας».17

Μετά από μια προσωρινή ύφεση όσον αφορά το μέγεθος των κινητοποιήσεων στους δρόμους, κατά την προετοιμασία της γενικής απεργίας της 8ης Μαρτίου πραγματοποιήθηκαν μερικές από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις μετά τις 22 Φεβρουαρίου. Αυτό οφείλεται στο αίσθημα συλλογικής δύναμης και αυτοπεποίθησης που οι απεργοί εργαζόμενοι μπορούν να προσδώσουν σε πλατιά τμήματα του πληθυσμού. Οι δράσεις αυτές περιελάμβαναν καθιστικές διαμαρτυρίες που αψήφησαν τις νυχτερινές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τον στρατιωτικό νόμο του καθεστώτος, παράλληλα με μαζικές συγκεντρώσεις εργατών ένδυσης σε όλες τις βιομηχανικές συνοικίες της Γιανγκόν που προέτρεπαν όλους τους εργαζόμενους και τους φτωχούς να συσπειρωθούν πίσω από το επ’ αόριστον κλείσιμο της οικονομίας μέχρι να ανατραπεί το καθεστώς.

Ένας εργαζόμενος σε τράπεζα της Γιανγκόν περιέγραψε μια εικόνα της χώρας στο αποκορύφωμα της εκτεταμένης γενικής απεργίας στα μέσα Μαρτίου:

«Τα νοσοκομεία είναι όλα κλειστά, το ίδιο και τα κυβερνητικά κτίρια. Τα χρήματα δεν μπορούν να διακινηθούν κανονικά επειδή όλες οι τράπεζες είναι κλειστές. Τα ναυπηγεία έχουν ακινητοποιηθεί. Οι μηχανοδηγοί των τρένων δεν επιστρέφουν στη δουλειά τους και ο στρατός δεν ξέρει πώς να λειτουργήσει [τα τρένα]. Κανένα από τα καταστήματα δεν είναι ανοιχτό και οι άνθρωποι λένε ότι οι εργάτες στις μεγάλες φάρμες αρνούνται να εργαστούν. Όλα τα εργοστάσια είναι κλειστά και ακόμη και αν ήταν ανοιχτά, υπάρχουν πολύ λίγα καύσιμα ή πρώτες ύλες για να τα τροφοδοτήσουν, αφού οι εργαζόμενοι στα πετρελαιοειδή απεργούν. Η χώρα έχει ακινητοποιηθεί πλήρως – χωρίς εργάτες, ο κόσμος σταματά να κινείται.»18

Ήταν η απειλή που αυτή η εκτεταμένη γενική απεργία αποτελούσε για ολόκληρη την άρχουσα τάξη αυτό που οδήγησε στην αντεπαναστατική τρομοκρατία που ακολούθησε. Οι μαζικές εξώσεις σιδηροδρομικών, νοσοκόμων, δημοσίων υπαλλήλων και τραπεζικών υπαλλήλων συνδυάστηκαν με τη σφαγή στο Χλάινγκ Θαριάρ και τα αιματοκυλίσματα που πραγματοποιήθηκαν αλλού σε όλη τη χώρα. Ο φαινομενικά αδιάκριτος χαρακτήρας της βίας είχε μοναδικό σκοπό να παραλύσει τον κινητήρα του μαζικού αγώνα και να συντρίψει την κοινωνική ψυχή στην καρδιά της επαναστατικής διαδικασίας. Ο Κάρλος Σαρντίνια Γκαλάτσε έδωσε μια εύστοχη περιγραφή της τρομοκρατίας όταν έγραψε στα τέλη Μαρτίου: «Μια τέτοια κτηνωδία μπορεί να θεωρηθεί ως η απελπισία ενός στριμωγμένου θηρίου που εξαπολύει τη μανία του προς όλες τις κατευθύνσεις».19

 

Δύο Βιρμανίες

Οποιαδήποτε κατανόηση της άρχουσας τάξης της Βιρμανίας και του χαρακτήρα του κράτους της πρέπει να ξεκινά από τα μοντέλα συνδυασμένης και ανισόμερης ανάπτυξης που καθιερώθηκαν υπό τη βρετανική αποικιοκρατία, η οποία ενσωμάτωσε την περιοχή στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και οριοθέτησε τη χώρα σε δύο διοικητικές ζώνες συσσώρευσης: ένα πεδινό κέντρο, δομημένο γύρω από την παραγωγή ρυζιού στο Δέλτα του Ιραουάντι και τις εξορύξεις πετρελαίου στις κεντρικές πεδιάδες, και μια παραμεθόρια περιφέρεια, δομημένη γύρω από τα ορυχεία και τη δασοκομία. Οι Βρετανοί ανέπτυξαν ρατσιστικές «εθνοτικές» κατηγορίες με βάση τη γεωγραφική περιοχή, τη γλώσσα και τις εθιμικές πρακτικές, με εκείνους που ζούσαν στο πεδινό κέντρο (Μπαμάρ, Μον και Ραχίνε) να τίθενται υπό άμεση βρετανική κυριαρχία και να αποκλείονται από τη συμμετοχή στο αποικιακό κράτος, ενώ σε εκείνους που ζούσαν στη συνοριακή περιφέρεια (Κατσίν, Σαν, Τσιν, Καρέννι) δόθηκε κάποιος βαθμός αυτοδιοίκησης με αντάλλαγμα τη λεηλασία των φυσικών τους πόρων. Κατά συνέπεια, η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των μέσων παραγωγής σε μια χούφτα βρετανικών επιχειρήσεων εμπόδισε την ανάπτυξη μιας ντόπιας αστικής τάξης, ενώ η παγίωση των εθνοτικών ταυτοτήτων δυσκόλεψε την ανάδυση ενός ενιαίου εθνικού κινήματος ανεξαρτησίας.20

Ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας και της ιαπωνικής κατοχής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε στην εδραίωση αυτών των «δύο Βιρμανίες», οριοθετώντας τις εθνικιστικές δυνάμεις που συνεργάστηκαν με τους Βρετανούς και τις ΗΠΑ (μουσουλμάνοι Κατσίν, Καρέν, Τσιν, Αρακάν) και εκείνες που συνεργάστηκαν με τους Ιάπωνες (Μπαμάρ, βουδιστές Αρακάν). Μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας από τη βρετανική κυριαρχία το 1947, το βιρμανικό κράτος και η άρχουσα τάξη του διαμορφώθηκαν από τις συγκρούσεις μεταξύ του κέντρου των Μπαμάρ και της περιφέρειας των εθνοτικών μειονοτήτων, γεγονός που συνέβαλε στο να συσκοτιστεί ο βαθύτερος αγώνας για τον έλεγχο της γης και της εργασίας που υπάρχει σε αυτές τις «δύο Βιρμανίες».

Οι κυβερνήσεις του Ου Νου μετά την ανεξαρτησία προσπάθησαν να λύσουν τα προβλήματα της άνισης ανάπτυξης μέσω ενός κρατικού καπιταλιστικού καθεστώτος που εθνικοποίησε μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας και αντικατέστησε την αδύναμη εγχώρια αστική τάξη με την κρατική γραφειοκρατία. Εν τω μεταξύ, η προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα συγκεντρωτικό κράτος των πεδινών περιοχών και να επιβληθεί στην περιφέρεια βύθισε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο και στη ραγδαία επέκταση του Τατμαντό. Το κεντρικό κράτος ήρθε αντιμέτωπο όχι μόνο με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βιρμανίας, αλλά και με μια σειρά εθνοτικών στρατών που όλοι επιζητούσαν την ανεξαρτησία. Προσθέτοντας περαιτέρω πολυπλοκότητα, στις δυνάμεις αυτές εντάχθηκαν τα απομεινάρια των κινεζικών εθνικιστικών στρατών του Κουόμιντανγκ που είχαν υποχωρήσει πέρα από τα σύνορα αφού είχαν ηττηθεί από τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό του Μάο.21

Σε ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος του μετα-αποικιακού κόσμου, ο στρατός αναδείχθηκε στην κυρίαρχη πτέρυγα της άρχουσας τάξης. Η διαδικασία αυτή επιδεινώθηκε από την ένταση των συνεχιζόμενων ένοπλων συγκρούσεων τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια, οι οποίες συνέπεσαν με τη φάση της ταχείας βιομηχανικής ανάπτυξης. Οι αξιωματικοί πρώτης γραμμής έγιναν κρατικοί διαχειριστές σε έναν ταχέως αναπτυσσόμενο στρατό που ανέλαβε ένα διευρυμένο φάσμα κρατικών λειτουργιών. Μέσω του Ινστιτούτου Αμυντικών Υπηρεσιών, το σώμα των αξιωματικών έγινε το μεγαλύτερο μπλοκ καπιταλιστών στη χώρα, με συμφέροντα στον τραπεζικό τομέα, τη μεταποίηση, τις κατασκευές, τα ακίνητα, τα ξενοδοχεία, τα ορυχεία, τη γεωργία, τις μεταφορές, την ψυχαγωγία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το μονοπώλιο των αδειών εισαγωγής και εξαγωγής. Ο Τατμαντό εκμεταλλεύτηκε τις συνεχιζόμενες κρίσεις στο καθεστώς του Ου Νου και ανέλαβε προσωρινά την εξουσία σε μια «υπηρεσιακή κυβέρνηση» το 1958, προτού πραγματοποιήσει οριστικό πραξικόπημα υπό την ηγεσία του στρατηγού Νε Γουίν (αρχιστράτηγου του Τατμαντό) τον Μάρτιο του 1962.

Το καθεστώς του Νε Γουίν προσπάθησε να λύσει τα προβλήματα της ανισόμερης ανάπτυξης ριζοσπαστικοποιώντας το κρατικό καπιταλιστικό σχέδιο υπό τη σημαία του «Βιρμανικού δρόμου προς το σοσιαλισμό». Όλες οι εναπομείνασες βιομηχανίες εθνικοποιήθηκαν, το ξένο και ιδιωτικό κεφάλαιο κατασχέθηκε και εκδιώχθηκε από τη χώρα, και μέσω της εξαγωγής πετρελαίου το καθεστώς προσπάθησε να οικοδομήσει μια προηγμένη μεταποιητική βάση με επίκεντρο τη βαριά βιομηχανία. Οι εκστρατείες κατά των εξεγέρσεων εναντίον των αριστερών και των εθνοτικών στρατών συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η επίσημη πολιτική εξουσία παραδόθηκε τελικά στο Βιρμανικό Κόμμα Σοσιαλιστικού Προγράμματος (ΒΚΣΠ / BSPP – Burmese Socialist Programme Party) στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τελειοποιώντας το μοντέλο των μονοκομματικών σταλινικών δικτατοριών που είδαμε και αλλού, με τον Νε Γουίν να παραμένει επικεφαλής του κράτους.

Ωστόσο, τη δεκαετία του 1980 το σχέδιο του ΒΚΣΠ άρχισε να παραπαίει, πασχίζοντας να διαχειριστεί τον πληθωρισμό και την απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου. Τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα οδήγησαν σε ένα κύμα απεργιών και διαδηλώσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 1987 και του 1988. Ο Νε Γουίν αναγκάστηκε να παραιτηθεί από αρχηγός του κράτους, αλλά αυτό ελάχιστα συνέβαλε στην καταστολή των ταραχών. Το κίνημα κορυφώθηκε με μια πανεθνική γενική απεργία τον Αύγουστο του 1988, η οποία περιελάμβανε ανταρσίες του στρατού και τον εκτεταμένο σχηματισμό απεργιακών επιτροπών στις πόλεις. Η απουσία επαναστατικής ηγεσίας επέτρεψε στην Άουνγκ Σαν Σου Κιι (κόρη του Άουνγκ Σαν, του στρατιωτικού ηγέτη που ηγήθηκε του αγώνα ανεξαρτησίας κατά της αποικιοκρατίας) και σε ένα τμήμα πρώην αξιωματικών του στρατού που συγκεντρώθηκαν κάτω από τη σημαία της Εθνικής Λίγκας για τη Δημοκρατία, να διοχετεύσουν ένα ημιεπαναστατικό κίνημα σε έναν υποτονικό αγώνα για ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Ο Τατμαντό μπόρεσε τελικά να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης, με μια ομάδα νεότερων αξιωματικών και στρατηγών να καταλαμβάνει την εξουσία με πραξικόπημα και να εγκαθίσταται επικεφαλής του Κρατικού Συμβουλίου Νόμου και Τάξης (ΚΣΝΤ / SLORC – State Law and Order Council).

Στην αντεπαναστατική τρομοκρατία που ακολούθησε, χιλιάδες πολίτες σφαγιάστηκαν και οι ηγέτες των διαδηλωτών κάηκαν ζωντανοί, ενώ όσοι γλίτωσαν από μια τέτοια μοίρα, όπως η Σου Κιι, ρίχτηκαν στη φυλακή ή τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Το καθεστώς του ΒΚΣΠ διαλύθηκε, τα συνδικάτα τέθηκαν εκτός νόμου και τα αποτελέσματα των εκλογών του 1990 (τις οποίες κέρδισε ο ΕΣΔ με συντριπτική πλειοψηφία) ανατράπηκαν. Ο στρατηγός Θαν Σουέ και όσοι συνασπίστηκαν γύρω από αυτόν εδραιώθηκαν στο πλαίσιο του ΚΣΝΤ, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Κρατικό Συμβούλιο Ειρήνης και Ανάπτυξης στα μέσα της δεκαετίας του 1990.22

 

Ο βιρμανικός καπιταλισμός στη νεοφιλελεύθερη εποχή

Η δικτατορία του Θαν Σουέ επέβλεψε τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της Βιρμανίας, που τώρα μετονομάστηκε σε Μιανμάρ. Το καθεστώς του άνοιξε την οικονομία στις ξένες επενδύσεις και απέκτησε πρόσβαση σε μεγάλες εκτάσεις γης και φυσικούς πόρους μέσω συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός με τους ηγέτες των εθνοτικών μειονοτήτων. Με τον τρόπο αυτό, η στρατιωτική ηγεσία δημιούργησε ένα μοντέλο συσσώρευσης δομημένο γύρω από τις εξορυκτικές βιομηχανίες στα σύνορα και την περιφέρεια –φυσικό αέριο, σπάνια ορυκτά γης, πολύτιμοι λίθοι, ξυλεία– το οποίο στη συνέχεια έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη της κατασκευής ενδυμάτων, των κατασκευών και της χρηματοδότησης στο κέντρο της πεδιάδας. Αυτός ο μετασχηματισμός έδωσε στην άρχουσα τάξη της Βιρμανίας μια σειρά από ξεχωριστά χαρακτηριστικά που διατηρούνται μέχρι σήμερα:

 

1. Ο Τατμαντό διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο τόσο στο κράτος όσο και στην καπιταλιστική τάξη.

Ελλείψει μιας ισχυρής ντόπιας αστικής τάξης, ένα τμήμα του σώματος των αξιωματικών μετατράπηκε από διαχειριστές του κεφαλαίου για λογαριασμό του κράτους σε ιδιοκτήτες που έλεγχαν πλέον τα μέσα παραγωγής. Το καθεστώς του Θαν Σουέ δημιούργησε δύο στρατιωτικούς ομίλους: την Ένωση Οικονομικών Συμμετοχών της Μιανμάρ (Union of Myanmar Economic Holdings Company Limited – UMEHL), με συμφέροντα στον τραπεζικό τομέα, το εμπόριο, τον τουρισμό και τους πολύτιμους λίθους, και την Οικονομική Εταιρεία της Μιανμάρ (Myanmar Economic Corporation – MEC), με συμφέροντα στη βαριά βιομηχανία, την εξόρυξη και την ενέργεια. Καθώς το καθεστώς άνοιξε την οικονομία της Μιανμάρ στις υπερπόντιες αγορές, η UMEHL και η MEC μπόρεσαν να απορροφήσουν μεγάλο μέρος των άμεσων ξένων επενδύσεων.

Ταυτόχρονα, ο Τατμαντό προχώρησε σε μαζική διεύρυνση των δικών του δυνάμεων, αφιερώνοντας σχεδόν το ήμισυ του κρατικού προϋπολογισμού στον τομέα της ασφάλειας. Αυτό περιελάμβανε την υπαγωγή της αστυνομίας αντιμετώπισης ταραχών υπό την άμεση διοίκησή του, την απόκτηση μιας σειράς προηγμένου στρατιωτικού υλικού και την αύξηση του συνολικού αριθμού του στρατού από 180.000 στα τέλη της δεκαετίας του 1980 σε περίπου 400.000 σήμερα. Εν τω μεταξύ, πρώην στρατιωτικοί εξακολουθούν να στελεχώνουν μεγάλα τμήματα των ανώτερων βαθμίδων της κρατικής γραφειοκρατίας.

Το μονοπώλιο του Τατμαντό στα μέσα βίας και σε τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας κατοχυρώνεται στο σύνταγμα του 2008, με το ένα τέταρτο των εδρών και στα δύο σώματα του κοινοβουλίου να προορίζεται για στρατιωτικούς διορισμένους. Αυτό εξασφαλίζει ότι μπορεί να εμποδίσει οποιαδήποτε συνταγματική τροποποίηση, παράλληλα με τον έλεγχο των υπουργείων Άμυνας και Εσωτερικών Υποθέσεων.

 

2. Το κρατικό κεφάλαιο της Βιρμανίας εξακολουθεί να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στην οικονομία μέσω των κρατικών οικονομικών επιχειρήσεων φυσικών πόρων.

Μια άλλη συνέπεια της ύπαρξης μιας αδύναμης ντόπιας αστικής τάξης ήταν ότι αρχικά υπήρξε αντίδραση στις ιδιωτικοποιήσεις μέχρις ότου ο Τατμαντό να εξασφαλίσει τη θέση του στην καπιταλιστική τάξη μέσω των δικών του ομίλων, κάτι που πέτυχε με μια συμμαχία με το βιρμανικό κρατικό κεφάλαιο, πουλώντας ορισμένα κρατικά περιουσιακά στοιχεία στον εαυτό του, διατηρώντας παράλληλα τα κρατικά μονοπώλια σε βασικούς τομείς. Οι μεγαλύτερες κρατικές οικονομικές επιχειρήσεις επικεντρώνονται στις εξαιρετικά κερδοφόρες εξορυκτικές βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων των ορυκτών καυσίμων, των ορυκτών, της ξυλείας και των μαργαριταριών.

Το έργο της Εταιρείας Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου της Μιανμάρ (MOGE – Myanmar Oil and Gas Enterprise) στη Θάλασσα Ανταμάν, τα κοιτάσματα φυσικού αερίου Γιαντάνα, είναι ενδεικτικό αυτής της διαδικασίας. Το 1994, η MOGE υπέγραψε μνημόνιο συμφωνίας για την προμήθεια φυσικού αερίου στην Ταϊλάνδη.23 Στη συνέχεια, η Chevron και η Total εισήλθαν σε κοινοπραξία για την κατασκευή και τη λειτουργία του αγωγού. Ο Τατμαντό βοήθησε με την εκκαθάριση μιας διαδρομής μέσω του Τενασσερίμ και δεσμεύτηκε να προστατεύσει το έργο από επιθέσεις ένοπλων εθνοτικών ομάδων. Σήμερα, περισσότερα από 460 εκατ. δολάρια σε ενοίκια αποδίδονται στο κράτος της Βιρμανίας κάθε χρόνο, ενώ σημαντικά κέρδη αποκομίζουν τόσο η Chevron όσο και η Total. Η ρύθμιση αυτή είναι μια αμοιβαία επωφελής σχέση τόσο για την άρχουσα τάξη της Βιρμανίας όσο και για τους ξένους εταίρους της.

Εν τω μεταξύ, η Βιρμανία κερδίζει περίπου 31 δισεκατομμύρια δολάρια από τις πωλήσεις νεφρίτη στην Κίνα κάθε χρόνο – με την πολιτεία Κατσίν να παράγει μόνο το 70 τοις εκατό της παγκόσμιας προσφοράς νεφρίτη. Επίσης, εκτιμάται ότι το ήμισυ της πρώτης ύλης σπάνιων γαιών της Κίνας προέρχεται από κρατικά ορυχεία της Βιρμανίας. Η πλειονότητα αυτών των κερδών δεν δηλώνεται και διοχετεύεται σε ειδικά καθορισμένους «άλλους λογαριασμούς» που κατέχουν κρατικοί αξιωματούχοι και στρατιωτικό προσωπικό.24

Η συνεχιζόμενη κυριαρχία του κρατικού κεφαλαίου της Βιρμανίας εντός της άρχουσας τάξης σημαίνει ότι ενώ οι κρατικές οικονομικές επιχειρήσεις απασχολούν μόλις 145.000 άτομα σε έναν πληθυσμό 54 εκατομμυρίων, παράγουν περίπου το ήμισυ των κρατικών εσόδων και λαμβάνουν το ήμισυ του κρατικού προϋπολογισμού. Η κεντρική οικονομική και πολιτική τους θέση τους επιτρέπει να ασκούν τεράστια επιρροή στην ευρύτερη κατεύθυνση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, μεταξύ άλλων μέσω της ικανότητάς τους να χορηγούν άδειες και συμβόλαια με αντάλλαγμα ενοίκια και μερίδια κέρδους.

Στο βαθμό που αναδύθηκε μια ιδιωτική αστική τάξη στη νεοφιλελεύθερη εποχή, στηρίχθηκε σε νεποτιστικές σχέσεις με τον Τατμαντό. Υπήρξαν ζωτική πηγή κεφαλαίων, συμβάσεων και πρόσβασης σε διεθνή δίκτυα στην Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, την Ταϊλάνδη, την Ιαπωνία και τη Σιγκαπούρη. Αυτοί οι «διαπλεκόμενοι» έκαναν περιουσίες εξάγοντας ξυλεία, σπάνιους πολύτιμους λίθους, ορυκτά και γεωργικά προϊόντα, εξασφαλίζοντας σε αυτούς το κεφάλαιο για να σχηματίσουν κατασκευαστικές εταιρείες που θα επωφελούνταν από τις αυξημένες κυβερνητικές δαπάνες για υποδομές και την έκρηξη της ιδιωτικής κτηματαγοράς. Όταν τελικά πραγματοποιήθηκαν ιδιωτικοποιήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων, οι κύριοι ωφελημένοι ήταν οι όμιλοι που έλεγχαν πλέον αυτοί οι καπιταλιστές. Σήμερα, αυτοί οι διαπλεκόμενοι και οι όμιλοί τους πιστεύεται ότι αποτελούν μόλις το 5% των επιχειρήσεων, αλλά –μαζί με τους ελεγχόμενους από το στρατό ομίλους και το κρατικό κεφάλαιο της Βιρμανίας– ελέγχουν την πλειονότητα του πλούτου της χώρας.25

 

3. Η επιμονή του εθνικού ζητήματος.

Η προσπάθεια οικοδόμησης ενός σύγχρονου έθνους-κράτους που θα ενοποιεί το κέντρο και την περιφέρεια υπήρξε διαρκές ζήτημα της σύγχρονης ιστορίας της Βιρμανίας. Βρίσκει την έκφρασή της στην κυρίαρχη ιδεολογία των «εθνικών φυλών». Αν και κανένα νομικό κείμενο δεν αποτυπώνει πλήρως αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία, οι νόμοι του ΒΚΣΠ για την ιθαγένεια του 1982 συνέβαλαν στην κωδικοποίηση των εθνοτικών διαιρέσεων της Μιανμάρ σε 135 «εθνικές φυλές», οι οποίες αποτελούσαν όλες μέρος ενός ευρύτερου ιστορικού βασιλείου γνωστού ως Βιρμανία που ζούσε αρμονικά μέχρι την άφιξη των Βρετανών. Η σημαντική εξαίρεση σε αυτή την ιστορική μυθοποίηση είναι ο μουσουλμανικός πληθυσμός των Ροχίνγκια στην πολιτεία Ρικάιν, οι οποίοι εξακολουθούν να θεωρούνται παράνομοι αλλοδαποί από το Μπαγκλαντές και μέρος των συμφορών που εγκαινίασε η βρετανική κυριαρχία. Οι διάφορες ομάδες που απαρτίζουν τις «εθνικές φυλές» προσεγγίζουν την ιδεολογία με διαφορετικούς τρόπους και οι ερμηνείες αμφισβητούνται πολιτικά στο εσωτερικό κάθε ομάδας. Για τους εθνοτικούς-εθνικιστές των Μπαμάρ, καθιερώνει μια ευεργετική ιεραρχία που τους τοποθετεί στην κορυφή, ενώ για τον εθνικισμό των Κατσίν περιλαμβάνει την απελευθέρωση των μελών τους από τους περιορισμούς που επιβάλλει το κεντρικό βιρμανικό κράτος. Αντίθετα, ο εθνικισμός των Ρικάιν εξαρτάται από την ανάκτηση ενός φανταστικού παρελθόντος ως ανεξάρτητου και ισχυρού βασιλείου.26

Το συνονθύλευμα των συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός που υπεγράφησαν μεταξύ του καθεστώτος του Θαν Σουέ και ορισμένων ηγετών εθνοτικών μειονοτήτων έχει αφήσει την πολιτική και οικονομική εξουσία στις παραμεθόριες περιοχές μοιρασμένη μεταξύ μιας συγκεχυμένης σειράς παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής κυβέρνησης, διαφόρων ένοπλων ομάδων, πολιτοφυλακών που συνεργάζονται με την κυβέρνηση, εθνοτικών πολέμαρχων και δικτύων τοπικού και περιφερειακού κεφαλαίου. Κάθε μία από αυτές τις ομάδες βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με τις άλλες για εδάφη και πόρους.27

Το αποτέλεσμα ήταν μορφές πρωτόγονης συσσώρευσης που ο Κέβιν Γουντς ονομάζει «καπιταλισμό της κατάπαυσης του πυρός»: στις ορεινές παραμεθόριες περιοχές, οι πληθυσμοί εθνοτικών μειονοτήτων σπρώχνονται σε στρατόπεδα για τους εσωτερικά εκτοπισμένους για να καθαρίσουν τη γη για εξορυκτικά έργα, ιδίως δασοκομικά και μεταλλευτικά· στο πεδινό Δέλτα του Ιραουάντι και στις κεντρικές πεδιάδες, οι διάφορες μορφές υπερχρέωσης εξακολουθούν να αναγκάζουν τους μικροκαλλιεργητές να εγκαταλείψουν τη γη και να μεταφερθούν σε αστικές περιοχές, ενώ περιοχές όπου προηγουμένως καλλιεργούνταν ορυζώνες έχουν εκχερσωθεί για να εγκατασταθούν αγροτικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, όπως η αλιεία στην ενδοχώρα και οι φυτείες φοινικέλαιου. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες εκτάσεις στη Μιανμάρ κατοικούνται από μικροκαλλιεργητές και εθνοτικές μειονότητες, ο νόμος για τη διαχείριση των κενών, αδρανών και παρθένων εκτάσεων που ψηφίστηκε το 2012 καθιστά τη γη αυτή χωρίς ιδιοκτήτη, εκτός εάν μπορούν να προσκομιστούν μορφές νομικής πιστοποίησης, οι περισσότερες από τις οποίες δεν υπάρχουν. Ο αντίκτυπος του νόμου καταδεικνύεται από το γεγονός ότι εκτιμάται ότι 45 εκατομμύρια στρέμματα γης χαρακτηρίζονται ως κενές, αδρανείς ή παρθένες, εκ των οποίων το 82% βρίσκεται σε πολιτείες εθνοτικών μειονοτήτων.28

Εν τω μεταξύ, η ιδεολογία των «εθνικών φυλών» δικαιολόγησε την εθνοκάθαρση των Ροχίνγκια. Αυτό έχει λάβει πολλές μορφές, από την άρνηση της ιθαγένειας και της πολιτειακής υπόστασης έως την υποδαύλιση των εθνοτικών εντάσεων, με αποκορύφωμα την εκστρατεία αναγκαστικών μετακινήσεων του Τατμαντό το 2017, η οποία περιελάμβανε βιασμούς, δολοφονίες και πυρπολήσεις σπιτιών από στρατιωτικούς. Υπολογίζεται ότι 30.000 Ροχίνγκια δολοφονήθηκαν, περισσότεροι από 40.000 εξαφανίστηκαν (θεωρούνται νεκροί) και πάνω από 700.000 εκδιώχθηκαν στο Μπαγκλαντές.29 Αυτές οι φρικαλεότητες έχουν επίσης δημιουργήσει προσπάθειες από εθνοτικές-εθνικιστικές πολιτοφυλακές να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος των Ροχίνγκια, αν και οι προοπτικές τους είναι περιορισμένες.

 

«Πειθαρχία που ευνοεί την άνθηση της δημοκρατίας»

Η περίοδος της «πειθαρχίας που ευνοεί την άνθηση της δημοκρατίας» (η συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας μεταξύ του Τατμαντό και των εκλεγμένων πολιτικών ηγετών που κατοχυρώθηκε στο σύνταγμα του 2008) υποσχέθηκε να εγκαινιάσει μια νέα εποχή ελευθερίας και ευημερίας για τους εργαζόμενους και τους φτωχούς. Καλωσορίστηκε από τα αστικά μέσα ενημέρωσης ως ένα σημαντικό βήμα προς μια πιο δημοκρατική κοινωνία. Στην πραγματικότητα, οι μεταρρυθμίσεις σχεδιάστηκαν προσεκτικά από τον Θαν Σουέ και τους κυβερνώντες στρατηγούς για να παραιτηθούν από μέρος της εξουσίας τους, διατηρώντας παράλληλα έναν κυρίαρχο και ηγετικό ρόλο για τους ίδιους στο πολιτικό και οικονομικό τοπίο της χώρας. Ήταν επίσης ένας ελιγμός μέσω του οποίου θα αίρονταν πολλές από τις δυτικές κυρώσεις κατά του καθεστώτος και θα άνοιγε η καπιταλιστική τάξη της χώρας σε διευρυμένες ευκαιρίες συσσώρευσης κεφαλαίου.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, το καθεστώς του Θαν Σουέ δημιούργησε ένα πρωτοκομματικό όργανο, τον Σύλλογος της Ένωσης Αλληλεγγύης για την Ανάπτυξη (ΣΕΑΑ / USDA – Union Solidarity Development Association), για να βοηθήσει στη δημιουργία τοπικών δικτύων πατρωνίας και μιας βάσης υποστήριξης για το καθεστώς. Μέχρι το 2009, ο ΣΕΑΑ υποστήριζε ότι είχε περίπου 25 εκατομμύρια μέλη, συμπεριλαμβανομένων εργαζομένων του κρατικού τομέα (υποχρεωτική προϋπόθεση), επιφανών και ανερχόμενων καπιταλιστών, δασκάλων και φοιτητών. Στη συνέχεια, ο ΚΕΑΑ μετατράπηκε σε [USDP / Κόμμα της Ένωσης Αλληλεγγύης για την Ανάπτυξη] για να συμμετάσχει στις εκλογές του 2010, τις οποίες κέρδισε πανηγυρικά –κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ο ΕΣΔ αρνήθηκε να τις διεκδικήσει– με τον πρώην στρατηγό Ου Θέιν Σέιν να γίνεται ο πρώτος «δημοκρατικά εκλεγμένος» ηγέτης της χώρας μετά από 50 και πλέον χρόνια. Από το 2011 έως το 2015, η κυβέρνηση ΚΕΑΑ του Θέιν Σέιν εισήγαγε πολλές από τις φιλελεύθερες-δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που συχνά συνδέονται με φιλελεύθερα ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως η νομιμοποίηση των συνδικάτων, παράλληλα με την αύξηση των δαπανών για την υγεία και την εκπαίδευση.

Το κυρίαρχο πολιτικό κόμμα κατά τη διάρκεια της «πειθαρχίας που ευνοεί την άνθηση της δημοκρατίας» ήταν φυσικά ο Εθνικός Σύνδεσμος για τη Δημοκρατία της Άουνγκ Σαν Σου Κιι. Ο ΕΣΔ είναι ένα φιλελεύθερο-αστικό κόμμα· τα ιδρυτικά μέλη και το ηγετικό προσωπικό της –η Σου Κιι, πρώην αξιωματικοί του στρατού, δικηγόροι, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, γιατροί και άλλοι επαγγελματίες της μεσαίας τάξης– είναι όλοι απόλυτα προσηλωμένοι στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι έχει περισσότερα από ένα εκατομμύριο μέλη, τα περισσότερα προέρχονται από την αστική και αγροτική μεσαία τάξη και δεν έχουν καμία δυνατότητα να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων ή τις πολιτικές της ηγεσίας του ΕΣΔ. Εν τω μεταξύ, η συνεχιζόμενη σύνδεση της Σου Κιι με τον αγώνα κατά της προηγούμενης χούντας και τον ιδρυτή της χώρας «εθνικό πατέρα» (Άουνγκ Σαν) παρέχει στον ΕΣΔ τη λαϊκή και εθνικιστική του απήχηση.

Ο φιλελεύθερος-αστικός χαρακτήρας της Σου Κιι και του ΕΣΔ εξηγεί γιατί ήταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τον Τατμαντό και να αποδεχτούν τις παραμέτρους του συντάγματος του 2008. Αυτό σήμαινε την παροχή νομιμότητας στη συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας με τον στρατό, καθώς και την υποστήριξη και υιοθέτηση των περισσότερων πολιτικών του ΚΕΑΑ και το φλερτ με πολλούς από τους «διαπλεκόμενους» της χώρας. Εξηγεί επίσης την απαίσια μεταχείριση των εθνικών μειονοτήτων από τον ΕΣΔ, κυρίως την ενθουσιώδη υποστήριξή της στην εκστρατεία εθνοκάθαρσης του Τατμαντό κατά των Ροχίνγκια, παράλληλα με τη χρήση καταστολής κατά των εργατών και των μικροκαλλιεργητών στο κέντρο των πεδινών Μπαμάρ. Παρά ταύτα, η Σου Κιι και ο ΕΣΔ παρέμειναν εξαιρετικά δημοφιλείς στις εκλογές –κυρίως λόγω της απουσίας μιας αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης στην αριστερά τους που να εδράζεται στο εργατικό κίνημα και τους φτωχούς της υπαίθρου– κερδίζοντας τόσο τις εκλογές του 2015 όσο και του 2020 με συντριπτική διαφορά πριν ανατραπεί με το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου.

Γιατί ο Μιν Άουνγκ Χλάινγκ αποφάσισε να καταλάβει την εξουσία; Ξεχωρίζουν τέσσερις «ευνοϊκές συνθήκες»:

 

1. Συνεχής εξάρτηση από το κεφάλαιο της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ασίας.

Παρά την άρση των κυρώσεων, η «πειθαρχία που ευνοεί την άνθηση της δημοκρατίας» δεν οδήγησε σε σημαντική αύξηση των ΑΞΕ από δυτικά κεφάλαια, ενώ οι επιπτώσεις από τη γενοκτονία των Ροχίνγκια είχαν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στις επενδύσεις. Αντιθέτως, οι βασικοί μοχλοί συσσώρευσης κεφαλαίου συνέχισαν να είναι η Σιγκαπούρη, η Κίνα και η Ταϊλάνδη. Εν τω μεταξύ, η οικονομική πτώση εξαιτίας του COVID-19 επιδείνωσε αυτή την εξάρτηση από τμήματα της περιοχής της Ασίας, ιδίως από την Κίνα.

 

2. Διασπάσεις στην άρχουσα τάξη.

Στην κυβέρνηση, η Σου Κιι και ο ΕΣΔ προσπάθησαν να αποδυναμώσουν τη κυριαρχία του σώματος των αξιωματικών και του βιρμανικού κρατικού κεφαλαίου στην κατεύθυνση της συσσώρευσης του κεφαλαίου μέσω αυστηρότερης ρύθμισης των κρατικών λειτουργιών και οικονομικών, προσπαθώντας να ιδιωτικοποιήσουν έναν αριθμό «υπολειτουργούντων» κρατικών επιχειρήσεων και μεταφέροντας τον έλεγχο των κλάδων της κρατικής γραφειοκρατίας μακριά από τον Τατμαντό. Είναι ενδεικτικό ότι ένας αριθμός «διαπλεκόμενων» έχει εκφράσει την υποστήριξή του στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ενώ και τα μετριοπαθή στοιχεία του ΚΕΑΑ δεν αντιτίθενται σε αυτές.

 

3. Κρίση στο κόμμα των στρατιωτικών-πληρεξουσίων.

Παρόλο που το ΚΕΑΑ εξακολουθεί να απολαμβάνει την υποστήριξη των καπιταλιστών που δραστηριοποιούνται στη βαριά βιομηχανία, στην εξόρυξη πόρων, στις μεγάλες και μεσαίες αγροτικές επιχειρήσεις, στους στρατιώτες και τις οικογένειές τους, μαζί με τα πιο αντιδραστικά τμήματα του βουδιστικού κλήρου, όλες αυτές οι δυνάμεις μαζί δεν παρέχουν μια αρκετά ευρεία βάση υποστήριξης για να παρουσιάσουν το ΚΕΑΑ ως βιώσιμο εκλογικό όχημα. Τα τελευταία χρόνια, το ΚΕΑΑ έχει διχαστεί από διασπάσεις και αντιπαραθέσεις. Πολλά μέλη του αποχώρησαν για να σχηματίσουν μικρότερα κόμματα, ενώ ορισμένα προσχώρησαν ακόμη και στον ΕΣΔ. Εν τω μεταξύ, οι μετριοπαθείς ηγέτες του ΚΕΑΑ άλλαξαν πρόσφατα τους κανόνες για τους υποψηφίους τους, ώστε να μην ευνοούν πλέον τους συνταξιούχους στρατιωτικούς. Τα αποτελέσματα των εκλογών του 2020 διέψευσαν επίσης τις φιλοδοξίες του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ να μεταβεί από στρατιωτικός σε πολιτικό ηγέτη: παρά τον έλεγχο του Τατμαντό πάνω από το 25% των εδρών και στα δύο σώματα του κοινοβουλίου, τα άθλια αποτελέσματα του ΚΕΑΑ δεν θα ήταν αρκετά για να διοριστεί ο Μιν Άουνγκ Χλάινγκ πρωθυπουργός.

 

4. Συνεχιζόμενες ένοπλες συγκρούσεις κατά εθνοτικών μειονοτήτων.

Παρά τον σημαντικό θόρυβο του φιλελεύθερου κατεστημένου, η Σου Κιι και ο ΕΣΔ έκαναν ελάχιστα για να προωθήσουν τις συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός του προηγούμενου στρατιωτικού καθεστώτος. Εν τω μεταξύ, ο πόλεμος στην πολιτεία Ριχάιν μεταξύ του Τατμαντό και του Στρατού Αρακάν, μιας εθνοτικής-εθνικιστικής πολιτοφυλακής που είναι συνυπεύθυνη για τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν εναντίον των Ροχίνγκια, επιδείνωσε τις εντάσεις μεταξύ του σώματος των αξιωματικών και του ΕΣΔ. Παρά το γεγονός ότι ο στρατός Αρακάν και ο Τατμαντό μεσολάβησαν για μια άτυπη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και ζήτησαν να διεξαχθούν οι εκλογές του 2020 στην πολιτεία Ριχάιν, η διορισμένη από τον ΕΣΔ εκλογική επιτροπή τις ακύρωσε, όπως και τις εκλογές σε ορισμένες άλλες μειονοτικές περιοχές. Η σύγκρουση στο Αρακάν –τόσο η απροθυμία της Σου Κιι να υποχωρήσει έναντι του Τατμαντό όσο και τα δικαιολογημένα παράπονα για την καταστολή των ψηφοφόρων– δημιούργησαν ένα παράθυρο ευκαιρίας μέσω του οποίου το πιο σκληροπυρηνικό τμήμα του σώματος των αξιωματικών θα μπορούσε να επιβεβαιώσει εκ νέου την κυριαρχία του. Η σκληρή δεξιά του ΚΕΑΑ προέβαλε ισχυρισμούς για εκλογική νοθεία κατά του ΕΣΔ· ενώ οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν από την εκλογική επιτροπή, δημιούργησαν τη δικαιολογία για το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου.

Αντί να σηματοδοτεί μια οριστική ρήξη με την πολιτική της «πειθαρχίας που ευνοεί την άνθηση της δημοκρατίας» –ένα πλαίσιο που δημιουργήθηκε από τη στρατιωτική ηγεσία για να διασφαλίσει τη συνεχιζόμενη πολιτική και οικονομική κυριαρχία της στη χώρα– το πραξικόπημα του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ είναι μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της διευθέτησης. Το καθεστώς του αντιπροσωπεύει έναν ξεχωριστό αστερισμό ταξικών δυνάμεων που δεν μπόρεσαν να παρουσιάσουν μια λαϊκή πολιτική εναλλακτική λύση απέναντι στη Σου Κιι και τον ΕΣΔ. Αυτό περιλαμβάνει το ηγετικό προσωπικό της Τατμαντό, τους ελεγχόμενους από το στρατό ομίλους, το κρατικό κεφάλαιο της Βιρμανίας, τους διαπλεκόμενους που είναι πρόθυμοι να παραμείνουν υποταγμένοι στα δίκτυα κρατικής πατρωνίας, τα πιο αντιδραστικά τμήματα του βουδιστικού κλήρου και τη σκληρή δεξιά του ΚΕΑΑ.

Το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ προσπάθησε να ενισχύσει τις πιο διαπλεκόμενες πτυχές των κρατικών πελατειακών δικτύων μέσω του πρόσφατα ανακοινωθέντος Σχεδίου Οικονομικής Ανάκαμψης της Μιανμάρ (MERP – Myanmar Economic Recovery Plan). Το MERP είναι ένα αντίγραφο καρμπόν ενός παρόμοιου σχεδίου που είχε προτείνει ο ΕΣΔ πριν από το πραξικόπημα, το οποίο περιλαμβάνει σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις για τους πλούσιους και τις μεγάλες επιχειρήσεις, με μερικές βελτιώσεις προς το συμφέρον των κρατικών καπιταλιστών. Εν τω μεταξύ, η νέα κυβέρνηση έχει υποβάλει σχέδια για νέα διυλιστήρια πετρελαίου και φυσικού αερίου, επέκταση των φυτειών φοινικέλαιου, καθώς και μια σειρά από αναβαθμίσεις υποδομών στη Ναϊπιτάου. Τα συμβόλαια θα ανατεθούν σε διεφθαρμένες συμπράξεις του δημοσίου που μοιάζουν με εκείνες που έχτισε το καθεστώς του Θαν Σουέ καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών 1990 και 2000.

Παρά το γεγονός ότι είναι κάπως δυσαρεστημένοι από το πραξικόπημα, οι βασικοί περιφερειακοί παίκτες που συμμετέχουν στη συσσώρευση κεφαλαίων στη χώρα –η Κίνα, η Ταϊλάνδη και η Σιγκαπούρη– δεν έχουν δείξει σημάδια απόσυρσης από τα τεράστια έργα υποδομής που έχουν αφιερώσει δεκαετίες για να οικοδομήσουν. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι οι οικονομικές κυρώσεις με στόχο το καθεστώς θα κάνουν οτιδήποτε άλλο από το να αναπαράγουν το αποτέλεσμα προηγούμενων κυρώσεων και να ενισχύσουν αυτή τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από την περιοχή της Ασίας. (Και αυτό για να μην αναφέρουμε τα τεράστια συσσωρευμένα κεφάλαια που έχει στη διάθεσή του το κρατικό κεφάλαιο της Βιρμανίας για να αντέξει μια τέτοια καταιγίδα.30) Εν τω μεταξύ, το βάρος των ευρύτερων οικονομικών επιπτώσεων θα συνεχίσει να πέφτει στην εργατική τάξη με τη μορφή της απώλειας θέσεων εργασίας και της λιτότητας.

Ο Μιν Άουνγκ Χλάινγκ έχει επίσης εδραιώσει τη θέση του στο σώμα των αξιωματικών συνεχίζοντας να προωθεί μια νεότερη γενιά διοικητών και στρατηγών που είναι πιστοί σε αυτόν και εκκαθαρίζοντας μετριοπαθή στοιχεία που συνεργάστηκαν στενά με την ανατραπείσα κυβέρνηση του ΕΣΔ, περιορίζοντας τις προοπτικές ενός παλατιανού πραξικοπήματος. Επιδίωξε επίσης να «μεταρρυθμίσει» το εκλογικό σύστημα της Μιανμάρ με πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, το οποίο ωφέλησε τον ΕΣΔ. Το αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων δεν θα βοηθήσει μόνο το ΚΕΑΑ και τους στρατηγούς να ανασυγκροτηθούν εκλογικά, αλλά θα επιτρέψει επίσης σε μια πληθώρα μειονοτικών κομμάτων στις εθνοτικές πολιτείες να αμφισβητήσουν την εκλογική κυριαρχία του ΕΣΔ. Εν τω μεταξύ, η συνεχιζόμενη δίκη της Σου Κιι και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του ΕΣΔ χρησιμεύουν ως χρήσιμο διαπραγματευτικό χαρτί μακροπρόθεσμα σε περίπτωση που η κατάσταση στραφεί εναντίον του Τατμαντό.

 

Η Αριστερά και η δημοκρατική μετάβαση

Αν υπήρξε μια ρήξη με την «πειθαρχία που ευνοεί την άνθηση της δημοκρατίας», αυτή ήταν η εξέγερση του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου κατά του πραξικοπήματος. Η εξέγερση ήταν μια σαφής άρνηση συνεργασίας τόσο με τη στρατιωτική ηγεσία όσο και με την άρχουσα τάξη ευρύτερα. Μεγάλο μέρος αυτής της εξέγερσης κατέστη δυνατό χάρη στην πολυετή μαχητική οργάνωση των εργαζομένων, των φοιτητών και των φτωχών της υπαίθρου ενάντια στις πολιτικοστρατιωτικές κυβερνήσεις και στις απεργίες ενάντια στην προηγούμενη στρατιωτική δικτατορία.31 Παρά τους περιορισμούς της διαδικασίας φιλελευθεροποίησης, η διεύρυνση των δημοκρατικών ελευθεριών υπό την πολιτική-στρατιωτική διακυβέρνηση δημιούργησε ένα χώρο στον οποίο οι εργαζόμενοι και άλλα καταπιεσμένα στρώματα μπορούσαν να οργανωθούν πιο ανοιχτά ενάντια στις βαθιά ριζωμένες ανισότητες που χαρακτηρίζουν τη χώρα και να προσπαθήσουν να προωθήσουν τα δικά τους ταξικά συμφέροντα.

Η νομιμοποίηση των συνδικάτων, η θεσμοθέτηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η σύσταση ενός οργάνου διαιτησίας που θα στελεχώνεται από πρώην στρατιωτικούς και εκπροσώπους του κεφαλαίου ήταν μια παραχώρηση. Η ελπίδα ήταν να αποτραπούν απεργίες όπως αυτές που είχαν ξεσπάσει στον τομέα της ένδυσης το 2009-10 στο τέλος της δικτατορίας του Θαν Σουέ. Αλλά σχεδόν αμέσως μόλις πέρασε η πρώτη εργατική νομοθεσία το 2011, στις βιομηχανικές περιοχές Χλάινγκ Θαριάρ, Σουεπιιθάρ και Χμάουμπι στα περίχωρα της Γιανγκόν ξέσπασε ένα νέο κύμα απεργιών, που οδήγησε στη δημιουργία δεκάδων νέων εργοστασιακών συνδικάτων.32

Ένα άλλο κύμα απεργιών εξαπλώθηκε στον τομέα της ένδυσης το 2015-17, συμπεριλαμβανομένης μιας εξέγερσης το 2017, κατά την οποία εκατοντάδες εργαζόμενοι εισέβαλαν στο εργοστάσιο Hangzhou Hundred-Tex Garment στα περίχωρα της Γιανγκόν, καταστρέφοντας οχήματα του εργοστασίου, σπάζοντας παράθυρα, καταστρέφοντας μηχανήματα, επιτιθέμενοι στη διοίκηση και παίρνοντας ομήρους αρκετούς διευθυντές. (Η εξέγερση έγινε μετά από 15μηνη απεργία για απλήρωτες υπερωρίες που είχε ως αποτέλεσμα την απόλυση του συνδικαλιστικού ηγέτη του εργοστασίου). Στη συνέχεια, το 2019, οι εργαζόμενοι στην ένδυση οδήγησαν ένα άλλο κύμα άγριων απεργιών πριν χρησιμοποιηθεί ο COVID-19 για την πάταξη της μαχητικότητας.

Η επέκταση του δικαιώματος απεργίας και ίδρυσης συνδικάτου βοήθησε να δοθεί χώρος στους ακτιβιστές να δημιουργήσουν εκατοντάδες νέα συνδικάτα κατά τη διάρκεια της μετάβασης. Και σε αντίθεση με τις χώρες στις οποίες τα συνδικάτα είναι καλά εδραιωμένα, με παγιωμένες γραφειοκρατίες και παθητικές ηγεσίες, πολλά από αυτά τα συνδικάτα ιδρύθηκαν μέσω άγριων απεργιών, ακόμη και εξεγέρσεων.

Επίσης, η σύσταση ενός οργάνου για τις εδαφικές διαφορές, το οποίο στελεχώθηκε από πρώην κρατικούς αξιωματούχους από την κυβέρνηση ΚΕΑΑ του Θέιν Σέιν, πυροδότησε μια σειρά αγώνων που διεξήχθησαν από μικροκαλλιεργητές για τη γη που είχε κατασχεθεί επί δικτατορίας του Θαν Σουέ. Οι αγώνες αυτοί ήταν πιο έντονοι σε περιοχές στο Δέλτα του Ιραουάντι, στις περιοχές Μόνιουα και Σαγκάινγκ και σε ορισμένες περιοχές εθνοτικών μειονοτήτων. Η Άουνγκ Σαν Σου Κιι και ο ΕΣΔ ήταν εξίσου κατασταλτικές απέναντι σε αυτούς τους μικροκαλλιεργητές όπως και οι ομόλογοί τους στο ΚΕΑΑ, και ενίσχυσαν τους νόμους που δίνουν στις μεγάλες επιχειρήσεις πρόσβαση σε μεγάλες εκτάσεις καταπατημένης γης.

Οι ακτιβιστές φοιτητές αγωνίστηκαν για την αποκατάσταση των φοιτητικών συνδικάτων, τα οποία είχαν απαγορευτεί υπό την προηγούμενη δικτατορία. Οι ακτιβιστές αυτοί αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση από τις πανεπιστημιακές διοικήσεις και τους υποστηρικτές του παλαιού καθεστώτος. Το μαχητικό κλίμα που δημιούργησε αυτός ο ακτιβισμός οδήγησε επίσης στη δημιουργία μιας σειράς πολιτικών ενώσεων όπου οι φοιτητές μπορούσαν να συζητήσουν και να αντιπαραβάλουν ανοιχτά πολιτικά θέματα για πρώτη φορά μετά από πέντε και πλέον δεκαετίες. Άνθησαν επίσης ορισμένα πιο ρητά ριζοσπαστικά φόρουμ, συμπεριλαμβανομένων μαρξιστικών κύκλων συζήτησης στη Γιανγκόν.

Οι ριζοσπάστες φοιτητές στις μεγάλες πόλεις δημιούργησαν επίσης δίκτυα με τους εργάτες και υποστήριξαν τις απεργίες και τις εξεγέρσεις όποτε αυτές ξεσπούσαν. Σε πιο περιφερειακές περιοχές, ακτιβιστές φοιτητές δημιούργησαν παρόμοια δίκτυα με μικροκαλλιεργητές γύρω από ζητήματα απαλλοτρίωσης της γης και περιβαλλοντικά ζητήματα. Και η αντίθεση των φοιτητών στα εγκλήματα κατά των εθνοτικών μειονοτήτων που επιδοκιμάζονται από το κράτος (όπως οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στην πολιτεία Ρικάιν εναντίον των Ροχίνγκια και άλλων ομάδων στην περιφέρεια) ήταν μια σημαντική πτυχή του φοιτητικού ακτιβισμού κατά τη διάρκεια της μετάβασης, ιδίως στη Γιανγκόν.33 Και πάλι, πολλοί από τους ίδιους κατασταλτικούς νόμους που χρησιμοποιούνταν για τη δίωξη αξιωματούχων του ΕΣΔ υπό τη νέα δικτατορία χρησιμοποιήθηκαν εναντίον αριστερών ακτιβιστών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Οι ριζοσπάστες φοιτητές και οι εργαζόμενοι στην ένδυση ήταν αυτοί που ξεκίνησαν τις διαδηλώσεις της 6ης Φεβρουαρίου, οι οποίες βοήθησαν στην ανάπτυξη των αρχικών δράσεων των εργαζομένων στον τομέα της υγείας (πολλοί από τους οποίους ήταν πρώην φοιτητές ακτιβιστές) και λειτούργησαν ως κοινωνικός πυροκροτητής για το επαναστατικό κίνημα που ακολούθησε.34 Ένας εργάτης ενδυμάτων από τη Γιανγκόν εξήγησε αργότερα ότι η κοινή αλληλεγγύη μεταξύ φοιτητών και εργατών όλα αυτά τα χρόνια είναι αυτό που τους επέτρεψε να ενώσουν τις δυνάμεις τους στις 6 Φεβρουαρίου και καθ’ όλη τη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων:

«Έχουμε συνηθίσει σε απεργίες στα εργοστάσια, αλλά το να χτυπάς τον στρατό με όπλα είναι διαφορετικό. Δεν έχουμε συμμετάσχει σε πολιτικές απεργίες στο παρελθόν. Αλλά οι φοιτητές έχουν άφθονη τέτοια εμπειρία. Και σε αυτά τα μέρη, πολλοί εργάτες γνωρίζουν ότι οι φοιτητές πάντα υποστηρίζουν τους εργάτες όταν απεργούν.»35

Η στοχοποίηση αυτών των ακτιβιστών και η πρακτική απαγόρευση των περισσότερων συνδικάτων στη Μιανμάρ μετά το πραξικόπημα ήταν μια υπολογισμένη κίνηση για να ξεριζωθούν αυτά τα δίκτυα και να στερηθούν την ικανότητα δράσης. Ένα από τα αποτελέσματα της καταστολής ήταν η διακοπή αυτών των δεσμών, αν και όχι εντελώς. Η υπόγεια οργάνωση των εργαζομένων στα σημεία παραγωγής συνεχίζεται υπό το νέο στρατιωτικό καθεστώς, παρά τις ακραίες δυσκολίες και τους κινδύνους που συνεπάγεται.36 Αλλά η γενική τάση μεταξύ της αριστεράς ήταν να εγκαταλείψει την προώθηση της αυτενέργειας της εργατικής τάξης και να ενταχθεί στις πολλαπλασιαζόμενες ένοπλες ομάδες που προέκυψαν μετά την ήττα της γενικής απεργίας του Μαρτίου.

 

Ένας «λαϊκός επαναστατικός πόλεμος»;

Η πτέρυγα της άρχουσας τάξης που ανατράπηκε με το πραξικόπημα του Φεβρουαρίου ανασυντάχθηκε ως Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ). Αν και επικεφαλής της είναι ο ΕΣΔ, η ΚΕΕ περιλαμβάνει αρκετούς πολιτικούς από εθνικές μειονότητες και προσπάθησε να ξεπεράσει τη σύγκρουση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας μέσω ενός πολιτικού προγράμματος για ένα νέο βιρμανικό κράτος: ένα νέο σύνταγμα και ένα ομοσπονδιακό πολιτικό σύστημα που θα παρέχει αυτονομία στις περιοχές των εθνικών μειονοτήτων καθώς και ιθαγένεια για τους Ροχίνγκια. Μια συνιστώσα της στρατηγικής της ΚΕΕ για την εξουσία είναι ο «επαναστατικός λαϊκός πόλεμος», που επιδιώκει να ηγεμονεύσει στις διάφορες πολιτοφυλακές («δυνάμεις λαϊκής άμυνας» ή ΔΛΑ) που προέκυψαν ως αντιπολίτευση στο πραξικόπημα, παράλληλα με την προσέλκυση των εθνοτικών ένοπλων οργανώσεων (ΕΕΟ) που είτε βρίσκονταν σε πόλεμο είτε διατηρούσαν εκεχειρία με το βιρμανικό καθεστώς πριν από το πραξικόπημα.37

Υπάρχουν δύο τύποι ΔΛΑ που πολεμούν σήμερα το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ: οι αυτόνομες τοπικές δυνάμεις άμυνας και εκείνες που συνδέονται άμεσα με το υπουργείο Άμυνας της ΚΕΕ. Οι τοπικές ομάδες αναπτύχθηκαν από τους αγώνες της βάσης κατά των δυνάμεων ασφαλείας και λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τη ΚΕΕ. Εν τω μεταξύ, οι άλλες ένοπλες ομάδες διατηρούν ισχυρότερους δεσμούς με τη ΚΕΕ: ορισμένες δημιουργήθηκαν απευθείας από τη ΚΕΕ, ενώ άλλες προσπάθησαν να συνδεθούν στενότερα με την παράλληλη κυβέρνηση.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχουν 500 ΔΛΑ που λειτουργούν σε ολόκληρη τη χώρα, με τις περισσότερες να λειτουργούν ως πολιτοφυλακές σε επίπεδο δήμου. Το μέγεθος κάθε μονάδας κυμαίνεται από μεγάλες ομάδες που περιλαμβάνουν αρκετές εκατοντάδες άτομα έως μικρούς πυρήνες δύο ή τριών δεκάδων ατόμων. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους κυμαίνονται από 25.000 ένοπλους μαχητές έως και 100.000, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκπαιδεύονται ή επιδιώκουν να καταταγούν. Οι αριθμοί αυτοί μπορούν να προστεθούν στους 30.000 αντάρτες μαχητές που αποτελούν τις εθνικές πολιτοφυλακές που συμμετέχουν σήμερα σε μάχες κατά του καθεστώτος.

Οι αριθμοί αυτοί ωχριούν σε σύγκριση με τους 400.000 στρατιώτες του Τατμαντό, τις δυνάμεις συνοριοφυλακής και τις φιλοκυβερνητικές πολιτοφυλακές. Ωστόσο, έχουν θέσει υπό πίεση το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ, το οποίο έχει εξαντληθεί σε ορισμένες απομακρυσμένες περιοχές, προκαλώντας περίπου 4.000 απώλειες και δημιουργώντας μια σταθερή ροή αποστασιών. Πολλοί από αυτούς τους αποστάτες βοηθούν στην εκπαίδευση και την καθοδήγηση των ένοπλων ανταρτών και διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στη διεξαγωγή εκτεταμένων επιχειρήσεων προπαγάνδας με στόχο την προώθηση των αποστασιών και των ανταρσιών στις τάξεις του Τατμαντό.

Οι δυνάμεις της αντίστασης κυριαρχούν σήμερα σε πέντε κύρια «μέτωπα»: Το ανατολικό μέτωπο των πολιτειών Καγιάχ και Καγίν, όπου οι ΔΛΑ πολεμούν μαζί με παρατάξεις της Εθνικής Ένωσης Καρέν (ΕΕΚ) και του Εθνικού Προοδευτικού Κόμματος Καρέννι, στο βόρειο τμήμα της πολιτείας Σαν, όπου ο Στρατός της Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας της Μιανμάρ και η Βόρεια Συμμαχία του έχουν εμπλακεί σε μάχες και σε όλο το Δέλτα του Ιραουάντι και τις κεντρικές πεδιάδες, όπου ένα μωσαϊκό από αντάρτες αστικών και αγροτικών περιοχών εμπλέκεται σε μια διάχυτη και αστικοποιημένη εξέγερση που περιλαμβάνει βομβιστικές επιθέσεις και δολοφονίες στρατιωτικού προσωπικού.

Εν τω μεταξύ, η ΚΕΕ έχει την έδρα της στην πολιτεία Καγίν υπό την προστασία της KNU, ενώ οι δυνάμεις στις άλλες περιοχές βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό εκτός του επιχειρησιακού ελέγχου ή της διοίκησής της. Είναι σημαντικό ότι ο στρατός Αρακάν στην πολιτεία Ρακίν και ο στρατός της Ενωμένης Πολιτείας Ουά και οι συνεργάτες του στην πολιτεία Σαν διατήρησαν την εκεχειρία τους και υιοθέτησαν θέση ένοπλης ουδετερότητας σε σχέση με το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ.

Στην έκθεσή τους για το Κέντρο Ουίλσον, «Καταλαμβάνοντας το κράτος: Η ανάδυση ενός περιφερειακού παράγοντα ασφαλείας στη Μιανμάρ», οι Ye Myo Hein και Lucas Meyers υποστηρίζουν ότι υπάρχουν δύο κύριοι παράγοντες που εμποδίζουν σήμερα τον «επαναστατικό πόλεμο» της ΚΕΕ. Ο πρώτος είναι η έλλειψη βαρέως οπλισμού, η οποία δυσκολεύει τις ΔΛΑ να καταλάβουν και να κρατήσουν εδάφη και να αντιμετωπίσουν την ανώτερη χερσαία και αεροπορική δύναμη του Τατμαντό. Η άλλη είναι η έλλειψη μιας κεντρικής δομής διοίκησης και ελέγχου ικανής να υπερνικήσει εκείνη του Τατμαντό. Δεδομένων αυτών των πλεονεκτημάτων, ο Τατμουντό μπορεί να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του εναντίον απομονωμένων και ασυντόνιστων ανταρτών, περιορίζοντας και νικώντας τους κατά τη διάρκεια μηνών, αν όχι ετών. Εν τω μεταξύ, πολλές από τις ΕΕΟ είναι δικαιολογημένα δύσπιστες απέναντι στην ΚΕΕ υπό την ηγεσία του ΕΣΔ δεδομένης της προηγούμενης μεταχείρισης των εθνοτικών μειονοτήτων και δεν έχουν ακόμη εμπλακεί πέρα από τα σύνορα των εθνοτικών τους περιοχών για να σώσουν τις πολιορκημένες ΔΛΑ.

Ιστορικά, ο Τατμαντό υιοθέτησε μια παρόμοια στρατηγική κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βιρμανίας (ΚΚΒ) περιορίζοντάς το στα σύνορα και εξαλείφοντας απομονωμένους θύλακες στις κεντρικές περιοχές· μια παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε εναντίον του Πανβιρμανικού Φοιτητικού Δημοκρατικού Μετώπου μετά την εξέγερση του 1988.

Πράγματι, ο ένοπλος αγώνας δεν είναι κάτι καινούργιο για τη βιρμανική αριστερά και έχει παίξει έναν θεμελιωδώς καταστροφικό ρόλο. Η στροφή του ΚΚΒ στον ένοπλο αγώνα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της πρώιμης περιόδου ανεξαρτησίας ήταν καταστροφική, βοηθώντας στην υποταγή της εργατικής τάξης στις αστικές-εθνικιστικές δυνάμεις, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα στρατιωτικοποιημένο πολιτικό έδαφος που απέκλειε την εργατική τάξη από την ανεξάρτητη δράση και δίνοντας στον Τατμαντό έναν λόγο να κατασκευάσει έναν συγκεντρωτικό κατασταλτικό μηχανισμό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον των εργαζομένων και των φτωχών.38 Αυτό αντανακλούσε μια ευρύτερη μετατόπιση στα σταλινοποιημένα κομμουνιστικά κόμματα διεθνώς, όπου ο στόχος της αυτοχειραφέτησης της εργατικής τάξης αντικαταστάθηκε από την ταξική συνεργασία και την υποκατάσταση από άλλες ταξικές δυνάμεις (όπως ένοπλες ομάδες εμπνευσμένες από τον μαοϊσμό). Από αυτή την άποψη, όσοι από τη βιρμανική αριστερά προσχωρούν στις ένοπλες λαϊκές πολιτοφυλακές δεν έχουν ακόμη ξεφύγει από αυτή την καταστροφική κληρονομιά.

Οι Hein και Meyers υποστηρίζουν ότι για να ξεπεραστούν οι σημερινοί περιορισμοί, οι πολιτοφυλακές θα πρέπει να βρουν τρόπο να αποκτήσουν πρόσβαση σε βαρύ πυροβολικό, πιθανότατα μέσω περιφερειακών δυνάμεων όπως η Κίνα, να θέσουν τις τοπικές και εθνικές ομάδες υπό κεντρικές δομές διοίκησης και να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν το κακό ιστορικό του ΕΣΔ με τις εθνοτικές μειονότητες. Με άλλα λόγια, ο «λαϊκός επαναστατικός πόλεμος» είναι μια μορφή καπιταλιστικής αποκατάστασης από τα πάνω: μια σταδιακή στρατηγική που επιδιώκει να περιορίσει τον αγώνα κατά του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ στην αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας. Μια τέτοια προσέγγιση υποτάσσει αναγκαστικά τα ταξικά συμφέροντα των εργατών και των φτωχών, καθυστερώντας τα αιτήματα και τα παράπονά τους μέχρι το μακρινό μέλλον, όταν θα έχει επιτευχθεί μια σταθερή δημοκρατία.

Η στρατιωτικοποιημένη προσέγγιση αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη ρήξη με το επαναστατικό κίνημα που παρατηρήθηκε τις πρώτες εβδομάδες του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου 2021. Εκεί που οι απεργίες και οι μαζικές διαδηλώσεις έδιναν αυτοπεποίθηση σε άλλους εργαζόμενους και προσέλκυαν και ευρύτερα στρώματα στον αγώνα, οι βομβιστικές επιθέσεις, οι στοχευμένες δολοφονίες και οι πυροβολισμοί επιτυγχάνουν το αντίθετο. Κατά τραγικό τρόπο, η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της αντίστασης συμβάλλει στην εδραίωση ενός πολιτικού εδάφους που αποκλείει τη δημοκρατική και λαϊκή συμμετοχή της εργατικής τάξης και του «λαού».

Είναι απίθανο ο στρατιωτικός αγώνας να μπορέσει να ανατρέψει τον Τατμαντό. Ωστόσο, ακόμη και αν ο «λαϊκός επαναστατικός πόλεμος» είναι επιτυχής, το ιστορικό του ΕΣΔ στην εξουσία έχει δείξει ξεκάθαρα ότι η ΚΕΕ δεν θα αντιμετωπίσει τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί. Δεν έχουν υπάρξει ενδείξεις από την ΚΕΕ ότι θα δώσει λύση στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια της καπιταλιστικής τάξης ούτε έχουν υπάρξει ενδείξεις ότι θα καταργήσουν τους νόμους που διώκουν τους μικροκαλλιεργητές και τους διώχνουν από τη γη τους και το θλιβερό ιστορικό του ΕΣΔ με τις εθνικές μειονότητες σημαίνει ότι μια δημοκρατική λύση στα εθνικά ζητήματα, πλήρης αυτοδιάθεση για τη γη και την εργασία είναι απίθανη, δεδομένου ότι οι παραμεθόριες περιοχές είναι ένας βασικός τόπος συσσώρευσης κεφαλαίου για τους ντόπιους και περιφερειακούς καπιταλιστές που επιδιώκουν να εκπροσωπήσουν. Αυτό συμβαίνει επειδή η αμφισβήτηση οποιασδήποτε από αυτές τις συνθήκες σημαίνει ότι πρέπει να αναμετρηθούμε με την οικονομική και πολιτική δύναμη της άρχουσας τάξης της Βιρμανίας, κάτι που γνωρίζουμε ότι οι δυνάμεις που συσπειρώνονται γύρω από την ΚΕΕ δεν ενδιαφέρονται να κάνουν. Αντ’ αυτού, η ΚΕΕ θα επιδιώξει να ιδιωτικοποιήσει μεγαλύτερα τμήματα του κρατικού κεφαλαίου προκειμένου να αποδυναμώσει το σώμα των αξιωματικών, όπως αναφερόταν στην ατζέντα οικονομικών μεταρρυθμίσεων του ΕΣΔ πριν από το πραξικόπημα.39 Ωστόσο, οποιαδήποτε μετάβαση σε μια πιο πλήρως εμπορευματοποιημένη οικονομία θα άνοιγε απλώς τη χώρα σε περισσότερες παρασιτικές εγχώριες και ξένες επενδύσεις από το μεγάλο κεφάλαιο. Τα μέτρα αυτά θα επιδείνωναν περαιτέρω τις τάσεις για απαλλοτρίωση της γης στις αγροτικές περιοχές, οι οποίες έχουν ενισχύσει την αύξηση της χαμηλόμισθης απασχόλησης στα αστικά κέντρα.

Όλα αυτά υποδεικνύουν τα προβλήματα με μια τέτοια σταδιακή θεώρηση της επανάστασης που επιδιώκει να περιορίσει τον αγώνα ενάντια στο καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ στη στενή κατάκτηση της καπιταλιστικής κρατικής εξουσίας με μια ευρεία συμμαχία μεταξύ των εργαζομένων, των φτωχών και των δυσαρεστημένων τμημάτων της αστικής ελίτ. Αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε ότι κάποια ένοπλη συνιστώσα είναι απαραίτητη για την ανατροπή του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ, αλλά ο στόχος όσων επιδιώκουν να δουν τα καθήκοντα της ημιτελούς επανάστασης της Μιανμάρ να πετυχαίνουν (πολιτική και οικονομική δημοκρατία, γη στους μικροκαλλιεργητές και αυτοδιάθεση για τις εθνικές μειονότητες) δεν πρέπει να είναι η βοήθεια στην κατασκευή μιας νέας «γραφειοκρατικο-στρατιωτικής μηχανής» που δεν είναι σε θέση να λύσει κανένα από αυτά τα προβλήματα.

 

Από τη συνδυασμένη και ανισόμερη ανάπτυξη στη διαρκή επανάσταση

Η θεωρία της διαρκούς επανάστασης του Λέον Τρότσκι40 προσφέρει μια εναλλακτική λύση απέναντι στις θεωρίες των σταδίων της επανάστασης. Αυτό το επιτυγχάνει συνδυάζοντας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές προκλήσεις στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Στη Μιανμάρ αυτές περιλαμβάνουν: την απόκτηση της γης από τους μικροκαλλιεργητές ενάντια στα μεγάλα γαιοκτημονικά συμφέροντα που συνδέονται με πρώην στρατιωτικούς, κρατικούς αξιωματούχους και τους διαπλεκόμενούς τους, την επίλυση του εθνικού ζητήματος και, φυσικά, την επαναφορά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μέσω της ανατροπής του καθεστώτος του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ. Κανένα από αυτά τα αιτήματα δεν είναι, από μόνο του, ασυμβίβαστο με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις αλλά η επίτευξή τους στο πλαίσιο της συνδυασμένης και ανισόμερης ανάπτυξης της Μιανμάρ εγείρει αναγκαστικά τη δυνατότητα κοινωνικής επανάστασης προκειμένου να σπάσει ο δεσμός των ταξικών δυνάμεων μέσω του οποίου διατηρείται η χούντα του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ.

Η θεωρία του Τρότσκι υποστηρίζει ότι μόνο η εργατική τάξη μπορεί να προσφέρει λύση σε αυτά τα καθήκοντα, αμφισβητώντας ολόκληρη τη βάση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Αν και η εργατική τάξη μπορεί να είναι νέα και μικρή σε αριθμό, η συγκέντρωσή της σε μεγάλες, σύγχρονες επιχειρήσεις, σε τομείς της οικονομίας που είναι κρίσιμοι για το κράτος και τα περιφερειακά δίκτυα των καπιταλιστών, της δίνει το απαραίτητο κοινωνικό βάρος για να αναλάβει την πολιτική ηγεσία της «δημοκρατικής επανάστασης» ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία. Αντί να παραδώσει εθελοντικά την πολιτική εξουσία πίσω στην αστική τάξη, η οποία είναι ανίκανη να ηγηθεί του αγώνα ενάντια στον Τατμαντό, η εργατική τάξη μπορεί να μετατρέψει τη δημοκρατική επανάσταση σε σοσιαλιστική επανάσταση, παρακάμπτοντας την ανάγκη για μια φάση αστικής δημοκρατίας. Η απομόνωση μιας τέτοιας επανάστασης στη Μιανμάρ θα πρέπει να τερματιστεί με τη διεθνοποίηση της επαναστατικής διαδικασίας μέσω παρόμοιων αγώνων στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας.

Η θεωρία του Τρότσκι είναι επίσης στενά συνδεδεμένη με τη μαρξιστική στάση απέναντι στο καπιταλιστικό κράτος και την επαναστατική κρίση. Όλες οι επαναστάσεις στις οποίες συμμετείχε μια σημαντική εργατική συνιστώσα παρήγαγαν καταστάσεις «δυαδικής εξουσίας»: μια αντιπαράθεση μεταξύ των οργάνων της εργατικής εξουσίας ενάντια σε ένα σοβαρά αποδυναμωμένο καπιταλιστικό κράτος. Αυτά τα όργανα της εργατικής εξουσίας προκύπτουν οργανικά από τον ίδιο τον επαναστατικό αγώνα, όπως η ανάγκη συντονισμού των απεργιών, η διατύπωση πολιτικών αιτημάτων, η υπεράσπιση των μαζών από τη βία του καπιταλιστικού κράτους και η συνέχιση της παροχής βασικών υπηρεσιών υπό τον έλεγχο των ίδιων των εργαζομένων. Όμως η ύπαρξη δυαδικής εξουσίας και οι θεσμοί της εργατικής εξουσίας από μόνες τους δεν αρκούν για να νικήσουν το καπιταλιστικό κράτος μια επαναστατική οργάνωση με στόχο την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί ότι το καπιταλιστικό κράτος δεν θα μπορέσει να ανασυνταχθεί.

Λαμβάνοντας αυτό υπόψη: γιατί η εργατική τάξη της Μιανμάρ δεν μπόρεσε να ανατρέψει το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ κατά τη διάρκεια του μεγάλου κύματος απεργιών τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο; Ξεχωρίζουν δύο παράγοντες:

 

1. Η αδυναμία δημιουργίας μιας δεύτερης κυβερνητικής εξουσίας των εργαζόμενων μαζών.

Οι γενικές απεργίες της 8ης, της 15ης και της 22ας Φεβρουαρίου είχαν ενώσει τους εργάτες με τους φτωχούς των πόλεων και της υπαίθρου, καθιστώντας τους την κινητήρια δύναμη του επαναστατικού αγώνα. Η εκτεταμένη γενική απεργία που ξεκίνησε στις 8 Μαρτίου αποτέλεσε το επόμενο βήμα και άρχισε να τίθεται το ερώτημα ποιος θα έπρεπε να κυβερνήσει τη Μιανμάρ με πιο άμεσο τρόπο. Μέσα από κάθε μία από αυτές τις γενικές απεργίες ήταν δυνατό να καταγραφούν φευγαλέες αναλαμπές μιας επαναστατικής κυβέρνησης των εργαζόμενων μαζών.

Για παράδειγμα, τα δίκτυα υποστήριξης των ΚΠΑ που εκτείνονται από τα συνδικάτα μέχρι τις κοινοτικές ομάδες και βοήθησαν στη στήριξη των εργατών που απεργούσαν, καταδεικνύουν τη δύναμη των απλών ανθρώπων να αντλούν από τους δικούς τους συλλογικούς πόρους και να παρέχουν τα απαραίτητα που συχνά αναλαμβάνει το κράτος: τροφή, νερό, πρόνοια, ιατρική βοήθεια, παράλληλα με το καταφύγιο για όσους αποφεύγουν τη σύλληψη. Επίσης, οι οργανώσεις αυτοάμυνας της γειτονιάς και οι μαχητές του δρόμου λειτούργησαν ως πολιτοφυλακή που ασκούσε προστασία και επιτήρηση ενάντια στα κατασταλτικά όπλα του κράτους.

Αλλά ο πυρήνας των γενικών απεργιών ήταν οι επιτροπές που οργανώθηκαν απευθείας από τους ίδιους τους απεργούς εργάτες. Σε ορισμένα μέρη οι επιτροπές αυτές ανέλαβαν τον άμεσο έλεγχο της παραγωγής: οι εργαζόμενοι στον ηλεκτρισμό στη Γιανγκόν κατέλαβαν τους χώρους εργασίας τους για να εμποδίσουν τις δυνάμεις ασφαλείας να πραγματοποιούν νυχτερινές επιδρομές στις αρχές Φεβρουαρίου οι ναυτικοί, οι οδηγοί φορτηγών και οι εργάτες των ναυπηγείων στον τερματικό σταθμό της Γιανγκόν άρχισαν να οργανώνουν τη μεταφορά τροφίμων, φαρμάκων και άλλων βασικών αγαθών στα τέλη Φεβρουαρίου και στις αρχές Μαρτίου.41

Στην πιο ανεπτυγμένη μορφή τους, οι απεργιακές επιτροπές συγχωνεύτηκαν με οργανώσεις αυτοάμυνας της γειτονιάς, όπως αυτή που δημιουργήθηκε σε ένα συγκρότημα κατοικιών κοντά στο σταθμό Μα Χλβά Γκόνε στην πόλη Μινγκαλάι Τάουνγκ Νιουντ της Γιανγκόν.42 Η απεργιακή επιτροπή έγινε η κύρια πολιτική αρχή στην περιοχή, εμπλέκοντας σιδηροδρομικούς, νοσοκόμες, γιατρούς, δασκάλους, δημόσιους υπαλλήλους, φοιτητές και άλλους ντόπιους σε κοινό αγώνα κατά του πραξικοπήματος, οργανώνοντας πικετοφορίες και καταλήψεις χώρων εργασίας (όπως οι τακτικές συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας σε διάφορους σιδηροδρομικούς σταθμούς και σιδηροδρομικά κέντρα σε όλη τη Γιανγκόν), επιχειρώντας να συναναστραφεί και να διαπραγματευτεί με στρατιώτες, πραγματοποιώντας νυχτερινές περιπολίες ασφαλείας στην περιοχή, παράλληλα με την παροχή ειδών πρώτης ανάγκης στους ντόπιους. Ενώ παρόμοιοι φορείς παρέμειναν απομονωμένοι γεωγραφικά σε θύλακες της Γιανγκόν, οι ντόπιοι στο Μανταλάι και στο Μπάγκο ανέφεραν επίσης την ύπαρξη απεργιακών επιτροπών γειτονιάς.43

Δυστυχώς, αυτές οι επαναστατικές πρωτοβουλίες δεν κατέληξαν ποτέ σε ένα συνεκτικό σύστημα συλλογικής αυτοδιαχείρισης. Για να φτάσουν στο επίπεδο μιας επαναστατικής κυβέρνησης των εργαζόμενων μαζών, αυτές οι εμπειρίες θα έπρεπε να γενικευτούν τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Θα έπρεπε επίσης να διεισδύσουν στα κέντρα συσσώρευσης του κεφαλαίου που παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αλώβητα από τις απεργίες, ιδίως στα κοιτάσματα φυσικού αερίου της θάλασσας Ανταμάν και στα ορυχεία νεφρίτη της πολιτείας Κατσίν. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσαν να αρχίσουν να παρέχουν μια βάση για ένα δίκτυο εργατικών συμβουλίων που θα μπορούσαν τελικά να διεκδικήσουν την εξουσία.

Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι οι Επιτροπές Γενικής Απεργίας που σχηματίστηκαν στα μέσα Φεβρουαρίου θα μπορούσαν να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο αν είχαν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν. Μέσω των απεργιακών επιτροπών, θα ήταν ίσως δυνατό να σχηματιστούν τόσο απεργιακές επιτροπές πόλεων όσο και ένα εθνικό σώμα που θα μπορούσε να θέσει την εργατική τάξη σε καλύτερη θέση για να απαντήσει στα ζητήματα που έθεσε η διευρυμένη γενική απεργία της 8ης Μαρτίου. Αν τελείωναν τα καύσιμα και οι προμήθειες ενέργειας, οι εργάτες θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν την παραγωγή υπό τον δικό τους έλεγχο για να τροφοδοτήσουν την εργατική τάξη και τις λαϊκές συνοικίες, συνεχίζοντας να παραλύουν το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ και την καπιταλιστική τάξη. Τα αγροκτήματα, τα εργοστάσια επεξεργασίας τροφίμων και οι αγορές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν με παρόμοιο τρόπο. Σε γενικές γραμμές, μια συνειδητά φιλοεπαναστατική ηγεσία του εργατικού κινήματος θα έβρισκε τρόπους να επεκτείνει και να εμβαθύνει το κίνημα, συνεχίζοντας παράλληλα να ικανοποιεί τις ανάγκες της λαϊκής βάσης του και των αμφιταλαντευόμενων μεσαίων στρωμάτων. Αν οι εργαζόμενοι άρχιζαν να καταλαμβάνουν και να παίρνουν υπό τον έλεγχό τους τους χώρους εργασίας τους για να φέρουν εις πέρας αυτά τα καθήκοντα, θα είχαν τεθεί και άλλα ζητήματα ιδίως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το «ιερό» δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας και το δικαίωμα της διοίκησης να διευθύνει. Σε αντίθεση με την ΕΕΠΧ [Επιτροπή Εκπροσώπησης στο Πιινταουνγκσού Χλουττό], αυτό το είδος πολιτικής εξουσίας θα αποτελούσε οργανική έκφραση των ανθρώπων που συμμετείχαν στους καθημερινούς αγώνες κατά της δικτατορίας: μια εξουσία ικανή να θέσει σε άμεση αμφισβήτηση την πολιτική και οικονομική εξουσία του καθεστώτος του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ.

Εν τω μεταξύ, η αδυναμία των σχηματισμών της εργατικής εξουσίας να εδραιωθούν στην πρωτεύουσα Ναϊπιτάου, την έδρα της κυβέρνησης, σήμαινε ότι ο στρατός μπορούσε να αντέξει τις πιο δύσκολες ημέρες. Κατασκευάζοντας μια τεχνητή πρωτεύουσα, μακριά από το αστικό κέντρο της Ρανγκούν (Γιανγκόν), ο στρατός απέτρεψε με επιτυχία τις μάζες από το να ασκήσουν το είδος της πίεσης που ανάγκασε ένα τμήμα του σώματος των αξιωματικών να έρθει σε ρήξη με το καθεστώς του ΒΚΣΠ το 1988.44 Οποιαδήποτε στρατηγική που δεν επιδιώκει να αντιμετωπίσει και τελικά να καταστρέψει την καρδιά του καθεστώτος του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ στη Ναϊπιτάου δεν μπορεί να πετύχει, καθώς αφήνει άθικτο τον πυρήνα του σώματος των αξιωματικών και τους επιτρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν.

Αντίστοιχα, το κίνημα έχει καταδικαστεί από την αδυναμία του να προωθήσει μαζικές ανταρσίες στο εσωτερικό της Τατμαντό. Η απώλεια του κατασταλτικού μηχανισμού για το κράτος, ή τουλάχιστον η ριζική αποδυνάμωσή του, υπήρξε καθοριστική για την επιτυχία των περισσότερων σύγχρονων επαναστάσεων.

Πολλοί προσπάθησαν να υποστηρίξουν ότι ο Τατμαντό είναι ένας στρατός που δεν μοιάζει με κανέναν άλλον και είναι αδιαπέραστος από τέτοιου είδους εκκλήσεις. Ο Bertil Lintner, γράφοντας στους Asia Times, υποστήριξε ότι ένας συνδυασμός παραγόντων εξασφάλισε ότι δεν άνοιξαν ρωγμές στο καθεστώς. Παραθέτει την ιδεολογία της «διπλής λειτουργίας», η οποία δικαιολογεί τον εξέχοντα ρόλο του στρατού στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη καθώς και στην εθνική άμυνα (οι «τρεις κύριες αιτίες»), τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα μέσω των εταιρειών που ελέγχονται από τον στρατό και τον φόβο της τιμωρίας για τα πολλά εγκλήματά του, είτε πρόκειται για προηγούμενες θηριωδίες σε εθνοτικές περιοχές είτε για τις πρόσφατες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της καταστολής της εξέγερσης.45 Αλλά οι ρωγμές που προέκυψαν μέσω των αποστασιών προς το κίνημα κατά του πραξικοπήματος αποκαλύπτουν τις ίδιες ταξικές διαιρέσεις που δομούν κάθε σύγχρονο στρατό.

«Υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα στον πλούτο μεταξύ των ανώτερων και των κατώτερων βαθμίδων του Τατμαντό», εξηγεί ο πρώην στρατιωτικός λοχαγός Νιι Θούτα, ένας από τους εκατοντάδες αποστάτες και ιδρυτής της ομάδας Στρατιώτες του Λαού, η οποία πρωτοστατεί στην παροχή βοήθειας στις αποστασίες.46 Τα ανώτερα κλιμάκια του Τατμαντό προέρχονται σε συντριπτικό βαθμό από την άρχουσα τάξη και διατηρούν οικονομικούς, οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς με αυτήν, ενώ τα μεσαία και κατώτερα κλιμάκια προέρχονται από τους φτωχούς των πόλεων και της υπαίθρου. «Μόνο οι ανώτεροι αξιωματούχοι συνδέονται με τον επιχειρηματικό τομέα του στρατού», λέει ο ίδιος. «Αυτοί οι αξιωματούχοι αποκομίζουν τα κέρδη από αυτές τις επιχειρήσεις, ενώ το κατώτερο προσωπικό δεν έχει κανένα μερίδιο. Παρόλο που [οι στρατηγοί] μιλούν πάντα για “οικοδόμηση του κράτους”, σε πολλούς από εμάς φαίνεται ότι απλά “οικοδομούν” για τον εαυτό τους».

Επιπλέον, ο λοχαγός Θούτα λέει ότι από τους 400.000 στρατιώτες, μόνο το 20% έχει αναπτυχθεί για να ασκήσει βία κατά των πολιτών. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου, το μεγαλύτερο μέρος της βίας διαπράχθηκε από την ελεγχόμενη από τον στρατό αστυνομία αντιμετώπισης ταραχών, ενώ οι περισσότεροι στρατιώτες παρέμειναν στους στρατώνες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι στρατιώτες είναι αναξιόπιστοι, ή τουλάχιστον θεωρούνται τέτοιοι από τους αξιωματικούς τους.

Περαιτέρω απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι τα μέσα με τα οποία διατηρήθηκε η αφοσίωση. Οι στρατιώτες και οι οικογένειές τους ζουν μια αυστηρά ελεγχόμενη ζωή, διαμένουν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις που απαιτείται άδεια για να φύγουν, με αποτέλεσμα αυτό που ο λοχαγός Θούτα περιγράφει ως κατάσταση «ομηρίας». «Πολλοί στρατιώτες επιθυμούν να αυτομολήσουν», διευκρινίζει, αναφερόμενος στο 75% των στρατιωτών που φέρεται να απορρίπτουν το πραξικόπημα. «Αλλά φοβούνται για την ασφάλεια και τη ζωή των οικογενειών τους που παραμένουν στις στρατιωτικές βάσεις. Όσοι έχουν οικογένεια για την οποία πρέπει να ανησυχούν, δεν είναι προετοιμασμένοι να ζήσουν κυνηγημένοι, όπως κάνουν σήμερα οι αποστάτες. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, τα βασικά μέλη του στρατού και οι οικογένειές τους υποφέρουν όσο και ο λαός».

Η ταύτιση με την ιδεολογία των «τριών κύριων αιτιών» εξαρτάται από την ικανότητα του Τατμαντό να παρουσιάζεται ως η μόνη νόμιμη και κυρίαρχη κρατική δύναμη. Ως εκ τούτου, ένα αντίπαλο σώμα με παρόμοιες αξιώσεις λαϊκής νομιμότητας έχει την ικανότητα να αποσπάσει μεγάλα τμήματα στρατιωτών από τους διοικητές τους. Αυτό βοηθά στην εξήγηση του αριθμού των αποστασιών που έχουν λάβει χώρα προς τις διάφορες δυνάμεις αντίστασης, οι οποίες υπολογίζονται σε 2.000 στρατιώτες και 6.000 αστυνομικούς. Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι αρκετοί για να ανατρέψουν το καθεστώς, αλλά ούτε και ασήμαντοι. Για λιποτάκτες όπως ο λοχαγός Θούτα, η ιδεολογική τους προσήλωση στην ιδέα ότι το καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ θα μπορούσε να ανατραπεί –σε συνδυασμό με προσωπικές συνθήκες όπως η απουσία οικογένειας που ζει σε στρατιωτική βάση– στηρίζει την ικανότητά τους να ανέχονται τις υλικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι λιποτάκτες. Για άλλους που επιθυμούν να αυτομολήσουν, η απουσία σαφούς εναλλακτικής λύσης σημαίνει ότι δεν βλέπουν άλλη επιλογή από το να παραμείνουν στον κλοιό του Τατμαντό.

Αν υπήρχε μια τέτοια εναλλακτική λύση τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο –μια επαναστατική «κυβέρνηση των εργαζόμενων μαζών»– η εικόνα θα ήταν πολύ διαφορετική. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις αδελφοποίησης μεταξύ εργατών και στρατιωτών –όπως οι εργάτες έξω από την Κεντρική Τράπεζα της Γιανγκόν που πόζαραν με στρατιώτες για ομαδικές φωτογραφίες ενώ τους προέτρεπαν να ενταχθούν στο ΚΠΑ– θα μπορούσαν να είχαν γίνει συντονισμένες και πιο διαδεδομένες.47 Μέσω αυτών των φορέων θα ήταν ίσως δυνατό να διατυπωθούν εκκλήσεις που να στοχεύουν στα παράπονα που νιώθουν οι στρατιώτες της βάσης απέναντι στους ανωτέρους τους: ανησυχίες για τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας, την επέκταση της δημοκρατίας στις τάξεις τους, την εθνικοποίηση των στρατιωτικών ομίλων υπό τον έλεγχο των εργαζομένων και τη διοχέτευση των πόρων τους σε βασικές υπηρεσίες για τους εργαζόμενους και τους φτωχούς, καθώς και την αμνηστία για τους στρατιώτες της βάσης για τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν ενώ ακολουθούσαν διαταγές. Σε συνδυασμό με τις μαζικές κατασχέσεις γης στην ύπαιθρο και την υποστήριξη των εθνικών μειονοτήτων, η έλλειψη «ειρήνης» και «σταθερότητας» στις παραμεθόριες περιοχές, που δικαιολογεί τις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις του Τατμαντό σε αυτές τις περιοχές, θα μπορούσε να ανατραπεί: μόνο η επανάσταση θα μπορούσε να λύσει τη διαρκή σύγκρουση και να επιφέρει μια δίκαιη ειρήνη. Οι στρατιώτες θα μπορούσαν να έχουν παρουσιάσει μια σαφή επιλογή: δεσμεύονται σε ένα διεφθαρμένο, άνισο και βίαιο κράτος που διοικείται από τον Μιν Άουνγκ Χλάινγκ και τους κολλητούς του; Ή δεσμεύονται σε μια δημοκρατική, απελευθερωτική και λαϊκή εναλλακτική λύση που οργανώνεται από τις «εργαζόμενες μάζες»;

 

2. Η απουσία επαναστατικής οργάνωσης.

Μόνο μια επαναστατική οργάνωση με βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και τους φτωχούς θα μπορούσε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Η επαναστατική οργάνωση δεν είναι μόνο προϋπόθεση για τον στόχο της εργατικής εξουσίας – η ύπαρξή της είναι επίσης απαραίτητη για να προσπαθήσουμε να μεγιστοποιήσουμε τα κέρδη των επιμέρους αγώνων πριν από αυτόν τον στόχο. Κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου υπήρχαν πραγματικές δυνατότητες ακόμη και για μικρές επαναστατικές οργανώσεις να επιτύχουν σοβαρά κέρδη και να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο στους αγώνες που ξεδιπλώνονταν. Υπήρχαν πολλές ενδείξεις ότι σημαντικός αριθμός εργαζομένων ήταν ανοιχτός στις επαναστατικές ιδέες και οι οδηγοί τρένων, οι νοσηλευτές, οι οδηγοί φορτηγών, οι ναυτικοί, οι δάσκαλοι και άλλοι προχωρημένοι εργαζόμενοι δρούσαν ως πρωτοπορία οδηγώντας άλλους στον αγώνα. Το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς τους προχωρημένους εργάτες καθοδηγούνταν από ριζοσπάστες φοιτητές –ή δούλευαν μαζί τους– δείχνει επίσης ότι μια επαναστατική οργάνωση με ρίζες στους φοιτητές θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε τέτοιους αγώνες. Το τραγικό είναι ότι όλα αυτά τα προχωρημένα στρώματα το έκαναν αυθόρμητα και δεν ήταν ενωμένα με ένα κοινό πολιτικό σχέδιο και οργάνωση.

Μια επαναστατική οργάνωση που θα είχε τις ρίζες της σε αυτά τα προηγμένα στοιχεία θα μπορούσε να αντλήσει από το αυθόρμητο κύμα μαχητικότητας που εξαπολύθηκε τον Φεβρουάριο και να προσπαθήσει να το γενικεύσει θα μπορούσε να επικοινωνήσει τις εμπειρίες των πιο προηγμένων εργατών που είχαν αναπτύξει απεργιακές επιτροπές με στόχο να ανεβάσουν κάθε αγώνα στο επίπεδο των πιο ανεπτυγμένων θα μπορούσε να τις συνδέσει μέσω των απεργιακών επιτροπών σε τοπική, περιφερειακή και εθνική βάση και θα μπορούσε να μετατρέψει τη μηχανή του επαναστατικού αγώνα σε μια κυβέρνηση των εργαζόμενων μαζών ικανή να θέσει μια άμεση πρόκληση σε ολόκληρη την άρχουσα τάξη.

Αν αυτοί οι παράγοντες υπήρχαν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, είναι πολύ πιθανό ότι θα είχε επιτευχθεί κάποια μορφή συμβιβαστικής συμφωνίας μεταξύ ενός τμήματος του σώματος των αξιωματικών και της ΕΕΠΧ (πιθανότατα ως αποτέλεσμα ενός αντιπραξικοπήματος που θα πραγματοποιούνταν από μεσαίους αξιωματικούς υπό το βάρος των ανταρσιών από κάτω) προκειμένου να ανακτηθεί ο έλεγχος της κατάστασης. Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα ακολουθούσε μια τέτοια κίνηση, αλλά είναι απίθανο ότι η κατάσταση που θα προέκυπτε θα ήταν σταθερή. Οι κοινωνικές δυνάμεις που θα απελευθερώνονταν μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας θα δημιουργούσαν μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας: από τη μία πλευρά, μια προσωρινή κυβέρνηση αποτελούμενη από την ΕΕΠΧ και το σώμα των αξιωματικών που ισχυριζόταν ότι εκπροσωπούσε «το λαό»· και από την άλλη, ένα επαναστατικό κίνημα με τις αρχικές οργανώσεις αυτοδιαχείρισης.

Ως εκ τούτου, υπάρχουν δύο έννοιες με τις οποίες η επανάσταση θα πρέπει να «αναπτυχθεί» από μια δημοκρατική σε μια σοσιαλιστική επανάσταση για να εκπληρώσει τις προσδοκίες του βιρμανικού λαού.

Πρώτον, οποιαδήποτε νέα «γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή» δεν θα μπορούσε να δώσει λύση στη συγκέντρωση πλούτου μεταξύ του σώματος των αξιωματικών, των κρατικών αξιωματούχων και των φίλων τους. Ούτε μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν σε θέση να λύσει το αγροτικό ζήτημα (γη στους μικροκαλλιεργητές) ούτε να δώσει μια δίκαιη λύση στο εθνικό ζήτημα. Αυτό συμβαίνει επειδή η αμφισβήτηση οποιασδήποτε από αυτές τις συνθήκες σημαίνει την αμφισβήτηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης της άρχουσας τάξης στο σύνολό της, κάτι που η τάξη των αξιωματικών –ακόμη και τα πιο ριζοσπαστικά τμήματά της– δεν θα κάνει ποτέ.

Δεύτερον, οποιαδήποτε επίθεση στην άρχουσα τάξη της Βιρμανίας είναι επίσης επίθεση στην άρχουσα τάξη της γειτονικής Κίνας, της Ταϊλάνδης και της Σιγκαπούρης, και αποτελεί ζήτημα ασφάλειας για τα κράτη της Ινδίας και του Μπαγκλαντές. Αντιμέτωπα με μια επαναστατική κατάσταση στη Βιρμανία, αυτά τα καθεστώτα θα γίνονταν μια περιφερειακή βάση αντεπανάστασης με την υποστήριξη άλλων αυτοκρατορικών δυνάμεων. Ωστόσο, ένα τέτοιο σενάριο ανοίγει τις επαναστατικές δυνατότητες των αγώνων για τη δημοκρατία μέσα σε αυτά τα γειτονικά καθεστώτα μόνο οι εργαζόμενες μάζες της περιοχής θα μπορούσαν να σώσουν τον βιρμανικό λαό εξαπολύοντας παρόμοιες επιθέσεις στις δικές τους άρχουσες τάξεις.

Καμία από αυτές τις τάσεις δεν επιτράπηκε να αναπτυχθεί, δεδομένου ότι η ΕΕΠΧ –ως εκπρόσωπος των φιλελεύθερων τμημάτων της άρχουσας τάξης της Μιανμάρ και των ηγετών των εθνοτικών μειονοτήτων που φιλοδοξούν να ενταχθούν σε αυτές– ήταν σε θέση να αναλάβει την πολιτική ηγεσία των απεργιών. Με τον τρόπο αυτό περιόρισαν το βάρος της επαναστατικής διαδικασίας μέσω τριών κρίσιμων παρεμβάσεων. Πρώτον, περιόρισαν τα αιτήματα του αγώνα σε διακοσμητικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις που απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τις υποκείμενες κοινωνικές ανησυχίες που κινητοποιούσαν τους εργαζόμενους και τους φτωχούς. Δεύτερον, το σαμποτάζ των απεργιακών επιτροπών από μέλη του ΕΣΔ που υποστήριζαν ότι τα όργανα αυτά θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε αντίπαλη βάση εξουσίας για την ΕΕΠΧ. Τέλος, προωθώντας το «δικαίωμα στην αυτοάμυνα» στα μέσα Μαρτίου (μετά από ενάμιση μήνα που καλούσαν σε «ειρηνική διαμαρτυρία» μπροστά στις σφαγές από τον Τατμαντό) βοήθησαν να διοχετευτεί το ευρέως διαδεδομένο συναίσθημα ότι ο Μιν Άουνγκ Χλάινγκ θα έπρεπε να ανατραπεί με ένοπλη βία, ώστε να εγκαταλειφθεί ο αγώνας στο σημείο παραγωγής για τον «επαναστατικό λαϊκό πόλεμο».48 Με αυτόν τον τρόπο ο ΕΣΔ και η ΕΕΠΧ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ήττα της εκτεταμένης γενικής απεργίας.

Η στρατηγική που ακολουθήθηκε από τη Συνομοσπονδία Συνδικάτων της Μιανμάρ (ΣΣΜ) και την Εργατική Συμμαχία της Μιανμάρ (το 16μελές συνδικαλιστικό όργανο που ξεκίνησε την εκτεταμένη γενική απεργία της 8ης Μαρτίου) φέρει επίσης ευθύνη για την ήττα. Δεν έδειξαν καμία διάθεση να διοχετεύσουν τη δημιουργική ενεργητικότητα από τα κάτω προς τις αρχικές μορφές εργατικής εξουσίας. Τα συνδικάτα αντ’ αυτού ζήτησαν από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να επιβάλουν εμπορικές κυρώσεις στο καθεστώς, το οποίο, όπως δείχνει η ιστορία, καταβαραθρώνει τις συνθήκες διαβίωσης των φτωχών, ενώ αφήνει ανέγγιχτους τους πλούσιους. Περιόρισαν συστηματικά τα αιτήματά τους σε όσα ήταν αποδεκτά από την ΕΕΠΧ, μετατρέποντας έτσι την εκτεταμένη γενική απεργία σε βοηθητικό όργανο της ΕΕΠΧ. Αυτό φαίνεται στις αμέτρητες διαδηλώσεις της εργατικής τάξης καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου που οδηγήθηκαν στα γραφεία των Ηνωμένων Εθνών, στο προξενείο των ΗΠΑ και στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας.49 Παρά τη νεολαία και τη μαχητικότητα πολλών συνδικάτων στη Μιανμάρ, τα οποία δεν είναι τόσο γραφειοκρατικά όσο τα αντίστοιχα δυτικά, και παρά τον κεντρικό ρόλο που έπαιξαν αμέτρητοι ακτιβιστές της εργατικής τάξης στην καθοδήγηση και την καταλυτική δράση του απεργιακού κύματος, το ηρωικό κίνημα κατασπαταλήθηκε. Η κυρίαρχη πολιτική που προωθήθηκε από τη γραφειοκρατία της ΣΣΜ μπλόκαρε το δρόμο προς πιο ριζοσπαστικά συμπεράσματα που έβγαζαν τμήματα εργαζομένων και εξασφάλισε ότι ο Τατμαντό θα μπορούσε να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Η αντεπαναστατική τρομοκρατία που χρησιμοποιήθηκε για τη συντριβή της εκτεταμένης γενικής απεργίας επιβεβαιώνει τα λόγια του Γάλλου επαναστάτη Σαιν Ζυστ – όσοι κάνουν μόνο μισή επανάσταση δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να σκάβουν τον τάφο τους.

 

«Μέχρι το τέλος του κόσμου»

Το ένστικτο του κινήματος που αντιτίθεται στη χούντα είναι υγιές: η πολεμική κραυγή όλων εκείνων που συνεχίζουν να αντιστέκονται στο καθεστώς του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ –«μέχρι το τέλος του κόσμου»– περιέχει μέσα της την υπόσχεση ενός διαρκούς αγώνα κατά της στρατιωτικής κυριαρχίας. Αλλά το ερώτημα παραμένει: ποια δύναμη στην κοινωνία είναι ικανή να τερματίσει τη στρατιωτική διακυβέρνηση και να δημιουργήσει ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αρχίσει να αντιμετωπίζει τις τεράστιες ανισότητες που χαρακτηρίζουν τη βιρμανική κοινωνία; Αυτό το άρθρο υποστήριξε ότι η εργατική τάξη πρέπει να γίνει η ηγετική τάξη στην επαναστατική διαδικασία. Αυτό οφείλεται στην ταξική δύναμη που προκύπτει από τη θέση τους μέσα στη μάζα του βιρμανικού λαού: μια δύναμη που προκύπτει από την εξάρτηση του καπιταλισμού από τους εργάτες για την παραγωγή των αγαθών και την παροχή των υπηρεσιών που διατηρούν τη λειτουργία της κοινωνίας, και ένα υλικό συμφέρον για την υπέρβαση των μορφών καταπίεσης που χαρακτηρίζουν τη μεταχείριση των φτωχών της υπαίθρου και των εθνοτικών μειονοτήτων.

Η συνεχιζόμενη αστάθεια που χαρακτηρίζει τη χούντα του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ μπορεί να ανοίξει το ενδεχόμενο για μελλοντικές κρίσεις και επιθέσεις κατά του καθεστώτος του. Ειδικότερα, οι συνεχιζόμενες διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνδέσουν τα αιτήματα της εργατικής τάξης για μισθούς, συνθήκες εργασίας, συνδικαλιστικά δικαιώματα, υγεία, εκπαίδευση και πρόνοια και αυτά που αφορούν τους φτωχούς της υπαίθρου και τις εθνικές μειονότητες με τον ευρύτερο πολιτικό στόχο της ανατροπής της δικτατορίας. Με τον ίδιο τρόπο, όσοι δεσμεύονται να ενισχύσουν τη θέση της εργατικής τάξης κάτω από τη στρατιωτική δικτατορία θα πρέπει να έρθουν σε ρήξη με την πολιτική των κυρώσεων που ακολουθεί η γραφειοκρατία της ΣΣΜ, καθώς αυτή λειτουργεί ως υποκατάστατο του εξαιρετικά δύσκολου έργου της συνέχισης της οργάνωσης των εργατών στα σημεία παραγωγής.

Το βασικό καθήκον για τους επαναστάτες στη Μιανμάρ σήμερα πρέπει να είναι η δημιουργία των θεμελίων για μια σοσιαλιστική οργάνωση που θα μπορεί να συσπειρώσει τους πιο προηγμένους εργάτες σε μια μαχητική δύναμη ικανή να ηγηθεί της μάζας των εργατών και να τραβήξει πίσω της τα ευρύτερα καταπιεσμένα στρώματα σε μια επανάσταση που θα συντρίψει ολόκληρη την άρχουσα τάξη της Βιρμανίας. Μια τέτοια οργάνωση δεν θα οικοδομηθεί από τη μια μέρα στην άλλη ούτε θα μπορέσει να επηρεάσει ή να ηγηθεί μαζικών αγώνων ενάντια στη δικτατορία στο εγγύς μέλλον. Αλλά μια τέτοια οργάνωση πρέπει να οικοδομηθεί πριν από ένα είδος επαναστατικής κρίσης όπως αυτή που ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 2021. Αυτός ο τύπος οργάνωσης θα ξεκινήσει αναγκαστικά με μικρούς αριθμούς αφοσιωμένων ατόμων που είναι πεπεισμένα για την ανάγκη να ανατραπεί ο βιρμανικός καπιταλισμός μέσω μιας επανάστασης υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης. Αυτοί οι επαναστάτες θα χρειαστούν ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής σαφήνειας, ιδίως σε σχέση με την καταστροφική επίδραση του σταλινισμού και του μαοϊσμού στη βιρμανική αριστερά, και μια σαφή κατανόηση του ποιες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης μπορούν να τους δώσουν τις καλύτερες πιθανότητες να μετατρέψουν μια πολιτική εξέγερση ενάντια στη στρατιωτική κυριαρχία σε κοινωνική επανάσταση.50

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν είναι απλώς οι νεκροθάφτες του καθεστώτος του Μιν Άουνγκ Χλάινγκ είναι οι νεκροθάφτες ολόκληρης της κοινωνικής τάξης πάνω στην οποία στηρίζεται η εξουσία της άρχουσας τάξης. Σε αυτή τη χώρα που χτίστηκε με μάρτυρες, μόνο αυτοί μπορούν να εκπληρώσουν την υπόσχεση: «Δεν θα είμαστε ικανοποιημένοι μέχρι το τέλος του κόσμου».

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Robert Narai, “‘Until the end of the world’: Myanmar’s unfinished revolution”, Marxist Left Review, τεύχος 23, καλοκαίρι 2022, https://marxistleftreview.org/articles/until-the-end-of-the-world-myanmars-unfinished-revolution/. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article62796.

 

.

 

Σημειώσεις

1 Το τραγούδι αυτό γράφτηκε από τον Νάινγκ Μιανμάρ κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1988 και έκτοτε αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αντίστασης κατά της στρατιωτικής διακυβέρνησης. [Σ.τ.Μ.: “Kabar Ma Kyay Buu [Naing Myanmar]”, Youtube, 5 Φεβρουαρίου 20221, https://www.youtube.com/watch?v=Ee9dMdqUyzE.]

2 Αυτό το άρθρο δεν θα μπορούσε να γραφτεί χωρίς αμέτρητες ώρες συνομιλιών με επαναστάτες που βρίσκονται επί τόπου στη Μιανμάρ. Πολλές από τις γνώσεις που περιέχονται σε αυτό το άρθρο βασίζονται σε συνεντεύξεις που έχω πραγματοποιήσει μαζί τους κατά τη διάρκεια του 2021, τμήματα των οποίων έχουν δημοσιευτεί στο Red Flag [https://redflag.org.au/]. Για λόγους ασφαλείας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν πραγματικά ονόματα, αλλά θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους Me Me Myint, Ko Ko Zaw, Thar Yar Than, Ma Su Su Wai, Phyo Moe Lwin, Z, James, Katie, Kelvin, Min Khaing Khant, Soe San, U Toke Gyi, Mena, Saw Khu Zon, Ohn Nyo, Nyi Thuta και Aung Kaung Sett. Το επαναστατικό τους πνεύμα ήταν μια συνεχής πηγή έμπνευσης. Η αλληλογραφία μου με τον Stephen Campbell μου έδωσε επίσης πολλές πληροφορίες. Τα σχόλια του Omar Hassan για ένα προηγούμενο προσχέδιο ήταν επίσης καθοριστικά για το τελικό έργο.

3 Χρησιμοποιώ τους όρους Burma/Burmese και Myanmar εναλλακτικά για τη χώρα και όσους την κατοικούν. Ο πρώτος, που χρονολογείται από την τελευταία δυναστεία πριν από την αποικιοκρατία, προέρχεται από την πλειοψηφούσα εθνοτική ομάδα, τους Burmans· ο δεύτερος, μια λογοτεχνική μορφή, εμφανίζεται για πρώτη φορά σε επιγραφές του 12ου αιώνα. Το 1989, το επίσημο όνομα της χώρας άλλαξε σε Myanmar από την κυβερνώσα χούντα, με αντίστοιχες αναθεωρήσεις για τις πόλεις και τις εθνοτικές ομάδες. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πολύπλοκες εθνοτικές και γλωσσικές συνδηλώσεις των ονομάτων βλέπε Callahan 2009a.

4 Lwin 2021.

5 [Σ.τ.Μ.:] Το Πιινταουνγκσού Χλουττό είναι το νομοθετικό σώμα της Βιρμανίας, αποτελούμενο από δύο τμήματα, την Βουλή των Εθνοτήτων και την Άνω Βουλή. “Pyidaungsu Hluttaw”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Pyidaungsu_Hluttaw.

6 The Irrawaddy 2021, Blazevic 2021.

7 International Labour Organization 2021; UNDP 2021. Για μια περιγραφή της κορύφωσης του τρίτου κύματος του COVID-19 στη Μιανμάρ βλέπε Narai 2021c.

8 World Health Organisation 2021.

9 Harkins et al, 2021.

10 Myint 2021. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο του COVID-19 και το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης της Μιανμάρ βλέπε Narai 2021c.

11 Paddock 2021.

12 Wai 2021.

13 Lwin 2021.

14 Zaw 2021. Οι γενικές απεργίες στις 8, 15 και 22 ήταν σε μεγάλο βαθμό «αυθόρμητες δράσεις» που καλέστηκαν από το ΚΠΑ και υποστηρίχθηκαν από τα διάφορα συνδικάτα.

15 Στην επαναστατική μαρξιστική παράδοση, η διαδικασία αυτή έχει ονομαστεί «μαζική απεργία».

16 Κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου πραγματοποιήθηκε ένας αριθμός διαδηλώσεων διαμαρτυρίας που υποσχέθηκαν υποστήριξη στην εξέγερση εναντίον του στρατού στους προσφυγικούς καταυλισμούς στο Μπαγκλαντές.

17 Narai 2021a.

18 Z 2021.

19 Galache 2021. Για περισσότερα σχετικά με την τρομοκρατία βλέπε Narai 2021b.

20 Cady 1958. Ο Galache 2020 παρέχει μια προσιτή επισκόπηση των διαφορετικών αυτόχθονων πληθυσμών που κατοικούσαν στην περιοχή αυτή πριν από τη βρετανική κυριαρχία και των διαφόρων συγκρούσεων που προηγήθηκαν της αποικιοκρατίας. Είναι σημαντικό ότι αντικρούει την ιδέα που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της επίσημης βιρμανικής ιστοριογραφίας, η οποία προβάλλει μια προκαθορισμένη αρμονία και σταθερές εθνοτικές ταυτότητες στην προ-αποικιακή ιστορία.

21 Για μια λεπτομερή περιγραφή αυτής της περιόδου βλέπε Callahan 2004.

22 Ο στρατηγός Σάου Μάουνγκ, ο οποίος πολλοί πιστεύουν ότι ήθελε να παραδώσει την εξουσία στον ΕΣΔ στις εκλογές του 1990, ανατράπηκε με πραξικόπημα στο παλάτι το 1992 από την ομάδα του Θαν Σουέ. Για μια περιγραφή αυτών των αγώνων βλέπε Myint-U 2019, ιδίως τα κεφάλαια 2 και 3.

23 Το ήμισυ των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ταϊλάνδης προέρχεται από κοινές επιχειρήσεις με τη MOGE στη Θάλασσα Ανταμάν.

24 Bauer et al 2018.

25 Jones 2014.

26 Galache 2020, Κεφάλαιο 9 και Συμπεράσματα.

27 Οι πρώτες εκεχειρίες υπογράφηκαν με τις ομάδες που προέκυψαν από τα απομεινάρια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βιρμανίας: τον Ενωμένο Κρατικό Στρατό του Ουά και τον Δημοκρατικό Στρατό του Κοκάνγκ (που αργότερα μετονομάστηκε σε Στρατό Εθνικής Δημοκρατικής Συμμαχίας της Μιανμάρ). Σε αντάλλαγμα για την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους στις παραμεθόριες περιοχές, το κεντρικό καθεστώς των πεδινών περιοχών τους επέτρεψε να ελέγχουν τις δικές τους αυτοδιοικούμενες περιοχές στη βόρεια πολιτεία Σαν, μέσω των οποίων δημιούργησαν τα δικά τους ημιαυτόνομα κράτη.

28 Woods 2017.

29 Η καλύτερη περιγραφή αυτής της ιστορίας βρίσκεται στο Galache 2020.

30 Εκτιμάται ότι η Myanmar Oil and Gas Enterprise διαθέτει προληπτικές αποταμιεύσεις αξίας τουλάχιστον 7 ετών, ενώ η Myanmar Gems Enterprise διαθέτει αποταμιεύσεις αξίας 172 ετών. Βλέπε Bauer et al 2018.

31 Σε ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τον Stephen Campbell επεσήμανε ότι η πλειονότητα των απεργιών κατά της στρατιωτικής δικτατορίας του Θαν Σκουέ ήταν ατεκμηρίωτες και δεν υπάρχουν άμεσα διαθέσιμες μαρτυρίες, εκτός από προφορικές μαρτυρίες συμμετεχόντων που του παρασχέθηκαν. Ωστόσο, ένα κύμα απεργίας των εργατών ένδυσης το 2009-10 έλαβε κάποια προσοχή τόσο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όσο και από ακτιβιστές και ερευνητές. Και ενώ η εξέγερση του 2007 κατά της προηγούμενης στρατιωτικής χούντας δεν πέτυχε άμεσες αλλαγές, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο φόβος για παρόμοιες εξεγέρσεις ήταν ένας παράγοντας πίσω από τη μετάβαση σε πολιτικοστρατιωτική διακυβέρνηση το 2010. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εξέγερση του 2007 βλέπε Callahan 2009b.

32 Campbell 2013.

33 Narai 2021a.

34 Maung 2021.

35 Wai 2021.

36 Αυτό περιλαμβάνει την ίδρυση μιας νέας εφημερίδας της εργατικής τάξης, γνωστής ως Εφημερίδα των Εργατών, η οποία συνδέεται με την παράνομη οργάνωση που συνεχίζεται.

37 Τα παρακάτω βασίζονται στην ανάλυση που προτάθηκε από τους Hein και Meyers 2021 και σε συζητήσεις με συμμετέχοντες σε διάφορες ΔΛΑ.

38 Lintner 1990.

39 Liu 2020. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ιδιωτικοποίηση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων αποτελεί πάγιο πολιτικό μέλημα των κυβερνήσεων του ΕΣΔ, στο οποίο έχουν επανειλημμένα αντισταθεί το ΚΕΑΑ και οι διορισμένοι από τον στρατό εκπρόσωποι στο κοινοβούλιο.

40 Βλέπε Trotsky 1931.

41 Lwin 2021.

42 Τα παρακάτω βασίζονται στην περιγραφή που μου δόθηκε στο Zaw 2021.

43 Ο Ko Ko Zaw επεσήμανε ότι ορισμένοι υπάλληλοι του κρατικού τομέα στο Μανταλάι είχαν δημιουργήσει παρόμοια όργανα Zaw 2021. Ο Thar Yar Than, τοπικός μαχητής της πολιτοφυλακής στο Μπάγκο, χρησιμοποίησε τον όρο «επαναστατική κυβέρνηση» για να αναφερθεί στην πολιτική αρχή που είχε δημιουργηθεί στα ανατολικά τμήματα της πόλης, η οποία διαλύθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας κατά τη σφαγή της 9ης Απριλίου Than 2021. Για μια περιγραφή της σφαγής στο Μπάγκο βλέπε Narai 2021b.

44 Mon and Weston 2021.

45 Lintner 2021.

46 Τα παρακάτω βασίζονται σε αλληλογραφία στο Thuta 2021.

47 Paddock 2021.

48 James 2021.

49 Αυτά είναι καλά τεκμηριωμένα στη σελίδα του ΣΣΜ στο Facebook καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου 2021.

50 Ο κύκλος συζήτησης που έχει δημιουργηθεί γύρω από την ιστοσελίδα Revolutionary Marxism και η έκδοση The Struggle που κυκλοφόρησε πρόσφατα έχουν κάνει σημαντικές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Λόγω της ιστορίας του σταλινισμού και του μαοϊσμού, φέρεται να είναι η πρώτη τροτσκιστική ομάδα που αναδύθηκε οργανικά από τη βιρμανική αριστερά και, παράλληλα με την προσπάθεια να αναπτύξουν μια γνήσια μαρξιστική κατανόηση του βιρμανικού καπιταλισμού, έχουν κάνει διαθέσιμες μεταφράσεις ορισμένων γραπτών του Τρότσκι στα βιρμανικά για πρώτη φορά.

.

 

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Bauer, Andrew, Arkar Hein, Khin Saw Htay, Matthew Hamilton and Paul Shortell 2018, “State-Owned Economic Enterprise Reform in Myanmar: The Case of Natural Resource Enterprises”, Natural Resource Governance Institute and Renaissance Institute Reporthttps://resourcegovernance.org/sites/default/files/documents/state-owned-economic-enterprise-reform-in-myanmar_0.pdf

Blazevic, Igor 2021, “Tatmadaw casualties in clashes with EAOs and PDF/LDF”, Facebook post, 20 Νοεμβρίου.  https://www.facebook.com/photo/?fbid=10159795338031473&set=a.10151665185261473

Cady, John F 1958, A History of Modern Burma, Cornell University Press.

Callahan, Mary P 2004, Making Enemies: War and State Building in Burma, Singapore University Press.

Callahan, Mary P 2009a, “Making Myanmars: Language, Territory, and Belonging in Post-Socialist Burma” στο Joel S Migdal (επιμ.), Boundaries and Belonging: States and Societies in the Struggle to Shape Identities and Local Practices, Cambridge University Press.

Callahan, Mary P 2009b, “Myanmar’s Perpetual Junta: Solving the Riddle of the Tatmadaw’s Long Reign”, New Left Review, 60, Νοέμβριος-Δεκέμβριος.

Campbell, Stephen 2013, “On Labour Organisations in Myanmar”, Global Labour Column, 22 Ιουλίου.  http://column.global-labour-university.org/2013/07/on-labour-organisations-in-myanmar.html

Campbell, Stephen 2021, Αλληλογραφία μέσω Email με τον Robert Narai.

Galache, Carlos Sardiña 2020, The Burmese Labyrinth: A History of the Rohingya Tragedy, Verso.

Galache, Carlos Sardiña 2021, “The all-out war of the Burmese military against its own people”, Position Politics, 30 Μαρτίου.  https://positionspolitics.org/carlos-sardina-galache-the-all-out-war-of-the-burmese-military-against-its-own-people/

Harkins, Benjamin, Daniel Lindgren, Boonsita Ravisopitying, Shawn Kelley, Thet Hin Aye and Tin Hlaing Min, 2021, “From the rice paddy to the industrial park: Working conditions and forced labour in Myanmar’s rapidly shifting labour market”, UNOPS Livelihoods and Food Security Fund report, 6 Αυγούστου.  https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/myanmar_forcelabourstudy_lift_2021.pdf

Hein, Ye Myo and Lucas Meyers 2021, “Seizing the State: The Emergence of a Distinct Security Actor in Myanmar”, Wilson Centre Asia Program, Νοέμβριος.  https://www.wilsoncenter.org/publication/seizing-state-emergence-distinct-security-actor-myanmar

International Labour Organization 2021, “Employment in Myanmar since the military takeover: A rapid impact assessment”, ILO Brief, Ιούλιος. https://www.ilo.org/global/about-the-ilo/newsroom/news/WCMS_814686/lang--en/index.htm 

The Irrawaddy 2021, “Myanmar Junta Loses 1,300 Soldiers Killed Over Last Month: NUG”, The Irrawaddy, 11 Νοεμρίου.  https://www.irrawaddy.com/news/burma/myanmar-junta-loses-1300-soldiers-killed-over-last-month-nug.html

James 2021, Αλληλογραφία με τον Robert Narai.

Jones, Lee 2014, “The Political Economy of Myanmar’s Transition”, Journal of Contemporary Asia, 44:1.

Lintner, Bertil 1990, The Rise and Fall of the Communist Party of Burma (CPB), Cornell Southeast Asia Program.

Lintner, Bertil 2021, “Why the Tatmadaw won’t crack in Myanmar”, Asia Times, 20 Απριλίου.  https://asiatimes.com/2021/04/why-the-tatmadaw-wont-crack-in-myanmar/

Liu, John 2020, “Myanmar reform plans fail to reach worst COVID-hit sectors”, Myanmar Times, 10 Δεκεμβρίου.  https://www.mmtimes.com/news/myanmar-reform-plans-fail-reach-worst-covid-hit-sectors.html

Lwin, Phyo Moe 2021, Αλληλογραφία με τον Robert Narai.

Maung, Ko 2021, “Myanmar’s Spring Revolution: a history from below”, Open Democracy, 15 Δεκεμβρίου.  https://www.opendemocracy.net/en/beyond-trafficking-and-slavery/myanmars-spring-revolution-a-history-from-below/

Mon, Thurein and Fred Weston 2021, “Myanmar: a balance sheet of the 1988 uprising”, In Defence of Marxism, 3 Δεκεμβρίου.  https://www.marxist.com/myanmar-a-balance-sheet-of-the-1988-uprising.htm

Myint, Me Mint 2021, Αλληλογραφία με τον Robert Narai.

Myint-U, Thant 2019, The Hidden History of Burma: Race, Capitalism and the Crisis of Democracy in the 21st Century, Atlantic Books.

Narai, Robert 2021a, “Myanmar’s anti-coup movement”, Red Flag, 31 Μαρτίου.  https://redflag.org.au/article/myanmars-anti-coup-movement

Narai, Robert 2021b, “Revolution and counter-revolution in Myanmar”, Red Flag, 20 Απριλίου.  https://redflag.org.au/article/revolution-and-counter-revolution-myanmar

Narai, Robert 2021c, “The coup and Myanmar’s COVID-19 crisis”, Red Flag, 31 Ιουλίου.  https://redflag.org.au/article/coup-and-myanmars-covid-19-crisis

Paddock, Robert C 2021, “‘We Can Bring Down the Regime’: Myanmar’s Protesting Workers Are Unbowed”, New York Times, 15 Φεβρουαρίου.  https://www.nytimes.com/2021/02/15/world/asia/myanmar-workers-coup.html

Revolutionary Marxism 2021, Αλληλογραφία με τον Robert Narai.

Than, Thar Yar 2021, Συνέντευξη στον Robert Narai, 11 Απριλίου.

Thuta, Captain Nyi 2021, Αλληλογραφία με τον Robert Narai.

Trotsky, Leon 1931, The Permanent Revolution. https://www.marxists.org/archive/trotsky/1931/tpr/pr-index.htm [Τρότσκι Λέον, Η Διαρκής Επανάσταση, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010].

UNDP 2021, “Impact of the twin crises on human welfare in Myanmar”, People’s Pulse Survey, Νοέμβριοςhttps://www.undp.org/publications/impact-twin-crises-human-welfare-myanmar

Wai, Ma Su Su 2021, Συνέντευξης τον Robert Narai, 23 March.

World Health Organisation 2021, Myanmar, WHO Emergency Dashboard.  https://covid19.who.int/region/searo/country/mm

Woods, Kevin 2017, The War to Rule: Ceasefire Capitalism and State-Making in Burma’s Borderlands, Διδακτορική διατριβή, University of California.

Z 2021, Αλληλογραφία με τον Robert Narai.

Zaw, Htet Naing 2020, “Younger Myanmar Military Officers Promoted to Key Roles in Reshuffle”, The Irrawaddy, 11 Μαΐου.  https://www.irrawaddy.com/news/burma/younger-myanmar-military-officers-promoted-key-roles-reshuffle.html

Zaw, Ko Ko 2021, Συνέντευξης τον Robert Narai, 24 March.

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 03 Αυγούστου 2022 10:40

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.