Τρίτη, 04 Ιουνίου 2024 08:39

Ο μυστικός πόλεμος του Ισραήλ κατά του ΔΠΔ

Οι διαδηλωτές συγκεντρώνονται έξω από το ΔΠΔ στις 29 Νοεμβρίου 2019 ζητώντας τη δίωξη Ιραηλινών αξιωματικών για εγκλήματα πολέμου. Φωτογραφία: Peter Dejong/AP

 

 

Yuval Abraham

Meron Rapoport

 

Ο μυστικός πόλεμος του Ισραήλ κατά του ΔΠΔ

 

 

Εδώ και σχεδόν μια δεκαετία, το Ισραήλ παρακολουθεί ανώτερους αξιωματούχους του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και Παλαιστίνιους εργαζόμενους για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο μιας μυστικής επιχείρησης για να αποτρέψει την έρευνα του ΔΠΔ για φερόμενα εγκλήματα πολέμου, αποκαλύπτει κοινή έρευνα του περιοδικού +972, του Local Call και του Guardian.[1]

Στο πλαίσιο της επιχείρησης πολλαπλών υπηρεσιών, η οποία χρονολογείται από το 2015, η κοινότητα πληροφοριών του Ισραήλ παρακολουθεί συστηματικά τον σημερινό επικεφαλής εισαγγελέα του δικαστηρίου Καρίμ Χαν, την προκάτοχό του Φατού Μπενσούντα και δεκάδες άλλους αξιωματούχους του ΔΠΔ και του ΟΗΕ. Οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν επίσης το υλικό που υπέβαλε η Παλαιστινιακή Αρχή στο γραφείο του εισαγγελέα και παρακολουθούσαν υπαλλήλους σε τέσσερις παλαιστινιακές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι εκθέσεις των οποίων έχουν κεντρικό ρόλο στην έρευνα.

Σύμφωνα με πηγές, η μυστική επιχείρηση κινητοποίησε τα ανώτατα κλιμάκια της ισραηλινής κυβέρνησης, την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών και τόσο το πολιτικό όσο και το στρατιωτικό νομικό σύστημα προκειμένου να αποπροσανατολίσει την έρευνα.

Οι πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών που αποκτήθηκαν μέσω της παρακολούθησης διαβιβάστηκαν σε μια μυστική ομάδα κορυφαίων Ισραηλινών κυβερνητικών δικηγόρων και διπλωματών, οι οποίοι ταξίδεψαν στη Χάγη για εμπιστευτικές συναντήσεις με αξιωματούχους του ΔΠΔ σε μια προσπάθεια να « παράσχουν [στην επικεφαλής εισαγγελέα] πληροφορίες που θα την έκαναν να αμφισβητήσει τη βάση του δικαιώματός της να ασχολείται με αυτό το ζήτημα». Οι πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν επίσης από τον ισραηλινό στρατό για να ξεκινήσουν αναδρομικά έρευνες σε περιστατικά που ενδιέφεραν το ΔΠΔ, για να προσπαθήσουν να αποδείξουν ότι το νομικό σύστημα του Ισραήλ είναι ικανό να θέσει τους δικούς του προ των ευθυνών τους.

Επιπλέον, όπως ανέφερε νωρίτερα σήμερα ο Guardian,[2] η Μοσάντ, η υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών του Ισραήλ, διεξήγαγε τη δική της παράλληλη επιχείρηση, η οποία αναζήτησε επιβαρυντικές πληροφορίες για την Μπενσούντα και τα στενά μέλη της οικογένειάς της, σε μια προφανή προσπάθεια να σαμποτάρει την έρευνα του ΔΠΔ. Ο πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας, Γιόσσι Κοέν, προσπάθησε προσωπικά να «στρατολογήσει» την Μπενσούντα και να τη χειραγωγήσει ώστε να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες του Ισραήλ, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις δραστηριότητές του, με αποτέλεσμα η τότε εισαγγελέας να φοβάται για την προσωπική της ασφάλεια.

Η έρευνά μας βασίζεται σε συνεντεύξεις με περισσότερους από είκοσι νυν και πρώην αξιωματικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, πρώην αξιωματούχους του ΔΠΔ, διπλωμάτες και δικηγόρους που γνωρίζουν την υπόθεση του ΔΠΔ και τις προσπάθειες του Ισραήλ να την υπονομεύσει. Σύμφωνα με αυτές τις πηγές, αρχικά, η ισραηλινή επιχείρηση προσπάθησε να εμποδίσει το δικαστήριο να ξεκινήσει μια πλήρη ποινική έρευνα∙ μετά την έναρξη μιας πλήρους έρευνας το 2021, το Ισραήλ προσπάθησε να διασφαλίσει ότι αυτή δεν θα κατέληγε πουθενά.

Επιπλέον, σύμφωνα με αρκετές πηγές, οι ύπουλες προσπάθειες του Ισραήλ να παρεμποδίσει την έρευνα –κάτι που θα μπορούσε να ισοδυναμεί με αδίκημα κατά της απονομής της δικαιοσύνης, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης– καθοδηγήθηκαν από την κορυφή. Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου φέρεται να έχει δείξει έντονο ενδιαφέρον για την επιχείρηση, στέλνοντας μάλιστα στις ομάδες πληροφοριών «οδηγίες» και «σημεία ενδιαφέροντος» σχετικά με την παρακολούθηση των αξιωματούχων του ΔΠΔ. Μια πηγή τόνισε ότι ο Νετανιάχου είχε «εμμονή, εμμονή, εμμονή» να μάθει τι υλικό λάμβανε το ΔΠΔ.

Ο πρωθυπουργός είχε σοβαρό λόγο να ανησυχεί: την περασμένη εβδομάδα, ο Χαν ανακοίνωσε ότι το γραφείο του ζητά εντάλματα σύλληψης για τον Νετανιάχου και τον υπουργό Άμυνας Γιοάβ Γκαλάντ, καθώς και για τρεις ηγέτες της πολιτικής και στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς, σε σχέση με φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στις ή από τις 7 Οκτωβρίου.[3] Η ανακοίνωση κατέστησε σαφές ότι ενδέχεται να επιδιωχθεί η έκδοση πρόσθετων ενταλμάτων – τα οποία εκθέτουν τα διωκόμενα πρόσωπα σε σύλληψη σε περίπτωση που επισκεφθούν οποιοδήποτε από τα 124 κράτη μέλη του ΔΠΔ.

Για τα ανώτατα κλιμάκια του Ισραήλ, η ανακοίνωση του Χαν δεν αποτέλεσε έκπληξη. Τους τελευταίους μήνες, η εκστρατεία παρακολούθησης με στόχο τον επικεφαλής εισαγγελέα «ανέβηκε στην κορυφή της ατζέντας», σύμφωνα με μια πηγή, δίνοντας έτσι στην κυβέρνηση εκ των προτέρων γνώση των προθέσεών του.

Είναι ενδεικτικό ότι ο Χαν απηύθυνε μια αινιγματική προειδοποίηση στις δηλώσεις του: «Επιμένω ότι όλες οι προσπάθειες παρεμπόδισης, εκφοβισμού ή αθέμιτης επιρροής των υπαλλήλων αυτού του δικαστηρίου πρέπει να σταματήσουν αμέσως». Τώρα, μπορούμε να αποκαλύψουμε λεπτομέρειες για ένα μέρος αυτού για το οποίο προειδοποιούσε: Τον εννιάχρονο «πόλεμο» του Ισραήλ κατά του ΔΠΔ.

 

«Οι στρατηγοί είχαν μεγάλο προσωπικό ενδιαφέρον για την επιχείρηση»

Σε αντίθεση με το Διεθνές Δικαστήριο (ΔΔ), το οποίο ασχολείται με τη νομιμότητα των ενεργειών των κρατών –και το οποίο την περασμένη εβδομάδα εξέδωσε απόφαση που θεωρείται ότι καλεί το Ισραήλ να σταματήσει την επίθεσή του στη νοτιότερη πόλη της Γάζας, τη Ράφα, στο πλαίσιο της προσφυγής της Νότιας Αφρικής που κατηγορεί το Ισραήλ ότι διέπραξε γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας[4]– το ΔΠΔ ασχολείται με συγκεκριμένα άτομα που θεωρούνται ύποπτα για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου.

Το Ισραήλ θεωρεί εδώ και καιρό ότι το ΔΠΔ δεν έχει δικαιοδοσία να ασκήσει δίωξη κατά Ισραηλινών ηγετών επειδή, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Κίνα, το Ισραήλ δεν έχει υπογράψει το Καταστατικό της Ρώμης που ίδρυσε το δικαστήριο, και η Παλαιστίνη δεν είναι πλήρες κράτος μέλος του ΟΗΕ. Παρόλα αυτά, η Παλαιστίνη αναγνωρίστηκε ως μέλος του ΔΠΔ με την υπογραφή της σύμβασης το 2015, αφού είχε γίνει δεκτή στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ως κράτος παρατηρητής μη μέλος τρία χρόνια νωρίτερα.

Η είσοδος της Παλαιστίνης στο ΔΠΔ καταδικάστηκε από τους Ισραηλινούς ηγέτες ως μια μορφή «διπλωματικής τρομοκρατίας». «Εκλήφθηκε ως η υπέρβαση μιας κόκκινης γραμμής και ίσως το πιο επιθετικό πράγμα που έχει κάνει ποτέ η Παλαιστινιακή Αρχή στο Ισραήλ στη διεθνή σκηνή», εξήγησε Ισραηλινός αξιωματούχος. «Είναι καλό να αναγνωρίζεται ως κράτος στον ΟΗΕ, αλλά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι ένας μηχανισμός με δόντια».

Αμέσως μόλις έγινε μέλος του δικαστηρίου, η Παλαιστινιακή Αρχή ζήτησε από την εισαγγελία να διερευνήσει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, αρχής γενομένης από την ημερομηνία κατά την οποία το κράτος της Παλαιστίνης αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου[5]: 13 Ιουλίου 2014. Η Φάτου Μπενσουάντα, η τότε επικεφαλής εισαγγελέας, ξεκίνησε προκαταρκτική εξέταση για να διαπιστωθεί αν μπορούσαν να πληρούνται τα κριτήρια για πλήρη έρευνα.

Φοβούμενο τις νομικές και πολιτικές συνέπειες των πιθανών διώξεων, το Ισραήλ έσπευσε να προετοιμάσει ομάδες πληροφοριών στο στρατό, τη Σιν Μπετ (εσωτερικές μυστικές υπηρεσίες) και τη Μοσάντ (εξωτερικές μυστικές υπηρεσίες), μαζί με μια μυστική ομάδα στρατιωτικών και πολιτικών νομικών, για να ηγηθούν της προσπάθειας να προλάβουν μια πλήρη έρευνα του ΔΠΔ. Όλα αυτά συντονίστηκαν υπό το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (NSC) του Ισραήλ, η εξουσία του οποίου απορρέει από το γραφείο του πρωθυπουργού.

«Όλοι, ολόκληρο το στρατιωτικό και πολιτικό κατεστημένο, έψαχναν τρόπους να πλήξουν την υπόθεση της ΠΑ», δήλωσε μια πηγή των μυστικών υπηρεσιών. «Όλοι συμμετείχαν: το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Τμήμα Στρατιωτικού Διεθνούς Δικαίου [τμήμα του Γραφείου του Στρατιωτικού Γενικού Εισαγγελέα], η Σιν Μπετ, το NSC. [Όλοι] έβλεπαν το ΔΠΔ ως κάτι πολύ σημαντικό, ως έναν πόλεμο που έπρεπε να διεξαχθεί και απέναντι στον οποίο έπρεπε να υπερασπιστεί το Ισραήλ. Περιγραφόταν με στρατιωτικούς όρους».

Ο στρατός δεν ήταν προφανής υποψήφιος για να συμμετάσχει στις προσπάθειες συλλογής πληροφοριών της Σιν Μπετ, αλλά είχε ένα ισχυρό κίνητρο: να αποτρέψει το ενδεχόμενο οι διοικητές του να αναγκαστούν να δικαστούν. «Αυτοί που ήθελαν πραγματικά να [συμμετάσχουν στην προσπάθεια] ήταν οι ίδιοι οι στρατηγοί των IDF – είχαν πολύ μεγάλο προσωπικό συμφέρον», εξήγησε μια πηγή. «Μας είπαν ότι οι ανώτεροι αξιωματικοί φοβούνται να δεχτούν θέσεις στη Δυτική Όχθη, επειδή φοβούνται μήπως διωχθούν στη Χάγη», υπενθύμισε ένας άλλος.

Σύμφωνα με πολυάριθμες πηγές, το Υπουργείο Στρατηγικών Υποθέσεων του Ισραήλ[6], του οποίου δηλωμένος στόχος εκείνη την εποχή ήταν να καταπολεμήσει την «απονομιμοποίηση» του Ισραήλ, συμμετείχε στην παρακολούθηση παλαιστινιακών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπέβαλαν εκθέσεις στο ΔΠΔ. Ο Γκιλάντ Ερντάν, επικεφαλής του υπουργείου εκείνη την εποχή και νυν εκπρόσωπος του Ισραήλ στον ΟΗΕ, περιέγραψε πρόσφατα την επιδίωξη του ΔΠΔ για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης κατά ισραηλινών ηγετών ως «ένα κυνήγι μαγισσών που καθοδηγείται από καθαρό εβραϊκό μίσος»[7].

 

«Ο στρατός ασχολήθηκε με θέματα που ήταν εντελώς μη στρατιωτικά»

Ο μυστικός πόλεμος του Ισραήλ κατά του ΔΠΔ στηρίχθηκε κεντρικά στην παρακολούθηση και οι επικεφαλής εισαγγελείς ήταν πρωταρχικοί στόχοι.

Τέσσερις πηγές επιβεβαίωσαν ότι οι ιδιωτικές συνομιλίες της Μπενσούντα με Παλαιστίνιους αξιωματούχους σχετικά με την υπόθεση της ΠΑ στη Χάγη παρακολουθούνταν συστηματικά και μοιράζονταν ευρέως στην κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ. «Οι συνομιλίες αφορούσαν συνήθως την πρόοδο της δίωξης: υποβολή εγγράφων, μαρτυρίες ή συζήτηση για ένα γεγονός που συνέβη –“Είδατε πώς το Ισραήλ σφαγίασε Παλαιστίνιους στην τελευταία διαδήλωση;”– τέτοια πράγματα», εξήγησε μια πηγή.

Η πρώην εισαγγελέας δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο μοναδικός στόχος. Δεκάδες άλλοι διεθνείς αξιωματούχοι που σχετίζονταν με την έρευνα παρακολουθούνταν με παρόμοιο τρόπο. Μία από τις πηγές είπε ότι υπήρχε ένας μεγάλος πίνακας με τα ονόματα περίπου 60 ατόμων που παρακολουθούνταν – οι μισοί από αυτούς ήταν Παλαιστίνιοι και οι άλλοι μισοί από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων αξιωματούχων του ΟΗΕ και προσωπικού του ΔΠΔ στη Χάγη.

Μια άλλη πηγή υπενθύμισε την παρακολούθηση του ατόμου που συνέταξε την έκθεση του ΔΠΔ για τον πόλεμο του Ισραήλ στη Γάζα το 2014. Μια τρίτη πηγή ανέφερε ότι οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν μια εξεταστική επιτροπή του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ για τα κατεχόμενα εδάφη, προκειμένου να εντοπίσουν τι υλικό λάμβανε από τους Παλαιστίνιους, «επειδή τα πορίσματα των εξεταστικών επιτροπών αυτού του είδους χρησιμοποιούνται συνήθως από το ΔΠΔ».

Στη Χάγη, η Μπενσούντα και το ανώτερο προσωπικό της ειδοποιήθηκαν από συμβούλους ασφαλείας και μέσω διπλωματικών διαύλων ότι το Ισραήλ παρακολουθούσε το έργο τους. Λαμβανόταν μέριμνα ώστε να μην συζητούνται ορισμένα θέματα κοντά σε τηλέφωνα. «Μας γνωστοποίησαν ότι προσπαθούσαν να πάρουν πληροφορίες σχετικά με το πού βρισκόμασταν με την προκαταρκτική εξέταση», δήλωσε ένας πρώην ανώτερος αξιωματούχος του ΔΠΔ.

Σύμφωνα με πηγές, ορισμένοι στον ισραηλινό στρατό θεώρησαν αμφιλεγόμενο το γεγονός ότι οι στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες ασχολούνταν με θέματα που ήταν πολιτικά και δεν σχετίζονταν άμεσα με απειλές για την ασφάλεια. «Οι πόροι των IDF χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της Φάτου Μπενσούντα – αυτό δεν είναι κάτι νόμιμο να γίνεται ως στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών», δήλωσε μια πηγή. «Αυτή η εργασία [ήταν] πραγματικά ασυνήθιστη με την έννοια ότι ήταν μέσα στο στρατό, αλλά ασχολήθηκε με πράγματα που ήταν εντελώς μη στρατιωτικά», δήλωσε μια άλλη πηγή.

Άλλοι όμως είχαν λιγότερους δισταγμούς. «Η Μπενσούντα ήταν πολύ, πολύ μονόπλευρη», υποστήριξε μια πηγή που παρακολουθούσε την πρώην εισαγγελέα. «Ήταν πραγματικά προσωπική φίλη των Παλαιστινίων. Οι δημόσιοι εισαγγελείς δεν συμπεριφέρονται συνήθως με αυτόν τον τρόπο. Παραμένουν πολύ απόμακροι».

 

«Αν δεν θέλετε να χρησιμοποιήσω τον νόμο, τι θέλετε να χρησιμοποιήσω;»

Επειδή οι παλαιστινιακές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρείχαν συχνά στην εισαγγελία υλικό σχετικά με τις επιθέσεις του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων, περιγράφοντας λεπτομερώς περιστατικά που ήθελαν να εξετάσει ο εισαγγελέας στο πλαίσιο της έρευνας, οι ίδιες αυτές οι οργανώσεις έγιναν βασικοί στόχοι της επιχείρησης παρακολούθησης του Ισραήλ. Εδώ, η Σιν Μπετ είχε το προβάδισμα.

Εκτός από την παρακολούθηση του υλικού που υπέβαλε η ΠΑ στο ΔΠΔ, οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν επίσης τις εκκλήσεις και τις εκθέσεις των ομάδων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιλάμβαναν μαρτυρίες Παλαιστινίων που είχαν υποστεί επιθέσεις από Ισραηλινούς εποίκους και στρατιώτες∙ στη συνέχεια το Ισραήλ παρακολουθούσε και αυτούς τους μάρτυρες.

«Μία από τις [προτεραιότητες] ήταν να δούμε ποιος [στις ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων] εμπλέκεται στη συλλογή μαρτυριών και ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι –οι Παλαιστίνιοι θύματα– που πείστηκαν να δώσουν μαρτυρία στο ΔΠΔ», εξήγησε μία πηγή των μυστικών υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τις πηγές, οι πρωταρχικοί στόχοι παρακολούθησης ήταν τέσσερις παλαιστινιακές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Al-Haq, Addameer, Al Mezan και το Παλαιστινιακό Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (PCHR / Palestinian Center for Human Rights). Η Addameer έστειλε προσφυγές στο ΔΠΔ σχετικά με τις πρακτικές βασανιστηρίων σε βάρος κρατουμένων και φυλακισμένων, ενώ οι άλλες τρεις ομάδες έστειλαν πολλαπλές προσφυγές κατά τη διάρκεια των ετών σχετικά με την επιχείρηση εποικισμών του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη, τις τιμωρητικές κατεδαφίσεις σπιτιών, τις εκστρατείες βομβαρδισμών στη Γάζα και συγκεκριμένους ανώτερους Ισραηλινούς πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες.

Μια πηγή των μυστικών υπηρεσιών δήλωσε ότι το κίνητρο για την παρακολούθηση των οργανώσεων δηλώθηκε ανοιχτά: βλάπτουν το κύρος του Ισραήλ στη διεθνή σκηνή. «Μας είπαν ότι πρόκειται για οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στη διεθνή σκηνή, συμμετέχουν στο BDS και θέλουν να βλάψουν νομικά το Ισραήλ, οπότε παρακολουθούνται και αυτές», δήλωσε η πηγή. «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ασχολούμαστε με αυτές. Επειδή μπορεί να βλάψουν ανθρώπους στο Ισραήλ – αξιωματικούς, πολιτικούς».

Ένας άλλος στόχος της παρακολούθησης των παλαιστινιακών ομάδων ήταν να προσπαθήσει να τις απονομιμοποιήσει και, κατ’ επέκταση, να απονομιμοποιήσει ολόκληρη την έρευνα του ΔΠΔ.

Τον Οκτώβριο του 2021, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Μπένι Γκαντζ - ο οποίος ονομαζόταν και ο ίδιος σε αρκετές από τις προσφυγές που έστειλαν παλαιστινιακές οργανώσεις στο ΔΠΔ, λόγω του ρόλου του ως αρχηγού του επιτελείου κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα το 2014 και υπουργού Άμυνας κατά τη διάρκεια του πολέμου του Μαΐου του 2021 - κήρυξε την Al-Haq, την Addameer και τέσσερις άλλες παλαιστινιακές ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων «τρομοκρατικές οργανώσεις».

Μια έρευνα του +972 και του Local Call, που δημοσιεύθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα[8], διαπίστωσε ότι η εντολή του Γκαντζ εκδόθηκε χωρίς κανένα σοβαρό στοιχείο που να στηρίζει τους ισχυρισμούς του∙ ένας φάκελος της Σιν Μπετ που ισχυριζόταν ότι παρείχε αποδείξεις για τις κατηγορίες του, και ένας άλλος φάκελος που ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα, δεν έπεισε ούτε τους πιο πιστούς συμμάχους του Ισραήλ[9]. Εκείνη την εποχή, διατυπώθηκε ευρέως η εικασία –μεταξύ άλλων και από τις ίδιες τις οργανώσεις[10]– ότι οι ομάδες αυτές στοχοποιήθηκαν τουλάχιστον εν μέρει λόγω των δραστηριοτήτων τους που σχετίζονταν με την έρευνα του ΔΠΔ.

Σύμφωνα με μια πηγή των μυστικών υπηρεσιών, η Σιν Μπετ –η οποία έδωσε την αρχική σύσταση για την απαγόρευση των έξι ομάδων– παρακολουθούσε τους υπαλλήλους των οργανώσεων και οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν χρησιμοποιήθηκαν από τον Γκαντζ όταν τις κήρυξε τρομοκρατικές οργανώσεις. Μια έρευνα του Citizen Lab εκείνη την εποχή εντόπισε κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus, που παρήγαγε η ισραηλινή εταιρεία NSO Group, στα τηλέφωνα αρκετών Παλαιστινίων που εργάζονταν σε αυτές τις ΜΚΟ[11]. (Η Σιν Μπετ δεν απάντησε στο αίτημά μας για σχολιασμό).

Οι Όμαρ Αουάνταλλα και Άμμαρ Χιτζάζι, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την υπόθεση του ΔΠΔ στο Υπουργείο Εξωτερικών της Παλαιστινιακής Αρχής, ανακάλυψαν επίσης ότι το Pegasus είχε εγκατασταθεί στα τηλέφωνά τους. Σύμφωνα με πηγές των μυστικών υπηρεσιών, οι δύο ήταν ταυτόχρονα στόχοι διαφορετικών ισραηλινών οργανισμών πληροφοριών, γεγονός που δημιούργησε «σύγχυση». «Είναι και οι δύο σούπερ εντυπωσιακοί διδάκτορες που ασχολούνται με αυτό το θέμα όλη την ημέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ – γι’ αυτό και υπήρχαν πληροφορίες που θα μπορούσαν να αποκτηθούν [από τον εντοπισμό τους]», δήλωσε μια πηγή.

Ο Χιτζάζι δεν εκπλήσσεται που τον παρακολουθούσαν. «Δεν μας ενδιαφέρει αν το Ισραήλ δει τα στοιχεία που καταθέσαμε στο δικαστήριο», δήλωσε. «Τους προσκαλώ: Ελάτε, ανοίξτε τα μάτια σας, δείτε τι παρουσιάσαμε».

Ο Σαουάν Τζαμπαρίν, ο γενικός διευθυντής της Al-Haq, παρακολουθήθηκε επίσης από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες. Είπε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι τα εσωτερικά συστήματα της οργάνωσης είχαν παραβιαστεί και ότι η δήλωση του Γκαντζ έγινε λίγες ημέρες πριν η Al-Haq σχεδιάζει να αποκαλύψει ότι είχε ανακαλύψει κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus στα τηλέφωνα των υπαλλήλων της. «Λένε ότι χρησιμοποιώ τον νόμο ως πολεμικό όπλο», δήλωσε ο Τζαμπαρίν. «Αν δεν θέλετε να χρησιμοποιήσω τον νόμο, τι θέλετε να χρησιμοποιήσω, βόμβες;»

Ωστόσο, οι ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέφρασαν βαθιά ανησυχία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των Παλαιστινίων που κατέθεσαν μαρτυρίες στο δικαστήριο. Μία από τις ομάδες, για παράδειγμα, συμπεριέλαβε μόνο τα αρχικά των μαρτύρων στις προτάσεις της προς το ΔΠΔ, από φόβο ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να τους αναγνωρίσει.

«Οι άνθρωποι φοβούνται να υποβάλουν καταγγελία [στο ΔΠΔ] ή να αναφέρουν τα πραγματικά τους ονόματα, επειδή φοβούνται ότι θα διωχθούν από τον στρατό, ότι θα χάσουν τις άδειες εισόδου τους», εξήγησε ο Χαμντί Σακούρα, δικηγόρος της PCHR. «Ένας άνδρας στη Γάζα που έχει έναν συγγενή άρρωστο με καρκίνο φοβάται ότι ο στρατός θα του πάρει την άδεια εισόδου και θα εμποδίσει τη θεραπεία του – συμβαίνουν αυτά τα πράγματα».

 

«Οι δικηγόροι είχαν μεγάλη δίψα για πληροφορίες»

Σύμφωνα με πηγές των μυστικών υπηρεσιών, μια περαιτέρω χρήση των πληροφοριών που αποκτήθηκαν μέσω της παρακολούθησης ήταν να βοηθηθούν οι δικηγόροι που συμμετείχαν σε μυστικές συνομιλίες μέσω παρασκηνιακών διαύλων με εκπροσώπους της εισαγγελίας της Χάγης.

Αμέσως μετά την ανακοίνωση της Μπενσούντα ότι το γραφείο της ξεκινούσε προκαταρκτική εξέταση, ο Νετανιάχου διέταξε τον σχηματισμό μιας μυστικής ομάδας δικηγόρων από το υπουργείο Δικαιοσύνης, το υπουργείο Εξωτερικών και το γραφείο του Γενικού Στρατιωτικού Εισαγγελέα (την ανώτατη νομική αρχή του ισραηλινού στρατού), η οποία ταξίδευε τακτικά στη Χάγη για μυστικές συναντήσεις με αξιωματούχους του ΔΠΔ μεταξύ 2017 και 2019. (Το υπουργείο Δικαιοσύνης του Ισραήλ δεν απάντησε σε αιτήματα για σχολιασμό).

Παρόλο που η ομάδα αποτελούνταν από άτομα που δεν ανήκαν στις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ –επικεφαλής της ήταν ο Ταλ Μπέκερ, νομικός σύμβουλος του υπουργείου Εξωτερικών– το υπουργείο Δικαιοσύνης ήταν εντούτοις ενήμερο για τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν μέσω της παρακολούθησης και είχε πρόσβαση σε εκθέσεις της ΠΑ και παλαιστινιακών ΜΚΟ που περιγράφουν λεπτομερώς συγκεκριμένες περιπτώσεις βίας εποίκων και στρατιωτικών.

«Οι δικηγόροι που ασχολήθηκαν με το θέμα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης είχαν μεγάλη δίψα για πληροφορίες», δήλωσε μια πηγή των μυστικών υπηρεσιών. «Τις έπαιρναν τόσο από τις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες όσο και από τη Σιν Μπετ. Κατασκεύαζαν την υπόθεση για τους Ισραηλινούς απεσταλμένους που πήγαιναν κρυφά και επικοινωνούσαν με το ΔΠΔ».

Στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους με αξιωματούχους του ΔΠΔ, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από έξι πηγές που γνώριζαν τις συναντήσεις, οι δικηγόροι έθεσαν ως στόχο να αποδείξουν ότι το Ισραήλ διαθέτει ισχυρές και αποτελεσματικές διαδικασίες για την απόδοση ευθυνών στους στρατιώτες, παρά το τραγικό ιστορικό του ισραηλινού στρατού όσον αφορά τη διερεύνηση φερόμενων αδικημάτων στις τάξεις του[12]. Οι δικηγόροι προσπάθησαν επίσης να προβάλουν την υπόθεση ότι το ΔΠΔ δεν έχει δικαιοδοσία να διερευνήσει τις ενέργειες του Ισραήλ, δεδομένου ότι το Ισραήλ δεν είναι κράτος μέλος του δικαστηρίου και η Παλαιστίνη δεν είναι πλήρες μέλος του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με πρώην αξιωματούχο του ΔΠΔ που γνωρίζει το περιεχόμενο των συναντήσεων, το προσωπικό του ΔΠΔ παρουσίαζε στους Ισραηλινούς δικηγόρους λεπτομέρειες για περιστατικά στα οποία επιτέθηκαν ή σκότωσαν Παλαιστίνιους και οι δικηγόροι απαντούσαν με τις δικές τους πληροφορίες. «Στην αρχή ήταν τεταμένη η κατάσταση», θυμάται ο αξιωματούχος.

Σε αυτό το στάδιο, η Μπενσούντα εξακολουθούσε να ασχολείται με μια προκαταρκτική εξέταση πριν από την απόφαση για την έναρξη επίσημης έρευνας. Μια πηγή των μυστικών υπηρεσιών δήλωσε ότι ο σκοπός των πληροφοριών που αποκτήθηκαν μέσω της παρακολούθησης ήταν «να κάνει την Μπενσούντα να θεωρήσει ότι τα νομικά της στοιχεία είναι αναξιόπιστα».

Σύμφωνα με την πηγή, ο στόχος ήταν να «παράσχουν [στην Μπενσούντα] πληροφορίες που θα την έκαναν να αμφισβητήσει τη βάση του δικαιώματός της να ασχολείται με αυτό το ζήτημα. Όταν η Al-Haq συλλέγει πληροφορίες σχετικά με το πόσοι Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί στα κατεχόμενα εδάφη τον τελευταίο χρόνο και τις διαβιβάζει στην Μπενσούντα, είναι προς το συμφέρον και την πολιτική του Ισραήλ να της διαβιβάσει αντιπληροφορίες και να προσπαθήσει να υπονομεύσει αυτές τις πληροφορίες».

Δεδομένου, ωστόσο, ότι το Ισραήλ αρνείται να αναγνωρίσει την εξουσία και τη νομιμότητα του δικαστηρίου, ήταν ζωτικής σημασίας για την αντιπροσωπεία να παραμείνουν μυστικές αυτές οι συναντήσεις. Μια πηγή που γνωρίζει τις συναντήσεις δήλωσε ότι οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι τόνισαν επανειλημμένα στο ΔΠΔ ότι «δεν μπορούμε ποτέ να δημοσιοποιήσουμε ότι επικοινωνούμε μαζί σας».

Οι παρασκηνιακές συναντήσεις του Ισραήλ με το ΔΠΔ έληξαν τον Δεκέμβριο του 2019, όταν η πενταετής προκαταρκτική εξέταση της Μπενσούντα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εύλογη βάση να πιστεύεται ότι τόσο το Ισραήλ όσο και η Χαμάς είχαν διαπράξει εγκλήματα πολέμου[13]. Ωστόσο, αντί να ξεκινήσει αμέσως πλήρη έρευνα, η εισαγγελέας ζήτησε από τους δικαστές του δικαστηρίου να αποφανθούν για το αν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τους ισχυρισμούς λόγω «μοναδικών και εξαιρετικά αμφισβητούμενων νομικών και πραγματικών ζητημάτων» – κάτι που ορισμένοι θεώρησαν ως άμεσο αποτέλεσμα της δραστηριότητας του Ισραήλ.

«Δεν θα έλεγα ότι το νομικό επιχείρημα δεν είχε κανένα αποτέλεσμα», δήλωσε ο Ρόι Σόντορφ, μέλος της ισραηλινής αντιπροσωπείας ως επικεφαλής τμήματος του υπουργείου Δικαιοσύνης που είναι αρμόδιο για το χειρισμό διεθνών νομικών διαδικασιών κατά του Ισραήλ, σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας τον Ιούλιο του 2022.[14] «Υπάρχουν επίσης άνθρωποι εκεί που μπορούν να πειστούν, και νομίζω ότι σε σημαντικό βαθμό, το κράτος του Ισραήλ κατάφερε να πείσει τουλάχιστον την προηγούμενη εισαγγελέα [Μπενσούντα], ότι θα υπήρχαν αρκετές αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, ώστε να απευθυνθεί στους δικαστές του δικαστηρίου».

 

«Ο ισχυρισμός περί συμπληρωματικότητας ήταν πολύ, πολύ σημαντικός»

Το 2021, οι δικαστές του δικαστηρίου αποφάνθηκαν ότι το ΔΠΔ έχει δικαιοδοσία για όλα τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττονται από Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, καθώς και για εγκλήματα που διαπράττονται από Παλαιστίνιους σε ισραηλινό έδαφος. Παρά τα έξι χρόνια ισραηλινών προσπαθειών για να το προλάβουν, η Μπενσούντα ανακοίνωσε την έναρξη επίσημης ποινικής έρευνας.

Αλλά δεν ήταν καθόλου δεδομένο. Λίγους μήνες νωρίτερα, η εισαγγελέας είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την εξέταση των βρετανικών εγκλημάτων πολέμου στο Ιράκ, επειδή ήταν πεπεισμένη ότι η Βρετανία είχε λάβει «πραγματικά» μέτρα για τη διερεύνησή τους[15]. Σύμφωνα με ανώτερους Ισραηλινούς νομικούς, το Ισραήλ προσκολλήθηκε σε αυτό το προηγούμενο και ξεκίνησε μια στενή συνεργασία μεταξύ της επιχείρησης συλλογής πληροφοριών και της στρατιωτικής δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με τις πηγές, κεντρικός στόχος της επιχείρησης παρακολούθησης του Ισραήλ ήταν να μπορέσει ο στρατός να «ξεκινήσει αναδρομικά» έρευνες για υποθέσεις βίας κατά Παλαιστινίων που φτάνουν στην εισαγγελία της Χάγης. Με τον τρόπο αυτό, το Ισραήλ επεδίωκε να εκμεταλλευτεί την «αρχή της συμπληρωματικότητας», η οποία υποστηρίζει ότι μια υπόθεση δεν είναι παραδεκτή ενώπιον του ΔΠΔ εάν ήδη ερευνάται διεξοδικά από ένα κράτος που έχει δικαιοδοσία γι’ αυτήν.

«Εάν το υλικό μεταφερόταν στο ΔΠΔ, έπρεπε να γίνει κατανοητό τι ακριβώς ήταν, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι IDF θα το ερευνούσαν ανεξάρτητα και επαρκώς, ώστε να μπορούν να διεκδικήσουν τη συμπληρωματικότητα», εξήγησε μία από τις πηγές. «Η αξίωση της συμπληρωματικότητας ήταν πολύ, πολύ σημαντική».

Οι νομικοί εμπειρογνώμονες στο πλαίσιο του Μηχανισμού Εκτίμησης των Γεγονότων του Γενικού Επιτελείου Στρατού (FFAM / Fact-Finding Assessment Mechanism) –του στρατιωτικού οργάνου που διερευνά φερόμενα εγκλήματα πολέμου από Ισραηλινούς στρατιώτες– ήταν επίσης μυημένοι στις πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών, ανέφεραν οι πηγές.

Μεταξύ των δεκάδων περιστατικών που ερευνώνται επί του παρόντος από το FFAM[16] είναι οι βομβιστικές επιθέσεις που σκότωσαν δεκάδες Παλαιστίνιους στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζαμπαλίγια τον περασμένο Οκτώβριο∙ η «σφαγή των αλεύρων» κατά την οποία περισσότεροι από 110 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν στη βόρεια Γάζα κατά την άφιξη μιας αυτοκινητοπομπής βοήθειας τον Μάρτιο∙ οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που σκότωσαν επτά υπαλλήλους της World Central Kitchen τον Απρίλιο∙ και μια αεροπορική επιδρομή σε καταυλισμό σκηνών στη Ράφα που προκάλεσε πυρκαγιά και σκότωσε δεκάδες την περασμένη εβδομάδα[17].

Για τις παλαιστινιακές ΜΚΟ που υποβάλλουν αναφορές στο ΔΠΔ, ωστόσο, οι εσωτερικοί μηχανισμοί στρατιωτικής λογοδοσίας του Ισραήλ αποτελούν φάρσα. Οι Παλαιστίνιοι υποστηρίζουν εδώ και καιρό, όπως και Ισραηλινοί και διεθνείς εμπειρογνώμονες και ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ότι τα συστήματα αυτά –από τους ερευνητές της αστυνομίας και του στρατού μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο– χρησιμεύουν συστηματικά ως «φύλλο συκής» για το ισραηλινό κράτος και τον μηχανισμό ασφαλείας του, συμβάλλοντας στο «ξέπλυμα» των εγκλημάτων, ενώ ουσιαστικά δίνουν στους στρατιώτες και τους διοικητές την άδεια να συνεχίσουν τις εγκληματικές πράξεις ατιμώρητα[18].

Ο Ισσάμ Γιουνίς, ο οποίος αποτέλεσε στόχο ισραηλινής παρακολούθησης λόγω του ρόλου του ως διευθυντής της Al-Mezan, πέρασε μεγάλο μέρος της σταδιοδρομίας του στη Γάζα, στα μερικώς βομβαρδισμένα πλέον γραφεία της οργάνωσης, συλλέγοντας και καταθέτοντας «εκατοντάδες» καταγγελίες Παλαιστινίων στο γραφείο του Ισραηλινού Στρατιωτικού Γενικού Εισαγγελέα[19]. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των καταγγελιών έκλεισαν χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες, πείθοντας τον ότι «τα θύματα δεν μπορούν να επιδιώξουν τη δικαιοσύνη μέσω αυτού του συστήματος».

Αυτό ήταν που οδήγησε την οργάνωσή του να συνεργαστεί με το ΔΠΔ. «Σε αυτόν τον πόλεμο, η φύση και το εύρος των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν είναι πρωτοφανή», δήλωσε ο Γιουνίς, ο οποίος διέφυγε από τη Γάζα με την οικογένειά του τον Δεκέμβριο και σήμερα είναι πρόσφυγας στο Κάιρο. «Και αυτό οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι δεν υπήρχε λογοδοσία».

 

«Η 7η Οκτωβρίου άλλαξε αυτή την πραγματικότητα»

Τον Ιούνιο του 2021, ο Χαν αντικατέστησε την Μπενσούντα ως επικεφαλής εισαγγελέας και πολλοί στο ισραηλινό δικαστικό σύστημα ήλπιζαν ότι αυτό θα άλλαζε σελίδα. Ο Χαν θεωρήθηκε πιο προσεκτικός από την προκάτοχό του και υπήρχαν εικασίες ότι θα επέλεγε να μην δώσει προτεραιότητα στην εκρηκτική έρευνα που κληρονόμησε από την Μπενσούντα.

Σε συνέντευξή του τον Σεπτέμβριο του 2022, στην οποία αποκάλυψε επίσης ορισμένες λεπτομέρειες σχετικά με τον «άτυπο διάλογο» του Ισραήλ με το ΔΠΔ, ο Σόντορφ του υπουργείου Δικαιοσύνης του Ισραήλ επαίνεσε τον Χαν επειδή «άλλαξε την πορεία του πλοίου», προσθέτοντας ότι φαινόταν ότι ο εισαγγελέας θα επικεντρωνόταν σε πιο «κύρια ζητήματα» επειδή η «ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση έγινε λιγότερο πιεστικό ζήτημα για τη διεθνή κοινότητα»[20].

Εν τω μεταξύ, η προσωπική κρίση του Χαν έγινε ο κύριος ερευνητικός στόχος της επιχείρησης παρακολούθησης του Ισραήλ: ο στόχος ήταν να «καταλάβουμε τι σκεφτόταν ο Χαν», όπως το έθεσε μια πηγή των μυστικών υπηρεσιών. Και ενώ αρχικά η ομάδα του εισαγγελέα δεν φαίνεται να έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό για την υπόθεση της Παλαιστίνης, σύμφωνα με έναν υψηλόβαθμο Ισραηλινό αξιωματούχο, «η 7η Οκτωβρίου άλλαξε αυτή την πραγματικότητα».

Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας του βομβαρδισμού της Γάζας από το Ισραήλ, που ακολούθησε την επίθεση της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ, ο Χαν βρισκόταν ήδη στο πέρασμα της Ράφα. Στη συνέχεια πραγματοποίησε επισκέψεις τόσο στη Δυτική Όχθη όσο και στο νότιο Ισραήλ τον Δεκέμβριο, όπου συναντήθηκε με Παλαιστίνιους αξιωματούχους καθώς και με Ισραηλινούς επιζώντες της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου και συγγενείς ανθρώπων που είχαν σκοτωθεί.[21]

Οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολούθησαν στενά την επίσκεψη του Χαν για να προσπαθήσουν «να καταλάβουν τι υλικά του έδιναν οι Παλαιστίνιοι», όπως δήλωσε μια ισραηλινή πηγή. «Ο Χαν είναι ο πιο βαρετός άνθρωπος για να συγκεντρώσει κανείς πληροφορίες στον κόσμο, επειδή είναι ευθύς σαν χάρακας», πρόσθεσε η πηγή.

Τον Φεβρουάριο, ο Χαν εξέδωσε μια έντονα διατυπωμένη δήλωση στο Χ, με την οποία ουσιαστικά προέτρεπε το Ισραήλ να μην εξαπολύσει επίθεση στη Ράφα[22], όπου ήδη αναζητούσαν καταφύγιο περισσότεροι από 1 εκατομμύριο Παλαιστίνιοι[23]. Προειδοποίησε επίσης: «Όσοι δεν συμμορφώνονται με το νόμο δεν θα πρέπει να παραπονούνται αργότερα όταν το γραφείο μου αναλάβει δράση».

Όπως και με την προκάτοχό του, οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν επίσης τις δραστηριότητες του Χαν με τους Παλαιστίνιους και άλλους αξιωματούχους του γραφείου του. Η παρακολούθηση δύο Παλαιστινίων που γνώριζαν τις προθέσεις του Χαν πληροφόρησε τους ισραηλινούς ηγέτες ότι ο εισαγγελέας εξέταζε ένα επικείμενο αίτημα για έκδοση ενταλμάτων σύλληψης για Ισραηλινούς ηγέτες, αλλά ήταν «υπό τεράστια πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες» να μην το πράξει.

Τελικά, στις 20 Μαΐου, ο Χαν πραγματοποίησε την απειλή του. Ανακοίνωσε ότι ζητούσε εντάλματα σύλληψης για τον Νετανιάχου και τον Γκαλάντ, αφού διαπίστωσε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι οι δύο ηγέτες φέρουν ευθύνη για εγκλήματα όπως εξόντωση, λιμοκτονία και σκόπιμες επιθέσεις εναντίον αμάχων.

Για τις παλαιστινιακές ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων που παρακολουθούσε το Ισραήλ, ο Νετανιάχου και ο Γκαλάντ είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Τρεις ημέρες πριν από την ανακοίνωση του Χαν, οι επικεφαλής των Al-Haq, Al-Mezan και PCHR έστειλαν στον Χαν κοινή επιστολή με την οποία ζητούσαν ρητά εντάλματα σύλληψης εναντίον όλων των μελών του πολεμικού υπουργικού συμβουλίου του Ισραήλ, στο οποίο περιλαμβάνεται ο Μπένι Γκαντζ, καθώς και διοικητών και στρατιωτών από τις μονάδες που συμμετέχουν σήμερα στην επίθεση στη Ράφα.

Ο Χαν πρέπει τώρα να αξιολογήσει επίσης αν τυχόν Ισραηλινοί που βρίσκονται πίσω από επιχειρήσεις που αποσκοπούν στην υπονόμευση του ΔΠΔ έχουν διαπράξει αδικήματα κατά της απονομής της δικαιοσύνης. Προειδοποίησε στην ανακοίνωσή του στις 20 Μαΐου ότι το γραφείο του «δεν θα διστάσει να δράσει» κατά των συνεχιζόμενων απειλών κατά του δικαστηρίου και της έρευνάς του. Τέτοια αδικήματα, για τα οποία οι Ισραηλινοί ηγέτες μπορούν να διωχθούν ποινικά, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν έχει υπογράψει το Καταστατικό της Ρώμης, θα μπορούσαν δυνητικά να επισύρουν ποινή φυλάκισης.

Εκπρόσωπος του ΔΠΔ δήλωσε στον Guardian ότι το ΔΠΔ γνώριζε για τις «προληπτικές δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών που αναλαμβάνονται από ορισμένες εθνικές υπηρεσίες εχθρικά διακείμενες προς το δικαστήριο», αλλά τόνισε ότι «καμία από τις πρόσφατες επιθέσεις εναντίον του από εθνικές υπηρεσίες πληροφοριών» δεν είχε διεισδύσει στα βασικά αποδεικτικά στοιχεία του δικαστηρίου, τα οποία παρέμειναν ασφαλή. Ο εκπρόσωπος πρόσθεσε ότι το γραφείο του Χαν έχει υποστεί «διάφορες μορφές απειλών και επικοινωνιών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως προσπάθειες να επηρεαστούν αθέμιτα οι δραστηριότητές του».

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Yuval Abraham and Meron Rapoport, “Surveillance and interference: Israel’s covert war on the ICC exposed”, +972, 28 Μαΐου 2024, https://www.972mag.com/icc-israel-surveillance-investigation/.

 

Σημειώσεις

[1] Harry Davies, Bethan McKernan, Yuval Abraham and Meron Rapoport, “Spying, hacking and intimidation: Israel’s nine-year ‘war’ on the ICC exposed”, The Guardian, 28 Μαΐου 2024, https://www.theguardian.com/world/article/2024/may/28/spying-hacking-intimidation-israel-war-icc-exposed.

    ,28 Μαΐου 2024 , שיחה מקומית , «גרדיאן": יוסי כהן השתמש ב"שיטות נבזיות" ללחוץ על התובעת בהאג"

https://www.mekomit.co.il/%d7%92%d7%a8%d7%93%d7%99%d7%90%d7%9f-%d7%99%d7%95%d7%a1%d7%99-%d7%9b%d7%94%d7%9f-%d7%94%d7%a9%d7%aa%d7%9e%d7%a9-%d7%91%d7%a9%d7%99%d7%98%d7%95%d7%aa-%d7%a0%d7%91%d7%96%d7%99%d7%95%d7%aa/

[2] Harry Davies, “Revealed: Israeli spy chief ‘threatened’ ICC prosecutor over war crimes inquiry”, The Guardian, 28 Μαΐου 2024, https://www.theguardian.com/world/article/2024/may/28/israeli-spy-chief-icc-prosecutor-war-crimes-inquiry.

[3] “Statement of ICC Prosecutor Karim A.A. Khan KC: Applications for arrest warrants in the situation in the State of Palestine”, International Criminal Court, 20 Μαΐου 2024, https://www.icc-cpi.int/news/statement-icc-prosecutor-karim-aa-khan-kc-applications-arrest-warrants-situation-state.

[4] International Court of Justice, “Application of the Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide in the Gaza Strip (South Africa v. Israel)”, 24 Μαΐου 2024, https://www.icj-cij.org/sites/default/files/case-related/192/192-20240524-pre-01-00-en.pdf. Meron Rapoport, “Will the ICJ find Israel guilty of genocide?”, +972, 11 Ιανουαρίου 2024, https://www.972mag.com/israel-genocide-icj-michael-sfard/.

[5] “Palestine declares acceptance of ICC jurisdiction since 13 June 2014”, International Criminal Court, 5 Ιανουαρίου 2015, https://www.icc-cpi.int/news/palestine-declares-acceptance-icc-jurisdiction-13-june-2014.

[6] “Ministry of Strategic Affairs”, +972, https://www.972mag.com/topic/ministry-of-strategic-affairs/.

[7] “Israel’s UN envoy Erdan calls ICC move ‘witch-hunt driven by Jew-hatred’”, i24news, 21 Μαΐου 2024, https://www.i24news.tv/en/news/israel/diplomacy/artc-israel-s-un-envoy-erdan-calls-icc-move-witch-hunt-driven-by-pure-jew-hatred.

[8] Yuval Abraham, Oren Ziv and Meron Rapoport, “Secret Israeli dossier provides no proof for declaring Palestinian NGOs ‘terrorists’”, +972, 4 Νοεμβρίου 2021, https://www.972mag.com/shin-bet-dossier-palestinian-ngos/.

[9] Oren Ziv and Yuval Abraham, “Israel’s new secret document still fails to tie Palestinian NGOs to ‘terrorism’”, +972, 13 Ιανουαρίου 2022, https://www.972mag.com/israel-document-palestinian-ngos/.

[10] Yuval Abraham, “‘They targeted us for one reason: We’re succeeding in changing the paradigm’”, +972, 25 Οκτωβρίου 2021, https://www.972mag.com/palestinian-ngos-human-rights-attacks/.

[11] “Devices of Palestinian Human Rights Defenders Hacked with NSO Group’s Pegasus Spyware”, Citizen Lab, 8 Νοεμβρίου 2021, https://citizenlab.ca/2021/11/palestinian-human-rights-defenders-hacked-nso-groups-pegasus-spyware/. Sophia Goodfriend, “‘We violated people’s privacy for a living’: How Israel’s cyber army went corporate”, +972, 23 Νοεμβρίου 2021, https://www.972mag.com/nso-surveillance-companies-israel-army/.

[12] Rob Schmitz, “How Israel’s military investigates itself in cases of possible wrongdoing”, npr, 15 Μαΐου 2024, https://www.npr.org/2024/05/15/1250417719/israel-military-idf-investigations-icc.

[13] Amjad Iraqi, “With international law under siege, can the ICC bring justice to Palestinians?”, +972, 13 Ιανουαρίου 2020, https://www.972mag.com/palestinian-experts-icc-justice/.

[14] iNSS, https://www.inss.org.il/he/event/icj/.

[15] “Statement of the Prosecutor, Fatou Bensouda, on the conclusion of the preliminary examination of the situation in Iraq/United Kingdom”, International Criminal Court, 9 Δεκεμβρίου 2020, https://www.icc-cpi.int/news/statement-prosecutor-fatou-bensouda-conclusion-preliminary-examination-situation-iraq/united.

[16]                חשיפת "הארץ" צה"ל מתחקר עשרות מקרים המעוררים חשד להפרת הדין הבינלאומי במלחמההארץ 

6 Φεβρουαρίου 2024, https://www.haaretz.co.il/news/politics/2024-02-06/ty-article/.premium/0000018d-7b06-d008-a9cd-fbf75c040000.

[17] Rory Carroll, “Dozens killed after Israeli airstrikes on Gaza refugee camp”, The Guardian, 31 Οκτωβρίου 2023, https://www.theguardian.com/world/2023/oct/31/dozens-killed-after-israeli-airstrikes-on-gaza-refugee-camp. Mahmoud Mushtaha, “Survivors of Gaza aid convoy massacre describe ‘indiscriminate’ Israeli fire”, +972, 5 Μαρτίου 2024, https://www.972mag.com/gaza-aid-convoy-massacre-testimonies/. Yaniv Kubovich, “IDF Drone Bombed World Central Kitchen Aid Convoy Three Times, Targeting Armed Hamas Member Who Wasn’t There”, Haaretz, 2 Απριλίου 2024, https://www.haaretz.com/israel-news/2024-04-02/ty-article/.premium/idf-bombed-wck-aid-convoy-3-times-targeting-armed-hamas-member-who-wasnt-there/0000018e-9e75-d764-adff-9eff29360000. Bethan McKernan, “Global shock after Israeli airstrike kills dozens in Rafah tent camp”, The Guardian, 27 Μαΐου 2014, https://www.theguardian.com/world/article/2024/may/27/global-shock-after-israeli-airstrike-kills-dozens-in-rafah-tent-camp.

[18] “License to Kill”, +972, https://www.972mag.com/topic/license-to-kill/.

[19] Ghousoon Bisharat, “‘The international legal order needs repair — and Gaza is a part of this’”, +972, 24 Μαΐου 2024, https://www.972mag.com/issam-younis-al-mezan-icc-icj-gaza/.

[20] Yonah Jeremy Bob, “Israel’s defender against the ICC speaks out after retirement - exclusive”, The Jerusalem Post, 3 Σεπτεμβρίου 2022, https://www.jpost.com/israel-news/article-716090.

[21] “ICC Prosecutor, Karim A. A. Khan KC, concludes first visit to Israel and State of Palestine by an ICC Prosecutor: ‘We must show that the law is there, on the front lines, and that it is capable of protecting all’”, International Criminal Court, 3 Δεκεμβρίου 2023, https://www.icc-cpi.int/news/icc-prosecutor-karim-khan-kc-concludes-first-visit-israel-and-state-palestine-icc-prosecutor.

[22] Karim A. A. Khan KC, “I am deeply concerned by the reported bombardment…”, Χ, 12 Φεβρουαρίου 2024, https://x.com/KarimKhanQC/status/1757081372680700206.

[23] Mohammed Zaanoun, “‘Tents everywhere’ as Rafah struggles to hold a million Palestinians”, +972, 15 Ιανουαρίου 2024, https://www.972mag.com/rafah-gaza-palestinians-displaced-tents/.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 04 Ιουνίου 2024 08:56

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.