Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026 13:22

Ο Μαρξ και οι Ιθαγενείς

Sebastião Salgado, «Ιθαγενείς Suruwahá ψαρεύουν με τη χρήση τιμπό στο ρυάκι Πρετάο». 2017. Το ρυάκι Igarapé Pretão βρίσκεται στην Επικράτεια Αυτοχθόνων Suruwahá, στην πολιτεία Αμαζόνας της Βραζιλίας. Ο λαός Suruwahá (ή Zuruahã) είναι μια ανάμειξη όσων επιβίωσαν από φυλές που εξοντώθηκαν κατά την «έκρηξη του καουτσούκ» (στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα). Οι Suruwahá κατέφυγαν βαθειά στο δάσος και κατάφεραν να ζήσουν απομονωμένοι μέχρι τη δεκαετία του 1970, όταν συλλέκτες λάτεξ και ιεραπόστολοι εισέβαλαν στην περιοχή τους. Η εισβολή είχε ολέθριες συνέπειες για τους Suruwahá, στην κοινότητα των οποίων σημειώθηκε μια τεράστια αύξηση των αυτοκτονιών. Ο συνολικός πληθυσμός τους το 2010 ήταν 142 άτομα. Το timbó που αναφέρεται στον τίτλο της φωτογραφίας (η επιστημονική του ονομασία είναι Derris elliptica) είναι ένα φυτό από το οποίο οι αυτόχθονες του Αμαζονίου φτιάχνουν ένα αναισθητικό που το χρησιμοποιούν για το ψάρεμα. Το ρίχνουν στο νερό και τα ψάρια χάνουν τις αισθήσεις τους και επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού. Από τη φωτογραφική συλλογή του Sebastião Salgado, Amazônia, Taschen, 2021.

 

 

Brett Clark

Hannah Holleman

John Bellamy Foster

 

Ο Μαρξ και οι Ιθαγενείς

 

 

Η «στροφή προς τους ιθαγενείς» στην κοινωνική θεωρία τις τελευταίες δύο δεκαετίες, που συνδέεται με την κριτική του λευκού αποικιοκρατικού εποικισμού, έχει επαναφέρει θέματα που υπήρχαν από καιρό στη μαρξιστική θεωρία, αλλά με τρόπους που συχνά απέχουν εκπληκτικά από την κριτική του Καρλ Μαρξ για τον καπιταλισμό, την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό.[1] Ένας από τους λόγους για αυτή την αποσύνδεση είναι ότι οι σημερινές συζητήσεις για την αποικιοκρατία έχουν εξελιχθεί μέσω των παραδόσεων της μεταμοντέρνας και μετααποικιακής πολιτιστικής θεωρίας, οι οποίες απέχουν πολύ από τον ιστορικό υλισμό.[2] Ωστόσο, μια βαθύτερη εξήγηση για το χάσμα μεταξύ της σύγχρονης ακαδημαϊκής έρευνας για την αποικιοκρατία και του μαρξισμού συνδέεται με τους ισχυρισμούς ορισμένων αριστερών κριτικών ότι το έργο του Μαρξ χαρακτηρίζεται από τα εξής: (1) έναν χονδροειδή αναπτυξιακό και οικονομικό ντετερμινισμό, (2) μια φιλοαποικιακή στάση, (3) μια τελεολογική αντίληψη της προόδου και (4) Προμηθεϊσμό ή ακραίο παραγωγισμό σε σχέση με το περιβάλλον.[3] Τέτοιες κατηγορίες χρησιμοποιούνται συχνά για να παρουσιάσουν τον ιστορικό υλισμό ως άσχετο ή ακόμη και εχθρικό προς τους σύγχρονους αγώνες και τις προοπτικές των αυτοχθόνων.

Στο βιβλίο του Κόκκινο δέρμα, λευκές μάσκες, ο Γκλεν Σον Κούλθαρντ παρουσιάζει μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση του Μαρξ και των αυτοχθόνων, αναλύοντας την κριτική του πρώτου για τη «λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση». Ο Κούλθαρντ επιμένει ότι «το θεωρητικό πλαίσιο του Μαρξ» σε αυτό το θέμα μπορεί να θεωρηθεί εξαιρετικά «σχετικό με μια ολοκληρωμένη κατανόηση του αποικιοκρατισμού και της αντίστασης των αυτοχθόνων», αλλά αυτό απαιτεί ο κλασικός ιστορικός υλισμός «να μετασχηματιστεί σε διάλογο με την κριτική σκέψη και τις πρακτικές των ίδιων των αυτοχθόνων λαών». Συγκεκριμένα, επιδιώκει να υπερβεί τις απόψεις του Μαρξ που θεωρεί λανθασμένες: (1) ότι η απαλλοτρίωση αυτή περιορίζεται στα διαμορφωτικά στάδια του καπιταλισμού, αντί να αποτελεί μια συνεχή διαδικασία, (2) ότι υπάρχει μια μονογραμμική αναπτυξιακή λογική που μπορεί να εξομοιωθεί με την πρόοδο, και (3) ότι το περιβάλλον πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δωρεάν δώρο, έτσι ώστε να μην θεωρείται ότι η γη είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά μόνο οι άνθρωποι.[4]

Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη αυτές τις κριτικές, επιστρέφουμε στα κλασικά θεμέλια της μαρξιστικής θεωρίας προκειμένου να διαπιστώσουμε πού –αν υπάρχει κάποιο σημείο– η ανάλυση απέτυχε, τι χρήσιμο μπορεί να αντληθεί από αυτήν και πώς να κατασκευάσουμε (ή να ανακατασκευάσουμε) μια μαρξιστική κριτική της αποικιοκρατίας που να είναι σχετική με τους σύγχρονους αγώνες. Μέσω αυτής της αξιολόγησης, πιστεύουμε ότι θα γίνουν εμφανή τα πλεονεκτήματα του κλασικού ιστορικο-υλιστικού επιχειρήματος.

Η επιστροφή στον Μαρξ ως αφετηρία είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας υλιστικής κριτικής του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας. Ωστόσο, στον ιστορικό υλισμό δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως μια σταθερή ορθοδοξία. Αντίθετα, ο μαρξισμός από την αρχή έχει διαμορφωθεί από τις λαϊκές επαναστατικές παραδόσεις. Ως φιλοσοφία της πράξης που δεν αποσκοπεί απλώς στην κατανόηση του κόσμου, αλλά και στην αλλαγή του, ο ιστορικός υλισμός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι υπεριστορικός ή να αγνοεί τα διδάγματα των εθνικών και λαϊκών αγώνων.[5] Η «ορθοδοξία» στον μαρξισμό, όπως είπε ο Γκέοργκ Λούκατς, «αναφέρεται αποκλειστικά στη μέθοδο».[6] Είναι λοιπόν η υλιστική, ιστορική και διαλεκτική μέθοδος του κλασικού μαρξισμού που αποτελεί το απαραίτητο σημείο εκκίνησης για την κριτική της αποικιοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης της αποικιοκρατίας των εποίκων, σήμερα.

 

Αποικιοκρατία και απαλλοτρίωση

Ο Κούλθαρντ υποστηρίζει στο Κόκκινο δέρμα, λευκές μάσκες ότι η θεωρία του Μαρξ για την απαλλοτρίωση ως ιστορική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης ασχολείται κυρίως με «τον διαρκή διαχωρισμό των εργατών από τα μέσα παραγωγής» και όχι με την αποικιακή σχέση καθεαυτή. Αντίστοιχα, μας λένε ότι η συζήτηση του Μαρξ για τη «Σύγχρονη Θεωρία της Αποικιοκρατίας» στο τελευταίο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου αφορούσε απλώς την τεκμηρίωση της θεωρίας του για την μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα του κεφαλαίου να απομακρύνει τους εργάτες από τη γη, υποδηλώνοντας μια γενική αδιαφορία για την αποικιοκρατία. Με βάση αυτές τις κριτικές, ο Κούλθαρντ προτείνει ότι η κριτική πρέπει να μετατοπιστεί από την εστίαση κυρίως στην καπιταλιστική σχέση σε μια κριτική που θα τονίζει επίσης την αποικιακή σχέση, ξεπερνώντας έτσι τη μονομέρεια του Μαρξ σε αυτό το θέμα.[7]

Ωστόσο, στο κεφάλαιο 31 του Κεφαλαίου, «Η γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού», ο Μαρξ επισημαίνει ήδη την ανάγκη να θεωρηθεί η αποικιακή σχέση ως υποκείμενη στην καπιταλιστική σχέση. Πράγματι, είναι απολύτως σαφής σε αυτό το θέμα:

«Η ανακάλυψη των χρυσοφόρων και ασημοφόρων περιοχών στην Αμερική, η εξόντωση, το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία, η έναρξη της κατάκτησης και της λεηλασίας των Ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε περιφραγμένη περιοχή κυνηγιού Μαύρων για το δουλεμπόριο – χαρακτηρίζουν την αυγή της εποχής της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Αυτά τα ειδυλλιακά προτσές είναι κύρια στοιχεία της πρωταρχικής συσσώρευσης.»[8]

Επομένως, για τον Μαρξ δεν είναι οι διάφορες περιφράξεις των κοινών στην Αγγλία, που συζητούνται στα πρώτα κεφάλαια του μέρους VIII του Κεφαλαίου με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», αυτά που αποτελούν τα κύρια στοιχεία της πρωταρχικής απαλλοτρίωσης και της γένεσης του βιομηχανικού καπιταλιστή, αλλά μάλλον η λεηλασία ολόκληρου του κόσμου εκτός Ευρώπης, με επίκεντρο την «εξόντωση, το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία», που περιλαμβάνει τη ληστεία των πολύτιμων μετάλλων, των γαιών και των σωμάτων των αυτοχθόνων.[9] Επιπλέον, οι αγγλικές αποικίες λευκών εποίκων δέχονται συγκεκριμένη κριτική για τις φρικαλεότητες που προκάλεσαν:

«Φυσικά μεταχείριση των ιθαγενών ήταν πιο εξωφρενική στις φυτείες που προορίζονταν για το εξαγωγικό εμπόριο, όπως λχ. στις Δυτικές Ινδίες, και στις πλούσιες και πυκνοκατοικημένες χώρες, όπως το Μεξικό και οι Ανατολικές Ινδίες, που είχαν παραδοθεί στο έλεος της ληστείας και των δολοφονιών. Ωστόσο ούτε και στις καθαυτό αποικίες [ή, αποικίες εποίκων – στα ισπανικά colono/a σημαίνει έποικος] δεν διέψευσε τον εαυτό του ο χριστιανικός χαρακτήρας της πρωταρχικής συσσώρευσης. Οι νηφάλιοι εκείνοι βιρτουόζοι του προτεσταντισμού, οι Πουριτανοί της Νέας Αγγλίας καθόρισαν το 1703 με αποφάσεις Assembly [Συνέλευσής] τους βραβείο 40 λιρ. για κάθε ινδιάνικο “σκαλπ” και για κάθε ερυθρόδερμο αιχμάλωτο, το 1720 καθόρισαν βραβείο 100 λιρ. στ. για κάθε σκαλπ, το 1744, αφού πρώτα το Μασσάχουσετς Μπαίη χαρακτήρισε αντάρτικη μια φυλή, καθόρισε τις παρακάτω τιμές: για ένα ανδρικό σκαλπ από 12 χρονών και πάνω 100 λίρ. στ. σε νέο συνάλλαγμα, για άνδρες αιχμαλώτους 105 λίρ. στ., για γυναίκες αιχμαλώτους και παιδιά 50 λίρ. στ.! Μερικές δεκαετίες αργότερα εκδικήθηκε το αποικιακό σύστημα τους απογόνους των ευσεβών piligrim fathers [προσκυνητών], που στο μεταξύ είχαν εξεγερθεί. Με αγγλική υποκίνηση και αγγλικό χρήμα [σ.τ.μ. οι ερυθρόδερμοι] τους tomahawked [τους σφάζανε με με ένα είδος ινδιάνικο τσεκούρι που λέγεται tomahawk]. Το βρετανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε τα αιμοβόρα σκυλιά και το “σκάλπισμα” [αφαίρεση σκαπλ] σαν μέσα που του δόθηκαν από το θεό και τη φύση”.»[10]

Ο Μαρξ δεν παρέβλεψε το γεγονός ότι η τιμή των σκαλπ ήταν ίση με την τιμή των φυλακισμένων, πράγμα που σημαίνει ότι ο στόχος ήταν η γενοκτονία και όχι η δουλεία. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μαρξ τόνισε ότι ο κύριος στόχος των αγγλικών αποικιών στη Βόρεια Αμερική ήταν η απόλυτη «εξάλειψη» του αυτόχθονα πληθυσμού. Πράγματι, όπως εξήγησε ο Γουίλιαμ Χάουιτ στο Αποικιοκρατία και Χριστιανισμός: Μια λαϊκή ιστορία της μεταχείρισης των ιθαγενών από τους Ευρωπαίους σε όλες τις αποικίες τους (1838), το οποίο ο Μαρξ μελέτησε για πρώτη φορά το 1851, η αποικιοκρατία των λευκών αποίκων των νεοσύστατων Ηνωμένων Πολιτειών είχε ως στόχο την εξόντωση και την εκδίωξη των φυλών των Αμερικανών Ινδιάνων. Εδώ, ο Χάουιτ ανέφερε τη δήλωση του Αββά Ραϊνάλ ότι ο στόχος των Άγγλων και των Γάλλων ήταν «η εξόντωση» των ιθαγενών Αμερικανών.[11] Ο Χάουιτ περιέγραψε επίσης «τις εκστρατείες εξόντωσης του στρατηγού Τζάκσον», αναφέροντας τη δήλωση του Άντριου Τζάκσον στις 27 Μαρτίου 1814, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του εκστρατείας εναντίον των φυλών του Νότου, ότι ήταν «αποφασισμένος να τους εξοντώσει». Οι αυτόχθονες Αμερικανοί, παρατήρησε ο Χάουιτ, «οδηγήθηκαν στην καταστροφή ή στον αφανισμό». Γράφοντας την εποχή του «Μονοπατιού των Δακρύων» και της μαζικής απομάκρυνσης των Αυτοχθόνων Αμερικανών του Νοτιοανατολικού τμήματος, ο Χάουιτ κατέληξε λέγοντας:

«Τίποτα δεν θα μπορέσει να εμποδίσει την τελική εκδίωξη αυτών των φυλών του Νότου: πρέπει να περάσουν τον Μισισιπή μέχρις ότου ο λευκός πληθυσμός αυξηθεί αρκετά ώστε να τους υποχρεώσει να διασχίσουν τον Μισούρι. Τότε θα απομένουν μόνο δύο εμπόδια μεταξύ αυτών και της εξόντωσης: τα Βραχώδη Όρη και ο Ειρηνικός Ωκεανός. Όποτε ακούμε τώρα για αυτές τις φυλές, είναι για κάποια νέα πράξη επιθετικότητας εναντίον τους –κάποια νέα εκδίωξη ενός μέρους τους– και για μελαγχολικούς Ινδιάνους που μετακινούνται προς τις δυτικές ερημιές.»[12]

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του Κεφαλαίου, το βιβλίο του Χάουιτ ήταν η κύρια πηγή του Μαρξ για την αποικιακή μεταχείριση όχι μόνο των Αυτοχθόνων Αμερικανών, αλλά και των ιθαγενών πληθυσμών σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, την ίδια περίοδο που γνώρισε τον Χάουιτ, ο Μαρξ μελέτησε επίσης τα έργα του Γουίλιαμ Πρέσκοτ Ιστορία της κατάκτησης του Μεξικού [History of the Conquest of Mexico] (1843) και Ιστορία της κατάκτησης του Περού (1847), καθώς και το έργο του Τόμας Φάουελ Μπάξτον Το αφρικανικό δουλεμπόριο και η θεραπεία του (1840), μαζί με διάφορα έργα σχετικά με την Ινδία.[13] Στη δεκαετία του 1850, μελέτησε προσεκτικά το έργο του Χέρμαν Μέριβιλ «Διαλέξεις για την αποικιοκρατία και τις αποικίες» (1841).[14] Το 1853, διάβασε το έργο του Τόμας Στάμφορντ Ράφλς Η Ιστορία της Ιάβας (1817), στο οποίο είχε βασιστεί και ο Χάουιτ για την περιγραφή της Ιάβας.[15] Στη συνέχεια, μελέτησε πολλά άλλα έργα σχετικά με τη δουλεία, στα οποία αναφέρεται στο Κεφάλαιο.

Το έργο του Χάουιτ, Αποικισμός και Χριστιανισμός είχε πάνω από πεντακόσιες σελίδες και περιλάμβανε ξεχωριστά κεφάλαια για τη μεταχείριση των ιθαγενών από τις αποικιακές δυνάμεις σε διάφορες περιοχές του κόσμου, με δώδεκα κεφάλαια αφιερωμένα στον τρόπο με τον οποίο οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι συμπεριφέρονταν στους Αυτόχθονες πληθυσμούς του Νέου Κόσμου, τρία στους Άγγλους αποικιοκράτες εποίκους και τους ιθαγενείς της Βόρειας Αμερικής, δύο στη «Μεταχείριση των Ινδιάνων στις Ηνωμένες Πολιτείες», πέντε για τους Άγγλους στην Ινδία, ένα για τους Άγγλους στην αποικία του Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική, ένα για τους Ολλανδούς στην Ινδία και την Ινδονησία (Ιάβα) και ένα για τους Ολλανδούς στην Αυστραλία και τα νησιά του Ειρηνικού, και ένα για τους Γάλλους στις αποικίες τους. Σε γενικές γραμμές, το Αποικισμός και Χριστιανισμός ήταν η μεγαλύτερη συλλογή για τις παγκόσμιες φρικαλεότητες της αποικιοκρατίας που γράφτηκε στην εποχή της, περιέχοντας πλούσιες λεπτομέρειες, συχνά βασιζόμενη σε εμπορικές και κυβερνητικές εκθέσεις. Όπως έγραψε ο Μαρξ: «Ο Ου. Χάουιτ, ένας άνθρωπος που έχει κάνει ειδικότητά του το χριστιανισμό, λέει σχετικά με το χριστιανικό αποικιακό σύστημα: “Οι βαρβαρότητες και οι ανόσιες φρικαλεότητες, που διέπραξαν οι λεγόμενες χριστιανικές φυλές, σε όλες τις περιοχές του κόσμου και ενάντια σε κάθε λαό που μπόρεσαν να υποδουλώσουν, δεν έχουν το όμοιό τους σε καμιά εποχή της παγκόσμιας ιστορίας και σε καμιά φυλή, όσο άγρια, όσο αμόρφωτη, όσο ανελέητη και και ξετσίπωτη κι αν είναι”».[16]

Δεδομένου ότι ο Μαρξ ενδιαφερόταν για το ρόλο που έπαιξε η αποικιακή απαλλοτρίωση των γαιών και των ιθαγενών λαών στη γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού, εστίασε την προσοχή του ιδιαίτερα στους Ολλανδούς και τους Άγγλους, ως τις δύο χώρες που είχαν πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού. Όσον αφορά τους Ολλανδούς, ο Μαρξ σημείωσε ότι το 1648, στο απόγειο της δύναμής της, η Ολλανδία είχε σχεδόν τον απόλυτο έλεγχο του εμπορίου με τις Ανατολικές Ινδίες. Στο Κεφάλαιο, επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο των Ολλανδών στην Ιάβα, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην Ιστορία του Ράφλς (αντλώντας, ωστόσο, κυρίως από αποσπάσματα που είχαν επισημανθεί στο έργο του Χάουιτ Αποικισμός και Χριστιανισμός). Εδώ περιγράφεται με λεπτομέρεια ο ρόλος των οργανωμένων «ανθρωπο-κλεφτών», που αποτελούσαν «ο κλέφτης, ο διερμηνέας και ο πωλητής», οι οποίοι συστηματικά «έκλεβαν ανθρώπους» που στη συνέχεια τους αλυσόδεναν, τους έκρυβαν σε μυστικές φυλακές και τους έσερναν στα πλοία που τους περίμεναν. Όπως σημείωσε ο Μαρξ, «η επαρχία Μπαντζουάνγκι της Ιάβας είχε πάνω από 80.000 κατοίκους το 1750 και μόνο 18.000 το 1811. Αυτό», απεφάνθη με πικρή ειρωνεία, «είναι ειρηνικό εμπόριο!»

Με βάση την αποικιακή απαλλοτρίωση, υποστήριξε ο Μαρξ, το «συνολικό κεφάλαιο» της Ολλανδικής Δημοκρατίας αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό στα μέσα του 17ου αιώνα, που πιθανώς ξεπέρασε το σύνολο του υπόλοιπου ευρωπαϊκού κεφαλαίου.[17]

Ωστόσο, η αποικιακή βαρβαρότητα του ολλανδικού καπιταλισμού ξεπεράστηκε σε κλίμακα τον 18ο και 19ο αιώνα από τους Άγγλους. Ο Μαρξ, ακολουθώντας τον Χάουιτ, εξήγησε ότι ο Βρετανός κυβερνήτης της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών επέμενε στο «αποκλειστικό μονοπώλιο» της στο εμπόριο τσαγιού, καθώς και στο εμπόριο με την Κίνα και την Ευρώπη. Ωστόσο, οι ευνοούμενοι αξιωματούχοι της Εταιρείας κατάφεραν να ελέγξουν τα μονοπώλια του αλατιού, του οπίου, του βετέλ και άλλων εμπορευμάτων, κυριαρχώντας στο παράκτιο εμπόριο. «Μεγάλες περιουσίες ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια σε μια μέρα», βασισμένες σε μερικές από τις πιο σκληρές μορφές απαλλοτρίωσης της εποχής.[18] Βασιζόμενος στον Χάουιτ ως πηγή του, ο Μαρξ έγραψε: «Στα 1769–1770 οι εγγλέζοι προκάλεσαν λιμό, αγοράζοντας όλο το ρύζι και αρνούμενοι να το ξαναπουλήσουν παρά μόνο σε μυθικές τιμές».[19] Σε μια υποσημείωση, πρόσθεσε: «Το 1866, μόνο στην επαρχία της Ορίσα πέθαναν από την πείνα πάνω από ένα εκατομμύριο Ινδοί. Και όμως οι εγγλέζοι προσπαθούσαν να πλουταίνουν το δημόσιο [αποικιακό] ταμείο των Ινδιών, πουλώντας σε πολύ ψηλές τιμές τα τρόφιμα στους πεινασμένους».[20]

Η λεηλασία ήταν τεράστια. «Οι θησαυροί που κατακτήθηκαν εκτός Ευρώπης με απροκάλυπτη λεηλασία, υποδούλωση και δολοφονίες», έγραψε ο Μαρξ, «επέστρεψαν στη μητέρα πατρίδα». Το αποικιακό σύστημα «ανακήρυξε την αποκόμιση κέρδους ως τον απόλυτο και μοναδικό σκοπό της ανθρωπότητας». Η δουλεμπορία, ειδικότερα, έπαιξε κεντρικό ρόλο στην εκβιομηχάνιση της Αγγλίας και στην ανάπτυξη της βαμβακοβιομηχανίας. Μετρώντας τα δουλεμπορικά πλοία που πλέουν στο Λίβερπουλ τα χρόνια πριν από την Βιομηχανική Επανάσταση, ο Μαρξ παρατήρησε: «Το 1730 το Λίβερπουλ απασχολούσε 15 καράβια στο δουλεμπόριο, το 1751: 53, το 1760: 74, το 1770: 96, και το 1792: 132».[21]

Ο Μαρξ τελειώνει το κεφάλαιο «Η γένεση του βιομηχάνου κεφαλαιοκράτη» με τη δήλωση ότι «αν το χρήμα, σύμφωνα με τον Ωζιέ, “γεννιέται με φυσικές κηλίδες αίματος στο ένα μάγουλο”, το κεφάλαιο γεννιέται βουτηγμένο απ’ την κορφή ως τα νύχια στο αίμα και τη βρωμιά».[22] Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, είναι αδύνατο να μην σκεφτούμε επίσης το συμπέρασμα του βιβλίου του Χάουιτ, Αποικισμός και Χριστιανισμός, το οποίο είχε επηρεάσει τον Μαρξ σε εξαιρετικό βαθμό:

«Δεν αρκούσε το γεγονός ότι οι εκτάσεις όλων των νεοανακαλυφθεισών περιοχών καταλήφθηκαν με απάτη ή βία· δεν αρκούσε το γεγονός ότι οι νόμιμοι κάτοικοί τους δολοφονήθηκαν ή υποδουλώθηκαν· ότι οι απεχθείς αχρειότητες των ανθρώπων που αυτοαποκαλούνταν οπαδοί των πιο αγνών όντων εξαπλώθηκαν σαν πανούκλα σε αυτές τις νέες χώρες. Δεν αρκούσε το γεγονός ότι εκατομμύρια ειρηνικά όντα εξοντώθηκαν με φωτιά, με σπαθί, με βαριά φορτία, με άθλια βία, με επιβλαβή ορυχεία και ασυνήθιστες σκληρότητες –με σκυλιά, με κυνηγούς ανθρώπων, με θλίψη και απόγνωση– χρειαζόταν ακόμα μια κορυφαία εγκληματική πράξη για να τοποθετήσει τις πράξεις των Ευρωπαίων πέρα από κάθε ανταγωνισμό στην αιτία του κακού, και αυτή η απρόσιτη αηδία βρέθηκε στο εμπόριο σκλάβων. Είχαν καταλάβει σχεδόν όλες τις άλλες χώρες, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τις καυτές περιοχές της Αφρικής. Δεν μπορούσαν να κατακτήσουν τη γη, αλλά κατέκτησαν τους ανθρώπους... Αποφάσισαν λοιπόν να τους θυσιάσουν στους τάφους των ήδη χαμένων Αμερικανών. Να χύσουν αίμα πάνω στο αίμα, να συσσωρεύσουν κόκαλα πάνω στα κόκαλα και κατάρες πάνω στις κατάρες. Τι ιδέα κι αυτή! – Οι Ευρωπαίοι να στέκονται με το μαστίγιο της δουλείας στα χέρια τους πάνω στα οστά εκατομμυρίων εξοντωμένων σε ένα ημισφαίριο, να παρακολουθούν με αδίστακτα μάτια τα θύματά τους να σέρνονται σε ένα άλλο ημισφαίριο – καλλιεργώντας, όχι με τον ιδρώτα τους, αλλά με το αίμα της καρδιάς τους, το έδαφος που είναι, στην πραγματικότητα, η σκόνη των δολοφονημένων γενεών θυμάτων... Όλη η ιστορία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας είναι ένα ενιαίο σύνολο.»[23]

Πέρα από την εξόντωση και την υποδούλωση, η κριτική του Μαρξ επικεντρώθηκε στην εκτεταμένη ληστεία που χαρακτήριζε την πρωταρχική απαλλοτρίωση που διέπει τη συσσώρευση κεφαλαίου στην εποχή του μερκαντιλισμού και μετά, η οποία ήταν κεντρικής σημασίας για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Αυτή η απαλλοτρίωση πραγματοποιήθηκε στις αποικίες των λευκών εποίκων μέσω της γενοκτονίας του αυτόχθονου πληθυσμού και της εισαγωγής σκλάβων. Έτσι, προέκυψε αυτό που ο Κούλθαρντ ονόμασε «δομημένη απαλλοτρίωση».[24] Καθώς οι αυτόχθονες πληθυσμοί απομακρύνθηκαν και τα εδάφη αυτά καλύφθηκαν από λευκούς μετανάστες/εποίκους, το πρόβλημα για το κεφάλαιο τελικά έγινε και η στέρηση των εποίκων.

Έτσι, όσον αφορά τις αποικίες των λευκών εποίκων –αφού οι αρχικοί αυτόχθονες κάτοικοι της χώρας είχαν εξοντωθεί ή εκδιωχθεί– προέκυψε μια συζήτηση στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Άγγλοι κλασικοί πολιτικοί οικονομολόγοι σχετικά με τις επιζήμιες επιπτώσεις για το κεφάλαιο ενός υψηλού λόγου γης/πληθυσμού. Αυτή η κατάσταση υποπληθυσμού σε σχέση με τη γη, και συνεπώς η σχετική αφθονία της τελευταίας, ενθάρρυνε την άμεση καλλιέργεια της γης από μια τάξη μικρών αγροτών που αποτελούσαν οι εισερχόμενοι μετανάστες, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη ενός προλεταριάτου χωρίς ιδιοκτησία που ήταν απαραίτητο για την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση.[25]

Ο Μαρξ εστίασε εδώ στο έργο του Έντουαρντ Γκίμπον Γουέικφιλντ και άλλων υποστηρικτών του 19ου αιώνα της «συστηματικής αποίκισης» στις αγγλικές αποικίες λευκών εποίκων (κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία). Ο Γουέικφιλντ επέμενε στην ανάγκη να προκαλέσει το κράτος μεγάλη αύξηση στις τιμές της γης μέσω της πώλησης κρατικής γης και της κερδοσκοπίας, ώστε να αποτρέψει τα νέα κύματα μεταναστών εποίκων να μετακινηθούν αμέσως στα σύνορα και να εγκατασταθούν ως αγρότες που εξασφαλίζουν τα προς το ζην ή μικροί ιδιοκτήτες, αναγκάζοντάς τους μάλλον να περιέλθουν στην κατάσταση του προλεταριάτου.[26] Το γεγονός ότι οι αυτόχθονες δεν είχαν σχεδόν καμία σημασία σε τέτοιες συζητήσεις μεταξύ των κλασικών πολιτικών οικονομολόγων για τις αγγλικές αποικίες ήταν μια αντανάκλαση της κατάστασης που επικρατούσε τη δεκαετία του 1830, όταν η εκτόπιση των Αυτοχθόνων Αμερικανών από τη γη θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωμένη στη Βόρεια Αμερική, αν και συνέχιζε να εξελίσσεται με κάθε μετακίνηση προς τα δυτικά. Η ίδια διαδικασία εκτόπισης των αυτόχθονων πληθυσμών ήταν επίσης σε προχωρημένο στάδιο στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.[27]

Σε αυτό το πλαίσιο της «σύγχρονης θεωρίας της αποικιοκρατίας» που υποστήριζε ο Γουέικφιλντ και της πολιτικής οικονομίας της αποικιοκρατίας, ο Μαρξ δήλωνε στην τελευταία σελίδα του 1ου τόμου του Κεφαλαίου:

«Ωστόσο το θέμα που μας απασχολεί εδώ [σε αυτό το λογικό σημείο της επιχειρηματολογίας] δεν είναι η κατάσταση των αποικιών. Το μόνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το μυστικό που ανακάλυψε στο Νέο Κόσμο η πολιτική οικονομία του Παλαιού Κόσμου και που το διακήρυξε φωναχτά: ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής και συσσώρευσης, επομένως και η κεφαλαιοκρατική ιδιωτική ιδιοκτησία, έχουν ως θεμελιώδη προϋπόθεση την καταστροφή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που στηρίζεται στην προσωπική εργασία, δηλ., προϋποθέτουν την απαλλοτρίωση του εργάτη.»[28]

Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί, όπως γίνεται κατανοητό από τον Κούλθαρντ, ότι ο Μαρξ δεν ενδιαφερόταν ουσιαστικά για την πραγματικότητα των αποικιακών θεσμών και τη μεταχείριση των αυτοχθόνων πληθυσμών, καθώς τα άλλα γραπτά του, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Κεφαλαίου, διαψεύδουν μια τέτοια ερμηνεία.[29] Αντίθετα, η κριτική του Μαρξ, βασισμένη στον Γουέικφιλντ, υποδείκνυε ότι η απομάκρυνση του ιθαγενούς πληθυσμού από τη γη, για να αντικατασταθεί από μικρούς αγρότες, θα οδηγούσε τελικά στις αποικίες των λευκών εποίκων στην προοδευτική απαλλοτρίωση και των μικρών αγροτών ως προϋπόθεση για τη γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού.

 

Οι έρευνες του Μαρξ για τις ιθαγενείς φυσικές οικονομίες

Στην πραγματικότητα, η προσέγγιση του Μαρξ όσον αφορά την αποικιοκρατία και τους αυτόχθονες πληθυσμούς ξεπερνούσε κατά πολύ την ανάλυση των συγχρόνων του, συμπεριλαμβανομένου του Χάουιτ, ο οποίος ασχολούνταν κυρίως με το ηθικό ζήτημα της «χριστιανικής» επίδρασης των δυτικών αποικιοκρατών στους αυτόχθονες. Αντίθετα, ο Μαρξ ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τις μορφές ιδιοκτησίας, την παραγωγή, την ανταλλαγή, το φύλο, τη γλώσσα και την υλική κουλτούρα που χαρακτήριζαν τους αυτόχθονες λαούς σε όλο τον κόσμο πριν από την αποικιοκρατία. Έτσι, σε σχέση με την Αμερική, οι έρευνές του αφορούσαν κυρίως τη φύση των προκολομβιανών ιθαγενών κοινωνιών. Αυτό ήταν εμφανές από τη σημασία που είχε η περιγραφή του Πρέσκοτ για την οικονομία των Ίνκα στο έργο του Ιστορία της κατάκτησης του Περού στη σκέψη του Μαρξ, στην οποία αναφερόταν συνεχώς στα έργα του Grundrisse και Το Κεφάλαιο ως αντιπροσωπευτική της κρίσιμης κατηγορίας της «φυσικής οικονομίας», δηλαδή μιας ανεπτυγμένης, σε μεγάλο βαθμό κοινοτικής, προ-ανταλλακτικής ή μη εμπορευματικής οικονομίας.[30] Στους Ίνκα, ένα άτομο «δεν είχε την εξουσία να εκχωρήσει ή να προσθέσει στα υπάρχοντά του» όσον αφορά τη γη, η οποία ήταν κοινοτική ιδιοκτησία και αναδιανέμονταν κάθε χρόνο.[31] Σε μια συζήτηση για τις κοινωνίες που παράγουν πλεόνασμα, ο Μαρξ αναφερόταν στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου στον «τεχνητά αναπτυγμένο κομμουνισμό των Περουβιανών [Ίνκα]».[32]

Αν και έχει συχνά υποστηριχθεί ότι ο Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς παρουσίασαν μια μονογραμμική αναπτυξιακή προοπτική που θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός διαδραμάτιζε έναν ιστορικά προοδευτικό, αν και βίαιο, ρόλο σε σχέση με τις μη καπιταλιστικές κοινωνίες, και συνεπώς στην αποικιοκρατική κυριαρχία του στους «λαούς χωρίς [γραπτή] ιστορία», τέτοιες αμφιλεγόμενες απόψεις σχετικά με την αποικιοκρατία δεν διήρκεσαν πέρα από τα τριάντα τους χρόνια. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1850 και πριν ο Μαρξ γράψει το Κεφάλαιο, υπήρξε μια αποφασιστική μετατόπιση της έμφασης στα κείμενά του και στα κείμενα του Ένγκελς προς την υπεράσπιση των ιθαγενικών, αντι-αποικιακών αγώνων, εκδηλώνοντας έντονο ενδιαφέρον και αναγνώριση της διαχρονικής σημασίας των μη καπιταλιστικών πολιτισμικών σχηματισμών/τρόπων παραγωγής. Μεγάλο μέρος της ώθησης για αυτή την αλλαγή προοπτικής ήταν η αύξηση των αντι-αποικιακών αγώνων αντίστασης που προέρχονταν από τους ίδιους τους ιθαγενείς πληθυσμούς, δηλαδή η αλγερινή εξέγερση ενάντια στον γαλλικό αποικιοκρατικό εποικισμό, με ηγέτη τον Εμίρ Αμπντελκαντέρ στις δεκαετίες του 1830 και του 1840, η εξέγερση των Ταϊπίνγκ το 1850-64, η «Ινδική Εξέγερση» ή αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «Εξέγερση των Σεπόι» του 1857-59, ο εθνικιστικός αγώνας στην Ιρλανδία υπό την ηγεσία των Φενιανών τη δεκαετία του 1860 και μετά, και ο πόλεμος των Ζουλού εναντίον των Βρετανών το 1879. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, ο Μαρξ και ο Ένγκελς τάχθηκαν στο πλευρό των ιθαγενικών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.

Βεβαίως, σε ένα άρθρο του 1853 με τίτλο «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία» για την εφημερίδα New York Daily Tribune, ο τριάντα πέντε ετών Μαρξ, διαποτισμένος από επαναστατική αισιοδοξία, είχε παρουσιάσει τη βρετανική αποικιοκρατία, με χεγκελιανό τρόπο, ως «ασυνείδητο εργαλείο της ιστορίας», που αντιπροσώπευε, αν και με αντιφατική μορφή, μια καθολική προοδευτική κίνηση μέσα στην ιστορία γενικά. Παρ’ όλα αυτά, η κριτική του στην αποικιοκρατία παρέμεινε έντονη: «Η βαθιά υποκρισία και η εγγενής βαρβαρότητα του αστικού πολιτισμού», έγραψε, «αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια μας, καθώς στρέφεται από την πατρίδα του, όπου παίρνει αξιοσέβαστη μορφή, προς τις αποικίες, όπου εμφανίζεται γυμνή». Επιπλέον, οι μεταβαλλόμενες ιστορικές συνθήκες επέτρεψαν στην συνολική επαναστατική κριτική του Μαρξ για την αποικιοκρατία να αναδυθεί πλήρως μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα. Το 1857, σε μια δριμεία απάντηση στη βρετανική αποικιοκρατία βάσει αυτού που έχει ονομαστεί Πρώτος Ινδικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας, ο Μαρξ υποστήριξε τον πόλεμο για την «εθνική ανεξαρτησία» που οργανώθηκε από την «επαναστατική ένωση» που επιδίωκε να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ινδία. Η βρετανική αποικιοκρατία, υποστήριξε, βασιζόταν στην «αρχή της καταστροφής της εθνικότητας» διά της βίαιης καταστροφής καθώς και άλλων μέσων. Από εκείνο το σημείο και μετά, η έμφαση της ανάλυσής του επικεντρώθηκε ξεκάθαρα στην οπισθοδρόμηση και όχι στην «ασυνείδητη» πρόοδο που συνδέεται με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία.[33]

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μαρξ άφησε στην άκρη τη δουλειά του για τους τόμους 2 και 3 του Κεφαλαίου, όχι μόνο λόγω αυτής της άμεσης ταύτισης με τις ιθαγενικές εξεγέρσεις, αλλά και λόγω της τεράστιας επιτακτικότητας με την οποία προσέγγισε τη μελέτη των μη καπιταλιστικών κοινωνιών και των μορφών ιδιοκτησίας. Για τον Μαρξ, η δημοσίευση του έργου του Κάρολου Δαρβίνου, Η καταγωγή των ειδών και η παράλληλη αύξηση των ανθρωπολογικών μελετών που ερευνούσαν τις παραδοσιακές, ιθαγενικές κουλτούρες και την προϊστορία του ανθρώπου, αντιπροσωπεύοντας αυτό που έχει ονομαστεί «επανάσταση στον εθνολογικό χρόνο», έθεσαν το ζήτημα μιας πιο ολοκληρωμένης, πιο επαναστατικής κριτικής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Άνοιξε το δρόμο για μια εντελώς νέα, ριζοσπαστική κατανόηση του κόσμου, με την οποία θα μπορούσε να αλλάξει.[34] Ήταν αυτή η περίοδος που έμαθε ρωσικά, προκειμένου να μελετήσει τη λαϊκιστική βιβλιογραφία της χώρας και την ομπστσίνα ή μιρ, την αγροτική κοινότητα. Μετά τη δημοσίευση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ επέκτεινε επίσης τις οικολογικές του μελέτες, κυρίως σε σχέση με τη γεωργία.[35] Όμως, όλο και περισσότερο, ο χρόνος του αναλώθηκε στις σχεδόν απεγνωσμένες έρευνες που αντιπροσωπεύουν τα τεράστια Εθνολογικά Σημειωματάρια του.[36] Για τον Μαρξ, αυτές οι μελέτες περιείχαν στοιχεία όχι μόνο σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και με το μέλλον.

Τα Εθνολογικά Σημειωματάρια του Μαρξ περιείχαν αποσπάσματα (και παρεμβολές) από τα ανθρωπολογικά έργα των Λιούις Χένρι Μόργκαν, Τζον Μπαντ Φιρ, Χένρι Σάμνερ Μέιν και Τζον Λούμποκ, που είχαν αντληθεί κατά την περίοδο 1880-1882. Το 1879, άντλησε επίσης αποσπάσματα από τις εθνολογικές μελέτες του νεαρού Ρώσου κοινωνιολόγου Μαξίμ Κοβαλέφσκι –τον οποίο είχε εμπνεύσει ο ίδιος ο Μαρξ– από ένα χειρόγραφο βιβλίου, με τίτλο Κοινοτική ιδιοκτησία γης: Οι αιτίες, η πορεία και οι συνέπειες της διάλυσής της, που του είχε στείλει ο συγγραφέας. Μαζί με αυτές τις μελέτες, ο Μαρξ γέμισε τα σημειωματάριά του με έρευνες για τη ρωσική κοινότητα, την ινδική ιστορία και την παγκόσμια ιστορία. (Οι σημειώσεις του Μαρξ για την παγκόσμια ιστορία από τα έργα των Κάρλο Τζουζέπε Γκουλιέλμο Μπότα και Φρίντριχ Κρίστοφ Σλόσερ, που αποτελούνται από τέσσερα σημειωματάρια με αποσπάσματα, έχουν μέγεθος περίπου 1.700 σελίδες.)[37] Το 1880-81, σημείωσε αποσπάσματα από το βιβλίο του Τζέιμς Γουίλιαμ Μάνι, Ιάβα∙ Ή, Πώς να διαχειριστείτε μια αποικία (1861). Ο Μαρξ και ο Ένγκελς μελέτησαν επίσης το έργο του Χιούμπερτ Χάου Μπάνκροφτ, Οι Αυτόχθονες Φυλές των Πολιτειών του Ειρηνικού της Βόρειας Αμερικής (πέντε τόμοι), με ιδιαίτερη προσοχή στις φυλές της νοτιοανατολικής Αλάσκας και του βορειοδυτικού Ειρηνικού.[38]

Ο Μαρξ πήρε πολύ εκτενή αποσπάσματα από το αριστούργημα του Μόργκαν Αρχαία κοινωνία, το οποίο βασίστηκε στις μελέτες του τελευταίου για τους Αυτόχθονες Αμερικανούς στις Ηνωμένες Πολιτείες (και ιδιαίτερα τους Ιροκέζους, για τους οποίους ο Μόργκαν είχε γράψει ένα προηγούμενο έργο, Η ένωση των Χο-Ντε’-Νο-Σαου-Νί, ή Ιροκουά).[39] Ο Ένγκελς συνέθεσε αργότερα το έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους (1884) με βάση την Αρχαία κοινωνία του Μόργκαν, τις σημειώσεις του Μαρξ για τον Μόργκαν και άλλες πηγές.[40] Μελετώντας το έργο του Μόργκαν, ο Μαρξ –όπως υποδηλώνουν οι κάθετες γραμμές στις σελίδες των σημειωματάριων του που υπογραμμίζουν συγκεκριμένα αποσπάσματα– εστίασε πρώτα και κύρια στα εξής: (1) την κοινοτική, αιματοσυγγενική (με βάση την συγγένεια) κοινότητα, συμπεριλαμβανομένης της στήριξής της στο γένος ή τη φατρία, της δημοκρατικής της μορφής και της σχετικής ισότητας των γυναικών, και (2) τις συναφείς μορφές κοινοτικής ιδιοκτησίας, που συνιστούν την φυσική οικονομία με τις μη εμπορευματικές συναλλαγές της. Ο Μαρξ έδωσε επίσης προσοχή στις σοδειές που καλλιεργούνταν και στις μορφές γεωργίας.[41] «Όλα τα μέλη του γένους των Ιροκουά», έγραψε, βασιζόμενος στον Μόργκαν, ήταν «προσωπικά ελεύθερα, υποχρεωμένα να υπερασπίζονται την ελευθερία του άλλου».[42]

Όπως έγραψε ο Φράνκλιν Ρόζμοντ στο «Ο Καρλ Μαρξ και οι Ιροκουά»,

«Σελίδα με σελίδα, ο Μαρξ υπογραμμίζει αποσπάσματα που απέχουν πολύ από αυτά που συνήθως θεωρούνται τα “τυπικά θέματα” του έργου του. Έτσι, τον βρίσκουμε να αναφέρεται στα καμπανοειδή σπίτια των παράκτιων φυλών της Βενεζουέλας, στην κατασκευή των ζωνών των Ιροκουά “χρησιμοποιώντας λεπτό νήμα από ίνες φλοιού φτελιάς και λεύκης”, “τον περουβιανό μύθο του Μάνκο Κάπακ και της Μάμα Οέγιο, των παιδιών του ήλιου”, τα ταφικά έθιμα των Τουσκαρόρα, την πίστη των Σόνι στη μετεμψύχωση, την “άγραφη λογοτεχνία των μύθων, των θρύλων και των παραδόσεων», τις «αρχέγονες επιστήμες” των Ινδιάνων των χωριών των Νοτιοδυτικών, το Πόπουλ Βου, το ιερό βιβλίο των αρχαίων Μάγια Κιτσέ, τη χρήση αγκαθιών σκαντζόχοιρου στη διακόσμηση, τα ινδιάνικα παιχνίδια και τον “χορό (ως) μορφή λατρείας”».[43]

Εκτός από τις άφθονες σημειώσεις σχετικά με τον Μόργκαν για τους Ιροκουά, ο Μαρξ κράτησε επίσης λεπτομερείς σημειώσεις για τους Ντελαγουέρ, τους Μοχέγκαν, τους Κρι, τους Σόνι, τους Κρικ, τους Τσικάσο, τους Τσόκταου, τους Τσερόκι, τους Σεμινόλ, τους Ντακότα, τους Πόνι, τους Φοξ, τους Μπλάκφουτ και πολλές άλλες φυλές. Σε όλες τις περιπτώσεις ενδιαφερόταν για την «άσκηση των τεχνών» από τις διάφορες φυλές/έθνη των Αμερικανών Ινδιάνων.[44] Ο Μαρξ απέφευγε μια αυστηρά μονογραμμική αντίληψη της εξελικτικής ανάπτυξης. Πράγματι, οι μελέτες του επικεντρώνονταν συνεχώς στην ανασύσταση αρχαίων μορφών των ιθαγενικών και μη καπιταλιστικών κοινωνιών σε ένα υψηλότερο ιστορικό επίπεδο, με τη βοήθεια της διατήρησης παλαιότερων πολιτισμών/πολιτισμικών μορφών.[45] «Η ζωντανή περιγραφή του Μόργκαν για τους Ιροκουά του έδωσε [του Μαρξ] μια έντονη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας των ιθαγενών λαών, και ίσως ακόμη και μια γεύση τής τότε αδιανόητης πιθανότητας ότι αυτοί οι λαοί θα μπορούσαν να συμβάλουν με τον δικό τους τρόπο στον παγκόσμιο αγώνα για την ανθρώπινη χειραφέτηση».[46]

Πράγματι, ο Μαρξ ήταν γοητευμένος από την άποψη του Μόργκαν ότι οι αρχαίες φυλές, όπως οι Ιροκουά, περιείχαν τον κοινοτικό πυρήνα που θα αναπαραγόταν σε ένα υψηλότερο επίπεδο της συνεταιριστικής κοινωνίας του μέλλοντος. Με τα λόγια του Μόργκαν, όπως τα κατέγραψε και υπογράμμισε ο Μαρξ: «Αυτό [ένα υψηλότερο κοινωνικό επίπεδο] θα είναι μια αναβίωση, σε μια ανώτερη μορφή, της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης των αρχαίων γενών [κοινωνία κοινοτικής συγγένειας]».[47] Αυτό έμοιαζε με την προηγούμενη άποψη του Μαρξ, όπως δηλώθηκε σε μια επιστολή του 1868 προς τον Ένγκελς, ότι ήταν απαραίτητο «να κοιτάξουμε πέρα από τον Μεσαίωνα στην πρωτόγονη εποχή κάθε λαού – και αυτό αντιστοιχεί στην σοσιαλιστική τάση, αν και αυτοί οι λόγιοι [ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουερ, γνωστός για τις μελέτες του σχετικά με την πρώιμη γερμανική κοινοτική κοινωνία, και ο Γιάκομπ Γκριμ, ο φιλόλογος και ιστορικός του πολιτισμού] δεν έχουν ιδέα ότι [οι «πρωτόγονες» κοινοτικές μορφές] συνδέονται με αυτήν [τη σοσιαλιστική τάση]. Και τότε εκπλήσσονται όταν ανακαλύπτουν ότι το νεότερο βρίσκεται στο παλαιότερο».[48]

Η ίδια γενική ιστορική λογική είναι παρούσα στα αποσπάσματα του Μαρξ για τις ιθαγενικές κουλτούρες της Λατινικής Αμερικής από το έργο του Κοβαλέφσκι, Κοινοτική Γαιοκτησία. Εδώ, ο Μαρξ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ιθαγενική κοινοτική παραγωγή, την αποσύνθεσή της υπό την επίδραση των Ισπανών και τις επακόλουθες μορφές αποικιακής κυριαρχίας.[49] Έτσι, στις σημειώσεις του για την ισπανική αποικιακή μεταχείριση των ιθαγενών Αμερικανών, ο Μαρξ κατέγραψε (οι πλάγιες γραμματοσειρές σε αυτή την περίπτωση αντιπροσωπεύουν τις προσθήκες του): «Η αρχική ισπανική πολιτική εξόντωσης των ερυθρόδερμων. Μετά τη λεηλασία του χρυσού κ.λπ. που βρήκαν, οι Ινδιάνοι καταδικάζονται να εργάζονται στα ορυχεία. Με τη μείωση της αξίας του χρυσού και του αργύρου, οι Ισπανοί στρέφονται προς τη γεωργία, μετατρέποντας τους Ινδιάνους σε σκλάβους για να καλλιεργούν τη γη για αυτούς».[50]

Μια αντίστοιχη διερευνητική ανάλυση των επιπτώσεων της αποικιοκρατίας στις κοινοτικές μορφές παραγωγής μπορεί να βρεθεί στις σημειώσεις και τα γραπτά του Μαρξ σχετικά με την Αλγερία και την Ινδία. Στα παρεμβαλλόμενα αποσπάσματα του Κοβαλέφσκι για την Αλγερία, ο Μαρξ (μέσω του Κοβαλέφσκι) παρατήρησε ότι «αιώνες αραβικής, τουρκικής και τελικά γαλλικής κυριαρχίας, εκτός από την πιο πρόσφατη περίοδο... δεν κατάφεραν να διαλύσουν την οργάνωση που βασιζόταν στην συγγένεια και τις αρχές της αδιαίρετης και αναπαλλοτρίωτης ιδιοκτησίας της γης».[51] Παρ’ όλα αυτά,

«η πρώτη μέριμνα των Γάλλων μετά την κατάκτηση ενός μέρους της Αλγερίας ήταν να κηρύξουν το μεγαλύτερο μέρος του κατακτημένου εδάφους (γαλλική) κυβερνητική ιδιοκτησία... Ο Λουδοβίκος-Φίλιππος, ως διάδοχος του Ιμάμη... αρπάζει όχι μόνο την κρατική ιδιοκτησία [κτηματικές περιουσίες], αλλά και όλη τη γη που δεν καλλιεργείται, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτικών βοσκοτόπων, των δασών και της ακαλλιέργητης γης... Με αυτόν τον τρόπο: από τη μία πλευρά, οι πρώην κοινοτικοί ιδιοκτήτες γης <συμπιέζονται> στη θέση των προσωρινών κατόχων της κρατικής γης· από την άλλη πλευρά, <υπάρχει> ληστεία με τη βία σημαντικών τμημάτων του εδάφους που κατείχαν οι φατρίες και εγκατάσταση σε αυτό των Ευρωπαίων αποίκων... Οι κοινοτικές εκτάσεις –υπό τον Λουδοβίκο Φίλιππο– τέθηκαν στη διάθεση της στρατιωτικής-πολιτικής διοίκησης που είχε συσταθεί στην αποικία.»[52]

Η γαλλική απαλλοτρίωση των κοινοτικών εκτάσεων επισημοποιήθηκε με τον περιβόητο νόμο του 1873, «ο οποίος τελικά καθιέρωσε την ιδιωτική ιδιοκτησία της γης· κάθε Άραβας μπορούσε πλέον να διαθέτει ελεύθερα το οικόπεδο που του είχε παραχωρηθεί ως ιδιωτική ιδιοκτησία· το αποτέλεσμα θα είναι: η απαλλοτρίωση της γης του αυτόχθονα πληθυσμού από Ευρωπαίους αποίκους και κερδοσκόπους». Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για τον Μαρξ ή τον Κοβαλέφσκι ότι αυτό αποτελούσε «άμεση ληστεία!» Ο Μαρξ γράφει στις σημειώσεις του: «Η απαλλοτρίωση των Αράβων που προέβλεπε ο νόμος: 1) προκειμένου να παρέχει στους Γάλλους όσο το δυνατόν περισσότερη γη· 2) αποσπώντας τους Άραβες από τον φυσικό τους δεσμό με το έδαφος για να διαλύσει την τελευταία δύναμη των ενώσεων φατριών που έτσι διαλύονταν, και με αυτόν τον τρόπο, κάθε κίνδυνο εξέγερσης».[53]

Ο Κοβαλέφσκι και ο Μαρξ υποστήριξαν ότι, προκειμένου να καταλάβει τις κοινοτικές εκτάσεις των Αλγερινών και να τις μετατρέψει σε ιδιωτική περιουσία, η γαλλική κυβέρνηση προώθησε την ιδέα ότι ο μονάρχης ή το αποικιακό κράτος ήταν ο νόμιμος κληρονόμος όλων των κοινοτικών εκτάσεων, καθώς και των δασικών και ακαλλιέργητων εκτάσεων – μια πολιτική που υιοθέτησαν και οι Άγγλοι στην Ινδία και που διαδόθηκε κυρίως από τον Τζέιμς Μιλ, με το έργο του οποίου ο Μαρξ ήταν πολύ εξοικειωμένος.[54]

Σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει την υγεία του, ο Μαρξ πέρασε δύο μήνες στο Αλγέρι το 1882, ένα χρόνο πριν από το θάνατό του και λίγα μόνο χρόνια μετά την καταγραφή των αποσπασμάτων του Κοβαλέφσκι για την Αλγερία. Στις επιστολές του προς την κόρη του Λάουρα Λαφάργκ, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τους Αλγερινούς μουσουλμάνους για «την απόλυτη ισότητα στις κοινωνικές τους σχέσεις... Ωστόσο, θα καταστραφούν ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ.»[55]

Στα αποσπάσματα του Μαρξ από τον Κοβαλέφσκι, βρίσκουμε επίσης την παρατήρηση ότι στο Πουντζάμπ, στη βόρεια Ινδία, «με την «υποθήκευση» ή την «αλλοτρίωση» –εγκριθείσα από το νόμο– η αγγλική κυβέρνηση εργάζεται για τη διάλυση... της συλλογικής ιδιοκτησίας των αγροτών, την τελική απαλλοτρίωσή τους, την εξέλιξη της κοινοτικής γης σε ιδιωτική ιδιοκτησία του τοκογλύφου».[56] Σχολιάζοντας (μέσω του Κοβαλέφσκι) τη «ληστεία της κοινοτικής και ιδιωτικής περιουσίας των αγροτών», ο Μαρξ σημείωσε στα αποσπάσματα του σημειωματάριου του ότι αυτό οδήγησε σε «μια ολόκληρη σειρά τοπικών εξεγέρσεων των αγροτών εναντίον των “γαιοκτημόνων”».[57]

Σκεπτόμενος την αγγλική αποικιακή πολιτική στην Ινδία, ο Μαρξ έγραψε στο «Σχέδιο επιστολών προς τη Βέρα Ζασούλιτς» ότι «η καταστολή της κοινοτικής γαιοκτησίας δεν ήταν παρά μια πράξη αγγλικού βανδαλισμού που οδήγησε τον αυτόχθονα πληθυσμό προς τα πίσω αντί προς τα εμπρός».[58] Ο Μαρξ αναγνώριζε ότι οι Άγγλοι διακρίνονταν από όλους τους προηγούμενους κατακτητές της Ινδίας, καθώς δεν συντήρησαν τα αρδευτικά συστήματα, τα κανάλια, τις δεξαμενές, τα φράγματα, τα αποχετευτικά συστήματα, τις αποθήκες σιτηρών και άλλες δημόσιες υποδομές, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για μαζικούς λιμούς. Στις σημειώσεις του το 1867 σχετικά με μια ειδική έκθεση για την πείνα στην Ορίσα που εκπονήθηκε για τη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Μαρξ υπογράμμισε ότι «η τάση για αύξηση της καλλιέργειας» είχε ως αποτέλεσμα «την αποψίλωση των φυσικών δασών», καθιστώντας «τις εποχές πιο σκληρές και τις πλημμύρες πιο γρήγορες και εκτεταμένες».[59]

Σε όλες τις διάφορες αναλύσεις του για τις φυσικές οικονομίες και τις ιθαγενικές πολιτισμικές δομές –με πιο δραματικό παράδειγμα τη μελλοντική σημασία της ρωσικής αγροτικής κοινότητας ή ομπστσίνα– ο Μαρξ έβλεπε πάντα αυτές τις ιθαγενικές και μη καπιταλιστικές κοινωνίες ως αντανάκλαση ενός μακροχρόνιου αγώνα για την ελεύθερη ανθρώπινη ανάπτυξη, ο οποίος περιελάμβανε τον αγώνα για την επιβίωση των ιθαγενικών κοινωνιών και τον έλεγχο των εδαφών και των ζωών τους.

Αντλώντας από το έργο του Ζακ Ντεριντά, Φάσματα του Μαρξ και, έμμεσα, από τον Μαρξ, ο Τζέραλντ Βιζενόρ υπογράμμισε την έννοια της επιβίωσης ενάντια στον τρόμο και τη γενοκτονία ως παράδειγμα της εμπειρίας των αυτοχθόνων. «Η επιβίωση των ιθαγενών είναι μια ενεργή αίσθηση παρουσίας έναντι της απουσίας... Οι ιστορίες επιβίωσης είναι αποκηρύξεις της κυριαρχίας, των υποτιμήσεων, των παρεμβολών, των αφόρητων συναισθημάτων της τραγωδίας και της κληρονομιάς του θύματος... Είναι μια ενεργή αντίσταση και απόρριψη».[60]

 

Ο μαρξισμός και οι ιθαγενείς

Οι περισσότερες κριτικές που ασκούνται στον μαρξισμό για την έλλειψη εκτίμησης των ιθαγενών πολιτισμών και αγώνων είναι αόριστες, αποδίδοντας απλώς στον ιστορικό υλισμό έναν οικονομικό και τεχνολογικό ντετερμινισμό, μια άκριτη προσήλωση στον αναπτυξιακό μοντέλο, μια ακραία προώθηση της ολοένα και μεγαλύτερης παραγωγής πάνω από όλα (δηλαδή, παραγωγισμό) και μια έμφαση στο προλεταριάτο σε βάρος των αγροτών και των ιθαγενών. Αν και αυτά είναι σίγουρα χαρακτηριστικά ορισμένων μαρξιστικών παραδόσεων, μερικές από τις οποίες έχουν διαδραματίσει ακόμη και κυρίαρχο ρόλο, δεν χαρακτηρίζουν καθόλου τη σκέψη του Μαρξ ή του Ένγκελς, ή των κριτικών επαναστατικών παραδόσεων του μαρξισμού γενικότερα.

Βεβαίως, ο Ένγκελς υιοθέτησε μια κάπως τραγική στάση απέναντι στις ιθαγενικές κοινότητες, επαινώντας τες σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τον Μαρξ, ενώ μερικές φορές έγραφε σαν να ήταν αναπόφευκτη η εξαφάνισή τους λόγω των αδυναμιών της φυλετικής μορφής της κοινωνίας που ήταν παγιδευμένη στα όριά της και έπρεπε να υποχωρήσει σε άλλες μορφές πολιτιστικής οργάνωσης, όπως ήδη εκδηλωνόταν με αντιφατική μορφή στην Συνομοσπονδία των Ιροκουά.[61] Αντίθετα, η πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση του Μαρξ ήταν ταυτόχρονα πιο επιφυλακτική απέναντι στις αυτόχθονες κουλτούρες –για παράδειγμα, εκφράζοντας επιφυλάξεις όσον αφορά τους ισχυρισμούς για πλήρη ισότητα των φύλων μεταξύ των Ιροκουά– όσο και πιο δεκτική στην ιδέα ότι οι ιθαγενικές κουλτούρες μπορούσαν να επιβιώσουν και να ανασυγκροτηθούν μέσω ιστορικών αγώνων.[62] Ωστόσο, τα περισσότερα από τα γραπτά του Μαρξ σχετικά με αυτό το θέμα, συμπεριλαμβανομένων των Εθνολογικών Σημειωματαρίων του, παρέμειναν άγνωστα, και η τραγική προσέγγιση του Ένγκελς επικράτησε στη Δεύτερη Διεθνή στο έργο ορισμένων από τους διαδόχους του Μαρξ, όπως ο Πολ Λαφάργκ, ο Καρλ Κάουτσκι και ο Γκεόργκι Πλεχάνοφ, αλλά σε μια πολύ πιο τεχνολογικά ντετερμινιστική και αυστηρά αναπτυξιστική μορφή από ό,τι μπορεί να αποδοθεί στον Ένγκελς (πόσο μάλλον στον Μαρξ).[63] Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους επιγόνους δεν θεωρείται σήμερα πρότυπο της κλασικής μαρξιστικής σκέψης. Πολύ πιο διαχρονική σημασία έχουν η δυναμική υπεράσπιση των ιθαγενικών και φυσικών οικονομιών από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η επιμονή του Β. Ι. Λένιν στην εθνική αυτοδιάθεση όλων των λαών και η πλούσια σύνθεση του μαρξισμού και του Indigenismo από τον Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι – όλα αυτά έδειχναν μια βαθύτερη κριτική της ευρωκεντρικής καπιταλιστικής ανάπτυξης.[64]

Ο μαρξισμός δεν ενέπνευσε μόνο τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα σε όλη την περιφέρεια της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας, αλλά από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1970, υπήρξαν σημαντικές προσπάθειες να ενσωματωθεί η μαρξιστική θεωρία στους αγώνες των Αυτοχθόνων Αμερικανών στο έργο προσωπικοτήτων όπως η Έλενορ Μπερκ Λίκοκ, η Πατρίσια Άλμπερς, ο Μπρους Γιόχανσεν, ο Ρομπέρτο Μαέστας, ο Λόρενς Ντέιβιντ Γουάις, ο Χάουαρντ Άνταμς και άλλοι.[65] Όπως τόνισε ο Γιόχανσεν, ο ίδιος ο μαρξισμός, χάρη στη μελέτη των Μαρξ και Ένγκελς για τους Ιροκουά μέσω του Μόργκαν, όφειλε πολλά στις ιθαγενικές κουλτούρες.[66] Πιο πρόσφατα, το Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό (MAS) της Βολιβιανής Επανάστασης άντλησε μεγάλο μέρος της ζωτικότητάς του από μια λαϊκή επαναστατική παράδοση ριζωμένη τόσο στον μαρξισμό όσο και στον ιθαγενισμό.[67]

Σήμερα, παρατηρείται μια νέα άνθηση του έργου που πηγάζει τόσο από τις μαρξιστικές όσο και από τις ιθαγενικές επαναστατικές παραδόσεις. Το πρωτοποριακό έργο του Κούλθαρντ στο Κόκκινο δέρμα, λευκές μάσκες δημιουργεί μια πλούσια σύνθεση μεταξύ του Μαρξ, του Φραντς Φανόν και των ιθαγενικών προοπτικών με τη ριζοσπαστική του απόρριψη της «αποικιακής πολιτικής της αναγνώρισης». Η έξοχη περιγραφή του Άλαν Γκριρ για τις μορφές ιδιοκτησίας των Αυτοχθόνων Αμερικανών και την αποικιακή απαλλοτρίωση στην πρώιμη σύγχρονη Βόρεια Αμερική στο έργο του Ιδιοκτησία και απαλλοτρίωση συνδέεται οργανικά με τις έρευνες προσωπικοτήτων όπως ο Μόργκαν, ο Μαρξ και Ένγκελς.[68] Η Ροξάν Ντάνμπαρ-Ορτίζ προσφέρει μια μαρξιστική-ιθαγενική ανάλυση τού πώς η ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών και η συνεχιζόμενη επέκτασή τους έχουν τις ρίζες τους στην «ιδεολογία της λευκής υπεροχής, την ευρέως διαδεδομένη πρακτική της αφρικανικής δουλείας και μια πολιτική γενοκτονίας και κλοπής γης».[69] Στο Η Αποκάλυψη του Αποικιοκρατικού Καπιταλισμού, ο Τζέραλντ Χορν εξηγεί πώς η γενοκτονία των ιθαγενών λαών και η εξίσου φρικτή ανάπτυξη της δουλείας ήταν αλληλένδετες με την άνοδο του καπιταλιστικού συστήματος παγκόσμιας κυριαρχίας. Ο Νικ Έστες παρέχει μια εξαιρετική ιστορία των αιώνων της αντίστασης των ιθαγενών και της επαναστατικής επιμονής τους, «σκάβοντας» όπως ο τυφλοπόντικας του Μαρξ στο εσωτερικό «της μακρόχρονης πορείας της ιστορίας».[70] Πρέπει να σημειωθεί ότι η σημερινή ευρέως διαδεδομένη κριτική της αποικιοκρατίας των εποίκων προηγήθηκε της μαρξιστικής αντιμετώπισης του θέματος στο πλαίσιο της θεωρίας του ιμπεριαλισμού στο έργο στοχαστών όπως ο Μαρξ, ο Ένγκελς, η Λούξεμπουργκ, ο Αργύρης Εμμανουήλ, ο Χάρι Μαγκντόφ, η Ντάνμπαρ-Ορτίζ και ο Μοσέ Μαχόβερ.[71]

Σε όλα αυτά τα έργα, που πηγάζουν από τον ιστορικό υλισμό, δίνεται έμφαση στην βίαιη ιδιοποίηση / απαλλοτρίωση των ιθαγενικών πολιτισμών ως μια συνεχιζόμενη διαδικασία – μια διαδικασία στην οποία η αποικιοκρατία, αντί να αποτελεί απλώς ένα στοιχείο του παρελθόντος, συνεχίζει να είναι αναπόσπαστο μέρος της καπιταλιστικής κυριαρχίας των λαών και της γης. Από αυτό προκύπτει μια ακατάστατη αντίσταση που παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές, αλλά παρ’ όλα αυτά αρνείται να υποχωρήσει.

 

Συμπέρασμα: Η αντιαποικιοκρατική/αντικαπιταλιστική επανάσταση

Στο Κόκκινα δέρματα, λευκές μάσκες, ο Κούλθαρντ υποστηρίζει « με σεβασμό στον Μαρξ ότι τρία ζητήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν στο έργο του για να καταστούν τα γραπτά του για την αποικιοκρατία συναφή με την ανάλυση της σχέσης μεταξύ των ιθαγενών λαών και των φιλελεύθερων αποικιακών πολιτευμάτων». Πρώτον, «η θέση του Μαρξ για την πρωταρχική συσσώρευση πρέπει να απαλλαγεί από τον χρονικό της χαρακτήρα», ο οποίος την περιορίζει στα πρώτα στάδια της καπιταλιστικής διαμόρφωσης. Δεύτερον, το επιχείρημα του Μαρξ «πρέπει να απαλλαγεί από τον κανονιστικό αναπτυξιστικό χαρακτήρα του». Τρίτον, η μαρξιστική προσέγγιση του αποικιακού καπιταλισμού πρέπει να απαλλαγεί από τη σύνδεσή της με τον εξαναγκασμό και τη βία και να εξεταστεί μάλλον από την άποψη της «ικανότητας του συστήματος να παράγει μορφές ζωής που κάνουν τις συγκροτητικές ιεραρχίες του αποικιακού καπιταλισμού να φαίνονται φυσικές».[72] Τα τρία ζητήματα που θέτει ο Κούλθαρντ είναι στην πραγματικότητα προϋποθέσεις για κάθε βιώσιμη ιστορικο-υλιστική ανάλυση των εμπειριών των ιθαγενών σε αποικιοκρατικά (ή, ευρύτερα, αποικιακά και μεταποικιακά) πλαίσια. Το παραπάνω επιχείρημα υποδηλώνει ότι η απαιτούμενη ανασυγκρότηση και ανάκαμψη της κλασικής μαρξιστικής θεωρίας βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.[73]

Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να σημειωθεί, όπως έχει αποδείξει η πρόσφατη έρευνα, ότι ο Μαρξ δεν είχε «μια θέση για την πρωτόγονη συσσώρευση» ως τέτοια, αλλά μάλλον μια κριτική αυτού που ονόμαζε «παιδικό παραμύθι» της πρωταρχικής συσσώρευσης με βάση την εγκράτεια που χαρακτήριζε την αστική οικονομία, την οποία αντικατέστησε με την έννοια της απαλλοτρίωσης.[74] Ούτε η προσέγγιση του Μαρξ στην απαλλοτρίωση ήταν χρονικά σταθερή. Αντίθετα, η απαλλοτρίωση θεωρούνταν ως μια διαδικασία που συνεχώς παρήγαγε και αναπαρήγαγε τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούσε το κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, συζητώντας τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης στο μέρος VIII του 1ου τόμου του Κεφαλαίου με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», ο Μαρξ αναφέρθηκε όχι μόνο στο μακρινό παρελθόν, αλλά και σε αυτό που για τον ίδιο ήταν το παρόν ως ιστορία: οι περιφράξεις στη Σκωτία το 1814-48 που ξεκίνησαν από τη δούκισσα του Σάδερλαντ, η μετατροπή των βοσκοτόπων σε δάση ελαφιών (χωρίς δέντρα) τη δεκαετία του 1860 στην Αγγλία και η πείνα στην επαρχία Ορίσα της Ινδίας το 1866, που προκλήθηκε από την αγγλική κυριαρχία.[75] Σε καμία περίπτωση δεν θεωρήθηκε ότι η απαλλοτρίωση αυτή περιοριζόταν στην προβιομηχανική ή την πρώιμη βιομηχανική εποχή.

Πιο σημαντική ήταν η απόρριψη από τον Μαρξ μιας απλής, μονογραμμικής «κανονιστικής αναπτυξιστικής» προοπτικής σε σχέση με την αποικιοκρατία. Στην ανάλυσή του για τους ιθαγενείς πληθυσμούς της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας, ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του 1850 και μετά, ερευνούσε συνεχώς τις μορφές κοινοτικής ιδιοκτησίας και τις πολιτισμικές και γλωσσικές βάσεις αυτών των κοινωνιών, με την ιδέα ότι η ιστορία δεν ήταν απλά γραμμική. Για τον ίδιο, η αποικιοκρατία ήταν κάπως δευτερεύουσα, επειδή οι αυτόχθονες πολιτισμικές και ιδιοκτησιακές μορφές παρέμεναν ιστορικά ζωντανές. Με βάση αυτό, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, από τα τέλη της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους, τάχθηκαν υπέρ των διαφόρων εξεγέρσεων των ιθαγενών λαών σε όλο τον κόσμο, υποστηρίζοντας τις επαναστάσεις τους και αναγνωρίζοντας ότι αντιπροσώπευαν κάτι ζωτικό από πολιτισμική άποψη και από την άποψη των μορφών ανθρώπινης κοινότητας και ιδιοκτησίας που ερχόταν σε αντίθεση με την εμπορευματική οικονομία του καπιταλισμού. Παρά την τάση του Μαρξ και του Ένγκελς προς έναν «κανονιστικό αναπτυξισμό» στα είκοσί τους, το έδαφος είχε σαφώς αλλάξει για αυτούς πολύ πριν φτάσουν στα τριάντα τους.

Όπως έγραψε ο Ένγκελς το 1890, η αρχική υλιστική αντίληψη της ιστορίας επεκτάθηκε στα μεταγενέστερα γραπτά του Μαρξ και του ίδιου, καθώς αναγνωρίστηκε ότι «ολόκληρη η ιστορία πρέπει να μελετηθεί εκ νέου». Αυτό περιελάμβανε την ιστορία του μη ευρωπαϊκού κόσμου. Σύμφωνα με τα λόγια του κοινωνιολόγου Μίχαελ Ρ. Κράτκε,

«ο Μαρξ δεν άφησε κανένα περιθώριο στον ευρωκεντρισμό· θεωρούσε ότι η παγκόσμια ιστορία δεν ήταν σε καμία περίπτωση συνώνυμη με την “ευρωπαϊκή ιστορία”... Μελέτησε την ιστορία της Μικράς Ασίας, της Εγγύς Ανατολής και της Μέσης Ανατολής, του ισλαμικού κόσμου, της Αμερικής και της Ασίας (με τρία κέντρα εστίασης: την Ινδία, την Κίνα και την Κεντρική Ασία).... Μελέτησε την αποικιακή ιστορία των σημαντικότερων αποικιακών δυνάμεων, αλλά και την ιστορία των χωρών που αποικίστηκαν από τους Ευρωπαίους (Βόρεια Αμερική, Λατινική Αμερική, Ινδονησία, Βόρεια Αφρική).»[76]

Σε όλο αυτό το έργο, ο Μαρξ απομακρύνθηκε από μια ευρωκεντρική και αναπτυξιακή οπτική. Το ενδιαφέρον του για την αποικιοκρατία των εποίκων έφτασε μέχρι την ιστορία και τον πολιτισμό των ιθαγενικών κοινωνιών, ταυτιζόμενος με την αντίστασή τους και βλέποντας στο παρελθόν (και το παρόν) τους τη δυνατότητα ενός ευρύτερου παγκόσμιου μέλλοντος.

Το ζήτημα του πώς η αποικιακή σχέση, μόλις εγκαθιδρυθεί, ενισχύεται ιδεολογικά μέσω της «ικανότητάς της να παράγει μορφές ζωής που κάνουν τις συστατικές ιεραρχίες της αποικιοκρατίας των εποίκων να φαίνονται φυσικές» είναι ένας τομέας στον οποίο ο Φανόν, όπως λέει ο Κουλθάρντ, είναι πιο χρήσιμος οδηγός από τον Μαρξ.[77] Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχει μικρή απόσταση μεταξύ των οργισμένων καταγγελιών του Μαρξ μέσω του Κοβαλέφσκι για την «αδιάντροπη» χειραγώγηση και την άρνηση αναγνώρισης του ισλαμικού νόμου για να δικαιολογηθεί η απαλλοτρίωση της «κοινοτικής γης» του αλγερινού λαού, και της έντονης επιμονής του Φανόν –με όλη τη δύναμη του– να καταγγείλει την «αποικιοκρατία των εποίκων» της Αλγερίας. «Αδιάντροπη!» χειραγώγηση και αποαναγνώριση του ισλαμικού δικαίου για να δικαιολογήσει την απαλλοτρίωση της «κοινοτικής γης» του αλγερινού λαού, μέχρι την έντονη επιμονή του Φανόν –με όλη τη δύναμη του αλγερινού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της δεκαετίας του 1950 μπροστά του (και με τον Χέγκελ και τον Μαρξ στα χείλη του)– για μια επαναστατική ετερότητα της αναγνώρισης:

«Ζητώ να ληφθεί υπόψη η επιθυμία μου. Δεν είμαι μόνο εδώ και τώρα, κλειδωμένος στην υλικότητα. Επιθυμώ κάτι άλλο και κάπου αλλού. Ζητώ να ληφθεί υπόψη η αντιφατική μου δραστηριότητα, στο βαθμό που επιδιώκω κάτι άλλο εκτός από τη ζωή, στο βαθμό που αγωνίζομαι για τη γέννηση ενός ανθρώπινου κόσμου, με άλλα λόγια, ενός κόσμου αμοιβαίας αναγνώρισης.

Όποιος διστάζει να με αναγνωρίσει είναι εναντίον μου. Σε έναν σκληρό αγώνα, είμαι πρόθυμος να νιώσω τον τρόμο του θανάτου, την ανεπανόρθωτη εξαφάνιση, αλλά και την πιθανότητα του αδύνατου.»[78]

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Brett Clark, Hannah Holleman and John Bellamy Foster, “Marx and the Indigenous”, Monthly Review, τόμος 71 (2019–2020), τεύχος 09 (Φεβρουάριος 2020), https://monthlyreview.org/articles/marx-and-the-indigenous/.

 

Σημειώσεις

[1] Kerstin Knopf, «The Turn Toward the Indigenous», American Studies 60, τεύχος 2/3 (2016): 179–200.

[2] Βλ. Sagar Sanyal, «Marxism and Post-Colonial Theory», Marxist Left Review 18 (2019). https://marxistleftreview.org/articles/marxism-and-post-colonial-theory/.

[3] Βλέπε, για παράδειγμα, τα δοκίμια στο Ward Churchill, επιμ., Marxism and Native Americans (Βοστώνη: South End, 1999)· Russell Lawrence Barsh, “Contemporary Marxist Theory and Native American Reality”, American Indian Quarterly 12, τεύχος 3 (Καλοκαίρι 1988): 187–211· Glen Sean Coulthard, Red Skins, White Masks: Rejecting the Colonial Politics of Recognition (Μινεάπολη: University of Minnesota Press, 2014), 9–10.

[4] Coulthard, Red Skin, White Masks, 6–15. Για μια πολύ εκτενή απάντηση στην ιδέα ότι η γη καταλήφθηκε απλώς ως «δωρεάν δώρο», χωρίς σχέση με την εκμετάλλευση/απαλλοτρίωση, στη μαρξιστική θεωρία, βλ. John Bellamy Foster και Brett Clark, The Robbery of Nature (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2020).

[5] Σχετικά με την προειδοποίηση του Μαρξ να μην αντιμετωπίζεται ο ιστορικός υλισμός ως «υπεριστορικός», βλ. Karl Marx, «A Letter to the Editorial Board of Otechestvennye Zapiski», στο Late Marx and the Russian Road, επιμ. Teodor Shanin (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1983), 136 [Καρλ Μαρξ, «Επιστολή στο Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι», e la libertà, 22 Απριλίου 2025, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/10101-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%C2%AB%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B2%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5-%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9%C2%BB].

[6] Georg Lukács, History and Class Consciousness (Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη: MIT Press, 1968), 1.

[7] Coulthard, Red Skin, White Masks, 9–11.

[8] Karl Marx, Capital, τόμος 1 (Λονδίνο: Penguin, 1976), 915 [Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2002, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 775], η έμφαση δική μου.

[9] Marx, Capital, τόμος 1, 871, 915 [Μαρξ, ό.π., σσ. 742, 743, 775]∙ John Bellamy Foster και Brett Clark, «The Expropriation of Nature», Monthly Review 69, τεύχος 10 (2018): 1–27.

[10] Marx, Capital, τόμος 1, 917–18 [Μαρξ, ό.π., σσ. 777, 778]∙ William Howitt, Colonization and Christianity: A Popular History of the Treatment of the Natives by Europeans in All Their Colonies (Λονδίνο: Longman, Orme, Brown, Green, and Longmans, 1838), 346–49, 378–79. Όπως και ο Μαρξ, ο Ένγκελς χρησιμοποίησε τον όρο «αποικίες» για να αναφερθεί σε «χώρες που κατακτήθηκαν από ευρωπαϊκό πληθυσμό», ιδίως τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία και την αποικία του Ακρωτηρίου στη Νότια Αφρική – μια κατηγορία για την οποία σήμερα χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος «αποικιοκρατία των εποίκων». Ο Ένγκελς ανέφερε επίσης ότι οι αποικίες των λευκών εποίκων θα ήταν οι πρώτες που θα ανεξαρτητοποιούνταν από τη μητέρα πατρίδα. Βλ. Karl Marx and Frederick Engels, Collected Works (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1975), τόμος 46, 322.

[11] Howitt, Colonization and Christianity, 403–5.

[12] Howitt, Colonization and Christianity, 403–4, 414. «Ο εκτοπισμός» των Αυτοχθόνων Αμερικανών, έγραψε ο Μέριβαλ στο κεφάλαιο του με τίτλο «Άγριες φυλές», εκφράζοντας την άποψη της αποικιοκρατίας των λευκών εποίκων, «είναι... αναπόφευκτα, μόνο μια προσωρινή λύση για μόνιμα κακά, και πρέπει να επαναλαμβάνεται μόνιμα». Herman Merivale, Lectures on Colonization and Colonies (Λονδίνο: Longman, Orme, Brown, Green, and Longmans, 1841), 508–9–οι παραπομπές εδώ αναφέρονται στη δεύτερη έκδοση του 1861, που ανατυπώθηκε από την Oxford University Press το 1928.

[13] William H. Prescott, History of the Conquest of Mexico/History of the Conquest of Peru (Νέα Υόρκη: Modern Library, χωρίς ημερομηνία [αρχικά εκδόθηκε ξεχωριστά το 1843/1847])· Thomas Fowell Buxton, The African Slave Trade and Its Remedy (Λονδίνο: John Murray, 1840)· Hal Draper, επιμ., The Marx-Engels Glossary (Νέα Υόρκη: Schocken, 1986), 36, 167.

[14] Karl Marx, Grundrisse (Λονδίνο: Penguin, 1973), 833 [Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Γ’, σελ. 851, Στοχαστής, Αθήνα 1992, μετάφραση Διονύσης Διβάρης, σελ. 851].

[15] Sir Thomas Stamford Raffles, The History of Java (σε δύο τόμους), 2η έκδοση. (Λονδίνο: John Murray, 1830).

[16] Marx, Capital, τόμος 1, 916 [Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., σελ. 776].

[17] Marx, Capital, τόμος 1, 916, 918 [Μαρξ, ό.π., σσ. 776, 779]∙ Raffles, History of Java, τόμος 2, xcvi–civ∙ Howitt, Colonization and Christianity, 194–201. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ φαίνεται να βασίστηκε στην περιγραφή του Χάουιτ για τους Ολλανδούς στη Ιάβα –η οποία βασίζεται στο έργο του Ράφλς Ιστορία της Ιάβας – και όχι στο έργο του Ράφλς απευθείας (το οποίο ο Μαρξ είχε διαβάσει), καθώς όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται παρατίθενται στο έργο του Χάουιτ και με παρόμοια γλώσσα.

[18] Για μια κριτική ιστορία της Βρετανικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, βλ. Ramkrishna Mukherjee, The Rise and Fall of the East India Company (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1974).

[19] Μarx, Capital, τόμος 1, 917 [Μαρξ, ό.π., σελ. 777]∙ Howitt, Colonization and Christianity, 255–56, 268–71.

[20] Marx, Capital, τόμος 1, 917 [Μαρξ, ό.π., σελ. 777, σημ. 243]∙ Karl Marx and Frederick Engels, Marx/Engels Gesamtausgabe (MEGA), IV, 18 (Βερολίνο: Walter de Gruyter, 2019), 670–74, 731∙ Mike Davis, Late Victorian Holocausts (Λονδίνο: Verso, 2001).

[21] Marx, Capital, τόμος 1, 918, 924–25 [Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., σελ. 784]∙ βλ. επίσης Sven Beckert, Empire of Cotton (Νέα Υόρκη: Vintage, 2014).

[22] Marx, Capital, τόμος 1, 925–26 [Μαρξ, ό.π., σσ. 784, 785].

[23] Howitt, Colonization and Christianity, 501–3.

[24] Coulthard, Red Skin, White Masks, 7.

[25] Βλ. Donald Winch, Classical Political Economy and Colonies (Κέμπριτζ, Μασαχουσέτη: Harvard University Press, 1965)∙ A. G. L. Shaw, Great Britain and the Colonies (Λονδίνο: Methuen and Co., 1970).

[26] Merivale, Lectures on Colonization and Colonies, 387–89∙ Edward Gibbon Wakefield, επιμ., A View of the Art of Colonization (Οξφόρδη: Oxford University Press, 1814)∙ Edward Gibbon Wakefield, επιμ., England and America (Νέα Υόρκη: Harper and Brothers, 1834).

[27] “An Indigenous Timeline”, New South Wales Government, διαθέσιμο στο http://teachingheritage.nsw.edu.au∙ Ο Moshé Machover αποκαλεί αυτό το φαινόμενο «αποικιοκρατία αποκλεισμού» για να τονίσει τις επιπτώσεις στους ιθαγενείς. Βλ. Moshé Machover, «Colonialism and the Natives», Weekly Worker 1087 (2015). https://weeklyworker.co.uk/worker/1087/colonialism-and-the-natives/.

[28] Marx, Capital, τόμος 1, 940 [Μαρξ, ό.π., σελ. 798].

[29] Coulthard, Red Skin, White Masks, 10–11.

[30] «Η πάλη ενάντια στη φυσική οικονομία» είναι ο τίτλος ενός κεφαλαίου του βιβλίου της Ρόζα Λούξεμπουργκ Η συσσώρευση του κεφαλαίου, το οποίο αναπτύσσει επιχειρήματα σχετικά με την αποικιοποίηση των φυσικών οικονομιών από τον Μαρξ και τον Μαξίμ Κοβαλέφσκι. Βλ. Rosa Luxemburg, The Accumulation of Capital (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1951), 368–85. Σχετικά με την έννοια της φυσικής οικονομίας στον Μαρξ και τη Λούξεμπουργκ, βλ. Scott Cook, Understanding Commodity Economies (Νέα Υόρκη: Rowman and Littlefield, 2004), 114, 130–31, 151.

[31] Prescott, History of the Conquest of Mexico/History of the Conquest of Peru, 756–57.

[32] Karl Marx, Capital, τόμος 2 (Λονδίνο: Penguin, 1978), 196, 226 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 2, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης, σσ. 113, 147]∙ Marx, Capital, τόμος 3, (Λονδίνο: Penguin, 1981), 1017 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 1077].

[33] Sunti Kumar Ghosh, «Marx on India», Monthly Review 35, τεύχος 8 (Ιανουάριος 1984): 39–53. https://monthlyreviewarchives.org/index.php/mr/article/view/MR-035-08-1984-01_5. Karl Marx and Frederick Engels, The First Indian War of Independence, 1857–1859 (Μόσχα: Progress Publishers, 1968), 20, 35, 47, 92–93, 140∙ Karl Marx, Notes on Indian History (664–1858) (Μόσχα: Progress Publishers, χωρίς ημερομηνία), 150∙ Marx και Engels, Collected Works, τόμος 18, 60–70, 212–13∙ Frederick Engels, The Origin of the Family, Private Property, and the State (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1970), 159–60. https://monthlyreviewarchives.org/index.php/mr/article/view/MR-030-11-1979-04_4. Βλ. επίσης Kenzo Mohri, “Marx and ‘Underdevelopment’”, Monthly Review 30, αρ. 11 (Απρίλιος 1979): 32–42∙ Horace B. Davis, Nationalism and Socialism (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1967), 63–69. John Bellamy Foster, «Marx and Internationalism», Monthly Review 52, αρ. 3 (Ιούλιος–Αύγουστος 2000): 11–13. https://monthlyreviewarchives.org/index.php/mr/article/view/MR-052-03-2000-07_2∙ Umberto Melotti, Marx and the Third World (Λονδίνο: Macmillan Press, 1977)∙ Eric. R. Wolf, Europe and the People Without History (Μπέρκλεϊ: University of California Press, 1982). Αν και ο Ένγκελς στα είκοσί του θεωρούσε ότι η γαλλική εισβολή στην Αλγερία οδηγούσε στην πρόοδο του πολιτισμού, στα τέλη της τρίτης δεκαετίας του απομακρύνθηκε από αυτή τη θέση, εξυμνώντας τον Αμπντελκαντέρ στο άρθρο του του 1857 για τη New American Cyclopedia και υποστηρίζοντας ότι η «γαλλική υπεροχή» στην Αλγερία ήταν «ψευδαίσθηση» μπροστά στην ανεξαρτησία και την αντίσταση των Αλγερινών. Marx και Engels, Collected Works, τόμος 18, 60–70. Η έννοια του Μαρξ για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, ένας όρος τον οποίο εγκατέλειψε μετά το 1859, βασιζόταν σε παλαιότερα κλασικά πολιτικοοικονομικά κείμενα των Τζέιμς Μιλ, Τζον Στιούαρτ Μιλ και Ρίτσαρντ Τζόουνς, τα οποία τελικά εξελίχθηκαν σε μια σύνθετη θεωρία για την ιδιαιτερότητα των τρόπων παραγωγής στην Ασία, ιδίως στην Ινδία, ξεπερνώντας την παλαιότερη αντίληψη ότι αυτές οι κοινωνίες χαρακτηρίζονταν από στασιμότητα. Επιπλέον, η ίδια η ιδέα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, όπως αναπτύχθηκε από τον Μαρξ, αποκλίνει από οποιαδήποτε μονογραμμική θεωρία ανάπτυξης, θέτοντας το ζήτημα των εναλλακτικών πορειών. Βλ. Krader, The Asian Mode of Production, 5–7, 183, 292∙ John Bellamy Foster και Hannah Holleman, «Weber and the Environment», American Journal of Sociology 117, τεύχος 8 (2012): 1640–41.

[34] Σχετικά με την «επανάσταση στον εθνολογικό χρόνο», βλ. Thomas Trautmann, Lewis Henry Morgan and the Invention of Kinship (Μπέρκλεϊ: University of California Press, 1987), 35, 197, 220, 227, 264. John Bellamy Foster, Marx’s Ecology (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2000), 212–21. Σχετικά με την αντίδραση του ίδιου του Μαρξ στην επανάσταση στον εθνολογικό χρόνο, βλ. Marx and Engels, Collected Works, τόμος 42, 557.

[35] Βλ. Kohei Saito, Karl Marx’s Ecosocialism (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2017).

[36] Karl Marx, Ethnological Notebooks, επιμ. Lawrence Krader (Άσεν, Ολλανδία: Van Gorcum and Co., 1974). Μεγάλο μέρος των εθνολογικών σημειώσεων του Μαρξ παραμένει ακόμη αδημοσίευτο.

[37] Karl Marx, «Excerpts from M. M. Kovalevsky», παράρτημα στο Lawrence Krader, The Asiatic Mode of Production (Άσεν, Ολλανδία: Van Gorcum and Co., 1975)∙ Peter Hudis, «Marx Among the Muslims», Capitalism Nature Socialism 15, αρ. 4 (2004): 58∙ Michael R. Krätke «Marx and World History», International Review of Social History 63 (2018): 91–125. Ο τίτλος του έργου του Κοβαλέφσκι που χρησιμοποιείται στο κείμενο ακολουθεί τη μετάφραση του James D. White, Karl Marx and the Origins of Dialectical Materialism (Νέα Υόρκη: St. Martin’s, 1996), 260. Βλ. επίσης L. S. Gamayunov και R. A. Ulyanovsky, The Work of the Russian Sociologist M. M. Kovalevsky, “Communal Landholding, the Causes, Ways and Consequences of Its Disintegration,” and K. Marx’s Criticism of the Work (Μόσχα: Oriental Literature Publishing House, 1960).

[38] Kevin B. Anderson, Marx at the Margins (Σικάγο: University of Chicago Press, 2010), 218–19. Marx, Ethnological Notebooks, 183, 431∙ Marx και Engels, Collected Works, τόμος 46, 394–95∙ Hubert Howe Bancroft, The Native Races of the Pacific States of North America (πέντε τόμοι, 1875), βλ. ειδικά τόμος 1, 109∙ Engels, The Origin of the Family, Private Property and the State, 218.

[39] Lewis Henry Morgan, Ancient Society (Νέα Υόρκη: World Publishing Co., 1963) [Λιούις Χένρι Μόργκαν, Η Αρχαία Κοινωνία, Αναγνωστίδης, χ.χ.έ., Αθήνα, μετάφραση Λιόνης Γρηγόρης· επανέκδοση Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2013]∙ Lewis Henry Morgan, League of the Iroquois (Νέα Υόρκη: Carol Communications, 1962). Στο League of the Iroquois, ο Morgan έγραψε: «Δεν είναι μικρό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας να καταλαμβάνεις τις εστίες και την περιουσία μιας ολόκληρης κοινότητας, χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς τη θέλησή της», αναφερόμενος στην κατάληψη της γης των Ιροκουά από την Ogden Land Company.

[40] Engels, The Origin of the Family, Private Property, and the State, 71–73 [Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σσ. 7-9].

[41] Lawrence Krader, εισαγωγή στο Ethnological Notebooks of Karl Marx, 24–28.

[42] Marx, Ethnological Notebooks, 150. Όπως σημειώνει ο Μαρξ εδώ, οι Ιροκουά αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Λαό του Μακριού Σπιτιού» (168).

[43] Franklin Rosemont, “Karl Marx and the Iroquois”, στο Arsenal: Surrealist Subversion, των Nelson Algren et al. (Σικάγο: Black Swan, 1989), 205 [Franklin Rosemont, «Ο Καρλ Μαρξ και οι Ιροκέζοι», e la libertà, 16 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11043-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CE%B9].

[44] Marx, Ethnological Notebooks, 174–86.

[45] Krader, εισαγωγή στο Ethnological Notebooks, 14.

[46] Rosemont, “Karl Marx and the Iroquois”, 207.

[47] Marx, Ethnological Notebooks, 139.

[48] Marx και Engels, Collected Works, τόμος 42, 557–59.

[49] Η εκτενής αλληλογραφία του Marx με τον Κοβαλέφσκι κάηκε από τον φίλο του Κοβαλέφσκι, τον οικονομολόγο Ι. Ι. Ιβανιούκοφ, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή της ενώ ο Κοβαλέφσκι βρισκόταν σε ταξίδι στο εξωτερικό. Ο Ιβανιούκοφ πανικοβλήθηκε, φοβούμενος ότι το σπίτι του θα ερευνούνταν από την αστυνομία, και κατέστρεψε τις επιστολές – ένας φόβος που αποδείχθηκε υπερβολικός. White, Karl Marx and the Intellectual Origins of Dialectical Materialism, 262.

[50] Marx, όπως παρατίθεται στο Kevin Anderson, Marx at the Margins, 221.

[51] Marx, “Excerpts from M. M. Kovalevsky”, 400.

[52] Marx, “Excerpts from M. M. Kovalevsky”, 406–7. Οι πλάγιες γραμματοσειρές και οι αγκύλες υπάρχουν στο πρωτότυπο.

[53] Marx, “Excerpts from M. M. Kovalevsky”, 411–12.

[54] Draper, επιμ., The Marx-Engels Glossary, 142. Σχετικά με τις διαστρεβλωμένες απόψεις του James Mill για την Ινδία, βλ. Mukherjee, The Rise and Fall of the East India Company.

[55] Karl Marx to Laura Lafargue, 13 Απριλίου 1882, Collected Works, τόμος 46, 242∙ Hudis, “Marx Among the Muslims”, 67∙ Raya Dunayevskaya, Rosa Luxemburg, Women’s Liberation, and Marx’s Philosophy of Revolution (Ουρμπάνα, Ιλινόις: University of Illinois Press, 1991), 191.

[56] Marx, “Excerpts from M. M. Kovalevsky”, 387.

[57] Karl Marx, “Draft Letters to Vera Zasulich”, στο Late Marx and the Russian Road, 118 [Καρλ Μαρξ, «Απάντηση στη Βέρα Ζασούλιτς», e la libertà, 15 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11036-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B6%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82].

[58] Marx, “Excerpts from M. M. Kovalevsky”, 387· Marx and Engels, The First Indian War of Independence, 34–35· Marx and Engels, MEGA, IV, 18, 670–74· Marx, Capital, τόμος 1, 650· Marx and Engels, Collected Works, τόμος 46, 63–64.

[59] Gerald Vizenor, “Aesthetics of Survivance”, στο Survivance: Narratives of Native Presence, επιμ. Gerald Vizenor (Λίνκολν: University of Nebraska Press, 2008), 1, 11, 20–21· James Mackay, “Ghosts in the Gaps”, στο Survivance, 256–57· Jacques Derrida, Spectres of Marx (Λονδίνο: Routledge, 2006), xviii. Το ζήτημα της επιβίωσης υποδεικνύει την πραγματικότητα της πολιτιστικής εξόντωσης των αυτόχθονων εθνών, μια διαδικασία που συμβαδίζει με τη γενοκτονία και συνεχίζεται ως μέρος μιας συνεχιζόμενης αποικιοκρατίας.

[60] Βλ. ειδικά James V. Fenelon, Culturicide, Resistance, and Survival of the Lakota (“Sioux Nation”) (Νέα Υόρκη: Garland, 1998).

[61] Βλ. Engels, The Origin of the Family, Private Property, and the State, 159–60 [Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας..., ό.π., σσ. 119-120]∙ David Bedford και Danielle Irving, The Tragedy of Progress: Marxism, Modernity and the Aboriginal Question (Χάλιφαξ, Νέα Σκωτία: Fernwood, 2001), 76–78. Κατ’ αρχήν, δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ των απόψεων του Μαρξ και του Ένγκελς, οι οποίοι και οι δύο ήλπιζαν στην αντίσταση, την επιβίωση και την ανασυγκρότηση των αυτόχθονων κοινοτικών πολιτισμών.

[62] Anderson, Marx at the Margins, 201–2, 226–30∙ Dunayevskaya, Rosa Luxemburg, Women’s Liberation, and Marx’s Philosophy of Revolution, 180–83∙ Rosemont, “Karl Marx and the Iroquois”, 205–6.

[63] Maurice Bloch, Marxism and Anthropology (Οξφόρδη: Oxford University Press, 1983), 99–107.

[64] Luxemburg, The Accumulation of Capital, 368–85∙ V. I. Lenin, The Right of Nations to Self-Determination (Μόσχα: Progress Publishers, 1975) [Β. Ι. Λένιν, «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σσ. 257-321]∙ José Carlos Mariátegui, José Carlos Mariátegui: An Anthology, επιμ. Harry E. Vanden and Marc Becker (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2011)∙ Samir Amin, Eurocentrism (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2009).

[65] Eleanor Leacock, εισαγωγή στο Morgan, Ancient Society, Ii–Ixx∙ Leacock, Myths of Male Dominance (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1982)∙ Patricia C. Albers, “Autonomy and Dependency in the Lives of Dakota Women”, Review of Radical Political Economics 17, αρ. 3 (1985): 109–34∙ Bruce Johansen and Roberto Maestas, Wasi’chu: The Continuing Indian Wars (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1979)∙ Lawrence David Weiss, The Development of Capitalism in the Navajo Nation: A Political-Economic History (Μινεάπολη: MEP Publications, 1984)∙ Howard Adams, Prison of Grass (Σασκάτουν: Fifth House, 1989)∙ Bedford and Irving, The Tragedy of Progress. Για πρόσφατες σχετικές συνεισφορές σχετικά με τον φυλετικό καπιταλισμό και την αποικιοκρατία, βλ. Roxanne Dunbar-Ortiz, An Indigenous Peoples’ History of America (Βοστώνη: Beacon, 2014)∙ Gerald Horne, The Apocalypse of Settler Colonialism (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2018). Σχετικά με την αναβίωση της μαρξιστικής έρευνας για τους Αυτόχθονες Αμερικανούς στην ανθρωπολογία κατά τις δεκαετίες του 1950 έως του 1970, βλ. Patricia C. Albers, “Labor and Exchange in American Indian History” στο A Companion to American Indian History, επιμ. Philip J. Deloria και Neal Salisbury (Οξφόρδη: Blackwell, 2004), 269–86. Samuel W. Rose, “Marxism and Mode of Production in the Anthropology of Native North America”, Focaal Blog, 17 Νοεμβρίου 2015. https://www.focaalblog.com/2015/11/17/samuel-w-rose-marxism-and-mode-of-production-in-the-anthropology-of-native-north-america/.

[66] Johansen, Wasi’chu, 33.

[67] Álvaro García Linera, “Indianismo and Marxism: The Missed Encounter of Two Revolutionary Principles”, MR Online, 31 Ιανουαρίου 2008. https://mronline.org/2008/01/31/indianismo-and-marxism-the-missed-encounter-of-two-revolutionary-principles/.

[68] Allan Greer, Property and Dispossession: Natives, Empires and Land in Early Modern America (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 2018).

[69] Dunbar-Ortiz, An Indigenous Peoples’ History of America, (Βοστώνη: Beacon Press 2014) 2∙ Gerald Horne, The Apocalypse of Settler Colonialism, (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press) 7–18.

[70] Nick Estes, Our History Is the Future: Standing Rock versus the Dakota Access Pipeline, and the Long Tradition of Indigenous Resistance (Νέα Υόρκη: Verso, 2019), 18.

[71] Arghiri Emmanuel, “White Settler Colonialism and the Myth of Investment Imperialism”, New Left Review 73 (1972): 35–57∙ Harry Magdoff, Imperialism: From the Colonial Age to the Present (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1978), 19–20· Roxanne Dunbar-Ortiz, “Aboriginal People and Imperialism in the Western Hemisphere”, Monthly Review 44, αρ. 4 (Σεπτέμβριος 1992): 1–13. https://monthlyreviewarchives.org/index.php/mr/article/view/MR-044-04-1992-08_1∙ Machover, “Colonialism and the Natives”.

[72] Coulthard, Red Skin, White Masks, 151–52.

[73] Αυτό σχετίζεται επίσης με ένα τέταρτο ζήτημα που θέτει ο Κούλθαρντ σε σχέση με τον Μαρξ και την οικολογία. Εδώ, αναφέρεται (αν και αναγνωρίζει τις διαφορετικές ερμηνείες) στην αντίληψη ότι «οι απόψεις του Μαρξ για τη φύση ακολουθούσαν μια εργαλειακή λογική που δεν αποδιδόταν καμία εγγενή αξία στη γη ή στη φύση και ότι αυτό τον οδήγησε στη συνέχεια να υποστηρίξει χωρίς κριτική μια ιδεολογία παραγωγισμού και μη βιώσιμης οικονομικής προόδου». Coulthard, Red Skin, White Masks, 13–14. Ωστόσο, η έρευνα στην μαρξιστική οικολογία τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει αποδείξει οριστικά την ανακρίβεια τέτοιων λανθασμένων μύθων σχετικά με τη θεωρία του Μαρξ, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της καλύτερης μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής να προχωρά στην ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο τον Κούλθαρντ. Σχετικά με αυτό το ζήτημα, βλ. Paul Burkett, Marx and Nature (Νέα Υόρκη: St. Martin’s, 1999) ∙ Foster, Marx’s Ecology∙ John Bellamy Foster, Brett Clark and Richard York, The Ecological Rift (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 2010)∙ Saito, Karl Marx’s Ecosocialism∙ Hannah Holleman, Dust Bowls of Empire ( Νιου Χέιβεν: Yale University Press, 2018)∙ και Foster and Clark, The Robbery of Nature.

[74] Marx, Capital, τόμος 1, 871, 874 [Μαρξ, Το Κεφράλαιο, τόμος 1, ό.π., σσ. 739, 741]. Ο Μαρξ αναφερόταν στην «λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση», τονίζοντας ότι δεν αναφερόταν καθόλου σε συσσώρευση, αλλά σε απαλλοτρίωση τίτλων ή δικαιωμάτων επί γης, περιουσίας, ακόμη και σωμάτων – δηλαδή, σε ληστεία. Ούτε έπρεπε να θεωρηθεί «πρωτόγονη» – μια λανθασμένη μετάφραση, που θα έπρεπε να αποδοθεί καλύτερα ως πρωταρχική. Βλ. John Bellamy Foster, Brett Clark και Hannah Holleman, “Capitalism and Robbery”, Monthly Review 71, τεύχος 7 (Δεκέμβριος 2019): 1–5. https://monthlyreviewarchives.org/index.php/mr/article/view/MR-071-07-2019-11_1.

[75] Marx, Capital, τόμος 1, 891–92, 894, 917 [Μαρξ, ό.π., σσ. 754, 755, 777, 777 σημ. 243].

[76] Krätke, “Marx and World History”, 104.

[77] Coulthard, Red Skin, White Masks, 152.

[78] Marx, “Excerpts from M. M. Kovalevsky”, 407· Frantz Fanon, Black Skin, White Masks (Νέα Υόρκη: Grove, 2008), 191–98. Το απόσπασμα από τον Φανόν που παρατίθεται εδώ προέρχεται από το κεφάλαιο με τίτλο «The Black Man and Hegel». Η προμετωπίδα με την οποία ξεκινά το επόμενο κεφάλαιο είναι του Μαρξ.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026 13:36

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.