Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021 00:14

Οι Γερμανοί εργάτες και η γέννηση του ενιαίου μετώπου

Διαδήλωση στην Κολωνία της Γερμανίας εναντίον του πραξικοπήματος Καπ-Λούτβιτς, 1920.

 

 

John Riddell

 

 

Οι Γερμανοί εργάτες και η γέννηση του ενιαίου μετώπου

 

 

Η πολιτική του ενιαίου μετώπου συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο αποτελεσματικών εργαλείων δράσης της εργατικής τάξης που κληρονομήθηκαν από την εποχή του Β. Ι. Λένιν και της Ρωσικής Επανάστασης. Όπως διατυπώθηκε αρχικά από την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) τον Δεκέμβριο του 1921, η πολιτική του ενιαίου μετώπου απαιτούσε τη «μεγαλύτερη δυνατή ενότητα όλων των εργατικών οργανώσεων σε κάθε πρακτική δράση ενάντια στους ενωμένους καπιταλιστές», ενώ παράλληλα εξασφάλιζε στους επαναστάτες σοσιαλιστές και τα άλλα συμμετέχοντα ρεύματα «απόλυτη αυτονομία» και «ελευθερία στην παρουσίαση της άποψής τους».1

Οι πρωτοβουλίες για την οικοδόμηση ενότητας στη δράση με διαφορετικά ρεύματα του εργατικού κινήματος μπορούν να αναχθούν στην Πρώτη Διεθνή και τις προσπάθειές της να οικοδομήσει γέφυρες στη δράση με τους Βρετανούς συνδικαλιστές και τους οπαδούς του Ογκίστ Μπλανκί και του Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν στη Γαλλία, καθώς και σε πρωτοβουλίες του μπολσεβίκικου κόμματος στη Ρωσία πριν από το 1917. Η πολιτική διακήρυξη της Κομιντέρν τον Δεκέμβριο του 1921 αναφερόταν στο μπολσεβίκικο προηγούμενο, αλλά διαμορφωνόταν ως απάντηση στις τρέχουσες ανάγκες, στο πλαίσιο μιας ύφεσης του επαναστατικού αγώνα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, οι επαναστάτες σοσιαλιστές χρησιμοποίησαν την τακτική του ενιαίου μετώπου σε πολύ διαφορετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων –τα τελευταία χρόνια– της εναντίωσης στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, της υποστήριξης απελευθερωτικών αγώνων και της αντιμετώπισης απειλών βίας από φασιστικές ομάδες.

Η εξέλιξη της πολιτικής του ενιαίου μετώπου σημαδεύτηκε από ασάφειες, λανθασμένα βήματα και διορθώσεις. Η κύρια κινητήρια δύναμη στη διαμόρφωσή της ήταν η σκέψη και οι πρωτοβουλίες των δυνάμεων της εργατικής τάξης και η επείγουσα ανάγκη του αγώνα τους για άμεσες ανάγκες και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η ώθηση μεταφέρθηκε στην Κομιντέρν από τα κόμματα-μέλη στις χώρες όπου αυτοί οι αγώνες ήταν πιο έντονοι: Τσεχοσλοβακία, Αυστρία, Πολωνία, Βρετανία, και πάνω απ’ όλα στη Γερμανία, πεδίο των πιο έντονων επαναστατικών μαχών στα χρόνια μετά το 1918.
Ο αγώνας του ενιαίου μετώπου είναι ένα βήμα στο δρόμο προς την επανάσταση και ταυτόχρονα ένα αποτελεσματικό μέσο για την κατάκτηση μιας άμεσης μεταρρύθμισης. Πολλοί επικριτές του επαναστατικού σοσιαλισμού έχουν εκμεταλλευτεί αυτό το γεγονός για να κηρύξουν την πολιτική του ενιαίου μετώπου εγγενώς αντιφατική ή ακόμα και ανέντιμη, υποστηρίζοντας ότι οι επαναστάτες σοσιαλιστές θυσιάζουν πάντα τα συμφέροντα των συμμάχων του ενιαίου μετώπου για κομματικούς σκοπούς. Επιπλέον, ορισμένοι σοσιαλιστές περιφρονούν τα ενιαία μέτωπα, αρνούμενοι να συνεργαστούν με αξιωματούχους των συνδικάτων ή πολιτικούς που είναι υποστηρικτές του καπιταλισμού. Άλλοι δίνουν μια αντεπαναστατική χροιά στο ενιαίο μέτωπο, βλέποντας την αποκορύφωσή του σε κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς ή κυβερνήσεις συνασπισμού με αστικές δυνάμεις.

Όλες αυτές οι θέσεις υποστηρίχθηκαν όταν διαμορφώθηκε για πρώτη φορά η πολιτική του ενιαίου μετώπου και η συζήτηση συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια των μετέπειτα δεκαετιών. Αλλά για να καταλάβουμε πώς έδρασαν οι επαναστάτες σοσιαλιστές της εποχής του Λένιν για να προωθήσουν την ενότητα του κινήματος της εργατικής τάξης, πρέπει πρώτα να επανεξετάσουμε πώς αυτό το κίνημα έφτασε να είναι διαιρεμένο.

 

Η διάσπαση του παγκόσμιου σοσιαλισμού

Η πολιτική του ενιαίου μετώπου της Κομιντέρν επεδίωκε να αντιμετωπίσει μια βαθιά, δυσεπίλυτη διάσπαση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος. Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, οι πλειοψηφικές ηγεσίες των κυριότερων σοσιαλιστικών κομμάτων –στη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αυστρία-Ουγγαρία– υποστήριξαν τις πολεμικές προσπάθειες των αντίστοιχων καπιταλιστικών κυρίαρχων τάξεων, επιφέροντας έτσι την κατάρρευση της Σοσιαλιστικής ή Δεύτερης Διεθνούς. Σύντομα διαμορφώθηκε ένα αντιπολεμικό ρεύμα στην εργατική τάξη και η επιρροή του αντανακλάται σε μαζικές διαδηλώσεις, απεργίες, ανταρσίες και εξεγέρσεις.

Οι «σοσιαλιστές» που υποστήριζαν τον πόλεμο προσχώρησαν ή υποστήριξαν κυβερνήσεις που κατέστειλαν τις διαμαρτυρίες των εργατών και των στρατιωτών. Οι περισσότεροι από αυτούς τους «σοσιαλπατριώτες» αντιτάχθηκαν επίσης στην επανάσταση του Οκτωβρίου 1917 που εγκαθίδρυσε τη ρωσική σοβιετική κυβέρνηση και πολλοί υποστήριξαν τους αντεπαναστατικούς στρατούς στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Οι επαναστάτες σοσιαλιστές πήραν τη θέση τους στην αντίθετη πλευρά των γραμμών μάχης, υποστηρίζοντας την αντίσταση των εργατών και των στρατιωτών και τις αντιπολεμικές διαμαρτυρίες και υπερασπιζόμενοι ενεργά τη σοβιετική δημοκρατία.

Τον Νοέμβριο του 1918, μια εξέγερση εργατών και στρατιωτών ανέτρεψε τη γερμανική κυβέρνηση, δίνοντας ένα απότομο τέλος στον παγκόσμιο πόλεμο. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) –που ήταν πλέον η κυρίαρχη δύναμη στην προσωρινή κυβέρνηση της Γερμανίας– βοήθησε στην οργάνωση της βίαιης καταστολής που αποκατέστησε την καπιταλιστική κυριαρχία. Οι ηγέτες του SPD ήταν συνένοχοι στη δολοφονία τον Ιανουάριο του 1919 των πιο γνωστών επαναστατών ηγετών, της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Στις νικήτριες συμμαχικές χώρες, οι δεξιοί «σοσιαλιστές» –που σήμερα συνήθως αποκαλούνται σοσιαλδημοκράτες– υποστήριξαν τους δρακόντειους «ειρηνευτικούς» όρους που επέβαλαν οι κυβερνήσεις τους, ενώ οι επαναστάτες σοσιαλιστές προσπάθησαν να ανατρέψουν αυτές τις συνθήκες. Οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες υποστήριξαν τη συνέχιση της αποικιακής κυριαρχίας επί των υποτελών λαών στην Αφρική, την Ασία και αλλού, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις υποστήριξαν ενεργά την ανερχόμενη αντιαποικιακή επανάσταση.

Μέχρι το τέλος του πολέμου, το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο είχε υπερήφανα ενωθεί μόλις μισή δεκαετία νωρίτερα, είχε διασπαστεί σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα: από τη μία πλευρά, οι απαξιωμένες φιλοπόλεμες δυνάμεις, που γενικά ονομάζονταν Δεύτερη Διεθνής, και από την άλλη, μια επαναστατική σοσιαλιστική μειοψηφία, η οποία οργανώθηκε τον Μάρτιο του 1919 ως Κομμουνιστική ή Τρίτη Διεθνής. Στη μέση βρίσκονταν δυνάμεις που ασκούσαν κριτική και στις δύο πλευρές, συχνά αποκαλούμενες «κεντριστικές». Συμμάχησαν χαλαρά στην Ένωση της Βιέννης, την οποία οι κομμουνιστές ονόμασαν περιπαικτικά Δυόμιση Διεθνή.

Στα τέλη του 1918 και το 1919, ένα επαναστατικό κύμα σάρωσε την Ευρώπη, εμψυχώνοντας τους κομμουνιστές με την ελπίδα ότι η νίκη των εργατών στη Ρωσία θα επαναλαμβανόταν γρήγορα σε μεγάλες χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Τα κομμουνιστικά κόμματα στις χώρες αυτές αυξήθηκαν και αγκάλιασαν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες μέλη. Μέχρι τα τέλη του 1920, ωστόσο, ήταν σαφές ότι η καπιταλιστική κυριαρχία είχε επανασταθεροποιηθεί, τουλάχιστον προς το παρόν. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι εργατικοί ηγέτες που ήταν προσηλωμένοι στην υπεράσπιση του καπιταλισμού («ρεφορμιστές» ή «οπορτουνιστές») εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργαζομένων. Η δύναμή τους αποτελούσε τεράστιο εμπόδιο όχι μόνο στη σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά και στην αποτελεσματική υπεράσπιση των μισθών και των συνθηκών εργασίας ενάντια στην επίθεση των εργοδοτών.

Η πολιτική του ενιαίου μετώπου αποσκοπούσε στο να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο για την ενιαία δράση της εργατικής τάξης.

 

Η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία

Η πρώτη προσπάθεια να ξεπεραστεί η διαίρεση στις τάξεις των εργατών έγινε, εντελώς απροσδόκητα, στην Ουγγαρία, μόλις δύο εβδομάδες μετά τη συγκρότηση της Κομιντέρν. Σε μια χώρα που συγκλονιζόταν από τον πόλεμο, την οικονομική κατάρρευση και την επανάσταση, ο επικεφαλής του κράτους (ένας φιλοκαπιταλιστής αριστοκράτης) ζήτησε από τους Σοσιαλιστές, ένα μη επαναστατικό κόμμα ευθυγραμμισμένο με τη Δεύτερη Διεθνή, να σχηματίσουν κυβέρνηση. Φοβούμενοι την κομμουνιστική επιρροή μεταξύ των εργατών της πρωτεύουσας, οι Σοσιαλιστές ζήτησαν από το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού – και, επιπλέον, να σφραγίσει τη συμφωνία μέσω μιας οργανικής συγχώνευσης των δύο κομμάτων.

Οι Ούγγροι κομμουνιστές συμφώνησαν στη συγχώνευση. Έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια κυβέρνηση βασισμένη σε εργατικά συμβούλια που κυβέρνησε για τους επόμενους τέσσερις μήνες, πριν από τη βίαιη ανατροπή της από τις ένοπλες δυνάμεις των συμμαχικών δυνάμεων ή των δυνάμεων της Αντάντ. Μεταγενέστερη ανάλυση της Κομιντέρν υπογράμμισε τη ζημιά που προκλήθηκε από μια απροετοίμαστη συγχώνευση των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών δυνάμεων από πάνω προς τα κάτω, η οποία εξαφάνισε τους κομμουνιστές ως ανεξάρτητη δύναμη, ενώ άφησε το καθεστώς ευάλωτο στις αμφιταλαντεύσεις και την προδοσία των σοσιαλιστών.2

Αλλά είχαν άδικο οι κομμουνιστές να εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής συμμαχίας με τους σοσιαλιστές; Αργότερα η συζήτηση της Κομιντέρν ελάχιστα άγγιξε αυτό το σημείο. Το πιο σαφές σχόλιο προήλθε από τον Καρλ Ράντεκ, ηγέτη τόσο της Κομιντέρν όσο και του ρωσικού μπολσεβίκικου κόμματος, ο οποίος είχε μακρά εμπειρία στο γερμανικό εργατικό κίνημα. Το παράδειγμα της Ουγγαρίας, έγραψε, έδειχνε ότι «η πορεία των γεγονότων θα μπορούσε να θέσει τους κομμουνιστές οπουδήποτε μπροστά στην ανάγκη σχηματισμού ενός [κυβερνητικού] συνασπισμού» αυτού του τύπου, αλλά δεν θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την ξεχωριστή οργάνωσή τους. Τον Φεβρουάριο του 1922, ο Ούγγρος κομμουνιστής Ματίας Ράκοζι αναφέρθηκε στη συμμαχία του 1919, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, ως «ενιαίο μέτωπο», αλλά η έννοια αυτή παρέμεινε αδιευκρίνιστη στις μετέπειτα συζητήσεις της Κομιντέρν για το ενιαίο μέτωπο.3

 

Ενότητα εναντίον του στρατιωτικού πραξικοπήματος

Κατά τη διάρκεια των μηνών μετά την πτώση της ουγγρικής σοβιετικής κυβέρνησης, η Κομιντέρν εστίασε την προσοχή της στη συσπείρωση των πραγματικά επαναστατικών δυνάμεων στα κομμουνιστικά κόμματα και το ζήτημα των συμμαχιών έτυχε ελάχιστης προσοχής. Τον Μάρτιο του 1920, ωστόσο, τέθηκε και πάλι το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης συνασπισμού των εργατικών κομμάτων, όπως είχε προβλέψει ο Ράντεκ, και για άλλη μια φορά η πρωτοβουλία προήλθε από τη σοσιαλδημοκρατική πλευρά. Αυτό το γεγονός ήταν που ξεκίνησε τη συζήτηση της Κομιντέρν για το ενιαίο μέτωπο.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, η καπιταλιστική δημοκρατία της Γερμανίας κλονίστηκε από σοβαρές ταξικές μάχες σε μια κατεστραμμένη οικονομία, της οποίας η ανάκαμψη εμποδίστηκε από τις απαιτήσεις των δυνάμεων της Αντάντ για την καταβολή αποζημιώσεων. Παρά την ήττα των επαναστατημένων εργατών στις αρχές του 1919, το κίνημά τους παρέμεινε ισχυρό, ενώ δεξιές και πρωτοφασιστικές δυνάμεις σχεδίαζαν να παραμερίσουν την κυβέρνηση με επικεφαλής το SPD και να επανακτήσουν τον άμεσο έλεγχο.

Στις 13 Μαρτίου 1920, ένα δεξιό στρατιωτικό απόσπασμα κατέλαβε το Βερολίνο, την πρωτεύουσα, και οδήγησε την κυβέρνηση σε φυγή. Το πραξικόπημα, με επικεφαλής τον Βόλφγκανγκ Καπ και τον στρατηγό Βάλτερ φον Λούτβιτς, αντιμετωπίστηκε το ίδιο βράδυ από ένα κάλεσμα των συνδικάτων υπό την ηγεσία του SPD (ADGB) για γενική απεργία για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Μέχρι τις 14 Μαρτίου, η απεργία είχε παγιωθεί σε όλη τη χώρα. Οι εργάτες σχημάτισαν τοπικές απεργιακές επιτροπές, διαδήλωσαν και συγκρότησαν πολιτοφυλακές και ένοπλα αποσπάσματα. Στο Βερολίνο, υπήρχαν δύο ξεχωριστές απεργιακές επιτροπές, η μία καθοδηγούμενη από το SPD και η άλλη από το κεντριστικό Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD) – στην τελευταία συμμετείχε και το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD). Στη σημαντική βιομηχανική περιοχή του Κέμνιτς, αντίθετα, οι κομμουνιστές κατάφεραν να ενώσουν όλες τις εργατικές οργανώσεις σε μια δομή εργατικών συμβουλίων, τα οποία ηγήθηκαν του αγώνα εκεί. Η ένοπλη αντίσταση εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα και στις 17 Μαρτίου οι πραξικοπηματίες συνθηκολόγησαν και τράπηκαν σε φυγή.4

Η γενική απεργία συνεχίστηκε, ωστόσο, καθώς οι εργάτες απαιτούσαν μια νέα κυβέρνηση και αποφασιστική δράση ενάντια στη δεξιά, μιλιταριστική απειλή. Ο Καρλ Λέγκιεν, πρόεδρος της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, απάντησε προτείνοντας να αντικατασταθεί ο συνασπισμός του SPD με τα αστικά κόμματα από μια εργατική κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν από το SPD, το USPD και τα συνδικάτα. Η ηγεσία του KPD εξέφρασε την υποστήριξή της σε αυτή την πρόταση, δηλώνοντας ότι «ο σχηματισμός μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης, απαλλαγμένης από το παραμικρό αστικό ή καπιταλιστικό στοιχείο, θα δημιουργούσε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για τη δυναμική δράση των προλεταριακών μαζών», και υποσχέθηκε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ενεργήσει απέναντι σε μια τέτοια κυβέρνηση ως «νομιμόφρονη αντιπολίτευση».5 Το USPD, ωστόσο, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια τέτοια κυβέρνηση, ακυρώνοντας ουσιαστικά την πρόταση. Στη συνέχεια, ο Λέγκιεν απέσπασε υποσχέσεις για φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις από την υπάρχουσα κυβέρνηση. Η απεργία σταδιακά έσβησε και η κυβέρνηση και ο στρατός επανέκτησαν τον έλεγχο.

Η δήλωση για «νομιμόφρονη αντιπολίτευση» του KPD δέχθηκε έντονη κριτική από κομματικούς ηγέτες πολλών τάσεων. Πολλοί θεωρούσαν ότι η αμιγώς σοσιαλιστική κυβέρνηση που προβλεπόταν στη δήλωση αυτή ήταν παρόμοια με το κοινό καθεστώς SPD-USPD που ίσχυε αμέσως μετά την επανάσταση του Νοεμβρίου 1918, το οποίο είχε εξασφαλίσει την αποκατάσταση της καπιταλιστικής εξουσίας και στο οποίο το KPD είχε αντιταχθεί. Η κεντρική επιτροπή του κόμματος απέρριψε, με ψήφους δώδεκα έναντι οκτώ, την ιδέα ότι ένα τέτοιο καθεστώς θα μπορούσε να διαδραματίσει προοδευτικό ρόλο.

Ένας υποστηρικτής της άποψης της μειοψηφίας (M. Γ. Μπράουν) έκανε έναν παραλληλισμό με το κάλεσμα των Μπολσεβίκων, λίγο πριν από την επανάσταση του Οκτωβρίου 1917, προς τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες να έρθουν σε ρήξη με την αστική τάξη και να σχηματίσουν μια κυβέρνηση βασισμένη στα Σοβιέτ. Ο Ράντεκ, ο σύνδεσμος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν με το γερμανικό κόμμα, έγραψε ότι το ρωσικό παράδειγμα δεν ίσχυε, επειδή ο συσχετισμός δυνάμεων στη Γερμανία ήταν πιο δυσμενής. Κατά την άποψη του Ράντεκ, η θέση της «νομιμόφρονης αντιπολίτευσης» αντανακλούσε την ανάδυση ενός «ποσιμπιλιτικού» (οπορτουνιστικού δηλαδή ρεφορμιστικού) ρεύματος στο KPD. Ο Λένιν, ωστόσο, αν και επέκρινε τη δήλωση του KPD για λανθασμένες διατυπώσεις, την έκρινε ως «αρκετά σωστή τόσο στις βασικές της προϋποθέσεις όσο και στα πρακτικά της συμπεράσματα» και επιβεβαίωσε ότι η προσέγγιση των Μπολσεβίκων το 1917 ήταν πράγματι σχετική με τη γερμανική συζήτηση. Τα σχόλια του Λένιν είχαν επαρκές κύρος για να κλείσει η συζήτηση, αλλά η διαφωνία παρέμενε άλυτη.6

 

Πρώιμες πρωτοβουλίες ενιαίου μετώπου

Η επικράτηση των επιτροπών δράσης που ενώνουν όλα τα εργατικά κόμματα κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον του Καπ προκάλεσε ελάχιστα σχόλια στις μετέπειτα συζητήσεις του KPD. Ωστόσο, ο Ούγγρος κομμουνιστής Μπέλα Κουν, κορυφαίος εκπρόσωπος ενός υπεραριστερού ρεύματος στην Κομιντέρν, χαρακτήρισε το «ιδεώδες της “ενότητας”» που εκφράστηκε στις δράσεις εναντίον του Καπ ως «αντεπαναστατικό». Οι κομμουνιστές δεν θα έπρεπε να προσπαθήσουν να πείσουν τα κεντριστικά κόμματα να συμμετάσχουν σε ενιαία δράση, αλλά μάλλον να δράσουν μόνοι τους, είπε ο Κουν.7 Η άποψη του Κουν δεν ήταν καθόλου μεμονωμένη στη Διεθνή· πολλά παραδείγματα των υπεραριστερών λαθών αναφέρθηκαν από τον Λένιν την ίδια άνοιξη σε ένα περίφημο φυλλάδιο για τα λάθη του «αριστερού» κομμουνισμού.8 Ο Λένιν δεν σχολίασε συγκεκριμένα τα ενιαία μέτωπα, αλλά το φυλλάδιό του συνιστούσε στους Βρετανούς κομμουνιστές να δώσουν εκλογική υποστήριξη σε υποψηφίους του Εργατικού Κόμματος και να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στο κόμμα. Αυτή η πολιτική είχε ήδη εφαρμοστεί από το Βρετανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, μέλος της Κομιντέρν, το οποίο εξασφάλισε την έγκρισή της στο Δεύτερο Συνέδριο της Διεθνούς τον Ιούλιο του 1920. Αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1922, ο Γκρεγκόρι Ζινόβιεφ, πρόεδρος της Κομιντέρν, δήλωσε ότι σε αυτές τις προτάσεις του Λένιν «βρίσκουμε ήδη ολόκληρη την πολιτική του ενιαίου μετώπου, προσαρμοσμένη στις βρετανικές συνθήκες».9

Η μη διατυπωμένη ακόμη προσέγγιση του ενιαίου μετώπου δοκιμάστηκε σε μια διεθνή εκστρατεία ενάντια στην εισβολή της πολωνικής κυβέρνησης στη Σοβιετική Ρωσία τον Απρίλιο του 1920. Τα πολωνικά στρατεύματα, υποστηριζόμενα από τη Γαλλία και άλλες κυβερνήσεις της Αντάντ, κατέλαβαν το Κίεβο, πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ουκρανίας, στις 7 Μαΐου. Ως απάντηση, ξεκίνησαν δράσεις εργατικής αλληλεγγύης που σταμάτησαν τις αποστολές όπλων προς την Πολωνία στη Βρετανία, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία και το Ντάντσιγκ. Όταν η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε τον Ιούλιο να στείλει πολεμικό υλικό στην Πολωνία, το Εργατικό Κόμμα και τα βρετανικά συνδικάτα απείλησαν με γενική απεργία, αναγκάζοντας την ακύρωση της αποστολής. Παντού, ο αποκλεισμός της Πολωνίας όφειλε την επιτυχία του στην ενότητα της δράσης των εργαζομένων. Στη Γερμανία, οι σοσιαλδημοκρατικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες σχημάτισαν κοινές επιτροπές για να ηγηθούν των δράσεων στις οποίες οι κομμουνιστές μπορούσαν να συμμετέχουν σε τοπικό επίπεδο.10

Ένα άλλο πεδίο για ενιαία δράση άνοιξε μετά το 1917 με την εξάπλωση των απελευθερωτικών αγώνων μεταξύ των καταπιεσμένων ασιατικών λαών εντός της παλιάς τσαρικής αυτοκρατορίας. Οι αριστερές πτέρυγες αυτών των κινημάτων θεώρησαν τη σοβιετική κυβέρνηση ως την καλύτερη άμυνα των λαών τους ενάντια στη θρησκευτική, εθνική και φυλετική καταπίεση και σχημάτισαν συμμαχίες με το μπολσεβίκικο κόμμα. Το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1920, διακήρυξε την ανάγκη για τέτοιες συμμαχίες σε ολόκληρο τον αποικιακό κόσμο, υποσχόμενο την υποστήριξη της Διεθνούς στο «επαναστατικό κίνημα ανάμεσα στα έθνη που είναι εξαρτημένα και δεν έχουν ίσα δικαιώματα». Τον Σεπτέμβριο, η Κομιντέρν συγκάλεσε το Πρώτο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής – μια συγκέντρωση στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, με σχεδόν 2.000 αντιπροσώπους από όλη την Ασία. Το Συνέδριο επικρότησε το κάλεσμα «Εργάτες όλων των χωρών και καταπιεσμένοι λαοί όλου του κόσμου, ενωθείτε!» – μια διευρυμένη εκδοχή της ιστορικής έκκλησης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Το μανιφέστο του Συνεδρίου του Μπακού διακήρυξε έναν «ιερό πόλεμο για την απελευθέρωση των λαών της Ανατολής».11

 

Οι εργαζόμενοι της Στουτγάρδης παίρνουν την πρωτοβουλία

Καθώς οι καπιταλιστικές επιθέσεις εντάθηκαν το καλοκαίρι του 1920, άρχισαν οι προσπάθειες για την αναδημιουργία της αγωνιστικής ενότητας των ημερών του Καπ. Δύο χρόνια αργότερα, ο ηγέτης του KPD Έντβιν Χέρνλε θυμόταν τα γεγονότα στη βιομηχανική περιοχή της Στουτγάρδης: «Δεν είχαμε τότε καμία θεωρία για το ενιαίο μέτωπο, σύντροφοι. Αλλά η κομματική μας οργάνωση, αυτή της παλιάς Λίγκας Σπάρτακος, εφάρμοσε ενστικτωδώς αυτή την πολιτική όταν έγινε μια διαδήλωση ενάντια στον πληθωρισμό και μια απεργία ενάντια στην παρακράτηση 10% από τους μισθούς».12

Η επιτυχής αντίσταση στο πραξικόπημα του Καπ αύξησε την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων στη Γερμανία, δίνοντας νέα ενεργητικότητα στην επαναστατική αριστερά. Η πλειοψηφία του USPD ψήφισε τον Οκτώβριο να ενταχθεί στην Κομιντέρν και συγχωνεύτηκε με το KPD τον Δεκέμβριο, δημιουργώντας ένα ενιαίο κόμμα με περισσότερα από 300.000 μέλη. Η δεξιά μειοψηφία αποσχίστηκε και διατήρησε το όνομα USPD. Οι Γερμανοί καπιταλιστές είχαν αποτύχει να σταθεροποιήσουν την οικονομία και οι εργαζόμενοι αντιμετώπιζαν πτώση του βιοτικού επιπέδου και απελπιστική φτώχεια. Παρόλα αυτά, μεταξύ των εργαζομένων που ψήφιζαν σοσιαλιστικά κόμματα, το ενωμένο KPD απολάμβανε την υποστήριξη λιγότερων από το ένα πέμπτο και η εχθρότητα μεταξύ των τριών εργατικών κομμάτων παρέμενε ένα τρομερό εμπόδιο για την αποτελεσματική δράση.13

Τον Νοέμβριο του 1920, μια πολλά υποσχόμενη πρωτοβουλία για να σπάσει αυτό το αδιέξοδο αναλήφθηκε από τις τάξεις του KPD στη Στουτγάρδη. Ο ηγετικός ρόλος των εργατών της Στουτγάρδης δεν ήταν πρωτοφανής. Οι σοσιαλιστές εργάτες αυτής της πόλης ήταν στην πρωτοπορία της αριστεράς του SPD πριν από το 1914· ήταν αυτοί που έπεισαν τον Καρλ Λίμπκνεχτ, όταν επισκέφθηκε την πόλη στις 21 Σεπτεμβρίου 1914, να δώσει την ιστορική του κοινοβουλευτική ψήφο κατά των πιστώσεων για τον ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο.14 Η Στουτγάρδη ήταν επίσης η έδρα της Κλάρα Τσέτκιν, που ανήκε στα ηγετικά στελέχη του KPD με τη μεγαλύτερη επιρροή.

Η περιφερειακή επιτροπή του KPD στη Στουτγάρδη αποφάσισε το Νοέμβριο, σε συνεννόηση με την ηγεσία του κόμματος στο Βερολίνο, να ξεκινήσει μια εκστρατεία για την ενότητα των εργατών στη δράση. Οι κομμουνιστές της Στουτγάρδης έκαναν πρόταση στο τοπικό συνδικάτο των μεταλλουργών, στο οποίο προήδρευε το μέλος του KPD Έριχ Μέλχερ, να υποβάλουν αίτηση στην εθνική ηγεσία του συνδικάτου και στα συνδικάτα ADGB για ενιαία δράση. Ενεργώντας με βάση αυτή την πρωτοβουλία, η ηγεσία των 26.000 εργατών μετάλλου της Στουτγάρδης υιοθέτησε πέντε αιτήματα που αντανακλούσαν τις πιο επείγουσες ανάγκες των εργαζομένων, αιτήματα «κοινά για όλους τους εργαζόμενους»:

– Μείωση των τιμών για τα αναγκαία αγαθά διαβίωσης.

– Παραγωγή σε επίπεδο πλήρους δυναμικής και αύξηση των επιδομάτων ανεργίας.

– Μείωση των φόρων που πληρώνουν οι εργάτες και αύξηση των φόρων στις μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες.

– Καθιέρωση εργατικού ελέγχου στην προμήθεια και διανομή πρώτων υλών και τροφίμων.

– Αφοπλισμό των αντιδραστικών συμμοριών και εξοπλισμό των εργατών.15

Τα αιτήματα τέθηκαν ενώπιον της γενικής συνέλευσης των εργατών μετάλλου της Στουτγάρδης, με τη συμμετοχή του Ρόμπερτ Ντίσμαν, ηγέτη του USPD και προέδρου των εργατών μετάλλου σε εθνικό επίπεδο. Τα αιτήματα εγκρίθηκαν με συντριπτική πλειοψηφία και στη συνέχεια εστάλησαν στις τοπικές οργανώσεις των εργατών μετάλλου σε ολόκληρη τη χώρα. Το εθνικό KPD δήλωσε την υποστήριξή του στην πρωτοβουλία στις 2 Δεκεμβρίου. Ο Ράντεκ την υποστήριξε, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Αν ήμουν στη Μόσχα, η ιδέα αυτή δεν θα μου είχε περάσει καν από το μυαλό».16

Τα ηγετικά όργανα του ADGB, του USPD και του SPD αρχικά αγνόησαν την πρωτοβουλία της Στουτγάρδης. Αλλά στα τοπικά συνδικαλιστικά όργανα βρήκε θερμή υποδοχή και σύντομα, σύμφωνα με τον συνδικαλιστικό συντάκτη της εφημερίδας Rote Fahne του KPD, «τα ψηφίσματα υποστήριξης συσσωρεύονταν στο γραφείο μας κατά εκατοντάδες».17 Αναγκασμένο να μιλήσει, το SPD δήλωσε ότι τα αιτήματα ήταν μη ρεαλιστικά, ενώ το USPD εξέφρασε τη λύπη του που δεν περιλάμβαναν την εθνικοποίηση των ορυχείων και της βαριάς βιομηχανίας.18 Ο Ντίσμαν, υπό την έντονη πίεση από τη βάση των συνδικάτων, δοκίμασε ένα νέο τέχνασμα, ζητώντας από τα τοπικά όργανα που υιοθέτησαν τα πέντε σημεία να εξηγήσουν πώς πρότειναν να τα εφαρμόσουν. Όταν εκείνοι απάντησαν ότι η διαμόρφωση ενός σχεδίου για την εφαρμογή ήταν δουλειά όχι της βάσης αλλά της εθνικής εκτελεστικής επιτροπής του συνδικάτου, ο Ντίσμαν δήλωσε θριαμβευτικά ότι εφόσον κανείς δεν είχε προτάσεις για την εφαρμογή, τα αιτήματα δεν ήταν αποδεκτά.19

 

Η «Ανοιχτή Επιστολή»

Εντυπωσιασμένη από την έντονη ανταπόκριση στην πρωτοβουλία της Στουτγάρδης, η κεντρική ηγεσία του KPD (Zentrale) αποφάσισε στις 29 Δεκεμβρίου να ξεκινήσει ένα γενικευμένο κίνημα για ενιαία δράση της εργατικής τάξης. Παρόλο που υποστηρίχθηκε από τον Ράντεκ, πολλά μέλη της Zentrale αντιτάχθηκαν στην απόφαση, ιδιαίτερα εκείνα τα μέλη που προέρχονταν από την πρώην αριστερή πτέρυγα του USPD. Οι αντιρρήσεις, που θύμιζαν τα επιχειρήματα του Μπέλα Κουν νωρίτερα τον ίδιο χρόνο, επικεντρώνονταν στην ανάγκη το νέο ενωμένο κόμμα να αναλάβει πρωτοβουλίες δράσης για δικό του λογαριασμό, χωρίς να προσπαθεί να συσπειρώσει τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες. Αλλά όταν η πρόταση για μια εκστρατεία ενωτικής δράσης τέθηκε ενώπιον μιας συνδιάσκεψης των περιφερειακών γραμματέων στις 7 Ιανουαρίου 1921, εγκρίθηκε σχεδόν ομόφωνα. Οι αντιπρόσωποι από την περιοχή της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, η οποία περιελάμβανε τη βιομηχανική καρδιά του Ρουρ, ανέφεραν ότι είχαν ήδη αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία από μόνοι τους.

Το αποτέλεσμα ήταν μια ανοιχτή επιστολή από το KPD προς το USPD, το SPD, το KAPD (Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα, μια υπεραριστερή διάσπαση του KPD) και τέσσερις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, με την οποία τους καλούσε να ενωθούν σε δράσεις για να αποκρούσουν την επίθεση των αφεντικών εναντίον των εργατών, προκειμένου να διεκδικήσουν «τα ελάχιστα που πρέπει να έχει τώρα το προλεταριάτο για να μη πεθάνει».

Τα προτεινόμενα αιτήματα της Ανοιχτής Επιστολής, που δημοσιεύτηκαν στις 8 Ιανουαρίου στην εφημερίδα Rote Fahne του KPD, ήταν μια επεξεργασμένη εκδοχή των Πέντε Σημείων της Στουτγάρδης:

1. Ενωτικοί μισθολογικοί αγώνες για την υπεράσπιση όλων των εργατών και υπαλλήλων.

2. Αύξηση των συντάξεων.

3. Αναδιοργάνωση και αυξήσεις στα επιδόματα ανεργίας.

4. Παροχή από την κυβέρνηση δελτίων τροφίμων με μειωμένο κόστος.

5. Κατάσχεση χώρων στέγασης για τους άστεγους.

6. Μέτρα για την παροχή τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης υπό τον έλεγχο των εργοστασιακών συμβουλίων.

7. Αφοπλισμός και διάλυση των ένοπλων αστικών αποσπασμάτων και συγκρότηση οργανώσεων αυτοάμυνας των εργατών.

8. Αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους.

9. Άμεση εγκαθίδρυση εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με τη Σοβιετική Ρωσία.20

Η Ανοιχτή Επιστολή επεσήμανε ότι τα αναφερόμενα αιτήματα δεν θα τερμάτιζαν τη φτώχεια των εργαζομένων. Ωστόσο, «χωρίς να εγκαταλείψουμε ούτε στιγμή την προπαγάνδα μας στις μάζες για τον αγώνα για τη δικτατορία [δηλαδή ένα εργατικό κράτος παρόμοιο με τη Σοβιετική Δημοκρατία]» το κόμμα «είναι έτοιμο για κοινή δράση με τα εργατικά κόμματα για την κατάκτηση των παραπάνω αιτημάτων».21

Η επιστολή, που συντάχθηκε από κοινού από τον κεντρικό ηγέτη του KPD Πάουλ Λέβι και τον Ράντεκ, ήταν η πρώτη προσπάθεια των κομμουνιστών να συνεργαστούν με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα όχι μόνο σε ένα δεδομένο εργοστάσιο ή τόπο, αλλά σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, η ανταπόκριση από τις εθνικές ηγεσίες ήταν αρνητική. Την ίδια μέρα της δημοσίευσης της Ανοιχτής Επιστολής, το SPD δημοσίευσε μια απάντηση, επιβεβαιώνοντας την προθυμία του να διαπραγματευτεί, ενώ παράλληλα καταδίκαζε την επιστολή για τα «παράλογα αιτήματά» της και την «ανόητη και γελοία διαδικασία» της. Την επόμενη μέρα, σε μια υπερβολικά βιαστική απάντηση, το KPD ερμήνευσε αυτή τη δήλωση ως απόρριψη και απευθύνθηκε στις τάξεις του SPD. Η εκτελεστική επιτροπή του SPD δήλωσε στη συνέχεια (10 Ιανουαρίου 1921) ότι το KPD είχε αποσύρει την προσφορά του και ότι το θέμα είχε κλείσει.

Ακολούθησε η επίσημη απόρριψη από το USPD στις 13 Ιανουαρίου, υποστηρίζοντας ότι η Ανοιχτή Επιστολή αποτελούσε απλώς μια ανειλικρινή προσπάθεια των κομμουνιστών να βγουν από την απομόνωσή τους. Η ADGB κατηγόρησε τους κομμουνιστές ότι προσπαθούσαν να «καταστρέψουν τα συνδικάτα» και απείλησε να αποβάλει τις τοπικές οργανώσεις που υποστήριζαν την επιστολή. Ακόμη και το KAPD απέρριψε την Ανοικτή Επιστολή ως «οπορτουνιστική, δημαγωγική και παραπλανητική». Ωστόσο, αυτές οι αρνητικές αντιδράσεις δεν κατάφεραν να ανακόψουν ένα κύμα υποστήριξης από τις οργανώσεις των συνδικάτων και των Σοσιαλδημοκρατών της βάσης. Η Rote Fahne παρείχε καθημερινές αναφορές για ευνοϊκά ψηφίσματα και στις αρχές Μαρτίου, το KPD υπολόγιζε ότι περισσότεροι από δύο εκατομμύρια εργαζόμενοι είχαν καταγραφεί ως υποστηρικτές των αιτημάτων της Ανοικτής Επιστολής.22

Σύντομα υπήρξαν σημάδια κίνησης στο στρατόπεδο των Σοσιαλδημοκρατών. Η εφημερίδα Vorwärts του SPD τύπωσε εκκλήσεις για αγώνα υπέρ των άπορων ανέργων εργατών. Η έκκληση αυτή υιοθετήθηκε από μια συνέλευση των αντιπροσώπων των εργοστασιακών συμβουλίων στο Βερολίνο, η οποία κάλεσε σε κοινή δράση. Ο Έμιλ Μπαρτ, επικεφαλής των συμβουλίων του USPD, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με όλα τα κόμματα και τα συνδικάτα. Ρώτησε το KPD αν ήταν διατεθειμένο να το κάνει:

1. Να διεξάγει ενιαία αγωνιστική δράση και να σταματήσει να υποκινεί ενάντια στις αδελφικές οργανώσεις.

2. Να υποταχθεί στην αυστηρή πειθαρχία της ηγεσίας της ενιαίας δράσης.

3. Να πάψει να καλεί τα συνδικάτα να ενταχθούν στην Κόκκινη Διεθνή των Συνδικάτων, που ήταν μέλος της Κομιντέρν.

4. Να μην πραγματοποιεί δράσεις από μόνο του.

5. Να μην απαιτεί κλιμάκωση των συνθημάτων.

Το KPD απάντησε ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει με το #3 και ότι η απάντηση στο #5 θα εξαρτιόταν από τη δυναμική της δράσης. Ωστόσο, αποδέχθηκε τα σημεία 1, 2 και 4 - ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της υπέρβασης των προκαταλήψεων των σοσιαλδημοκρατών εργαζομένων. Η συγκεκριμένη δράση δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά τα εργοστασιακά συμβούλια του Βερολίνου προχώρησαν σε ένα μεγαλύτερο στόχο, ξεκινώντας διαπραγματεύσεις με την ηγεσία της ADGB για πανεθνική δράση για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Στις 26 Φεβρουαρίου 1921, η εκτελεστική επιτροπή της ADGB δημοσίευσε δέκα αιτήματα «για την καταπολέμηση της ανεργίας», μεταξύ των οποίων επείγοντα προγράμματα εργασίας, αύξηση των επιδομάτων στους ανέργους και υποχρεωτική επαναπρόσληψη ανέργων στα εργοστάσια με έξοδα των εργοδοτών. Το KPD επέκρινε τα «δέκα αιτήματα» της ADGB ως ανεπαρκή, αλλά δήλωσε ότι θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να τα υποστηρίξει και να συμβάλει στην επίτευξη της νίκης τους. Προς το παρόν, λοιπόν, άφησε στην άκρη το πρόγραμμα της Ανοιχτής Επιστολής.23

Αυτή η συζήτηση οδήγησε σε κέρδη για την ιδέα της ενιαίας δράσης και για το KPD ως κόμμα. Αλλά δεν προέκυψαν σημαντικές κοινές δράσεις.

Για τη σοσιαλδημοκρατική γραφειοκρατία, οι ενωτικές πρωτοβουλίες ήταν αποτυχημένες, καθώς μετατόπιζαν την εστίαση στο έδαφος της μαζικής δράσης, όπου η γραφειοκρατία μπορούσε να παρακαμφθεί γρήγορα. Οι πρωτοβουλίες ενιαίου μετώπου του KPD είχαν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της υποστήριξης του SPD προς τους κομμουνιστές, ανεξάρτητα από το αν το SPD συμμετείχε ή όχι σε ενιαίες δράσεις. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα στα συνδικάτα, όπου η επιρροή των κομμουνιστών αυξανόταν πλέον ραγδαία.24 Η ηγεσία του SPD θεώρησε την εκστρατεία του ενιαίου μετώπου ως κομματική, μια προσπάθεια να μετατοπιστεί ο συσχετισμός δυνάμεων υπέρ του KPD. Υπήρχε ένας πυρήνας αλήθειας σε αυτό: μόνο αυξάνοντας ριζικά την επιρροή του στα συνδικάτα και την εργατική τάξη θα μπορούσε το KPD να ασκήσει την πίεση που χρειαζόταν για να αναγκάσει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και την ADGB σε ενιαία δράση και, τελικά, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επαναστατική νίκη.

Η επεξεργασία αυτών των αντιφάσεων απαιτούσε χρόνο, και τον Μάρτιο του 1921 ο χρόνος ξαφνικά εξαντλήθηκε.

 

Μάρτιος 1921: μια οπισθοδρόμηση της ενότητας

Ακόμα και όταν η εκστρατεία των Γερμανών κομμουνιστών για την ενότητα των εργαζομένων σημείωνε κέρδη, υπήρχαν αυξανόμενες εκκλήσεις στο KPD προκειμένου το κόμμα να αναλάβει πιο τολμηρές πρωτοβουλίες στον αγώνα – αν χρειαστεί, μόνο του. Η ένταση μεταξύ αυτών των δύο προσεγγίσεων αντανακλούσε τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της γερμανικής εργατικής τάξης στο σύνολό της. Μετά την ήττα που υπέστησαν οι επαναστατημένοι εργάτες στις αρχές του 1919, η ταξική πάλη παρέμεινε σε αδιέξοδο για τέσσερα χρόνια: οι αντικειμενικές συνθήκες φώναζαν για επανάσταση, αλλά η εργατική τάξη δεν ήταν σε θέση να προχωρήσει μπροστά.

Μεταξύ των Γερμανών εργατών, μια πρωτοπορία ήταν απογοητευμένη και ανυπόμονη για δράση, αλλά η πλειοψηφία ήταν απαισιόδοξη και σχετικά παθητική. Σύμφωνα με τα λόγια της Κλάρα Τσέτκιν, οι εργάτες ήταν «σχεδόν απελπισμένοι» αλλά «απρόθυμοι να αγωνιστούν». Ένα μέλος της αριστερής αντιπολίτευσης μέσα στο κόμμα της σχολίασε αργότερα: «Όλα είχαν βαλτώσει. Αντιμετωπίσαμε ένα τείχος παθητικότητας. Έπρεπε να το σπάσουμε, όποιο κι αν ήταν το κόστος». Σε μια συζήτηση με την Τσέτκιν, ο Λένιν αναφέρθηκε σε «δυσαρεστημένους, ταλαιπωρημένους εργάτες που αισθάνονται επαναστάτες αλλά είναι πολιτικά ανώριμοι και συγχυσμένοι.... Η παγκόσμια ιστορία δεν φαίνεται να βιάζεται, αλλά οι δυσαρεστημένοι εργάτες πιστεύουν ότι οι ηγέτες του κόμματός σας δεν θέλουν να βιαστεί».25

Οι εκκλήσεις για μια πιο τολμηρή πορεία τροφοδοτούνταν επίσης από την απτή πρόοδο του κομμουνιστικού κινήματος, τα μέλη του οποίου -μετά τη συγχώνευση με το αριστερό USPD τον Δεκέμβριο του 1920- αριθμούσαν πλέον εκατοντάδες χιλιάδες. Το συνέδριο της ενοποίησης υιοθέτησε ένα μανιφέστο που συνέταξε ο Ράντεκ, το οποίο δήλωνε ότι ένα κόμμα που «έχει ακροατήριο εκατομμυρίων πρέπει να στρατολογεί κυρίως με αυτό που κάνει. Το VKPD [το κόμμα μετά τη συγχώνευση] είναι αρκετά ισχυρό ώστε να προχωρήσει μόνο του σε δράση, όταν τα γεγονότα το επιτρέπουν και το απαιτούν».26 Στο τελευταίο συνέδριο του KPD πριν από τη συγχώνευση, ο Ράντεκ είχε διατυπώσει αυτή την αντίληψη ως έντονη κριτική στον Λέβι, κατηγορώντας τον ότι «δεν θέλει να κάνει τίποτα άλλο από το να εκπαιδεύει κομμουνιστές μέχρι το κόμμα να βγάλει άσπρες τρίχες στο υπερ-ευφυές κεφάλι του». Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι ο Ράντεκ ενθάρρυνε αυτούς που ασκούσαν κριτική από τ’ αριστερά στην ηγεσία του κόμματος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.27

Στα τέλη του 1920, η παρακμή της μεταπολεμικής επαναστατικής έξαρσης δεν ήταν ακόμη εμφανής και στη Διεθνή η ανυπομονησία για δράση ήταν πλατιά διαδεδομένη. Στην ηγεσία της Μόσχας, ο Ζινόβιεφ και ο Μπουχάριν συμμερίζονταν αυτή την άποψη, την οποία προωθούσαν ο Κουν και άλλοι Ούγγροι ηγέτες με αριστερίστικες τάσεις, πολλοί από τους οποίους είχαν πλέον ενσωματωθεί στο γενικό επιτελείο της Κομιντέρν. Ο ρόλος του Ράντεκ ήταν διφορούμενος, υπερασπιζόμενος τις πρωτοβουλίες του ενιαίου μετώπου στη Γερμανία, ακόμη και όταν υπονόμευε το κύρος των κυριότερων υποστηρικτών του. Σύντομα αποδείχθηκε αδύνατο να διεξαχθούν ταυτόχρονα αυτές οι δύο πολιτικές.

Κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν (ΕΕΚΔ) ψήφισε να παραχωρήσει καθεστώς συμπαθούς κόμματος στο KAPD, το οποίο είχε έρθει σε ρήξη με το KPD εν μέρει λόγω αντιρρήσεων για την πορεία του κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Καπ. Η κίνηση αυτή, για την οποία η ΕΕΚΔ ήλπιζε ότι θα οδηγούσε στην επανένταξη του KAPD στο επίσημο τμήμα, προκάλεσε την έντονη και ομόφωνη διαμαρτυρία της Zentrale του KPD.

Η αντίθεση του KAPD στην Ανοιχτή Επιστολή βρήκε ανταπόκριση στο εσωτερικό του KPD από μια νέα «αριστερίστικη» αντιπολίτευση, με επικεφαλής τη Ρουθ Φίσερ, τον Αρκάντι Μάσλοφ και τον Ερνστ Φρίσλαντ (Ρόιτερ), η οποία ηγείτο της περιφερειακής οργάνωσης της περιοχής του Βερολίνου. Κατηγόρησαν την Zentrale για «υπερβολικό συγκεντρωτισμό» επειδή παρουσίασε την πολιτική της Ανοικτής Επιστολής προς έγκριση στους περιφερειακούς γραμματείς του κόμματος, χωρίς προηγουμένως να την έχει θέσει ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής.28

Οι απόψεις τους βρήκαν ισχυρή υποστήριξη στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν. Σε συνεδρίαση του Μικρού Γραφείου της τον Φεβρουάριο ακούστηκαν ισχυρισμοί ότι η Ανοικτή Επιστολή έδειχνε μια «ανησυχητική ταλάντευση προς τις οπορτουνιστικές τάσεις και ένα στοιχείο παθητικότητας»· η πλειοψηφία φάνηκε έτοιμη να την καταδικάσει. Η άποψη αυτή επαναλήφθηκε στην ολομέλεια του ΕΕΚΔ από τους Μπουχάριν και Ζινόβιεφ, ενώ ο Ράντεκ υπερασπίστηκε την Ανοικτή Επιστολή. Ο Λένιν έστειλε ένα μήνυμα που χαρακτήριζε την τακτική του KPD «απολύτως σωστή» και αυτό απέτρεψε την καταδίκη της. Η ΕΕΚΔ παρέπεμψε το θέμα στο επερχόμενο Τρίτο Συνέδριο της Κομιντέρν, ενώ επέκρινε ομόφωνα το γερμανικό κόμμα για «ανεπαρκή δραστηριότητα σε πολλά ζητήματα».29

Ένα φαινομενικά άσχετο θέμα οδήγησε σε έξαρση των εντάσεων στο γερμανικό κόμμα. Στις 21 Ιανουαρίου 1921, η αριστερή πτέρυγα του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, μέλος της Κομιντέρν, αποσχίστηκε, με την έντονη ενθάρρυνση των εκπροσώπων της ΕΕΚΔ, και ίδρυσε κομμουνιστικό κόμμα. Η πλειοψηφία της ηγεσίας του γερμανικού κόμματος θεωρούσε ότι η διάσπαση είχε αντιμετωπιστεί λανθασμένα, αφήνοντας χωρίς λόγο πολλούς υποστηρικτές της Κομιντέρν εκτός του νεοσύστατου κόμματος. Η μειοψηφία διαφώνησε και έθεσε το θέμα ως ζήτημα εμπιστοσύνης προς την ηγεσία της Κομιντέρν. Σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του γερμανικού κόμματος στις 22 Φεβρουαρίου, ο απεσταλμένος της ΕΕΚΔ Ματίας Ράκοζι επέβαλε το ζήτημα. Ο Ράκοζι ήταν Ούγγρος σύντροφος του Μπέλα Κουν· είχε εκπροσωπήσει την ΕΕΚΔ τον προηγούμενο μήνα στην Ιταλία. Επιτέθηκε έντονα στην πλειοψηφία της γερμανικής ηγεσίας, υπονοώντας ότι και το KPD θα επωφελούνταν από μια διάσπαση. Μια πρόταση που υποστήριζε την ιταλική διάσπαση, η οποία εγκρίθηκε οριακά, είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της εμπιστοσύνης από την ηγεσία του Λέβι. Ο Λέβι, η Τσέτκιν και τρεις υποστηρικτές τους παραιτήθηκαν από την Zentrale.

Η νέα ηγεσία που ανέλαβε το τιμόνι απαρτιζόταν από εκείνους που ευνοούσαν αυτό που γινόταν πλέον γνωστό ως «θεωρία της επίθεσης» – δηλαδή την ιδέα ότι οι κομμουνιστές, ακόμη και με μειοψηφική υποστήριξη μεταξύ των εργατών, θα έπρεπε να εξαπολύσουν μια ολομέτωπη επίθεση στην καπιταλιστική εξουσία. Στη Μόσχα, τόσο ο Ζινόβιεφ όσο και ο Ράντεκ αντέδρασαν θετικά στις αλλαγές. Η πολιτική της Ανοιχτής Επιστολής είχε ουσιαστικά ανατραπεί.

Τον Μάρτιο, η πολιτική της επιθετικής δράσης δοκιμάστηκε στη Γερμανία. Σε συνθήκες μεγάλης κοινωνικής έντασης, το κόμμα προετοιμάστηκε για μια αναμέτρηση. Τρεις απεσταλμένοι της ΕΕΚΔ έφτασαν από τη Μόσχα – ο Μπέλα Κουν και δύο άλλοι που συμπαθούσαν τις υπεραριστερές απόψεις του. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Κουν είχε συγκεκριμένες οδηγίες από την ΕΕΚΔ, αλλά δεδομένων των γνωστών απόψεών του, δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι χρησιμοποίησε όλη του την εξουσία για να υποστηρίξει την προσπάθεια μιας επαναστατικής επίθεσης. Η κυβέρνηση προσέφερε μια πρόκληση: μια εντολή προς την αστυνομία στο κρατίδιο της Σαξονίας να καταλάβει εργατικά οχυρά και να αφοπλίσει εργατικά αποσπάσματα. Το KPD απάντησε με αυτό που ήταν ουσιαστικά ένα κάλεσμα για μια εξεγερσιακή γενική απεργία. Σε ολόκληρη τη Γερμανία, οι τάξεις των εργατών ήταν βαθιά διχασμένες και μόνο μια μειοψηφία ακολούθησε το κάλεσμα του KPD. Σε πολλές περιπτώσεις, κομμουνιστές αγωνιστές που προσπαθούσαν να επιβάλουν μια απεργία συγκρούστηκαν με εργάτες που προσπαθούσαν να μπουν στα εργοστάσιά τους. Στο Βερολίνο, όπου λίγες εβδομάδες νωρίτερα οι κομμουνιστές είχαν συγκεντρώσει 200.000 ψήφους, μια διαδήλωση του KPD-KAPD συγκέντρωσε μόνο 4.000 άτομα. Η κυβέρνηση συνέτριψε γρήγορα την αντίσταση των εργατών. Χιλιάδες εργάτες φυλακίστηκαν και δεκάδες χιλιάδες απολύθηκαν και μπήκαν στη μαύρη λίστα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το KPD έχασε περισσότερα από τα μισά μέλη του και οι δεσμοί του με τη βάση της εργατικής τάξης αποδυναμώθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Ο Λέβι επιτέθηκε με σφοδρότητα στη στάση του κόμματος στη «Δράση του Μάρτη» ως «το μεγαλύτερο μπακουνινιστικό πραξικόπημα στην ιστορία».30 Δημοσίευσε τις απόψεις του σε φυλλάδιο, μια ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα την διαγραφή του για απειθαρχία. Όταν συγκλήθηκε το Τρίτο Συνέδριο της Κομιντέρν τον Ιούνιο, η Κλάρα Τσέτκιν ηγήθηκε μιας μειοψηφίας αντιπροσώπων του KPD που υπερασπίστηκε την άποψη του Λέβι. Η πλειοψηφία του KPD παρέμεινε σταθερή στη στάση της στη Δράση του Μάρτη και αρχικά τουλάχιστον φαινόταν πιθανό να έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας στο συνέδριο της Κομιντέρν.31

 

Πρώτα βήματα προς την ανάκαμψη

Στις 30 Μαρτίου 1921, η Rote Fahne του KPD υποστήριξε ότι η ευθύνη για την αιματοχυσία κατά τη διάρκεια της δράσης του Μάρτη βαραίνει τα μεμονωμένα μέλη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων: «Ντροπή και ατίμωση για αυτούς τους εργάτες».32 Η Ανοιχτή Επιστολή φαινόταν πραγματικά νεκρή και θαμμένη. Ωστόσο, μόλις δύο εβδομάδες αργότερα, στις 15 Απριλίου 1921, μια εγκύκλιος της Zentrale του KPD, ενώ διακήρυττε την ανάγκη συνέχισης της πολιτικής της Δράσης του Μάρτη, ανέφερε επίσης ότι τα αιτήματα της Ανοιχτής Επιστολής –δηλαδή τα άμεσα αιτήματα– παρείχαν μια πλατφόρμα για τον κοινό αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση. Η έκκληση του KPD για την Πρωτομαγιά προχώρησε παραπέρα, καλώντας σε υποστήριξη των δέκα αιτημάτων της ADGB. Η έκκληση είχε συνταχθεί από τη συνδικαλιστική επιτροπή του κόμματος, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αντίπαλοι της δράσης του Μάρτη. Οι ηγέτες της ADGB απέρριψαν αυτό το άνοιγμα, αλλά οι κομμουνιστές στράφηκαν στη δράση σε τοπικό επίπεδο και πέτυχαν πολλές ενωτικές δράσεις. Στη Ρηνανία-Βεστφαλία, οι ηγέτες του κόμματος συνέχισαν να υποστηρίζουν επίσημα τη θεωρία της επίθεσης, ενώ εφάρμοζαν μια διαμετρικά αντίθετη πολιτική. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου, όταν συγκλήθηκε το Τρίτο Συνέδριο, το KPD είχε ανακτήσει μέρος της μαζικής του επιρροής και ήταν και πάλι σε θέση να ξεκινήσει μαζικές διαδηλώσεις. Ενώ το παγκόσμιο συνέδριο συζητούσε τη Δράση του Μάρτη, στη βάση του κόμματος είχε αρχίσει να εφαρμόζεται η αντίθετη πορεία – η πολιτική που είχε χαράξει η ηγεσία του Λέβι πριν από την απομάκρυνσή του.33

Στις αρχές του 1921, το KPD ξεκίνησε επίσης τη συγκρότηση πλατιών επιτροπών για την υπεράσπιση των πολιτικών κρατουμένων της εργατικής τάξης, οι οποίες ενώθηκαν τον Ιούνιο για να σχηματίσουν την Κόκκινη Βοήθεια της Γερμανίας, υπό την προεδρία της Τσέκτιν.34 Ήταν ο πρόδρομος της Διεθνούς Κόκκινης Βοήθειας (ρωσικό ακρωνύμιο: MOPR), που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν τον Νοέμβρη του 1922, η οποία απέκτησε εντυπωσιακή εμβέλεια και φήμη, κυρίως με την υπεράσπιση των κατηγορούμενων αναρχικών των ΗΠΑ Νίκολα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι.

 

«Προς τις μάζες»

Στο Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομιντέρν (23 Ιουνίου - 12 Ιουλίου 1921) κυριάρχησε η συζήτηση για τα ζητήματα που προέκυψαν από τη Δράση του Μάρτη. Ο μπολσεβίκος ηγέτης Λέον Τρότσκι έγραψε αργότερα ότι στην αρχή του συνεδρίου, η κυρίαρχη διάθεση ήταν να γενικευτεί η πολιτική του Μάρτη του KPD, μια «προσπάθεια να δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση τεχνητά – να “εμψυχωθεί το προλεταριάτο”, όπως το έθεσε ένας από τους Γερμανούς συντρόφους».35 Αυτή η άποψη υποστηρίχθηκε από την πλειοψηφία της γερμανικής ηγεσίας, με αρχική υποστήριξη από τους Ζινόβιεφ, Μπουχάριν και Ράντεκ. Η αντίθεση σε αυτή την κατεύθυνση καθοδηγήθηκε από τον Λένιν και τον Τρότσκι, στη ρωσική αντιπροσωπεία, και την Τσέτκιν σε εκείνη του KPD. Η απόφαση του συνεδρίου, που επιδίωκε να αναχαιτίσει τις υπεραριστερές παρορμήσεις, συνοψίστηκε σε μια φράση των «Θέσεων για την Τακτική»: «Αυτή τη στιγμή το πιο σημαντικό καθήκον της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι να κερδίσει μια κυρίαρχη επιρροή στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης και να εμπλέξει τους πιο ενεργούς εργάτες στον άμεσο αγώνα»36 – μια στρατηγική που συνοψίζεται στο σύνθημα «Προς τις μάζες».

Όσον αφορά τη διαμάχη για τη δράση του Μάρτη, το συνέδριο υιοθέτησε μια συμβιβαστική απόφαση, η οποία σημείωνε τα λάθη της ηγεσίας του KPD, αλλά χαρακτήριζε την εμπειρία «βήμα προς τα εμπρός» και προσπέρασε σιωπηρά το ρόλο της ΕΕΚΔ. Η διαγραφή του Λέβι επικυρώθηκε. Η πλειονότητα των συνεργατών του Λέβι στην ηγεσία του KPD τον ακολούθησε στη συνέχεια εκτός κόμματος, ενώ οι περισσότεροι από τους ηγέτες της Δράσης του Μάρτη συνέχισαν την πολιτική της Ανοιχτής Επιστολής την οποία είχε βοηθήσει να ξεκινήσει ο Λέβι. Η Φίσερ και ο Μάσλοφ παρέμειναν στην αντιπολίτευση, στο τιμόνι μιας υπεραριστερής φράξιας με έδρα την περιοχή του Βερολίνου.37

Δύο πτυχές των αποφάσεων του Τρίτου Συνεδρίου προδιέγραψαν την πολιτική του ενιαίου μετώπου που υιοθετήθηκε από τη Διεθνή έξι μήνες αργότερα. Πρώτον, ένα απόσπασμα των Θέσεων για την Τακτική σχετικά με την ανάγκη οι κομμουνιστές να οδηγήσουν τις μάζες στον αγώνα υποστήριζε την Ανοιχτή Επιστολή του KPD ως «εξαιρετικό παράδειγμα» αυτής της πολιτικής.38

Δεύτερον, οι Θέσεις διατύπωσαν μια νέα αντίληψη για το είδος του προγράμματος που θα έπρεπε να προωθήσουν οι κομμουνιστές σε μια περίοδο προετοιμασίας του αγώνα για την εξουσία. Ο πυρήνας αυτής της προσέγγισης συνοψίζεται σε μία μόνο πρόταση: «Στη θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και ρεφορμιστών, η Κομμουνιστική Διεθνής προτείνει έναν αγώνα για τα συγκεκριμένα αιτήματα του προλεταριάτου, ως μέρος ενός πλαισίου αιτημάτων που, στο σύνολό τους, υπονομεύουν την εξουσία της αστικής τάξης, οργανώνουν το προλεταριάτο και οριοθετούν τα διάφορα στάδια του αγώνα για την προλεταριακή δικτατορία. Κάθε ένα από αυτά τα αιτήματα εκφράζει τις ανάγκες των πλατιών μαζών, ακόμη και όταν αυτές δεν παίρνουν ακόμη συνειδητά θέση υπέρ της προλεταριακής δικτατορίας.»39 Αυτό το στρατηγικό όραμα, αν και προεικονιζόταν στην εμπειρία των Μπολσεβίκων, πιθανότατα διατυπώθηκε με βάση τη γερμανική εμπειρία. Ο Pierre Broué μας λέει ότι η έννοια των μεταβατικών συνθημάτων ήταν «μια προσφιλής ιδέα του [ηγέτη του KPD Χάινριχ] Μπράντλερ».40

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα του συνεδρίου, ο Ζινόβιεφ έγραψε ότι η Κομιντέρν είχε «προσαρμόσει την πολιτική της στις νέες συνθήκες». Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν πολύ ισχυρότερα από ό,τι το 1919, δήλωσε, αλλά «ο παράγοντας του αυθορμητισμού στους μαζικούς αγώνες... έχει γίνει πιο αδύναμος· ο εχθρός έχει γίνει ισχυρός». Η Κομιντέρν διένυε μια «περίοδο προετοιμασίας» που οδηγούσε σε αποφασιστικούς αγώνες, κατά την οποία οι κομμουνιστές έπρεπε «να πάρουν μέρος σε όλους τους μικρούς καθημερινούς αγώνες του προλεταριάτου». Η παγκόσμια εργατική τάξη διένυε μια εποχή ανάμεσα σε δύο επαναστατικά κύματα. «Η επανάσταση δεν έχει τελειώσει, το ξεκίνημα νέων αγώνων δεν είναι μακριά».41

 

Το KPD αγκαλιάζει το ενιαίο μέτωπο

Οι συμβιβαστικές αποφάσεις του Τρίτου Συνεδρίου δεν τερμάτισαν τη σύγκρουση στο εσωτερικό του γερμανικού κόμματος. Μια ενισχυμένη υπεραριστερή αντιπολίτευση εξαπέλυσε εκστρατεία εναντίον όσων συμμερίζονταν τις επικρίσεις του Λέβι για τη συμπεριφορά του κόμματος, εξασφαλίζοντας τον αποκλεισμό της Τσέτκιν από την Zentrale. Η ΕΕΚΔ παρέμεινε επίσης διχασμένη· ένα άρθρο του Ράντεκ που απηχούσε κάποιες από τις κατηγορίες των Γερμανών υπεραριστερών αποδοκιμάστηκε δημοσίως από τον Λένιν.42

Το συνέδριο του KPD στις 22-26 Αυγούστου στην Ιένα αποδέχτηκε τις «Θέσεις για την Τακτική» του Τρίτου Συνεδρίου και τις επικρίσεις του για τη Δράση του Μάρτη, αλλά ψήφισε να επικρίνει την έκθεση του Τρίτου Συνεδρίου του Τρότσκι για την παγκόσμια κατάσταση, η οποία είχε προβλέψει τη δυνατότητα προσωρινών περιόδων καπιταλιστικής επέκτασης. Απόηχοι της «θεωρίας της επίθεσης» ακούγονταν στην αντίληψη της υπεραριστεράς για ένα απόλυτο όριο στην καπιταλιστική συσσώρευση. Ωστόσο, το συνέδριο υιοθέτησε επίσης ένα πρόγραμμα δώδεκα σημείων για έναν «αγώνα κατά της πείνας και της φτώχειας» ως βάση για τις προσπάθειες προς την κατεύθυνση της ενιαίας δράσης τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Αποκατέστησε την Τσέτκιν στην Zentrale, η οποία πλέον αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από υποστηρικτές των αποφάσεων του Τρίτου Συνεδρίου.43

Λίγες ώρες μετά τη λήξη του συνεδρίου της Ιένας, μια υπερδεξιά οργάνωση δολοφόνησε έναν κορυφαίο Γερμανό αστό πολιτικό, τον Ματίας Έρζμπεργκερ, τον οποίο οι δεξιοί έβριζαν επειδή είχε υπογράψει την εκεχειρία που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Rote Fahne του KPD κάλεσε αμέσως σε ενωτική δράση, μεταξύ άλλων και με τα χριστιανικά συνδικάτα που συνδέονταν με το φιλοκαθολικό κόμμα του Κέντρου του Έρζμπεργκερ. Στο Βερολίνο, και τα τρία εργατικά κόμματα κάλεσαν σε ενιαία διαδήλωση, αν και το SPD αποχώρησε αργότερα από την κοινή επιτροπή. Η δολοφονία, μία από μια σειρά δολοφονιών από ακροδεξιούς, θεωρήθηκε ευρύτατα ως μέρος μιας συντονισμένης προσπάθειας να ακυρωθούν οι κατακτήσεις της επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 και να εγκαθιδρυθεί μια αντιδραστική δικτατορία.

Στις 31 Αυγούστου, μισό εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν στην πορεία του Βερολίνου. Οι πορείες και οι απεργίες σε ολόκληρη τη Γερμανία αγκάλιασαν περίπου πέντε εκατομμύρια διαδηλωτές, και πολλοί εργαζόμενοι αξιοποίησαν την ευκαιρία για να πιέσουν για τα μισθολογικά τους αιτήματα. Το KPD δεν μπόρεσε να επιτύχει τη δημιουργία μιας ενιαίας εθνικής επιτροπής για να ηγηθεί αυτού του κινήματος, αλλά σχεδόν παντού κατάφερε να πάρει τη θέση του σε ενωμένες δράσεις διαμαρτυρίας.

Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων για τον Έρζμπεργκερ, η Rote Fahne δήλωσε ότι «μόνο η εργατική τάξη μπορεί να υπερασπιστεί τη δημοκρατία απέναντι στην αντίδραση... Η εργατική τάξη έχει το δικαίωμα και το καθήκον να αναλάβει [αυτό το καθήκον]». Στο KPD αλλά και στην ΕΕΚΔ διατυπώθηκαν αντιρρήσεις για τη δήλωση αυτή· το καθήκον του κόμματος, υποστήριξαν οι επικριτές, δεν ήταν να υπερασπιστεί την αστική δημοκρατία αλλά να την ανατρέψει. Το ζήτημα, το οποίο είχε επιπτώσεις στον αγώνα κατά του φασισμού, έμεινε άλυτο.44

Κατά τη διάρκεια των μηνών που ακολούθησαν, το KPD συνέχισε πλήρως στον δρόμο της Ανοιχτής Επιστολής και οι πρωτοβουλίες του για ενωτική δράση σημείωσαν ενθαρρυντικά βήματα. Μεταξύ των πιο επιτυχημένων πρωτοβουλιών ήταν η έναρξη μιας διεθνούς εκστρατείας για βοήθεια προς τη Σοβιετική Ρωσία, που ξεκίνησε από την ΕΕΚΔ στις 27 Ιουλίου 1921, ως απάντηση σε έναν εκτεταμένο και τρομερό λιμό στη ρημαγμένη από τον πόλεμο Σοβιετική Ρωσία. Όταν μια ενιαία εκστρατεία με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποδείχθηκε αδύνατη, η Κομιντέρν ίδρυσε τη Διεθνή Εταιρεία Βοήθειας Εργαζομένων, η οποία επιστράτευσε την υποστήριξη πολλών μη κομμουνιστών διανοουμένων και εργαζομένων. Σύντομα η βοήθειά της στήριζε άμεσα 200.000 Σοβιετικούς πολίτες.

 

Εργατική κυβέρνηση: τρεις παραλλαγές

Τι είδους κυβέρνηση πρέπει να υποστηρίξουν οι κομμουνιστές για την επίτευξη των αιτημάτων του προγράμματος της ενωτικής δράσης τους; Η συζήτηση για το ζήτημα αυτό μαινόταν στο KPD κατά τους τελευταίους μήνες του 1921. Το κόμμα είχε δεσμευτεί να εγκαθιδρύσει μια προλεταριακή δημοκρατία που θα βασιζόταν σε εργατικά συμβούλια παρόμοια με τα ρωσικά σοβιέτ. Αλλά το 1921, τέτοια συμβούλια δεν υπήρχαν στη Γερμανία ή αλλού στην Ευρώπη δυτικά των σοβιετικών συνόρων. Η πλειοψηφία της ηγεσίας του KPD, σε συνεργασία με τον Ράντεκ και την ΕΕΚΔ, προσπάθησε να διατυπώσει ένα κυβερνητικό αίτημα που να σχετίζεται με τους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς της Γερμανίας, ενώ παράλληλα να δείχνει προς το στόχο της εργατικής εξουσίας. Ανατρέχοντας στην έννοια που προέκυψε κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον του Καπ, κάλεσαν για μια «εργατική κυβέρνηση». Σύμφωνα με τον Ράντεκ, το κάλεσμα για εργατική κυβέρνηση ήταν «το μόνο πρακτικό και πραγματικό μέσο για να κερδηθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης στην ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου».45

Τι ήταν όμως μια εργατική κυβέρνηση; Στις συζητήσεις της Κομιντέρν προέκυψαν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις:

1. Μια φιλοκαπιταλιστική «εργατική κυβέρνηση». Οι κυβερνήσεις του Εργατικού Κόμματος στην Αυστραλία, αν και πραγματοποίησαν κάποιες μεταρρυθμίσεις, είχαν λειτουργήσει ως πειθήνια όργανα της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η Κομιντέρν ανέμενε ότι ένα μελλοντικό καθεστώς του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία θα είχε αυτόν τον χαρακτήρα, τουλάχιστον αρχικά. Ο Ζινόβιεφ χρησιμοποίησε το επίθετο «φιλελεύθερος» για να περιγράψει μια τέτοια φιλοκαπιταλιστική κυβέρνηση από εργατικά κόμματα· το Τέταρτο Συνέδριο της Κομιντέρν, που πραγματοποιήθηκε το 1922, το ονόμασε «πλασματική εργατική κυβέρνηση». Στην μπροσούρα του 1920, «Αριστερισμός» Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού, ο Λένιν είχε υποστηρίξει ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να δώσουν κριτική υποστήριξη στις προσπάθειες των Βρετανών εργατών να φέρουν τους Εργατικούς στην εξουσία, έτσι ώστε οι εργάτες να μάθουν από τη δική τους εμπειρία την ανάγκη να ακολουθήσουν μια επαναστατική πορεία. Στη Γερμανία, αυτή η προσέγγιση συνεπαγόταν την έκκληση προς το SPD να σπάσει τη συμμαχία του με τα αστικά κόμματα και να επιδιώξει το σχηματισμό κυβέρνησης εργατικών κομμάτων.46

2. «Εργατική κυβέρνηση» ως συνώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η μειοψηφία με επικεφαλής τους Φίσερ και Μάσλοφ στο KPD θεωρούσε ότι ο όρος «εργατική κυβέρνηση» μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο ως ένας εκλαϊκευμένος τρόπος παρουσίασης της έννοιας της εργατικής διακυβέρνησης – δηλαδή, ως συνώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ο Ζινόβιεφ προώθησε αυτή την άποψη το 1922 και ξανά το 1924, δηλώνοντας ότι «η εργατική κυβέρνηση είναι ένα ψευδώνυμο για τη δικτατορία του προλεταριάτου». Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης υποστήριζαν ότι δεν μπορούσε να υπάρξει κανένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της αστικής και της εργατικής διακυβέρνησης.

3. «Εργατική κυβέρνηση» ως συστατικό στοιχείο ενός μεταβατικού προγράμματος. Αυτή η ερμηνεία, που υποστηρίχθηκε από την ηγεσία της πλειοψηφίας του KPD και τον Ράντεκ, τοποθετούσε την εργατική κυβέρνηση στο πλαίσιο του καλέσματος του Τρίτου Συνεδρίου, που ήδη συζητήθηκε, για ένα σύνολο αιτημάτων που «υπονομεύουν την εξουσία της αστικής τάξης, οργανώνουν το προλεταριάτο και οριοθετούν στάδια στον αγώνα για τη δικτατορία του». Μια τέτοια κυβέρνηση, αν και θα μπορούσε να συγκροτηθεί με κοινοβουλευτικά μέσα, θα στηριζόταν στο μαζικό εργατικό κίνημα και θα έπαιρνε μέτρα για τη διάλυση του αστικού κράτους. Στο γερμανικό πλαίσιο, συνδέθηκε με αιτήματα που περιλάμβαναν εργατικό έλεγχο της παραγωγής, φορολόγηση με δήμευση της καπιταλιστικής περιουσίας, αφοπλισμό των ακροδεξιών πολιτοφυλακών και εξοπλισμό του προλεταριάτου.

Η θέση της Κομιντέρν για μια εργατική κυβέρνηση προέκυψε από τις εμπειρίες της γερμανικής εργατικής τάξης και μπορεί να εντοπιστεί μέσα από μια σειρά αποφάσεων του KPD.

– Τον Νοέμβριο του 1920, οι εκλογές στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας έφεραν μια οριακή πλειοψηφία για τα τρία εργατικά κόμματα, με τους βουλευτές του KPD να ελέγχουν την ισορροπία. Το KPD αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Αντ’ αυτού, οι κομμουνιστές υποστήριξαν ένα καθεστώς SPD-USPD, υπό όρους, και συνέχισαν αυτή την υποστήριξη ακόμη και όταν οι όροι τους δεν εκπληρώθηκαν.

– Τον Ιούλιο του 1921, στο αποκορύφωμα της διαμάχης για τη «θεωρία της επίθεσης», η κυβέρνηση SPD-USPD της Σαξονίας πρότεινε φορολογικές αλλαγές που θα αύξαναν τα ενοίκια των εργατών. Το KPD αντιτάχθηκε στο μέτρο, αλλά παρ’ όλα αυτά ψήφισε με τους Σοσιαλδημοκράτες στο κοινοβούλιο, προκειμένου να αποτρέψει την ανατροπή της κυβέρνησης από τα δεξιά κόμματα.

– Στη συνέχεια, το KPD υποστήριξε κυβερνήσεις SPD-USPD στα κρατίδια της Θουριγγίας και του Μπράουνσβικ. Κατά τη διάρκεια αυτών των εμπειριών, το KPD αρνήθηκε να συμμαχήσει με τα δεξιά κόμματα για να ανατρέψει την κυβέρνηση, επιδιώκοντας αντίθετα να αντιμετωπίσει τα αντιδραστικά κυβερνητικά μέτρα μέσω ανεξάρτητης δράσης της εργατικής τάξης.

– Στις 9 Οκτωβρίου, μετά από εκτεταμένες συζητήσεις με τους ηγέτες του KPD, η ΕΕΚΔ συνέστησε στο γερμανικό κόμμα να δεσμευτεί ότι θα υποστηρίξει μια εργατική κυβέρνηση υπό τον όρο ότι θα ενεργήσει αποφασιστικά για τον εξοπλισμό του προλεταριάτου και τη φορολόγηση με δήμευση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας («δήμευση των πραγματικών αξιών»). Το KPD εφάρμοσε αυτή τη θέση στη γερμανική κυβερνητική κρίση που ξέσπασε στη Γερμανία στις 22 Δεκεμβρίου, αλλά απέφυγε να δηλώσει την διαθεσιμότητά του να συμμετάσχει σε μια τέτοια κυβέρνηση.

– Μετά από διαβουλεύσεις των Γερμανών ηγετών και του Ράντεκ με τον Λένιν, η ηγεσία του KPD δήλωσε στις 8 Δεκεμβρίου ότι «η προσπάθεια για ένα ενιαίο μέτωπο πρέπει να βρει πολιτική έκφραση σε μια σοσιαλιστική εργατική κυβέρνηση, η οποία θα πρέπει να αντιπαρατεθεί σε ένα καθεστώς συνασπισμού [με τα αστικά κόμματα]». Το KPD δεσμεύτηκε να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να προωθήσει το σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης, «αλλά και να συμμετάσχει σε μια τέτοια κυβέρνηση, αν υπάρχει εγγύηση ότι θα δράσει ενάντια στην αστική τάξη για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων και αιτημάτων, όπως η δήμευση των πραγματικών αξιών, η δίωξη των εγκληματιών του [πραξικοπήματος του] Καπ, η απελευθέρωση των φυλακισμένων επαναστατών εργατών κ.ο.κ.».47

 

Η συζήτηση μεταξύ των ηγετών των Μπολσεβίκων

Καθώς θυμόταν δύο χρόνια αργότερα τις συζητήσεις του 1921 για το ενιαίο μέτωπο στην ηγεσία της Κομιντέρν, ο Ζινόβιεφ είπε: «Στην πραγματικότητα, είχα κι εγώ τότε ενδοιασμούς. Πολλά δεν ήταν ακόμα εντελώς ξεκάθαρα.... Ήταν μια δύσκολη μετάβαση και περάσαμε από μια έντονη εσωτερική πάλη».48

Δεν υπάρχει καμία καταγραφή για το πώς οι μπολσεβίκοι ηγέτες κατέληξαν σε συμφωνία. Ωστόσο, στα τέλη Νοεμβρίου του 1921, ο Ζινόβιεφ, ο Ράντεκ και ο Μπουχάριν πρότειναν στο Πολιτικό Γραφείο του Μπολσεβίκικου κόμματος να υποστηρίξει το ρωσικό κόμμα την επέκταση της γερμανικής πολιτικής ενιαίας δράσης στο σύνολο της Κομιντέρν. Η πρόταση του Προεδρείου, που συντάχθηκε από τον Λένιν, ενέκρινε αυτή την πορεία και έδωσε επίσης εντολή στον Μπουχάριν να καταγράψει την εμπειρία των Μπολσεβίκων από το μπλοκ που σχημάτισαν με το κόμμα των Μενσεβίκων πριν από το 1917. Ένα απόσπασμα μιας σελίδας για το θέμα αυτό συμπεριλήφθηκε στο ψήφισμα του ενιαίου μετώπου της ΕΕΚΔ που υιοθετήθηκε αργότερα εκείνο το μήνα. Το απόσπασμα αυτό προκάλεσε ελάχιστη συζήτηση και η εμπειρία των Μπολσεβίκων κατά το επαναστατικό έτος 1917 παρέμεινε ως επί το πλείστον ανεξερεύνητη.49

Οι μπολσεβίκοι ηγέτες συνέχισαν τη συζήτησή τους σε ένα συνέδριο του κόμματος που άνοιξε στις 19 Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με τον Ρώσο ιστορικό Alexander Watlin, η διαφορά στην έμφαση ήταν εμφανής. Ο Ζινόβιεφ και ο Μπουχάριν παρουσίασαν την πολιτική του ενιαίου μετώπου ως βραχυπρόθεσμη και τόνισαν το ρόλο της στην αποκάλυψη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ο Τρότσκι, ωστόσο, προειδοποίησε ενάντια στις «μοιρολατρικές αντιλήψεις» σύμφωνα με τις οποίες η Ευρώπη βίωνε την τελική πορεία προς την εγκαθίδρυση της εργατικής κυριαρχίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την περίληψη της συζήτησης που κάνει ο Watlin απουσιάζει κάθε υπόνοια ότι οι συγκεκριμένες διπλωματικές ή πολιτικές ανάγκες του σοβιετικού κράτους ήταν ένας παράγοντας που παρακινούσε τους Μπολσεβίκους να υποστηρίξουν την πολιτική του ενιαίου μετώπου. Αντίθετα, η προσοχή των μπολσεβίκων ηγετών ήταν στραμμένη στις προοπτικές του εργατικού αγώνα έξω από τη Ρωσία.50

 

Η Κομιντέρν υιοθετεί την πολιτική του ενιαίου μετώπου

Στις 4 Δεκεμβρίου 1921, μια έκθεση του Ζινόβιεφ προς την ΕΕΚΔ συνέστησε την υιοθέτηση του ενιαίου μετώπου ως πολιτική της Κομιντέρν, αναφέροντας τόσο τη θετική εμπειρία των κομμουνιστικών κομμάτων που είχαν αναλάβει πρωτοβουλίες ενιαίας δράσης όσο και τη διαδεδομένη λαχτάρα για ενότητα μεταξύ των εργατών. Η συζήτηση ήταν αξιοσημείωτη κυρίως για μια αντιπαράθεση σχετικά με το αν τα μεταβατικά αιτήματα θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα της Κομιντέρν· ο Ράντεκ τάχθηκε υπέρ και ο Μπουχάριν κατά. Η επιτροπή ψήφισε για την προετοιμασία των θέσεων του ενιαίου μετώπου με αυτές τις γραμμές, οι οποίες παρουσιάστηκαν σε επόμενη συνεδρίαση στις 18 Δεκεμβρίου.51

Οι θέσεις έφεραν τη σφραγίδα της σκέψης του Ζινόβιεφ, παρακινώντας για ενιαίο μέτωπο με βάση την τρέχουσα συγκυρία –«μια ασυνήθιστη μεταβατική περίοδο»– που χαρακτηριζόταν από την επιδείνωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, τη μετατόπιση των μαζών προς τα αριστερά και την «αυθόρμητη προσπάθεια για ενότητα» μεταξύ των εργατών. Οι θέσεις πρότειναν στα κομμουνιστικά κόμματα «να προσπαθήσουν παντού να επιτύχουν την ενότητα... στην πρακτική δράση» και «να αναλάβουν την πρωτοβουλία σε αυτό το ζήτημα». Το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης εγκρίθηκε, αν και μόνο για τη Γερμανία. Δεν αναφέρθηκαν οι εμπειρίες του KPD στην πίεση για ενιαία δράση. «Οι κομμουνιστές πρέπει να αποδεχθούν την πειθαρχία που απαιτείται για την [ενωτική] δράση», ανέφεραν οι θέσεις, αλλά δεν πρέπει «να παραιτηθούν από το δικαίωμα και την δυνατότητα να εκφράζουν... τη γνώμη τους σχετικά με τις πολιτικές όλων των οργανώσεων της εργατικής τάξης», ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας δράσης που βρίσκεται σε εξέλιξη.52

 

Η πρόκληση του φασισμού

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το ενιαίο μέτωπο δεν έγινε σχεδόν καμία αναφορά στο ανερχόμενο φασιστικό κίνημα που τρομοκρατούσε και κατέστρεφε τότε τις εργατικές οργανώσεις σε όλη την Ιταλία. Το ζήτημα τέθηκε, ωστόσο, στη συνεδρίαση της ΕΕΚΔ στις 4 Δεκεμβρίου. Απαντώντας στον Ιταλό αντιπρόσωπο Ετζίντιο Τζενάρι, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι δεν υπήρχε αντικειμενική βάση για την πολιτική του ενιαίου μετώπου στη χώρα του, ο Μπουχάριν είπε:

«Σε μια χώρα όπου οι φασίστες πυροβολούν τους εργάτες, όπου ολόκληρη η χώρα καίγεται, η ύπαρξη και μόνο της φασιστικής οργάνωσης είναι αρκετή για να πούμε στους εργάτες: “Ας ενωθούμε για να χτυπήσουμε αυτό το συρφετό”».53

Η πρόταση του Μπουχάριν δεν έπεσε σε γόνιμο έδαφος. Οι Ιταλοί κομμουνιστές, με επικεφαλής τότε τον Αμαντέο Μπορντίγκα, επέμεναν στην άποψή τους ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να διεξάγουν την αντιφασιστική αντίσταση μόνοι τους, χωρίς καμία συμμαχία με εργάτες εκτός των γραμμών τους. Όταν οι εργάτες σχημάτιζαν αυθόρμητα ευρείες αντιφασιστικές ομάδες μάχης, οι κομμουνιστές αντιδρούσαν σε αυτές. Το απόσπασμα για την Ιταλία στο ψήφισμα του Ενιαίου Μετώπου της ΕΕΚΔ της 18ης Δεκεμβρίου δεν ανέφερε τον φασισμό και επιδοκίμασε το Ιταλικό ΚΚ για την εφαρμογή μιας πολιτικής στην οποία στην πραγματικότητα ήταν αντίθετο.

Ο Μπουχάριν έθεσε ξανά το θέμα του σε μια συζήτηση της ΕΕΚΔ στις 24 Ιανουαρίου 1922, και στη συνέχεια έγραψε μια επιστολή με αυτές τις κατευθύνσεις προς το ιταλικό κόμμα.54 Αλλά δεν υπήρξε καμία συνέχεια από την ΕΕΚΔ, και η αποτυχία του ιταλικού ΚΚ να πραγματοποιήσει ενιαία αντιφασιστική αντίσταση συνέβαλε στο θρίαμβο του Μουσολίνι το Νοέμβριο του 1922. Στο Τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο που συνήλθε αργότερα εκείνο το μήνα, η ανάγκη για ένα αντιφασιστικό ενιαίο μέτωπο τέθηκε όχι από το Ιταλικό ΚΚ, ούτε από την ΕΕΚΔ, αλλά κυρίως από κομμουνιστές από τη Γερμανία, την Τσεχοσλοβακία, την Αυστρία και την Ελβετία, οι οποίοι εξασφάλισαν την υιοθέτηση των θέσεών τους κατά τη λήξη του συνεδρίου.

 

Αντιιμπεριαλιστική ενότητα

Η συζήτηση για το ενιαίο μέτωπο της ΕΕΚΔ επικεντρώθηκε στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ανατέθηκαν καθήκοντα για τον αποικιακό κόσμο. Ωστόσο, μια παράλληλη διαδικασία, βασισμένη στις εργασίες του Δεύτερου Συνεδρίου και του Συνεδρίου του Μπακού για την απελευθέρωση των αποικιών, καθώς και στην πρακτική εμπειρία ειδικά στη σημερινή Ινδονησία, οδήγησε στη σύγκληση στη Μόσχα, στις 21 Ιανουαρίου 1922, του Πρώτου Συνεδρίου των Εργαζομένων της Άπω Ανατολής, με 136 αντιπροσώπους από δέκα χώρες. Στο συνέδριο συμμετείχαν και προσκεκλημένοι αντιπρόσωποι του Κουομιντάνγκ, ενός εθνικού επαναστατικού κινήματος υπό την ηγεσία της αστικής τάξης στην Κίνα. Ο Γκ. Ι. Σαφάροφ, ένας Ρώσος κομμουνιστής που εκπροσωπούσε την ΕΕΚΔ, εξέφρασε στους αντιπροσώπους του Κουομιντάνγκ την ουσία της πολιτικής της Κομιντέρν για ενότητα στους εθνικοεπαναστατικούς αγώνες:

«Υποστηρίζουμε και θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τον αγώνα σας στο βαθμό που πρόκειται για μια εθνική και δημοκρατική εξέγερση για την εθνική χειραφέτηση. Αλλά ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε ανεξάρτητα το κομμουνιστικό μας έργο της οργάνωσης των προλεταριακών και μισοπρολεταριακών μαζών της Κίνας».55

Το αντιιμπεριαλιστικό ενιαίο μέτωπο ενσωματώθηκε στη συνολική πολιτική της Κομιντέρν στο τέταρτο συνέδριό της το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1922.

 

Διεθνής αντιπαράθεση και επικύρωση

Η νέα πολιτική της Κομιντέρν για το ενιαίο μέτωπο συνάντησε πολλές περισσότερες αντιδράσεις στα κόμματα-μέλη απ’ ό,τι στην αρχική συζήτηση της ΕΕΚΔ. Μία από τις πιο συχνά εκφραζόμενες αντιρρήσεις ήταν ότι το ενιαίο μέτωπο θα έπρεπε να οικοδομηθεί «από τα κάτω» και όχι «από τα πάνω» – δηλαδή, οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα έπρεπε να στρατολογούνται απευθείας στις κομμουνιστικές καμπάνιες, χωρίς απεύθυνση στις οργανώσεις τους. Οι ηγέτες της ΕΕΚΔ απάντησαν ότι ήταν ακριβώς η αδυναμία σφυρηλάτησης αποτελεσματικής ενότητας με αυτόν τον τρόπο που καθιστούσε αναγκαία την επίσημη προσέγγιση των σοσιαλδημοκρατικών ηγεσιών. Σε μια επιστολή της 10ης Ιανουαρίου 1922 προς το KPD, η ΕΕΚΔ τόνισε την ανάγκη να καταστεί σαφές στις μάζες «ότι είμαστε έτοιμοι να καθίσουμε μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες, παρά όλες τις επαίσχυντες πράξεις τους», προκειμένου να συμβάλουν στην άρση των εμποδίων που οι ηγέτες αυτοί έστηναν στην ενότητα των εργαζομένων.56

Όταν μια διευρυμένη ολομέλεια της ΕΕΚΔ συνεδρίασε στη Μόσχα από τις 24 Φεβρουαρίου έως τις 4 Μαρτίου 1922, το ενιαίο μέτωπο ήταν το κύριο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Συμμετείχαν εκατόν πέντε αντιπρόσωποι από τριάντα έξι χώρες. Μεταξύ των πέντε τμημάτων της Κομιντέρν με τη μεγαλύτερη επιρροή εκτός Ρωσίας, το γαλλικό και το ιταλικό κόμμα αντιτάχθηκαν στην πολιτική του ενιαίου μετώπου, ενώ η νορβηγική πλειοψηφία πίστευε ότι δεν ίσχυε για τη χώρα τους. Στην Τσεχοσλοβακία και τη Γερμανία, σημαντικές μειοψηφίες αντιστάθηκαν στην πολιτική. Οι απόψεις ήταν εξίσου διχασμένες στα μικρότερα κόμματα.

Οι αντίπαλοι του ενιαίου μετώπου εκτός της Κομιντέρν εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός αυτό, υποστηρίζοντας ότι η νέα πολιτική επιβλήθηκε στους εργάτες της Δύσης για να εξυπηρετήσει τις στενές ανάγκες της σοβιετικής διπλωματίας. Αυτή η κατηγορία αντηχούσε και στις συζητήσεις στη διάσκεψη της ΕΕΚΔ. Οι μπολσεβίκοι ηγέτες διαμαρτυρήθηκαν με αγανάκτηση ότι τα συμφέροντα του σοβιετικού κράτους ήταν ταυτόσημα με εκείνα των εργατών στη Δύση. Δεν υπήρχε καμία «θυσία». «Συχνά οι σύντροφοι λένε με ειλικρίνεια: “Πρέπει να σώσουμε τη Σοβιετική Δημοκρατία!”» είπε ο Ζινόβιεφ. «Σύντροφοι, μη σώζετε εμάς, σώστε τους εαυτούς σας. Σώστε την εργατική τάξη της χώρας σας».

Στο τέλος της συνδιάσκεψης, η πολιτική του ενιαίου μετώπου υιοθετήθηκε με ψήφους 46 έναντι 10.57 Η ΕΕΚΔ δεν έκανε καμία προσπάθεια να εξαναγκάσει τα κόμματα-μέλη να εφαρμόσουν αυτή την πολιτική. Ωστόσο, μέσα από μια σειρά συζητήσεων και εμπειριών στα εθνικά τμήματα, η αποδοχή της πολιτικής του ενιαίου μετώπου διευρύνθηκε. Στο Τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο, το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1922, η συζήτηση επικεντρώθηκε στο πώς, και όχι στο αν, θα εφαρμοστεί.

 

Βερολίνο και Μόσχα

Παρά τα κέρδη που επιτεύχθηκαν μέσω της πολιτικής του ενιαίου μετώπου, το KPD δεν κατάφερε να συσπειρώσει τους Γερμανούς εργάτες σε έναν αγώνα για την εξουσία. Όταν η Γερμανία βυθίστηκε σε ολοκληρωτική οικονομική και κοινωνική κρίση το 1923, οι εργάτες –και το KPD– ηττήθηκαν, τερματίζοντας το κύμα των επαναστατικών αγώνων στη μεταπολεμική Γερμανία.

Η ιστορία της προσπάθειας των Γερμανών εργατών να πραγματοποιήσουν μια σοσιαλιστική επανάσταση παρουσιάζεται με προσοχή και διορατικότητα στο βιβλίο του Pierre Broué, Η γερμανική επανάσταση 1917-1923. Τα κύρια ζητήματα που τίθενται στην εξιστόρηση του Broué συζητούνται με εξειδικευμένο τρόπο από τον Todd Chretien σε ένα άρθρο δύο τμημάτων στην International Socialist Review.58

Ένα δυνατό σημείο της αφήγησης του Chretien είναι η έμφαση που δίνει στην αποτυχία του KPD να αναπτύξει μια έγκυρη, συνεκτική ηγεσία. Οι αρχικοί κεντρικοί ηγέτες του, η Λούξεμπουργκ, ο Λίμπκνεχτ και ο Λέο Γιόγκισες, δολοφονήθηκαν το 1919. Ένα χρόνο αργότερα, μετά τη συγχώνευση με την αριστερά του USPD, μια νέα ομάδα πήρε το τιμόνι, αλλά «έξι από τους δώδεκα εκλεγμένους ηγέτες του, συμπεριλαμβανομένων των δύο συμπροέδρων του, έφυγαν εντελώς από το [συγχωνευμένο] κόμμα ή την ηγεσία του αμέσως μετά την ίδρυσή του». Ολοένα και περισσότερο, η ηγεσία της Κομιντέρν παρενέβαινε στο KPD με «γραφειοκρατικές αποφάσεις», λέει ο Chretien. «Η ηγεσία του KPD δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να αντισταθεί σε αυτό... και διαλύθηκε εύκολα». Υπήρχαν επίσης εσωτερικές αιτίες για την κατάρρευση της ηγεσίας το 1921, αλλά το γεγονός παραμένει ότι η παρέμβαση της Κομιντέρν άφησε μια πληγή που δεν επουλώθηκε. Η τρίτη γενιά ηγετών του KPD, που ανέλαβε το τιμόνι εκείνο το έτος, απέτυχε να βρει διέξοδο στην κοινωνική κρίση που ξέσπασε στη Γερμανία δύο χρόνια αργότερα.

Ο απολογισμός του Broué παρέχει άφθονες αποδείξεις για την πρωτοβουλία και την ανεξαρτησία των Γερμανών κομμουνιστών. Ωστόσο, παραδέχεται κι αυτός ότι τελικά, στην επαναστατική κρίση του 1923, το κόμμα τους έπεσε θύμα μιας «εκ γενετής αδυναμίας» της ηγεσίας του: «Οι άνθρωποι που έλεγχαν την πολιτική του KPD δεν βρίσκονταν στο Βερολίνο, αλλά στη Μόσχα», αναφέρει.59

Παρ’ όλα αυτά, ο εκφυλισμός που έπληξε τα κομμουνιστικά κόμματα τόσο στη Γερμανία όσο και στη Ρωσία, αρχής γενομένης από τα τέλη του 1923, δεν θα πρέπει να μας κάνει να μην βλέπουμε τα διαχρονικά τους επιτεύγματα. Το γερμανικό κόμμα συνέχισε να είναι η πιο εξέχουσα δύναμη στην ανάπτυξη της πολιτικής του ενιαίου μετώπου μέχρι το 1923, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα μεταβατικά αιτήματα, την έννοια της εργατικής κυβέρνησης και την εφαρμογή του ενιαίου μετώπου στην αντίσταση κατά του φασισμού.60

Η ώθηση για την ενότητα στη δράση προερχόταν βασικά από τις τάξεις των επαναστατημένων εργατών στη Γερμανία και στις γειτονικές χώρες. Ωστόσο, απαιτούσε ηγέτες που θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτή την πίεση διαμορφώνοντας τις κατάλληλες πολιτικές. Ακόμη και μετά την αποχώρηση του Λέβι και των περισσότερων συνεργατών του, τέτοιοι ηγέτες υπήρχαν. Επιπλέον, οι κύριοι υποστηρικτές στο KPD της πολιτικής του ενιαίου μετώπου –οι Μπράντλερ, Τσέτκιν, Ερνστ Μάγερ, Άουγκουστ Ταλχάιμερ, Έντβιν Χέρνλε και Φριτς Χέκερτ– ήταν όλοι τους, όπως ο Έριχ Μέλχερ στη Στουτγάρδη και ο διαγραμμένος Λέβι, σύντροφοι της Λούξεμπουργκ στον Σύνδεσμο Σπάρτακος κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η ιστορία τους καταδεικνύει ότι, ακόμη και μετά τη διάσπαση με τον Λέβι, το ενδιαφέρον της Λούξεμπουργκ και των Σπαρτακιστών για την ενίσχυση των δεσμών με τις πλατιές μάζες των εργατών παρέμεινε μια δημιουργική δύναμη μέσα στην Κομιντέρν.

Ακόμα και στην ήττα, η εμπειρία του γερμανικού κόμματος στον αγώνα για ένα ενιαίο μέτωπο είναι μια γόνιμη κληρονομιά για τον εργαζόμενο λαό σήμερα.

 

Ένα παράθυρο στην Κομιντέρν του Λένιν

Η ιστορία του πώς εξελίχθηκε η πολιτική του ενιαίου μετώπου παρέχει μια εικόνα για το πώς λειτουργούσε η Κομμουνιστική Διεθνής στην εποχή του Λένιν, που καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ότι το παγκόσμιο κίνημα διοικούνταν από πάνω προς τα κάτω ή χειραγωγούνταν από το ρωσικό κόμμα. Αυτή η ιστορία δείχνει επίσης ότι το ενιαίο μέτωπο δεν είχε σχεδιαστεί μόνο ως αμυντικός μηχανισμός ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση, αλλά ως εργαλείο που θα μπορούσε να βοηθήσει στη σφυρηλάτηση της ενότητας που ήταν απαραίτητη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.

Αρκετά χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας διακρίνονται ιδιαίτερα:

– Η πολιτική του Ενιαίου Μετώπου ξεκίνησε από τους μαζικούς αγώνες της εργατικής τάξης στην καπιταλιστική Ευρώπη και από τη λαχτάρα των απλών εργατών για ενότητα στη δράση.

– Η υπεραριστερή αντίσταση σε αυτή την πολιτική προέκυψε από τους ίδιους ακριβώς αγώνες, αντανακλώντας την ανυπομονησία και την απειρία πολλών προχωρημένων επαναστατών αγωνιστών.

– Αυτές οι δύο πολιτικές κωδικοποιήθηκαν και αναπτύχθηκαν κυρίως από τους ηγέτες των κομμάτων που συμμετείχαν άμεσα στους κύριους αντικαπιταλιστικούς αγώνες: για την πολιτική του ενιαίου μετώπου, το γερμανικό κόμμα· για την υπεραριστερή εναλλακτική λύση, οι Ούγγροι μετανάστες, η γερμανική αριστερή αντιπολίτευση και το ιταλικό κόμμα.

– Τα μέλη της κεντρικής ηγεσίας της Κομιντέρν, συμπεριλαμβανομένων των μπολσεβίκων που είχαν διοριστεί σε αυτήν, διέφεραν στις αντιδράσεις τους, κάποιοι ήταν πιο θετικοί στις πρωτοβουλίες του ενιαίου μετώπου, κάποιοι πιο επικριτικοί.

– Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν αντέδρασε αντιφατικά, άλλοτε καταστροφικά (κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τη δράση του Μάρτη του 1921) και άλλοτε διαδραματίζοντας έναν διορατικό και απαραίτητο ρόλο (κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την απόφαση του ενιαίου μετώπου του Δεκεμβρίου του 1921).

– Παρ’ όλες αυτές τις αντιφάσεις, ο μηχανισμός της Διεθνούς για παγκόσμιες συζητήσεις και παγκόσμιες συναντήσεις λειτούργησε ως ένα εποικοδομητικό πεδίο ανταλλαγής εμπειριών. Παρά τις ελλείψεις και τα λάθη εκτίμησης, το κομμουνιστικό κίνημα στο σύνολό του μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από το επίπεδο κατανόησης που θα μπορούσε να έχει επιτύχει από μόνη της οποιαδήποτε συνιστώσα του.

 

Οι δυνατότητες του διεθνισμού

Πριν από πενήντα χρόνια, ένας Αμερικανός κομμουνιστής ηγέτης της πρώτης περιόδου, ο Τζέιμς Κάνον, έγραφε ότι κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο «τα επαναστατικά εθνικά κόμματα σε κάθε χώρα έπρεπε να κοιτάζουν προς τη ρωσική επανάσταση και τους αυθεντικούς ηγέτες της. Εκεί βρίσκονταν οι ιδέες».61

Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια σε αυτή τη δήλωση, αν γίνει σωστά κατανοητή. Η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης ήταν από μόνη της μια ανεπαρκής βάση για ένα παγκόσμιο κίνημα. Τα διδάγματα των αγώνων σε όλο τον κόσμο στις μεταπολεμικές συνθήκες έπρεπε να υιοθετηθούν και να κατανοηθούν. Οι κορυφαίοι Μπολσεβίκοι ηγήθηκαν της διαδικασίας, όμως απέκτησαν αυτή τη γνώση όχι με ενδοσκόπηση αλλά ακούγοντας και υιοθετώντας νέες ιδέες. Κατά τη διαδικασία αυτή, μοιράστηκαν τις γνώσεις, τις αβεβαιότητες, τις τρέλες και τις διαιρέσεις των συνιστωσών του παγκόσμιου κινήματος. Η στρατηγική και η τακτική προέκυψαν από την αλληλεπίδραση μεταξύ ζωντανών δυνάμεων εντός και εκτός των σοβιετικών δημοκρατιών.

Η εμπειρία της πρώιμης Κομιντέρν δείχνει ότι σε μια υγιή διεθνή, που αναζητούσε την ενότητα στην υπηρεσία των εργατικών αγώνων, το μοντέλο ενός ενιαίου συγκεντρωτικού παγκόσμιου κόμματος με επικεφαλής τη Μόσχα ήταν ανέφικτο. Το Εκτελεστικό Γραφείο ήταν μακριά από τον αγώνα, μαθαίνοντας τα γεγονότα με καθυστέρηση ημερών ή εβδομάδων. Όπως επεσήμανε η Τσέτκιν σε μια επιστολή της προς τον Λένιν στις 25 Ιανουαρίου 1921, η ΕΕΚΔ ήταν «υπερβολικά αποκομμένη» για να κάνει κάτι περισσότερο από το να «αναγνωρίσει τις γενικές γραμμές της εξέλιξης και να εξάγει βασικά συμπεράσματα». Η ΕΕΚΔ «δεν μπορεί να εξετάσει όλες τις συγκεκριμένες συνθήκες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών». Αυτός ο περιορισμός «είναι κατανοητός, αλλά οδηγεί σε σφάλματα».62

Οι αποφασιστικές συγκρούσεις παρέμειναν, όπως και σήμερα, εθνικές στο πλαίσιο: ένας αγώνας για την εξουσία ενάντια στις εθνικές άρχουσες τάξεις. Μόνο σε αυτούς τους αγώνες οι κομμουνιστικές ηγεσίες θα μπορούσαν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της βάσης των μελών του κόμματος και της ευρύτερης εργατικής τάξης. Οι αδιάκριτες παρεμβάσεις από μακριά, όπως στη Γερμανία κατά την προετοιμασία των μαχών του Μάρτη του 1921, δεν μπορούσαν να προσδώσουν στα κομμουνιστικά κόμματα τέτοιο κύρος – αντίθετα έτειναν να υπονομεύουν τις κομματικές ηγεσίες.

Ο στόχος του συγκεντρωτισμού θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την έννοια της ενοποίησης του κινήματος γύρω από έναν κοινό στόχο και μια κοινή γραμμή πορείας. Έτσι κατανοητός, ο συγκεντρωτισμός στην πρώιμη Κομιντέρν μπορούσε να βασιστεί μόνο σε μια συνεχή συζήτηση μεταξύ όλων των συνιστωσών του κινήματος, σε κάθε χώρα και σε κάθε επίπεδο. Σε σημαντικό βαθμό, αυτός ο στόχος υλοποιήθηκε στην πρώιμη Κομιντέρν.

Η δραστηριότητα της Κομιντέρν στον τομέα του ενιαίου μετώπου χαρακτηριζόταν από πολλές ασάφειες και παραλήψεις· η ηγεσία στη Μόσχα ήταν συχνά αναποφάσιστη, διχασμένη ή απλώς έκανε λάθος. Ωστόσο, η επιρροή των ακτιβιστών της βάσης ήταν αρκετά ισχυρή και οι δημοκρατικές δομές λειτουργούσαν αρκετά καλά ώστε η Διεθνής να βρει το δρόμο της προς τα εμπρός. Η Κομιντέρν κατάφερε να αναπτύξει μια αντίληψη που ενσωμάτωσε τις εμπειρίες των διαφόρων εθνικών τμημάτων της, συμπεριλαμβανομένων των μειοψηφικών ρευμάτων τους. Η ηγεσία της κατάφερε να παραμερίσει την προηγούμενη στρατηγική, να ξεπεράσει τις δικές της διαιρέσεις και να ανταποκριθεί στις πρωτοβουλίες και τις ανάγκες της εργατικής της βάσης.

Σίγουρα, η διαδικασία μέσω της οποίας η Κομιντέρν ανέπτυξε την πολιτική της ήταν λανθασμένη. Αλλά χωρίς την Κομιντέρν, δεν θα υπήρχε καμία διαδικασία. Ήταν η Διεθνής που συγκέντρωσε την εμπειρία και την καινοτομία, την ηγεσία και τη βάση, το γεωγραφικό εύρος – τους παράγοντες που απαιτούνται για την ανάπτυξη πολιτικής.

Με την εμφάνιση του σταλινισμού στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η Κομιντέρν εισήλθε σε μια περίοδο παρακμής, κατά την οποία οι πολιτικές για την ενιαία δράση των εργατών που αναπτύχθηκαν κατά τα πρώτα χρόνια της διαστρεβλώθηκαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, η θέση για τα ενιαία μέτωπα που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της Κομιντέρν παραμένει ένα από τα βασικά θεμέλια για τη δράση των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων για επαναστατική αλλαγή στις πολύ διαφορετικές συνθήκες της εποχής μας. Επιπλέον, η διαδικασία μέσα από την οποία προέκυψε η πολιτική των ενιαίων μετώπων μαρτυρά τη δυνατότητα μιας εργατικής διεθνούς, τόσο τότε όσο και σήμερα, που θα συμβάλει στον απελευθερωτικό αγώνα της ανθρωπότητας.

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

John Riddell, “German workers and the birth of the united front”, International Socialist Review, τεύχος 79, Σεπτέμβριος 2011, https://isreview.org/issue/79/german-workers-and-birth-united-front/

 

 

Σημειώσεις

1 Μετάφραση από Communist International (εφεξής Comintern), Protokoll des Vierten Kongresses der Kommunistischen Internationale (Αμβούργο: Verlag der Kommunistichen Internationale (εφεξής VKI), 1923), η αγγλική έκδοση των πρακτικών του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν, θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο Haymarket Books το 2012. Για μια άλλη μετάφραση αυτού του κειμένου, βλέπε Alan Adler, επιμ., Theses, Resolutions and Manifestos of the First Four Congresses of the Third International (Λονδίνο: Ink Links, 1980), 406.

2 Βλ. V. I. Lenin, Collected Works (στο εξής LCW) (Μόσχα: Progress Publishers, 1960-71), 30:354-55 [Β .Ι. Λένιν, «Για τον φόρο σε είδος», στο Β .Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 43, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σελ. 235.]· John Riddell, επιμ., Workers of the World and Oppressed Peoples, Unite! Proceedings and Documents of the Second Congress, 1920 (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1991), 162, 296-97.

3 Karl Radek, “Die Kommunistische Partei Deutschlands während der Kapptage,” Die Kommunistische Internationale 12 (1920): 59· Rákosi στο Comintern, Die Taktik der Kommunistischen Internationale gegen die Offensive des Kapitals (Αμβούργο: Carl Hoym Nachf., 1922), 94.

4 Για μια περιγραφή του πραξικοπήματος Kapp-Lüttwitz και άλλων γεγονότων της γερμανικής επανάστασης του 1918-23, βλέπε Pierre Broué, The German Revolution 1917-1923 (Σικάγο: Haymarket Books, 2006) και Chris Harman, The Lost Revolution: Germany 1918-23 (Λονδίνο: Bookmarks, 1982) [Chris Harman, Η χαμένη επανάσταση. Γερμανία 1918-1923, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2008].

5 Broué, German Revolution, 369.

6 M. J. Braun (“Spartakus”), “Der Kapp-Lüttwitz-Putsch”, Kommunistische Internationale 10 (1920): 167- Radek, “Die Kommunistische Partei”, 170-75. Και οι δύο συγγραφείς είχαν κατά νου το άρθρο του Lenin, “On Compromises”, στο LCW, 25:309-14. Για τα σχόλια του Λένιν, βλέπε LCW, 31:109, 166 [Β. Ι. Λένιν, «Για τους συμβιβασμούς», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 34, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σσ. 133-139.].

7 Béla Kun, “Die Ereignisse in Deutschland”, Kommunismus 11-15 (1920): 349, 441.

8 Βλέπε V. I. Lenin, “Left-Wing” Communism-an Infantile Disorder, στο LCW, τ. 31, 17-118. [Β. Ι. Λένιν, «Ο “Αριστερισμός”, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 41, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ, σσ. 1-104.]

9 Βλέπε Comintern, Die Taktik der Kommunistischen Internationale gegen die Offensive des Kapitals (Αμβούργο: Carl Hoym Nachf, 1922), 37· Riddell, Workers of the World, 36-37, 50-51, 156-57, 760-61.

10 Βλέπε Milo Hájek και Hana Mejdrová, Die Entstehung der III. Internationale (Βρέμη: Temmen, 1997), 251· Thalheimer στο Comintern, Protokoll des III. Kongresses der Kommunistischen Internationale (Μόσχα: VKI, 1921), 71.

11 Βλέπε Riddell, Workers of the World, 286· John Riddell, επιμ., To See the Dawn: Baku, 1920-First Congress of the Peoples of the East (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1993), 219, 231. Για την προέλευση της έκκλησης των “εργατών και των καταπιεσμένων λαών”, βλ. LCW, 31:453 [Β. Ι. Λένιν, «Συγκέντρωση στελεχών της Οργάνωσης Μόσχας του ΚΚΡ (μπ) 6 του Δεκέμβρη 1920», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 42, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χέ., σσ..71, 72.].

12 Comintern, Protokoll des Vierten Kongresses der Kommunistischen Internationale (Αμβούργο: VKI, 1923), 384.

13 Η εκτίμηση της υποστήριξης του KPD βασίζεται στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1921 στην Πρωσία, στις οποίες συμμετείχε η πλειοψηφία του πληθυσμού της Γερμανίας. Το SPD κέρδισε το 26,3% των ψήφων, το KPD το 7,4% και η αντι-Κομιντέρν μειοψηφία USPD (που διατήρησε το όνομα) το 6,6%. Βλέπε “Landtagswahlen Freistaat Preußen” στο “Wahlen in Deutschland”, 12 Αυγούστου 2011: www.wahlen-in-deutschland.de/wlPreussen.htm .

14 John Riddell, επιμ., Lenin’s Struggle for a Revolutionary International 1907-1916 (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1984), 173.

15 Arnold Reisberg, An den Quellen der Einheitsfrontpolitik (Βερολίνο: Dietz Verlag, 1971), 50.

16 Broué, German Revolution, 469.

17 Reisberg, Quellen, 51.

18 Το USPD επικεντρώθηκε στο αίτημα της εθνικοποίησης ως αιχμή του δόρατος των δικών του προσπαθειών του ενιαίου μετώπου το 1921 και το 1922. Το KPD υποστήριξε την εθνικοποίηση, αλλά δεν την έθεσε ως προτεραιότητα στο πρόγραμμα δράσης του, το οποίο επικεντρώθηκε στην άμεση κινητοποίηση των εργατών και “περιφρονούσε τις προσπάθειες να αντληθεί ο σοσιαλισμός από την υπάρχουσα καπιταλιστική τάξη”. David W. Morgan, The Socialist Left and the German Revolution (Ίθακα, Νέα Υόρκη: Cornell University Press, 1975), 392.

19 Reisberg, Quellen, 52.

20 Reisberg, Quellen, 54.

21 Broué, German Revolution, 470.

22 Reisberg, Quellen, 57-65.

23 Reisberg, Quellen, 66.

24 Larry Peterson, German Communism, Workers’ Protest, and Labor Unions (Ντόρντρεχτ: Kluwer, 1993), 405.

25 Clara Zetkin, “Die Lehren des deutschen Eisenbahnerstreiks”, Kommunistische Internationale 20 (1922): 1, ένα ανώνυμο μέλος του KPD που αναφέρεται από τον Τρότσκι στο Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο, Protokoll des III Kongresses, 642-43, Clara Zetkin, Reminiscences of Lenin (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1934), 38.

26 Broué, German Revolution, 465. Από τη συγχώνευση του Δεκεμβρίου 1920 μέχρι τον Αύγουστο του 1921, οι Γερμανοί κομμουνιστές είχαν το όνομα VKPD – Ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.

27 Broué, German Revolution, 464. Σχετικά με τον διφορούμενο ρόλο του Ράντεκ στην πολιτική του KPD, βλέπε Jean-François Fayet, Karl Radek (1885-1939) (Βέρνη: Peter Lang, 2004), 352-53, 369-70, 389-93.

28 Reisberg, Quellen, 69-70.

29 Reisberg, Quellen, 82, 84. Ο Λένιν εξέφρασε την άποψή του δύο μήνες αργότερα σε επιστολή του προς τους Λέβι και Τσέτκιν· βλ. LCW, 45:124-25 [Β. Ι. Λένιν, «Προς την Κλάρα Τσέτκιν και τον Πάουλ Λέβι», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ. 149.].

30 Paul Levi, “Our Path: Against Putschism,” Historical Materialism 17, νο. 3. (2009): 132 [Πάουλ Λέβι, «Ο δικός μας δρόμος», e la libertà, 10 Οκτωβρίου 2021, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/7706-%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D]. Ο Μ. Α. Μπακούνιν ήταν αναρχικός θεωρητικός του 19ου αιώνα και αντίπαλος του μαρξισμού.

31 Για πληρέστερες περιγραφές των ανατροπών στην ηγεσία του KPD και της δράσης του Μάρτη, βλέπε Broué, German Revolution, 475-525, Duncan Hallas, The Comintern (Λονδίνο: Bookmarks, 1985), 61-64 [Ντάνκαν Χάλας, Κομιντέρν. Η Τρίτη Διεθνής, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1999, σσ. 66-70] και Harman, Lost Revolution, 191-220 [Harman, Η χαμένη επανάσταση… ό.π, σσ. 306-352].

32 Levi, “Our Path”, 133 [Πάουλ Λέβι, «Ο δικός μας δρόμος...», ό.π.].

33 Reisberg, Quellen, 138-40· Peterson, German Communism, 82-84.

34 Heinz Sommer, “Clara Zetkin und die Rote Hilfe”, στο Clara Zetkin in ihrer Zeit, Ulla Plener, επιμ. (Βερολίνο: Dietz Verlag, 2008), 107.

35 Leon Trotsky, The Third International after Lenin (Νέα Υόρκη: Pioneer Publishers, 1936), 33. Βλέπε επίσης Leon Trotsky, The Stalin School of Falsification (Νέα Υόρκη: Pathfinder, 1971), 87-91.

36 Adler, Theses, Resolutions and Manifestos, 277 [3η Διεθνής. Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια. Θέσεις Αποφάσεις, Έγγραφα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007, σελ. 261].

37 Για περισσότερα σχετικά με το Τρίτο Συνέδριο, βλέπε Broué, German Revolution, 527-52, Harman, Lost Revolution, 210-16 [Harman, Η χαμένη επανάσταση… ό.π, σσ. 338-347] και E. H. Carr, The Bolshevik Revolution, τόμος 3 (Χάρμοντσγουορθ: Pelican Books, 1966), 381-93 [Ε. Χ. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμος 3, Υποδομή, Αθήνα 1982, σσ. 471-378]. Για την απόφασή του σχετικά με τη δράση του Μάρτη, βλέπε Adler, Theses, Resolutions and Manifestos, 1980, 290-91 [3η Διεθνής..., ό.π., σελ. 274].

38 Adler, Theses, Resolutions and Manifestos, 289 [3η Διεθνής..., ό.π., σελ. 273]. Τον Φεβρουάριο του 1922, ο Ράντεκ ισχυρίστηκε, με κάποια υπερβολή, ότι το σύνολο της πολιτικής του ενιαίου μετώπου περιλαμβανόταν σε αυτό το απόσπασμα. Βλέπε Comintern, Taktik, 66-67.

39 Comintern, Thesen und Resolutionen des III. Weltkongresses der Kommunistischen Internationale (Αμβούργο: VKI, 1921), 47. Για μια διαφορετική μετάφραση βασισμένη σε ρωσικό κείμενο, βλέπε Adler, Theses, Resolutions and Manifestos, 286 [3η Διεθνής..., ό.π., σσ. 269, 270].

40 Broué, German Revolution, 649.

41 Gregory Zinoviev, “Die Taktik der Kommunistischen Internationale”, Die Kommunistische Internationale, 18 (1921), 3-4, 7-8, 16-17.

42 Reisberg, Quellen, 210 - LCW, 32:515-16 [Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τους Γερμανούς Κομμουνιστές», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 44, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ, σσ. 91, 92].

43 Leon Trotsky, The First Five Years of the Communist International (Νέα Υόρκη: Monad Press, 1972), 1:238-61· Reisberg, Quellen, 220, 225, 227· Milo Hájek, Storia dell’Internazionale comunista (1921-1935): (Ρώμη: Riuniti, 1969), 26-28.

44 Βλέπε Reisberg, Quellen, 234- και τις παρατηρήσεις του Ράντεκ στο Τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο, Protokoll des Vierten Kongresses, 99.

45 Επιστολή του Ράντεκ της 7ης Νοεμβρίου 1921, παρατίθεται στο Pierre Broué, Histoire de l’Internationale communiste 1919-1943 (Παρίσι: Fayard, 1997), 262.

46 Comintern, Protokoll des Vierten Kongresses, 1015-17· LCW, 31:84-85. [Β. Ι. Λένιν, «Αριστερισμός»…, ό.π. σσ. 68-70.]

47 Reisberg, Quellen, 296-97.

48 Comintern, Protokoll des Vierten Kongresses, 12-13.

49 Βλέπε LCW, 42:367 (απόφαση του Πολιτικού Γραφείου) [Β. Ι. Λένιν, «Σχέδιο απόφασης του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΡ(μπ) για την τακτική του Ενιαίου Μετώπου», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 44, Σύγρχονη Εποχή, Αθήνα χ.χ.έ. σελ. 262]· LCW, 36:552-54 (επιστολή προς τον Μπουχάριν)[Β. Ι. Λένιν, «Σημειώσεις για την ιστροία του ΚΚΡ. Δημείωμα προς τον Ν. Ι. Μπουχάριν», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 44, σσ. 263-265]· Adler, Theses, Resolutions and Manifestos, 406-407 (ECCI on Bolshevik history).

50 Alexander Watlin, “Die Geburt der Einheitsfronttaktik: Die russische Dimension”, στο Die Komintern 1919-1929: Historische Studien (Μάιντς: Decaton, 1993), 48.

51 Comintern, 1922b, Die Tätigkeit der Exekutive und des Präsidiums des E.K. der Kommunistischen Internationale (Πέτρογκραντ: VKI, 1922), 301-19. Η συζήτηση για τα μεταβατικά αιτήματα συνεχίστηκε το Νοέμβριο του 1922 στο Τέταρτο Παγκόσμιο Συνέδριο, το οποίο αποφάσισε να τα ενσωματώσει σε ένα μελλοντικό πρόγραμμα της Κομιντέρν.

52 Comintern, Protokoll des Vierten Kongresses, 1019-28· συγκρίνετε Adler, 1980, 400-409.

53 Comintern, Tätigkeit, 317-18.

54 Comintern, Tätigkeit, 393-94· Tom Behan, The Resistible Rise of Benito Mussolini (Λονδίνο: Bookmarks, 2003), 107-108.

55 Comintern, The First Congress of the Toilers of the Far East (Λονδίνο: Hammersmith Books, 1970), 193-94. Για μια έκθεση του 1922 σχετικά με την εμπειρία της Ινδονησίας, η οποία λειτούργησε ως ένα βαθμό ως πρότυπο για την παρέμβαση της Κομιντέρν στην Κίνα, βλέπε “Communism and Islam”, στο Marxists Internet Archivewww.marxists.org/archive/malaka/1922-Panislamism.htm .

56 Trotsky, First Five Years, 2:93-95· Comintern, Tätigkeit, 384.

57 Για τα πρακτικά του συνεδρίου, βλέπε Comintern, Taktik.

58 Για την κριτική του Chretien, βλέπε “Classics of Marxism: The German Revolution 1917-1923”, κριτική του βιβλίου The German Revolution, 1917-1923 του Pierre Broué, στο International Socialist Review 50 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2006) και 52 (Μάρτιος-Απρίλιος 2007), www.isreview.org/issues/50/broue.shtml και www.isreview.org/issues/52/broue2.shtml [οι σύνδεσμοι είναι ανενεργοί].

59 Broué, German Revolution, 906-907.

60 Βλέπε Riddell, “The Comintern in 1922: The Periphery Pushes Back”, που έχει προγραμματιστεί να δημοσιευτεί στο Historical Materialism το 2012.

61 James P. Cannon, The First Ten Years of American Communism: Report of a Participant (Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1973), 333.

62 Ruth Stoljarowa και Peter Schmalfuss, επιμ., Briefe Deutscher an Lenin, 1917-1923, (Βερολίνο: Dietz Verlag, 1990), 215.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2021 23:05

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.