Ο Μιρσαΐντ Σουλτάν-Γκαλίεφ (αριστερά), η σύζυγός του Φατμά Ερζίν και ο Ισμαΐλ Κεριμτζάνοφ Φίρτνεφς
Σημείωση του elaliberta.gr: Το άρθρο αυτό (μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Λιβιεράτο – στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται αυτή η ανάρτηση – δημοσιεύτηκε στα γαλλικά στο περιοδικό Jeune Afrique, νο1332/17-7-1986) αποτελεί το πρώτο μέρος 12σέλιδου φυλλαδίου (χωρίς χρονολογία), του οποίου το δεύτερο μέρος είναι ένα μικρό άρθρο του Δημήτρη Λιβιεράτου με τίτλο: «Αφρική και Γ΄ Διεθνής».
Δημοσιεύουμε μαζί και ένα απόσπασμα από το βιβλίο Στάλιν, του Jean-Jaques Marie, σχετικά με τη δίωξη του Σουλτάν-Γκαλίεφ από τον Στάλιν
Σουλτάν Γκαλίεφ. Ο «Μουσουλμάνος Τρότσκι». Μια παραγνωρισμένη προσωπικότητα
«Όταν στην ΕΣΣΔ, υπό τον Στάλιν ήθελαν να σκοτώσουν έναν αντιπολιτευόμενο του έδιναν τον τίτλο του τροτσκιστή. Αυτό συνέβη και στο μεγάλο Τάταρο επαναστάτη που ήθελε να προωθήσει το σοσιαλισμό στην Ανατολή στηριζόμενος στις αποικιακές μουσουλμανικές μάζες».
Σήμερα υπάρχουν περισσότεροι μουσουλμάνοι στην ΕΣΣΔ παρά στην Αίγυπτο και περισσότεροι Τούρκοι παρά στην Τουρκία. Από 17 εκατ. το 1926, δηλαδή το 11,5% του συνολικού πληθυσμού της Σοβιετικής Ένωσης, οι μουσουλμάνοι έγιναν 44 εκατ. το 1979, δηλαδή 16,8%. Κατά τους πιο μέτριους υπολογισμούς θα είναι 70 εκατ. ως το τέλος του αιώνα. Ένας στους 5 πολίτες της ΕΣΣΔ θα είναι μουσουλμάνος.
Έτσι σε μια αναταρασσόμενη κατάσταση, ξαναβρίσκει παράξενα την επικαιρότητα του ένας από τους πιο αγνοούμενους διαφωνούντες του κομμουνιστικού κόσμου, οραματιστής ενός τριτοδρομισμού –πριν εφευρεθεί η έκφραση– τον οποίο δολοφόνησε ο Στάλιν χαρακτηρίζοντας τον σαν το «μουσουλμάνο Τρότσκι». Πρόκειται για τον Τάταρο Μιρ-Σαγίντ Σουλτάν Γκαλίεφ, γεννημένο περί το 1880 σ’ ένα χωριό της Μπακχιρίας, δυο φορές φυλακισμένο, καταδικασμένο το 1923 και το 1928 και εξαφανισμένο σε άγνωστη ημερομηνία στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’40.
Γι’ αυτόν τον «άγνωστο της ιστορίας», δύο από τους καλύτερους Γάλλους ειδικούς για το Σοβιετικό Ισλάμ, ο Αλεξάντρ Μπένιγκσεν και ο Σαντάλ - Λεμερσιέ - Κελκέζευ, συγκέντρωσαν ό,τι στοιχεία υπάρχουν μέχρι σήμερα. Πάρα πολύ λίγα άλλωστε όσο δεν ανοίγουν τα αρχεία της ΚGΒ. Προσπαθούν να αποκαταστήσουν την προσωπικότητα του από τα παραποιημένα λόγια των αντιπάλων του. Έτσι αντιλαμβανόμαστε την περιπέτεια του Τάταρου μαχητή που αναζήτησε ένα όνειρο.
Όχι ότι βασίστηκε σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα, που την έζησε οδυνηρά και που οι συγγραφείς περιγράφουν στο πρώτο τους κεφάλαιο. Την κατάσταση αποικιακού τύπου που επιβλήθηκε στην ταταρική κοινωνία σ’ αυτή την περιοχή του Μέσου Βόλγα που κατακτήθηκε το 1552 από τον Ιβάν τον Τρομερό.
Μετά τρεις αιώνες εκεί πέρα όταν γεννήθηκε ο Γκαλίεφ «χριστιανοί αποικιστές και μουσουλμάνοι αποικιακοί ζούσαν δίπλα - δίπλα χωρίς να ανακατεύονται, αγνοώντας με αμοιβαία περιφρόνηση οι μεν τους δε και ένα συνεχές αλλά έντονο μίσος. Θρεμμένο από τα βάσανα, σφαγές και καταπιέσεις μαζεμένες από αιώνες».
Αυτή η ιστορική κληρονομιά θα σημαδέψει όλη τη σκέψη και τη δράση του νεαρού Σουλτάν Γκαλίεφ, αλλά μέσα από δύο ιδιομορφίες της ταταρικής κοινότητας. Από τη μια μεριά η μουσουλμανική αστική τάξη του Καζάν, ενώ αντιστεκόταν στην απορρόφηση της από τους Ρώσους, ήταν η πρώτη στο μουσουλμανικό κόσμο που έφτασε στο καπιταλιστικό στάδιο. Έγινε μια εύπορη, δυναμική, επιθετική τάξη, καλά προετοιμασμένη για το ρωσικό ανταγωνισμό και πολύ ανοιχτή στις ιδέες, τα πολιτικά προγράμματα και τις τεχνικές που ερχόντουσαν από το εξωτερικό. Από την άλλη μεριά επειδή πάνω από τους μισούς Τάταρους είχαν μεταναστεύσει έξω από την πατρώα γη, ο εθνικισμός τους παίρνει την απόχρωση του πανισλαμισμού ή του «παντουρκισμού», ενδιαφερόμενοι περισσότερο για το σύνολο των μουσουλμανικών ή τουρκικών λαών από τη μια άκρη της Ασίας στην άλλη.
Το επαναστατικό κίνημα που γεννήθηκε το 1905 με την ήττα της Ρωσίας από την Ιαπωνία θα δημιουργήσει το υπόλοιπο. Για πρώτη φορά μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη ηττήθηκε από μια ασιατική δύναμη. Στα μάτια των υποταγμένων από τη Ρωσία εθνικιστών η αποκάλυψη είναι παρόμοια μ’ αυτή που θα παρασύρει στο χαμό, ύστερα από σαράντα χρόνια τη βρετανική αυτοκρατορία στις Ινδίες. Αρχίζει την απαλλαγή από την αποικιοκρατία. Για τον Σουλτάν Γκαλίεφ αυτό θα συνδυαστεί με το μαρξισμό. Ένας μαρξισμός στ’ αλήθεια πολύ λίγο ορθόδοξος όπου η εθνική διεκδίκηση παίρνει πολύ μεγαλύτερη θέση από την πάλη των τάξεων. Για τους νέους διανοουμένους του Καζάν, πρόκειται λιγότερο για την εγκατάσταση της δικτατορίας ενός προλεταριάτου, άλλωστε εμβρυώδους, από το να απελευθερωθούν από την ξένη κυριαρχία. Και σ’ αυτή τη μάχη ο μαρξισμός δεν πρόσφερε παρά το πλαίσιο λειτουργίας, ενώ το Ισλάμ προμήθευε την ιδεολογία.
Έτσι τοποθετούνται τα στοιχεία που αποτελούν το δράμα του Σουλτάν Γκαλίεφ και του: «σουλτανογκαλιεφισμού». Γιατί ο Σουλτάν Γκαλίεφ την επομένη της Οκτωβριανής Επανάστασης, αισθάνεται ευνοϊκό το ρεύμα: Τοποθετείται ηγέτης του μουσουλμανικού τμήματος από τον Επίτροπο του Λαού επί των Εθνοτήτων – κάποιον Ιωσήφ Στάλιν παίρνει στ’ σοβαρά τις υποσχέσεις αυτονομίας, ακόμα και το δικαίωμα μέχρι πλήρους αποχώρησης, που αναγνώρισε το καινούριο μπολσεβίκικο καθεστώς για τους λαούς της τέως αυτοκρατορίας. Υπό την επιρροή και των συντρόφων του ανακηρύχτηκε η Ταταρο-Μπαχιρική Δημοκρατία της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας της Σοβιετικής Ρωσίας.
Αλλά υπάρχει βέβαια κάποια παρεξήγηση. Για τη Μόσχα που αντιμετωπίζει τον εμφύλιο πόλεμο και την ξένη επέμβαση πρόκειται προ παντός για τη συγκέντρωση όλων των διαθεσίμων δυνάμεων και η ταταρική κίνηση είναι μια απ’ αυτές. Για το Σουλτάν Γκαλίεφ δεν είναι παρά το πρώτο στάδιο, «η εστία απ’ όπου οι σπίθες της σοσιαλιστικής επανάστασης θα πεταχτούν στην καρδιά της Ανατολής». Όμως αυτές τις σπίθες ο Στάλιν επίμονα προσπαθεί να τις έχει κάτω από τη διεύθυνση του ρωσικού κόμματος. Ο Σουλτάν Γκαλίεφ, αντίθετα, κρίνει τους, μουσουλμάνους –αποικιακούς– καλά τοποθετημένους από τους Ρώσους - αποικιοκράτες -για να προωθήσουν το σοσιαλισμό. Με λίγα λόγια αυτό που κρίνεται εδώ είναι όλο το πρόβλημα της διεύθυνσης της αποικιακής επανάστασης στον αποικιακό κόσμο.
Καλυμμένη στην αρχή, ανοιχτή κατόπιν, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Πολύ περισσότερο που ο Σουλτάν Γκαλίεφ, αντί να συγκρατείται, δε σταματάει να προχωράει περισσότερο. Η ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Δύση τον πείθει ότι μόνο η επαναστατική ενέργεια της Ανατολής (ενάμιση δισεκατομμύριο καταπιεζόμενοι κάτω από τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό άνθρωποι) μπορεί να αναλάβει τη δάδα του Σοσιαλισμού. Τη στιγμή που ο Στάλιν θέλει το «σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα», ο Σουλτάν Γκαλίεφ γίνεται ο λυρικός υμνητής μιας θύελλας στην Ασία μουσουλμανικής απόχρωσης –περισσότερο πολιτιστικής άλλωστε παρά θρησκευτικής– της οποίας οι Τάταροι θα ήταν οι ηρωικοί πρωτοπόροι.
Τον Απρίλιο του 1923, το σοβιετικό καθεστώς, σταθεροποιημένο, στο XII συνέδριο του ΚΚ (Μπολσεβίκων) της ΕΣΣΔ θέτει ένα τέρμα σε τέτοια όνειρα. «Εάν το Κόμμα, δηλώνει, οφείλει να λάβει υπ’ όψει του τις εθνικές τάσεις ή ακόμα εθνικιστικές, όταν αυτές επηρεάζουν πλατιά στρώματα λαού, δεν πρέπει να ανεχθούμε ότι ένα μέρος της οργάνωσης του να είναι διαβρωμένο απ’ αυτές τις τάσεις». Δε θα μπορούσαν να το πουν καλύτερα. Ο Σουλτάν Γκαλίεφ θα πάει να συναντήσει τους άλλους διαφωνούντες αποστάτες, ιδιαίτερα Ουκρανούς των λεγόμενων ομοσπονδιακών δημοκρατιών.
Η ειρωνεία, σημειώνουν οι δύο συγγραφείς, είναι ότι τα νέα διανοούμενα μουσουλμανικά στρώματα της σήμερον –πολύ διαφορετικά από κοινωνική άποψη απ τον καιρό του Σουλτάν Γκαλίεφ– είναι το λιγότερο, επίσης εθνικιστικά, βέβαια πιο θρησκευτικά και βιολογικά σε ανάπτυξη. Αλλά κανείς δεν ξέρει ακόμα ποιανής επανάστασης θα γίνουν φορείς.
Μετάφραση Δημ. Λιβιεράτος
Παράρτημα
Jean-Jaques Marie
Η δίωξη του Σουλτάν-Γκαλίεφ απ’ τον Στάλιν
Μια εβδομάδα μετά από το συνέδριο[1], στις 10 Μάιου, το Πολιτικό Γραφείο διαγράφει από το κόμμα και παραδίδει στην Γκεπεού τον τάταρο κομμουνιστή ηγέτη Σουλτάν-Γκαλίεφ, παλιό γραμματέα του Μουσουλμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας, το οποίο μετασχηματίστηκε το 1919, με επιμονή του Στάλιν, σε μουσουλμανικό τμήμα του μπολσεβίκικου κόμματος. Αυτός ο άνθρωπος, δημοφιλής στις μουσουλμανικές περιοχές, μέλος μέχρι το 1921 του Επιτροπάτου Εθνοτήτων, προστατευόμενος για μεγάλο διάστημα του Στάλιν, είχε πείσει τον Φεβρουάριο του 1919 τον σημαίνοντα εθνικιστή μπασκίρο ηγέτη Ζάκα Βαλίντοφ να έρθει σε ρήξη με τον Κολτσάκ και να προσχωρήσει στον Κόκκινο Στρατό μαζί με τους 2.000 ιππείς του. Αυτός ο Βαλίντοφ, που ήρθε το 1920 στη Μόσχα, φυλακίστηκε παράνομα από τον Στάλιν, δραπέτευσε και πηγαίνοντας στο Τουρκεστάν διηύθυνε εκεί την εξέγερση των Μπασμάκων (Τουρκμένιοι εθνικιστές) εναντίον των μπολσεβίκων. Στις αναμνήσεις του, αποκαλύπτει τις μηχανορραφίες του Στάλιν για να τον κάνει συνένοχο του, μιλά για τη γεμάτη χλευασμό περιφρόνηση του για τους Τατάρους και τους Καυκασιανούς που ήταν υπό την ηγεσία του και για τον προκλητικό κυνισμό του. Μια μέρα που ο Βαλίντοφ αναφερόταν στα προβλήματα που θέτουν οι ρώσοι και πολωνοί πρόσφυγες στην Μπασκιρία, ο Στάλιν σαρκάζει: «Δεν έχετε παρά να εξοντώσετε αυτούς τους ανθρώπους και δεν θα υπάρχει πια πρόβλημα». Στις 12 Σεπτεμβρίου 1920 με γράμμα του προς πολλούς μπολσεβίκους ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο Τρότσκι, ο Βαλίντοφ καταγγέλλει «αυτό τον καλυμμένο, υποκριτή δικτάτορα που παίζει με τους ανθρώπους και με τη θέληση τους». Εκείνη την εποχή, η κατηγορία είχε φανεί υπερβολική. Ο Στάλιν επεδίωξε μάταια να πείσει τον Βαλίντοφ να επιστρέψει στη Μόσχα, κολακεύοντας τον: «Είστε πολύ πιο έξυπνος και δραστήριος από τον Σουλτάν-Γκαλίεφ [...], είστε ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, δυνατός, με χαρακτήρα και θέληση, ένας άνθρωπος της δράσης».
Ο Σουλτάν-Γκαλίεφ κατηγορείται ότι ήρθε σε επαφή με τους Μπασμάκους, ότι οικοδόμησε μια παράνομη οργάνωση συνδεόμενη με εθνικιστές εκπατρισμένους και με ξένους και ότι επομένως είναι προδότης. Το πραγματικό έγκλημα του είναι ότι αντιτάχθηκε στον βίαιο εκρωσισμό των μουσουλμανικών περιφερειών. Στη συνεδρίαση της κομμουνιστικής φράξιας στο 10ο συνέδριο των σοβιέτ, τον Δεκέμβριο του 1922, κατήγγειλε βίαια την πολιτική «αυτονομίας» του Στάλιν εντός μίας και αδιαίρετης Ρωσίας και τον διαχωρισμό που κάνει ανάμεσα σε εθνότητες αρκετά προηγμένες ώστε να έχουν αντιπροσώπους στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των σοβιέτ και σε εκείνες τις εθνότητες που ο Στάλιν κρίνει πολύ καθυστερημένες για να αξίζουν αντιπροσώπους. Η κριτική του επαναλαμβάνει τις διαμαρτυρίες πολυάριθμων κατοίκων των μουσουλμανικών περιφερειών οι οποίοι βλέπουν συχνά στο πρόσωπο των ρώσων μπολσεβίκων που είναι παρόντες στα εδάφη τους τους κληρονόμους της τσαρικής αποικιοκρατίας. Σύμφωνα με τον αζέρο εθνικιστή Ρασούλ-Ζαντ, «η δικτατορία του προλεταριάτου στην Τασκένδη δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δικτατορία της Μόσχας στο Τουρκεστάν, όπως και η δικτατορία του προλεταριάτου στο Μπακού δεν είναι η δικτατορία του τούρκου εργάτη αλλά η δικτατορία της Μόσχας». Πολλοί Τάταροι, Μπασκίροι, Αζέροι, Καζάχοι, Ουζμπέκοι κομμουνιστές συμμερίζονται την κριτική του Ρασούλ-Ζαντ. Ο Στάλιν αντιδρά σ’ αυτή την απειλή ερμηνεύοντας την ως προδοσία· θα χαρακτηριστεί «σουλταν-γκαλιεφισμός».
Ο Σουλτάν-Γκαλίεφ διαπράττει την απερισκεψία να απευθύνει σε συντρόφους κρυπτογραφημένα γράμματα που ασκούσαν κριτική στην εθνική πολιτική της ηγεσίας και τα συνοδεύει με τη συμβουλή να τα κάψουν. Έτσι προσφέρει στον Στάλιν το μέσο να τον εξοντώσει. Μια έκτακτη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής και της Επιτροπής Ελέγχου εξετάζει την περίπτωση του από τις 9 έως τις 13 Ιουνίου του 1923. Ο Στάλιν παριστάνει τον μετριοπαθή και τον συμβιβαστή: απολογείται για τη μομφή ότι «υπερασπίστηκε υπερβολικά τον Σουλτάν-Γκαλίεφ». «Ναι, απαντά, πραγματικά τον υπερασπίστηκα μέχρι την ακραία δυνατότητα, πάντοτε το θεωρούσα και το θεωρώ υποχρέωση μου.» Όμως πίσω από το μειλίχιο και καθησυχαστικό υφός προβάλλει ήδη τα γαμψά νύχια του: καταγγέλλει την «απάτη» του Σουλτάν-Γκαλίεφ, την ανειλικρίνεια και τη διπλωματικότητα πολλών που παρεμβαίνουν, καθώς και τον εθνικισμό... των καταπιεζόμενων εθνικών μειονοτήτων, οι οποίες, κατά τη γνώμη του, υποστηρίζονται συστηματικά από το εξωτερικό. Όμως κλείνοντας την ομιλία του, κρύβει και πάλι τα νύχια του. Αποδοκιμάζει εκείνους που θέλουν να δικαστεί, ακόμη και να τουφεκιστεί ο Σουλτάν-Γκαλίεφ. «Πρέπει να τον απελευθερώσουμε. Αναγνώρισε όλα τα αμαρτήματα του και μετανόησε. Διώχθηκε από το κόμμα και φυσικά δεν θα επιστρέψει σ’ αυτό. Γιατί να τον κρατούμε φυλακισμένο;» Στην αίθουσα ορθώνονται φωνές ενάντια σ’ αυτή την υπερβολική επιείκεια. Ο Στάλιν παραμένει ακλόνητος, γρατσουνίζοντας ταυτόχρονα τον Τρότσκι: «Ο Σουλτάν-Γκαλίεφ είναι ξένο στοιχείο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι χειρότερος από ορισμένους στρατιωτικούς ειδικούς που κατέχουν σ’ εμάς σημαντικές θέσεις και υψηλές ευθύνες».
Ποιος δεν θα ένιωθε καθησυχασμένος από έναν τόσο ανεξίκακο γενικό γραμματέα, ο οποίος εντούτοις είναι ο δράστης της δολοπλοκίας που έκανε τον Σουλτάν-Γκαλίεφ να ομολογήσει γραπτά εγκλήματα εν μέρει φανταστικά; Αυτή είναι η πρώτη ανησυχητική πλευρά αυτής της υπόθεσης. Ο Στάλιν πρέπει να υποσχέθηκε στο θύμα του την επιείκεια της συνεδρίασης με αντάλλαγμα την αυτομαστίγωσή του που τον δυσφημεί. Η απόφαση που ψηφίζεται εναντίον του Τατάρου καταδικάζει τις πράξεις του ως «προδοσία», χαρακτηρίζει την πολιτική του «τερατώδη έκφραση της εθνικιστικής παρέκκλισης» και διαπιστώνει ότι «τέθηκε εκτός κόμματος». Κρατώντας μια ψεύτικη ισορροπία, η απόφαση καταδικάζει τον ρωσικό σοβινισμό, αλλά επιρρίπτει την ευθύνη μόνο στους Ρώσους που ζουν στις περιφέρειες των εθνικών μειονοτήτων και τους οποίους κατηγορεί ταυτοχρόνως ότι δεν «διεξάγουν αποφασιστική μάχη εναντίον της εθνικιστικής παρέκκλισης» των Τατάρων και των μουσουλμάνων, καθήκον δύσκολο για αγωνιστές οι οποίοι κατηγορούνται για ρωσικό σοβινισμό! Σε αυτό το κατηγορητήριο, που στρέφεται εναντίον των κομματικών μελών απαλλάσσοντας τους ηγέτες, νιώθουμε το χέρι του Στάλιν, ο οποίος ενδιαφέρεται να επικυρωθεί η πολιτική του από όλους τους παρόντες, μεταξύ των οποίων ο Τρότσκι. Ικανοποιημένος βαθιά που ισοπέδωσε τον Τρότσκι, που είναι υποχρεωμένος να καταδικάσει την «προδοσία» του Σουλτάν-Γκαλίεφ, επιδιώκει να τον γελοιοποιήσει αποδεχόμενος μια τροπολογία του η οποία εντούτοις, λέει, επαναλαμβάνει άσκοπα κάτι που υπάρχει ήδη στο ψήφισμα.
Ο Ζινόβιεφ θα μετανιώσει που άφησε τον Στάλιν να συλλάβει τον Σουλτάν-Γκαλίεφ. Ένιωσε, θα πει, τη γεύση του αίματος. Και ο Στάλιν από τη μεριά του μπορεί να-είναι ευχαριστημένος που έσπρωξε τον Τρότσκι να καταδικάσει τον Σουλτάν-Γκαλίεφ, πολυάριθμοι οπαδοί του οποίου «δηλώνουν ότι σήμερα ο υπερασπιστής τους είναι ο Τρότσκι και ότι στο εξής θα στηρίζουν παντού και πάντα τον Τρότσκι». Ο τελευταίος μπορεί να επικαλεστεί το γράμμα που του έστειλε ο Λένιν καλώντας τον να ασχοληθεί με το εθνικό ζήτημα, δεν θα μπορούσε όμως να υποστηρίξει κάποιον που «ομολογεί» ότι «πρόδωσε». Λίγο μετά από αυτή τη συνδιάσκεψη, η παράνομη δραστηριότητα ομάδων αντιπολιτευόμενων μπολσεβίκων, της Εργατικής Αλήθειας και της Εργατικής Ομάδας, ωθεί τον Τζερζίνσκι να απαιτήσει να καταγγέλλουν οι αγωνιστές στην Γκεπεού κάθε αντιπολιτευτική έκφραση μέσα στο κόμμα. Είναι η πρώτη εκδήλωση της αστυνομικής επιβολής πάνω στο κόμμα, η οποία θα επιτρέψει στον Στάλιν να το καθυποτάξει, να το εκκαθαρίσει και κατόπιν να το μετασχηματίσει εκ βάθρων.
Το δεύτερο μέρος της συνδιάσκεψης είναι αφιερωμένο στην πολιτική για τις εθνότητες. Ο Στάλιν, ο οποίος τον Απρίλιο έχει διαλύσει το Επιτροπάτο Εθνοτήτων, παρουσιάζει ένα άχρωμο εισηγητικό κείμενο, αλλά εμπιστεύεται σε κάποιον του χεριού του τον βίαιο καθορισμό της πραγματικής πολιτικής του. Ο ουκρανός Μανουίλσκι επιτίθεται με βιαιότητα: οι κομμουνιστές των ακριτικών περιοχών πρέπει να παλεύουν ενάντια στον δικό τους εθνικισμό, επαναλαμβάνει τέσσερις φορές σε μια σύντομη παρέμβαση, και ν’ αφήσουν στους Ρώσους τη φροντίδα να καταπολεμήσουν τον ρωσικό σοβινισμό!
Jean-Jaques Marie, Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν, εκδόσεις Οδυσσέας 2003, σελ. 260 – 264.
Επιμέλεια κειμένων: elaliberta.gr
Για τον Σουλτάν Γκαλίεφ και την μπολσεβικική πολιτική στις μουσουλμανικές περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης μπορείτε να διαβάσετε:
Ρώσικη Επανάσταση και Ισλάμ (Μέρος Ι, Dave Crouch: «Μπολσεβίκοι και Ισλάμ»)
Σημειώσεις
[1] [Σ.τ.επ.] Το 12ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκοι), 17-25 Απριλίου 1923.

