Ο Τραμπ, ο Πούτιν και η Ουκρανία: Προς μια κατανομή σφαιρών επιρροής εις βάρος του λαού
Του Eric Toussaint
ΠΗΓΗ: links.org.au, 10 Απριλίου 2026
Πρώτη Δημοσίευση: cadtm.org, 3 Απριλίου 2026
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:elaliberta.gr
Από την αρχή της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ αναδιαμορφώνει τη διεθνή στρατηγική των ΗΠΑ σύμφωνα με μια ωμή λογική σχέσεων ισχύος μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Ενώ εντείνει τις επιθετικές πολιτικές στη Μέση Ανατολή και την Αμερική, η κυβέρνησή του έχει ξεκινήσει μια στρατηγική αναπροσαρμογή της στάσης της έναντι της Ρωσίας.
Η Μόσχα, αντί να παρουσιάζεται ως ο κεντρικός εχθρός της παγκόσμιας τάξης, αντιμετωπίζεται πλέον ως δευτερεύων αντίπαλος με τον οποίο είναι δυνατή μια συνεννόηση. Ο στόχος της Ουάσιγκτον είναι σαφής: να αποτρέψει τη Ρωσία από το να ενισχύσει περαιτέρω τη συμμαχία της με την Κίνα, η οποία θεωρείται ο κύριος συστημικός αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό σηματοδοτεί μια απομάκρυνση από την πρώτη θητεία του και από εκείνη του Τζο Μπάιντεν από το 2021 έως το 2024.
Στρατηγικά έγγραφα που δημοσίευσε η κυβέρνηση Τραμπ μεταξύ Δεκεμβρίου 2025 και αρχών του 2026 επιβεβαιώνουν αυτή τη στροφή. Η Ρωσία περιγράφεται σε αυτά ως «επίμονη αλλά διαχειρίσιμη» απειλή, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες κατηγορούνται ότι υπερβάλλουν τον κίνδυνο που αυτή ενέχει και ότι τρέφουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες όσον αφορά την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να διαπραγματευτεί ένα γρήγορο τέλος του πολέμου υπό την αιγίδα της.
Αυτή η στροφή ανοίγει το δρόμο για ένα σενάριο με εκτεταμένες συνέπειες: μια συμφωνία μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων — των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας — που θα γίνει εις βάρος του ουκρανικού λαού.
Η πολιτική του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία
Από την αρχή της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εξασφαλίσει τη δέσμευση του Βλαντιμίρ Πούτιν ότι, πέρα από τις λεκτικές διαμαρτυρίες, δεν θα αντιδράσει σε πράξεις επιθετικότητας και πολέμου που διαπράττει η Ουάσιγκτον εναντίον των συμμάχων της Μόσχας, είτε πρόκειται για τη Βενεζουέλα είτε για το Ιράν, ή σε σχέση με τον πλήρη αποκλεισμό της Κούβας που ισχύει από τα τέλη Ιανουαρίου του 2026 [1]. Ο Τραμπ έχει σημειώσει μια στροφή από την πολιτική που υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, κατά την οποία αντιμετώπιζε την Κίνα και τη Ρωσία ισότιμα, θεωρώντας τις ως αντιπάλους που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν τη διεθνή τάξη που κυριαρχείται από την Ουάσιγκτον.
Ο Τραμπ στέλνει ένα μήνυμα στον Πούτιν ότι είναι διατεθειμένος να αποδεχτεί τη χρήση και την κατάχρηση βίας από τη Μόσχα στη γεωγραφική της σφαίρα επιρροής, ιδίως στην Ουκρανία, ακριβώς όπως κάνει η Ουάσιγκτον στην Αμερική, τη Μέση Ανατολή και αλλού. Ο Τραμπ διεκδικεί το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί βία οπουδήποτε στον κόσμο και ουσιαστικά αναγνωρίζει το δικαίωμα του Πούτιν να κάνει το ίδιο εντός μιας πιο περιορισμένης σφαίρας που αντιστοιχεί σε τμήμα του εδάφους της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας της τσαρικής εποχής και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό ακολουθεί την κλασική λογική μιας σιωπηρής διαίρεσης σφαιρών επιρροής μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ο Τραμπ μείωσε την άμεση στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία, μεταθέτοντας το βάρος αυτής της υποστήριξης στους δυτικοευρωπαίους συμμάχους του στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Τον Ιανουάριο του 2026, προσκάλεσε τη Μόσχα και τους συμμάχους της στην Λευκορωσία και στην Ουγγαρία να ενταχθούν στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης που ίδρυσε.
Στις 5 Μαρτίου 2026, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι επέτρεπε προσωρινά στη Ρωσία να εξάγει το πετρέλαιό της στην Ινδία χωρίς κυρώσεις, με την Ινδία είτε να το καταναλώνει είτε να το επανεξάγει σε άλλες περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης. Ένας από τους σιωπηρούς λόγους είναι να πείσει τη Ρωσία να περιοριστεί στην έκφραση προφορικών διαμαρτυριών ενάντια στη μαζική επιθετικότητα της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, του συμμάχου της.
Το σύνολο της πολιτικής του Τραμπ
Ο Τραμπ εκθέτει μια σειρά από θέσεις σχετικά με την Ευρώπη, τη Ρωσία και την Ουκρανία στο έγγραφο για τη νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας που δημοσιεύθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2025. Θεωρεί ότι η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο «διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα σκληρής ισχύος έναντι της Ρωσίας από σχεδόν κάθε άποψη, με εξαίρεση τα πυρηνικά όπλα»[2] και ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπερβάλλουν για την απειλή που αποτελεί η Ρωσία.
Το έγγραφο της κυβέρνησης Τραμπ συνεχίζει:
«Ως αποτέλεσμα του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία έχουν πλέον επιδεινωθεί σημαντικά, και πολλοί Ευρωπαίοι θεωρούν τη Ρωσία ως υπαρξιακή απειλή.»
Από τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένο το κείμενο, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ο Τραμπ δηλώνει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι η Ρωσία δεν αποτελεί υπαρξιακή απειλή για αυτές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Τραμπ έχει περιγράψει τη Ρωσία ως υπαρξιακή απειλή, αλλά αυτό δεν ισχύει ούτε στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 ούτε στη Στρατηγική Εθνικής Άμυνας που δημοσιεύθηκε στα τέλη Ιανουαρίου του 2026.
Ο Τραμπ πιστεύει ότι η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να υιοθετήσουν μια διαφορετική προσέγγιση από αυτή που ακολουθήθηκε μέχρι τώρα στις διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία όσον αφορά τα αιτήματα της τελευταίας. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σαφές στο ακόλουθο απόσπασμα:
«Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται σε αντίθεση με Ευρωπαίους αξιωματούχους που τρέφουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τον πόλεμο, ενώ οι ίδιες οι κυβερνήσεις τους είναι ασταθείς και μειοψηφικές, πολλές από τις οποίες καταπατούν βασικές αρχές της δημοκρατίας για να καταστείλουν την αντιπολίτευση.»
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καταστέλλουν τα πατριωτικά κόμματα, δηλαδή την νεοφασιστική ακροδεξιά.
Το κείμενο του Τραμπ συνεχίζει:
«Μια μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων επιθυμεί την ειρήνη, όμως αυτή η επιθυμία δεν μεταφράζεται σε πολιτική, κυρίως λόγω της υπονόμευσης των δημοκρατικών διαδικασιών από τις κυβερνήσεις αυτές.»
Και προσθέτει:
«Αυτό έχει στρατηγική σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες ακριβώς επειδή τα ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις αν βρίσκονται εγκλωβισμένα σε πολιτική κρίση.»
Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ δηλώνει ότι είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να βρίσκονται στην κυβέρνηση πατριωτικά κόμματα (δηλαδή ακροδεξιά και νεοφασιστικά), κάτι που, σύμφωνα με την τρέχουσα κυβέρνηση, θα έλυνε την πολιτική κρίση.
Στο παραπάνω απόσπασμα, φυσικά, υπάρχει μια πολύ σαφής απόρριψη των κυβερνήσεων της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Ισπανίας, της Δανίας, της Πολωνίας και άλλων χωρών. Αντίθετα, αυτό ενισχύει τη θέση του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν και του Σλοβάκου πρωθυπουργού Ρόμπερτ Φίτσο, τους οποίους επισκέφθηκε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο τον Φεβρουάριο του 2026 μετά τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο αυτές κυβερνήσεις τάσσονται υπέρ της χαλάρωσης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας του Πούτιν και έχουν εκφράσει την υποστήριξή τους στον Τραμπ.
Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ ΕΕ, Ηνωμένου Βασιλείου, Ρωσίας και Ουκρανίας, είναι σαφές ότι ο Τραμπ θέλει να παραμείνει στο επίκεντρο του διπλωματικού παιχνιδιού:
«Η διαχείριση των ευρωπαϊκών σχέσεων με τη Ρωσία θα απαιτήσει σημαντική διπλωματική εμπλοκή των ΗΠΑ, τόσο για την αποκατάσταση των συνθηκών στρατηγικής σταθερότητας σε ολόκληρη την ευρασιατική ήπειρο, όσο και για τον περιορισμό του κινδύνου σύγκρουσης μεταξύ της Ρωσίας και των ευρωπαϊκών κρατών.»
Από το προηγούμενο απόσπασμα μπορεί επίσης να συναχθεί ότι, δεδομένης της στρατιωτικής υπεροχής των χωρών της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι της Ρωσίας, η επαναφορά της ισορροπίας θα πρέπει να είναι υπέρ της Ρωσίας. Η ίδια ιδέα διατυπώνεται και στο ακόλουθο απόσπασμα:
«Αποτελεί βασικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να διαπραγματευτούν την ταχεία παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία, με σκοπό τη σταθεροποίηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, την αποτροπή ακούσιας κλιμάκωσης ή επέκτασης του πολέμου και την αποκατάσταση της στρατηγικής σταθερότητας με τη Ρωσία, καθώς και για να καταστεί δυνατή η ανασυγκρότηση της Ουκρανίας μετά τις εχθροπραξίες, ώστε να εξασφαλιστεί η επιβίωσή της ως βιώσιμου κράτους.»
Στο παραπάνω απόσπασμα, ο Τραμπ επαναλαμβάνει ότι επιθυμεί την ταχεία παύση των εχθροπραξιών και ασκεί πίεση στην ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ουκρανία να κάνουν παραχωρήσεις στη Ρωσία, όλα υπό την αιγίδα της Ουάσιγκτον.
Η πολιτική του Τραμπ απέναντι στην Ουκρανία
Ο Τραμπ δεν δείχνει κανένα σεβασμό στο δικαίωμα του ουκρανικού λαού να υπερασπιστεί την κυριαρχία του. Ωστόσο, αν η εισβολή του Φεβρουαρίου του 2022 αποτράπηκε σε μεγάλο βαθμό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο ουκρανικός λαός αντιστάθηκε και απέδειξε την προσήλωσή του στην κυριαρχία της χώρας του. Αν ο ουκρανικός λαός δεν είχε υποστηρίξει μαζικά την αντίσταση, τα όπλα που έστειλαν οι δυτικές δυνάμεις στις αρχές του Κιέβου δεν θα ήταν αρκετά για να αποτρέψουν το αρχικό σχέδιο του Πούτιν, το οποίο ήταν να εισβάλει με τον στρατό του στο Κίεβο, να αλλάξει το καθεστώς και να καταλάβει ένα σημαντικό τμήμα του ουκρανικού εδάφους, ξεκινώντας από την ανατολική πλευρά της χώρας.
Η διατύπωση αυτής της θέσης πρέπει να συνοδεύεται από κριτική των νεοφιλελεύθερων και σοβινιστικών εθνικιστικών πολιτικών της δεξιάς κυβέρνησης του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς και από καταδίκη του ΝΑΤΟ και των ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών του Τραμπ και των Ευρωπαίων όσον αφορά την Ουκρανία. Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί ότι η Ουκρανία δεν είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη.
Ο Τραμπ δεν δίνει δεκάρα για το διεθνές δίκαιο και πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει βία για να καταλάβει τον έλεγχο των πετρελαϊκών πόρων της Βενεζουέλας ή του Ιράν, αφού εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση εναντίον αυτών των χωρών. Πιστεύει ότι η Ρωσία του Πούτιν, εντός της άμεσης σφαίρας επιρροής της, μπορεί να πράξει το ίδιο, αρκεί να μην βλάπτει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ανατολική Ευρώπη. Ο Τραμπ είναι έτοιμος να συνάψει συμφωνία με τον Πούτιν εις βάρος του ουκρανικού λαού.
Ο Πούτιν ενδέχεται να διατηρήσει ή να καταλάβει τον έλεγχο μέρους του εδάφους, του πληθυσμού και των φυσικών πόρων της Ουκρανίας, εφόσον οι αμερικανικές εταιρείες εξασφαλίσουν αντίστοιχα οφέλη στο υπόλοιπο ουκρανικό έδαφος. Υπό αυτόν τον όρο, η Ουάσιγκτον θα ήταν διατεθειμένη να προστατεύσει τις αποδυναμωμένες ουκρανικές αρχές και το έδαφος επί του οποίου διατηρούν τον έλεγχο, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές στο Κίεβο θα επιτρέψουν στις αμερικανικές εταιρείες να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη.
Αυτό που προτείνει ο Τραμπ είναι μια συμφωνία μεταξύ δύο αρπακτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των ΗΠΑ και της Ρωσίας, οι οποίες συμφωνούν να αγνοήσουν το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και στην άσκηση κυριαρχίας επί των εδαφών τους και των φυσικών πόρων που βρίσκονται σε αυτά. Οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παραγκωνίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον Τραμπ, παρόλο που και αυτές επιδιώκουν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα και εκείνα των μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών τους, οι οποίες λαχταρούν τους φυσικούς πόρους, τη γη και την αγορά της Ουκρανίας.
Η στάση του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία
Ο Τραμπ πιστεύει ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις έκαναν το λάθος να ενθαρρύνουν τη δημιουργία συμμαχίας μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, η οποία ενίσχυσε τη θέση της Κίνας. Ο Τραμπ επιθυμεί να απομακρύνει τη Ρωσία από την Κίνα ή, τουλάχιστον, να αποδυναμώσει τους δεσμούς μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων.
Η Ουάσιγκτον, η οποία θεωρεί την Κίνα ως τον κύριο και συστημικό της αντίπαλο, προσπαθεί επομένως να μειώσει την τάση της Ρωσίας να ενισχύει τους δεσμούς της με την Κίνα [3]. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 θεωρεί τη Ρωσία ως έναν σοβαρό αλλά στρατηγικά δευτερεύοντα στρατιωτικό αντίπαλο, τον οποίο πρέπει να περιορίσει χωρίς να τον αναγάγει σε εχθρό του πολιτισμού, προκειμένου να συγκεντρώσει τους πόρους των ΗΠΑ (στρατιωτικούς και οικονομικούς) στην καταπολέμηση της Κίνας.
Η αντίδραση του Κρεμλίνου στη δημοσίευση της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας 2025
Ο Ντμίτρι Πεσκόφ, εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου, σχολίασε το έγγραφο της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε στις 7 Δεκεμβρίου 2025 στον Ρώσο κρατικό δημοσιογράφο Πάβελ Ζαρούμπιν για το κανάλι «Ρωσία 1», η οποία μεταδόθηκε ευρέως από ρωσικά μέσα ενημέρωσης όπως τα Interfax, Fontanka και TASS:
«Οι προσαρμογές που έγιναν στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στο όραμά μας.»
Στο πλήρες δελτίο τύπου που δημοσίευσε το ρωσικό διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης Fontanka.ru στις 7 Δεκεμβρίου 2025 αναφέρεται:
«Ο Πεσκόφ σχολίασε τη νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ. Οι αλλαγές που επήλθαν στη στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στην οπτική της ρωσικής κυβέρνησης. Έτσι σχολίασε ο Ντμίτρι Πεσκόφ, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, την επικαιροποίηση του εγγράφου στον δημοσιογράφο Πάβελ Ζαρούμπιν. Ο εκπρόσωπος του Προέδρου εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα στρατηγική θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα να συνεχίσουν την εποικοδομητική συνεργασία τους όσον αφορά το ζήτημα της Ουκρανίας. Η επικαιροποιημένη στρατηγική δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου από την κυβέρνηση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Οι σχέσεις με την Ευρώπη και η σύγκρουση στην Ουκρανία κατέχουν εξέχουσα θέση στο έγγραφο. Τονίζεται επίσης ότι το ΝΑΤΟ δεν πρέπει να είναι μια «συμμαχία που επεκτείνεται ατέλειωτα». Ο Πεσκόφ υπογράμμισε ότι η εφαρμογή αυτής της έννοιας πρέπει να παρακολουθείται στενά.»
Το πρακτορείο ειδήσεων Interfax, από την πλευρά του, έγραψε στις 7 Δεκεμβρίου 2025:
«Το Κρεμλίνο χαιρέτισε τη διατύπωση σχετικά με το ΝΑΤΟ που περιλαμβάνεται στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ. Ο Μεντβέντεφ θεωρεί τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ ως μια προσπάθεια βελτίωσης των σχέσεων με τη Ρωσία. Το Κρεμλίνο καλωσορίζει τη διατύπωση που περιλαμβάνεται στην επικαιροποιημένη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ σχετικά με το πάγωμα της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, αλλά θα παρακολουθεί στενά την πρακτική εφαρμογή του εν λόγω εγγράφου.»
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ είναι Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας και Πρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος «Ενωμένη Ρωσία».
Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει τη Ρωσία μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης θητείας του Τραμπ
Στη Στρατηγική Εθνικής Άμυνας 2026 που δημοσιεύθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 2026 (NDS 2026), η Ρωσία χαρακτηρίζεται ως «επίμονη αλλά διαχειρίσιμη απειλή» για το ΝΑΤΟ, μια αλλαγή προς όφελος της Ρωσίας σε σύγκριση με τους πιο ανησυχητικούς χαρακτηρισμούς σε προηγούμενα έγγραφα, τα οποία περιέγραφαν τη Ρωσία ως «αναθεωρητική δύναμη» κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ το 2017, και ως «άμεση απειλή για τη διεθνή τάξη» και «οξεία απειλή» το 2022, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν. Η NSS του 2022 της κυβέρνησης Μπάιντεν υποστήριξε ότι η Ρωσία «έχει καταστρέψει την ειρήνη στην Ευρώπη».
Στη στρατηγική ορολογία της αμερικανικής κυβέρνησης, ο όρος «αναθεωρητική δύναμη» αναφέρεται σε ένα κράτος που επιδιώκει να αλλάξει τους κανόνες, τους θεσμούς ή την ισορροπία δυνάμεων της υφιστάμενης διεθνούς τάξης υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ. Σε έγγραφα της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ και της προεδρίας Μπάιντεν, η Ρωσία και η Κίνα παρουσιάζονταν ως αναθεωρητικές δυνάμεις.
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το NDS 2026 σχετικά με τη Ρωσία:
«‘Η ρωσική στρατιωτική απειλή επικεντρώνεται κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη’, ‘Η Μόσχα δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει την ευρωπαϊκή ηγεμονία. Το ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ ξεπερνά κατά πολύ τη Ρωσία σε οικονομική κλίμακα, πληθυσμό και, κατά συνέπεια, σε δυνητική στρατιωτική ισχύ... ‘
‘Ευτυχώς, οι σύμμαχοί μας στο ΝΑΤΟ είναι σημαντικά ισχυρότεροι από τη Ρωσία — δεν υπάρχει καν σύγκριση. Μόνο η οικονομία της Γερμανίας ξεπερνά κατά πολύ εκείνη της Ρωσίας.’»
Η κοινή βάση μεταξύ Τραμπ και Πούτιν
Παρά τις γεωπολιτικές αντιπαλότητές τους, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντιμίρ Πούτιν μοιράζονται μια σειρά σημαντικών ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων.
Και οι δύο διακρίνονται για τον ακραίο αντικομμουνισμό τους και την ανεπιφύλακτη υποστήριξή τους στο καπιταλιστικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των πιο βίαιων μορφών εκμετάλλευσης της εργασίας και των φυσικών πόρων.
Ο Τραμπ και ο Πούτιν είναι εθνικιστές που υποστηρίζουν την υπεροχή των δικαιωμάτων της κυρίαρχης εθνότητας στην οποία ανήκουν. Ο Τραμπ υποστηρίζει τους υπέρμαχους της λευκής υπεροχής και υποστηρίζει την υπεροχή των συμφερόντων των ΗΠΑ έναντι εκείνων των ξένων εθνών, τα οποία δεν διστάζει να αντιμετωπίζει με ρατσιστικούς όρους. Ο Πούτιν υποστηρίζει τον μεγαλορωσικό σοβινισμό και καταγγέλλει τον Λένιν για τη «δημιουργία» (sic) της Ουκρανίας και την αναγνώριση του δικαιώματός της να αποσχιστεί από την ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας του 1920.
Υποστηρίζουν επίσης μια ενεργειακή πολιτική που βασίζεται στην εντατική εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, συμβάλλοντας έτσι στην επιδείνωση της τρέχουσας παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής.
Στο κοινωνικό μέτωπο, οι θέσεις τους συγκλίνουν προς ομοφοβικές στάσεις και εχθρότητα απέναντι στα δικαιώματα των ατόμων της κοινότητας LGBTQIA+, συνοδευόμενες από την προώθηση συντηρητικών αξιών που στηρίζονται σε μια αντιδραστική προσέγγιση του χριστιανισμού.
Στο διεθνές προσκήνιο, τόσο ο Τραμπ όσο και ο Πούτιν προτιμούν τη χρήση στρατιωτικής βίας για να επιβάλουν τους πολιτικούς και οικονομικούς τους στόχους, αψηφώντας το διεθνές δίκαιο. Η προσέγγιση αυτή συνοδεύεται από αποφασιστική υποστήριξη της ταχείας και μαζικής επέκτασης των βιομηχανιών όπλων, καθώς και της αυξημένης χρήσης στρατιωτικής δύναμης.
Η εξωτερική πολιτική τους βασίζεται επίσης στην επανειλημμένη χρήση αμφισβητήσιμων ή αβάσιμων προφασών για να δικαιολογήσουν τη χρήση βίας. Επιπλέον, και οι δύο καλλιεργούν έναν σοβινισμό μεγάλων δυνάμεων και έναν υπέρμετρο εθνικισμό, χαρακτηριστικά των αυταρχικών πολιτικών σχεδίων.
Επιπλέον, διατηρούν στενούς δεσμούς με τις ευρωπαϊκές ακροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες με τη σειρά τους εκφράζουν έντονη συμπάθεια απέναντί τους.
Ο Τραμπ προσφέρει πλήρη υποστήριξη στην ισραηλινή κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος είναι νεοφασίστας και υπεύθυνος για τη γενοκτονία στη Γάζα. Ο Πούτιν, από την πλευρά του, διατηρεί εγκάρδιες σχέσεις με τον Νετανιάχου και συνεχίζει τις ρωσικές εξαγωγές προς το Ισραήλ — άνθρακα, πετρέλαιο και σιτηρά — χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τις υφιστάμενες εμπορικές συμφωνίες.
Ο Πούτιν έχει επίσης συμφωνήσει κατ’ αρχήν στη δημιουργία ενός Παγκόσμιου Συμβουλίου υπό την προεδρία του Τραμπ και επιθυμεί η Ρωσία να γίνει μέλος του. Στο πλαίσιο αυτό, καλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν το πάγωμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε η Ρωσία να μπορέσει να καταβάλει το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων που απαιτείται ως συνδρομή για να γίνει μόνιμο μέλος αυτού του οργάνου, το οποίο είναι εντελώς παράνομο.
Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Πούτιν κάνουν εκτεταμένη και αμφιλεγόμενη χρήση του όρου «γενοκτονία», ενώ αρνούνται να αναγνωρίσουν ή να καταδικάσουν τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού. Ο Τραμπ ισχυρίζεται έτσι ότι η κυβέρνηση στην Πρετόρια είναι υπεύθυνη για μια «γενοκτονία των λευκών» στη Νότια Αφρική, ενώ ο Πούτιν υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση στο Κίεβο διαπράττει γενοκτονία εναντίον των ρωσικών πληθυσμών στην Ουκρανία.
Πέρα από αυτές τις ιδεολογικές και γεωπολιτικές ομοιότητες, ο Τραμπ και ο Πούτιν παρουσιάζουν επίσης έντονες ομοιότητες στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και ασκούν την εξουσία. Και οι δύο προτιμούν ένα εξαιρετικά προσωποποιημένο στυλ ηγεσίας, που επικεντρώνεται στη μορφή ενός ηγέτη ο οποίος παρουσιάζεται ως η άμεση ενσάρκωση του έθνους και της βούλησής του. Ο πολιτικός τους λόγος βασίζεται συχνά σε ρητορική που αντιπαραθέτει «τον λαό» στις πολιτικές, δημοσιογραφικές ή οικονομικές ελίτ, τις οποίες κατηγορούν για προδοσία των εθνικών συμφερόντων.
Σε αυτό το πλαίσιο, επιδεικνύουν έντονη δυσπιστία απέναντι στους πολυμερείς θεσμούς και το διεθνές δίκαιο, όταν αυτοί θεωρούνται εμπόδια για τους στρατηγικούς τους στόχους. Επιπλέον, οι πολιτικές τους πρακτικές συνοδεύονται από συνεχή κριτική των μέσων ενημέρωσης που θεωρούνται εχθρικά και από εντατική χρήση επικοινωνιακών στρατηγικών που αποσκοπούν στην παράκαμψη ή την απονομιμοποίηση των θεσμικών ελέγχων και ισορροπιών. Αυτά τα στοιχεία συμβάλλουν στην ενσωμάτωση των πολιτικών τους σχεδίων σε μια εξαιρετικά εξατομικευμένη, ιμπεριαλιστική και νεοφασιστική αυταρχική αντίληψη της εξουσίας.
Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ Τραμπ και Πούτιν;
Μια διαφορά που αξίζει να επισημανθεί έγκειται στην προσέγγισή τους όσον αφορά τον πόλεμο και την άμεση χρήση στρατιωτικής δύναμης. Ο Τραμπ είναι πεπεισμένος ότι είναι δυνατόν να κερδίσει κανείς συγκρούσεις χωρίς να δεσμεύσει αμερικανικά στρατεύματα στο έδαφος για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίνοντας προτεραιότητα στην τεχνολογική υπεροχή, στις επιθέσεις από απόσταση και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις περιορισμένης διάρκειας, με σχεδόν μηδενικές αμερικανικές απώλειες. Η αυταπάτη του Τραμπ διαλύθηκε στον πόλεμο του εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο–Απρίλιο του 2026.
Αντίθετα, ο Πούτιν επέλεξε μια διαφορετική στρατηγική με τη μαζική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η οποία περιελάμβανε την ανάπτυξη πολύ μεγάλων χερσαίων δυνάμεων και είχε ως αποτέλεσμα εξαιρετικά υψηλές ανθρώπινες απώλειες τόσο από τη ρωσική όσο και από την ουκρανική πλευρά.
Μια άλλη θεμελιώδης διαφορά αφορά τη θέση των αντίστοιχων κρατών τους στην παγκόσμια ιεραρχία του καπιταλισμού. Ο Τραμπ ηγείται της κύριας καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης του κόσμου, των ΗΠΑ. Ο Πούτιν, από την πλευρά του, ηγείται μιας δευτερεύουσας καπιταλιστικής ιμπεριαλιστικής δύναμης, η οποία είναι αποδυναμωμένη και βρίσκεται σε σχετική παρακμή, αλλά παραμένει σημαντικός στρατηγικός παράγοντας λόγω της κατοχής ενός πυρηνικού οπλοστασίου που είναι σε γενικές γραμμές συγκρίσιμο με αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τέλος, οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες τους διαφέρουν ως προς την κλίμακα της παρέμβασής τους. Η ιμπεριαλιστική πολιτική του Τραμπ στοχεύει ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ αυτή του Πούτιν επικεντρώνεται κυρίως στον μετασοβιετικό χώρο και την άμεση περιφέρειά του, παρόλο που η Ρωσία έχει επιχειρήσει να επεκτείνει την επιρροή της σε άλλες περιοχές, όπως η Συρία — όπου, ωστόσο, υπέστη μια οπισθοδρόμηση με την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ.
Έχουν ο Τραμπ και το στρατιωτικό-βιομηχανικό συγκρότημα των ΗΠΑ συμφέρον να τερματιστεί γρήγορα ο πόλεμος στην Ουκρανία;
Στο παρόν στάδιο, το 2026, σε αντίθεση με όσα ισχυριζόταν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ή στην αρχή της θητείας του, η λήξη του πολέμου στην Ουκρανία δεν αποτελεί προτεραιότητα για τον Τραμπ, για διάφορους λόγους.
Πράγματι, η συνέχιση του πολέμου προσδίδει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο επιχείρημα των ΗΠΑ για να πείσουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ να συνεχίσουν να αυξάνουν σημαντικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, γεγονός που ενισχύει τις εξαγωγές όπλων από μεγάλες αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες.
Επιπλέον, η Ουάσιγκτον έχει εξασφαλίσει συμφωνία με τις ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, η οποία εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντά της. Οι χώρες αυτές προμηθεύονται από τις ΗΠΑ τα όπλα που παρέχουν στην Ουκρανία, τα οποία χρησιμοποιούνται εντατικά για όσο διάστημα συνεχίζεται η ενεργός σύγκρουση. Ο Τραμπ έχει ουσιαστικά θέσει τέλος στις νέες άμεσες προμήθειες όπλων προς την Ουκρανία.
Η συνέχιση του πολέμου αποσπά επίσης εν μέρει την προσοχή από τις επιθετικές ενέργειες που διαπράττουν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τις διαταγές του Τραμπ στον υπόλοιπο κόσμο.
Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία και η πίεση που ασκεί αυτό στη ρωσική οικονομία και στον πληθυσμό της εμποδίζουν τον Πούτιν να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις σε άλλες ηπείρους, εκτός από μερικές αφρικανικές χώρες, υπό τη μορφή ρωσικού ιδιωτικού στρατού.
Τέλος, στις 5 Μαρτίου 2026, ο Τραμπ χαλάρωσε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσον αφορά τις πωλήσεις πετρελαίου. Σε συνδυασμό με την αύξηση των παγκόσμιων τιμών των καυσίμων που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τον οποίο υποκίνησαν η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ, η Ρωσία του Πούτιν σημειώνει αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές, γεγονός που συμβάλλει στη διατήρηση του επιθετικού πολέμου κατά της Ουκρανίας.
Συμπέρασμα
Τελικά, η πολιτική του Τραμπ έναντι της Ρωσίας ακολουθεί την κλασική λογική της αντιπαλότητας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων: να αναχαιτίσει την αυξανόμενη προσέγγιση μεταξύ Μόσχας και Κίνας, να διατηρήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο επίκεντρο της διπλωματικής σκηνής και να επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές χώρες με το κύριο κόστος του πολέμου στην Ουκρανία. Πίσω από την επίσημη ρητορική που ζητά το γρήγορο τέλος των εχθροπραξιών, η Ουάσιγκτον δεν έχει απαραίτητα συμφέρον για άμεση ειρήνη.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η προοπτική μιας συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας εις βάρος του ουκρανικού λαού. Οι ιδεολογικές και πολιτικές ομοιότητες μεταξύ Τραμπ και Πούτιν —η προσήλωση στον αυταρχικό καπιταλισμό, ο εθνικισμός των μεγάλων δυνάμεων, ο επιθετικός στρατιωτικός ιμπεριαλισμός, η περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου και η εγγύτητα με τις ακροδεξιές δυνάμεις— διευκολύνουν μια τέτοια λογική των σχέσεων ισχύος μεταξύ κρατών.
Πέρα από τις αντιπαλότητες και τις διαφορές τους σε θέματα ισχύος, οι δύο ηγέτες μοιράζονται την ίδια κοσμοθεωρία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι λαοί —και ιδίως ο ουκρανικός λαός— κινδυνεύουν να γίνουν τα κύρια θύματα μιας νέας γεωπολιτικής ισορροπίας που βασίζεται στη διαίρεση των σφαιρών επιρροής.
Ωστόσο, δεν πρέπει να αποκλείσουμε μια πιθανή αλλαγή στη στάση του Τραμπ στο μέλλον. Εάν δεν καταφέρει να επιτύχει τους στόχους του στις διαπραγματεύσεις με τον Πούτιν, είναι ικανός να υιοθετήσει μια πολύ πιο σκληρή στάση και να παρουσιάσει τη Ρωσία ως μια πολύ πιο σοβαρή απειλή από ό,τι υποδηλώνουν τα έγγραφα που μόλις αναλύσαμε.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Τραμπ και Πούτιν δεν λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και τα δικαιώματα των λαών. Πρέπει να οικοδομήσουμε την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών από τη βάση, προκειμένου να ενισχύσουμε την αντίσταση στην άνοδο του νεοφασισμού και στην αύξηση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, από όπου και αν προέρχεται.
Ο συγγραφέας θα ήθελε να ευχαριστήσει τους Sushovan Dhar, Antoine Larrache και Maxime Perriot για τη κριτική ανάγνωση του κειμένου.
Σημειώσεις:
[1] Η Ρωσία έστειλε ένα πετρελαιοφόρο στην Κούβα, το οποίο έφτασε στο λιμάνι του Ματάνσας στα τέλη Μαρτίου του 2026 με φορτίο πετρελαίου επαρκές για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας για περίπου δύο εβδομάδες. Πρόκειται για το πρώτο πετρελαιοφόρο που φτάνει στην Κούβα από τον Ιανουάριο του 2026. Ο Τραμπ επέτρεψε να συμβεί αυτό παρά το πλήρες εμπάργκο που έχει επιβληθεί στις παραδόσεις πετρελαίου προς τις αρχές του νησιού. Πιθανότατα πρόκειται για μια χειρονομία του Τραμπ προς τη Μόσχα σε σχέση με τον εν εξελίξει πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
[2] Απόσπασμα από το έγγραφο της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, σ. 25 (NSS 2025) https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf?internal=true
[3] Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η Ρωσία έχει καταστεί όλο και πιο εξαρτημένη οικονομικά από την Κίνα, ιδίως όσον αφορά τις εξαγωγές ενέργειας και τις εισαγωγές τεχνολογίας, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τον στόχο της Ουάσιγκτον να αποδυναμώσει τη συμμαχία Μόσχας-Πεκίνου.

