Sahasranshu Dash
Siavash Shahabi
Οι διαμαρτυρίες και η καταστολή που προηγήθηκαν της αμερικανο-ισραηλινής βομβιστικής εκστρατείας αποκάλυψαν τόσο την ευθραυστότητα της ιρανικής κυβερνητικής ελίτ όσο και την οργανωτική αδυναμία της ιρανικής κοινωνίας των πολιτών – δυναμικές που θα συνεχίσουν να καθορίζουν τη χώρα τους επόμενους μήνες.
Έθαψαν τη βίαιη δολοφονία των διαδηλωτών στις 8-9 Ιανουαρίου κάτω από έτοιμες ετικέτες: «ξένη παρέμβαση», «Μοσάντ», «CIA». Με άλλα λόγια, αντί να ονομάσουν τον δολοφόνο, κατηγόρησαν το θύμα. Αυτή είναι η κλασική δουλειά της ιδεολογίας: να μετατρέπει το αίμα των ανθρώπων σε «αρχείο ασφαλείας» και την πολιτική σε διαχείριση του εγκλήματος. Και μην ξεχνάτε τις προηγούμενες σφαγές, καθώς και την ψυχρή αδιαφορία απέναντι στο προοδευτικό κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Αλλά τώρα, όταν ένας φασίστας πεθαίνει στα χέρια της ίδιας πολεμικής μηχανής, ξαφνικά θρηνούν. Ξαφνικά δείχνουν «ηθική ανησυχία» και βγάζουν όμορφες ομιλίες για το «δικαίωμα των Ιρανών στη ζωή». Σαν το δικαίωμα στη ζωή να είναι ένα προνόμιο υπό προϋποθέσεις: αν ταιριάζεις στην ιστορία που θέλει η εξουσία, θεωρείσαι «άνθρωπος». Αν δεν ταιριάζεις, είσαι είτε «πράκτορας» είτε «αναγκαίο κόστος».
Στις 21 Φεβρουαρίου 2026, τα ιρανικά πανεπιστήμια μετατράπηκαν για άλλη μια φορά σε κέντρα διαμαρτυριών, συνθημάτων και συγκρούσεων. Η πρώτη μέρα των δια ζώσης μαθημάτων μετά από εβδομάδες κλεισίματος και διαδικτυακής διδασκαλίας συνέπεσε με την 40ή ημέρα από τον θάνατο των θυμάτων των διαμαρτυριών του Ιανουαρίου. Αντί να σηματοδοτήσει την επιστροφή στην «κανονική ζωή», η μέρα αυτή ανέδειξε για άλλη μια φορά το βαθύ χάσμα μεταξύ των φοιτητών και του κράτους.
Η κρίση του Ιράν δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των κυρώσεων, ούτε αποτέλεσμα μιας ξένης συνωμοσίας. Είναι το προϊόν συσσωρευμένων διαρθρωτικών κρίσεων μέσα σε μια καπιταλιστική οικονομία που βασίζεται στην εκμετάλλευση και καθοδηγείται από την πολιτική της ασφάλειας. Οι κυρώσεις θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί, αλλά η συστημική διαφθορά, η αναζήτηση κέρδους, οι βαθιές σχέσεις μεταξύ των θεσμών ασφαλείας και στρατού και της οικονομίας, καθώς και η μετακύλιση του κόστους στους μισθωτούς έχουν μετατρέψει την κρίση σε μια εκρηκτική κατάσταση διαβίωσης. Η λογική της αγοράς και του κέρδους στο Ιράν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως και αλλού...
H βασική θέση της Χοσεϊνζάντε ήταν απλή: ο δρόμος είναι το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας συσσωρευμένης πίεσης, καταστολής και διάσπαρτης οργάνωσης από τη βάση προς την κορυφή. Οι γνωστές προσωπικότητες φτάνουν αργά. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι, αντί να ενισχύσουν την ποικιλομορφία του κινήματος και την πραγματική εμπειρία στο πεδίο, εμφανίζονται σχέδια που δεν έχουν ως στόχο να ανοίξουν τον δρόμο προς την ελευθερία, αλλά να διαχειριστούν και να ελέγξουν ένα κίνημα που έχει ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο. Παρακολουθήστε ολόκληρη τη συνέντευξη με αγγλικούς υπότιτλους στο βίντεο στο τέλος του κειμένου
Στις εμπορικές αρτηρίες της Τεχεράνης, η κρίση γίνεται αισθητή πριν εμφανιστεί σε οποιοδήποτε γράφημα. Εμφανίζεται ως ανασφάλεια. Ένας καταστηματάρχης κοιτάζει τον υπολογιστή του και δεν πληκτρολογεί. Οι πελάτες ρωτούν για την τιμή και αντί για έναν αριθμό, λαμβάνουν μια παύση. Μια φράση που ακούγεται συνηθισμένη, αλλά κρύβει ολόκληρη την οικονομία: «Δεν μπορώ να σας πω την τιμή». Όταν ένα νόμισμα καταρρέει τόσο γρήγως, το εμπόριο παύει να είναι εμπόριο. Μετατρέπεται σε καθημερινό δημοψήφισμα για τον φόβο. Οι άνθρωποι δεν χάνουν μόνο την αγοραστική τους δύναμη, χάνουν την ικανότητα να σχεδιάζουν, να εμπιστεύονται, να φαντάζονται το αύριο. Αυτό είναι το έδαφος από το οποίο αναπτύχθηκε το τελευταίο κύμα διαμαρτυριών.
Ο Νετανιάχου έσπευσε να αξιοποιήσει τη σφαγή του Σίδνεϊ κατηγορώντας την πλατιά πίεση για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, λες και τα δικαιώματα των Παλαιστινίων είναι κάποιο είδος «σκανδάλης τρομοκρατίας», ενώ ο Έλληνας υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε αμέσως τους επιτιθέμενους «ισλαμιστές τρομοκράτες» πριν ακόμη τα γεγονότα γίνουν δημόσια γνωστά. Αυτό είναι ρατσισμός — απλός και συγκεκριμένος: η μετατροπή της εβραϊκής θλίψης σε πρόσχημα για την ποινικοποίηση των Παλαιστινίων και η μετατροπή μιας αντισημιτικής θηριωδίας σε συλλογική δυσπιστία απέναντι στους μουσουλμάνους. Είναι ο ίδιος αποικιακός αλγόριθμος κάθε φορά: αντικατάσταση της έρευνας με την ταυτότητα, αντικατάσταση των ανθρώπων με ετικέτες και στη συνέχεια προσποίηση ότι το μίσος «απλά συμβαίνει».
Στις 10 Ιανουαρίου 2026, στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, μια σειρά από ιρανικά μαρξιστικά κόμματα και οργανώσεις διοργανώνουν ένα συνέδριο που συγκαλείται από το «Συμβούλιο Συνεργασίας Αριστερών και Κομμουνιστικών Δυνάμεων» – μια συμμαχία που σήμερα αποτελεί ένα από τα λίγα σταθερά πλαίσια συνεργασίας μεταξύ τμημάτων της επαναστατικής αριστεράς στην εξορία. Το συμβούλιο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2018, μετά από μια κοινή διάσκεψη στην ίδια πόλη, μέσω μιας δήλωσης με τίτλο «Μια σοσιαλιστική εναλλακτική λύση είναι αναγκαία και εφικτή» – ένα κείμενο που καλούσε ρητά την επαναστατική ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας και την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής τάξης στο Ιράν που θα βασίζεται σε συμβούλια.
Την Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2025, ο γραμματέας της έδρας «Enjoining Good & Forbidding Wrong» (Προώθηση του καλού και απαγόρευση του κακού) της επαρχίας Τεχεράνης ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός νέου «Κέντρου Ελέγχου για την Αγνότητα και το Χιτζάμπ», παράλληλα με την οργάνωση και ενεργοποίηση «περισσότερων από 80.000 εκπαιδευμένων εθελοντών» καθώς και 4.575 εκπαιδευτών και δικαστικών βοηθών («zabet-e qazaei»). Οι αξιωματούχοι το χαρακτήρισαν ως μια πολιτιστική-κοινωνική εκστρατεία που διεξάγεται με φορείς «πολιτισμού και ασφάλειας». Αυτό δεν είναι φήμη· πολλά ιρανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν τις δηλώσεις. Πρόκειται για την αστυνομία ηθών με άλλο όνομα; Όχι ακριβώς, αλλά προορίζεται να κάνει παρόμοια δουλειά μέσω μιας διαφορετικής δομής.
Μετά το «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», ο νόμος του Ιράν για το χιτζάμπ δεν έχει αλλάξει ούτε έχει καταργηθεί. Ωστόσο, στην κοινωνική πραγματικότητα, το κράτος δεν καταφέρνει να τον εφαρμόσει αποτελεσματικά. Οι δρόμοι της Τεχεράνης και άλλων πόλεων μοιάζουν πλέον λιγότερο με σκηνές πειθαρχίας και περισσότερο με καθημερινό δημοψήφισμα: γυναίκες χωρίς χιτζάμπ ή με διαφορετικά είδη ενδυμασίας κυκλοφορούν ελεύθερα, ενώ η κυβέρνηση ταλαντεύεται μεταξύ αυστηρότερων μέτρων εξαναγκασμού και προσωρινής υποχώρησης. Το 2024, το κοινοβούλιο προώθησε τον «Νόμο για την Αγνότητα και το Χιτζάμπ», αλλά τον περασμένο χειμώνα ένας αξιωματούχος δήλωσε ότι η διαδικασία έκδοσής του είχε σταματήσει και ότι η επιβολή του «δεν ήταν δυνατή προς το παρόν».

