Ο Άνταμ Νόβακ αναλύει τη δομική δυναμική του καθεστώτος Όρμπαν. Η ερμηνεία του βασίζεται στην έννοια του μετακομμουνιστικού κράτους-μαφίας, που διατύπωσε ο πρώην φιλελεύθερος υπουργός Μπάλιντ Μαγιάρ: όχι απλή διαφθορά που συνυπάρχει με ένα υποβαθμισμένο κράτος δικαίου, αλλά η ταύτιση του κράτους με το έγκλημα, που πραγματοποιε'ιται με κοινοβουλευτικά μέσα χάρη στην πλειοψηφία των δύο τρίτων που εξασφάλισε το 2010. Αναλύει τη λειτουργία της Ουγγαρίας ως «απόδειξη ότι λειτουργεί η ιδέα» για την παγκόσμια εθνικιστική δεξιά - και αξιολογεί τις ασύμμετρες επιπτώσεις της ήττας του Όρμπαν στον Ντόναλντ Τραμπ, τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα και τον πρωθυπουργό της Σλοβακίας Ρόμπερτ Φίκο.

Áron Rossman-Kiss

Την τελευταία δεκαετία, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έχει αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους –και πιο αμφιλεγόμενους– πολιτικούς της Ευρώπης: δεν είναι μικρό κατόρθωμα για τον ηγέτη μιας χώρας της οποίας η οικονομική ή στρατηγική σημασία τόσο σε ευρωπαϊκή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, μέτρια. Έχοντας καθιερωθεί ως σημείο αναφοράς για την ακροδεξιά παγκοσμίως, ο Όρμπαν έχει επίσης γίνει αντικείμενο συνεχούς κριτικής, παρεξήγησης και καθαρής φαντασιοπληξίας σε όλο το πολιτικό φάσμα. Πιστός στον εαυτό του, έκανε προεκλογική εκστρατεία με την πλατφόρμα «όχι μετανάστευση, όχι φύλο, όχι πόλεμος» ενόψει των εκλογών του 2024 για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και κάλεσε τους υποστηρικτές του να «καταλάβουν τις Βρυξέλλες». Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ότι η ανάληψη της εκ περιτροπής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Ουγγαρία τον Ιούλιο του 2024, δεν θα ήταν χωρίς αναταράξεις.