Τρίτη, 18 Αυγούστου 2026 13:56

Μεσογειακή πρωτοϊστορία και ασιατικός τρόπος παραγωγής

Νεκρική μάσκα του βασιλιά των Μυκηνών (γνωστή ως Προσωπείο του Αγαμέμνονα), περίπου 1550 π.Χ, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Βρέθηκε σε λακκοειδή τάφο (στον Τάφο V), στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών. Ο μυκηναίος ἄναξ (ϝάναξ) κατείχε απόλυτη εξουσία (πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική) και το ανάκτορό του έλεγχε όλες τις πτυχές της οικονομικής ζωής, καταγράφοντας κάθε χρόνο σχολαστικά τις οικονομικές δραστηριότητες των υπηκόων του.

 

 

Charles Parain

 

Μεσογειακή πρωτοϊστορία και ασιατικός τρόπος παραγωγής

 

 

Για την αποσαφήνιση πολλών προβλημάτων που θέτει η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής, η περιοχή της Μεσογείου έχει αναμφίβολα καθοριστική σημασία. Κατά τη διάρκεια του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ των απαρχών της ιστορίας, δηλαδή της εμφάνισης του κράτους, και της γέννησης του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, η Αίγυπτος και η Κίνα ανέπτυξαν μια πολύ διαφορετική κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα. Το αρχαίο αιγυπτιακό κράτος ξεκίνησε γύρω στο 2800 π.Χ. με μια ήδη σταθερή κρατική δομή. Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής δεν καθιερώθηκε πλήρως στην Ελλάδα παρά μόνο τον 7ο-6ο αιώνα π.Χ. και στη Ρώμη τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ., δηλαδή το νωρίτερο μετά από ένα διάστημα λίγο μεγαλύτερο των δύο χιλιετιών. Ωστόσο, μεταξύ της πρώτης άνθησης του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής και της εποχής μας, δεν μεσολαβούν παρά δύομισι χιλιετίες, κατά τη διάρκεια των οποίων διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον διάφοροι τρόποι παραγωγής: δουλοκτητικός, φεουδαρχικός, καπιταλιστικός και, ήδη σε ευρείς τομείς, σοσιαλιστικός.

Το κενό των δύο και πλέον χιλιετιών αρκεί για να δείξει ότι, μετά τη διάλυση της πρωτόγονης κοινότητας, ο τρόπος παραγωγής με βάση τη δουλεία δεν καθιερώθηκε εύκολα. Από την άλλη πλευρά, δεν αρκεί να χαρακτηρίσουμε αυτές τις δύο χιλιετίες ως μια μεταβατική περίοδο, ως μια περίοδο πολύ αργής ωρίμανσης του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής. Εκτός από την Εγγύς Ανατολή, η Μεσόγειος γνώρισε, πριν από τη διαμόρφωση του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής στην Ελλάδα και στη συνέχεια στην Ιταλία, λαμπρούς πολιτισμούς που γνώρισαν την άνθισή τους και στη συνέχεια την παρακμή τους, αντί να μετατραπούν άμεσα σε χαρακτηριστικούς δουλοκτητικούς πολιτισμούς. Ήταν πολιτισμοί με διαφορετική οικονομική και κοινωνική δομή και, ως εκ τούτου, η χρήση του ασιατικού τρόπου παραγωγής φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να αποτελεί την προφανέστερη επιλογή.

Πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι ο ασιατικός τρόπος παραγωγής μπορεί να εφαρμοστεί αδιακρίτως σε όλους τους πολιτισμούς που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον εδώ και εκεί; Πρέπει να ξεκινήσουμε από τη θέση της καθολικότητας του ασιατικού τρόπου παραγωγής; Κάτι τέτοιο δικαίως έχει αμφισβητηθεί, καθώς δεν μπορεί να τεθούν όλοι στο ίδιο επίπεδο, εκτός αν κατακλύσουμε με υπερβολικά ασαφείς και αόριστους ορισμούς την αυθεντικότητα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, την οποία πρέπει να αναγνωρίσουμε, ή αν αφαιρέσουμε από αυτούς τους ορισμούς τη δική του δυναμική. Φαίνεται ότι μπορούμε να διακρίνουμε, προσωρινά, τρεις ομάδες πολιτισμών: τους μεγαλιθικούς πολιτισμούς, τους κρητικο-μυκηναϊκούς πολιτισμούς και τον ετρουσκικό πολιτισμό, οι οποίοι φαίνεται να έχουν προχωρήσει σε διαφορετικό βαθμό στην εξέλιξη του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Ωστόσο, αυτά τα τρία σύνολα δεν σχηματίστηκαν αυθόρμητα, λόγω μιας υποτιθέμενης κανονικότητας της μετάβασης από την πρωτόγονη κοινωνία στην «ασιατική» κοινωνία. Και οι τρεις έλαβαν την ώθηση, με διαφορετική ένταση και επιτυχία, από τα πρότυπα που πρότειναν οι μεγάλοι πολιτισμοί της Εγγύς Ανατολής, όλοι «ασιατικού» τύπου και ιδιαίτερα η Αίγυπτος, το πιο ολοκληρωμένο πρότυπο. Από την άλλη πλευρά, παρατηρούμε ότι αυτή η ώθηση δεν εξαπλώθηκε αυτόματα και με την ίδια ταχύτητα – ή βραδύτητα. Δεν αρκεί η ύπαρξη ενός μοντέλου για να χρησιμοποιηθεί και να αποτελέσει αυτόματα πρότυπο προς μίμηση. Είναι απαραίτητο η εξέλιξη του λαού που το δέχεται να είναι αρκετά προχωρημένη ώστε να επιτρέπει την αφομοίωση ενός εξωτερικού μοντέλου.

 

«Γενικευμένη δουλεία», δουλεία καθαυτή και φεουδαρχική αγγαρεία

Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να επεκτείνουμε στο έπακρο το πεδίο εφαρμογής του ασιατικού τρόπου παραγωγής παρά μόνο με έναν πολύ ευρύ ορισμό, περιορίζοντας για παράδειγμα τον χαρακτηρισμό αυτού του τρόπου παραγωγής στον συνδυασμό, από τη μία πλευρά, των αγροτικών κοινοτήτων που είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις και γνωρίζουν το πολύ τα πρώτα στάδια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και, από την άλλη πλευρά, ένα δεσποτικό καθεστώς. Αυτό θα σήμαινε την εξάλειψη του δυναμικού στοιχείου του συστήματος, το οποίο από μόνο του επιτρέπει να θεωρηθεί ως ένα πραγματικό βήμα προόδου μετά το καθεστώς της πρωτόγονης κοινότητας: δηλαδή αυτό που ο Μαρξ ονόμασε με μια ακρίβεια που είναι αναμφίβολα ανεπαρκής, αλλά δεν είναι εύκολο να βρεθεί καλύτερη, τη γενικευμένη δουλεία, που εξετάζεται όχι μόνο ως προς την ύπαρξή της, αλλά και ως προς τη χρήση της και τα αποτελέσματα αυτής της χρήσης. Αυτή η χρήση μπορεί να εφαρμοστεί συστηματικά στον οικονομικό τομέα, και είναι εδώ που οι συνέπειες είναι οι σημαντικότερες και οι ευρύτερες για τη γενική ιστορική εξέλιξη, ή περιστασιακά σε τομείς που αποτελούν απλώς προεκτάσεις του οικονομικού τομέα, είτε πρόκειται για τον πολιτικό τομέα (όπως στα έργα άμυνας) είτε για τον θρησκευτικό τομέα, ο οποίος, σε αυτό το στάδιο, στην κοινή αντίληψη, παίζει πρωταρχικό ρόλο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η γενικευμένη δουλεία, από μόνη της, παρέχει κατά κάποιον τρόπο το κλειδί για την κατανόηση του ασιατικού τρόπου παραγωγής[1]. Αυτός ο τρόπος εκμετάλλευσης του ανθρώπου μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο σε ένα οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς όπου δεν υπάρχουν ακόμη σαφώς διαφοροποιημένα άτομα, ένα καθεστώς όπου η εκμετάλλευση του ανθρώπου πραγματοποιείται μέσω των συλλογικοτήτων που αποτελούν οι αγροτικές κοινότητες. Από την άλλη πλευρά, ένας τέτοιος τρόπος εκμετάλλευσης του ανθρώπου απαιτεί μια κεντρική και αυταρχική διοίκηση, ένα δεσποτικό καθεστώς.

Για να διευκρινιστεί το ζήτημα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, φαίνεται ότι είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια από ό,τι συνήθως γίνεται η φύση και οι δυνατότητες της γενικευμένης δουλείας, σε σύγκριση, αφενός, με την ίδια τη δουλεία από την άλλη πλευρά με αυτό που ονομάζεται αρκετά ακατάλληλα φεουδαρχική δουλοπαροικία: όταν η πραγματική δουλοπαροικία καταργείται, ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής παραμένει και μάλιστα λειτουργεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Μόνο όταν θα έχουμε σχηματίσει μια ακριβή εικόνα του τι αντιπροσωπεύει η γενικευμένη δουλεία (κάτι που απαιτεί λεπτομερή ανάλυση των συγκεκριμένων ιστορικών μορφών της) θα μπορέσουμε να σχηματίσουμε μια πραγματικά σαφή εικόνα του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

1) Γενικευμένη δουλεία. — Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για εργατικό δυναμικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέτρο που είναι διαθέσιμο και για εργατικό δυναμικό που, αν όχι δωρεάν, είναι τουλάχιστον χαμηλού κόστους, στο βαθμό που συντηρείται, και μάλιστα με πολύ περιορισμένα μέσα (απλά τρέφεται και με το ελάχιστο), μόνο για το χρονικό διάστημα που χρησιμοποιείται.

Δεν χρειάζεται να αγοραστεί ο εργαζόμενος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της δουλείας καθαυτής, όπου ο ιδιοκτήτης των δούλων είναι υποχρεωμένος να καλύπτει όλες τις βασικές ανάγκες (τροφή + στέγαση + ένδυση), ούτε να καταβληθεί μισθός, μισθός που να αντιστοιχεί τουλάχιστον στη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του και γνωρίζουμε ότι ο μισθός αναπόφευκτα οδηγείται στο να υπερβαίνει το απολύτως απαραίτητο, τόσο ως αποτέλεσμα των συλλογικών αγώνων των εργαζομένων όσο και λόγω της ανάγκης να εξασφαλιστούν οι υπηρεσίες δραστήριων και εξειδικευμένων εργαζομένων.

Από την άλλη πλευρά, το εργατικό δυναμικό αυτό είναι άφθονο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού υποχρεούται να εργάζεται. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά εξηγούν μια πλεονάζουσα χρήση, για την οποία οι μεγάλες πυραμίδες της Αιγύπτου αποτελούν ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, πρόκειται για μη εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, κατάλληλο μόνο για την εκτέλεση βαριών εργασιών, ενώ οι τελικές επεξεργασίες ή οι πιο σύνθετες εργασίες ανατίθενται σε έναν μικρό αριθμό εξειδικευμένων τεχνιτών που εξαρτώνται από τον δεσπότη. Σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας, το γενικό τεχνικό επίπεδο παραμένει σχετικά χαμηλό. Για να υπάρχει διαθέσιμος χρόνος, είναι απαραίτητο να υπάρχει μια σχετικά εκτεταμένη εκμετάλλευση της γης. Παράλληλα, είναι εξίσου απαραίτητο οι φυσικές συνθήκες να εξασφαλίζουν καλή παραγωγικότητα του εδάφους.

Όπως παρουσιάζεται, με τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της, η γενικευμένη δουλεία καθιστά δυνατά τεράστια έργα που οδήγησαν σε μια, ενίοτε σημαντική, βελτίωση των συνθηκών παραγωγής, πρωτίστως μέσω της διαχείρισης των υδάτων τόσο για την αποστράγγιση όσο και για την άρδευση. Μεταξύ των παραγωγικών έργων θα προσθέσουμε, ανάμεσα σε άλλα, τη βελτίωση των μέσων επικοινωνίας. Ωστόσο, αν και η γενικευμένη δουλεία είχε ως άμεση συνέπεια τη βελτίωση των γενικών συνθηκών της γεωργικής παραγωγής και, ως έμμεση συνέπεια, μια πολιτιστική και καλλιτεχνική ανάπτυξη, δεν φαίνεται να ευνοεί την πρόοδο των ίδιων των τεχνικών της γεωργικής παραγωγής· εξ ου και μια μορφή αδιέξοδου στην συνολική πρόοδο των παραγωγικών δυνάμεων.

2) Φεουδαρχική αγγαρεία. — Οι ομοιότητες είναι αναμφισβήτητες, αλλά μόνο επιφανειακές. Ενώ η προσφυγή στη γενικευμένη δουλεία εξαρτιόταν αποκλειστικά από την απόφαση του δεσπότη, οι φεουδαρχικές αγγαρείες καθορίζονταν από συμβάσεις, ήταν ρυθμισμένες και είχαν τακτική περιοδικότητα, τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις. Επιπλέον, και αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο για την ικανοποιητική λειτουργία του φεουδαρχικού συστήματος, οι αγγαρείες έπρεπε να διατηρούνται σε αυστηρά περιορισμένο αριθμό ή διάρκεια. Το γενικό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων είναι αισθητά υψηλότερο από ό,τι στον ασιατικό τρόπο παραγωγής· κατά συνέπεια, ο χρόνος του ενοικιαστή είναι πιο πολύτιμος· πρέπει να τον αφιερώσει κυρίως, και υπό προκαθορισμένες συνθήκες, στην ομαλή λειτουργία της ατομικής του εκμετάλλευσης, κάτι που ταυτόχρονα είναι προς το συμφέρον του φεουδάρχη. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι χωρικοί τείνουν να συνεννοούνται και να αγωνίζονται για να επιτύχουν σταδιακά καλύτερες συνθήκες, τουλάχιστον για να περιορίσουν τις απαιτήσεις του φεουδάρχη.

3) Η δουλεία με την αυστηρή έννοια του όρου. — Ο δούλος, στην περίπτωση αυτή, αποτελεί ιδιωτική περιουσία ενός δουλοκτήτη-επιχειρηματία, ο οποίος τον αγόρασε και οφείλει να τον συντηρεί σε μόνιμη βάση. Εκτός από τη στρατιά δούλων που απασχολούνται στο σπίτι για λόγους άνεσης ή κύρους, ο επιχειρηματίας είναι υποχρεωμένος, αλλιώς η επιχείρηση δεν θα είχε πλέον νόημα, να υπολογίζει πώς θα αποκομίσει τη μέγιστη απόδοση από τον δούλο. Δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για συνήθειες άσκοπης χρήσης ή για χρήση του δούλου αποκλειστικά για βαριές εργασίες. Το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων έχει ήδη ανέβει και συνεχίζει να ανεβαίνει. Στην ίδια την παραγωγή, και όχι πια απλώς στα έργα που ονομάζουμε τέχνη, έχει επιβληθεί μια πραγματική εξειδίκευση. Ο επιχειρηματίας έχει συμφέρον να προμηθεύεται ήδη εκπαιδευμένους δούλους ή να τους εκπαιδεύει ο ίδιος. Ο δούλος, έχοντας μετατραπεί σε εμπόρευμα, πρέπει να είναι, στο μέτρο του δυνατού, παραγωγός εμπορευμάτων, με την φυσική εξαίρεση, εννοείται, των οικιακών δούλων. Ο υπήκοος του δεσπότη, αντίθετα, χρησιμοποιείται, στην γενικευμένη δουλεία, ουσιαστικά μόνο ως παραγωγός αξιών χρήσης, άλλοτε προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας, άλλοτε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις ή τις ιδιοτροπίες του δεσπότη και του περιβάλλοντός του. Η διαφορά μεταξύ των δύο ειδών «δουλείας» είναι εμφανής.

 

***

 

Μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε στις τρεις μεγάλες ομάδες πολιτισμών που προτείναμε να εξετάσουμε με βάση ακριβώς τη χρήση της γενικευμένης δουλείας. Πριν από αυτό, ωστόσο, ίσως δεν είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε ότι δεν πρέπει να περιμένουμε να βρούμε τον καθαρό, ιδανικό τύπο του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Αν αυτός ο καθαρός τύπος υπήρξε ποτέ (ίσως στην Αίγυπτο), αυτό συνέβη μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου τις δηλώσεις του Λένιν στη διαμάχη του με τον Μπουχάριν:

«Το συγκεκριμένο, στον Μπουχάριν, δεν είναι παρά μια θεωρητική περιγραφή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού... Πουθενά στον κόσμο ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ποτέ χωρίς να υπάρχει ελεύθερος ανταγωνισμός σε διάφορους κλάδους. Η περιγραφή ενός τέτοιου συστήματος θα ισοδυναμούσε με την περιγραφή ενός συστήματος αποκομμένου από την πραγματική ζωή, κάτι που θα ήταν ψευδές.»[2]

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι, σε μια σύντομη περιγραφή, δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε μίας από τις περιπτώσεις που εξετάζουμε, ειδικά όταν πρόκειται για την αρχαιότητα, καθώς υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να παραλύσουμε σε ατελείωτες προκαταρκτικές συζητήσεις.

 

Οι μεγαλιθικοί πολιτισμοί

Στη Δυτική Ευρώπη, οι μεγαλιθικοί πολιτισμοί χρονολογούνται στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Ένα πρώτο σημείο: δύο παραδείγματα υπογραμμίζουν ότι, τουλάχιστον για τα πιο σημαντικά μνημεία ή συγκροτήματα, η μόνη πιθανή εξήγηση είναι η προσφυγή σε μια μορφή «γενικευμένης δουλείας».

Η πέτρινη πλάκα του ντολμέν της Φερτέ-Μπερνάρ [Ferté-Bernard] ζυγίζει 90 τόνους. Η μέθοδος που επέτρεψε την ανύψωσή της και την τοποθέτησή της πάνω στα τοιχώματα του θαλάμου του ντολμέν πρέπει να ήταν η ίδια που χρησιμοποίησαν οι Αιγύπτιοι για την ανέγερση, ειδικότερα, των κολοσσιαίων υπόστυλων αιθουσών τους. Παράλληλα με την ανύψωση των στηλών, δημιουργούσαν έναν τεχνητό τύμβο από χώμα, ο οποίος είχε ήπια κλίση, ώστε να μεταφέρουν την πέτρινη πλάκα στο επιθυμητό ύψος. Στη συνέχεια, απομάκρυναν το χώμα. Μόνο αυτή η εργασία εκσκαφής απαιτούσε άφθονο εργατικό δυναμικό. Όμως η μεταφορά του ίδιου του τραπεζιού των ντολμέν, που μερικές φορές έπρεπε να μεταφερθεί από αρκετά μακριά, απαιτούσε ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, όχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά. Χρειαζόταν να συγκροτηθούν πολλές ομάδες που έπρεπε αναγκαστικά να ενεργούν με συγκεκριμένο ρυθμό. Στη Φερτέ-Μπερνάρ, για να τοποθετηθεί η πλάκα πάνω σε ξύλινες τροχαλίες, χρειάστηκαν περίπου εκατό άνδρες, για να την προωθήσουν σε οριζόντιο έδαφος πεντακόσιοι άνδρες και σε κλίση 2% εξακόσιοι άνδρες. Αυτό προϋποθέτει μια φυλετική εξουσία σταθερά εδραιωμένη σε μια ομάδα τουλάχιστον τριών έως πέντε χιλιάδων ατόμων.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό του «βασιλιά» των βρετανικών μεγαλιθικών μνημείων, το μενίρ του Μaνέ ερ Ροέκ [Mané er Hroëck], το οποίο χτυπήθηκε από κεραυνό και έσπασε σε πέντε κομμάτια. Υπολογίστηκε ότι επρόκειτο για ένα μενίρ ύψους τουλάχιστον 23 μέτρων, με βάση πλάτους 5 μέτρων, δηλαδή συνολικής μάζας περίπου 350 τόνων. Για να μετακινηθεί, αφού τοποθετήθηκε πάνω σε ξύλινες τροχαλίες, χρειάστηκε να συγκεντρωθεί μια ομάδα φυλών αποτελούμενη από δέκα έως δεκαπέντε χιλιάδες άτομα[3]. Πρόκειται αναμφίβολα για αρκετά εξαιρετικές περιπτώσεις, αν και όχι μοναδικές. Ωστόσο, συγκροτήματα όπως συστοιχίες των στηλών του Καρνάκ απαιτούσαν επίσης την παρέμβαση ενός σημαντικού αριθμού εργατών σε μια εποχή που ο πληθυσμός ήταν ακόμη, χωρίς αμφιβολία, αρκετά αραιός.

Δεύτερο σημείο: η γενική άποψη είναι ότι το αρχικό πρότυπο παρόμοιων μνημείων πρέπει να αναζητηθεί στην Εγγύς Ανατολή και ότι έχουμε να κάνουμε με μια έμμεση και αναγκαστικά αλλοιωμένη μίμηση ταφικών ή θρησκευτικών μνημείων του τύπου των μασταμπά και των οβελίσκων. Είναι σαφές ότι δεν υπήρξε οργανωμένη εξάπλωση, αλλά μίμηση από στόμα σε στόμα. Εξ ου και οι μεγάλες καθυστερήσεις σε σχέση με την αρχική εστία και η εκφυλιστική εξέλιξη. Ωστόσο, η σημαντική εξάπλωση των μεγαλιθικών μνημείων οδήγησε στο να μιλάμε για μεγαλιθική θρησκεία, με ιεραπόστολους που εξαπλώνονταν όλο και πιο μακριά για να προσηλυτίσουν πληθυσμούς, των οποίων γίνονταν ηγέτες προικισμένοι με μαγικές δυνάμεις που εξασφάλιζαν, όπως πίστευαν, τη γονιμότητα των καλλιεργειών, των κοπαδιών, των θηραμάτων ή των ψαριών. Η υπόθεση φαίνεται να είναι μάλλον αναχρονιστική, αλλά, όπως και να έχει, η επιρροή μοντέλων όχι μόνο αρχιτεκτονικής, αλλά και κοινωνικής οργάνωσης που προέρχονται από την Εγγύς Ανατολή εξηγείται καλύτερα όταν διαπιστώνουμε ότι, περίπου μισή χιλιετία νωρίτερα, αυτή η επιρροή της Εγγύς Ανατολής μέχρι και τη Δυτική Ευρώπη είχε προηγούμενα παραδείγματα.

Γύρω στο 2500 π.Χ., τα παλαιότερα νεολιθικά αγγεία της Δυτικής Ευρώπης μαρτυρούν μια ροή μεσογειακών επιρροών στις περιοχές όπου αργότερα θα ανεγερθούν τα μεγαλιθικά μνημεία. Τα απλά αγγεία, τα πρότυπα των οποίων προέρχονται από τα νησιά και τις ακτές της Μεσογείου, είναι μερικές φορές διακοσμημένα με αποτυπώματα που έχουν δημιουργηθεί με μαλάκια του είδους cardium (δίθυρα). Πολύ παρόμοια αγγεία, με αποτυπώματα που ονομάζονται cardiales [Cardium pottery], έχουν βρεθεί στη Δυτική Ασία στα κατώτερα στρώματα των τελ του Μέρσιν στην Κιλικία και της Ρας Σάμρα στη Συρία[4]. Από την άλλη πλευρά, η κατανομή των αγγείων υποδηλώνει έντονα ότι η διάδοσή τους πραγματοποιήθηκε μέσω θαλάσσιων οδών. Εδώ γίνεται εμφανής, ήδη από εκείνες τις μακρινές εποχές και σε μεγάλες αποστάσεις, τόσο η ικανότητα εξάπλωσης των πολιτισμών που αποτέλεσαν τη βάση του ασιατικού τρόπου παραγωγής, όσο και ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι φυσικές συνθήκες, και ειδικά οι σχετικές δυνατότητες ναυσιπλοΐας στη Μεσόγειο, για την ανάπτυξη των πρώτων πολιτισμών. Στη συνέχεια, τα πρότυπα της Εγγύς Ανατολής δεν έπαψαν να μεταδίδονται στις ακτές της Μεσογείου και μέχρι τη Δυτική Ευρώπη, μέσω διαδοχικών μετακινήσεων.

Στον νεολιθικό χώρο του Αρένε Κάντιντε [Arene Candide], στη Λιγουρία, το στρώμα της κεραμικής cardiale καλύπτεται από το στρώμα των αγγείων με τετράγωνο λαιμό: παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειωθεί η αδιάκοπη ανανέωση των μορφών της κεραμικής, ένδειξη τόσο εσωτερικών εξελίξεων όσο και τακτικών επαφών με τον έξω κόσμο. Η διακόσμηση αυτών των αγγείων με τετράγωνο λαιμό συναντάται στην Αμράτια περίοδο της Αιγύπτου και είναι ευρέως διαδεδομένη στη Μάλτα, καθώς και στη νότια Ιταλία. Η Αμράτια περίοδος τοποθετείται στην προδυναστική εποχή: χρειάστηκε λοιπόν περισσότερο από μισή χιλιετία για να επεκταθεί η επιρροή της μέχρι τη δυτική Μεσόγειο.

Πιο συγκεκριμένα, στα τέλη της τρίτης χιλιετίας, με την έναρξη της Ενεολιθικής εποχής[1], παρατηρείται η διείσδυση στην Ιταλία επιρροών που προέρχονται από την Τροία II και την Πρωτο-Μινωική III. Στην προϊστορική νεκρόπολη του Γκαούντο [Gaudo], κοντά στο Πέστουμ [Paestum], βρέθηκε κεραμικό που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτά της Τροίας II και δύο χάλκινα εγχειρίδια, ο τύπος των οποίων θυμίζει την Ανατολική Μεσόγειο. Ήδη η μετάδοση πραγματοποιείται με μικρότερη βραδύτητα, από όπου μπορούμε να συμπεράνουμε μια επιτάχυνση της ανάπτυξης, αν όχι στη Δυτική Ευρώπη, τουλάχιστον στην Ιταλία.

Η χρονολογία και οι γραμμές διάδοσης των μεγαλιθικών μνημείων επιβεβαιώνουν τον ρόλο που διαδραμάτισε η Εγγύς Ανατολή ως πολιτισμικό κέντρο. Αρχικά, τα μεγαλιθικά μνημεία εξαπλώθηκαν επίσης προς τα ανατολικά. Η ύπαρξή τους στον Καύκασο έχει χρονολογηθεί από το 2300 έως τις αρχές της πρώτης χιλιετίας. Ωστόσο, εκεί τα ντολμέν έχουν ύψος που κυμαίνεται μόνο από 0,70 έως 2,40 μέτρα και ως αξιοσημείωτο παράδειγμα αναφέρεται το ντολμέν του Εσέρι [Esery], του οποίου η πλάκα ζυγίζει μόλις περίπου 25 τόνους[5]. Αυτό είναι λίγο, σε σύγκριση με τους 90 τόνους του ντολμέν της Φερτέ-Μπερνάρ. Αναμφίβολα, πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπήρξε μια πιο προχωρημένη ανάπτυξη της κοινωνικής οργάνωσης στη Δυτική Ευρώπη.

Στα δυτικά, η Μάλτα αποτέλεσε, ήδη από το δεύτερο μισό της τρίτης χιλιετίας, ένα δευτερεύον κέντρο διάδοσης του μεγαλιθισμού. Το κύριο κέντρο διάδοσης βρίσκεται στη νότια Ισπανία, όπου όλοι οι τύποι μεγαλιθικών μνημείων συναντώνται στην περιοχή της Αλμερίας, κάτι που εξηγείται από τον πλούτο του υπεδάφους σε μέταλλα: η διάδοση των μεγαλιθικών μνημείων συμπίπτει με τη διάδοση του χαλκού και, στη συνέχεια, του ορείχαλκου. Ο μεγαλιθισμός εξαπλώθηκε από εκεί τόσο μέσω ξηράς, μέσω της κοιλάδας του Ροδανού, όσο και μέσω θαλάσσης, κατά μήκος των ακτών της Δυτικής Ευρώπης: Βρετανία, Βρετανικές Νήσοι, Δανία, βόρειες ακτές της Γερμανίας με διείσδυση στην κοιλάδα του Έλβα, ακόμη πιο βόρεια, στη νότια Σκανδιναβία.

Αν εξετάσουμε τώρα το περιεχόμενο των μεγαλιθικών πολιτισμών, μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η γενικευμένη δουλεία είχε εκεί μόνο επιφανειακές εφαρμογές, αποκλειστικά στον τομέα των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Οι σύγχρονοί τους μπορούσαν κάλλιστα να φανταστούν ότι οι τελετές ασκούσαν αποφασιστική επιρροή στην παραγωγή τροφίμων· αυτό όμως δεν ήταν παρά ψευδαίσθηση. Εξ ου και η ελάχιστη συνέπεια και αποτελεσματικότητα, από την άποψη της οικονομικής ανάπτυξης, αυτού που διαμορφώθηκε ως κοινωνική οργάνωση τύπου ασιατικού τρόπου παραγωγής. Ο μεγαλιθισμός καταρρέει μετά το 1500 χωρίς να αφήσει πίσω του τίποτα που να διευκολύνει τη μετάβαση σε έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής, στην προκειμένη περίπτωση τον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής. Διαφορετική θα είναι η κατάσταση μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού και με την παρακμή του ετρουσκικού πολιτισμού, από όπου μπορούμε ήδη να συμπεράνουμε ότι στην Ελλάδα και στην Ιταλία τα πρότυπα του ασιατικού τρόπου παραγωγής παρείχαν πιο ουσιαστικές συνεισφορές, πιο στέρεες βάσεις για μετέπειτα ανάπτυξη.

Και όμως, κατά τα τελευταία στάδια του μεγαλιθισμού στη Δυτική Ευρώπη παρατηρήθηκε μια αναβίωση των επιρροών από την Ανατολική Μεσόγειο. Στην Αγγλία, όπου ο μεγαλιθισμός διήρκεσε μέχρι περίπου το 1400, τα τελευταία κτίσματα στο ιερό του Στόουνχεντζ, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αυτού του τύπου πολιτισμού, παρουσιάζουν μυκηναϊκές επιρροές, με ξίφη χαραγμένα στους πυλώνες. Το ίδιο ισχύει και για την Κορσική, όπου η αρχαιολογική έρευνα έχει σημειώσει, τα τελευταία χρόνια, τόσο λαμπρές προόδους[6]. Μετά το 1400, εμφανίζεται εκεί ένας νέος πολιτισμός που κατηγοριοποιείται προσωρινά με την ονομασία Μεγαλιθικός ΙΙΙ. Τα μικρά μενίρ παίρνουν ανθρώπινη μορφή και φέρουν απεικονίσεις ξιφών και εγχειριδίων αιγαιο-μυκηναϊκού τύπου. Αυτός ο νέος πολιτισμός ήταν, από την άλλη πλευρά, φορέας των μετάλλων· διότι, στην Κορσική, ο μεγαλιθισμός είχε εδραιωθεί στο πλαίσιο ενός νεολιθικού πολιτισμού. Βρισκόταν, λοιπόν, στο τέλος της πορείας του, στο άκρο μιας διαδρομής. Ακόμη λιγότερο από ό,τι αλλού, δεν μπορούσε να χρησιμεύσει εκεί ως εφαλτήριο για μια πιο προχωρημένη ανάπτυξη της οικονομικοκοινωνικής οργάνωσης.

 

Ο κρητο-μυκηναϊκός πολιτισμός

Τα βασικά γεγονότα και οι πρόσφατες εξελίξεις της ιστορικής γνώσης είναι εδώ πιο έντονα παρόντα στο μυαλό του καθενός: στο βιβλίο του με τίτλο Οι απαρχές της ελληνικής σκέψης, που εκδόθηκε το 1962, ο Ζαν-Πιερ Βερνάν παρουσίασε με εξαιρετικό τρόπο το ζήτημα της φύσης του μυκηναϊκού πολιτισμού. Αναμφίβολα θα ήταν επιθυμητό να διευρυνθεί η ανάλυση ώστε να συμπεριλάβει και τα κρητικά προγενέστερα στοιχεία αυτού του μυκηναϊκού πολιτισμού. Αλλά αυτό θα σήμαινε να εμπλακούμε σε σύνθετα θέματα που είναι προτιμότερο να αφήσουμε προσωρινά στην άκρη, καθώς η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγαλύτερη όσον αφορά την Κρήτη παρά τις Μυκήνες, ειδικά μετά την αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β. Από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι ο ανακτορικός πολιτισμός της Κρήτης χρησίμευσε ως πρότυπο για τον πολιτισμό της μυκηναϊκής εποχής, ο τελευταίος αρκεί για να δώσει μια γενική εικόνα του συνόλου.

Βεβαίως, δεν πρέπει να έχουμε υπερβολικές προσδοκίες από την αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β. Ένας από τους πιο έγκυρους ειδικούς μας προειδοποιεί σχετικά σε ένα πολύ σημαντικό άρθρο στο οποίο θα επανέλθουμε[7]. «Ο λογιστικός χαρακτήρας των κειμένων μας έχει ως αποτέλεσμα οι πληροφορίες μας να είναι ελλιπείς και συχνά αβέβαιες όσον αφορά τα θεσμικά όργανα, πέρα από τα υλικά δεδομένα.» Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το αναπόφευκτο στοιχείο της εικασίας, τα κείμενα που έχουν ήδη αποκρυπτογραφηθεί φωτίζουν επαρκώς τουλάχιστον τις βασικές δομές μιας κοινωνίας που οικοδομήθηκε σύμφωνα με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής.

Από τη μία πλευρά, έχουμε ένα ανακτορικό οικονομικό σύστημα:

«Ο βασιλιάς συγκεντρώνει και ενοποιεί στο πρόσωπό του όλα τα στοιχεία της εξουσίας, όλες τις πτυχές της κυριαρχίας. Μέσω των γραφέων, που αποτελούν μια επαγγελματική τάξη με παγιωμένη παράδοση, και χάρη σε μια πολύπλοκη ιεραρχία ανακτορικών αξιωματούχων και βασιλικών επιθεωρητών, ελέγχει και ρυθμίζει λεπτομερώς όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής, όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας.»[8]

Εδώ δεν υπάρχει χώρος για τον ιδιωτικό εμπορικό τομέα, μία από τις θεμελιώδεις πηγές ανάπτυξης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η περιγραφή της κρατικής οργάνωσης θα ταίριαζε εξίσου καλά στο αιγυπτιακό μοντέλο. Αυτό τα λέει όλα.

Από την άλλη πλευρά, συναντάμε τη χαρακτηριστική δομή της κοινότητας του χωριού στον δάμο [da-mo, αρχαιοελληνικός δῆμος], το οποίο ο Μισέλ Λεζέν [Michel Lejeune] χαρακτηρίζει ως μια τοπική διοικητική οντότητα με αγροτικό χαρακτήρα και του οποίου ανασυνθέτει τη λειτουργία με εξαιρετικά υποβλητικό τρόπο. Ο δάμος διαθέτει γη, μέρος της οποίας κατακερματίζεται και παραχωρείται για χρήση σε ατομικούς δικαιούχους, αλλά μέρος της παρέμενε σίγουρα αδιαίρετο και κοινοτικό. Αυτό το αδιαίρετο μέρος θα πρέπει να ήταν αντικείμενο συλλογικής εκμετάλλευσης. Έτσι, ο δάμος είχε ως έσοδα τα προϊόντα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τα οποία έπρεπε να του επιτρέπουν, αφενός, να εξασφαλίζει τη διατροφή του κοινοτικού προσωπικού και, αφετέρου, να προμηθεύεται μέσω ανταλλαγής τον απαραίτητο εξοπλισμό, καθώς και να εκπληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις έναντι του παλατιού και τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις. Αυτά τα έσοδα προέρχονταν αναμφίβολα, αφενός, από εισφορές σε είδος που καταβάλλονταν από τους δικαιούχους των διανεμηθέντων γαιών και, αφετέρου, από τη συλλογική εκμετάλλευση των αδιαίρετων γαιών. Τέλος, υπό την εποπτεία ή τον έλεγχο ενός υπαλλήλου που εκπροσωπούσε το παλάτι, ο δάμος φαίνεται να διοικούνταν από ένα συμβούλιο καλλιεργητών[9].

 

***

 

Για να εμβαθύνουμε περαιτέρω στη δομή της μυκηναϊκής κοινωνίας, πρέπει πρώτα να επισημάνουμε την αργή υιοθέτηση του κρητικού προτύπου, παρότι αυτό βρισκόταν τόσο κοντά. Στην Κρήτη, τα πρώτα ανάκτορα (Κνωσός, Φαιστός, Μάλλια) χρονολογούνται από το 2000-1700 π.Χ., ενώ η εποχή των δεύτερων ανακτόρων ξεκινά το 1700 π.Χ. Στις Μυκήνες, οι λακκοειδείς τάφοι χρονολογούνται από το 1580-1500, αλλά ο μυκηναϊκός πολιτισμός εμφανίζεται πλήρως διαμορφωμένος μόνο γύρω στο 1450. Πρέπει λοιπόν να σημειωθεί μια καθυστέρηση περίπου μισής χιλιετίας, δηλαδή διάρκειας παρόμοιας με εκείνη που παρατηρήθηκε στην περιοχή όπου αναπτύχθηκε ο μεγαλιθικός πολιτισμός. Είναι αλήθεια ότι εδώ δεν πρόκειται πλέον για χονδροειδή αφομοίωση, αλλά για αναπαραγωγή του προτύπου σε πολύ εξελιγμένο επίπεδο.

Πώς εξηγείται αυτή η καθυστέρηση; Σίγουρα λόγω της ανάγκης για εσωτερική εξέλιξη, η οποία καθιστούσε τον δανεισμό τόσο εφικτό όσο και επιθυμητό. Το ίδιο χρονικό κενό παρατηρείται και στους Χετταίους. Αυτοί εισέβαλαν στη Μικρά Ασία στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, περίπου την εποχή που τα πρώτα ινδοευρωπαϊκά κύματα έφταναν στην Ελλάδα. Ωστόσο, πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 1600 για να δούμε την ίδρυση της Παλαιάς Χετιτικής Αυτοκρατορίας, η οποία διήρκεσε μέχρι περίπου το 1450. Η Νέα Χετιτική Αυτοκρατορία τοποθετείται ακριβώς στην ίδια εποχή με την πλήρη ανάπτυξη του μυκηναϊκού πολιτισμού, μεταξύ 1450 και 1200. Και όμως η ασσυριακή επιρροή είχε αναπτυχθεί από νωρίς στην περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν οι Χετταίοι, με τις αποικίες της Καππαδοκίας που χρονολογούνται από το 1950-1850.

Όλα αυτά αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι η καθιέρωση των τυπικών μορφών μιας κρατικής οργάνωσης του τύπου του ασιατικού τρόπου παραγωγής προϋποθέτει μια μακροχρόνια διαδικασία εκμάθησης, ακόμη και όταν υπάρχει ένα πρότυπο.

Ωστόσο, τέθηκε το ερώτημα: μήπως η μυκηναϊκή καθυστέρηση εξηγείται πιο συγκεκριμένα από την απουσία των αναγκών οργάνωσης της παραγωγής που οδήγησαν στα μοντέλα του ασιατικού τρόπου παραγωγής στη συστηματική χρήση της γενικευμένης δουλείας; Ο Ζ.-Π. Βερνάν σημειώνει σχετικά με τις Μυκήνες ότι η σύγκριση επιβάλλεται

«με τα μεγάλα παραποτάμια κράτη της Εγγύς Ανατολής, η οργάνωση των οποίων φαίνεται να ανταποκρίνεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην αναγκαιότητα να συντονίζονται σε πολύ μεγάλη κλίμακα τα έργα αποξήρανσης, άρδευσης (παροχέτευσης) και συντήρησης των καναλιών, που είναι απαραίτητα για την αγροτική ζωή.»

Σίγουρα αναφέρεται σε αυτό το πλαίσιο στην αποξήρανση της λίμνης Κοπαΐδας. Προσθέτει όμως:

«Ποια ήταν όμως η κατάσταση στις πεδιάδες της Αργολίδας, της Μεσσηνίας και της Αττικής; Δε βλέπει κανείς να υπήρχαν τεχνικές ανάγκες χωροταξικής διαμόρφωσης του εδάφους, που θα μπορούσαν, ενταγμένες σ’ ένα γενικό σχέδιο να δημιουργήσουν ή να ευνοήσουν την ανάπτυξη στην Ελλάδα ενός προωθημένου συγκεντρωτικού διοικητικού συστήματος. Η αγροτική οικονομία της αρχαίας Ελλάδας παρουσιάζεται οργανωμένη σε κλίμακα χωριού· ο συντονισμός των εργασιών ούτε καν ξεπερνά την ομάδα των γειτόνων.»

Φαίνεται ότι το ζήτημα αξίζει να επανεξεταστεί και να διερευνηθεί σε βάθος. Πρώτον, πέρα από τη χρήση της για τη διαμόρφωση των συνθηκών παραγωγής, η γενικευμένη δουλεία βρήκε εφαρμογή και αιτιολογία στα μεγάλα αμυντικά έργα, όπως το Σινικό Τείχος. Οι λεγόμενες κυκλώπειες κατασκευές στην πρωτοϊστορική Ελλάδα απαιτούσαν αναγκαστικά ένα εργατικό δυναμικό που να είναι ταυτόχρονα άφθονο και φθηνό. Σε αντίθεση με τον κρητικό πολιτισμό, ο οποίος βασιζόταν σε λιγότερο σταθερή βάση, όπως αποδεικνύεται από την κατάκτησή του από τους Μυκηναίους, ο μυκηναϊκός πολιτισμός, όπως και ο χετιτικός, είχε έντονο πολεμικό χαρακτήρα και οι πόλεμοι λεηλασίας αποτελούσαν μία από τις κύριες πηγές συσσώρευσης θησαυρών, τους οποίους έπρεπε στη συνέχεια να προστατεύσουν με ισχυρά οχυρωματικά έργα. Τα τείχη των Μυκηνών ή της Τίρυνθας είναι ένδειξη ότι οι ηγεμόνες της μυκηναϊκής εποχής ήταν οργανωμένοι ώστε να κινητοποιούν αυταρχικά το εργατικό δυναμικό των λαών τους.

Αλλά, επιπλέον, αποτελεί η αποξήρανση της λίμνης Κοπαΐδαςς μεμονωμένο γεγονός; Είναι αξιοσημείωτο ότι τα κέντρα της μυκηναϊκής ζωής βρίσκονται συχνά σε πεδιάδες εν μέρει βαλτώδεις, όπου οι φυσικές συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές για την κτηνοτροφία[10], αλλά ο ρόλος των οποίων, κατά την εποχή της δουλείας, είχε σε μεγάλο βαθμό εξασθενήσει ή είχε αποκτήσει, όπως στη Σπάρτη, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τη Θεσσαλία του Αχιλλέα και των Αργοναυτών, τη Λακωνία του Μενέλαου, ή ακόμα και την Αργολίδα του Αγαμέμνονα. Αυτές οι πεδιάδες, λόγω της υπερβολικής υγρασίας, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τη παραγωγή εξαγωγικών προϊόντων, όπως το κρασί ή το λάδι, ή κέντρα ευνοϊκά για το μεγάλο εμπόριο. Κατά την εποχή της δουλείας, η Αττική προοριζόταν να ανακτήσει το πλεονέκτημα της.

Υπάρχουν μαρτυρίες, τουλάχιστον έμμεσες, για το ενδιαφέρον των Μυκηναίων ηγεμόνων για τη διαχείριση των υδάτων, πέρα από την αποξήρανση της λίμνης της Κοπαΐδας, η οποία είναι εξάλλου ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Για παράδειγμα, δύο άθλοι του μύθου του Ηρακλή: τα πτηνά της λίμνης Στυμφαλίας και η Λερναία Ύδρα. Η λεκάνη της λίμνης Στυμφαλίας, όπως και αυτή της λίμνης Κοπαΐδας, έχει αποστράγγιση μόνο μέσω φυσικών υπόγειων εκβολών, που ονομάζονται καταβόθρες, οι οποίες είχαν την τάση να φράζουν, εξ ου και η παρουσία βαλτωδών ελών. Ο μύθος των πτηνών της λίμνης φαίνεται να έχει την προέλευσή του στους πυρετούς που έπλητταν την περιοχή πριν από την κατασκευή αναχωμάτων και καναλιών. Όσον αφορά τα έλη της Λέρνης, βρίσκονται στις όχθες του Αργολικού Κόλπου, κοντά σε πηγές που αντιστοιχούν στην εκβολή των καταβόθρων των υψηλών πεδιάδων της Μεσσηνίας. Τα έργα αποστράγγισης μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο σύμφωνα με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και εκτέλεση. Απαιτήθηκαν έργα κατασκευής αναχωμάτων για να εξασφαλιστεί η διέλευση μεταξύ του βουνού και της ακτής, διέλευση η οποία, διαφορετικά, θα είχε αποκλειστεί από τα έλη.

Τέλος, υπάρχει και μια άλλη μυθική ένδειξη της προσοχής που έδιναν οι Μυκηναίοι ήρωες στον έλεγχο των υδάτων. Ένας μύθος αναφέρει ότι ο Διομήδης είχε ξεκινήσει, νότια του όρους Γκαργκάνο, στη νότια Ιταλία, την εκσκαφή ενός καναλιού το οποίο άφησε ημιτελές. Θα ήταν σίγουρα χρήσιμο να διεξαχθεί μια πιο λεπτομερής μελέτη του μεταβαλλόμενου ρόλου των φυσικών συνθηκών ανάλογα με τις εποχές και τους διαδοχικούς τρόπους παραγωγής, ιδίως στον ελληνικό χώρο[11].

 

***

 

Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο ρόλος που ενδεχομένως διαδραμάτισε, στη διαμόρφωση του τρόπου παραγωγής που βασιζόταν στη δουλεία, η προϋπάρχουσα ύπαρξη στην Ελλάδα κοινωνιών «ασιατικού» τύπου. Η κληρονομιά των τεχνικών είχε, αναμφίβολα, τεράστια σημασία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή που παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη θέση που κατείχαν στο συνολικό σύστημα οι αγροτικές κοινότητες, όπου δεν είχε ακόμη επικρατήσει η ιδιωτική ιδιοκτησία της γης. Η μυκηναϊκή κοινωνία καταστράφηκε βίαια από αυτό που ονομάζουμε «δωρικές μεταναστεύσεις». Οι κοινωνίες «ασιατικού» τύπου παρουσιάζουν πράγματι μεγάλη ευπάθεια, παρά την επιβλητική τους όψη. Στην Αίγυπτο, σημειώθηκαν δύο βίαιες καταστροφές του φαραωνικού κράτους, μετά το Παλαιό Βασίλειο και μετά το Μέσο Βασίλειο, για να μην αναφερθούμε στην τύχη του Νέου Βασιλείου. Όμως, κάθε φορά, όταν η καταιγίδα περνούσε, το σύστημα ανασυγκροτούνταν με κάποιες βελτιώσεις. Η ιστορία της Μεσοποταμίας, από τους Σουμέριους έως τη Νέα Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία, είναι εξαιρετικά περίπλοκη, λόγω των αδιάκοπων αλλαγών στην ηγεμονία· ωστόσο, οι διαδοχικές κυριαρχίες εγκαθίστανται πάντα στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Στην Ελλάδα, δεν υπήρξε κάτι τέτοιο, παρά τη δυναμική της μυκηναϊκής κοινωνίας[12]. Το γεγονός είναι ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας είχε καταστρέψει τη συνοχή των αγροτικών κοινοτήτων, καταστρέφοντας ριζικά την κοινωνική ισορροπία που προέκυπτε από αυτές. Προκειμένου να μην παραδοθούν στην απελπισία και την αδράνεια, κατέστη αναγκαίο για τα θύματα να επιδιώξουν την ανασυγκρότηση της κοινωνίας πάνω σε άλλες βάσεις. Το Έργα και οι Ημέραι του Ησίοδου, που χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα, παρέχουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ενδείξεις για την έναρξη της διαδικασίας και για τις κοινωνικές μεταβολές που την έθεσαν σε κίνηση. Ο Μαρσέλ Ντετιέν σε ένα μικρό, πολύ υποβλητικό βιβλίο με τίτλο Αγροτική κρίση και θρησκευτική στάση στον Ησίοδο[13], [Marcel Détienne, Crise agraire et attitude religieuse chez Hésiode], περιγράφει με μεγάλη σαφήνεια την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή:

«Σε σύγκριση με την εξαιρετικά συγκεντρωτική κοινωνία της μυκηναϊκής εποχής, όπου όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονταν στα χέρια ενός και μόνο προσώπου, του άνακτος [ϝάναξ], η κοινωνία του Ησίοδου μαρτυρά τη διάσπαση αυτής της καίριας λειτουργίας και τον κατακερματισμό της σε μεγάλο αριθμό ισχυρών προσώπων που ονομάζονται βασιλεῖς

Αυτοί οι «βασιλείς» ήταν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, άδικοι και εκμεταλλευτές εις βάρος των μικρών ιδιοκτητών, οι οποίοι ζούσαν μια εξαιρετικά δύσκολη ζωή. Τα παιδιά τους δεν είχαν άλλη λύση από το να διατηρήσουν αδιαίρετο ένα μικρό κτήμα, αρκετό μόνο για να συντηρήσει μία οικογένεια, ή να το μοιράσουν σε μεμονωμένα αγροτεμάχια πολύ μικρά. Σύμφωνα με μια εντυπωσιακή φράση του Εντ. Γουίλ [Ed. Will], «εν ολίγοις, είχαν την επιλογή μεταξύ της συλλογικής και της ατομικής επαιτείας».

Το συμπέρασμα του Ντετιέν είναι ότι ο Ησίοδος αντιδρά στην οικονομική κρίση με μια θρησκευτική στάση: για τον ίδιο, «για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ θεών και ανθρώπων, υπάρχει μόνο ένας τρόπος, η γεωργική εργασία ως θρησκευτική πρακτική και ως μορφή δικαιοσύνης».

Η περιγραφή των μορφών που παίρνει η νοοτροπία του Ησιόδου είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα και έπρεπε να γίνει. Όμως, πίσω από τη θρησκευτική μορφή της συμπεριφοράς τόσο του Ησιόδου όσο και των συγχρόνων του, είναι επίσης απαραίτητο να αναγνωρίσουμε τις συνθήκες της πραγματικής πρακτικής και τις κατευθύνσεις που αυτή παίρνει.

Με την εξαφάνιση της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας των χωριών της «ασιατικής» περιόδου, γινόμαστε μάρτυρες, με την εδραίωση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του θριάμβου και των καταστροφών του ωφελιμιστικού ατομικισμού.

«Μέτρα καλά τα δανεικά απ᾽ το γείτονα, καλά να τα επιστρέφεις, με το ίδιο μέτρο, και με καλύτερο αν μπορείς, ώστε να βρεις, αν χρειαστείς, και στο μέλλον επαρκή βοήθεια.»

(στίχοι 349-351).

...

«κι όλα τα αναγκαία στο σπίτι μέσα να τα ᾽χεις έτοιμα, μην τύχει και ζητάς απ᾽ άλλον, εκείνος σου αρνείται και συ δεν έχεις, περνά ο καιρός και τα χωράφια σου αφανίζονται.»

(στίχοι 407-409)

...

«Γιατί είναι εύκολο να πεις το λόγο “δώσε δυο βόδια κι άμαξα”, μα κι εύκολο να σου αρνηθούν: “έχουν δουλειά τα βόδια”.»

(στίχοι 453-454).

Ο μόνος τρόπος για να βγούμε από την απομόνωση που μας συνθλίβει είναι να πλουτίσουμε. Πίσω από την εμπιστοσύνη στη θεία δικαιοσύνη, αναγνωρίζουμε στον Ησίοδο την επιθυμία για πλουτισμό.

«Τον πλούτο η αρετή και η δόξα συνοδεύει»

(στίχος 313).

...

«Κοντά στη φτώχεια η ντροπή»

(στίχος 318) [Μετάφραση Σταύρος Γκιργκέρνης].

Και ένα από τα μέσα που προσφέρονταν τότε, ως καινοτομία και με τεράστιες δυνατότητες, ήταν η προσεκτικά υπολογισμένη χρήση δούλων ως εργατικού δυναμικού στις αγροτικές εργασίες: ο Ησίοδος δίνει σχετικά συμβουλές, στις οποίες η μέριμνα για την αξιοποίηση αυτού του εργατικού δυναμικού στο έπακρο υπερισχύει του ανθρωπιστικού πνεύματος. Διαπιστώνουμε εδώ πώς και υπό ποιες κινήσεις αρχίζει να ξεπερνιέται το στάδιο της πατριαρχικής δουλείας, καθώς η γενικευμένη δουλεία έχει πλέον ξεπεράσει τον κύκλο της.

 

Οι Ετρούσκοι

Με τους Ετρούσκους επιστρέφουμε στη Δυτική Μεσόγειο. Μια αρχική διαπίστωση: αν στην ηπειρωτική Ελλάδα παρατηρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση στην ανάπτυξη σε σύγκριση με την Κρήτη, στην Ετρουρία η καθυστέρηση είναι πολύ πιο σημαντική, καθώς η ανάπτυξη μιας μορφής ασιατικού τρόπου παραγωγής, στο βαθμό που είναι δυνατόν να αναγνωριστεί, δεν τοποθετείται πλέον στην Εποχή του Χαλκού, αλλά στην Εποχή του Σιδήρου. Το πολύ-πολύ μπορούμε να διακρίνουμε την απαρχή μιας τέτοιας ανάπτυξης τον 6ο αιώνα και με μια μορφή που δεν θα μπορούσε παρά να είναι νέα: διότι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά θα οδηγούσαν μάλλον, εκ πρώτης όψεως, στο να θεωρηθεί η Ετρουρία ως μια ελαφρώς καθυστερημένη επαρχία του ελληνικού πολιτισμού. Μεταξύ των προτύπων της Εγγύς Ανατολής και της Ετρουρίας παρεμβάλλονταν ένας νέο μοντέλο προτύπου, το ελληνικό μοντέλο, αν και δεν είχε ακόμη πλήρως διαμορφωθεί, αλλά διακρινόταν ήδη από έντονα χαρακτηριστικά.

Δεν διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το κοινωνικό σύστημα των Ετρούσκων και την εξέλιξή του σε σχέση με την εξέλιξη των κρατικών δομών· αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι αναμφίβολα η προνομιακή θέση της γυναίκας, γεγονός που δεν στερείται ενδιαφέροντος για το θέμα που μας απασχολεί. Αλλά συναντάμε τα ίδια γεωγραφικά χαρακτηριστικά σε περιοχές με κακή αποστράγγιση και μνήμες ή ίχνη μεγάλων έργων που αναλήφθηκαν με σκοπό τον έλεγχο των υδάτων. Το ίσως πιο σημαντικό παράδειγμα είναι αυτό των καναλιών που σκάφτηκαν στην κάτω κοιλάδα του Πάδου, κοντά στη Σπίνα, για τα οποία σχετικά πρόσφατες ανασκαφές επιβεβαίωσαν ότι είχαν διαδραματίσει οικονομικό ρόλο πρωταρχικής σημασίας τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. Εκεί οι Ετρούσκοι, σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο[14], είχαν σχεδιάσει και υλοποιήσει εκτεταμένα υδραυλικά έργα με στόχο την ρύθμιση πολλών παραποτάμων του Πάδου και τη σύνδεσή τους, καθώς και των λιμνοθαλασσών, μέσω εγκάρσιων καναλιών, όλα αυτά προφανώς με σκοπό τη διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας[15]. Ένας μύθος, που αναφέρεται επίσης από τον Πλίνιο σχετικά με την ίδρυση της Σπίνα, της οποίας το όνομα είναι προρωμαϊκό, χωρίς να είναι ετρουσκικό, κινείται σε παρόμοια γραμμή: η ίδρυση αυτή αποδιδόταν στον Διομήδη, στον οποίο, όπως είδαμε, αποδιδόταν ένα μεγάλο υδραυλικό έργο στη Νότια Ιταλία.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό των cuniculi, δηλαδή των υπόγειων αγωγών του Έλους Ποντίνο [Pomptina Palus], νότια της Ρώμης. Η αποστράγγιση αυτών των ελών, η οποία ξανάρχισε με τεράστια προπαγανδιστική εκστρατεία υπό τον Μουσολίνι, είχε ήδη πραγματοποιηθεί σε μια εποχή πριν από την κυριαρχία της Ρώμης, κατά τη διάρκεια της ετρουσκικής περιόδου, με την κατασκευή ενός υπόγειου δικτύου μικρών τούνελ, χωρίς τοιχοποιία, ύψους 1,50 μέτρων και πλάτους 0,70 έως 1 μέτρου. Αυτές οι σήραγγες, που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν σε βάθος μεγαλύτερο των 15 μέτρων κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, χρησίμευαν για την αποστράγγιση κοιλοτήτων χωρίς φυσική απορροή[16]. Ένα τέτοιο δίκτυο δεν θα μπορούσε να κατασκευαστεί παρά μόνο σύμφωνα με ένα συνολικό σχέδιο, χωρίς δοκιμές και λάθη, και είναι σαφές ότι απαιτούσε την κινητοποίηση όλων των δυνάμεων μιας μεγάλης κοινότητας, δυνάμεις τις οποίες μόνο ένας αυταρχικός ηγέτης ήταν σε θέση να διαθέσει.

Τέτοια κανάλια απορροής έχουν αναφερθεί και στην ίδια την Ετρουρία[17]. Υπάρχει όμως και ένα άλλο, πιο γνωστό παράδειγμα, σε μια περιοχή που υπέστη για κάποιο διάστημα την ετρουσκική επέκταση: η Ρώμη των Ταρκύνιων βασιλέων.

Οι παλαιότερες ανασκαφές στο Φόρουμ και στον Παλατίνο επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια πολύ ακριβή εικόνα της εξέλιξης των ανθρώπινων εγκαταστάσεων. Τον 7ο αιώνα και στις αρχές του 6ου αιώνα, οι οικισμοί περιορίζονταν στους λόφους που περιβάλλουν την κοιλάδα του Φόρουμ: επρόκειτο για ομάδες καλυβών, τα ίχνη των οποίων ανακαλύφθηκαν το 1913-1914 και των οποίων την εικόνα μας παρέχουν οι ταφικές τεφροδόχοι της προηγούμενης εποχής. Ωστόσο, εμφανίζεται ήδη μια πρωτογεωμετρική διακοσμημένη κεραμική που μαρτυρά ότι δεν ζούσαν πλέον σε έναν κλειστό κόσμο.

Η ίδια η κοιλάδα του Φόρουμ ήταν ακατοίκητη, προφανώς λόγω της βαλτώδους μορφής της. Τουλάχιστον μια περιοχή, αυτή που βρίσκεται στα όρια αυτής της κοιλάδας, μεταξύ του ναού του Αντωνίνου και της Φαουστίνας και της Ιερής Οδού, χρησίμευε ως νεκροταφείο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα σταμάτησαν να θάβουν εκεί τους νεκρούς. Η δημόσια δραστηριότητα, που παλαιότερα περιοριζόταν στα χωριά των λόφων, είχε μεταφερθεί εκεί, όπως μαρτυρά το αρχαϊκό πηγάδι του ναού της Εστίας [Vesta], όπου οι ανασκαφές ανέδειξαν οικιακά αντικείμενα που χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αιώνα. Αυτό οφείλεται, κατά πάσα πιθανότητα, στο γεγονός ότι η κοιλάδα είχε αποξηρανθεί. Ταυτόχρονα, στον Παλατίνο παρατηρείται σημαντική βελτίωση των οικισμών. Σκάβονται στοές και δεξαμενές. Στις καλύβες προστίθεται ένας ιταλικός ναός με πήλινα αντικείμενα διακοσμημένα με μορφές.

Πώς εκτελέστηκαν αυτά τα έργα, που ήταν τεράστια για την εποχή; Μήπως από δούλους εργάτες, όπως πίστευαν ορισμένοι; Αυτό είναι πολύ απίθανο για μια σειρά από λόγους. Χρονολογικά, ο τρόπος παραγωγής που βασιζόταν στη δουλεία θα είχε καθιερωθεί στη Ρώμη περίπου την ίδια εποχή με την Αθήνα: όμως η Αθήνα ήταν πιο προχωρημένη, ακόμη και σε σχέση με μεγάλο μέρος της Ελλάδας. Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος παραγωγής με βάση τη δουλεία προϋποθέτει ιδιώτες επιχειρηματίες, που αποσκοπούν στην ικανοποίηση ιδιωτικών συμφερόντων, και όχι, όπως εδώ, συλλογικών συμφερόντων. Τέλος, θα ήταν δύσκολο να κατανοήσουμε την οπισθοδρόμηση που ακολούθησε την εκδίωξη των βασιλέων, για μια περίοδο περίπου δύο αιώνων, αν ένα αυθεντικό δουλοκτητικό καθεστώς είχε εγκατασταθεί στη Ρώμη ήδη από την βασιλική εποχή. Η εξήγηση που δίνει ο Τίτιος Λίβιος, και η οποία αναφέρεται σε μια γενικευμένη δουλεία, αποκτά έτσι ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα[18].

Αξίζει να σταθούμε σε αυτό το θέμα, λόγω της επιβεβαίωσης των κειμένων από την αρχαιολογία και, για μια φορά, της ακρίβειας των αναλύσεων. Ας ανοίξουμε το έργο του Ρωμαίου ιστορικού, στο βιβλίο Ι, κεφάλαιο 38, σχετικά με τον Ταρκύνιο τον Πρεσβύτερο (αρχές του 6ου αιώνα):

«Τα χαμηλά μέρη της πόλης γύρω από το φόρουμ και τις άλλες κοιλάδες που βρίσκονται ανάμεσα στους λόφους, επίπεδα μέρη από τα οποία τα νερά δεν αποστραγγίζονταν εύκολα, τα αποξήρανε με αποχετευτικά κανάλια που κατασκευάζονταν με κλίση προς τον Τίβερη... την πλατφόρμα που προοριζόταν να στηρίξει, στο Καπιτώλιο, τον ναό του Δία, σύμφωνα με την ευχή που είχε κάνει κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Σαβίνους. Ο Ταρκύνιος, προβλέποντας τη μελλοντική μεγαλοπρέπεια αυτού του τόπου, τον κατέστησε σταθερό στην πλαγιά με τοίχους αντιστήριξης.»

Δεν έχει ακόμη τεθεί το ζήτημα της φύσης του εργατικού δυναμικού. Ας συνεχίσουμε όμως, φτάνοντας στην βασιλεία του Ταρκύνιου του Υπερήφανου, ο οποίος συνεχίζει την κατασκευή του ναού του Δία [Jupiter] (κεφάλαιο 56):

«Αποφασισμένος να ολοκληρώσει αυτόν τον ναό, έφερε εργάτες από όλα τα μέρη της Ετρουρίας και χρησιμοποίησε για την κατασκευή του όχι μόνο δημόσια κεφάλαια, αλλά ανάγκασε και τον λαό να αναλάβει αυτό που του αναλογούσε από την εργασία. Οι κόποι αυτοί, που δεν ήταν και λίγοι, προστέθηκαν στην στρατιωτική θητεία. Ωστόσο, ο λαός θεωρούσε λιγότερο βαρύ να χτίζει με τα χέρια του τους ναούς των θεών από ό,τι όταν, στη συνέχεια, αυτοί οι άνδρες απασχολήθηκαν σε άλλα έργα, ταυτόχρονα λιγότερο όμορφα και πιο επίπονα: την κατασκευή κερκίδων στον ιππόδρομο, την Cloaca maxima [Μεγάλη Αποχέτευση], τον υπόγειο αγωγό για τα λύματα της πόλης. Η μεγαλοπρέπεια αυτών των δύο έργων δύσκολα μπορούσε να συγκριθεί με οτιδήποτε σήμερα».

Και πιο κάτω, ακόμη πιο ξεκάθαρα (πρόκειται για τον πόλεμο που διεξήγαγε ο Ταρκύνιος εναντίον της Αρδέας, πόλης των Ρουτούλων, οι οποίοι ήταν, για την εποχή εκείνη, ένας λαός πολύ ισχυρός χάρη στον πλούτο του):

«Αυτή ήταν η αιτία του πολέμου. Ο βασιλιάς της Ρώμης επιθυμούσε να πλουτίσει προσωπικά, αφού είχε καταστραφεί οικονομικά από την τεράστια κλίμακα αυτών των δημοσίων έργων, και να κατευνάσει με λάφυρα πολέμου τους υπηκόους του, τους οποίους η υπεροψία του είχε κάνει εχθρικούς προς τη βασιλεία του και τους οποίους εξόργιζε που ο βασιλιάς τους τούς ανάγκαζε να δουλεύουν σε χειρωνακτικές, ακόμη και δουλικές εργασίες για τόσο καιρό.» (I, 57).

Ως συνέπεια, από την άλλη πλευρά, μιας δυσαρέσκειας που επεκτεινόταν σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, παρατηρούμε την ενίσχυση των κρατικών δομών:

«Συνειδητοποιώντας ότι το προηγούμενο που είχε δημιουργήσει, δηλαδή η κατάκτηση του θρόνου με βία, θα μπορούσε να στραφεί εναντίον του, περιέβαλε τον εαυτό του με φρουρά. Διότι δεν διέθετε απολύτως τίποτα με το οποίο να δικαιολογήσει την αξίωσή του για τον θρόνο, εκτός από την ίδια τη βία· βασίλευε χωρίς να έχει εκλεγεί από τον λαό ούτε να έχει επικυρωθεί από τη σύγκλητο. Επιπλέον, καθώς δεν είχε καμία ελπίδα να κερδίσει την αγάπη των πολιτών, έπρεπε να διατηρήσει την εξουσία του με τον φόβο.» (I, 49)

Θαυμάζουμε την ευφυΐα με την οποία ο Ρωμαίος ιστορικός κατάφερε να αποδομήσει τον μηχανισμό γέννησης της δεσποτικής εξουσίας. Με αυτό συμπληρώνεται η εικόνα αυτού που μπορούμε να θεωρήσουμε ως παράδειγμα ασιατικού τρόπου παραγωγής[19].

 

***

 

Μια αντίθετη εικόνα, κατά κάποιον τρόπο: μετά τον 6ο αιώνα παρατηρούμε μια στασιμότητα, προάγγελο της παρακμής, στην εξέλιξη του ετρουσκικού πολιτισμού, την ίδια στιγμή που η πρόοδος επιταχύνεται στην Ελλάδα χάρη στην εδραίωση του νέου τρόπου παραγωγής που βασίζεται στη δουλεία.

Πώς είναι δυνατόν η Ετρουρία, η οποία μέχρι τότε ακολουθούσε τα βήματα της Ελλάδας με μικρή χρονική καθυστέρηση, να ακολουθήσει από τότε μια διαφορετική πορεία; Κατά τη διάρκεια της περιόδου της ανατολίτικης επιρροής (700-600), η επιρροή της Ελλάδας είχε σταδιακά αντικαταστήσει στην Ετρουρία τις φοινικικές και κυπριακές επιρροές: εισάγονται αγγεία από τα εργαστήρια της Κορίνθου, μαζί με ιωνικά, λακωνικά ή αττικά προϊόντα. Μεταξύ 600 και 475 η ιωνική και αττική επιρροή είχε γίνει κυρίαρχη: εμφάνιση του ετρουσκικού ναού με πρότυπο τα ελληνικά ιερά του 6ου αιώνα, με ξύλινο σκελετό και επένδυση από πήλινα αντικείμενα· άνθηση της γλυπτικής των Βηίων, τα αριστουργήματα της οποίας φαίνεται να προέρχονται από εργαστήρια της αρχαϊκής Ελλάδας. Η Ετρουρία, από την άποψη της τέχνης, φαινόταν να αναπτύσσεται παράλληλα με την Ελλάδα[20].

Γιατί ανακόπηκε αυτή η δυναμική; Βεβαίως, η διακοπή αυτή σηματοδοτείται από πολιτικοστρατιωτικά γεγονότα. Οι Λατίνοι εξεγέρθηκαν και, με τη βοήθεια της Κύμης, επέφεραν σοβαρή ήττα στους Ετρούσκους, ενώ όταν, γύρω στο 474, οι Ετρούσκοι απείλησαν εκ νέου την Κύμη, αυτή η ελληνική πόλη διασώθηκε από τους Συρακούσιους, οι οποίοι τη βοήθησαν να κερδίσει μια ναυτική νίκη, αυτή τη φορά αποφασιστική, στις ακτές της Καμπανίας. Αλλά μήπως αυτές οι ήττες δεν είναι παρά ορόσημα, ενώ η βαθύτερη αιτία πρέπει να αναζητηθεί σε μια εσωτερική αδυναμία του οικονομικοκοινωνικού και πολιτικού συστήματος; Μήπως η πραγματική εξήγηση έγκειται στο γεγονός ότι το νέο οικονομικοκοινωνικό καθεστώς, το οποίο συνιστούσε σημαντική πρόοδο, δηλαδή ο τρόπος παραγωγής που βασιζόταν στη δουλεία και αποτέλεσε το θεμέλιο της λαμπρής, και` αστραπιαίας ανάπτυξης της Ελλάδας και ιδίως των Αθηνών, εδραιώθηκε μόνο επιφανειακά στην Ετρουρία, επειδή οι ελληνικές επιρροές παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό επιφανειακές, όπως και οι ανατολικές επιρροές στους μεγαλιθικούς πολιτισμούς, επειδή η πρακτική της γενικευμένης δουλείας, που αναμφίβολα γινόταν αποδεκτή από τον πληθυσμό για τον έναν ή τον άλλο λόγο, αποτελούσε εμπόδιο στην εισαγωγή της πραγματικής δουλείας;

Η μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα, ίσως, ήταν ότι οι δωρικές εισβολές είχαν δώσει το τελειωτικό χτύπημα στον ασιατικό τρόπο παραγωγής στην Ελλάδα και ότι το πεδίο είχε ανοίξει για την άνθηση ενός νέου τρόπου παραγωγής. Θα συγκρίνουμε αυτή την κατάσταση με εκείνη που θα επικρατήσει στη Δύση όταν οι βαρβαρικές εισβολές θα οδηγήσουν στην πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ στην Ανατολή η διατήρηση των αυτοκρατορικών δομών θα αποτελέσει εμπόδιο στην άνθηση ενός δυναμικού φεουδαρχισμού.

Μια άλλη σειρά παρατηρήσεων, οι γλωσσικές παρατηρήσεις, επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι δύο τρόποι παραγωγής, βαθιά διαφορετικοί ως προς τη φύση τους, σημάδεψαν, αφενός, τη Ρώμη των Ετρούσκων βασιλέων και, αφετέρου, την κλασική Ρώμη, με μια ενδιάμεση περίοδο αποσύνθεσης και αργής ωρίμανσης όχι μόνο μιας νέας οικονομικοκοινωνικής δομής, αλλά και μιας νέας κατάστασης της γλώσσας.

Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Τζιάκομο Ντεβότο [Giacomo Devoto], που δημοσιεύθηκε στο ρουμανικό περιοδικό Studii Clasice[21]. Ο συγγραφέας εξηγεί ότι συνήθως, για να προσεγγίσουμε τη λατινική γλώσσα των σπάνιων κειμένων που χρονολογούνται πριν από τον 4ο αιώνα –κείμενα εξαιρετικά ασαφή– αρκούμαστε να μιλάμε για πρωτοϊστορία της λατινικής και να αντιπαραθέτουμε την αρχαϊκή λατινική στην κλασική. Ο Ντεβότο προτείνει να διακρίνουμε πιο συγκεκριμένα τρεις διαδοχικές φάσεις.

Η πρώτη φάση αντιστοιχεί στην εποχή της βασιλείας, κατά την οποία η ιστορική γραμματική μας επιτρέπει να μιλάμε για μια γλώσσα που, αν και αρχαϊκή, ήταν σταθεροποιημένη, μια γλώσσα που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη γραφή (παρότι δεν έχουν διασωθεί κείμενα) και είχε καθιερωθεί υπό την επίδραση της σταθερά οργανωμένης εξουσίας της ετρουσκικής μοναρχίας.

Μια δεύτερη φάση ορίζεται ως μια εξαιρετικά βαθιά κρίση που παρατάθηκε κατά τη διάρκεια της πιο σκοτεινής περιόδου της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, μια περίοδος υποχώρησης που διήρκεσε από το 500 ή το 475 έως τουλάχιστον το 350. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, η λατινική γλώσσα υπέστη επιτόπου βαθύτερες αλλαγές από ό,τι θα υποστεί από το 350 π.Χ. έως σήμερα, δηλαδή η σημερινή ιταλική γλώσσα είναι πιο κοντά στη λατινική του Πλαύτου [Plautus] από ό,τι η λατινική του Πλαύτου σε αυτό που μπορούμε να ανασυνθέσουμε ως τη λατινική του 6ου αιώνα π.Χ.

Αυτή η μεταβολή, που έλαβε χώρα μεταξύ του 500 και του 350, φαίνεται ότι μπορεί να αποδοθεί τόσο στην εξάντληση του συντονιστικού ρόλου που ασκούσαν πολιτικά και πολιτισμικά οι Ετρούσκοι βασιλείς όσο και στις ταξικές διαμάχες μεταξύ πληβείων και πατρικίων. Θα πρέπει να συγκρίνουμε αυτή τη μεταβολή με τη γλωσσική μεταβολή που οδήγησε από τα λατινικά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα γαλλικά του 11ου αιώνα. Η μεταβολή αυτή συνέβη πράγματι κατά τη διάρκεια της ταραχώδους περιόδου που χωρίζει την βίαιη κατάρρευση του δουλοκτητικού κρατικού συστήματος, στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ., από τη συγκρότηση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, στο τέλος της πρώτης χιλιετίας.

Στις έρευνες σχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, θα μπορούσαν αναμφίβολα να αντληθούν ορισμένα στοιχεία από τη σύγκριση της εξέλιξης των γλωσσών, της περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένης σταθεροποίησής τους ή των μεταβολών τους με την εδραίωση ή τις διακυμάνσεις του ίδιου αυτού τρόπου παραγωγής.

 

Πρόσθετη σημείωση

Η εξέταση του μεταβαλλόμενου ρόλου των φυσικών συνθηκών ανάλογα με τις εποχές και τους διαφορετικούς τρόπους παραγωγής είναι εξίσου απαραίτητη για την Ιταλία όσο και για την Ελλάδα. Η εσωτερική λογική της ιστορικής εξέλιξης μέσω της διαδοχής όλο και πιο παραγωγικών τρόπων παραγωγής αναπτύσσεται μόνο (ή αναπτύσσεται με μεγαλύτερη ευκολία) εφόσον οι φυσικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, συνθήκες οι οποίες μεταβάλλονται από το ένα στάδιο στο άλλο. Βεβαίως, ο άνθρωπος και η φύση αλληλοεπηρεάζονται μόνο μέσω των σχέσεων παραγωγής, αλλά αλληλοεπηρεάζονται. Στην Γερμανική Ιδεολογία[22] ο Μαρξ, αναφερόμενος στις «φυσικές συνθήκες που βρίσκει έτοιμες ο άνθρωπος – τις γεωλογικές, ορογραφικές, υδρογραφικές, κλιματικές κ.τ.λ.», σημείωνε ότι κάθε ιστορία πρέπει να ξεκινά από αυτές τις φυσικές βάσεις και τις μεταβολές τους μέσω της δράσης των ανθρώπων κατά τη διάρκεια της ιστορίας.

Φαίνεται ότι δεν έχουμε ακόμη αξιοποιήσει πλήρως τις σκέψεις που συγκεντρώνονται στο τόσο πυκνό κεφάλαιο XVI του Τόμου Ι του Κεφαλαίου[23] «Η απόλυτη και η σχετική υπεραξία».

Αφενός, ο Μαρξ παρατηρεί ότι η κατεύθυνση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της προόδου των επιστημονικών γνώσεων, καθορίζεται, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, από τις φυσικές συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων έχει συγκροτηθεί μια κοινωνία:

«Στην ιστορία της βιομηχανίας παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο η ανάγκη να ελέγχει ο άνθρωπος κοινωνικά μια φυσική δύναμη, να τη διαχειρίζεται, να την κάνει πρώτα κτήμα του, να την δαμάζει με έργα του ανθρώπινου χεριού σε πλατιά κλίμακα. Σαν παράδειγμα μπορούμε να πάρουμε τη ρύθμιση της ροής των υδάτων στην Αίγυπτο, τη Λομβαρδία, την Ολλανδία κτλ., ή στις Ινδίες, την Περσία κλπ., όπου η άρδευση με τεχνητές διώρυγες δεν φέρνει στο έδαφος μόνο το απαραίτητο νερό, μα με την ιλύ του φέρνει από τα βουνά μαζί και το ορυκτό λίπασμα.»

Σε μια σημείωση, τονίζει ότι η ανάγκη να υπολογιστούν οι περίοδοι πλημμύρας του Νείλου ήταν αυτή που οδήγησε στη δημιουργία της αιγυπτιακής αστρονομίας και, ταυτόχρονα, στην κυριαρχία της κάστας των ιερέων ως διαχειριστών της γεωργίας. Ο Μαρξ παρατηρεί εκεί ότι, αν εξαιρέσουμε τον κοινωνικό κόσμο της παραγωγής, η παραγωγικότητα της εργασίας εξαρτάται από τις φυσικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται:

«Οι εξωτερικοί φυσικοί όροι διαιρούνται, οικονομικά σε δύο μεγάλες κατηγορίες: φυσικός πλούτος σε μέσα συντήρησης, δηλ. γονιμότητα του εδάφους, ύδατα με πολλά ψάρια κ.λπ., και φυσικός πλούτος σε μέσα εργασίας, όπως είναι οι καταρράκτες, τα πλωτά ποτάμια, η ξυλεία, τα μέταλλα, το κάρβουνο κλπ. Στις αρχές του πολιτισμού, αποφασιστική σημασία έχει το πρώτο είδος του φυσικού πλούτου, σε ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξης αποφασιστική σημασία έχει το δεύτερο είδος... Όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των φυσικών αναγκών που πρέπει απολύτως να ικανοποιηθούν, και όσο μεγαλύτερη είναι η φυσική γονιμότητα του εδάφους και η εύνοια του κλίματος, τόσο μικρότερος είναι ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του παραγωγού. Τόσο μεγαλύτερο μπορεί λοιπόν να είναι το πλεόνασμα της εργασίας του για άλλους πέρα από την εργασία που απαιτείται για τον εαυτό του.»

Ο Μαρξ εφαρμόζει αυτές τις σκέψεις στην φαραωνική Αίγυπτο: τα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα της αρχαίας Αιγύπτου οφείλονται στην ικανότητα να απασχολεί ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού σε μη παραγωγικές εργασίες. Φυσικά, μεγαλύτερη ιστορική σημασία είχε η ικανότητα να χρησιμοποιεί τη γενικευμένη δουλεία σε παραγωγικές εργασίες, όπως η αξιοποίηση της κοιλάδας του Νείλου.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, αν και οι φυσικές συνθήκες αποτελούν απαραίτητη βάση για την πλήρη ανάπτυξη του ασιατικού τρόπου παραγωγής, δεν αποτελούν ωστόσο επαρκή βάση. Ένα καλό παράδειγμα κοιλάδας που πλημμυρίζει και είναι κατάλληλη για πλούσιες καλλιέργειες, αλλά τελικά δεν αξιοποιήθηκε, παρόλο που αυτοί που την εκμεταλλεύονταν γνώριζαν τις δυνατότητες αξιοποίησής της, είναι η κοιλάδα του Ουέμε, στην Δαχομέη[24]. Δεν υπάρχει γεωγραφικός ντετερμινισμός. Όπως και στην Αίγυπτο, η κοιλάδα του Ουέμε, που πλημμυρίζει έξι μήνες το χρόνο, εμπλουτίζεται τακτικά από τα ιζήματα που κατακάθονται κατά τη διάρκεια των πλημμυρών. Η συστηματική δημιουργία ενός δικτύου αποχετευτικών καναλιών, όπως στην Αίγυπτο, θα εξασφάλιζε πολύ πλούσιες σοδειές. Στην πραγματικότητα, σε ορισμένα τμήματα της κοιλάδας, ιδίως εκεί όπου δεν υπήρχε ένα ύψωμα στην όχθη που να μένει εκτός νερού κάθε χρόνο για οκτώ έως εννέα μήνες και να προσφέρει τη δυνατότητα καλλιέργειας μανιόκας με υψηλές αποδόσεις, είχε πράγματι δημιουργηθεί ένα δίκτυο αποχετευτικών καναλιών. Ωστόσο, αυτά τα κανάλια χρησίμευαν ταυτόχρονα και ως λακκούβες για ψάρια. Αρχικά, οι αγρότες συμφωνούσαν να συνδέουν τα κανάλια μεταξύ τους, αφού ψάρευαν στο δικό τους τμήμα. Στη συνέχεια, τα κανάλια χρησιμοποιήθηκαν μόνο ως ατομικά κανάλια ψαριών, καθώς κάθε ιδιοκτήτης έφραξε οριστικά τα άκρα του τμήματος του καναλιού που του ανήκε.

Η πεδινή περιοχή μετατράπηκε έτσι σχεδόν αποκλειστικά σε ζώνη αλιείας, παρέχοντας βεβαίως ακόμη σημαντικούς διατροφικούς πόρους, αλλά πολύ λιγότερους από ό,τι έδινε ο συνδυασμός γεωργίας και αλιείας, ο οποίος είχε εφαρμοστεί τουλάχιστον στα αρχαιότερα χρόνια της Αιγύπτου. Λόγω της «ανάπτυξης του ατομικισμού», έχουμε εδώ ένα εντυπωσιακό παράδειγμα διακοπής μιας εξέλιξης που, στην Αίγυπτο, με παρόμοια φυσική βάση, γνώρισε τις πιο γόνιμες εξελίξεις, χάρη στην εγκαθίδρυση μιας οργανωτικής –και δεσποτικής– εξουσίας. Κατανοούμε καλύτερα τον ρόλο που διαδραμάτισε η ύπαρξη, στην Εγγύς Ανατολή, μοντέλων κρατικής οργάνωσης, που μπορούσαν να παρατηρηθούν, για τους λαούς της πρωτοϊστορικής Μεσογείου.

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Charles Parain, « Protohistoire méditerranéenne et mode de production asiatique », στο Centre d’Études et de Recherches marxistes, Sur le « mode production asiatique », Éditions sociales, 1969, σσ. 169-194.

 

Σημειώσεις

[1] Στο 3ο τόμο του Κεφαλαίου, στο κεφάλαιο για την πρόσοδο από την εργασία, ο Μαρξ τονίζει ότι ο τρόπος εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο καθορίζει τόσο τη σχέση εξάρτησης όσο και τη μορφή της οικονομικής κοινότητας και της πολιτικής μορφής: «Η ειδική οικονομική μορφή, με την οποία αντλείται απλήρωτη δουλειά από τους άμεσους παραγωγούς, καθορίζει τη σχέση κυριαρχίας και υποδούλωσης, όπως αναφύεται άμεσα από την ίδια την παραγωγή και που με τη σειρά της αντεπιδρά καθοριστικά πάνω της. Πάνω σ’ αυτή βασίζεται, όμως, όλη η διαμόρφωση της οικονομικής κοινότητας (Gemeinwesen), που αναφύεται από τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής και που ταυτόχρονα αναφύεται μαζί της η ιδική πολιτική μορφή της. Πάντως στην άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς –μια σχέση, η κάθε φορά μορφή της οποίας ανταποκρίνεται πάντα με φυσικότητα, σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης του τρόπου δουλειάς, επομένως και στην κοινωνική παραγωγική της δύναμη– βρίσκουμε το ενδότατο μυστικό, την κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής συγκρότησης, επομένως και της πολιτικής μορφής της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης, κοντολογής της κάθε φορά ειδικής κρατικής μορφής.» (K. Marx : Le Capital, τόμος III, τόμος VIII, σελ. 172 [Μαρξ Καρλ. Το Κεφάλαιο, τόμος 3, σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 972]. Υπογράμμιση δική μας.)

[2] Έκθεση στο 8ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκων) της Ρωσίας, 1919.

[3] Louis-René Nougier, Histoire générale du Travail, εκδόθηκε υπό τη διεύθυνση του Louis-Henri Parias, Nouvelle Librairie de France, 1959, Τόμος Ι, Βιβλίο Πρώτο: « La Préhistoire ».

[4] Για τη Νεολιθική περίοδο, βλ. ιδιαίτερα G. Bailloud et P. Mieg de Boofzheim, Les Civilisations néolithiques de la France dans leur contexte européen, Παρίσι, 1955.

[1] [Σ.τ.Μ.] Η μεταβατική περίοδο ανάμεσα στη Νεολιθική Εποχή και την Εποχή του Χαλκού. Στη βιβλιογραφία ο όρος Χαλκολιθική χρησιμοποιείται κυρίως για τα Βαλκάνια και την Κύπρο.

[5] V. I. Markovin, « Quelques résultats des études sur les monuments mégalithiques du Caucase occidental », Antiquités nationales et internationales (Centre d’Études pré et protohistoriques de l’École pratique des Hautes Études, Ενότητα VI), IV, 1963, σσ. 42-51.

[6] Βλ. R. Grosjean, διευθυντή του Κέντρου Προϊστορίας της Κορσικής: « La Corse à l’âge des mégalithes », Archeologia, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1965.

[7] Michel Lejeune, « Le damos dans la société mycénienne », Revue des Études grecques, 1965, σσ. 1-22.

[8] J.-P. Vernant, Les Origines de la pensée grecque, το προαναφερθέν έργο, σελ. 14 [Vernant Jean-Pierre, Οι Απαρχές της Ελληνικής Σκέψης, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992 μετάφραση: Ελένη Κακοσσαίου-Νικολούδη, σελ., 53, 54]. Βλ. επίσης το εξαιρετικά σημαντικό έργο της Luigia Achillea Stella, La Civilta Micenea nel documenti contemporanei, Ρώμη, 1965, για το οποίο υπάρχει μια πολύ εμπεριστατωμένη κριτική του J. Deshayes στο Revue des Études grecques, 1968, σσ. 201-204. Η συγγραφέας συσχετίζει τις ανακτορικές δομές της μυκηναϊκής Ελλάδας με τα παραδοσιακά πλαίσια της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ανατολικών κρατών, μεγάλων και μικρών, στα οποία ανήκε και η ίδια η Ελλάδα. Οι οικονομικές βάσεις του μυκηναϊκού μοναρχικού συστήματος πρέπει να συσχετιστούν με όσα γνωρίζουμε για την ανατολική ανακτορική οργάνωση: έτσι, οι κατάλογοι των τεχνιτών που εργάζονταν για λογαριασμό των ανακτόρων είναι σχεδόν πανομοιότυποι στην Πύλο ή την Κνωσό, στο Μάρι, στο Νούζι, στην Αλαλάχ και στην Ουγκαρίτ.

[9] Είναι δύσκολο να ακολουθήσει κανείς τον συγγραφέα όταν υποθέτει ότι η παραγωγή στον μυκηναϊκό κόσμο φαίνεται να βασιζόταν στη δουλεία. Σίγουρα υπήρχαν «δούλοι του δάμου», αλλά επισημαίνεται ότι οι «δούλοι του δάμου», όπως και τα «ζώα φορτίου του δάμου», αποτελούσαν συλλογική ιδιοκτησία. Δεν είναι σαφές πώς αυτό το εμβρυακό σύστημα δουλείας, το οποίο είναι βεβαίως πολύ ενδιαφέρον να εντοπιστεί, αλλά παραμένει ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, θα μπορούσε να λειτουργήσει σε βαθμό που να εξασφαλίζει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής.

[10] Η L. Stella επισημαίνει ότι όλοι οι βοσκοί που αναφέρονται στα κείμενα φαίνεται να ήταν υπάλληλοι των ανακτόρων: «Η μέχρι πρότινος απροσδόκητη σημασία της κτηνοτροφίας, την οποία μας αποκάλυψαν οι πινακίδες, ιδίως για την Κρήτη, γράφει ο J. Deshayes, δικαιολογούσε ένα τέτοιο μονοπώλιο».

[11] Γενικότερα, οι μυθικές γενεαλογίες αποτελούν μαρτυρία ότι, πριν από την εδραίωση της λατρείας των ουράνιων θεών και την ενσωμάτωσή τους σε αυτές τις γενεαλογίες, πριν από την άνοδο του Δία και τον θρίαμβο των ινδοευρωπαϊκών μύθων, το νερό και πιο συγκεκριμένα οι ποταμοί κατείχαν εξέχουσα θέση στις θρησκευτικές αντιλήψεις. Παράλληλα, συναντάμε κατά καιρούς, με εντυπωσιακό τρόπο, διάφορα χαρακτηριστικά της μητρογραμμικής οικογένειας, όπως στις κοινωνίες «ασιατικού» τύπου: μεταβίβαση της κληρονομιάς από τις κόρες (που συνδέεται με τον κυρίαρχο ρόλο των μεγάλων θεών), σεξουαλική ελευθερία των γυναικών, που εκφράζεται μέσω των σχέσεων των πριγκιπισσών με τους θεούς. Με την πάροδο του χρόνου παρατηρούμε την εισαγωγή του πατριαρχικού καθεστώτος, στο πλαίσιο του οποίου οι πρίγκιπες και οι ήρωες γίνονται εραστές των γυναικείων θεοτήτων. Οι ποταμοί Σκάμανδρος στην Τρωάδα, Ίναχος στην Αργολίδα, Πηνειός στον Ορχομενό, Ασωπός στην Κορινθία, είναι έτσι οι πρώτοι πρόγονοι των βασιλικών γενεών. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η περίπτωση του ποταμού Ασωπού είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: είχε μόνο τρεις κόρες, εκ των οποίων η μία, η Αίγινα, απήχθη από τον Δία· ο εγγονός τους, ο Πηλέας, θα γινόταν εραστής της Θέτιδος.

Η διαδικασία αυτή αποτυπώνεται κατά κάποιον τρόπο στη μάχη του ποταμού Ξάνθου [ή Σκάμανδρου] με τον Αχιλλέα, στην ραψωδία Φ΄ της Ιλιάδας. Ο Αχιλλέας προκάλεσε τον ποταμό, όταν, αφού σκότωσε τον Αστεροπαίο, εγγονό του Αξιού, φώναξε: «Για φύτρα σου τον ποταμό κι αν έχεις, / με τους γιούς του Δία του ανίκητου ποιος σου ’πε να τα βάζεις; / Τον ποταμό, είπες, έχεις πρόγονο το φαρδιορεματάρη, / μα εγώ γενιά πως είμαι πέτομαι του Δία του τρισμεγάλου. /.../ κι όσο / λογιέται ο Δίας απ᾿ τους τρεχούμενους τους ποταμούς πιο πάνω, / μπροστά στων ποταμών κι η φύτρα του τόσο πιο απάνω στέκει. / Ο ποταμός που τρέχει δίπλα σου τρανός δεν είναι; Κι όμως / χέρι δε δίνει...» [μετάφραση: Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή] Ο Ξάνθος, εξαντλημένος, απειλεί τον Αχιλλέα. Τότε, με τρόπο συμβολικό, η Ήρα στέλνει σε βοήθεια τον εργατικό Ήφαιστο, ο οποίος, εκτοξεύοντας καυτές φλόγες, πυρπολεί τα νερά του ποταμού και τον αναγκάζει να υποκύψει.

[12] Εκτός από τους μύθους και τα πραγματικά γεγονότα σχετικά με μια μορφή προ-αποικιοκρατίας στην Ιταλία, στην οποία ο Jean Bérard είχε την τιμή να ελκύσει την προσοχή, πρέπει να ληφθεί υπόψη μια πιο έμμεση επιρροή που εκτάθηκε πολύ πέρα από τη μεσογειακή περιοχή. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η διακόσμηση των πιο πρόσφατων μεγαλιθικών μνημείων στη Δυτική Ευρώπη αποκαλύπτει τη διάδοση των μυκηναϊκών όπλων σε μεγάλες αποστάσεις. Η διάδοση μυκηναϊκών αντικειμένων επιβεβαιώνεται επίσης για την Κεντρική Ευρώπη και τις παραμεθόριες περιοχές της Βόρειας Ευρώπης. Βλ. για παράδειγμα, Ernst Sprockhoff, »Eine mykenische Bronzetasse von Dohnen (Kreis Celle)«, Germania, 1961, τόμος 39, σσ. 11-22. Πρόκειται για την ανακάλυψη, το 1955, στην κάτω κοιλάδα του Έλβα, ενός χάλκινου κυπέλλου που μπορεί να συγκριθεί μόνο με μυκηναϊκά δείγματα που χρονολογούνται γύρω στο 1400 π.Χ. ή μεταγενέστερα. Το άρθρο συγκεντρώνει μια σειρά παρόμοιων ευρημάτων που αφορούν την κοιλάδα του Έλβα, αλλά και την Ουγγαρία και τη Βοημία. Παράλληλης σημασίας είναι τα πολυάριθμα ευρήματα, στη Δανία και στην κάτω λεκάνη του Έλβα, γυάλινων χαντρών που χρονολογούνται στην πρώιμη βόρεια εποχή του χαλκού, δηλαδή μεταξύ 1600 και 1200, χάντρες που προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από την Αίγυπτο. Η εξάπλωση σε τόσο μεγάλες αποστάσεις των πολιτισμών που χαρακτηρίζονται από τον ασιατικό τρόπο παραγωγής δείχνει ότι αυτοί οι πολιτισμοί συνέβαλαν στην ιστορική ανάπτυξη σε χώρους πολύ πιο εκτεταμένους από τη δική τους περιοχή.

[13] Συλλογή Latomus, τόμος 68, Βρυξέλλες, 1963.

[14] Gaius Plinius Secundus, Naturalis historia, III, XV.

[15] Voir R. Chevallier, « Ravenne héritière de Spina. Photographie aérienne et topographie historique », Revue des Études latines, 39, 1961.

[16] R. de la Blanchère, « La Malaria de Rome et le drainage antique », Mélanges d’archéologie et d’histoire, École française de Rome, 1882, σσ. 96-106.

[17] N. des Vergers, L’Étrurie, τόμος I, σελ. 97.

[18] Αν και είναι το πιο σημαντικό, το κείμενο του Τίτιου Λίβιου δεν είναι το μόνο που μπορεί να επικαλεστεί κανείς, όπως επισημαίνει ο J. C. Dumont: Revue des Études latines, 45, 1967, σελ. 92: «Διαθέτουμε μια σειρά κειμένων [Cicero, In Verrem., V, 19. 48, κ.λπ.] που δείχνουν πώς το ετρουσκικό κράτος υποχρέωνε τους αυτόχθονες πληθυσμούς να παρέχουν υπηρεσίες, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ατομικό καθεστώς ελευθερίας ή δουλείας (κάτι που οι αρχαίοι συγγραφείς δεν μπορούν πλέον να κατανοήσουν) και ελλείψει –όπως συνάγεται– μαζών πραγματικών δούλων. Η σφαγή των Φωκέων που αιχμαλωτίστηκαν στη ναυμαχία της Αλάλιας δείχνει επίσης ότι η ετρουσκική οικονομία δεν είχε καμία ανάγκη από εργατικό δυναμικό δούλων

[19] Παρά τη ρήξη με το δεσποτικό καθεστώς, κατά την περίοδο της Δημοκρατίας παρατηρείται μια ορισμένη συνέχεια στην τάση για την ανάληψη μεγάλων έργων, ιδίως όσον αφορά τη διαχείριση των υδάτων. Το 398, καθώς η στάθμη των υδάτων της λίμνης Αλμπάνο είχε ανέλθει σε ανησυχητικό επίπεδο, κατασκευάστηκε ένας αγωγός για να εξασφαλιστεί η αποστράγγιση τού πλεονάσματος. Ο αρχαίος αγωγός, ο οποίος χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα και χρονολογείται τουλάχιστον από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., έχει μήκος 1.200 μέτρα και ύψος 4 μέτρα. Η μυθοποιημένη παράδοση που αναφέρει ο Τίτος Λίβιος (Titus Livius, Ab Urbe Condita, V, 2, 5-12) είναι σημαντική στο ότι οι Ετρούσκοι παρεμβαίνουν τόσο για να συμβουλεύσουν την διάνοιξη του αγωγού όσο και για να εξηγήσουν στους Ρωμαίους τον τρόπο αποστράγγισης των υδάτων σύμφωνα με τα τελετουργικά.

[20] Για την ετρουσκική τέχνη, βλ. κυρίως R. Bianchi-Bandinelli, «Arte etrusca», Enciclopedia dell’arte antica ctassica e orientale, diretta da R. BianchiBandinelli e G. Becatti, τόμος III, σσ. 476-503.

[21] Giacomo Devoto, «La crisi del latino nel V. sécolo a. C.», Studii Clasice, VI, 1964.

[22] Marx-F. Engels, L’Idéologie allemande, ouv. cité, σελ. 24 και σημείωση 2, Μέρος Πρώτο, « Feuerbach » [Μαρξ καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, Gutenberg, Αθήνα 1989, μετάφραση Κώστας Φιλίνης, σσ. 60, 61].

[23] K. Marx : Le Capital, τόμος I, σσ. 186-188 [Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης, σσ. 528 και 530. Ο Μαρξ δεν αρκέστηκε σε μια μετάφραση του Κεφαλαίου (του 1ου τόμου) στα γαλλικά, αλλά ξαναεπεξεργάστηκε ο ίδιος ολόκληρο το έργο. Το αποτέλεσμα είναι μια αναδιοργάνωση του υλικού, έτσι ώστε το Le Capital, τόμος I, να διαφέρει σε πολλά σημεία με το γερμανικό πρωτότυπο, από το οποίο έγιναν οι υπόλοιπες μεταφράσεις (και η ελληνική)].

[24] Jean Hurault et Jacques Vallet, Mission d’étude des structures agraires dans le Sud-Dahomey (Φεβρουάριος-Νοέμβριος), Institut géographique national, 1963.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 18 Αυγούστου 2026 14:21

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.