Ο Πήλινος Στρατός, στο Σιάν του Σααντσί, στην Κίνα. Ανακαλύφθηκε το 1974. Πρόκειται για πήλινα αγάλματα στρατιωτών και αξιωματικών με τα άλογά τους και τις άμαξές τους, σε φυσικό μέγεθος. Υπολογίζεται ότι συνολικά υπάρχουν 8.000 στρατιώτες, 130 άρματα με 670 άλογα (ένα μέρος μόνο των γλυπτών έχει αποκαλυφθεί). Ο Πήλινος Στρατός θάφτηκε μαζί με τον αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ το 210–209 π.Χ. στο μαυσωλείο του με σκοπό την προστασία του στη μετά θάνατον ζωή του. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σίμα Τσιάν, στο έργο του Σιτζί (Ιστορικά Αρχεία, γράφτηκε στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ.), οι εργασίες για το μαυσωλείο ξεκίνησαν το 246 π.Χ., λίγο αφότου ο αυτοκράτορας Τσιν (τότε σε ηλικία 13 ετών) διαδέχθηκε τον πατέρα του ως βασιλιάς της Δυναστείας των Τσιν. Επιστρατεύτηκαν για να δουλέψουν εκεί 700.000 εργάτες. Το 2003 αποκαλύφθηκε ομαδικός τάφος 121 από αυτούς τους εργάτες.
Ke Changji
Η Αρχαία Κινεζική Κοινωνία και ο Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής
Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής (ΑΤΠ) είναι η αποκρυστάλλωση της ασιατικής θεωρίας του Μαρξ και η επιτομή της επιτυχούς αναζήτησής του για την πορεία που ακολούθησε ο πρώιμος πολιτισμός. Ωστόσο, μετά από αρκετές δεκαετίες αντιπαραθέσεων, δεν υπάρχει ακόμη συναίνεση ως προς τη σημασία του όρου, αν και η αποσαφήνισή του θα μπορούσε να οδηγήσει στη λύση πολλών συγκεκριμένων προβλημάτων που αφορούν την Ασία και την Κίνα κατά την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα.
Η γένεση της ασιατικής θεωρίας του Μαρξ
Η ασιατική θεωρία του Μαρξ προέκυψε σε σχέση με την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών και την ακαδημαϊκή έρευνα των πρωτόγονων κοινωνιών. Υπενθυμίζοντας αυτή τη διαδικασία, ο Ένγκελς έγραψε το 1881:
«Το 1847, η προϊστορία της κοινωνίας, η κοινωνική οργάνωση που είχε προηγηθεί από κάθε γραφτή ιστορία, ήταν ακόμη σχεδόν άγνωστη. Τότε ο Χάξτχαουζεν ανακάλυψε την κοινή ιδιοκτησία της γης στη Ρωσία. Ο Μάουρερ απέδειξε ότι η κοινή ιδιοκτησία της γης αποτελεί την κοινωνική βάση απ’ όπου προήλθαν ιστορικά όλες οι γερμανικές φυλές. Ύστερα ανακάλυψαν σιγά-σιγά ότι οι αγροτικές κοινότητες με την κοινή κατοχή γης αποτελούσαν την πρωταρχική μορφή της κοινωνίας απ’ τις Ινδίες ως την Ιρλανδία. Τέλος, η εσωτερική οργάνωση αυτής της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας αποκαλύφθηκε στην τυπική της μορφή με την ανακάλυψη του Μόργκαν που επιστέγασε όλο το έργο για την αληθινή φύση του γένους και τη θέση του μέσα στη φυλή».[1]
Γιατί το 1847 αποτέλεσε σημείο καμπής για την έρευνα σχετικά με την προϊστορία της κοινωνίας; Εκείνη τη χρονιά, ο Χάξτχαουζεν, σύμβουλος της πρωσικής κυβέρνησης, ήταν ο πρώτος που αποκάλυψε την ευρέως διαδεδομένη ύπαρξη της κοινοτικής ιδιοκτησίας μεταξύ των Ρώσων αγροτών, στο βιβλίο του Η Ρωσική Αυτοκρατορία: Ο λαός, οι θεσμοί και οι πόροι της[1]. Η εμφάνιση του βιβλίου του Μάουρερ, Μια γενική συζήτηση για το σύστημα μαρκ, το σύστημα χωριών, το σύστημα πόλεων και την πολιτική εξουσία[2] το 1854 επιβεβαίωσε περαιτέρω το συμπέρασμα του Χάξταουζεν σχετικά με το χαρακτήρα της ιδιοκτησίας στην προϊστορία της ανθρωπότητας, αποδεικνύοντας ότι η δημόσια ιδιοκτησία της γης ήταν η πρώιμη μορφή ιδιοκτησίας. Το βιβλίο του Μόργκαν «Η αρχαία κοινωνία», που εκδόθηκε το 1877, αποκάλυψε το είδος της κοινωνικής οργάνωσης που ταιριάζει με αυτόν τον τύπο ιδιοκτησίας.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς συνέχισαν την έρευνά τους για την πρωτόγονη κοινωνία ανεξάρτητα από αυτούς τους τρεις συγγραφείς. Στη Γερμανική Ιδεολογία, που γράφτηκε μεταξύ 1845 και 1846, είχαν ήδη επισημάνει ότι «η πρώτη μορφή ιδιοκτησίας είναι η φυλετική ιδιοκτησία».[2] Αυτή είναι η πρώτη τους εννοιολόγηση του συστήματος ιδιοκτησίας στην πρωτόγονη κοινωνία. Το 1850, ανακάλυψαν ίχνη της ινδικής κοινότητας των χωριών (ή αγροτικών κοινοτήτων) που εξακολουθούσαν να υπάρχουν γενικά και κατέληξαν στο ακόλουθο συμπέρασμα:
«Μια προσεκτική μελέτη των ασιατικών, και ιδίως των ινδικών, μορφών κοινοτικής ιδιοκτησίας θα έδειχνε ότι η αποσύνθεση των διαφόρων μορφών πρωτόγονης κοινοτικής ιδιοκτησίας οδηγεί σε ποικίλες μορφές ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, διάφορα πρωτότυπα της ρωμαϊκής και γερμανικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορούν να αναχθούν σε ορισμένες μορφές ινδικής κοινοτικής ιδιοκτησίας.»[3]
Είναι σαφές ότι η μέθοδος του Μαρξ –η χρήση των υφιστάμενων απομειναριών των αγροτικών κοινοτήτων για την κατασκευή ενός πρωτοτύπου πρωτόγονης κοινωνίας– είναι ταυτόσημη με εκείνη των Χάξτχαουζεν και Μάουρερ. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι ασιατικές, και ιδίως οι ινδικές, αγροτικές κοινότητες φαίνεται να είναι παλαιότερες από τις ρωσικές και τις γερμανικές. Επομένως, αυτός ο τύπος ασιατικής αγροτικής κοινότητας αποτέλεσε εξαιρετική πρώτη ύλη για τον Μαρξ να διερευνήσει την πρωτόγονη κοινωνία και τις μορφές ιδιοκτησίας της. Από τότε, ο Μαρξ χρησιμοποίησε εκτενώς τον όρο «ασιατικός» ως τεχνικό όρο, διατυπώνοντας τελικά την ασιατική θεωρία του. Τα αποτελέσματα της έρευνάς του εμφανίζονται στο Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ένα τμήμα του χειρογράφου Gnmdrisse που γράφτηκε μεταξύ 1857 και 1858, και στο Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», που δημοσιεύθηκε το 1859 και ακολούθησαν συμπληρώσεις στο Κεφάλαιο. Σε αυτά τα έργα, ο Μαρξ και ο Ένγκελς επανεξέτασαν τις προηγούμενες ιδέες τους για την πρωτόγονη κοινωνία και, χρησιμοποιώντας το υλικό για τις ασιατικές, και ιδίως τις ινδικές, αγροτικές κοινότητες, προχώρησαν στην έρευνα της εσωτερικής δομής της φυλετικής ιδιοκτησίας. Από τότε και μετά, ο γεωγραφικός όρος «ασιατικός» απέκτησε μια συγκεκριμένη σημασία, αν και ο Μαρξ συνέχισε να χρησιμοποιεί τον όρο με διαφορετικές έννοιες ανάλογα με το πλαίσιο. Για παράδειγμα, η «ασιατική ιστορία» μπορεί να αναφέρεται τόσο στην αρχαία όσο και στη μεσαιωνική ιστορία της Ασίας,[4] ενώ ο Ένγκελς στο έργο του Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία χρησιμοποιεί τον όρο «αρχαία Ασία» (δηλ. ασιατική αρχαιότητα) για να αναφερθεί στις δουλοκτητικές κοινωνίες της Ασίας. Ο όρος «ασιατικός» είναι πολυσημικός, και αυτό είναι το κλειδί. Αν δεν το κατανοήσουμε αυτό, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα γραπτά του Μαρξ, ούτε να κατανοήσουμε την ασιατική θεωρία του Μαρξ.
Πώς να ερμηνεύσουμε τον ασιατικό τρόπο παραγωγής
Ο Μαρξ έγραψε στον Πρόλογο της Συμβολής στην κριτική της πολιτικής οικονομίας: «Σε γενικές γραμμές, οι ασιατικός, αρχαίος, φεουδαρχικός και σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής μπορούν να χαρακτηριστούν ως εποχές που σηματοδοτούν την πρόοδο στην οικονομική ανάπτυξη της κοινωνίας».[5] Αυτός ο «ασιατικός τρόπος παραγωγής» είναι αμφιλεγόμενος και σήμερα υπάρχουν πολλές διαφορετικές ερμηνείες του εννοιολογικού αυτού όρου στην Κίνα. Πιστεύω ότι ο Guo Morua έχει δίκιο όταν ερμηνεύει τον ΑΤΠ ως πρωτόγονη κοινοτική κοινωνία.[6] Η έννοια των «εποχών που σηματοδοτούν την πρόοδο στην οικονομική ανάπτυξη της κοινωνίας» υπονοεί την αντικατάσταση των παρωχημένων και κατώτερων τρόπων παραγωγής από νέους και ανώτερους· στην περίπτωση αυτή, της πρωτόγονης («ασιατικής») κοινωνίας από την δουλοκτητική κοινωνία («αρχαία»). Αυτό που ο Μαρξ εκθέτει εδώ είναι ο καθολικός νόμος της ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Αν ο ΑΤΠ ερμηνευόταν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τότε η θεμελιώδης μαρξιστική αρχή της κοινωνικής ανάπτυξης δεν θα ήταν βιώσιμη, κάτι που θα ήταν σε σαφή αντίθεση με την αρχική πρόθεση του Μαρξ.
Επομένως, ο ΑΤΠ, όπως αναφέρεται στον Πρόλογο, όπως και ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, είναι ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την πρωτόγονη κοινωνία. Αυτοί οι διάφοροι τρόποι παραγωγής αναδύονται και εξαφανίζονται με τη σειρά τους ως τέσσερις ανεξάρτητες κοινωνικοοικονομικές δομές σε μια πλήρη ακολουθία ανάπτυξης. Μόνο όταν ερμηνεύεται με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά αυτή τη φράση.
Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι εδώ αναφερόμαστε στον ΑΤΠ με την ευρύτερη έννοια του όρου και όχι με την αρχική του έννοια. Η αρχική του έννοια είναι ο τρόπος παραγωγής της ασιατικής αγροτικής κοινότητας. Ο Μαρξ ήταν πολύ σαφής σε αυτό το σημείο:
«Τα εμπόδια που αντιτάσσει στη διαλυτική επίδραση του εμπορίου η εσωτερική σταθερότητα και η διάρθρωση των προκαπιταλιστκών εθνικών τρόπων παραγωγής, φαίνεται χτυπητά στις σχέσεις των εγγλέζων με τις Ινδίες και με την Κίνα. Η πλατιά βάση του τρόπου παραγωγής αποτελείται εδώ από την ενότητα της μικρής γεωργίας με την οικιακή βιομηχανία, στις δε Ινδίες προστίθεται ακόμα η μορφή των χωρικών κοινοτήτων, η οποία βασίζεται στην κοινή ιδιοκτησία της γης, που αποτελούσε εξάλλου και στην Κίνα την αρχική μορφή. Στις Ινδίες οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν ταυτόχρονα την άμεση πολιτική και οικονομική τους εξουσία σαν κυρίαρχοι γαιοεισοδηματίες, για να σπάσουν αυτές τις μικρές οικονομικές κοινότητες. Αν το εμπόριό τους επιδρά εδώ επαναστατικά στον τρόπο παραγωγής, αυτό γίνεται γιατί με τη χαμηλή τιμή των εμπορευμάτων τους καταστρέφουν το νηματουργείο και το υφαντήριο, που αποτελεί πανάρχαιο συστατικό μέρος αυτής της ενότητας της βιομηχανοαγροτικής και έτσι ξεσχίζουν την κοινότητα.»[7]
Στην κοινή χρήση, ο όρος «τρόπος παραγωγής» αναφέρεται σε μια κοινωνικοοικονομική δομή που περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων που υπάρχουν σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό στάδιο. Ωστόσο, στα γραπτά του Μαρξ και του Ένγκελς αυτό δεν ισχύει πάντα. Μερικές φορές αναφέρονται μόνο στις παραγωγικές σχέσεις, όπως στην «αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και του τρόπου παραγωγής». Άλλες φορές αναφέρονται σε συγκεκριμένους παραγωγικούς τομείς ή οικονομικές κατηγορίες, όπως στον «ιστορικά καθορισμένο τρόπο παραγωγής, την παραγωγή εμπορευμάτων».[8] Στην ανάλυση του Μαρξ για την αναστάτωση της ινδικής κοινωνίας από τους Βρετανούς, ο «τρόπος παραγωγής» χρησιμοποιείται με αυτή την αρχική έννοια για να αντιπροσωπεύσει τη μορφή που είχε η παραγωγή στην ινδική αγροτική κοινότητα. Έτσι, στον Πρόλογο, ο ΑΤΠ αναφέρεται στον πρωτόγονο τρόπο παραγωγής, αλλά στις περιγραφές του Μαρξ για την Ινδία σημαίνει τη μορφή παραγωγής που είναι χαρακτηριστική της ασιατικής αγροτικής κοινότητας (μια ενότητα μικρής κλίμακας γεωργίας και οικιακών χειροτεχνιών).
Γιατί, λοιπόν, ο τρόπος παραγωγής της ασιατικής αγροτικής κοινότητας χρησιμοποιείται για να αντιπροσωπεύσει την πρωτόγονη κοινωνία στον Πρόλογο; Στην επιστολή του προς τον Ένγκελς της 14ης Μαρτίου 1868, ο Μαρξ έγραψε ότι η μορφή της συλλογικής ιδιοκτησίας της ασιατικής αγροτικής κοινότητας υπήρχε επίσης εκτεταμένα στην Ευρώπη και ήταν η πηγή όλων των συστημάτων ιδιοκτησίας εκεί. Δεν είναι προφανές ότι ο Μαρξ χρησιμοποιούσε το παράδειγμα της συλλογικής ιδιοκτησίας στην ασιατική αγροτική κοινότητα για να απεικονίσει την αρχαιότερη μορφή ιδιοκτησίας στην πρωτόγονη κοινωνία γενικά; Το κείμενο αυτής της επιστολής έχει ως εξής:
«Στο Μουσείο […] ανάμεσα στ’ άλλα, καταπιάστηκα με τα τελευταία έργα του γερο-Μάουρερ […] Αποδεικνύει με λεπτομερειακή πληρότητα, ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία της γης δεν έχει εμφανιστεί παρά μόνο καθυστερημένα, κ.λπ.... Είναι ενδιαφέρον σήμερα να σημειωθεί ότι ο ρωσικός τρόπος της αναδιανομής των χωραφιών σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα (στη Γερμανία αρχικά κάθε χρόνο) διατηρήθηκε στη Γερμανία εδώ κι εκεί μέχρι τον 18ο και ακόμη και τον 19ο αιώνα. Αν και ο Μάουρερ δεν γνώριζε τίποτα για την άποψη που έχω διατυπώσει, δηλαδή ότι οι ασιατικές ή ινδικές μορφές ιδιοκτησίας αποτελούν τις αρχικές σε όλη την Ευρώπη, παρέχει επιπλέον αποδείξεις για αυτό.»[9]
Αρχικά, οι «ασιατικές ή ινδικές μορφές ιδιοκτησίας» ήταν μια γεωγραφική αναφορά στη συλλογική ιδιοκτησία στην ασιατική αγροτική κοινότητα, της οποίας η ινδική κοινότητα είναι η πιο χαρακτηριστική. Σε αυτή την επιστολή, ωστόσο, χρησιμοποιείται ως μια καθολική έννοια της πρωτόγονης κοινοτικής ιδιοκτησίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα απομεινάρια της πρωτόγονης κοινοτικής ιδιοκτησίας ήταν πιο άφθονα, αυθεντικά και αντιπροσωπευτικά στην ασιατική αγροτική κοινότητα από ό,τι σε άλλα μέρη του κόσμου. Ως εκ τούτου, ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναφέρονται αλλού στις ασιατικές και ινδικές κοινότητες με τους όρους «πρωτόγονος κομμουνισμός» και «αρχικός κομμουνισμός».[10] Όπως περιγράφει ο Μαρξ, «διάφορα μέρη των Ινδιών έχουν διάφορες μορφές κοινοτήτων. Στην πιο απλή μορφή η κοινότητα καλλιεργεί τη γη από κοινού και μοιράζει τα προϊόντα της στα μέλη της».[11]
Ο ασιατικός ή ινδικός σχηματισμός, το παλαιότερο δείγμα του πρωτόγονου συστήματος κοινής ιδιοκτησίας που είχε ανακαλυφθεί μέχρι τότε, ήταν αρκετά παρόμοιο με τις κοινότητες των φυλών εκτός Ασίας. Για τους λόγους αυτούς, ο ΑΤΠ χρησιμοποιήθηκε στον Πρόλογο για να αναπαραστήσει τον τρόπο παραγωγής της πρωτόγονης κοινότητας και της πρωτόγονης κοινωνίας γενικότερα.
Η αρχαία κινεζική κοινωνία και ο ασιατικός τρόπος παραγωγής
Ο ΑΤΠ είναι η ουσία της ασιατικής θεωρίας του Μαρξ. Ως οικονομική κατηγορία των αγροτικών κοινοτήτων (και όχι ως πρωτόγονος τρόπος παραγωγής), είχε μια μακρά ύπαρξη που εκτεινόταν από το τελευταίο στάδιο της πρωτόγονης κοινωνίας μέχρι τις απαρχές της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο ουσιαστικός του χαρακτήρας σημαίνει ότι οι συζητήσεις του Μαρξ για τον ΑΤΠ συνδέονται με μια ολόκληρη σειρά περίπλοκων ζητημάτων που αφορούν την αρχαία και μεσαιωνική ιστορία της Ασίας. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις σημαντικές πτυχές, καθεμία από τις οποίες θα εξεταστεί με τη σειρά.
Μοναρχική κρατική ιδιοκτησία της γης
Η αποκλειστική ιδιοκτησία της γης από τον αυτοκράτορα είναι μια εκδήλωση του μοναρχικού συστήματος κρατικής ιδιοκτησίας της γης. Ο Μαρξ πίστευε «ότι στην Ινδία, όπως και στις περισσότερες ασιατικές χώρες, η ανώτατη ιδιοκτησία της γης ανήκει στην κυβέρνηση».[12] Αυτού του είδους τη σχέση με τη γη, όπου «το κράτος [είναι] ο πραγματικός ιδιοκτήτης»,[13] την ονόμασε «ασιατικό σύστημα». Μια παρόμοια κατάσταση παρατηρείται και στην Κίνα. Κατά τη διάρκεια των Τσόου της Δύσης, όλη η γη ανακηρύχθηκε ιδιοκτησία του Υιού του Ουρανού: «Κάτω από τον πλατύ ουρανό, όλα είναι γη του βασιλιά».[14] Η αγορά και πώληση γης που ανήκε στον βασιλιά απαγορευόταν, εξ ου και το ρητό «Τα χωράφια και οι κατοικίες στα χωριά [αφού εκχωρηθούν] δεν μπορούν να πωληθούν».[15] Κατά την περίοδο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου (770-476 π.Χ.) και των Εμπόλεμων Κρατών (475-221 π.Χ.), η γη άρχισε σταδιακά να ανταλλάσσεται ως εμπόρευμα και το μοναρχικό σύστημα της κρατικής ιδιοκτησίας κατέρρευσε.
Η κρατική ιδιοκτησία έκανε μια σύντομη επανεμφάνιση κατά τη διάρκεια του αποτυχημένου κινήματος αποκατάστασης του Γουάνγκ Μανγκ (33 π.Χ.-23 μ.Χ.), ο οποίος «μετέτρεψε την ιδιοκτησία όλων των γαιών κάτω από τον ουρανό σε βασιλική γη».[16] Από τη δυναστεία των Γουέι του Βορρά (386-534) έως τη δυναστεία των Τανγκ (618-907), το σύστημα της κρατικής ιδιοκτησίας της γης αποκαταστάθηκε ευρέως με τη μορφή του συστήματος των ίσων αγροτεμαχίων, αν και η αρχική του μορφή, τα βασιλικά αγροκτήματα των Τσόου της Δύσης, δεν επαναλήφθηκε. Αρχικά, τα ίσα αγροτεμάχια επιτρεπόταν να αγοράζονται και να πωλούνται εντός ορισμένων ορίων. Σύμφωνα με τους κανονισμούς για τη γη των Γουέι του Βορρά, «όσοι έχουν πλεόνασμα γης μπορούν να πουλήσουν, αν και δεν πρέπει να πουλήσουν περισσότερο από το μερίδιο που τους έχει κατανεμηθεί· όσοι έχουν ανεπαρκή γη μπορούν να αγοράσουν, αλλά όχι περισσότερο από ό,τι χρειάζονται».[17]
Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τανγκ, οι περιορισμοί χαλάρωσαν ακόμη περισσότερο και το όριο στην έκταση που μπορούσε να αγοραστεί ή να πωληθεί καταργήθηκε: «Οι κοινοί άνθρωποι που μετακινούνται από το ένα χωριό στο άλλο ή είναι πολύ φτωχοί για να θάψουν [τους γονείς τους] μπορούν να πουλήσουν τη γη που κληρονόμησαν. Όσοι μετακινούνται από μια περιοχή με λίγη γη σε μια περιοχή με πολλή γη επιτρέπεται να πουλήσουν τη γη που τους έχει παραχωρηθεί».[18] Τέτοιες αλλαγές στο οικονομικό σύστημα είναι αναπόφευκτες, διότι «όσο υπάρχει η ιδιωτική ιδιοκτησία γης, ο περιορισμός της αγοροπωλησίας της είναι μέτρο βλαβερό και αντιδραστικό».[19] Για να εδραιώσει την εξουσία του και να μην επαναλάβει τα λάθη του Γουάνγκ Μανγκ, το φεουδαρχικό καθεστώς έπρεπε να κάνει κάποιες παραχωρήσεις μπροστά στους οικονομικούς νόμους.
Γενικά, σε όλες αυτές τις δυναστείες, δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να διαταραχθεί το σύστημα της ισότητας των αγροτεμαχίων. Ωστόσο, οι διαδοχικές δυναστείες κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να το αναβιώσουν στις ίδιες περιοχές. Το κίνητρο για αυτό ήταν ότι, σε μια κατάσταση όπου όλοι οι εργαζόμενοι ήταν εξίσου φτωχοί ή μισοπεινασμένοι, η κρατική ιδιοκτησία της γης υπό το πρόσχημα του συστήματος ίσων αγροτεμαχίων μπορούσε να φέρει τεράστιο πλούτο και ευημερία στο συγκεντρωτικό φεουδαρχικό κράτος, παρέχοντας στη δομή εξουσίας μια σταθερή οικονομική βάση. Αυτό που οι φεουδαρχικοί ιστορικοί του παρελθόντος εξυμνούσαν στο σύστημα ίσων αγροτεμαχίων δεν ήταν παρά αυτή η ενίσχυση του κέντρου.
Με την κατάργηση του συστήματος της ισότητας των αγροτεμαχίων στα μέσα της δυναστείας των Τανγκ, η μοναρχική κρατική ιδιοκτησία της γης εξαφανίστηκε για πάντα. Αυτό ήταν αναπόφευκτο, δεδομένης της ανάπτυξης της οικονομίας των εμπορευμάτων και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Αν και ο αυτοκράτορας δεν απολάμβανε πλέον απόλυτο έλεγχο της γης, μπορούσε να ασκήσει τη δεσποτική του εξουσία ισχυριζόμενος ότι ήταν ο ανώτατος ιδιοκτήτης όλης της γης στο βασίλειο, τόσο ονομαστικά όσο και πολιτικά. Ενεργώντας σύμφωνα με την αρχή «όλα τα κράτη μας ανήκουν»[20], μπορούσε να καταστέλλει την ιδιωτική ιδιοκτησία της γης κατά βούληση. Για παράδειγμα, στις αρχές της περιόδου Χονγκού (1368-1398), «υπήρχε κάποιος ονόματι Χουά Σινγκτσού, η οικογένεια του οποίου ήταν εξαιρετικά πλούσια». Παρόλο που ο Χουά δεν είχε διαπράξει κανένα έγκλημα, «εκδόθηκε διάταγμα για την κατάσχεση της περιουσίας της οικογένειάς του».[21] Ένα παρόμοιο παράδειγμα συνέβη το 1379, όταν «όλες οι περιουσίες των μεγάλων φυλών που βρίσκονταν στα κατώτερα τμήματα του ποταμού Γιανγκτσέ κατασχέθηκαν μία προς μία».[22]
Ο αυτοκράτορας μπορούσε επίσης να βασιστεί στον κρατικό μηχανισμό για να κάνει το αντίθετο. Διανέμοντας ιδιωτικές εκτάσεις γης σε μεγάλη κλίμακα, μπορούσε να δημιουργήσει την εικόνα ότι ήταν «ο πρώτος που μοίραζε εύνοιες»[23] και η ανώτατη αρχή για τη γη στη χώρα. Παραθέτουμε τρία παραδείγματα: Μετά την καταστολή της εξέγερσης των Χμονγκ στις παραμεθόριες περιοχές Χουνάν/Χουμπέι, Σιτσουάν και Γκουιτσού το 1600, η κυβέρνηση των Μινγκ διέταξε αμέσως «να επιτραπεί στους κατοίκους αυτών των τριών επαρχιών να λάβουν γη που είτε ήταν χωρίς ιδιοκτήτες είτε είχε κατασχεθεί από τους αξιωματούχους». Κατά το πρώτο έτος της δυναστείας των Τσινγκ (1644), ένα αυτοκρατορικό διάταγμα διέταζε ότι «όλη η ακαλλιέργητη γη στις επαρχίες, τους νομούς και τις περιφέρειες πρέπει να διανεμηθεί στους πρόσφυγες και τους στρατιώτες για να την κατέχουν στο διηνεκές... και πρέπει να εκδοθούν σφραγίδες και άδειες».[24] Τέλος, το νησί Γιουχουάν, που είχε εγκαταλειφθεί λόγω της εξέγερσης εναντίον των Τσινγκ κατά μήκος της ακτής Τσετζιάνγκ στην αρχή της δυναστείας, επανεποικίστηκε το 1726 και προτάθηκε η ίδια πολιτική «έκδοσης σφραγίδων και αδειών και διανομής γης ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων»[25]. Τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύουν ότι ο αυτοκράτορας θεωρούσε το βασίλειο ως ιδιοκτησία του.[26]
Συνοψίζοντας, η μοναρχική κρατική ιδιοκτησία της γης βρισκόταν στο απόγειό της κατά την περίοδο των Δυτικών Τσόου, αποκαταστάθηκε κατά τη διάρκεια των Βόρειων Γουέι και Τανγκ, αλλά από τους Σονγκ έως τους Τσινγκ παρακμάζει και υπάρχει μόνο κατ’ όνομα. (Το απόγειο, η αποκατάσταση και η παρακμή περιγράφουν επίσης την πορεία που ακολούθησε η αγροτική κοινότητα, που συνδέεται στενά με αυτήν). Σε μια αγροτική κοινωνία στην οποία η γαιοκτησία ήταν «η κυρίαρχη σχέση παραγωγής στην κοινωνία»[27], η συγκεντρωτική διεκδίκηση της ιδιοκτησίας της γης, που υπόκειτο στις ιδιοτροπίες του ανώτατου ηγεμόνα, μπορούσε να καθορίσει το μέλλον της εθνικής οικονομίας και των μέσων διαβίωσης του λαού. Αυτή ήταν η βάση της πολιτικής εξουσίας του αυτοκράτορα, αλλά ήταν μια μεγάλη ατυχία για τον λαό. Είναι σαφές ότι αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που ευθύνονται για την αργή και βασανιστική εξέλιξη της κινεζικής ιστορίας.
Η επιμονή της αγροτικής κοινότητας
Ο Ένγκελς το έθεσε χωρίς περιστροφές: «Όπου οι αρχαίες κοινότητες συνέχισαν να υπάρχουν, αποτέλεσαν για χιλιάδες χρόνια τη βάση της πιο σκληρής μορφής κράτους, του ανατολικού δεσποτισμού, από την Ινδία μέχρι τη Ρωσία».[28] Επιπλέον, Ινδοί μελετητές έχουν επιβεβαιώσει ότι «οι δημοκρατίες των χωριών που ιδρύθηκαν στην Ινδία στα αρχαία χρόνια, κατά μία έννοια, εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα».[29] Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ασιατικής αγροτικής κοινότητας είναι η ειδική μορφή κοινής ιδιοκτησίας που διατηρείται στο εσωτερικό της:
«Όπως γίνεται στις περισσότερες ασιατικές θεμελιακές μορφές, η περιεκτική ενότητα που βρίσκεται πάνω απ’ όλες αυτές τις μικρές κοινότητες εμφανίζεται σαν ανώτερος ιδιοκτήτης, ή σαν ο μοναδικός ιδιοκτήτης, άρα οι πραγματικές κοινότητες μόνο σαν κληρονομικοί κάτοχοι.
... Τότε το άτομο στην πραγματικότητα δεν έχει ιδιοκτησία, μ’ άλλα λόγια η ιδιοκτησία [...] εμφανίζεται να διαμεσολαβείται για το άτομο από την παραχώρηση (Ablassen) της συνολικής ενότητας –υλοποιημένης στη μορφή του δεσπότη σαν του πατέρα των πολλών κοινοτήτων– στο άτομο με τη μεσολάβηση της ξεχωριστής κοινότητας.»[30]
Σε αυτόν τον ασιατικό σχηματισμό, ο δεσπότης, που εκπροσωπούσε την κρατική οντότητα, ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της γης των μικρών συλλογικοτήτων. Οι κοινότητες απλώς κατείχαν τη γη· τα μεμονωμένα μέλη της κοινότητας δεν είχαν στην πραγματικότητα κανένα δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας γης. Με άλλα λόγια, τα μέλη της κοινότητας είχαν μόνο το δικαίωμα να καλλιεργούν τη γη που τους είχε ανατεθεί από το κράτος.
Η παλαιότερη ασιατική δομή στην Κίνα είναι η κοινότητα των αγροτικών εκτάσεων στο πλαίσιο του συστήματος των βασιλικών εκτάσεων των Τσόου της Δύσης.[31] Το Μένκιους [3] περιγράφει το σύστημα των αγροτικών εκτάσεων ως εξής:
«Εάν όσοι κατέχουν γη σε κάθε τζινκ [jing][4] συνάψουν φιλίες μεταξύ τους τόσο στην πατρίδα όσο και στο εξωτερικό, αλληλοβοηθούνται στην φύλαξη και αλληλοβοηθούνται σε περίπτωση ασθένειας, θα ζήσουν με αγάπη και αρμονία. Ένα τζινκ είναι ένα κομμάτι γης που έχει έκταση ένα τετραγωνικό λι [li], και κάθε τζινκ αποτελείται από 900 μου [mu]. Από αυτά, το κεντρικό αγροτεμάχιο των 100 μου ανήκει στο κράτος, ενώ τα άλλα οκτώ αγροτεμάχια των 100 μου το καθένα ανήκουν σε οκτώ οικογένειες που μοιράζονται το καθήκον της φροντίδας του αγροτεμαχίου που ανήκει στο κράτος. Μόνο όταν έχουν εκπληρώσει αυτό το καθήκον μπορούν να ασχοληθούν με τις δικές τους υποθέσεις.»[32]
Ονομάζονται «πηγάδι-αγροί» επειδή η μικρή κοινότητα έπινε νερό από το ίδιο πηγάδι (τζινκ). Το πηγάδι αποτελούσε το κέντρο της παραγωγής και της κοινωνικής μονάδας.[33] Φυσικά, η σχέση μεταξύ εργασίας και διαβίωσης ήταν στενή. Οι φράσεις «όσοι κατέχουν γη σε κάθε τζινκ είναι φίλοι μεταξύ τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, βοηθούν ο ένας τον άλλον για να επαγρυπνούν» ήταν απλώς μια βιτρίνα που συμπεριέλαβε το Μένκιους για να προωθήσει τις πολιτικές του απόψεις. Η σχέση κάθε μιας από τις οκτώ οικογένειες με τα εκατό μου της ήταν μάλλον επικαρπία παρά ιδιοκτησία. Αυτό το δικαίωμα αποκτήθηκε με αντάλλαγμα την παροχή αγγαρείας στο κράτος και την καταβολή προσόδου για τη γη που καλλιεργούσαν συλλογικά στο κοινό χωράφι.
Ο αρχαίος φιλόσοφος Λαο Τσε έχει περιγράψει με γλαφυρότητα τη ζωή στην αγροτική κοινότητα:
«Το κράτος μπορεί να είναι μικρό, ο λαός του μπορεί να είναι λίγος.
Ας έχει ο λαός δέκα φορές και εκατό φορές περισσότερα σκεύη,
αλλά ας μην τα χρησιμοποιεί ποτέ.
Ας θεωρεί ο λαός τον θάνατο βαρύ πράγμα
και ας μην έχει καμία επιθυμία να μετακομίσει μακριά.
Αν και υπάρχουν βάρκες και άμαξες,
κανείς δεν θα τις χρησιμοποιήσει.
Αν και υπάρχουν πανοπλίες και όπλα,
κανείς δεν θα τα επιδείξει.
Ας αρχίσουν και πάλι οι άνθρωποι να δένουν κόμπους και να τους χρησιμοποιούν.
Να απολαμβάνουν το φαγητό τους,
να εκτιμούν τα ρούχα τους,
να αισθάνονται ασφαλείς στα σπίτια τους,
να είναι ευχαριστημένοι με τα έθιμά τους.
Τα γειτονικά κράτη θα είναι τόσο κοντά
που θα μπορούν να βλέπουν το ένα το άλλο,
και να ακούνε τις φωνές των πετεινών και των σκύλων.
Αλλά οι άνθρωποι θα γερνούν και θα πεθαίνουν,
χωρίς να έχουν επισκεφτεί ο ένας τον άλλον.»[34]
Η λέξη «κράτη» αναφέρεται σε άλλες κοινότητες της περιοχής. Επιφανειακά, η εικόνα είναι γοητευτική, αλλά στην πραγματικότητα το βιοτικό επίπεδο ήταν εξαιρετικά χαμηλό, τα είδη πρώτης ανάγκης έλειπαν και οι μεταφορές ήταν ανεπαρκείς. Ωστόσο, οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι μέσα στη φτώχεια τους και ικανοποιημένοι με τα κουρελιασμένα ρούχα και το κακής ποιότητας φαγητό τους. Ζούσαν μόνοι και ανεξάρτητα, χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να κοινωνικοποιήσουν την εργασία τους ή να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Αντ’ αυτού, κρατούσαν αρχεία με κόμπους και περνούσαν όλη τους τη ζωή γερνώντας και πεθαίνοντας στον ίδιο τόπο. Αυτού του είδους οι ανεξάρτητες και απομονωμένες μικρές κοινότητες επέτρεπαν στο κράτος να εκμεταλλεύεται τον λαό κατά βούληση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κοινότητες των πηγαδιών-αγρών υπήρχαν στην ιστορία, και αυτό το γεγονός μπορεί να επιβεβαιωθεί από τα «ίχνη της φυλετικής οργάνωσης και της πρωτόγονης κοινότητας»[35] που εξακολουθούν να διατηρούνται από τη φυλή Τσιάουα στη νοτιοδυτική Κίνα. «Ο λαός των Τσιάουα δεν έχει δική του γη· η γη καλλιεργείται από όλους. Δεν έχουν ιδιωτική ιδιοκτησία∙ έχουν μόνο τη φυλή τους και την εθνοτική τους ομάδα»[36]. Η ασιατική μορφή των αρχαίων κοινοτήτων με πηγάδια-αγρούς είναι ακριβώς η ίδια.
Ένας άλλος τύπος αγροτικής κοινότητας ήταν γνωστός ως σουσέ [shushe]. Σύμφωνα με τα αρχεία του Γκουάν Τσονγκ (πέθανε το 645 π.Χ.), «όταν ο βασιλιάς Γου επιτέθηκε στους Τσόου, τα στρατεύματα που τον συνόδευαν απέκτησαν σουσέ»[37] ως λάφυρα. Ο ίδιος ο Γκουάν Τσονγκ «έλαβε τριακόσια σουσέ» από τον Δούκα Ρουάν για τις αξιόλογες υπηρεσίες του ως πρωθυπουργός του Τσι.[38] Πρώτα απ’ όλα, τι είναι σε [she]; «Σε είναι μια θεότητα της γης. Δεδομένου ότι η γη είναι πολύ εκτεταμένη για να λατρεύεται ο θεός σε ένα μόνο μέρος, η γη χωρίζεται σε σε για να προσφέρονται θυσίες».[39] Επομένως, σε είναι η θεότητα της γης μιας συγκεκριμένης περιοχής και, κατ’ επέκταση, ο βωμός της θεότητας. Αλλά τι γίνεται με το σου [shu], που κυριολεκτικά σημαίνει «γραφή»; Σύμφωνα με τον ιστορικό Σίμα Τσιάν (περίπου 145-περίπου 90 π.Χ.) «Στην αρχαιότητα, είκοσι πέντε νοικοκυριά σχημάτιζαν ένα λι· κάθε λι είχε το δικό του σε [βωμό]. Ως εκ τούτου, ο όρος σουσέ σημαίνει: τα ονόματα των μελών του σε εγγεγραμμένα [σου] στα δημόσια μητρώα».[40]
Δεδομένου ότι ένα σε ήταν «έξι λι τετραγωνικά»[41], ένα σουσέ ήταν ένα χωριό περίπου αυτής της έκτασης με είκοσι πέντε νοικοκυριά. Τα νοικοκυριά αυτής της αγροτικής κοινότητας λάτρευαν έναν κοινό θεό της γης και τα ονόματα όλων των μελών καταγράφονταν στο μητρώο της κοινότητας. Τα σουσέ ήταν σημαντικά όχι μόνο για τη γεωργία, αλλά και για τις στρατιωτικές δραστηριότητες του κράτους. Για παράδειγμα, επειδή το κράτος Τσι φοβόταν ότι το Τζιν μπορεί να επιτεθεί, ζήτησε βοήθεια από το κράτος Τσου. «Ο υποκόμης του Τσου ... έστειλε τον Γουέι Τσιτσιάνγκ στο Τσι σε μια φιλική επίσκεψη, για να ενημερωθεί για την ώρα της συνάντησης [με τον Μαρκήσιο του Τσι]. Ο μαρκήσιος σέσου τζουνσί ώστε ο επισκέπτης να τους δει».[42] Σέσου τζουνσί σημαίνει να διατάξει το σουσέ να διεξάγει στρατιωτικές ασκήσεις σε προετοιμασία για μάχη. Επομένως, στο πλαίσιο του μοναρχικού συστήματος κρατικής ιδιοκτησίας της γης, τα σουσέ, που ήταν σύγχρονα με τις κοινότητες των πηγαδιών-αγρών, ανήκαν επίσης στην ασιατική δομή. Ήταν μια ακόμη μορφή της αρχαίας αγροτικής κοινότητας που ήταν χαρακτηριστική της Ανατολής και είχε τις ρίζες της στην περιοχή που κυβερνούσε η δυναστεία των Σανγκ.
Η κοινότητα των πηγαδιών-αγρών και η μοναρχική κρατική ιδιοκτησία της γης εξαφανίστηκαν ταυτόχρονα, και αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίστηκε στο δίκαιο, την πολιτική και την κοινωνική ζωή. Η δυναστεία των Τσιν «χρησιμοποίησε τις μεθόδους του Άρχοντα Γιανγκ της Σανγκ (πέθανε το 338 π.Χ.), και οι θεσμοί των Παλαιών Κυβερνητών άλλαξαν. [Ως εκ τούτου] καταργήθηκε [το σύστημα] τζινγκτιάν [πηγάδι-αγροι] και επιτράπηκε στον λαό να πουλάει και να αγοράζει [γη]. Οι πλούσιοι [αγόρασαν τόση γη] που τα χωράφια τους συνδέονταν κατά μήκος των δρόμων βορρά-νότου και ανατολής-δύσης, ενώ οι φτωχοί δεν είχαν ούτε [αρκετή] γη για να καρφώσουν ένα σουβλί».[43]
Η εξαφάνιση του συστήματος πηγάδι-αγροί δεν ήταν πλήρης, καθώς αργότερα στην κινεζική ιστορία συναντάμε περιπτώσεις κοινής ιδιοκτησίας. Στη δυναστεία των Χαν, για παράδειγμα, αν και τα βουνά, τα δάση, τα ποτάμια και οι λίμνες ανήκαν στο κράτος, παρέμεναν ανοιχτά για κοινή χρήση από αγρότες, ξυλοκόπους, βοσκούς και κυνηγούς και δεν μπορούσαν να καταταχθούν στην κατηγορία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η κυβέρνηση ήρθε ακόμη και σε σύγκρουση με συγγενείς του αυτοκράτορα και μεγάλους γαιοκτήμονες αξιωματούχους σχετικά με αυτή τη δημόσια γη.
Με την αναβίωση της μοναρχικής κρατικής ιδιοκτησίας γης κατά τη διάρκεια των δυναστειών Γουέι του Βορρά, Τσόου, Τσι, Σούι και Τανγκ, η αρχαία αγροτική κοινότητα αναβίωσε με τη μορφή της κοινότητας ίσων αγροτεμαχίων που αποτελείτο από 100 έως 125 νοικοκυριά. Στους Γουέι του Βορρά, ο νόμος απαιτούσε «να υπάρχει ένας ηγέτης λιν [ομάδας] για κάθε πέντε νοικοκυριά, ένας ηγέτης λι [συνοικία] για κάθε πέντε λιν και ένας ηγέτης ντανγκ [περιοχή] για κάθε πέντε λι. Ο ηγέτης ντανγκ πρέπει να επιλέγεται μεταξύ των ισχυρών και συνετών χωρικών».[44] Η κοινότητα ίσων αγροτεμαχίων της δυναστείας Τανγκ φαίνεται να είναι μεγαλύτερη από εκείνη των Γουέι του Βορρά, καθώς η κυβέρνηση Τανγκ όριζε: «Εκατό νοικοκυριά σχηματίζουν ένα λι [διαμέρισμα], πέντε λι σχηματίζουν ένα σιάνγκ [καντόνι]».[45] Παρά την πρόβλεψη για επίπεδο καντονιού, στην πραγματικότητα οι δραστηριότητες των κοινοτήτων διεξάγονταν σε επίπεδο διαμερίσματος, όπως διαβάζουμε: «Κάθε διαμέρισμα πρέπει να έχει έναν επόπτη για τον έλεγχο των νοικοκυριών, την προώθηση της γεωργίας και της σηροτροφίας, τη διερεύνηση εγκλημάτων και την επιβολή φόρων και αγγαρειών».[46] Η οργανωτική δομή των κοινοτήτων ήταν επομένως πανομοιότυπη με το βασικό επίπεδο της διοικητικής δομής.
Για το λόγο αυτό, ο προσδιορισμός της ιδιότητας μέλους των κοινοτήτων ήταν πολύ περίπλοκος, καθώς εκτός από τους αγρότες με ίσα δικαιώματα, υπήρχαν και άτομα από άλλα κοινωνικά στρώματα, όπως ιδιοκτήτες-καλλιεργητές και γαιοκτήμονες. Πρέπει να σημειωθεί ότι η σημαντικότερη εξουσία διανομής και διευθέτησης της γης βρισκόταν στα χέρια των τοπικών αξιωματούχων και δεν περιλαμβανόταν στις διάφορες αρμοδιότητες των κοινοτήτων. Η διάταξη ότι «ο νομάρχης είναι υπεύθυνος για την ανάκτηση και την ανακατανομή της γης»[47] δείχνει ότι, στο πλαίσιο του συστήματος των ίσων αγροτών, οι κοινότητες δεν είχαν καμία εξουσία όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης, αλλά απλώς εφάρμοζαν τις αποφάσεις που έρχονταν από τα ανώτερα κλιμάκια. «Οι διάφοροι επιτηρητές των διαμερισμάτων πρέπει να κατανέμουν τη γη σύμφωνα με τους νόμους και να φορολογούν τη γεωργία και τη σηροτροφία»[48]. Το καθήκον τους ήταν απλώς να επιβάλλουν τους νόμους και να παρέχουν στο κράτος σταθερή υποστήριξη σε οικονομικό επίπεδο και σε ανθρώπινο δυναμικό.
Αν και οι ιδιοκτησιακές σχέσεις των κοινοτήτων με ίσα χωράφια ανήκαν στον ασιατικό τύπο, υπόκειντο σε αλλαγές. Για παράδειγμα, υπό τους Γουέι του Βορρά, «όλοι οι άνδρες ηλικίας 15 ετών και άνω έπρεπε να λαμβάνουν 40 μου ελεύθερων χωραφιών» και «τα χωράφια έπρεπε να επιστρέφονται σε περίπτωση γήρατος ή θανάτου».[49] Ο αποδέκτης της γης ήταν απλώς ένας προσωρινός κάτοχος με δικαίωμα χρήσης της γης. Από την άλλη πλευρά, το σύστημα είχε και ένα μη ασιατικό στοιχείο, καθώς κάθε ενήλικος άνδρας λάμβανε είκοσι μου χωραφιών με μουριές από την κυβέρνηση, τα οποία ο νόμος όριζε ως «κληρονομική περιουσία που δεν επιστρέφεται σε περίπτωση θανάτου».[50] Επομένως, οι αγρότες των κοινοτήτων ίσων χωραφιών ήταν εκείνοι που είχαν χάσει τη γη τους στο πλαίσιο του ασιατικού σχηματισμού, αλλά ταυτόχρονα ήταν και οι ιδιώτες ιδιοκτήτες μικρών εκτάσεων γης. Βασικά, τα μέλη των κοινοτήτων ίσων χωραφιών εργάζονταν υπό αυτό το διπλό βάρος σχέσεων ιδιοκτησίας.
Μετά τα μέσα της δυναστείας των Τανγκ, οι αγροτικές κοινότητες που ήταν χαρακτηριστικές της ασιατικής κοινωνικής δομής εξαφανίστηκαν γενικά από την κινεζική ιστορία. Η ιδιωτική γαιοκτησία και το σύστημα της μίσθωσης γης άνθισαν και επικράτησαν σε βάρος της κρατικής γαιοκτησίας. Ωστόσο, οι αυτοκράτορες ονειρεύονταν συνεχώς ότι αυτή η μικρή παραγωγική κολεκτίβα, που εξαρτιόταν από τις αυτοκρατορικές εύνοιες, θα μπορούσε να επιστρέψει στην ιστορική σκηνή, έστω και μερικώς και προσωρινά. Κατά τη διάρκεια της περιόδου Γιονγκτσένγκ (1723-1735) έγινε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί το σύστημα πηγάδι-αγροί, πραγματοποιώντας πειράματα σε τέσσερις κομητείες του Τσιλί:
«Τα πρώτα πηγάδια-αγροί δημιουργήθηκαν σε 24.000 μου δημόσιας γης στους νομούς Σιντσένγκ και Γκουάν. Σε εκατό επιλεγμένα νοικοκυριά στο Μπαννέρ δόθηκαν από 100 μου για το καθένα, ενώ άλλα 100 μου προορίζονταν για συλλογική καλλιέργεια. Στη συνέχεια, το μοντέλο αυτό επαναλήφθηκε στο Μπατσού και στο Γιονγκτσίνγκ, αλλά με πενιχρά αποτελέσματα. Στην αρχή της εποχής Τσιανλόνγκ (1736-1795), μετατράπηκαν σε κανονικά χωριά.»[51]
Το πείραμα απέτυχε σχεδόν αμέσως, επειδή αυτό το σύστημα παραγωγής είχε καταστεί παρωχημένο. Ωστόσο, είχε αποκτήσει μια ορισμένη ιερή διάσταση στη συνείδηση του λαού, οδηγώντας στην επανεμφάνισή του στο «Σύστημα Γης της Ουράνιας Δυναστείας» των Ταϊπίνγκ:
«Για κάθε είκοσι πέντε οικογένειες πρέπει να δημιουργηθεί μία δημόσια σιταποθήκη... οι εργασίες του αγγειοπλάστη, του σιδηρουργού, του ξυλουργού, του χτίστη και άλλων τεχνιτών πρέπει να εκτελούνται από τον δεκανέα και τους οπλίτες... Κατά τη διάρκεια της συγκομιδής, κάθε λοχίας θα δίνει εντολή στους δεκανείς να φροντίζουν ώστε κάθε άτομο από τις είκοσι πέντε οικογένειες που βρίσκονται υπό την ευθύνη του να έχει επαρκή προμήθεια τροφίμων, και εκτός από τα νέα σιτηρά που μπορεί να λάβει ο καθένας, το υπόλοιπο πρέπει να κατατίθεται στη δημόσια σιταποθήκη... Η κατανομή της γης πρέπει να γίνεται ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων, ανδρών ή γυναικών.»[52]
Έτσι, είκοσι πέντε νοικοκυριά σχημάτισαν μια βασική μονάδα διοίκησης και παραγωγής, συνδυάζοντας τη γεωργία και τη βιοτεχνία. Η ανταλλαγή εμπορευμάτων καταργήθηκε και η ιδιοκτησία τέθηκε υπό δημόσια ιδιοκτησία, αλλά η γη διανεμήθηκε στα νοικοκυριά για ατομική καλλιέργεια. Η εικόνα που προκύπτει είναι μια εξιδανικευμένη εκδοχή της αρχαίας αγροτικής κοινότητας. Υπό τους επαναστάτες του Ταϊπίνγκ, η διαχείριση αυτών των κοινοτήτων ήταν πράγματι διαφορετική από ό,τι θα ήταν υπό τους φεουδάρχες. Ωστόσο, ο στόχος να έχουν όλοι επαρκή τροφή και ρουχισμό δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί με μια τέτοια ουτοπική μορφή. Σε ένα στάδιο όπου οι παραγωγικές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν μια νέα κοινωνική δομή, η οικονομική βάση της φεουδαρχίας δεν μπορούσε να υποστεί θεμελιώδη αλλαγή, αλλά η ασιατική κοινότητα διατηρήθηκε.
Η κατάσταση της «γενικευμένης δουλείας»
Ανεξάρτητα από τον τύπο της ασιατικής αγροτικής κοινότητας, οι εργαζόμενοι υποβιβάζονταν στο επίπεδο αυτού που ο Μαρξ ονόμασε «γενικευμένη δουλεία».[53]
Ένα μέλος της κοινότητας των πηγαδιών-αγρών θεωρούνταν ως ένας υποβαθμισμένος «άγριος» που δεν μπορούσε ποτέ να «ξεπεράσει τα όρια του χωριού του».[54] Ολόκληρη η ζωή του περιοριζόταν στην κοινότητά του. Το ίδιο ίσχυε και για τους αγρότες των ίσων χωραφιών των Γουέι του Βορρά, στους οποίους «απαγορευόταν να αλλάξουν την κατοικία τους χωρίς λόγο». Η διανομή τριάντα μου γης σε «δούλους και εξαρτημένους ελεύθερους για κάθε ενήλικα αρσενικό ή βόδι» δείχνει ότι οι εργάτες κατατάσσονταν στην ίδια κατηγορία με τους δούλους και τα βοοειδή όσον αφορά τη διανομή γης. Κατά τη διάρκεια της πρώιμης δυναστείας Γουέι (220-266 μ.Χ.), πρωτοποριακές κοινότητες με πρότυπο τα πηγάδια-αγρούς δημιουργήθηκαν με τη βία σε πολλά μέρη της χώρας.[55]
(Υπήρχαν δύο μορφές: εξήντα άτομα σχημάτιζαν μια στρατιωτική αποικία και πενήντα άτομα σχημάτιζαν μια πολιτική αποικία.) Επιφανειακά, τα μέλη –στρατιώτες και πρωτοπόροι– φαινόταν να είναι ελεύθεροι άνθρωποι, αλλά η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Ένα αυτοκρατορικό διάταγμα των Τζιν της Δύσης διέταξε: «Οι κρατικοί δούλοι του Γιεσί πρέπει να στελεχώσουν τη νέα πόλη για να αντικαταστήσουν τους στρατιώτες που καλλιεργούν ρύζι. Πενήντα δούλοι πρέπει να σχηματίσουν μία αποικία και κάθε αποικία πρέπει να ορίσει έναν λοχία, σύμφωνα με το νόμο που διέπει τη στρατιωτική αποίκηση».[56] Τα μέλη αυτού του είδους αποικίας, που ήταν σαν την αγροτική κοινότητα κατά την περίοδο της δουλείας στην Κίνα, ήταν στην πραγματικότητα δούλοι, αν όχι κατ’ όνομα. Αυτή η κατάσταση είναι μια ιδιαιτερότητα της αρχαίας και μεσαιωνικής Ασίας.
Ο ΑΤΠ αντανακλά γενικά τα ειδικά χαρακτηριστικά της ασιατικής κοινωνίας και ρίχνει φως σε ορισμένα άλυτα προβλήματα που αφορούν την αρχαία και μεσαιωνική Ασία. Ωστόσο, τόσο από θεωρητική άποψη όσο και στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο ΑΤΠ καθήλωσε τον λαό, έσυρε την κοινωνία προς τα πίσω και δεν επέτρεψε στην ιστορία να προχωρήσει. Το σύστημα της μοναρχικής κρατικής ιδιοκτησίας γης στην Κίνα και η υπολειμματική επιρροή του σε διάφορες μορφές κοινοτικής ιδιοκτησίας αποδεικνύουν πλήρως αυτό το χαρακτηριστικό του ΑΤΠ. Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους η κινεζική φεουδαρχική κοινωνία σταμάτησε να εξελίσσεται και δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί σε καπιταλιστική κοινωνία. Η εξάλειψη των υπολειμμάτων του ΑΤΠ σε θεωρητικό επίπεδο πρέπει να είναι η ιστορική αποστολή των μαρξιστών ιστορικών σήμερα.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Ke Changji, “Ancient Chinese Society and the Asiatic Mode of Production” στο Timothy Brook (επιμ.), The Asiatic mode of production in China, Routledge, Νέα Υόρκη 2016 [α΄ έκδοση M.E. Sharpe.Inc, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1989], σσ. 47-64.
Σημειώσεις
[1] K. Marx and F. Engels, Manifesto of the Communist Party (Πεκίνο: Foreign Languages Press, 1965), σελ. 32 [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σελ. 25 σημ. 2].
[1] [Σ.τ.Μ.] August von Haxthausen, Studien über die innern Zustände, das Volksleben und insbesondere die ländlichen Einrichtungen Russlands, Ανόβερο, Hahnsche Buchhandlung, 1847. Στα αγγλικά: August von Haxthausen, The Russian Empire: Its People, Institutions, and Resources, Λονδίνο 1856.
[2] [Σ.τ.Μ.] Georg Ludwig von Maurer, Einleitung zur Geschichte der Mark-, Hof-, Dorf-, und Stadtverfassung und der offentlichen Gewalt, Christian Kaiser, Μόναχο, 1854.
[2] K. Marx and F. Engels, The Gennan Ideology (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1970), σελ. 43 [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, τόμος πρώτος, Gutenberg, Αθήνα 1989, μετάφρ. Κώστας Φιλίνης, σελ. 63].
[3] CCPE [Karl Marx, A Contribution to the Critique of Political], σελ. 33.
[4] Βλ. το άρθρο μου «Lun “Yaxiyade”» (Σχετικά με τον όρο «Ασιατικός»), Wenzhou shifan xueyuan xuebao (Wenzhou Teachers’ College journal) 1 (1963).
[5] CCPE, σελ. 21 [Karl Marx, A Contribution to the Critique of Political {Μαρξ Καρλ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις «Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης», Αθήνα 1956, sel. 8]. Στην προηγούμενη συζήτηση σχετικά με τον ΑΤΠ, βλ. Lil Zhenyu, Zhongguo shehui shi zhuwenti (Ζητήματα σχετικά με την ιστορία της κινεζικής κοινωνίας) (ανατύπωση Σανγκάη: Renmin Chubanshe, 1979), σσ. 32-37.
[6] Guo Morua, Zhongguo gudai shehui yanjiu (Studies of China’s ancient society) (Σανγκάη: Qunyi Chubanshe, 1947), σελ. 197.
[7] Marx, Capital, τόμος 3 (Μόσχα: Progress Publishers, 1971), σσ. 333-34 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, σσ. 421, 422].
[8] Ό.π., 1:80 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 89].
[9] Marx to Engels, March 14, 1868, στο PCEF, σελ. 139 [Karl Marx, Pre-Capitalist Economic Formations, επιμ. Eric Hobsbawm, Νέα Υόρκη: International Publishers, 1965 {Μαρξ Καρλ (Marx Karl), Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, Κάλβος, Αθήνα 1982, μετάφρ. Θόδωρος Καλοπίσης – στο εξής: Προκαπιταλιστικοί, σελ. 190}].
[10] Engels to Kautsky, February 16, 1884· K. Marx, Theories of Surplus Value, τόμος 3 (Μόσχα: Progress Publishers, 1971), σελ. 422 [Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την υπεραξία, τόμος 3ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 482].
[11] Marx, Capital, 1:337 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, σελ. 378].
[12] K. Marx, “Lord Canning’s Proclamation and Land Tenure in India”, στο K. Marx and F. Engels, On Colonialism (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1972), σελ. 190.
[13] Marx, “India”, στο On Colonialism, σελ. 79.
[14] The She King, μετάφρ. James Legge (ανατύπωση Χονγκ Κονγκ: Hong Kong University Press, 1960), σελ. 360.
[15] Li Chi, τόμος 1, μετάφρ. James Legge (ανατύπωση Νέο Χάιντ Παρκ, New York: University Books, 1967), σσ. 227-28.
[16] Han shu (Standard history of the Han Dynasty), κεφάλαιο 99, "Wang Mang zhuan zhong," (Χονγκ Κονγκ: Zhonghua Shuju, 1970), σελ. 4111.
[17] Wei shu (Πρότυπη ιστορία της δυναστείας των Γουέι) (Πεκίνο: Zhonghua Shuju, 1974), σελ. 2854.
[18] Xin Tang shu (Νέα πρότυπη ιστορία της δυναστείας των Τανγκ), κεφάλαιο 51 (Σανγκάη: Zhonghua Shuju, 1975), σελ. 1342.
[19] LCW [V. I. Lenin, Collected Works (Μόσχα: Progress Publishers, 1960-1070), 20:301 [Β. Ι. Λένιν, «Οι Αριστεροί Ναρόντνικοι», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 25, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σελ. 158].
[20] Song dazhaoling ji (Συλλογή αυτοκρατορικών διαταγμάτων των Σονγκ) (Πεκίνο: Zhonghua Shuju, 1962), κεφάλαιο 187, σελ. 684.
[21] Renhe xianzhi (Γεωγραφικός κατάλογος του νομού Ρένχε) (1549· 1893 ανατύπωση), 13.3lb-32a.
[22] Xu Yuanpu, Wusheng qiebi (Απλές σημειώσεις για τους γεωγραφικούς καταλόγους της Σουτσού) (ανατύπωση Τσανγκσά: Shangwu Yinshuguan, 1939), σελ. 7.
[23] Liangshan xianzhi (Γεωγραφικός κατάλογος του νομού Λιανγκσάν) (1894· 1935 ανατύπωση), 1.85.
[24] Huangchao wenxian tongkao (Κριτική ιστορία των εγγράφων της παρούσας δυναστείας), κεφάλαιο 1, «Tianfu kao».
[25] Yuhuan zhi (Γεωγραφικός κατάλογος της υπονομαρχίας Γιουχουάν) (1732), 1.13b.
[26] Σημείωση του συντάκτη: Το επιχείρημα του συγγραφέα σχετικά με την εξουσία του ύστερου αυτοκρατορικού κράτους να παρεμβαίνει δεσποτικά στην ιδιοκτησία γης δεν τεκμηριώνεται πλήρως από τις πηγές του σε αυτήν την παράγραφο. Σε κάθε περίπτωση, το κράτος επιδίωκε να αξιοποιήσει την ακαλλιέργητη γη για να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και να μειώσει την αποσταθεροποιητική επίδραση της αλητείας. Στο Γιουχούαν, η περιοχή προς επανεγκατάσταση είχε προηγουμένως εκκενωθεί με κυβερνητική εντολή για στρατιωτικούς λόγους. Η χρήση γλώσσας που θυμίζει τα πρώιμα αυτοκρατορικά σχέδια ανακατανομής γης δεν πρέπει να επισκιάζει τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ αυτών και των ύστερων αυτοκρατορικών έργων επανεγκατάστασης.
[27] Marx, Theories of Surplus Value, τόμος 3, σελ. 399.
[28] F. Engels, Anti-Dahring (Μόσχα: Foreign Languages Publishing House, 1962), σελ. 250.
[29] Humayun Kabir, The Indian Heritage (Βομβάη: Asia Publishing House, 1955), σελ. 46.
[30] PCEF, σελ. 69 [Καρλ Μαρξ, «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή. Σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται από τον σχηματισμό της κεφαλαιακής σχέσης, ή από την αρχική συσσώρευση» στο Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, Στοχαστής, Αθήνα 1992, μετάφραση Διονύσης Διβάρης, σελ. 359· και Προκαπιταλιστικοί, σελ. 94].
[31] Έχει υποστηριχθεί ότι το σύστημα πηγάδι-αγροί εφαρμόστηκε επίσης στις δυναστείες Σια και Σανγκ. Ο Σου Σι (1036-1101) της δυναστείας Σονγκ προέβαλε αυτόν τον ισχυρισμό (Song wenjian, κεφ. 104, «Quan qinmu»), ο οποίος συνάδει με την ιστορική εξέλιξη.
[3] [Σ.τ.Μ.:] Το Μένκιους είναι μια ανθολογία συζητήσεων και ανεκδότων που αποδίδονται στον Κομφουκιανό φιλόσοφο Μένκιο, που ίσως δεν γράφτηκε από τον ίδιο τον Μένκιο, αλλά από μαθητές του. Ο Μένκιος ή Μένγκιος (孟子, Μενσί) γεννήθηκε περίπου το 371 π.Χ. στο κράτος Τσόου και πέθανε περίπου το 289 π.Χ. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της φιλοσοφίας του Κομφούκιου. Έζησε την περίοδο των Εμπόλεμων Κρατών και διατέλεσε κρατικός αξιωματούχος. Σύμφωνα με την παράδοση ταξίδεψε σε όλη την Κίνα, συζητώντας με τους ηγεμόνες και παρέχοντάς τους συμβουλές ορθής διακυβέρνησης. Βασικάς τοιχεία της θεωρίας του είναι ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός και λογικός, αλλά διαφθείρεται από τις κακές επιδράσεις του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Η σωστή εκπαίδευση, μέσα στο κατάλληλο περιβάλλον, μπορεί να τον επαναφέρει στον δρόμο της ηθικής και της καλοσύνης. Συμβούλευε τους ηγεμόνος να δείχνουν ιδιαίτερη μέριμνα για τους υπηκόους τους, καθώς αυτοί αποτελούν το σημαντικότερο στοιχείο του κράτους. Θεωρούσε ότι η εξέγερση εναντίον ενός κακού ηγεμόνα, ακόμα και η δολοφονία του ήταν νόμιμες πράξεις. Υποστήριζε επίσης, ότι το κράτος δεν θα έπρεπε να παρεμβαίνει στο εμπόριο και ότι η φορολογία θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν χαμηλή και προοδευτική.
[4] [Σ.τ.Μ.] Το όνομα του συστήματος προήλθε πιθανόν από τον κινεζικό χαρακτήρα 井, (τζινγκ) που σημαίνει πηγάδι και αποτελεί την εικονική αναπαράσταση του συστήματος: οκτώ αγροί ίσου μεγέθους που ανήκουν σε οικογένειες της κοινότητας, περιβάλλουν έναν κεντρικό αγρό (ίσης έκτασης), ο οποίος ανήκε στο κράτος και οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να καλλιεργούν κοινοτικά για λογαριασμό του κράτους (“Well-field system”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Well-field_system. Βλ. επίσης: Zhao Lisheng, «Το σύστημα πηγάδι-αγροί σε σχέση με τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής», e la libertà, 18 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/11054-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%B4%CE%B9-%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%AF-%CF%83%CE%B5-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE%CF%82).
[32] Mencius, μετάφρ. D. C. Lau (Χάρμοντσγουορθ: Penguin, 1970), σσ. 99-100 (III.A3).
[33] Ήταν αδύνατο οι κοινότητες των πηγαδιών-αγρών να είχαν μόνο 900 μου γης. Δεδομένου ότι το επίπεδο της γεωργικής τεχνολογίας στους Τσόου της Δύσης δεν ήταν υψηλό, στην πράξη η γη καλλιεργούνταν σε κύκλους τριών ετών. Οι κοινότητες θα έπρεπε επομένως να είχαν επιπλέον γη σε αγρανάπαυση.
[34] Lao Tzu, Tao te ching, μετάφρ. Paul Lin (Ανν Άρμπορ: Center for Chinese Studies, University of Michigan, 1977), σελ. 141.
[35] Renmin ribao (Λαϊκή Ημερησία), 14 Δεκεμβρίου 1963.
[36] Guo Guopu, Zai Angmeina de buluo li (Μεταξύ των Ανγκμεϊνά) (1959), σελ. 229.
[37] Guanzi, μετάφρ. W. Allyn Rickett (Πρίνστον: Princeton University Press, 1985), σελ. 147.
[38] Xunzi jianzhu (Συνοπτικός σχολιασμός του Ξουντσί) (Σανγκάη: Renmin Chubanshe, 1974), κεφάλαιο 7, σελ. 55.
[39] Ying Shao, Fengsu tongyi (Συνοπτική παρουσίαση της λαϊκής παράδοσης), «She shen» (Ο θεός της γης).
[40] Sima Qian, Shiji (Αρχεία του ιστορικού) (Πεκίνο: Zhonghua Shuju, 1959), κεφάλαιο 47, σελ. 1932.
[41] Guanzi, σελ. 121.
[42] James Legge, μετάφρ., The Ch’un Ts’ew and the Tso Chuen (ανατύπωση Χονγκ Κονγκ: Hong Kong University Press, 1960), σελ. 508.
[43] Han shu, κεφάλαιο 24, «Shihuozhi», σελ. 1137, μετάφραση στο Nancy Lee Swann, Food and Money in Ancient China (Πρίνστον: Princeton University Press, 1950), σσ. 180-81.
[44] Du You, Tongdian (Εγκυκλοπαιδική ιστορία των θεσμών) (801) (ανατύπωση Zhejiang Shuju, 1896), κεφάλαιο 3, «Xiangdang» (Αγροτικές κολεκτίβες), σσ. 9-10.
[45] Tang liudian, κεφάλαιο 3, «Shangshu hubu».
[46] Du You, Tongdian, κεφάλαιο 3, «Xiangdang», σελ. 12.
[47] Xin Tangshu, σελ. 1319.
[48] Tang la shuyi (Ο κώδικας Τανγκ με σχόλια) (737), κεφάλαιο 13 (Σανγκάη: Shangwu Yinshuguan, 1936), σελ. 7.
[49] Wei shu, σελ. 2853.
[50] Ό.π.
[51] Wang Qingyun, Xichao jizheng (Το ιστορικό της διακυβέρνησης της εποχής Κανγκσί), τόμος 4 (1898), σελ. 20.
[52] Franz Michael, The Taiping Rebellion, History and Documents, τόμος 2 (Σιάτλ: University of Washington Press, 1971), σσ. 313-15. Σημείωση του επιμελητή: Η πρώτη συσχέτιση των κανονισμών των Ταϊπίνγκ με τις «αρχικές πρωτόγονες μορφές της “ασιατικής” κοινωνίας» έγινε από τον υποστηρικτή του ΑΤΠ, S. A. Dalin, το 1928; βλ. Marian Sawer, Marxism and the Question of the Asiatic Mode of Production (Χάγη: Martinus Nijhoff, 1977), σσ. 90-91.
[53] PCEF, σελ. 95 [Καρλ Μαρξ, «Μορφές που προηγούνται...», ό.π., σελ. 374· και Προκαπιταλιστικοί, 130: «γενική δουλεία»].
[54] Mencius, σελ. 99.
[55] Σύμφωνα με το Sanguo zhi (Χρονικά των Τριών Βασιλείων), κεφάλαιο 15 (Πεκίνο: Zhonghua Shuju, 1971), σσ. 467-68, Ο Σίμα Λανγκ συνέστησε στον Κάο Κάο: «Είναι καλύτερο να αναζωογονήσουμε τα χωράφια. Στο παρελθόν, οι άνθρωποι είχαν κληρονομική ιδιοκτησία της γης και ήταν δύσκολο να απαλλοτριωθεί. Αυτό ισχύει μέχρι σήμερα. Από την εποχή της αναταραχής δεν υπάρχουν ιδιοκτήτες και όλη η γη έχει γίνει δημόσια, οπότε είναι η κατάλληλη στιγμή να την αναβιώσουμε». Αν και η συμβουλή του Σίμα Λανγκ δεν έγινε αποδεκτή, το σύστημα των στρατιωτικών αποικιών ήταν στην πραγματικότητα μια εκδοχή αυτής της πρότασης, αν και ο όρος «πηγάδια-αγροί» δεν χρησιμοποιήθηκε.
[56] Jin shu (Πρότυπη ιστορία της δυναστείας των Τζιν) (Πεκίνο: Zhonghua Shuju, 1974), σελ. 787.



