Σάββατο, 09 Δεκεμβρίου 2023 12:20

1848: Η χρονιά των επαναστάσεων

Jean-Paul Laurens, «Ανακήρυξη της Δημοκρατίας έξω από το Hôtel de Ville», 1902. Musée des Beaux-Arts de la ville de Paris.

 

 

 

George Woodcock

 

1848: Η χρονιά των επαναστάσεων

 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1848, ο λαός του Παλέρμο βγήκε στους δρόμους σε μια εξέγερση ενάντια στη δεσποτική κυριαρχία του Φερδινάνδου της Νάπολης, που αργότερα έγινε πασίγνωστος ως «Βασιλιάς Μπόμπα» για τον βάναυσο βομβαρδισμό της επαναστατημένης πόλης της Μεσσήνης. Η εξέγερση αυτή αποτέλεσε το προοίμιο μιας ολόκληρης σειράς επαναστάσεων, στις οποίες δεν ενεπλάκη μόνο η Ιταλία, αλλά και η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Βοημία, η Τρανσυλβανία και όλοι οι μικροί σλαβικοί λαοί που ήταν τότε οι «κατώτερες» φυλές της τεράστιας αυστριακής αυτοκρατορίας. Ακόμα και στην Αγγλία και την Ιρλανδία, υπό το ερέθισμα των ηπειρωτικών παραδειγμάτων, υπήρξαν εκτεταμένες ταραχές και αποτυχημένα επαναστατικά κινήματα.

Τα γεγονότα του 1848 αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα τουλάχιστον δύο διαφορετικά κινήματα. Στη Γαλλία, από τότε που καθαιρέθηκε ο νόμιμος βασιλιάς των Βουρβόνων, ο Κάρολος Ι΄, το 1830, οι μεγαλοεπιχειρηματίες κυβερνούσαν με την επίφαση μιας συνταγματικής κυβέρνησης του Λουδοβίκου Φιλίππου, του «Βασιλιά των Πολιτών». Η εξέγερση στη Γαλλία αντιπροσώπευε μια προσπάθεια της κατώτερης μεσαίας τάξης, με την υποστήριξη των εργατών, να αποκτήσει το μερίδιο της εξουσίας που της αναλογούσε, και, κατά συνέπεια, είχε εξέχοντα κοινωνικά επαναστατικά στοιχεία.

Οι εξεγέρσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη, από την άλλη πλευρά, στρέφονταν σε μεγάλο βαθμό κατά της εξουσίας που ασκούσε ο παλιός συντηρητικός Μέτερνιχ, ο οποίος, από το 1815, με την άμεση κυριαρχία του σε ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη και την Ιταλία και την επιρροή του στους υπόλοιπους ηπειρωτικούς ηγέτες, είχε καταφέρει να διατηρήσει, στο πνεύμα, αν όχι στο όνομα, την Ιερή Συμμαχία της αντίδρασης και του σκοταδισμού ως την κύρια δύναμη στην Ευρώπη. Βοηθούμενος από τον Πάπα, τους πρίγκιπες της Γερμανίας και τους ηγεμόνες εκείνων των τμημάτων της Ιταλίας που, όπως η Τοσκάνη και η Νάπολη, ήταν τυπικά ανεξάρτητα, είχε διατηρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο μια σχεδόν απόλυτη μορφή δυναστικής διακυβέρνησης, βασισμένη σε μια αριστοκρατική κοινωνία. Η Αυστρία, από την οποία προερχόταν η εξουσία του, κυβερνιόταν με τον πιο δεσποτικό τρόπο και ήταν γνωστή ως «η Κίνα της Ευρώπης», καθώς απομονωνόταν με την πιο αυστηρή λογοκρισία. Δεν μπορούσαν να εκδοθούν εφημερίδες και τα βιβλία, είτε τυπώνονταν στο εσωτερικό της χώρας είτε εισάγονταν από το εξωτερικό, υποβάλλονταν στην πιο αυστηρή εξέταση προτού επιτραπεί στους πολίτες της χώρας να τα διαβάσουν. Ακόμη και η πιο ήπια ριζοσπαστική ή μεταρρυθμιστική προπαγάνδα απαγορευόταν, και ένα αποτελεσματικό σύστημα πολιτικής αστυνομίας υποβοηθούσε τον έλεγχο του Μέτερνιχ και του αυτοκράτορα Φερδινάνδου.

Η υπόλοιπη Γερμανία ήταν, θεωρητικά, μια ομοσπονδία μεγάλων και μικρών κυρίαρχων κρατών, υπό την επικυριαρχία του αυτοκράτορα. Στην πραγματικότητα, τα κράτη αυτά βρίσκονταν πλήρως υπό την αντιδραστική κυριαρχία του Μέτερνιχ, ο οποίος ανακαλούσε γρήγορα στην τάξη κάθε πρίγκιπα που τολμούσε να υποχωρήσει σε φιλελεύθερες αξιώσεις. Όταν ένα πριγκιπάτο, όπως το Μπάντεν, άρχιζε να δείχνει το παραμικρό σημάδι υποχώρησης στις προοδευτικές τάσεις, ο Μέτερνιχ ήταν απολύτως έτοιμος να παρέμβει άμεσα στις εσωτερικές του υποθέσεις. Το μόνο κράτος της γερμανικής ομοσπονδίας που πραγματικά αμφισβητούσε την εξουσία της Αυστρίας ήταν η Πρωσία, αλλά αυτό ήταν απλώς ένας δυναστικός αγώνας, και οι Χοεντσόλερν ήταν σε πλήρη συμφωνία με τον Μέτερνιχ όσον αφορά την πολιτική του για την καταστολή των δημοκρατικών κινημάτων στο εσωτερικό της Γερμανίας.

Στην Αυστρία περιλαμβάνονταν, όχι μόνο η μικρή χώρα που σήμερα φέρει αυτό το όνομα, αλλά και εδάφη που σήμερα αποτελούν τμήματα της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας και της Γιουγκοσλαβίας. Σε αυτές τις περιοχές όλα τα εθνικιστικά ή δημοκρατικά κινήματα καταστέλλονταν προσεκτικά, οι μητρικές γλώσσες απαγορεύονταν, στο μέτρο του δυνατού, και όλες οι θέσεις-κλειδιά και οι υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης βρίσκονταν στα χέρια Γερμανών από την Αυστρία.

Μεταξύ των υποτελών εδαφών ήταν και το βόρειο τμήμα της Ιταλίας, το οποίο, μετά την πρώτη πτώση του Ναπολέοντα το 1814, είχε καταληφθεί από τους Αυστριακούς και διατηρήθηκε υπό αυστριακή κυριαρχία κατά την ειρήνη του 1815. Η κατοχή αυτής της περιοχής έδινε στην αυστριακή κυβέρνηση στρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της Ιταλίας. Ενώ οι ντόπιοι πρίγκιπες είχαν επιστρέψει στις επαρχίες τους το 1814, και ίσως απολάμβαναν μεγαλύτερη πραγματική κυριαρχία από ό,τι οι Γερμανοί πρίγκιπες, οι αυτοκρατορικές αρχές φρόντιζαν να μην επιτρέπουν δημοκρατικές υπερβολές ακόμη και σε τμήματα της Ιταλίας εκτός του τυπικού τους ελέγχου, και η σχετική έλλειψη άμεσης παρέμβασης οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους Ιταλούς πρίγκιπες ήταν οι ίδιοι πολύ δεσποτικοί για να κάνουν οτιδήποτε που θα μπορούσε να δυσαρεστήσει τον Μέτερνιχ. Όταν, το 1821, ο λαός της Νάπολης ξεσηκώθηκε και επέβαλε στον βασιλιά του ένα δημοκρατικό σύνταγμα, οι αυτοκρατορικές αρχές δεν δίστασαν να παραβιάσουν την κυριαρχία της ναπολιτάνικης επικράτειας στέλνοντας στρατό για να καταστείλει το φιλελεύθερο κίνημα και να αποκαταστήσει την παλιά απολυταρχία. Το μόνο κράτος στην Ιταλία που διέθετε πραγματική ανεξαρτησία και μπορούσε να αντέξει έστω και την πιο ήπια κλίση προς τον φιλελευθερισμό ήταν το βασίλειο του Πεδεμοντίου, το οποίο περιλάμβανε επίσης τη Γένοβα και τη Σαρδηνία. Αυτό οφειλόταν εν μέρει, τουλάχιστον, στο γεγονός ότι το Πεδεμόντιο απολάμβανε κάποια συγκαλυμμένη υποστήριξη τόσο από τη Γαλλία όσο και από τα ελβετικά καντόνια ως αντίβαρο στην αυστριακή επιρροή στην Ιταλία.

Η άλλη χώρα στην οποία κυριαρχούσε ο αυτοκράτορας ήταν η Ουγγαρία. Η χώρα αυτή δεν αποτελούσε μέρος της αυτοκρατορίας και ήταν τυπικά ανεξάρτητη, καθώς ο αυτοκράτορας της Αυστρίας την κυβερνούσε ως βασιλιάς. Στην πραγματικότητα, όμως, από τις ημέρες της Μαρίας Θηρεσίας, είχε καταληφθεί από τη γερμανική γραφειοκρατία του Αυτοκράτορα και γίνονταν συνεχείς προσπάθειες να παρέμβει στα δικαιώματα των Μαγυάρων, του κυρίαρχου λαού της χώρας. Αλλά οι Μαγυάροι ήταν μόνο μία φυλή σε αυτή την εκτεταμένη χώρα, η οποία περιελάμβανε την Τρανσυλβανία, που κατοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Ρουμάνους, και την Κροατία, με τον σλαβικό πληθυσμό της, καθώς και μέρος της Σερβίας. Η αριστοκρατία των Μαγυάρων, ενώ διεκδικούσε την ανεξαρτησία της από την αυστριακή κυριαρχία και την ισότητα με τους Γερμανούς εντός της επικράτειας των Αψβούργων, οι ίδιοι απέρριπταν και προσπαθούσαν να καταστείλουν κάθε προσπάθεια είτε των Ρουμάνων είτε των Σλάβων να διεκδικήσουν τα αυτόνομα δικαιώματά τους και προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη συνεχιζόμενη καταπίεσή τους στο πλαίσιο των θεσμών των Μαγυάρων.

Η φεουδαρχία διατηρήθηκε σε όλη τη Γερμανία και τα υποτελή εδάφη της Αυστρίας, με εξαίρεση τη βόρεια Ιταλία, η οποία είχε απαλλαγεί από τον συγκεκριμένο θεσμό με τη ναπολεόντειο κυριαρχία, και οι αγρότες υπέκειντο στις τυραννίες των τοπικών γαιοκτημόνων καθώς και σε εκείνες της συγκεντρωτικής γραφειοκρατίας. Σε αντίθεση με τη Γαλλία και την Αγγλία, οι χώρες αυτές δεν διέθεταν ακόμη μεγάλη τάξη βιομηχανικών εργατών και η μεσαία τάξη μόλις είχε αποκτήσει πολιτική συνείδηση, η οποία είχε καθυστερήσει πολύ, τουλάχιστον στα μικρά κράτη, λόγω της γενικής οικονομικής εξάρτησης από την πριγκιπική και αριστοκρατική προστασία. Παρ’ όλα αυτά, το άνοιγμα των επικοινωνιών και η επέκταση του εμπορίου με τον έξω κόσμο, καθώς και η έναρξη μιας βιομηχανικής επανάστασης σε τμήματα της Γερμανίας, συνένωναν την αστική τάξη σε μια συνειδητή τάξη, από την οποία οι πιο εύποροι αισθάνονταν τα πολλαπλά μειονεκτήματα της διαίρεσης της Γερμανίας σε τριάντα πριγκιπάτα, με εξίσου πολλά σύνορα, τελωνειακούς φραγμούς και κώδικες τοπικού δικαίου, και άρχισαν να ενώνουν τις φωνές τους με τους φιλελεύθερους στα αιτήματά τους για μια ενιαία δημοκρατική Γερμανία.

Η πρώτη και πιο σκληρή επανάσταση του 1848 ήταν αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία τον Ιανουάριο του ίδιου έτους. Το ιταλικό επαναστατικό κίνημα ήταν ουσιαστικά και κυρίως εθνικιστικό. Οι μεσαίες τάξεις αντιτάχθηκαν στις αποσχιστικές ιδέες των διαφόρων πριγκίπων, οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με τα δικά τους άμεσα τοπικά ή δυναστικά συμφέροντα. Έχοντας απολαύσει μια προσωρινή ενότητα υπό την κυβέρνηση του Ναπολέοντα, η ιταλική αστική τάξη δεν άργησε να δει ότι, όσο δυσάρεστη κι αν ήταν αυτή η δικτατορία, της έδινε περισσότερες εμπορικές ευκαιρίες από την επιστροφή στις συνθήκες του 18ου αιώνα. Προσέβλεπαν στην ενότητα της Ιταλίας στο πλαίσιο μιας αστικής δημοκρατίας. Κάποιοι, όπως ο Ματσίνι και ο Μανίν, ήθελαν μια δημοκρατία, αλλά η πλειοψηφία των Ιταλών φιλελευθέρων θα ήταν ικανοποιημένοι με ένα βασίλειο, και προσέβλεπαν στον Κάρολο Αλβέρτο της Σαβοΐας, τον βασιλιά του Πεδεμοντίου, ως τον πιθανό μελλοντικό βασιλιά μιας ενωμένης Ιταλίας. Σε γενικές γραμμές, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, υπήρχε μια αξιοσημείωτη ενότητα μεταξύ των Ιταλών όλων των τάξεων στην επιθυμία τους να απαλλαγούν από τους ντόπιους ηγεμόνες καθώς και από τους ξένους καταπιεστές, τόσο βαριά βάρυνε ο ζυγός της αυστριακής αστυνομικής τυραννίας, του παπικού σκοταδισμού και της σκληρότητας και διαφθοράς των μικροβασιλέων, και των πριγκίπων, που καταπίεζαν τους αστούς, τους αγρότες και τους βιοτέχνες. Έτσι, οι εξεγέρσεις των πόλεων και των επαρχιών έδειχναν συχνά μια εκπληκτική ομοφωνία: αριστοκράτες, έμποροι, εργάτες, αγρότες, ακόμη και ιερείς και μοναχοί, έπαιζαν το ρόλο τους στο κίνημα για μια επανάσταση που θα τους απελευθέρωνε από την αφόρητη καταπίεση και τη διαφθορά που έπρεπε να υπομένουν.

 

Antonio Muzzi, «Εκδίωξη των Αυστριακών από την Μπολόνια (1848)» (περίπου 1849).

 

Προοίμιο των εξεγέρσεων του 1848 αποτέλεσε ο θάνατος του Γρηγορίου, ενός από τους ανελεύθερους Πάπες, και, λόγω των διαφωνιών στο Κολέγιο των Καρδιναλίων, εξελέγη ο άτολμος Πίος Θ΄, ο Πίο Νόνο. Ο Πίος δεν ήταν εντελώς εχθρικός προς τη φιλελεύθερη υπόθεση στη Ρώμη, και τον επόμενο μήνα από την εκλογή του παραχώρησε μερική πολιτική αμνηστία και έδωσε την άδεια να σχηματιστεί αστική φρουρά στην πόλη της Ρώμης. Από τότε ο Πίο Νόνο έγινε, όπως και ο Κάρολος Αλβέρτος, μια άβουλη φιγούρα του ιταλικού επαναστατικού κινήματος. Θεωρήθηκε ως φιλελεύθερος αντίπαλος των Αυστριακών, κάτι που σίγουρα δεν ήταν, και οι μικρές παραχωρήσεις του έδωσαν μεγάλη ώθηση στο κίνημα για συνταγματική κυβέρνηση και ιταλική ενότητα και βοήθησαν να προετοιμαστεί το έδαφος για τις εξεγέρσεις του 1848.

Είναι ενδεικτικό ότι οι πρώτες εξεγέρσεις πραγματοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 1848, στο Μιλάνο και το Παλέρμο, η πρώτη πόλη στο κέντρο των επαρχιών που υπάγονταν στη μισητή αυστριακή κυριαρχία, η δεύτερη στο πιο δυσαρεστημένο τμήμα της επικράτειας του βασιλιά της Νάπολης.

Καμία από αυτές τις εξεγέρσεις δεν είχε άμεση επιτυχία, αλλά ακολούθησαν ταραχές σε όλες τις κύριες πόλεις, και κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου οι κορυφαίοι ηγεμόνες της Ιταλίας, ο Πάπας, ο βασιλιάς της Νάπολης και ο μεγάλος δούκας της Τοσκάνης, υπέκυψαν τρομοκρατημένοι στις απαιτήσεις των λαών τους και υποσχέθηκαν συντάγματα.

 

 2. Ανώνυμος Κατάληψη και πυρπόληση του Πύργου του Νερού

Αγνώστου, «Κατάληψη και πυρπόληση του Πύργου του Νερού [Château dEau] από τους επαναστάτες», 24 Φεβρουαρίου 1848. Musée Carnavalet.

 

Η επαναστατική πρωτοβουλία πέρασε στη συνέχεια στη Γαλλία. Τα πολιτικά τεχνάσματα και οι απόπειρες απολυταρχικής διακυβέρνησης του Λουδοβίκου Φιλίππου και του υπουργού του Γκιζό, του Γάλλου Μέτερνιχ, η διαφθορά που διαπέρασε ολόκληρη τη διοίκηση και λίγο πολύ πούλησε τη Γαλλία στους μεγαλοχρηματιστές που υποστήριζαν την υπόθεση των Ορλεανιστών, το περιορισμένο δικαίωμα ψήφου που έδινε δικαίωμα συμμετοχής στην κυβέρνηση σε μια πολύ μικρή μειοψηφία του πληθυσμού, όλα αυτά συνδυάστηκαν, μέχρι το τέλος του 1847, για να δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο κίνημα για συνταγματική μεταρρύθμιση, και η αντίθεση στην αποτυχημένη διακυβέρνηση του Λουδοβίκου Φιλίππου εξαπλώθηκε σε όλες τις τάξεις, ακόμη και στους μεγαλοχρηματιστές, οι οποίοι πλήττονταν από την οικονομική κρίση, που προκάλεσε, κατά τη διάρκεια του 1847 και στις αρχές του 1848, πολύ μεγάλη δυστυχία, ιδίως μεταξύ των βιομηχανικών εργατών, πολλές χιλιάδες από τους οποίους ήταν άνεργοι σε όλες τις μεγάλες πόλεις.

Ο Γκιζό και οι συνάδελφοί του υπουργοί υποσχέθηκαν μεταρρυθμίσεις και στη συνέχεια αθέτησαν τον λόγο τους∙ στο τέλος, η αηδία για τους ελιγμούς τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δημιουργήθηκε στο Παρίσι ένα γενικό αίτημα για τη διάλυση της κυβέρνησης. Η υπουργική πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο συρρικνώθηκε, ώσπου διατηρήθηκε μόνο από το γεγονός ότι πολλές έδρες κατείχαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι.

Η τελική σύγκρουση ήρθε για ένα φαινομενικά δευτερεύον ζήτημα, όπως συμβαίνει συχνά στις επαναστατικές αναταραχές. Οι Φιλελεύθεροι, με επικεφαλής τον Οντιλόν Μπαρό και τον Τιέρς [Θιέρσο], είχαν υιοθετήσει ως προπαγανδιστικό μέσο την ιδέα της διοργάνωσης πολιτικών συμποσίων σε όλη τη χώρα, στις οποίες ήλπιζαν, με τον αριθμό των υποστηρικτών τους, να εντυπωσιάσουν τους λίγους ψηφοφόρους ώστε να δώσουν ψήφο εχθρική προς την κυβέρνηση.

Η αυξανόμενη γενική δυσαρέσκεια και η φαινομενική επιτυχία της εκστρατείας των Φιλελευθέρων οδήγησαν τον βασιλιά και τους συμβούλους του σε μια πράξη πανικού που προκάλεσε μια εντελώς απροσδόκητη αντίσταση. Ένα μεγάλο συμπόσιο στο Παρίσι ανακοινώθηκε για τις 22 Φεβρουαρίου και η κυβέρνηση αποφάσισε να το απαγορεύσει. Το ζήτημα αυτό προκάλεσε πολλά συναισθήματα, και την καθορισμένη ημέρα ο λαός του Παρισιού βγήκε στους δρόμους για να επιδείξει την αλληλεγγύη του στην υπόθεση της μεταρρύθμισης. Οι ηγέτες των Φιλελευθέρων δεν πραγματοποίησαν το συμπόσιο τους, αλλά τα οδοφράγματα άρχισαν να υψώνονται στους δρόμους της εργατικής τάξης. Μπροστά σε αυτή τη λαϊκή αγανάκτηση ο βασιλιάς συμφώνησε να αποπέμψει το υπουργείο του, και είναι πιθανό ότι η όλη υπόθεση θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε αλλαγή κυβέρνησης και σε κάποιες ήπιες εκλογικές μεταρρυθμίσεις, αν μια ομάδα τακτικών στρατιωτών δεν είχε πυροβολήσει εναντίον ενός πλήθους διαδηλωτών και δεν είχε σκοτώσει αρκετούς από αυτούς. Όλο το Παρίσι ξεσηκώθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας∙ οδοφράγματα στήθηκαν σε κάθε συνοικία, και οι εργάτες, με επικεφαλής τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές όπως τον Λεντρύ-Ρολέν και τον Λουί Μπλανκ, καθώς και εξτρεμιστές όπως τον Μπλανκί και τον Μπαρμπέ, ενώθηκαν με την αστική Εθνοφρουρά σε μια γενικευμένη εξέγερση.

Οι τακτικοί στρατιώτες αντιμετώπισαν ως επί το πλείστον με συμπάθεια την εξέγερση και δεν προέβαλαν σημαντική αντίσταση. Μέσα σε δύο ημέρες ο βασιλιάς παραιτήθηκε και οι επαναστάτες εισέβαλαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων για να απαιτήσουν τη συγκρότηση προσωρινής δημοκρατικής κυβέρνησης. Στο γραφείο του Λαμαρτίνου, ένας από τους Ρεπουμπλικάνους ανακοίνωσε έναν κατάλογο φιλελεύθερων μελών που θα σχημάτιζαν τη νέα Κυβέρνηση, ενώ στα γραφεία της επαναστατικής εφημερίδας La Reforme καταρτίστηκε ένας άλλος κατάλογος, αποτελούμενος από σοσιαλιστές πολιτικούς, ακόμη και από έναν εργάτη, τον Αλμπέρ, ενώ οι σοσιαλιστές κατέλαβαν το Νομαρχιακό Τμήμα της Αστυνομίας και το Ταχυδρομείο. Τελικά επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός με το συνδυασμό των δύο λιστών. Αλλά το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια κυβέρνηση με δεξιά ρεπουμπλικανική πλειοψηφία, και το γεγονός αυτό επρόκειτο εν ευθέτω χρόνω να επηρεάσει βαθύτατα την πορεία των γεγονότων της επανάστασης του 1848 στη Γαλλία.

Στην αρχή υπήρξε σχεδόν πλήρης ενότητα μεταξύ των επαναστατών και τις πρώτες μέρες οι εργάτες άσκησαν μια αρκετά σημαντική επιρροή, εν μέρει μέσω των σοσιαλιστών εκπροσώπων στην κυβέρνηση, αλλά κυρίως μέσω των αναρίθμητων επαναστατικών λεσχών που, υπό την ηγεσία ανδρών όπως οι Μπλανκί, Μπαρμπέ, Καμπέ και Ρασπαΐλ, μετέφεραν τα διάφορα σοσιαλιστικά ιδεώδη του Μπαμπέφ, του Σαιν Σιμόν, του Φουριέ και του Λουί Μπλαν και έδωσαν έμφαση στις επαναστατικές προσδοκίες του λαού. Οι περισσότερες από τις διαδηλώσεις της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια του 1848 στο Παρίσι προέκυψαν τουλάχιστον εν μέρει από τις συζητήσεις των λεσχών, ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι, με εξαίρεση τον Μπλανκί, οι περισσότεροι από τους ηγέτες των λεσχών έχασαν την επιρροή τους στα χρόνια που ακολούθησαν τις αποτυχίες του 1848, και μεγαλύτερη επιρροή άσκησε τελικά ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει να αναδειχθεί σε ηγέτη ομάδας, ο Π.-Ζ. Προυντόν, ο πιο δραστήριος και ανεξάρτητος πολιτικός δημοσιογράφος του 1848.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση ξεκίνησε αμέσως να εξευμενίσει τους εργάτες με μια σειρά από μεταρρυθμίσεις. Διατάχθηκε η δεκάωρη εργάσιμη ημέρα και προτάθηκε μια κάπως ασαφής «αναγνώριση του δικαιώματος στην εργασία». Απαγορεύτηκε η περικοπή των μισθών από τις φυλακές, τα μοναστήρια και άλλα ιδρύματα, και η κοινότητα αποδέχθηκε την ευθύνη για τα εργατικά ατυχήματα, ενώ ο Κεραμεικός παραχωρήθηκε ως νοσοκομείο για το σκοπό αυτό. Οι υπεργολαβίες καταργήθηκαν και οι παλιές συντεχνίες αντικαταστάθηκαν από οργανώσεις εργατών και εργοδοτών με σκοπό τον συµβιβασµό.

Αλλά αυτές οι μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις επισκιάστηκαν από τις πρωτοβουλίες των ίδιων των εργατών. Στην αρχή ζήτησαν ένα Υπουργείο Εργασίας∙ αυτό απορρίφθηκε από τον Λαμαρτίνο και τους άλλους Ρεπουμπλικάνους στην κυβέρνηση, αλλά, με την παρέμβαση των Μπλανκ και Αλμπέρ, δημιουργήθηκε στο Λουξεμβούργο μια «Επιτροπή για τους Εργάτες». Εκλέχθηκαν αντιπρόσωποι από κάθε κλάδο και συγκροτήθηκε ένα είδος Σοβιέτ από τριακόσια ή τετρακόσια μέλη, το οποίο παρείχε, για ένα διάστημα τουλάχιστον, ένα κέντρο για τη ριζοσπαστική εργοστασιακή δραστηριότητα της εργατικής τάξης, σε αντίθεση με τους καθαρά πολιτικούς στόχους και μεθόδους των περισσότερων λεσχών, με τους δογματικούς ηγέτες και ρήτορες. Παρεμβαίνοντας για να υποστηρίξει τους απεργούς, η Επιτροπή του Λουξεμβούργου κατάφερε να επιτύχει κατώτατους μισθούς σε μια σειρά από βιομηχανίες. Ενθάρρυνε τον σχηματισμό συνδικάτων μεταξύ των εργατών, καθώς επίσης και το πολύ ευρύ κίνημα των εθελοντικών συνεταιρισμών παραγωγών, το οποίο ξεπήδησε μεταξύ πολλών επαγγελμάτων του Παρισιού. Τέλος, εξέδωσε προγράμματα που ζητούσαν κάπως αόριστα την αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελέγχου της βιομηχανίας από ένα είδος αλληλοβοηθητικού σοσιαλισμού και ενθάρρυνε τους εργάτες να θέσουν υποψηφιότητα στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση.

Αναμφίβολα το σθένος και η δύναμη αυτής της οργάνωσης προκάλεσαν μεγάλη ανησυχία και ζήλια στα αστικά μέλη της κυβέρνησης. Οι αντιδραστικοί άρχισαν να συσπειρώνονται για να καταπολεμήσουν αυτό που δικαίως θεωρούσαν ως αυτή τη νέα απειλή για τα συμφέροντά τους, ενώ στις αρχές Μαρτίου τα δεξιά μέλη της κυβέρνησης δημιούργησαν ένα σχέδιο για να αντιμετωπίσουν την επιρροή της Επιτροπής του Λουξεμβούργου με τη συγκέντρωση των ανέργων σε Εθνικά Εργαστήρια [Ateliers Nationaux], όπου εκπαιδεύονταν ως μια δύναμη που η κυβέρνηση ήλπιζε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον των ανεξάρτητων και πιο μαχητικών εργατών που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την Επιτροπή του Λουξεμβούργου. Μια φορά, πράγματι, οι εργάτες των Εθνικών Εργαστηρίων βοήθησαν να διαλυθεί μια λαϊκή διαδήλωση που οργανώθηκε από τους εργάτες του Λουξεμβούργου, αλλά αργότερα, τις ημέρες του Ιουνίου, επρόκειτο να συμμετάσχουν πολύ ενεργά στην εξέγερση κατά της κυβέρνησης.

Ως πρόσθετο μέσο αντιμετώπισης της επιρροής των σοσιαλιστών επαναστατών, ο Λαμαρτίνος δημιούργησε, από τους νέους που είχαν λάβει μέρος ως χούλιγκαν στην επανάσταση του Φεβρουαρίου, ένα είδος σώματος Γενιτσάρων, την Garde Mobile, που πληρώθηκε, εκπαιδεύτηκε και πειθαρχήθηκε για να αντιμετωπίσει λαϊκές διαδηλώσεις ή εξεγέρσεις σαν αυτές με τις οποίες ο ίδιος είχε έρθει στην εξουσία. Το σώμα αυτό έμελλε να έχει μια κάπως σκοτεινή θέση στη γαλλική κοινωνική ιστορία και ακόμη και σήμερα παραμένει το πιο αντιδημοφιλές σώμα σε μια χώρα όπου κανείς δεν συμπαθεί την αστυνομία. Έτσι, ήδη, μετά τις πρώτες ημέρες ενθουσιώδους αδελφοσύνης στην επανάσταση του Φεβρουαρίου, είχε αρχίσει να διαφαίνεται εκείνη η σύγκρουση δυνάμεων που αργότερα έφερε ένα θλιβερό τέλος στην επανάσταση.

 

 4

Αγνώστου, «Συγκρούσεις μεταξύ των επαναστατών και του βασιλικού στρατού στην οδό Breite Strasse στο Βερολίνου, στις 18 ή 19 Μαρτίου 1848». 1848-1850.

 

Εν τω μεταξύ, όμως, τα νέα της επανάστασης στο Παρίσι είχαν ισχυρή επίδραση στα ριζοσπαστικά κινήματα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι Γάλλοι επαναστάτες διατήρησαν έναν διεθνισμό, απλώς θεωρητικό στην περίπτωση των φιλελεύθερων της μεσαίας τάξης, αλλά πρακτικό στην περίπτωση των πιο ακραίων Ιακωβίνων και Σοσιαλιστών. Ο Λαμαρτίνος, ως υπουργός Εξωτερικών, εξέδωσε ένα μανιφέστο προς τις άλλες χώρες της Ευρώπης, το οποίο ήταν επιφυλακτικά διεθνιστικό, ενώ ταυτόχρονα έδειχνε μια εθνικιστική τάση καταγγέλλοντας τις ρήτρες της συνθήκης του 1815. Στην πράξη όμως η Προσωρινή Κυβέρνηση κράτησε πολύ επιφυλακτική στάση και ο Λαμαρτίνος δεν έδωσε τίποτα περισσότερο από φράσεις αδελφοσύνης στις πολυάριθμες αντιπροσωπείες Ευρωπαίων επαναστατών που ήρθαν να τον παρακαλέσουν. Το Παρίσι ήταν γεμάτο από ξένους πολιτικούς πρόσφυγες, και η επανάσταση έκανε κι άλλους να συρρέουν σε αυτή την αριστερή Μέκκα. Όμως, παρόλο που μικρές αποστολές προσφύγων οργανώθηκαν στη Γαλλία και πέρασαν τα σύνορα στην Ιταλία, τη Γερμανία και το Βέλγιο, δεν βοηθήθηκαν ουσιαστικά από την Προσωρινή Κυβέρνηση, ενώ τα δικά τους σχέδια ματαιώθηκαν μάλιστα από τις πράξεις της. Μόνο στην περίπτωση περιστασιακών μεμονωμένων ταραχοποιών, όπως ο Μπακούνιν, δόθηκε κάποια βοήθεια, και αυτό έγινε συνήθως κρυφά και προκειμένου να απαλλαγούν από ένα ενοχλητικά ανατρεπτικό πρόσωπο.

Ωστόσο, αν και η Γαλλική Δημοκρατία δεν ενθάρρυνε ποτέ υλικά τις εξεγέρσεις στο εξωτερικό, το παράδειγμα της εξέγερσης του Φεβρουαρίου είχε πραγματικά διεγερτική επίδραση σε όλη την Ευρώπη μεταξύ των Πυρηναίων και των συνόρων της Ρωσίας. Στη Γερμανία η δυσαρέσκεια της μεσαίας τάξης άρχισε να εκδηλώνεται έμπρακτα. Στην Ιταλία τα υπάρχοντα επαναστατικά κινήματα ωθήθηκαν σε πραγματικά απεγνωσμένη δραστηριότητα.

Το προηγούμενο έτος είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται μια οργανωμένη αντιπολίτευση προς τις διάφορες γερμανικές κυβερνήσεις. Στη Ρηνανία υπήρχαν μικρές ομάδες σοσιαλιστών και κομμουνιστών, μεταξύ των οποίων ο Μαρξ ήταν ήδη γνωστός ως εκδότης της Neue Rheinische Zeitung. Όμως ο Μαρξ και οι συνεργάτες του έπαιξαν πολύ μικρό ρόλο στα επαναστατικά κινήματα του 1848, τα οποία είχαν ουσιαστικά φιλελεύθερο και παγγερμανικό χαρακτήρα. Οι Γερμανοί επαναστάτες χωρίστηκαν σε στρατόπεδα μετριοπαθών και ρεπουμπλικανών. Οι μετριοπαθείς, με επικεφαλής τους φον Γκάγκερν και Μάτι, στόχευαν απλώς σε μια ομοσπονδία των γερμανικών κρατιδίων που δεν θα παρενέβαινε στην κυριαρχία των υφιστάμενων δυναστειών και σε ένα είδος εκδημοκρατισμού των επιμέρους κυβερνήσεών τους. Οι Ρεπουμπλικάνοι, με επικεφαλής τους Χέκερ και Στρούβε, οι οποίοι είχαν πραγματοποιήσει συνέδριο στο Όφενμπουργκ τον Νοέμβριο του 1847, πρότειναν ένα πιο ριζοσπαστικό αλλά ουσιαστικά παρόμοιο πρόγραμμα. Ζητούσαν ένα γερμανικό κοινοβούλιο εκλεγμένο με καθολική ψηφοφορία, ελευθερία του Τύπου και της συνείδησης, δικαστήριο με ενόρκους και κλιμακούμενο φόρο εισοδήματος, ευθύνη των υπουργών και κατάργηση των προνομίων. Σε αυτά τα αιτήματα πρόσθεσαν μια σειρά από επιδιώξεις τόσο ασαφείς ώστε να είναι ουσιαστικά χωρίς νόημα, όπως «Ανακούφιση, εκπαίδευση και μόρφωση για όλους», «Προστασία της εργασίας και του δικαιώματος στην εργασία» και «Ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας». Το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν μια ορισμένη αλαζονική πολυλογία, αλλά για όλους τους πρακτικούς σκοπούς το πρόγραμμά τους ήταν ουσιαστικά ένα φιλελεύθερο πρόγραμμα της πιο επιφυλακτικής μορφής.

Αυτές οι ομάδες είχαν καταφέρει να οργανώσουν πολύ λίγη πραγματικά αποτελεσματική αντίσταση και μπορεί να αμφισβητηθεί αν, χωρίς την ώθηση της εξέγερσης του Παρισιού, θα είχαν προχωρήσει πολύ πέρα από αόριστες συζητήσεις και άκαρπες αποφάσεις.

Όμως τα νέα από το Παρίσι τους ώθησαν στη δράση. Στις 27 Φεβρουαρίου, ο φον Γκάγκερν, ηγέτης των μετριοπαθών, έφερε στο Κοινοβούλιο του Ντάρμσταντ ψήφισμα για ένα γερμανικό εθνικό κοινοβούλιο. Ο Μάτι έπεισε τον Μεγάλο Δούκα του Μπάντεν να χορηγήσει ένα δημοκρατικό σύνταγμα και οι υπόλοιποι μικρότεροι πρίγκιπες ακολούθησαν το παράδειγμά του. Η διάθεση του γερμανικού λαού ήταν ακόμη τόσο επιφυλακτική που οι κινήσεις αυτές ουσιαστικά πρόλαβαν τους Ρεπουμπλικάνους.

Αλλά τα πραγματικά μεγάλα γεγονότα της γερμανικής επανάστασης επρόκειτο να συμβούν αργότερα μέσα στο μήνα. Στις 13 Μαρτίου στη Βιέννη, στο ίδιο το προπύργιο της αυτοκρατορίας, ο λαός -αστοί, φοιτητές και εργάτες μαζί- ξεσηκώθηκε και ανέτρεψε το φαινομενικά ανίκητο καθεστώς του Μέτερνιχ. Αυτός ο πολιτικός άνδρας πέρασε στην εξορία για πάντα, σχολιάζοντας στη σύζυγό του: «Ναι, αγαπητή μου, είμαστε νεκροί». Ο αυτοκράτορας αποδέχτηκε τα αιτήματα του λαού για συνταγματική κυβέρνηση. Συγκροτήθηκε Εθνική Φρουρά και την επομένη της επανάστασης καταστράφηκε η μεγάλη λογοκριτική μηχανή της αυτοκρατορίας, ενώ η Βουλή συγκλήθηκε να συνεδριάσει σύντομα.

 

 3. Werner F. Οδοφράγματα στη Πανεπιστήμιο στις 26 Μαΐου 1848 στη Βιέννη

Werner, F., «Οδοφράγματα στη Πανεπιστήμιο της Βιέννης στις 26 Μαΐου 1848», 1848.

 

Από τη Βιέννη η εξέγερση εξαπλώθηκε στο άλλο μεγάλο προπύργιο της γερμανικής αντίδρασης και στις 18 Μαρτίου τα οδοφράγματα υψώθηκαν στο Βερολίνο, τα στρατεύματα αποσύρθηκαν από την πόλη και ο βασιλιάς έσπευσε να υποταχθεί στα αιτήματα των επαναστατών. Ο Πρίγκιπας της Πρωσίας, που αντιμετωπίζονταν με μίσος από τον πληθυσμό, κατέφυγε για να συναντήσει τον Λουδοβίκο Φίλιππο και τον Μέτερνιχ στη σχετικά ήρεμη Αγγλία, και ο Βασιλιάς ικανοποίησε τα συνήθη συνταγματικά αιτήματα και χορήγησε πολιτική αμνηστία, ενώ εγκαθιδρύθηκε φιλελεύθερο υπουργικό συμβούλειο υπό τον Καμπχάουζεν. Στις 20 Μαρτίου ο βασιλιάς της Βαυαρίας παραιτήθηκε και η Λόλα Μοντέζ έφυγε από τη Γερμανία∙ το πρώτο στάδιο της γερμανικής επανάστασης, όσο ήταν δυνατό, είχε ολοκληρωθεί. Οι συνήθεις δημοκρατικές ελευθερίες και εγγυήσεις είχαν παραχωρηθεί, το βάρος της φεουδαρχίας είχε αφαιρεθεί από τους αγρότες και η γερμανική ενότητα φαινόταν να πλησιάζει ένα βήμα πιο κοντά με τη συνάντηση στις 31 Μαρτίου του Vorparlament από τα Estates των διαφόρων πριγκιπάτων. Το σώμα αυτό αποφάσισε να συγκαλέσει μια Εθνοσυνέλευση, βασισμένη στην καθολική ψηφοφορία, η οποία αναμενόταν να γίνει το ομοσπονδιακό όργανο του γερμανικού έθνους, με την εξουσία να παρακάμπτει τη βούληση των πριγκίπων, είτε μεγάλων είτε μικρών.

Στην Ιταλία η επανάσταση του Παρισιού έδωσε ώθηση σε ένα νέο κύμα αντίστασης. Στις 10 Μαρτίου, μετά από άγριες διαδηλώσεις στους δρόμους της Ρώμης, ο Πάπας χορήγησε σύνταγμα και συγκάλεσε μια κυβέρνηση όπου οι εκκλησιαστικοί δεν κυριαρχούσαν πλέον. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν η είδηση της επανάστασης της Βιέννης έφτασε στην Ιταλία, ο λαός του Μιλάνου ξεσηκώθηκε με τα όπλα στα χέρια και, μετά από πέντε ημέρες πολύ σκληρών μαχών, έδιωξε τους Αυστριακούς πίσω στη Βερόνα. Η Βενετία ξεσηκώθηκε στις 23 Μαρτίου, ανακήρυξε δημοκρατία και κατέλαβε το αυστριακό οπλοστάσιο και το ναυτικό στην πόλη της. Θέλοντας να κερδίσει ό,τι μπορούσε από την ενοποίηση της Ιταλίας, φοβούμενος την εξέγερση μεταξύ των υπηκόων του και επιθυμώντας να αποφύγει τα προβλήματα με τους γειτονικούς επαναστάτες στη Γαλλία, ο Κάρολος Αλβέρτος του Πεδεμοντίου κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία και έστειλε τον στρατό του στη Λομβαρδία. Αναγκασμένοι από τις απαιτήσεις των υπηκόων τους, ακόμη και ο Πάπας και ο βασιλιάς της Νάπολης έστειλαν αποστολές για να βοηθήσουν τους Πεδεμοντέζους, αν και αμφότεροι αργότερα αθέτησαν τον λόγο τους, μόλις φάνηκε συμφέρον να αποδεχθούν την αυστριακή επιρροή αντί των επαναστατικών τάσεων μεταξύ των δικών τους ανθρώπων.

Εν τω μεταξύ, ακόμη και η Αγγλία είχε το επαναστατικό της κίνημα, αν και είχε λάβει έναν κάπως φαρσικό χαρακτήρα. Ο Χαρτισμός ήταν νεκρός εδώ και έξι χρόνια, μετά την αποτυχία της Αναφοράς του 1842, αλλά η είδηση της εξέγερσης στο Παρίσι ξεσήκωσε τους εναπομείναντες Χαρτιστές σε νέα δραστηριότητα, και η ύπαρξη κάποιας οικονομικής δυσπραγίας οδήγησε το λαό σε πολλά μέρη της χώρας να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του με ταραχές και διαδηλώσεις, οι οποίες έφτασαν σε πολύ επικίνδυνες διαστάσεις στη Γλασκώβη και το Εδιμβούργο. Συγκλήθηκε νέα Συνέλευση, προκειμένου να υποβληθεί μια νέα αίτηση, και προτάθηκε ακόμη και η δημιουργία μιας επαναστατικής Εθνοσυνέλευσης. Όμως η λαϊκή υποστήριξη προς τους Χαρτιστές είχε συρρικνωθεί περισσότερο απ’ ό,τι φαντάζονταν οι ηγέτες τους ή η κυβέρνηση.

Μια μεγάλη διαδήλωση για την υποβολή της αίτησης προγραμματίστηκε για τις 10 Απριλίου και οι αρχές, έχοντας στο μυαλό τους τα παραδείγματα του Παρισιού, της Βιέννης, του Βερολίνου και της Ρώμης, έλαβαν λεπτομερείς και τρομακτικές προφυλάξεις, καλώντας πολλά στρατεύματα στο Λονδίνο και στρατολογώντας από τις πλουσιότερες τάξεις μια μεγάλη μάζα ειδικών αστυφυλάκων για υπηρεσία την ημέρα της διαδήλωσης, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πρίγκιπας Λουδοβίκος Ναπολέων, που πολύ σύντομα θα γινόταν ο τελικός καταστροφέας των κατακτήσεων του 1848 στη Γαλλία.

Η διαδήλωση, ωστόσο, αποδείχθηκε ένα πλήρες φιάσκο. Ένα μικρό πλήθος συγκεντρώθηκε για να ακούσει τις ομιλίες, και η πορεία αφέθηκε να ανακοπεί από τους κλοιούς της αστυνομίας και των στρατευμάτων στις γέφυρες του Τάμεση. Η ημέρα είχε μια γελοία κατάληξη, όταν η αίτηση παραδόθηκε στο Κοινοβούλιο με τρεις άμαξες και διαπιστώθηκε κατά την εξέταση ότι περιείχε λιγότερα από δύο εκατομμύρια ονόματα αντί για τα πέντε ή έξι εκατομμύρια που καυχιόντουσαν οι ηγέτες των Χαρτιστών. Επιπλέον, πολλές από τις υπογραφές ήταν ξεκάθαρα πλαστές, αφού, όπως φάνηκε, η βασίλισσα Βικτώρια και ο δούκας του Ουέλινγκτον είχαν υπογράψει και οι δύο, ο τελευταίος όχι λιγότερο από δεκαεπτά φορές!

Έτσι, το αγγλικό επαναστατικό κίνημα τελείωσε μέσα σε μια επαίσχυντη ατμόσφαιρα κακογουστιάς και φάρσας, και η κυβέρνηση δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να καταστείλει τους λίγους Χαρτιστές που προσπαθούσαν ακόμη να εξοπλιστούν και να εκπαιδευτούν για μια εξέγερση.

Αντίστοιχα, το κίνημα των Νέων της Ιρλανδίας πήρε μια επίπλαστη ώθηση από την εξέγερση του Φεβρουαρίου, με σχεδόν εξίσου φτωχή κατάληξη με εκείνη του κινήματος των Χαρτιστών. Υπήρξε μεγάλη επαναστατική συζήτηση και οι διάφορες εθνικιστικές εφημερίδες δημοσίευσαν εμπρηστικά άρθρα που καλούσαν σε ένοπλη εξέγερση κατά των ξένων αφεντικών και έδιναν λεπτομερείς οδηγίες για την τεχνική της εξέγερσης και την κατασκευή όπλων και εκρηκτικών. Όμως ο ιρλανδικός πληθυσμός δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένος να παράσχει επαρκή υποστήριξη σε ένα επαναστατικό κίνημα. Τον Ιούνιο συνελήφθη ο πιο δραστήριος από τους επαναστάτες ηγέτες, ο Μίτσελ, και το κίνημα σύντομα κατέρρευσε, καθώς οι υπόλοιποι επαναστάτες που ήταν σημαντικοί συλλαμβάνονταν από τις αρχές και εξορίζονταν. Πραγματοποιήθηκαν μερικές μεμονωμένες ταραχές και ένοπλες συγκρούσεις, οι οποίες όμως απέτυχαν πλήρως εξαιτίας της αδυναμίας των ηγετών, οι οποίοι διακήρυτταν τη φλογερή επανάσταση, αλλά ήταν, σε γενικές γραμμές, πολύ φοβισμένοι για να την πραγματοποιήσουν ή να ενθαρρύνουν άλλους.

 

 5. Baldassare Verazzi Ένα επεισόδιο από τις πέντε ημέρες του Μιλάνου το 1848

Baldassare Verazzi, «Ένα επεισόδιο από τις πέντε ημέρες του Μιλάνου το 1848», πριν το 1886.

Museo del Risorgimento, Μιλάνο.

 

Η επαναστατική ώθηση στην Ευρώπη δεν είχε μεγάλη διάρκεια και μέσα σε δύο μήνες έγινε φανερό ότι η ανώτερη μεσαία τάξη, έχοντας εδραιωθεί στην εξουσία, δεν επιθυμούσε να προχωρήσουν τα επαναστατικά κινήματα περαιτέρω και δεν δίσταζε, προκειμένου να επιτύχει αυτό το σκοπό, να συμμαχήσει με τους εναπομείναντες αντιδραστικούς που δεν είχαν ακόμη απαξιωθεί πλήρως.

Ήδη, στη Γαλλία, μια διαδήλωση της αριστεράς, με επικεφαλής τον Μπλανκί και άλλους ρήτορες της λέσχης, διαλύθηκε επειδή ο Λουί Μπλανκ, ο βετεράνος σοσιαλιστής, παρενέβη από την πλευρά της «τάξης» και έπεισε την πλειοψηφία των διαδηλωτών να επιστρέψουν στα σπίτια τους ειρηνικά. Οι δεξιοί συνεργάτες του Μπλανκ το θεώρησαν αυτό ως θρίαμβο για τους σκοπούς τους και δύο εβδομάδες αργότερα εξέδωσαν ένα κείμενο, το Piece Tascherau, το οποίο υποτίθεται ότι έδειχνε ότι ο Μπλανκί είχε δώσει πληροφορίες για ανατρεπτικές κινήσεις στην αστυνομία των Ορλεανιστών. Αν αναλογιστεί κανείς τον άκαμπτο χαρακτήρα του Μπλανκί, όπως αποδεικνύεται από την επίμονη και σχεδόν θρησκευτικά φανατική σταδιοδρομία του στη συνωμοσία και τις επανειλημμένες φυλακίσεις, είναι δύσκολο να πιστέψει ότι το κείμενο αυτό ήταν κάτι άλλο από μια πλαστογραφία, ιδίως επειδή δεν έχει προσκομιστεί κανένα στοιχείο που να το επιβεβαιώνει. Είχε όμως το επιθυμητό αποτέλεσμα της απομάκρυνσης πολλών επαναστατών από το άτομο που οι Φιλελεύθεροι φοβόντουσαν περισσότερο, και το αποτέλεσμα αυτό υποβοηθήθηκε από την προσωπική εχθρότητα που υπήρχε στις τάξεις των επαναστατών μεταξύ του Μπλανκί και του εξίσου ισχυρού Μπαρμπέ, του πρώην φίλου του.

Στις αρχές Απριλίου, ξεκίνησε μια συστηματική προπαγάνδα κατά της επαναστατικής Αριστεράς. Τα στοιχεία της μεσαίας τάξης ισχυροποιήθηκαν, και καλλιεργήθηκε η προπαγάνδα για την «πέμπτη φάλαγγα» της εργατικής τάξης στα Εθνικά Εργαστήρια και στην Garde Mobile. Μέχρι τα μέσα Απριλίου το επαναστατικό ρεύμα στη Γαλλία είχε οριστικά αντιστραφεί. Στις 16 του ίδιου μήνα οι εκπρόσωποι των εργατών του Λουξεμβούργου οργάνωσαν μια μεγάλη αλλά πολύ ειρηνική διαδήλωση προς το Hôtel de Ville [Δημαρχείο του Παρισιού]. Οι αρχές κάλεσαν την Εθνοφρουρά και τους άνδρες των Εθνικών Εργαστηρίων, οι οποίοι εμφανίστηκαν σε μεγάλο αριθμό και διέλυσαν τη διαδήλωση φωνάζοντας συνθήματα κατά των «κομμουνιστών». Ένας άλλος βετεράνος σοσιαλιστής ηγέτης, ο Λεντρύ-Ρολέν, είπε στην αντιπροσωπεία που τον περίμενε να πάει σπίτι της και να μην προκαλέσει άλλα προβλήματα, και έτσι, όπως και ο συνεργάτης του Λουί Μπλανκ, έπαιξε το ρόλο του στην αποτυχία του κινήματος του οποίου ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ηγείτο.

Λίγες ημέρες αργότερα πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές και η Δεξιά εξασφάλισε τη μεγάλη πλειοψηφία των εδρών, ιδίως στις αγροτικές περιοχές. Το Κόμμα της Τάξης, ένας ετερογενής συνδυασμός βασιλικών και συντηρητικών δημοκρατικών, κέρδισε την υπεροχή και δεν άργησε να αξιοποιήσει το πλεονέκτημά του. Όταν οι εργάτες της Ρουέν πραγματοποίησαν διαδήλωση τέσσερις ημέρες αργότερα για να διαμαρτυρηθούν για τη νοθεία στις κάλπες, η Εθνοφρουρά τους πυροβόλησε. Οι επαναστάτες του Παρισιού εξοργίστηκαν από την πράξη αυτή, αλλά η νέα Εθνοσυνέλευση έφτασε στο σημείο να εκλέξει ως αντιπρόεδρο τον αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος για τη σφαγή. Επιπλέον, αποφασίστηκε ότι δεν θα έπρεπε να υποβληθούν άλλες αναφορές.

Οι Παριζιάνοι εργάτες είχαν αηδιάσει με την πορεία των γεγονότων και, μετά την τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής του Λουξεμβούργου στις 13 Μαΐου, άρχισαν να σκέφτονται να εκδηλώσουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους. Δύο ημέρες αργότερα, οι σύλλογοι οργάνωσαν μια διαδήλωση, δήθεν για να παρουσιάσουν ένα ψήφισμα για βοήθεια προς την Πολωνία, αλλά στην πραγματικότητα για να κάνουν μια επίδειξη δύναμης στους δρόμους του Παρισιού, αψηφώντας την απαγόρευση της Εθνοσυνέλευσης. Αφού εισέβαλαν στη Βουλή και διακήρυξαν τη διάλυσή της, οι διαδηλωτές επέστρεψαν στο Hôtel de Ville, όπου εξέλεξαν μια νέα Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι διάφορες εκδοχές του καταλόγου περιλάμβαναν τα ονόματα όλων των ηγετικών στελεχών που αντιτάχθηκαν στην Εθνοσυνέλευση, όπως οι Μπλανκί, Μπαρμπέ, Κοσιντιέρ, Φλοκόν, Λεντρύ-Ρολέν, Προυντόν, Καμπέ, Ρασπαΐλ και Λουί Μπλανκ, αλλά είναι απίθανο όλοι αυτοί να επέτρεψαν οικειοθελώς τη χρήση των ονομάτων τους, ιδίως καθώς ο Λουί Μπλανκ και ο Λεντρύ-Ρολέν εξακολουθούσαν να προσπαθούν με κάθε τρόπο να συμβιβαστούν με τη Δεξιά, ενώ ο Προυντόν κρατούσε πάντα αποστάσεις από τους ηγέτες των λεσχών, τα ονόματα των οποίων περιελάμβανε ο κατάλογος. Η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν βραχύβια, καθώς ο Λαμαρτίνος και οι συνεργάτες του κάλεσαν την αστική Εθνική Φρουρά, η οποία διέλυσε τους άοπλους διαδηλωτές και συνέλαβε τους ηγέτες τους. Ο Κοσιντιέρ, επικεφαλής της αστυνομίας του Παρισιού, και ο Κουρτουά, στρατηγός της Εθνικής Φρουράς, απολύθηκαν επειδή δεν επιτέθηκαν στους διαδηλωτές.

Η σύγκρουση μεταξύ των δύο τμημάτων στα οποία είχε διασπαστεί το κίνημα του Φεβρουαρίου έγινε τώρα πιο έντονη από ποτέ. Η Εθνοσυνέλευση, θεωρώντας ότι είχε σταθεροποιήσει πλήρως το έδαφός της και, με τη σύλληψη των ηγετών των λεσχών, είχε εξαλείψει τη δυνατότητα οποιασδήποτε νέας εξέγερσης, προχώρησε σε επίθεση κατά των Εθνικών Εργαστηρίων, τα οποία θεωρήθηκε ότι είχαν εξυπηρετήσει τον σκοπό που επεδίωκαν ο Λαμαρτίνος και οι συνεργάτες του και μπορούσαν πλέον να θεωρηθούν ως απλή σπατάλη χρημάτων. Στις 24 Μαΐου, ο Τρελά συνέταξε οδηγίες σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι εργάτες που αρνούνταν να ενταχθούν στις ένοπλες δυνάμεις ή να αναλάβουν εργασία σε εξωτερικό εργοδότη θα έπρεπε να απολυθούν από τα εργαστήρια. Ο Εμίλ Τομά, διευθυντής των εργαστηρίων και ο ίδιος εχθρός των σοσιαλιστών, διαμαρτυρήθηκε για την ανοησία ενός τέτοιου διατάγματος, αλλά φιμώθηκε με το απλό μέσο της απαγωγής και της μυστικής μεταφοράς του στο Μπορντό. Μετά από ένα μήνα καθυστέρησης το διάταγμα εκδόθηκε τελικά, με πρόσθετες διατάξεις που καταργούσαν το γραφείο για την παροχή βοήθειας στους απόρους και τις ιατρικές υπηρεσίες για τους εργάτες.

Φυσικά, οι εργάτες που είχαν πολεμήσει για την επανάσταση του Φεβρουαρίου δεν ήταν πιθανό να δεχτούν μια τέτοια επίθεση στα μέσα βιοπορισμού τους χωρίς καμία διαμαρτυρία, και στις 22 Ιουνίου μια αντιπροσωπεία τους περίμενε την κυβέρνηση. Δέχτηκαν απειλές ως απάντηση και επέστρεψαν στις εργατικές περιοχές για να προετοιμαστούν για εξέγερση. Μέχρι το επόμενο πρωί τα οδοφράγματα είχαν υψωθεί σε όλο το ανατολικό τμήμα του Παρισιού και οι εργάτες, χωρίς κανέναν ηγέτη, ξεκίνησαν τον πιο σκληρό αγώνα που είχε γίνει μέχρι τότε στην επαναστατική ιστορία της Γαλλίας.

 

 6. Horace Vernet Οδοφράγματα στην οδό Soufflot

Horace Vernet, «Οδοφράγματα στην οδό Soufflot στο Παρίσι στις 27 Ιουνίου 1848», 1849, Deutsches Historisches Museum.

 

Ο Καβανιάκ, ο διοικητής των κυβερνητικών δυνάμεων, είχε αποσύρει τα στρατεύματά του από τις δυσαρεστημένες συνοικίες, με τη συνειδητή πρόθεση να αφήσει την εξέγερση να πάρει τις μεγαλύτερες διαστάσεις της, προκειμένου να συντρίψει πλήρως και οριστικά την επαναστατική Αριστερά. Στη συνέχεια εξαπέλυσε μια αδυσώπητη επίθεση με μεγάλα τμήματα του στρατού, καθώς και της Εθνοφρουράς και της Garde Mobile. Ο αγώνας διήρκεσε τέσσερις ημέρες και οι εργάτες πολέμησαν μόνοι τους, χωρίς συμμάχους μεταξύ των μεσαίων στρωμάτων ή ακόμη και μεταξύ των σοσιαλιστών ηγετών, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν στη φυλακή ή, όπως ο Λουί Μπλαν, δεν είχαν μεγάλη επιθυμία να εμπλακούν πολύ ενεργά στον πραγματικό επαναστατικό αγώνα. Ένας εχθρικός Γάλλος ιστορικός, ο de la Gorce, είπε για τους εξεγερμένους:

«Σε όποια πλευρά κι αν στραφούμε, δεν βρίσκουμε καμία γενική διεύθυνση. Οι τεχνίτες της Λα Σαπέλ, που ήταν κρυμμένοι στο Κλο Σεν Λαζάρ, οι ταξίαρχοι των Εθνικών Εργαστηρίων, που φαίνονταν πίσω από τα οδοφράγματα στο Φομπούρ Σεν Αντουάν με τις κονκάρδες στα καπέλα τους και τις κορδέλες τους στις κουμπότρυπες τους, οι ηλικιωμένοι Ορεινοί, συγκεντρωμένοι στο Φομπούρ ντυ Τεμπλ ή στο Φομπούρ Σεν Ζακ, μερικοί παραπλανημένοι παλιοί στρατιώτες που γέμιζαν τα όπλα των λιγότερο έμπειρων εξεγερμένων και έδιναν εντολή να πυροβολούν τα στρατεύματα· αυτοί ήταν οι ηγέτες της εξέγερσης, υποδεέστεροι και άγνωστοι ηγέτες, επιλεγμένοι ως επί το πλείστον κατά τύχη – αλλά όχι και τόσο ευκαταφρόνητοι, αφού, σε αντίθεση με τους πιο διάσημους δημαγωγούς, είχαν το προτέρημα να ξέρουν να πεθαίνουν.»

Οι σφαγές ήταν τεράστιες και η κτηνωδία με την οποία έδρασαν οι νικητές ήταν εξαιρετικά άγρια, καθώς οι αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν κατά ομάδες χωρίς δίκη ή ανάκριση. Η σοσιαλιστική επανάσταση ηττήθηκε και θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι η εργατική τάξη να παίξει ξανά σημαντικό ρόλο στις γαλλικές υποθέσεις. Η Εθνοσυνέλευση μπορούσε να επιστρέψει ειρηνικά στο έργο της για την αναίρεση των κατακτήσεων του Φεβρουαρίου.

 

 7. Károly Jakobey Η μάχη της Βούδας Μάιος 1849

Károly Jakobey, «Η μάχη της Βούδας, Μάιος 1849».

 

Οι ημέρες του Ιουνίου αποτέλεσαν ένα σημαντικό πλήγμα για τους επαναστατικούς στόχους σε όλη την Ευρώπη. Παντού τα πιο συντηρητικά στοιχεία άρχισαν να παίρνουν το προβάδισμα. Στη Γερμανία οι πρίγκιπες και οι υπουργοί τους κέρδισαν αυτοπεποίθηση, στην Ιταλία αντιδραστικοί όπως ο βασιλιάς της Νάπολης άρχισαν να επαναφέρουν τη δεσποτική τους εξουσία και να ανακαλούν τα συντάγματα που είχαν χορηγήσει όταν οι λαϊκές εξεγέρσεις τους έκαναν για πρώτη φορά να υποχωρήσουν πανικόβλητοι. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα ήταν ότι, μετά τον Ιούνιο, η ευρωπαϊκή επανάσταση άρχισε να χάνει τον κοινωνικό της χαρακτήρα και να γίνεται περισσότερο εθνικιστική. Οι εθνικιστικές επαναστάσεις στην Ουγγαρία και την Ιταλία επιβίωσαν για περισσότερο από ένα χρόνο αφού η επανάσταση στο Παρίσι, με την κοινωνική της βάση, είχε ουσιαστικά τελειώσει.

Από τον Ιούνιο και μετά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Αυστριακή Αυτοκρατορία και τις σφαίρες επιρροής της, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ουγγαρία, και επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην προσπάθεια του αυτοκράτορα και των μικρών δεσποτών της Γερμανίας και της Ιταλίας να ανακτήσουν την εξουσία που είχαν χάσει με την πτώση του Μέτερνιχ.

Το ριζοσπαστικό κίνημα στη Γερμανία άρχισε να παρακμάζει μόλις έπαψε να εμπνέεται από το Παρίσι. Τον Απρίλιο ο Χέκερ έκανε άλλη μια εξέγερση στο Μπάντεν, αλλά ηττήθηκε και πάλι, και τον Μάιο υπήρξαν διαδηλώσεις στη Βιέννη που ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να υποσχεθεί σύνταγμα και να καταφύγει στην ασφάλεια του Ίνσμπρουκ. Αλλά όταν η Εθνουνέλευση της Φρανκφούρτης συνήλθε τελικά στις 18 Μαΐου, ο συντηρητικός της χαρακτήρας έγινε σύντομα εμφανής, και αυτό επιβεβαιώθηκε όταν ο αρχιδούκας Ιωάννης της Αυστρίας εξελέγη αντιβασιλέας της γερμανικής αυτοκρατορίας. Πολύ σύντομα η Εθνοσυνέλευση της Φρανκφούρτης ενθάρρυνε τις εθνικιστικές επιθέσεις κατά των Δανών και υποστήριζε τον αυτοκράτορα στις εκστρατείες του κατά των Ιταλών, των Ούγγρων και των Σλάβων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, η Εθνοσυνέλευση αυτή αφιερώθηκε σε φλύαρες συζητήσεις και δεν πέτυχε σχεδόν τίποτα∙ όταν επιτέλους, τον Μάρτιο του 1849, αφυπνίστηκε και ανακοίνωσε ότι το σύνταγμά της θα ήταν ο νόμος της Γερμανίας, η χειρονομία αυτή άργησε πολλούς μήνες, και το κούτσουρο της, έχοντας στερηθεί τη συντηρητική πλειοψηφία, πέθανε άδοξα κατά την επαίσχυντη εκδίωξή του από τη Βυρτεμβέργη τον Ιούνιο του 1849. Παρόλα αυτά, ενώ η Εθνοσυνέλευση ήταν από μόνη της σχεδόν εντελώς άχρηστη, έχει κάποια ιστορική σημασία ως προάγγελος των μεταγενέστερων κινημάτων για μια ενωμένη Γερμανία που κατέληξαν στην ηγεμονία της Πρωσίας – ένα γεγονός που η Εθνοσυνέλευση είχε προβλέψει όταν προσέφερε το στέμμα της Γερμανίας στους Χοεντσόλερν.

Οι διάφορες υποτελείς φυλές της αυστριακής αυτοκρατορίας άργησαν να ενταχθούν στο επαναστατικό κίνημα και ο ρόλος τους ήταν ως επί το πλείστον αντιδραστικός. Στην Ουγγαρία, όπως είπαμε, η επανάσταση παρέμεινε στα χέρια των γαιοκτημόνων και της ανώτερης μεσαίας τάξης, και ο αυτοκράτορας παραχώρησε σύνταγμα σε μια Δίαιτα ευγενών, αφού η εξέγερση του Μαρτίου στη Βιέννη τον έκανε να αισθάνεται αρκετά ανασφαλής ώστε να επιθυμεί να κατευνάσει κάθε πιθανό σύμμαχο. Και, προς το παρόν τουλάχιστον, η πράξη αυτή τον βοήθησε αρκετά, καθώς κατά τις πρώτες μέρες του το ουγγρικό κίνημα παρέμεινε μοναρχικό και η δημοκρατική δράση ανδρών όπως ο Πέρτσελ είχε ελάχιστα αποτελέσματα. Πράγματι, οι Ούγγροι ήταν τόσο πιστοί στον αυτοκράτορα και τόσο λίγο πρόθυμοι να κατανοήσουν άλλους λαούς που αγωνίζονταν για την εθνική ελευθερία, ώστε τον Ιούνιο του 1848 έστειλαν πράγματι στρατό για να συνδράμουν στην υποταγή της Λομβαρδίας και της Βενετίας.

Η απόκτηση μερικής αυτονομίας αύξησε τις εθνικιστικές τάσεις των Μαγυάρων και έκανε την κυριαρχία τους πιο δυσβάσταχτη για τους Σέρβους, τους Κροάτες και τους Ρουμάνους που βρίσκονταν στα εδάφη τους. Τον Μάιο του 1848 σημειώθηκε γενική εξέγερση αυτών των λαών, εθνοτικού και όχι κοινωνικού χαρακτήρα, και για το υπόλοιπο της ύπαρξής της η ανεξάρτητη Ουγγαρία ταλαιπωρήθηκε από επαναστάσεις μεταξύ των υποτελών της λαών, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν κατευναστεί με μια λιγότερο υπεροπτική μεταχείριση από την πλευρά της κυρίαρχης εθνότητας. Όμως, όπως και έγινε, οι Σλάβοι και οι Ρουμάνοι, εξοργισμένοι από τη μεταχείριση που έτυχαν, δέχτηκαν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο από την αυστριακή κυβέρνηση, η οποία διατηρούσε το πρόσχημα της αμεροληψίας απέναντι στις διαφορές μεταξύ των Ούγγρων και των υπηκόων τους, αλλά στην πραγματικότητα ενθάρρυνε κρυφά όλες αυτές τις εθνότητες, και ιδιαίτερα τους Κροάτες, στην εξέγερσή τους.

 

 9. Than Mór Η μάχη του Nagysallói στις 19 Απριλίου 1849

Than Mór, «Η μάχη του Nagysallói στις 19 Απριλίου 1849» (το ουγγρικό ιππικό καταδιώκει Ούγγρους επαναστάτες). 1849. .

 

Οι Σλάβοι, στην πραγματικότητα, έπαιξαν έναν δυσάρεστο ρόλο στην ιστορία της ευρωπαϊκής επανάστασης. Υπήρξε, πράγματι, ένα γνήσιο σλαβικό κίνημα εξέγερσης κατά της αυστριακής κυβέρνησης, όταν, στις 15 Ιουνίου, την επομένη μιας πανσλαβικής διάσκεψης, ο λαός της Πράγας, υποστηριζόμενος από έναν αριθμό Πολωνών και Ρώσων επαναστατών, συμπεριλαμβανομένου του Μπακούνιν, ο οποίος έτυχε να φτάσει στην πόλη αυτή κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, ξεσηκώθηκε και έδιωξε τα αυστριακά στρατεύματα. Όμως η εξέγερση σύντομα καταπνίγηκε, και από τότε τα σλαβικά κινήματα έπεσαν στα χέρια αστών εθνικιστών που ήταν πρόθυμοι να παίξουν το παιχνίδι «διαίρει και βασίλευε» του αυτοκράτορα, με την ελπίδα να αποκτήσουν κάποιου είδους αυτονομία, την οποία, στην πραγματικότητα, δεν πέτυχαν ποτέ.

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1848 ο αυτοκράτορας άρχισε να αισθάνεται αρκετά σίγουρος ώστε να επιστρέψει στις απολυταρχικές μεθόδους, αφού τα γεγονότα έδειχναν να έχουν στραφεί προς όφελός του. Στις 5 Αυγούστου το Μιλάνο είχε πέσει και ο Κάρολος Αλβέρτος είχε αποσύρει τις δυνάμεις του στο Πεδεμόντιο, αφήνοντας τη Δημοκρατία της Βενετίας ως το μόνο μη κατακτημένο τμήμα της Βόρειας Ιταλίας. Λιγότερο από τρεις εβδομάδες αργότερα, μια σύγκρουση μεταξύ της Εθνοφρουράς και των ανέργων εργατών στη Βιέννη είχε δείξει ότι το αυστριακό επαναστατικό κίνημα υπέφερε από μια παρόμοια διαίρεση με εκείνη που είχε καταστρέψει την επανάσταση στο Παρίσι. Τον Σεπτέμβριο, οι Κροάτες, με τη σιωπηρή έγκριση του αυτοκράτορα, άρχισαν να προελαύνουν στην Ουγγαρία, και στις 3 Οκτωβρίου ο Φερδινάνδος ανακοίνωσε την ακύρωση του ουγγρικού συντάγματος και διόρισε τον Μπάνο της Κροατίας, Τζόσιπ Τζέλατσιτς, στρατιωτικό ηγεμόνα της Ουγγαρίας, μια υπολογισμένη προσβολή στην υπερηφάνεια της μαγιάρικης αριστοκρατίας, η οποία ανέκαθεν θεωρούσε τους Κροάτες κατώτερη φυλή. Τα αυστριακά στρατεύματα άρχισαν να συγκεντρώνονται για την εκστρατεία κατά της Ουγγαρίας.

Αλλά ο Φερδινάνδος είχε υπολογίσει χωρίς έναν παράγοντα, τους πολίτες της Βιέννης, οι οποίοι ξεχωρίζουν στην ιστορία του 1848 ως ο μόνος λαός που ήταν πρόθυμος να θυσιαστεί για την ελευθερία μιας άλλης επανάστασης. Στις 6 Οκτωβρίου οι εργάτες και οι φοιτητές ξεσηκώθηκαν, ο υπουργός Πολέμου κρεμάστηκε από έναν στύλο και ο αυτοκράτορας τράπηκε σε φυγή τρομοκρατημένος. Όμως την επόμενη μέρα ο Βίντισγκρατς άρχισε να συγκεντρώνει στρατό από Σλάβους και μέχρι τις 23 Οκτωβρίου είχε περικυκλώσει την πόλη. Οι Ούγγροι έκαναν μια ημιτελή προσπάθεια να ανακουφίσουν τους Βιεννέζους, αλλά ηττήθηκαν έξω από τα τείχη, και ακολούθησε μια γενική επίθεση κατά της επαναστατικής φρουράς, η οποία έληξε με την πτώση της Βιέννης την 1η Νοεμβρίου και το τέλος της αυστριακής επανάστασης. Η Αυστρία επέστρεψε στην απολυταρχική της διακυβέρνηση και, μετά την παραίτηση του Φερδινάνδου τον Δεκέμβριο και την άνοδο του Φραγκίσκου Ιωσήφ στον αυτοκρατορικό θρόνο, η Δίαιτα, η οποία διατηρούσε μια εικονική ύπαρξη για μερικούς μήνες, διαλύθηκε τον Μάρτιο του 1849 και η Αυστρία αποσύρθηκε προσωρινά από τις γερμανικές υποθέσεις.

Ωστόσο, η επανάσταση δεν ήταν εντελώς ανώφελη, διότι, σε αντίθεση με τα γερμανικά κράτη, οι αυστριακές αρχές δεν επιχείρησαν να επιβάλουν εκ νέου τη φεουδαρχία στους αγρότες.

Ταυτόχρονα, η ροή των γεγονότων οδήγησε τον βασιλιά της Πρωσίας να υιοθετήσει αλλαγή στάσης απέναντι στην Εθνοσυνέλευση απέναντι στην οποία είχε προηγουμένως υποχωρήσει, και, υποστηριζόμενος από τους φιλελεύθερους που είχαν αναρριχηθεί στην εξουσία κατά την επανάσταση νωρίτερα μέσα στο έτος, αποφάσισε να διαλύσει τον θεσμό αυτό.

Τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης έκαναν επίδειξη αντίστασης, αλλά, όταν τα στρατεύματα του Βράνγκελ εμφανίστηκαν στο Βερολίνο, τα άφησαν να μπουν ανεμπόδιστα στην πόλη, και η Εθνοσυνέλευση διαλύθηκε τελικά, ενώ τα μέλη της συνέστησαν μια εκστρατεία μη πληρωμής των φόρων, η οποία βρήκε ελάχιστη ανταπόκριση.

Η επανάσταση βρισκόταν σε πλήρη υποχώρηση, καθώς τον επόμενο μήνα ο Λουδοβίκος Ναπολέων, μετά από μια δημαγωγική εκστρατεία που βοηθήθηκε από τις αυθαιρεσίες των Βασιλικών και των δεξιών συντηρητικών, έγινε πρόεδρος της Γαλλίας, υποστηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό από τις ψήφους των Γάλλων εργατών που είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους σοσιαλιστές όπως ο Λεντρύ-Ρολέν και οι οποίοι πίστευαν λανθασμένα ότι ψηφίζοντας τον Ναπολέοντα εκδικούνταν τον Καβανιάκ και τη Δεξιά. Σε αυτό, όπως και σε πολλά άλλα σημεία, η σταδιοδρομία του Ναπολέοντα μοιάζει με εκείνες των σύγχρονων δικτατόρων.

Στις αρχές του 1849 η τύχη της Αυστριακής Αυτοκρατορίας αντιστράφηκε εκ νέου. Από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο οι αυτοκρατορικοί στρατοί που πολεμούσαν στην Ουγγαρία υπέστησαν συνεχείς ήττες, ενώ νέες εξεγέρσεις ξέσπασαν στην Ιταλία. Στις 6 Φεβρουαρίου ο λαός της Τοσκάνης ξεσηκώθηκε και, μετά τη φυγή του Μεγάλου Δούκα, ανακήρυξε δημοκρατία. Τρεις ημέρες αργότερα σημειώθηκε εξέγερση στη Ρώμη, ο Πάπας κατέφυγε στο ναπολιτάνικο έδαφος και εγκιδρύθηκε Δημοκρατία.

Η εξέγερση στη Ρώμη διέφερε κάπως από τις προηγούμενες εξεγέρσεις, καθώς εμπνεύστηκε από τον Ματσίνι, τον μεγάλο ιδεαλιστή της ιταλικής επανάστασης, ο οποίος δεν είχε ποτέ πριν την ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του στην πράξη. Ο Ματσίνι δεν ήταν σοσιαλιστής, αλλά αντιτάχθηκε σθεναρά στον καπιταλισμό μεγάλης κλίμακας και την μεγάλη γαιοκτησία, και το κίνημά του είχε τόσο βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη, ώστε στα μεταγενέστερα χρόνια αποτέλεσε σοβαρό αντίπαλο του Μαρξ και του Μπακούνιν για την επιρροή μέσα στη Διεθνή. Κατά τη διάρκεια των έξι μηνών της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, η ανιδιοτελής διοίκηση του Ματσίνι και η τολμηρή αμυντική τακτική του Γκαριμπάλντι επέφεραν μια ενότητα μεταξύ του ρωμαϊκού λαού που ισοδυναμούσε μόνο με εκείνη της αδελφής δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα γεγονότα στην Τοσκάνη και τη Ρώμη οδήγησαν τον Κάρολο Αλβέρτο του Πεδεμοντίου να αποφασίσει ότι αν ήθελε να διατηρήσει οποιαδήποτε επιρροή στην Ιταλία έπρεπε να δράσει γρήγορα και στις 12 Μαρτίου κήρυξε και πάλι τον πόλεμο στην Αυστρία και προχώρησε στη Λομβαρδία.

Οι νέες εξεγέρσεις στην Ιταλία και οι επιτυχίες των στρατών των Μαγυάρων στην Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία οδήγησαν τον αυτοκράτορα της Αυστρίας στο απεγνωσμένο μέτρο να ζητήσει τη βοήθεια του συναδέλφου του αυτοκράτορα, του τσάρου της Ρωσίας, για να αποκαταστήσει την ακεραιότητα της αυτοκρατορίας του. Αυτό σηματοδότησε την έναρξη μιας πραγματικά συντονισμένης επίθεσης από τη νέα συμμαχία των αυτοκρατόρων και της ανώτερης αστικής τάξης ενάντια στα απομεινάρια των επαναστατικών κατακτήσεων στην Ευρώπη. Οι Αυστριακοί, με τη βοήθεια των Ρώσων στην Ουγγαρία, κατάφεραν να νικήσουν τους Πεδεμοντέζους στη Νοβάρα και να καταστείλουν έτσι για άλλη μια φορά την επανάσταση στη Λομβαρδία. Εν τω μεταξύ, οι Γάλλοι έστειλαν στρατό στην Ιταλία. Υποτίθεται ότι αυτό είχε ως στόχο να βοηθήσει τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και να σταματήσει την πορεία των αυστριακών στρατευμάτων προς το νότο, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσε μια κίνηση εναντίον της Δημοκρατίας, και αυτό έγινε σαφές από τις επιθετικές ενέργειες του στρατηγού Ουντινό. Ο ντε Λεσέπς στάλθηκε για να διερευνήσει τα παράπονα σχετικά με τη συμπεριφορά του Ουντινό, αλλά, όταν στις 29 Μαΐου εξελέγη μια ακόμη πιο αντιδραστική Εθνοσυνέλευση, ο ντε Λεσέπς ανακλήθηκε και ο ρόλος του Ουντινό στην Ιταλία κατέστη σαφής. Μετά από απελπισμένες μάχες στα περίχωρα της Ρώμης, ο γαλλικός στρατός μπήκε στην πόλη στις 3 Ιουλίου και στις 15 του ίδιου μήνα η παπική κυβέρνηση επέστρεψε στη Ρώμη. Η Γαλλική Δημοκρατία είχε καταστρέψει τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και είχε εγκαταστήσει στη θέση της έναν απολυταρχικό ηγέτη.

Ενθαρρυμένοι από τη γενική τάση, οι πρίγκιπες της Γερμανίας άρχισαν να επιτίθενται σε ό,τι είχε απομείνει από την επανάσταση στα εδάφη τους. Στις 12 Απριλίου, όπως ήδη ανέφερα, η Εθνοσυνέλευση της Φρανκφούρτης πραγματοποίησε τη μοναδική πράξη πραγματικής αμφισβήτησης ανακηρύσσοντας το σύνταγμά της ως νόμο της Γερμανίας. Τα Κοινοβούλια της Πρωσίας, του Ανόβερου και της Σαξονίας αποφάσισαν να υποστηρίξουν αυτή την απόφαση και διαλύθηκαν αμέσως από τους αντίστοιχους ηγεμόνες τους, ενώ ο βασιλιάς της Πρωσίας κάλεσε όλα τα κράτη να αναθεωρήσουν σε αυταρχική κατεύθυνση τα συντάγματα που είχαν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων του προηγούμενου έτους. Η γερμανική μεγαλοαστική τάξη είχε ήδη εδραιώσει τη θέση της ως σύμμαχος της παλιάς αριστοκρατίας, και έμεινε στους μικροαστούς να προβάλουν την όποια αντίσταση μπορούσαν. Τον Απρίλιο σημειώθηκαν εξεγέρσεις στη Ρηνανία και τη Σαξονία, οι οποίες καταπνίγηκαν από τα πρωσικά στρατεύματα.

Η Δρέσδη αμύνθηκε πεισματικά, μεταξύ των μαχητών ήταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ και, για άλλη μια φορά, ο Μπακούνιν, ο οποίος συνελήφθη εδώ και άρχισε η δεκαετία της αυστηρής φυλάκισής του στα μπουντρούμια της Σαξονίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας. Η Δρέσδη έπεσε στις 9 Μαΐου, και την επόμενη ημέρα άρχισε μια εξέγερση στο Μπάντεν και το Παλατινάτο. Σε αυτές τις επαρχίες ανακηρύχθηκε Δημοκρατία και για περισσότερο από δύο μήνες οι επαναστάτες αντιστάθηκαν∙ ήταν η πρώτη φορά που έγινε πραγματικά αποτελεσματική αντίσταση στην αντίδραση στη Γερμανία, αλλά και αυτή απέτυχε, όταν η τελευταία ακρόπολη του Ράστατ έπεσε στις 23 Ιουλίου, και η γερμανική επανάσταση τέλειωσε.

Κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο διεξήχθησαν οι δύο απεγνωσμένες τελευταίες προσπάθειες των επαναστατών του 1848 και του 1849. Η πρώτη ήταν στην Ιταλία. Αφού οι επαναστάσεις σε κάθε άλλο μέρος της χώρας αυτής είχαν συντριβεί, η Δημοκρατία της Βενετίας συνέχισε να αγωνίζεται, διατηρώντας, υπό την ηγεσία ενός Εβραίου δικηγόρου, του Ντανιέλε Μανίν, μια μεγάλη ενότητα των τάξεων στον αγώνα για τη διατήρηση της παλαιάς ανεξαρτησίας της. Αποκομμένοι από την υπόλοιπη Ιταλία και χωρίς καμιά ελπίδα για βοήθεια από το εξωτερικό, οι Βενετοί αντιστάθηκαν μέχρις ότου δεν ήταν πια σωματικά δυνατό, μέχρις ότου είχαν καταναλώσει τα τρόφιμα της τελευταίας ημέρας, τα τελευταία πυρομαχικά και η χολέρα είχε πάρει διαστάσεις επιδημίας. Καμία πόλη δεν έδειξε τόσο ομόφωνη επιθυμία να διατηρήσει τις βασικές της ελευθερίες όσο η Βενετία καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης του 1848 έως το 1849∙ φαινόταν σαν να είχε αναγεννηθεί εδώ το πνεύμα των μεσαιωνικών ελεύθερων πόλεων και να είχε φτάσει σε μια ύστερη άνθηση.

Αν η Βενετία αντιπροσώπευε την τελευταία αντίσταση των δημοκρατών το 1848, στην Ουγγαρία η εθνικιστική αριστοκρατία συνέχισε για ένα μήνα περισσότερο. Τον Απρίλιο του 1849, οι Ούγγροι είχαν κηρύξει οριστικά την ανεξαρτησία τους από τον Αυστριακό αυτοκράτορα και συγκροτήθηκαν σε Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Λάγιος Κόσουτ. Το γεγονός που οδήγησε μια επανάσταση γαιοκτημόνων να εγκαταλείψουν την πίστη τους στη δυναστεία ήταν αυτό που τους φάνηκε ως η τελική προδοσία όταν ο βασιλιάς τους είχε καλέσει έναν ξένο απολυταρχικό ηγεμόνα για να βοηθήσει στην καταστολή τους. Για μερικούς μήνες διεξήγαγαν μια μεγάλη επιχείρηση ιππικού πολέμου, αλλά στο τέλος δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη συμμαχία Αυστριακών, Ρώσων, Ρουμάνων, Κροατών και Σέρβων. Επιπλέον, διασπάστηκαν από εσωτερικές διχόνοιες, καθώς πολλοί από τους ηγέτες τους, συμπεριλαμβανομένου του διοικητή στρατηγού Γκοργκέι, δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις μοναρχικές τους ιδέες και φαίνεται ότι πολέμησαν με μισή καρδιά αφότου η Ουγγαρία έγινε δημοκρατία. Στις 11 Αυγούστου η Προσωρινή Κυβέρνηση παραιτήθηκε και ο Κοσσούθ εγκατέλειψε τη χώρα για να αρχίσει μια γραφική ζωή εξορίας στην Αγγλία. Δύο ημέρες αργότερα ο κύριος στρατός, υπό τον Γκοργκέι, παραδόθηκε στο Βιλάγκος και ο Αυστριακός στρατηγός Χαϊνάου, ο οποίος είχε ήδη γίνει διαβόητος για τις βαρβαρότητές του στη Λομβαρδία, ξεκίνησε μια άτεγκτη διαδικασία εκτελέσεων και απαγχονισμών. Απομονωμένες ομάδες Ούγγρων συνέχισαν να διεξάγουν έναν απεγνωσμένο αγώνα εναντίον των εχθρών τους, και μόλις στις 26 Σεπτεμβρίου, έξι εβδομάδες μετά την κατάρρευση των κύριων δυνάμεων, ένα μήνα μετά τη συνθηκολόγηση της Βενετίας, έπεσε στα χέρια των αυτοκρατορικών στρατευμάτων το τελευταίο οχυρό των επαναστάσεων του 1848 έως το 1849, το ουγγρικό φρούριο του Κόμορν.

 

 8. Bonaventura Emler Η μάχη στη γέφυρα Tabor στη Leopoldstadt Βιέννη

Bonaventura Emler, «Η μάχη ανάμεσα σε εξεγερμένους φοιτητες και τον αυστριακό στρατό στη γέφυρα Tabor στη Leopoldstadt της Βιέννης 6 Οκτωβρίου 1848», (πριν το 1862) Musée d'histoire de Vienne.

 

Η περίοδος της επανάστασης έληξε και μια νέα περίοδος αντίδρασης άρχισε στην Ευρώπη, με τον Ναπολέοντα Γ΄ και τον Μπίσμαρκ να παίρνουν τη θέση του Γκιζό και του Μέτερνιχ. Ορισμένα από τα πολιτικά κινήματα του 1848 επρόκειτο να επιτύχουν μια μερική, αν και στρεβλή, ολοκλήρωση στα χέρια αυτών των νέων απολυταρχών. Η γερμανική ενότητα επιτεύχθηκε με την υποταγή των υπόλοιπων επαρχιών στην πρωσική ηγεμονία, ένα αποτέλεσμα που δεν επιθυμούσαν σχεδόν καθόλου οι αρχικοί παγγερμανιστές. Η σλαβική ενότητα επρόκειτο να γίνει πολιτικό όπλο στα χέρια των Ρώσων τσάρων και στις μέρες μας επιτεύχθηκε τόσο με τη βία όσο και με την πειθώ. Ο ιταλικός εθνικισμός οδήγησε σε μια ενοποίηση της Ιταλίας υπό τον βασιλικό οίκο του Πεδεμοντίου, η οποία δεν αντιστοιχούσε στις αρχικές φιλοδοξίες του Ματσίνι και του Γκαριμπάλντι. Τα περισσότερα από τα αιτήματα των χαρτιστών κερδήθηκαν τον επόμενο αιώνα, αλλά η επίτευξή τους δεν εξάλειψε την ανάγκη για ριζοσπαστικούς αγώνες σε άλλους τομείς.

Αλλά οι πραγματικές εξεγέρσεις του 1848 δεν προβάλλουν τόσο πολύ στη σημερινή μας οπτική όσο οι πολιτικές και κοινωνικές τάσεις που εγκαινίασε η επανάσταση. Τα κινήματα του 1848, όσο αποτυχημένα και αν ήταν τα επιτεύγματά τους, συνοδεύτηκαν από την αποκρυστάλλωση των πολιτικών ιδεών που θα γίνονταν αργότερα θεμέλια για σημαντικά κοινωνικά κινήματα. Εδώ αρκεί να τις σκιαγραφήσουμε εν συντομία.

Η εμφάνιση του μαρξιστικού κομμουνισμού, ως σαφώς προσδιορισμένης πολιτικής θεωρίας και βάσης ενός κοινωνικού κινήματος, χρονολογείται από το 1848, διότι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ, αν και μπορεί να γράφτηκε αργά το 1847 και να δημοσιεύτηκε ένα μήνα πριν από το ξέσπασμα της εξέγερσης στο Παρίσι, είχε ουσιαστικά ως κίνητρο το ίδιο πνεύμα εξέγερσης που προκάλεσε τις διάφορες ευρωπαϊκές εξεγέρσεις. Ούτε ο Μαρξ προσωπικά ούτε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είχαν μεγάλη επιρροή στα γεγονότα του 1848∙ η ώρα τους θα ερχόταν τα επόμενα χρόνια, όταν οι εργάτες θα είχαν σε μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από τον γιακωβινισμό και θα είχαν στραφεί προς μια πιο συγκεκριμένα εργατική ιδεολογία. Η επιρροή του Μαρξ ήταν αρχικά ισχυρότερη μεταξύ των Γερμανών εργατών, αλλά ακόμη και εκεί την μοιράστηκε με έναν άλλο σοσιαλιστή, ο οποίος έδειξε ενεργή συμπάθεια στις εξεγέρσεις του 1848, τον Φερντινάντ Λασάλ, τον ιδρυτή του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος στη Γερμανία.

Στις λατινικές και σλαβικές χώρες η επιρροή του Μαρξ άργησε να γίνει εμφανής, και εδώ τα χαρακτηριστικά κινήματα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα προήλθαν από τις ιδέες άλλων συμμετεχόντων στις εξεγέρσεις του 1848. Στη Γαλλία, το επαναστατικό κίνημα μετά το 1849 ήταν διχασμένο κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών του Μπλανκί, του ιδρυτή ενός είδους ακραίου μπαμπεφισμού και υπέρμαχου της επαναστατικής δικτατορίας (αυτός εισήγαγε την ιδέα της «δικτατορίας του προλεταριάτου») και των υποστηρικτών του Προυντόν, ο οποίος, ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος, είχε υποβάλει τα γεγονότα του 1848 σε οξεία κριτική στις διάφορες εφημερίδες του, οι οποίες όλες με τη σειρά καταστέλλονταν από τις αρχές. Ο Προυντόν κατήγγειλε τους κυβερνητικούς θεσμούς και απαίτησε την εξάλειψη της συσσωρευμένης ιδιοκτησίας. Υπό την επιρροή του, μια μεγάλη μάζα των Γάλλων εργατών στράφηκε από την πολιτική συνωμοσία προς τη βιομηχανική οργάνωση, και ο συνδικαλισμός οφείλει πολλά στο έργο του. Κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας του 1871 οι επαναστάτες ήταν κυρίως χωρισμένοι μεταξύ των οπαδών του Μπλανκί και των οπαδών του Προυντόν, ενώ την πρώτη περίοδο οι προυντονιστές είχαν την ίδια επιρροή στην Πρώτη Διεθνή με τους μαρξιστές.

Ο Προυντόν ήταν ο πρώτος αναρχικός της ηπειρωτικής Ευρώπης, αλλά τη δημιουργία ενός οργανωμένου αναρχικού κινήματος, το οποίο αργότερα έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στις κοινωνικές αναταραχές στη Λατινική Ευρώπη, τη Ρωσία, τη Βουλγαρία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανέλαβε ένας άλλος ενεργά συμμετέχων στις επαναστάσεις του 1848, ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Αν και ο Μπακούνιν είχε ήδη ενστερνιστεί τις ιδέες του Προυντόν κατά τη διάρκεια του 1848, η κύρια μέριμνά του εκείνες τις ημέρες ήταν ένα είδος επαναστατικού πανσλαβισμού. Όταν, ωστόσο, δραπέτευσε στην Ευρώπη μετά τη δεκαετή φυλάκισή του, με τα ιδανικά του 1848 ακόμα αλώβητα, μπήκε στο επαναστατικό κίνημα της δεκαετίας του 1860 ως δηλωμένος αναρχικός και ηγήθηκε της ισχυρότερης αντιπολίτευσης στον Μαρξ στη Διεθνή. Η οργάνωση αυτή διασπάστηκε τελικά σε μαρξιστική και αναρχική πτέρυγα, και οι αναρχικοί παρέμειναν η πιο σημαντική ομάδα στην Ισπανία, καθώς και για πολλά χρόνια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο γαλλικό, ιταλικό, ρωσικό και αμερικανικό εργατικό κίνημα.

Ένας άλλος Ρώσος, τον οποίο το 1848 έβαλε αμετάκλητα σε επαναστατική πορεία, ήταν ο Αλεξάντερ Χέρτσεν. Σταθερά σκεπτικιστής και πολύ ειρωνικός παρατηρητής των αδυναμιών των επαναστατών του 1848, ο Χέρτσεν διατήρησε σχεδόν ακούσια τα ιδανικά του και την επόμενη δεκαετία ίδρυσε μια ρωσική εφημερίδα των εμιγκρέδων, την Καμπάνα, μέσω της οποίας άσκησε μεγαλύτερη επιρροή από οποιοδήποτε άλλο άτομο στην ανάπτυξη ενός ρωσικού φιλελεύθερου και επαναστατικού κινήματος ενάντια στην τσαρική απολυταρχία.

Στην Ιταλία η επιρροή του Ματσίνι ήταν για μερικά χρόνια πολύ μεγάλη στο επαναστατικό κίνημα, αλλά μετά την ενοποίηση έδωσε τη θέση της στις πιο συγκεκριμένες κοινωνικές ιδέες των σοσιαλιστών και των αναρχικών.

Στην Ιρλανδία, η φαρσική αποτυχία του 1848 προετοίμασε το έδαφος για ένα ισχυρότερο εθνικιστικό κίνημα, το οποίο, υπό τους Φενιανούς, έφερε μια πραγματικά αποτελεσματική αντίδραση στη βρετανική κυριαρχία. Στην Αγγλία, με την απαξίωση του Χαρτισμού, οι εργάτες στράφηκαν ξανά στις ιδέες των Εργατικών Συνδικάτων που είχαν ασκήσει τόση επιρροή τη δεκαετία του 1830 και για μια μακρά περίοδο, εκτός από τις σχετικά μικρές δραστηριότητες των Χριστιανοσοσιαλιστών, η δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης κατευθύνθηκε στα κανάλια της βιομηχανικής οργάνωσης.

Αλλά, αν οι επιρροές του 1848 βρίσκονται σε όλα τα αριστερά κινήματα του σήμερα, στο σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό, τον συνδικαλισμό, είναι επίσης παρούσες και στη Δεξιά. Ο Ναπολεόντειος Καισαρισμός ξεπήδησε από το 1848, και ο Λουδοβίκος Ναπολέων έγινε ο πρώτος από τους σύγχρονους δικτάτορες, με τη χρήση μεθόδων που προηγήθηκαν κατά πολύ εκείνων του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Τα εθνικιστικά κινήματα του 1848 βρήκαν τη διαστρεβλωμένη τους κατάληξη στο ναζισμό και το φασισμό, με τους παγγερμανιστές, ειδικότερα, να είναι σχεδόν το ίδιο βίαιοι με τους ναζί στην καταγγελία των κατώτερων φυλών και στην επιθυμία τους να διατηρήσουν τη γερμανική ηγεμονία πάνω σε μια ολόκληρη σειρά υποτελών λαών.

Από τη «χρονιά των επαναστάσεων» έχει περάσει ένας αιώνας γεμάτος πολιτικά γεγονότα. Ωστόσο, εξακολουθούμε να ζούμε κάτω από την επίδραση των γεγονότων εκείνης της εποχής, και εξακολουθούμε, στις μέρες μας, να γινόμαστε μάρτυρες της εκπλήρωσης, συνήθως σε μια ειρωνικά διαστρεβλωμένη μορφή, των ιδανικών για τα οποία αγωνίστηκαν οι άνθρωποι του 1848, συχνά μάταια, και σχεδόν ποτέ δεν συνειδητοποίησαν τη σημασία των πράξεών τους.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

George Woodcock, “1848 The Year of Revolutions”, στο George Woodcock (επιμέλεια), A Hundred Years of Revolution: 1848 And After, Porcupine Press, Λονδίνο, 1948. Διαθέσιμο στο: The Anarchist Library, https://theanarchistlibrary.org/library/george-woodcock-1848-the-year-of-revolutions. Αναδημοσίευση: libcom.org, 24 Αυγούστου 2017, https://libcom.org/article/1848-year-revolutions-george-woodcock.

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 09 Δεκεμβρίου 2023 12:47

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.