Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2025 11:45

Υβριδική ταυτότητα και θεσμικός ρατσισμός - της Liliana Saliaj

Πορεία Αλβανών μεταναστών στο Ρέθυμνο μετά από ολονύκτια διαμαρτυρία για τη δολοφονία ενός 17χρονου την Πρωτοχρονιά του 2006

(Ιός, «Για ένα πουκάμισο αδειανό», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 19.3.2016).

Υβριδική ταυτότητα και θεσμικός ρατσισμός

Η δεύτερη γενιά Αλβανών μεταναστών στη Ελλάδα, η «αλβανικότητα» και η «ελληνικότητα»

της Liliana Saliaj

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ https://x-efimerida.gr/

Λυπάμαι που δεν μπορώ να μοιραστώ αυτόν τον ενθουσιασμό για την υβριδική ταυτότητα, την αλβανο-ελληνικότητα ή ελληνο-αλβανικότητα της δεύτερης γενιάς, που έχει προκαλέσει η συζήτηση για το ντοκιμαντέρ που παρουσιάζεται στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Βέβαια, αυτό με μια επιφύλαξη μέχρι να το δω.

Η υβριδική ταυτότητα στην περίπτωση της δεύτερης γενιάς Αλβανών μεταναστών δεν είναι ζήτημα ανταγωνισμού των δύο ταυτοτήτων. Ούτε χρειάζεται, ούτε λύνεται με μια light προσέγγιση, αλλά αντίθετα, χρειάζεται βαθιά κατανόηση και ενσυναίσθηση για τα βιώματα ολόκληρης αυτής της γενιάς.

Η περίπτωση αυτής της ταυτότητας δεν είναι προϊόν ελεύθερης διαμόρφωσης, αλλά προϊόν καταπίεσης. Ως προς το ένα σκέλος αυτής, η καταπίεση, η άρνηση, η απώθηση της αλβανικότητας που συντελέστηκε επί δεκαετίες. Ως προς το δεύτερο σκέλος, είναι η άρνηση της ελληνικότητας στα παιδιά της δεύτερης γενιάς από το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, παρόλο που εκείνα πάσχιζαν να την αποδείξουν με κάθε τρόπο εις βάρος του πρώτου – αλλάζοντας ονόματα, θρησκεία για να γίνουν αποδεκτοί.

Οι εχθρικές πολιτικές τη δεκαετία του ’90 με τον ορισμό των Αλβανών μεταναστών ως «απειλή για την εθνική ασφάλεια», η κρατική και αστυνομική καταστολή που αυτό το δόγμα εφάρμοζε, ο κοινωνικός ρατσισμός και το στίγμα που προκάλεσε ο διασυρμός και κανιβαλισμός της εικόνας του Αλβανού μετανάστη από τα ελληνικά ΜΜΕ το οποίο συνεχίστηκε και στην επόμενη δεκαετία, συνέβαλαν καθοριστικά στα συναισθήματα φόβου, ανασφάλειας, κατωτερότητας και ντροπής, ιδιαίτερα στα παιδιά μας.

Παρόλο που στα τέλη της δεκαετίας του 2000 υπήρξαν τα πρώτα βήματα μίας προσπάθειας για την ένταξη των μεταναστών και την απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά της δεύτερης γενιάς, για τα παιδιά αλβανικής καταγωγής πάντα υπέβοσκε η καχυποψία και τα φαντάσματα των βαλκανικών εθνικισμών, παιδιών που η καταγωγή των γονέων τους συνέβη να είναι από βαλκανική χώρα και να μεταναστεύουν σε μία γειτονική επίσης βαλκανική χώρα. Αυτά τα φαντάσματα και η καχυποψία είναι κάτι που διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα στην Ελλάδα διαχρονικά, κάτι το οποίο έχει αρνητικές συνέπειες στη διαδικασία της απόδοσης της ιθαγένειας.

Δεν είναι τυχαίο την ώρα που ψηφιζόταν ο νόμος Ραγκούση, έχει ειπωθεί δημόσια, υπήρχε η προφορική εντολή να μη δίνεται ιθαγένεια στους Αλβανούς. Μετά την κατάργησή του, την περίοδο της διαβούλευσης για το νομοσχέδιο αναφορικά με την απόδοση ιθαγένειας στη δεύτερη γενιά το 2015, τόσο ο Καμμένος – συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ τότε – σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στο σταθμό «Στο Κόκκινο», όσο και ο πρώην πρόεδρος του τότε Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής σε ένα γεμάτο αμφιθέατρο σε ημερίδα του μεταπτυχιακού «Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών» του ΕΚΠΑ, δήλωναν την ίδια θέση: ότι «είναι επικίνδυνο να δώσουμε την ελληνική ιθαγένεια σε παιδιά της δεύτερης γενιάς Αλβανών μεταναστών, γιατί θα συγκροτήσουν μειονότητα και αυτό αποτελεί  απειλή για το ελληνικό έθνος». [1]

Μετά το 2015, με αφορμή και  την απόρριψη της αίτησης για απόδοση ιθαγένειας στον Γκαζμέντ Καπλάνι υπήρξε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έντονη αντίδραση και καταγγελία για τον ρατσισμό, τις διακρίσεις, την καχυποψία προς τους Αλβανούς μετανάστες και την άρνηση ελληνικής ιθαγένειας σε αυτούς. Άρχισε να διαμορφώνεται ευρύτερη πολιτική πίεση δημόσια για αυτά τα ζητήματα, μια και διαχρονικά δεν δίνεται βήμα στον δημόσιο χώρο να συζητηθούν, ειδικά από τα δημόσια και τα κυρίαρχα ΜΜΕ, με ελάχιστες και αποσπασματικές  εξαιρέσεις.

Η δημιουργία το 2018 της Πρωτοβουλίας Αλβανών Μεταναστών και Αλληλέγγυων έβαλε συλλογικά και δημόσια στο ταυτοτικό της κείμενο τα ζητήματα ρατσισμού, διακρίσεων και καταπίεσης που είχε υποστεί η αλβανική κοινότητα, τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης γενιάς, αλλά και ζητήματα διάκρισης μεταξύ πρώτης και δεύτερης γενιάς που προηγούμενες πολιτικές είχαν διαμορφώσει.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, αλλά και παλαιότερα ως γενική αντίληψη, υπολογίζοντας ίσως και το πολιτικό κόστος από συντηρητικούς ψηφοφόρους, προσπαθούσε να διαχειριστεί όλη αυτή την αγανάκτηση με προβληματικές προσεγγίσεις, όπως είχαν γίνει στο παρελθόν, το οποίο αντί να βοηθήσει είχε επιδεινώσει το πρόβλημα. Η πολιτική αυτή συνίσταται στην έμφαση στη δεύτερη γενιά Αλβανών μεταναστών αυτή τη φορά, ως ένα αντικείμενο το οποίο είναι περισσότερο εύπεπτο και όχι να αντιμετωπίσει το διαχρονικό πρόβλημα στο σύνολό του.[2]

Ωστόσο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έβγαλε από τα συρτάρια φακέλους χρόνων για την ιθαγένεια που απέδωσε σε πολλά παιδιά της 2ης γενιάς Αλβανών μεταναστών. Ίσως αυτή η κίνηση να αποσκοπούσε και στο να διαμορφώσουν δεξαμενή ψηφοφόρων για τις εκλογές που θα ακολουθούσαν.

Τα παιδιά των Αλβανών μεταναστών, όταν απέκτησαν επιτέλους την ελληνική ταυτότητα και λόγω οικονομικής κρίσης έφυγαν μαζικά στο εξωτερικό, όπου στο νέο περιβάλλον αντιλήφθηκαν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος στην Ελλάδα. Αυτή η περίοδος ήταν σημείο καμπής για να μιλήσουν για την καταπιεσμένη τους ταυτότητα, για το κοινωνικό στίγμα που είχαν υποστεί στην Ελλάδα λόγω της καταγωγής των γονέων τους με πλήθος αφηγήσεων, εμπειριών που είχαν βιώσει.

Στα επόμενα χρόνια γράφτηκαν βιβλία, ποιήματα και δημιουργήθηκαν καλλιτεχνικά έργα, είτε από παιδιά που ζουν πλέον στο εξωτερικό είτε των παιδιών που παραμένουν στην Ελλάδα, για τα βιώματα των γονέων τους και των ίδιων. Άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την ξαφνική άνθιση της υβριδικής ταυτότητας ούτε ήταν ζήτημα ανταγωνιστικότητας μέσα τους. Δεν είναι ένα ακόμα «success story», αλλά μία ιστορία πόνου και ενός επίπονου ταξιδιού για την επούλωση των τραυμάτων τους. [3]

Είναι μία διαδικασία που ωστόσο βρίσκεται στα πρώτα της βήματα. Χρειάζεται αυτά τα παιδιά και οι γονείς τους να μιλήσουν δημόσια για αυτό τον πόνο και τα τραύματα που υπέστησαν. Το να μιλήσει κανείς για το πρόβλημα είναι πάντα το πρώτο βήμα της αυτοθεραπείας και αποσυμπίεσης των σωρευμένων επώδυνων καταστάσεων και εμπειριών. Είναι μία θαρραλέα συνομιλία με την ντόπια κοινωνία και η κάθε μεριά από την οπτική της να αντιμετωπίσουμε στα ίσια το πρόβλημα, να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν, και να εξάγουμε τα μαθήματά μας για το μέλλον, για μια υγιή συμβίωση και συνύπαρξη σε δυο επίπεδα.

Σε πρώτο επίπεδο, εσωτερικά, στην υβριδική ταυτότητα του κάθε παιδιού, να αποδεχτεί την αλβανικότητά του, να μην ντρέπεται για αυτή και την καταγωγή των γονέων του και να διεκδικεί την ελληνικότητά του. Σε δεύτερο επίπεδο, για τη συλλογική συμβίωση και συνύπαρξη της αλβανικής κοινότητας στο σύνολό της με την ελληνική κοινωνία, όπου κανείς «καθαρόαιμος» να μη μπορεί να είναι σε θέση να προκαλέσει σύγκρουση.

Δεν μπορεί το ζήτημα να θεραπευτεί με μεμονωμένες «πολιτικές συμπερίληψης» μιας μικρής μερίδας που της δίνονται προνόμια, διαμορφώνοντας μια επίπλαστη κοινωνική κινητικότητα και αγνοώντας τους εκατοντάδες χιλιάδες ανωνύμους που δίνουν ακόμα έναν απελπισμένο αγώνα απέναντι σε χίλια εμπόδια.

Δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερη διαμόρφωση υβριδικής ταυτότητας αν δεν σπάσουν οι θεσμικοί φραγμοί με τους οποίους το ελληνικό κράτος τούς αρνείται την ελληνικότητα ως ισότιμη ταυτότητα.

Δεν μπορεί έτσι εύθυμα να προβάλλεται μία υβριδική ταυτότητα, όταν οι γονείς δεν συνεχίζουν απλώς να υποφέρουν, αλλά αντίθετα βρίσκονται σε θέση που επιδεινώνεται. Δεν μπορεί να διαμορφωθεί αυτή η αισιόδοξη προοπτική της υβριδικής ταυτότητας, όταν το ελληνικό κράτος αρνείται με τον «νόμο Κατρούγκαλου» στους γονείς τους, που τόσο πολύ έχουν κοπιάσει, το στοιχειώδες δικαίωμα στην σύνταξη.

Πολιτικές που έχουν γίνει ακόμα πιο επιθετικές με τη Νέα Δημοκρατία, όπου το ελληνικό κράτος καταργεί σε μετανάστες με παρουσία 25 έως 35 χρόνια τις άδειες παραμονής με δεκαετή διάρκεια, επιστρέφοντας σε ένα καθεστώς εκ νέου διαδικασίας ανανέωσής της με πολύ περιορισμένο χρόνο, επαναφέροντας το αίσθημα αβεβαιότητας και ανασφάλειας

Όταν εμπαίζει ταλαιπωρημένους ανθρώπους με τη διαδικασία απόδοσης ιθαγένειας, με γελοίες εξετάσεις και απαράδεκτα εισοδηματικά κριτήρια που δεν είναι αυτονόητα ούτε για τους ντόπιους, με σκοπό μόνο να τρέχουν και να πληρώσουν τα ακριβά παράβολα, δικηγόρους και όλα τα άλλα, ζητώντας και «τα μαλλιά της κεφαλής τους». Πόσο μάλλον, όταν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το αποτέλεσμα της οικονομικής, συναισθηματικής και κοινωνικής εξάντλησης είναι η «μεγαλοπρεπής» απόρριψη της αίτησης.

Η δεύτερη γενιά σε αυτή την κατάσταση δε βιώνει μόνο πόνο, αγανάκτηση και θυμό, αλλά και φόβο για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα πέσουν στις ίδιες τους τις πλάτες από αυτήν την πολιτική που εφαρμόζεται.

Σε αυτό το περιβάλλον το να μετατοπιστεί όλη η συζήτηση σε ένα χαρούμενο εορτασμό της υβριδικής ταυτότητας είναι τουλάχιστον άτοπο.

Χρειάζεται από όλους εμάς, από την πρώτη και τη δεύτερη γενιά να μιλήσουμε με ειλικρίνεια και θάρρος, χωρίς μεσολαβητές, με την ελληνική κοινωνία ώστε να αποτινάξουμε τα απομεινάρια της αμοιβαίας καχυποψίας και έλλειψης εμπιστοσύνης. Η διαδικασία αυτή, απαραίτητα με την άρση των θεσμικών διακρίσεων, είναι οι προϋποθέσεις ώστε τα παιδιά της δεύτερης γενιάς να δύνανται να χαρούν την υβριδική, ελληνοαλβανική ταυτότητα όπως πραγματικά είναι.

 https://x-efimerida.gr/

Ακούστε και το ηχητικό ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη στα Podcasts – ΜΙΚΡΟΠΡΑΓΜΑΤΑ της LIFO: «Η σκληρή αλήθεια για τους Αλβανούς στην Ελλάδα».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 [1]   Σε αυτή την ημερίδα ο καθηγητής Α. Κόντης, διοργανωτής της ημερίδας, αντιτάχθηκε σφοδρά στην παραπάνω δήλωση του Α. Ζαβού.

[2]  Σε μία εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ για το μεταναστευτικό ζήτημα μάς πρότειναν συνεργασία με την Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστών και Αλληλέγγυων για τη δεύτερη γενιά ως «φορέα δικαιωμάτων» (!). Πολύ προβληματική προσέγγιση διάκρισης εις βάρος της πρώτης γενιάς, δεδομένου ότι ο κάθε άνθρωπος είναι φορέας δικαιωμάτων.

[3]   Σε παρουσίαση βιβλίου από τη συγγραφέα Χριστίνα Φραγκεσκάκη με τίτλο «Πιάνεις Χώμα» μεταφρασμένο στα αλβανικά με τίτλο «Këtu është parajsa» μία νέα γυναίκα δεύτερης γενιάς ξέσπασε σε κλάματα δηλώνοντας ότι νιώθει τρομερές ενοχές για τα βιώματα των γονέων της και την άρνηση, την απώθηση και αποστασιοποίηση της καταγωγής των γονέων της. Το συγκεκριμένο βιβλίο αξίζει να διαβαστεί ευρύτερα και από το αλβανικό και από το ελληνικό κοινό για να κατανοηθεί σε βάθος η διαδικασία ξεριζωμού και ο αγώνας για την επιβίωση και την αποδοχή, σε αντίξοες συνθήκες στο νέο περιβάλλον και τα τραύματα που άφησε αυτό τόσο για τις οικογένειες όσο και τα παιδιά τους.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2025 11:57

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.