Κτίριο στο κέντρο της Δαμασκού. Σκισμένο πορτρέτο του έκπτωτου δικτάτορα Μπασάρ αλ-Άσσαντ (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Joseph Daher
Πού βαδίζει η Συρία του Άχμαντ αλ-Σαράα;
Την 1η Φεβρουαρίου, ο Jean Batou συνομίλησε εκτενώς με τον Joseph Daher, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το τρίτο ταξίδι του στη Συρία μετά την πτώση του βάρβαρου καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Ο Daher παρέχει μια ενημέρωση σχετικά με τις ανησυχητικές εξελίξεις υπό τη νέα κυβέρνηση του Άχμαντ αλ-Σαράα. Επισημαίνει επίσης τις ευκαιρίες που ανοίγονται για τους εργαζόμενους και τα κοινωνικά κινήματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδειχθούν ικανοί να αντισταθούν στον σεκταρισμό και τις εθνοτικές διακρίσεις. Πιστεύει ότι ο χρόνος τελειώνει και ότι έχει ξεκινήσει ένας αγώνας ενάντια στον χρόνο μεταξύ των νέων κυβερνώντων τάξεων –που επιθυμούν να πλουτίσουν και να εδραιώσουν μια αυταρχική τάξη, με την υποστήριξη των αντιδραστικών περιφερειακών δυνάμεων (των πετρελαϊκών μοναρχιών του Κόλπου, της Τουρκίας, του Ισραήλ) και των διεθνών δυνάμεων (πάνω απ’ όλα, των Ηνωμένων Πολιτειών του Ντόναλντ Τραμπ)– και των δημοκρατικών και κοινωνικών προσδοκιών των λαών της Συρίας.
Ο Άχμαντ αλ-Σαράα (παλαιότερα γνωστός με το ψευδώνυμο Αμπού Μοχάμμεντ αλ-Τζολάνι) είναι ο ηγέτης της Χάι’ατ Ταχρίρ ασ-Σαμ (ΧΤΣ) που ανέλαβε την προεδρία της Συρίας μετά την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Πρώην τζιχαντιστής που πολέμησε με την Αλ Κάιντα στο Ιράκ πριν ιδρύσει το συριακό παρακλάδι Τζάμπχατ αν-Νούσρα το 2011, προσπάθησε να αναδιαμορφώσει την εικόνα του ως ρεαλιστή πολιτικού, αλλά η αυταρχική εδραίωση της εξουσίας της κυβέρνησής του, οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και η εκμετάλλευση του σεκταρισμού έχουν προκαλέσει έντονη κριτική από τις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις εντός της Συρίας.
Jean Batou: Μόλις επιστρέψατε από μια μακρά παραμονή στη Συρία. Ποιες εξελίξεις στην εσωτερική κατάσταση σας εντυπωσίασαν περισσότερο από τα πρόσφατα ταξίδια σας στη χώρα; Ποιες σημαντικές μαρτυρίες καταφέρατε να συλλέξετε;
Joseph Daher: Αυτή είναι η τρίτη μου επίσκεψη μετά την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Κάθε φορά, προσπαθώ να επισκεφτώ διαφορετικές περιοχές της χώρας και να μην παραμένω αποκλειστικά στην πρωτεύουσα, τη Δαμασκό.
Η Συρία βιώνει μια αντιφατική κατάσταση. Αντιμετωπίζει πολυάριθμες προκλήσεις σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η ανοικοδόμηση της χώρας –η οποία δεν αποτελεί ακόμη αντικείμενο κανενός σχεδίου από την κεντρική κυβέρνηση– προχωρά μέσω ατομικών πρωτοβουλιών ή τοπικών κοινοτήτων. Η καταστροφή είναι τεράστια σε ολόκληρη τη χώρα, επηρεάζοντας τόσο τα κτίρια κατοικιών όσο και τις υποδομές.
Επιπλέον, παρά την άρση μεγάλου μέρους των κυρώσεων, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση παραμένει καταστροφική, η οποία επιδεινώνεται περαιτέρω από τις πολιτικές λιτότητας των νέων κυβερνώντων τάξεων. Περισσότεροι από τους μισούς Σύριους παραμένουν εκτοπισμένοι είτε εντός της χώρας είτε στο εξωτερικό. Πάνω από το 90% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και 17 εκατομμύρια άνθρωποι –τα τρία τέταρτα του πληθυσμού– χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η συντριπτική πλειοψηφία των Σύριων επιζεί χάρη στα εμβάσματα από τις οικογένειες και τους συγγενείς τους στο εξωτερικό, τα οποία εκτιμάται ότι υπερβαίνουν τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (περίπου 3,8 δισεκατομμύρια ευρώ) ετησίως.
Ο θρησκευτικός και εθνοτικός κατακερματισμός έχει, από πολλές απόψεις, ενισχυθεί από τις πολιτικές αυταρχισμού, αποκλεισμού και βίας της νέας κυβέρνησης που ανέλαβε μετά την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ. Ταυτόχρονα, μια σειρά από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τοπικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να αντισταθμίσουν αυτές τις δυναμικές, προωθώντας την κοινωνική αλληλεγγύη ενάντια στον μίσος και τις πρακτικές που το τροφοδοτούν, καθώς και τις θρησκευτικές εντάσεις.
Ένας νέος πολιτικός χώρος αναδύεται
Jean Batou: Ζωγραφίζετε μια δύσκολη, για να μην πω πολύ ζοφερή, εικόνα της κατάστασης της χώρας, αλλά δεν είναι πιθανές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές μετά την πτώση του τερατώδους καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσσαντ;
Joseph Daher: Ναι, η κατάσταση απέχει πολύ από το να είναι ιδανική, αλλά ταυτόχρονα αναδύεται μια νέα πολιτική ζωή. Τώρα είναι δυνατό να συζητάμε για πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της κριτικής προς αυτούς που είναι στην εξουσία, να οργανώνουμε συνέδρια, καθιστικές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, και να σχηματίζουμε νέες πολιτικές ομάδες (παρόλο που δεν έχει ακόμη θεσπιστεί νόμος για τη δημιουργία πολιτικών κομμάτων). Υπάρχει επίσης ελευθερία του Τύπος και τοπικές λαϊκές πρωτοβουλίες που καλύπτουν ποικίλα και διαφορετικά θέματα, με στόχο να φέρουν σε επαφή διαφορετικούς τομείς της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εμπόδια σε αυτές τις πρωτοβουλίες, ή ακόμη και άμεση καταστολή.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας πολιτικός χώρος με μεγαλύτερη ελευθερία δράσης και έκφρασης, αν και με σοβαρά εμπόδια. Ωστόσο, μπορεί να καταληφθεί, και πρέπει να καταληφθεί, όπου είναι δυνατόν.
Η εικόνα είναι, επομένως, πολύπλοκη.
Jean Batou: Πώς αξιολογείτε τη φύση του σημερινού καθεστώτος, με ηγέτη τον Άχμαντ αλ-Σαράα, ο οποίος προηγουμένως ηγούνταν της Χάι’ατ Ταχρίρ ασ-Σαμ[1] (ΧΤΣ), μιας ομάδας που στο παρελθόν είχε συνδέσεις με την Αλ Κάιντα στη Συρία, από τότε που ανέλαβε την εξουσία πριν από ένα χρόνο; Σε ποιο βαθμό ο πραγματισμός του τον οδήγησε αρχικά να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των λαών της Συρίας να ξεφύγουν από τη βάρβαρη δικτατορία του Μπασάρ αλ-Άσσαντ;
Joseph Daher: Αν και η ομάδα του έχει εξελιχθεί πολιτικά και ιδεολογικά, εγκαταλείποντας τους διακρατικούς τζιχαντιστικούς στόχους της για να γίνει ένας παράγοντας που επιδιώκει να λειτουργεί εντός του συριακού εθνικού πλαισίου, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Άχμαντ αλ-Σαράα και η ΧΤΣ υποστηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία ή προωθούν την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Η πολιτική μετάβαση, ενώ δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του λαού, από την ανατροπή του προηγούμενου συριακού καθεστώτος, αποτέλεσε ευκαιρία για τις αρχές που βρίσκονται στην εξουσία –με επικεφαλής τον Άχμαντ αλ-Σαράα και την ΧΤΣ– να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς, αντί να διασφαλίσουν μια δημοκρατική διαδικασία χωρίς αποκλεισμούς με στόχο την ανοικοδόμηση με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη.[2]
Για τον σκοπό αυτό, οι αρχές υπό την ηγεσία της ΧΤΣ έχουν αναπτύξει μια στρατηγική που βασίζεται σε τρία βασικά στοιχεία: 1ο) νέες περιφερειακές και διεθνείς συμμαχίες στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, 2ο) έλεγχο των κρατικών θεσμών, των υπηρεσιών ασφαλείας και των οικονομικών θεσμών, και 3ο) εκμετάλλευση του σεκταρισμού.
Νέες περιφερειακές και διεθνείς συμμαχίες στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών
Jean Batou: Μπορείτε να εξηγήσετε πώς η Συρία του Άχμαντ αλ-Σαράα επιδιώκει να εκμεταλλευτεί το διεθνές πλαίσιο προς όφελός της και πώς έχουν ανταποκριθεί οι περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις στις προσπάθειές του;
Joseph Daher: Από την ανάληψη της εξουσίας στις 8 Δεκεμβρίου 2024, η νέα συριακή κυβέρνηση επιδιώκει να τοποθετήσει τη Συρία σε μια γεωπολιτική συμμαχία υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, στην οποία συμμετέχουν περιφερειακά κράτη όπως η Τουρκία και το Κατάρ –και τα δύο ιστορικά κοντά στο ΧΤΣ– και η Σαουδική Αραβία.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άχμαντ αλ-Σαράα πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι ως προσωρινός πρόεδρος στη Σαουδική Αραβία, τον Φεβρουάριο του 2025, όπου συναντήθηκε με τον πρίγκιπα Μοχάμμεντ μπιν Σαλμάν. Το Ριάντ έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επιτάχυνση της περιφερειακής και διεθνούς αναγνώρισης και αποδοχής της νέας συριακής κυβέρνησης.
Η αναγνώριση των νέων συριακών αρχών από τις διεθνείς και περιφερειακές δυνάμεις ακολουθήθηκε από πολυάριθμες συμβολικές εκδηλώσεις με στόχο την ενίσχυση της νομιμότητας της συριακής κυβέρνησης. Η πιο αξιοσημείωτη ήταν αναμφίβολα η ομιλία του Άχμαντ αλ-Σαράα ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2025 – η πρώτη μετά από σχεδόν εξήντα χρόνια απουσίας. Η τελευταία συμμετοχή Σύριου προέδρου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ χρονολογείται από το 1967, πριν από τα 50 χρόνια διακυβέρνησης της δυναστείας Άσσαντ.[3]
Επιπλέον, ο προσωρινός πρόεδρος της Συρίας, αλ-Σαράα, έγινε δεκτός στο Λευκό Οίκο στα μέσα Νοεμβρίου 2025 από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ – κάτι που συνέβη για πρώτη φορά για έναν Σύριο αρχηγό κράτους. Ο Τραμπ χαιρέτισε τον αλ-Σαράα ως «ισχυρό ηγέτη» και εξέφρασε την εμπιστοσύνη του σε αυτόν, υποσχόμενος να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για την επιτυχία της Συρίας. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακάλεσαν οριστικά τις κυρώσεις κατά της χώρας, καταργώντας τον λεγόμενο νόμο Caesar[4]. Το πράσινο φως που έδωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες για την επίθεση εναντίον των εδαφών που ελέγχονται από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF)[5], στις οποίες κυριαρχεί το κουρδικό PYD[6], είναι ένα άλλο παράδειγμα της υποστήριξης της Ουάσιγκτον προς τις νέες συριακές αρχές (βλ. παρακάτω).
Η γεωπολιτική αναδιάταξη της Συρίας και η προσπάθεια της νέας κυβέρνησης να αποκτήσει διεθνή νομιμοποίηση συνοδεύονται από μια προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ. Από την ανάληψη της εξουσίας, ο προσωρινός πρόεδρος αλ-Σαράα έχει επανειλημμένα δηλώσει δημοσίως ότι το καθεστώς του δεν αποτελεί απειλή για το Ισραήλ. Πράγματι, ο Σύρος πρόεδρος έχει δηλώσει ότι η Συρία έχει «κοινούς εχθρούς» με το κράτος του Ισραήλ (το Ιράν και τη Χεζμπολλάχ). Η Δαμασκός δεν καταδίκασε τις μαζικές ισραηλινές επιθέσεις του Ιουνίου 2025 κατά του Ιράν, θεωρώντας θετική οποιαδήποτε αποδυνάμωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας (και της Χεζμπολλάχ στο Λίβανο).
Μια νέα σειρά συνομιλιών, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2026 στο Παρίσι και διήρκεσε δύο ημέρες. Στο τέλος των συζητήσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Συρία εξέδωσαν κοινή δήλωση στην οποία επιβεβαίωναν τη δέσμευση της Δαμασκού και του Τελ Αβίβ να θεσπίσουν μόνιμες ρυθμίσεις ασφαλείας και να δημιουργήσουν «έναν κοινό μηχανισμό –μια ειδική μονάδα επικοινωνίας– για τη διευκόλυνση του άμεσου και συνεχούς συντονισμού σε θέματα ανταλλαγής πληροφοριών, στρατιωτικής αποκλιμάκωσης, διπλωματικού διαλόγου και εμπορικών ευκαιριών υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Πολιτειών».
Αυτή η γεωπολιτική αναδιάταξη αποσκοπεί όχι μόνο στην εδραίωση της εξωτερικής νομιμότητας της νέας συριακής κυβέρνησης, αλλά και στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ). Ο πολιτικοοικονομικός προσανατολισμός των νέων αρχών ευνοεί ένα νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, το οποίο καθοδηγείται από εμπορικές δυναμικές και χαρακτηρίζεται από επενδύσεις που αποσκοπούν σε βραχυπρόθεσμα κέρδη σε βάρος των παραγωγικών τομέων της οικονομίας.[7]
Αυτό αντικατοπτρίζεται σε γενικές γραμμές στη φύση των επενδυτικών δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί έναντι της Συρίας. Οι αρχές της Δαμασκού δίνουν προτεραιότητα στην προσέλκυση κεφαλαίων σε τομείς όπως ο τουρισμός, τα ακίνητα και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες –που είναι γενικά κερδοφόροι βραχυπρόθεσμα– αντί να ενθαρρύνουν τις ΑΞΕ σε παραγωγικούς τομείς όπως η μεταποίηση και η γεωργία. Η συνολική προσέγγιση εντάσσεται στο πλαίσιο μιας κυβερνητικής οικονομικής στρατηγικής που αποσκοπεί πρωτίστως στην εδραίωση της πολιτικής της θέσης, υποβαθμίζοντας τη γνήσια ανάκαμψη της χώρας σε δευτερεύον ζήτημα.
Κράτος, ασφάλεια και οικονομικοί οργανισμοί υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης
Jean Batou: Μπορείτε να μας εξηγήσετε λεπτομερέστερα τη στρατηγική του νέου καθεστώτος για τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, ιδίως του τομέα της ασφάλειας, αλλά και τμημάτων της εθνικής οικονομίας, προς αποκλειστικό όφελος των νέων κυβερνώντων κύκλων;
Joseph Daher: Βασιζόμενες στην εξωτερική νομιμοποίηση της εξουσίας τους από περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις, οι νέες αρχές –με επικεφαλής τον προσωρινό πρόεδρο Άχμαντ αλ-Σαράα, τους στενούς συγγενείς του και βασικά στελέχη της ΧΤΣ– έχουν εδραιώσει την κυριαρχία τους στους κύριους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς μοχλούς. Τώρα κατέχουν τις βασικές θέσεις στους κρατικούς θεσμούς, τον στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Ομοίως, οι βασικές θέσεις στην μεταβατική κυβέρνηση κατέχονται από πρόσωπα που είναι κοντά στον προσωρινό πρόεδρο: οΑσάαντ αλ-Σαϊμπάνι και ο Αμπού Κάσρα διατήρησαν τις θέσεις τους ως υπουργός Εξωτερικών και υπουργός Άμυνας, ενώ ο Άνας Χάτταμπ διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών στην μεταβατική κυβέρνηση που συστάθηκε στα τέλη Μαρτίου 2025.
Όλα αυτά τα πρόσωπα κατείχαν θέσεις-κλειδιά στη δομή εξουσίας της ΧΤΣ στο Ίντλιμπ[8] πριν από την ανατροπή του συριακού καθεστώτος τον Δεκέμβριο του 2024. Η διακυβέρνηση της ΧΤΣ στο Ίντλιμπ από το 2017 χαρακτηριζόταν από συγκέντρωση εξουσίας σε πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο, σε συνδυασμό με πολιτικές συνεννόησης και καταστολής των αντιπάλων και των εχθρών.
Επιπλέον, οι νέες αρχές έχουν δημιουργήσει παράλληλα όργανα, όπως το Συριακό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, στο οποίο προεδρεύει ο ίδιος ο αλ-Σαράα και το οποίο απαρτίζεται από στενούς συνεργάτες του (Υπουργός Εξωτερικών, Υπουργός Άμυνας, Υπουργός Εσωτερικών και Διευθυντής της Γενικής Υπηρεσίας Πληροφοριών). Ομοίως, το Υπουργείο Εξωτερικών δημιούργησε, στα τέλη Μαρτίου, τη Γενική Γραμματεία Πολιτικών Υποθέσεων, με αποστολή την εποπτεία των εσωτερικών πολίτικων δραστηριοτήτων, τη διαμόρφωση γενικών πολιτικών κατευθυντήριων γραμμών και τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του διαλυθέντος Κόμματος Μπάαθ.[9] Επιπλέον, στα μέσα Απριλίου, ο αδελφός του Άχμαντ αλ-Σαράα, ο Μάχερ αλ-Σαράα, διορίστηκε Γενικός Γραμματέας της Προεδρίας, με αποστολή τη διαχείριση της προεδρικής διοίκησης και τη διαμεσολάβηση μεταξύ αυτής και των κρατικών οργάνων.
Στον τομέα των οικονομικών και της διαχείρισης των επιχειρηματικών ελίτ, ο Χάζεμ αλ-Σαράα, αδελφός του προέδρου, έχει σταδιακά καθιερωθεί ως σημαντική προσωπικότητα. Συνόδευσε τον πρόεδρο στις πρώτες του επισκέψεις στο εξωτερικό, στη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, και διορίστηκε επίσημα αντιπρόεδρος του Ανώτατου Συμβουλίου Οικονομικής Ανάπτυξης της Συρίας. Μια έρευνα του Reuters δείχνει επίσης ότι ο Χάζεμ αλ-Σαράα, μαζί με άλλα μέλη μιας μικρής επιτροπής, κατευθύνει μια στρατηγική για την αναδιάρθρωση της συριακής οικονομίας, οργανώνοντας τη διακριτική εξαγορά επιχειρήσεων που ανήκουν σε πρόσωπα κοντά στο πρώην καθεστώς Άσσαντ. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, η επιτροπή έχει αναλάβει τον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων αξίας άνω των 1,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (περίπου 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ) που ανήκουν σε καπιταλιστές και εταιρείες που ήταν συνδεδεμένες με το παλιό καθεστώς.
Ο Χάζεμ αλ-Σαράα αναδεικνύεται ως ο αρχιτέκτονας ενός μηχανισμού που έχει σχεδιαστεί για τη διαχείριση των σχέσεων με τους τοπικούς επιχειρηματικούς κύκλους, την προσέλκυση Σύριων επενδυτών που ζουν στο εξωτερικό και την εποπτεία των κεφαλαίων και των μηχανισμών ανάπτυξης που δημιουργήθηκαν από τον προσωρινό πρόεδρο.
Η κυριαρχία της νέας κυβέρνησης λειτουργεί επίσης μέσω άτυπων δικτύων που αποτελούνται από «διοικητικούς σεΐχηδες» και μυστικές επιτροπές εντός υπουργείων και κρατικών θεσμών, που διαχειρίζονται βασικούς τομείς –από την ασφάλεια και τα οικονομικά έως την εξωτερική πολιτική και την εσωτερική διοίκηση– χωρίς γραφειοκρατικά εμπόδια ή με ελάχιστη παρέμβαση από τον κρατικό μηχανισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα επίσημα θεσμικά κανάλια συχνά παρακάμπτονται και η πραγματική εξουσία ασκείται από ένα μικρό άτυπο δίκτυο ατόμων που απολαμβάνουν σημαντική αυτονομία και μυστικότητα.
Τέλος, η δημιουργία νέων θεσμών και η θέσπιση οικονομικής νομοθεσίας έχουν προκαλέσει ανησυχίες στον πληθυσμό όσον αφορά την αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του Προέδρου αλ-Σαράα – ένα φαινόμενο που θεωρείται ότι ευνοεί τη χρηματοοικονομική αδιαφάνεια και την αύξηση των πελατειακών πρακτικών. Ενισχύοντας αυτή την τάση, αρμοδιότητες που προηγουμένως ανήκαν στα υπουργεία έχουν μεταβιβαστεί στην προεδρία, συγκεντρώνοντας την εξουσία λήψης αποφάσεων στα χέρια του αρχηγού του κράτους και των στενών συνεργατών του.
Πέρα από τα κρατικά θεσμικά όργανα, οι νέες αρχές οι οποίες ελέγχονται από την ΧΤΣ έχουν επίσης επιδιώξει να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Η αναδιάρθρωση των εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων της χώρας αποτελεί ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: η πλειονότητα των μελών έχει αντικατασταθεί από άτομα που έχουν διοριστεί από τη νέα κυβέρνηση. Επιπλέον, οι αρχές έχουν φέρει νέα πρόσωπα του καθεστώτος για να ηγηθούν των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των επαγγελματικών ενώσεων, χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί εκλογές για τον διορισμό αυτών των νέων ηγετών. Αυτές οι πρακτικές διορισμού από τα πάνω αντί για εκλογές από τα κάτω αποτελούν άμεση συνέχεια του προηγούμενου καθεστώτος Άσσαντ. Ως απάντηση, έχουν προκύψει κριτικές και διαμαρτυρίες – για παράδειγμα, από δικηγόρους, οι οποίοι ξεκίνησαν μια εκστρατεία συλλογής υπογραφών απαιτώντας ελεύθερες συνδικαλιστικές εκλογές, μετά τον διορισμό ενός μη εκλεγμένου συνδικαλιστικού συμβουλίου από τις νέες αρχές.

Στην πλατεία αλ-Καράμα στην πόλη Σουουέιντα, η οποία ήταν το επίκεντρο του ειρηνικού κινήματος εναντίον του δικτάτορα Μπασάρ αλ-Άσσαντ, υπάρχουν φωτογραφίες μαρτύρων της συριακής επανάστασης (συμπεριλαμβανομένου του υπολοχαγού Χαλντούν Ζάιν αλ-Ντιν, ο οποίος αυτομόλησε από τον στρατό του καθεστώτος Άσσαντ και εντάχθηκε στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό στη Νταράα στα μέσα Σεπτεμβρίου 2011· πέθανε το 2013). Επίσης ένα πλακάτ που αποδίδει φόρο τιμής στο ρόλο των γυναικών στην επανάσταση (φωτογραφία J. Daher, Ιανουάριος 2025).
Η εργαλειοποίηση του σεκταρισμού
Jean Batou: Πώς εκμεταλλεύεται το νέο καθεστώς την όξυνση του σεκταρισμού και τον αποκλεισμό των εθνικών μειονοτήτων για να διαιρέσει τον συριακό πληθυσμό και να αποδυναμώσει την αντίστασή του στην άνοδο ενός νέου αυταρχισμού και μιας ταξικής πολιτικής που εξυπηρετεί τους πλούσιους συμμάχους της κυβέρνησης;
Joseph Daher: Τέλος, για να εδραιώσει την εξουσία του πάνω στην κοινωνία, η ΧΤΣ βασίζεται στον σεκταρισμό ως εργαλείο κυριαρχίας και ελέγχου. Ενώ η σεκταριστική βία που ξέσπασε τον Μάρτιο εναντίον αμάχων Αλαουιτών[10] προκλήθηκε αρχικά από απομεινάρια του καθεστώτος Άσσαντ που οργάνωσαν συντονισμένες επιθέσεις εναντίον μελών των υπηρεσιών ασφαλείας και αμάχων, η αντίδραση του καθεστώτος στοχοποίησε όλους τους Αλαουίτες με μια λογική σεκταριστικού μίσους και εκδίκησης. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2025, ένοπλες ομάδες που συνδέονται με τις αρχές ή τις υποστηρίζουν εξαπέλυσαν επίσης επιθέσεις εναντίον του δρούζικου[11] πληθυσμού, πριν από τις σφαγές που διαπράχθηκαν στη Σουουέιντα στα μέσα Ιουλίου 2025.[12]
Η ευθύνη για τις σφαγές που διαπράχθηκαν τον Μάρτιο και τον Ιούλιο, τις αδιάκοπες δολοφονίες και απαγωγές Αλαουιτών αμάχων στις παράκτιες περιοχές και τη συνεχιζόμενη πολιορκία της επαρχίας Σουουέιντα βαρύνει κατά κύριο λόγο τις νέες συριακές αρχές. Αυτές δεν κατάφεραν να τις αποτρέψουν, ενώ ορισμένες από τις πολιτοφυλακές τους συμμετείχαν άμεσα σε αυτές τις φρικαλεότητες. Τα ανώτερα κλιμάκια του κράτους γνώριζαν αυτές τις διώξεις και τις ενέκριναν, όπως αναφέρουν το Reuters και η Human RigΧΤΣ Watch. Επιπλέον, οι αρχές που ελέγχονται από την ΧΤΣ δημιούργησαν τις πολιτικές συνθήκες που τις κατέστησαν δυνατές.[13]

Στην πλατεία αλ-Καράμα, στην πόλη Σουουέιντα, μια αφίσα γράφει: «Είναι δικαίωμά μου να ζω σε μια ελεύθερη και αξιοπρεπή πατρίδα» (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Πράγματι, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά Αλαουιτών ατόμων και πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών και δολοφονιών, έχουν αυξηθεί από την αρχή του έτους. Ορισμένες από αυτές, όπως η σφαγή στο Φάχιλ στα τέλη Δεκεμβρίου 2024 και η σφαγή στην Άρζα στις αρχές Φεβρουαρίου 2025, έμοιαζαν με πρόβες πριν από τις σφαγές στην ακτή. Επίσης, πριν από τις σφαγές στα μέσα Ιουλίου 2025, έλαβαν χώρα σεκταριστικές επιθέσεις εναντίον του πληθυσμού των Δρούζων στη Δαμασκό και στο νότο, στη Σουουέιντα.
Ο σεκταρισμός είναι βασικά ένα εργαλείο για την εδραίωση της εξουσίας και τη διαίρεση της κοινωνίας. Χρησιμεύει για να αποσπάσει την προσοχή των εργαζομένων από κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά ζητήματα, ορίζοντας συγκεκριμένες ομάδες –που καθορίζονται από τη θρησκευτική τους κοινότητα ή την εθνοτική τους καταγωγή– ως υπεύθυνες για τα προβλήματα της χώρας και ως απειλή για την ασφάλεια, δικαιολογώντας έτσι κατασταλτικές πολιτικές και πολιτικές διακρίσεων εναντίον τους.
Επιπλέον, ο σεκταρισμός λειτουργεί ως ένας ισχυρός μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου, διαμορφώνοντας την πορεία της ταξικής πάλης, καθώς ενισχύει την εξάρτηση των εργαζομένων από τους κοινοτικούς ηγέτες τους. Ως αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι στερούνται της ικανότητας να αναλάβουν πολιτική δράση και καταλήγουν να ορίζονται –και να εκφράζονται πολιτικά– μέσα από το πρίσμα της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Από αυτή την άποψη, οι νέες αρχές ακολουθούν τα βήματα του προηγούμενου καθεστώτος Άσσαντ, συνεχίζοντας να χρησιμοποιούν σεκταριστικές πολτικές και πρακτικές ως μέσο διακυβέρνησης, ελέγχου και κοινωνικής διαίρεσης.
Jean Batou: Σε ποιο βαθμό η δημιουργία νέων θεσμών αντανακλά τόσο την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» όσο και την εγκαθίδρυση μιας αυταρχικής κεντρικής εξουσίας;
Joseph Daher: Από αυτή την άποψη, η νέα κυβέρνηση στερεί από τον πληθυσμό κάθε συμπεριληπτική δημοκρατική διαδικασία. Αυτό αντανακλάται σε διάφορες πρωτοβουλίες, διασκέψεις και επιτροπές που υποτίθεται ότι έχουν ως στόχο να βοηθήσουν στον καθορισμό των επόμενων βημάτων της χώρας. Μεταξύ αυτών, η Διάσκεψη για τον Εθνικό Διάλογο της Συρίας, που πραγματοποιήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου, δέχθηκε ευρεία κριτική για την έλλειψη προετοιμασίας, αντιπροσωπευτικότητας και σοβαρότητας, δεδομένου του περιορισμένου χρόνου που διατέθηκε για τις συνεδριάσεις της. Το προσωρινό σύνταγμα, που υπογράφηκε από τον προσωρινό πρόεδρο της Συρίας, δέχθηκε επίσης έντονη κριτική από διάφορους πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες, τόσο για την έλλειψη διαφάνειας στα κριτήρια επιλογής της επιτροπής σύνταξής του όσο και για το περιεχόμενό του.
Επιπλέον, ενώ το προσωρινό σύνταγμα διακηρύσσει επίσημα τον διαχωρισμό των εξουσιών, αυτό παρεμποδίζεται από την έκταση των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στην προεδρία. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι υποτιθέμενες «εκλογές» για τη Λαϊκή Συνέλευση τον Οκτώβριο, οι οποίες επίσης προκάλεσαν ευρεία κριτική. Η μέθοδος και η διαδικασία που υιοθετήθηκαν για την επιλογή των μελών του μελλοντικού κοινοβουλίου στερούνταν διαφάνειας και συμμετοχικότητας, ευνοώντας έτσι τους παράγοντες που είναι κοντά στους νέους ηγέτες.
Επιπλέον, ο προσωρινός πρόεδρος, Άχμαντ αλ-Σαράα, θα διορίσει το ένα τρίτο των μελών του κοινοβουλίου, ενώ τα υπόλοιπα δύο τρίτα επιλέχθηκαν από «περιφερειακές υποεπιτροπές», οι οποίες ορίστηκαν από την Ανώτατη Επιτροπή για την Εκλογή της Λαϊκής Συνέλευσης, τα μέλη της οποίας επιλέχθηκαν από την προεδρία. Για να μην αναφέρουμε ότι είκοσι μία έδρες παρέμειναν κενές προς το παρόν –αυτές που διατέθηκαν για τις επαρχίες Χάσακα και Ράκκα στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, με κουρδική πλειοψηφία, και στη Σουουέιντα στο νότιο τμήμα, με δρούζικη πλειοψηφία– οι οποίες δεν ήταν υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης κατά τη στιγμή των «εκλογών».

Ένα άγαλμα του πασά Σουλτάν αλ-Άτρας, ηγέτη των Δρούζων και εθνικού συμβόλου της Μεγάλης Συριακής Εξέγερσης του 1925 κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας, στην πόλη Σουέιντα. Τιμά επίσης τους μάρτυρες της Μεγάλης Εξέγερσης του 1925 (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025).
Η ενίσχυση του κυβερνητικού ελέγχου της κοινωνίας και οι προσπάθειες περιορισμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων
Jean Batou: Ποιες είναι οι συγκεκριμένες μορφές που παίρνει στην πράξη αυτή η πολιτική περιορισμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων – ή μάλλον η κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων των ατόμων και των κοινοτήτων;
Joseph Daher: Κατά τη διάρκεια των τελευταίων επιθέσεων εναντίον των SDF από ένοπλες φατρίες που συνδέονται με τη νέα κυβέρνηση της Δαμασκού, καταγράφηκαν πολυάριθμες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο εναντίον αμάχων όσο και εναντίον Κούρδων στρατιωτών, συνοδευόμενες από μισαλλόδοξες πρακτικές και ρητορική.
Σε γενικές γραμμές, οι αρχές που βρίσκονται στην εξουσία έχουν λάβει μέτρα για να ενισχύσουν τον έλεγχό τους επί της κοινωνίας, μεταξύ άλλων προσπαθώντας να περιορίσουν τα δημοκρατικά δικαιώματα. Τους τελευταίους μήνες, δεν δίστασαν να επιβάλουν περιορισμούς στη διοργάνωση πολιτικών συγκεντρώσεων. Αν και αρχικά τα μέτρα αυτά ήταν κυρίως άτυπα, σταδιακά αποκτούν επίσημο χαρακτήρα. Για παράδειγμα, τον Νοέμβριο, το συριακό Υπουργείο Τουρισμού εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία ζητούσε από τις τουριστικές εγκαταστάσεις να μην φιλοξενούν εκδηλώσεις ή συνέδρια πολιτικού χαρακτήρα χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικών Υποθέσεων.
Αυτό σημαίνει ότι η Γενική Γραμματεία Πολιτικών Υποθέσεων –η οποία δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών μετά την πτώση του Άσσαντ –διαθέτει πλέον εκτεταμένες εξουσίες, μεταξύ των οποίων και η παρακολούθηση των πολιτικών δραστηριοτήτων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, εκδηλώσεις ακυρώθηκαν απλά και καθαρά, συμπεριλαμβανομένων συνεδριάσεων που διοργάνωσαν φορείς της κοινωνίας των πολιτών με θέματα όπως τα δικαιώματα των γυναικών, η ειρήνη ή η κοινωνική συνοχή σε ορισμένες περιοχές.
Αν και ο τοπικός και διεθνής Τύπος απολαμβάνει σίγουρα μεγαλύτερη ελευθερία δράσης στη Συρία μετά την πτώση του Άσσαντ, έχουν ωστόσο αναφερθεί περιπτώσεις παρενόχλησης εναντίον ερευνητών και δημοσιογράφων.
Η βία ενάντια στις θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες και ο κατακερματισμός της κοινωνίας
Jean Batou: Το νέο συριακό καθεστώς προέκυψε από μια αραβική σαλαφιστική και τζιχαντιστική μήτρα, παρόλο που έχει διακόψει κάθε σχέση με αυτήν. Τώρα προσπαθεί να ανοικοδομήσει ένα κεντρικό κράτος. Έτσι, καθώς γίνεται ισχυρότερο, αμφισβητεί με περισσότερο ή λιγότερο βίαιο τρόπο τη σχετική αυτονομία των κουρδικών κοινοτήτων και έχει εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον άλλων μειονοτήτων, όπως οι Αλαουίτες και οι Δρούζοι. Μπορεί μια τέτοια στάση να οδηγήσει σε νέο εμφύλιο πόλεμο, όπως δείχνουν οι σημερινές συγκρούσεις με τις κυρίως κουρδικές δυνάμεις στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας;
Joseph Daher: Από πολλές απόψεις, η πτώση του δεσποτικού καθεστώτος Άσσαντ δεν έθεσε τέλος στην επιδείνωση των θρησκευτικών, εδαφικών και κοινωνικοοικονομικών διαχωριστικών γραμμών.
Μετά τις σφαγές εναντίον πληθυσμών των Αλαουιτών και των Δρούζων, σε συνδυασμό με τις εντάσεις και τις τελευταίες επιθέσεις εναντίον των SDF, ο κατακερματισμός της κοινωνίας έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Δεν πιστεύω ότι οδεύουμε απαραίτητα προς έναν εμφύλιο πόλεμο –παρόλο που η βία δυστυχώς συνεχίζεται και ενδέχεται να συνεχιστεί και στο μέλλον– αλλά μάλλον προς μια μορφή αυταρχισμού που στερεί από ευρείς τομείς της κοινωνίας κάθε πολιτική συμμετοχή, ιδίως τις εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες. Η κυβέρνηση της Δαμασκού είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει ορισμένα πολιτιστικά δικαιώματα, κυρίως συμβολικά, αλλά τίποτα που θα αμφισβητούσε το μονοπώλιο της εξουσίας της, αποκλείοντας κάθε πολιτική συμμετοχή από τα κάτω.
Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος κοινωνικού κατακερματισμού είναι σοβαρός. Υπάρχουν πλέον πολλές συζητήσεις, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχετικά με τη συριακή ταυτότητα, τις μειονότητες, την κοινωνική συνοχή κ.λπ. Οι συζητήσεις αυτές είναι απαραίτητες, αλλά συχνά οδηγούν σε όξυνση των θρησκευτικών και εθνοτικών εντάσεων, αντί να συμβάλλουν στην αναζήτηση λύσεων που θα είναι δημοκρατικές και θα προάγουν την ένταξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συζητήσεις που διεξάγονται εντός της χώρας, στο πλαίσιο τοπικών λαϊκών πρωτοβουλιών και της κοινωνίας των πολιτών, είναι συχνά πιο εποικοδομητικές σε αυτά τα ζητήματα από ό,τι εκείνες που διεξάγονται εκτός της χώρας ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Jean Batou: Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο για τη βία κατά των Δρούζων, ιδίως στην περιοχή της Σουουέιντα, αλλά και για τις προσπάθειες του ισραηλινού κράτους να επωφεληθεί από αυτήν;
Joseph Daher: Η άρνηση κάθε μορφής πολιτικής αποκέντρωσης και, πάνω απ’ όλα, η βία και οι σφαγές κατά των Δρούζων από ένοπλες ομάδες που συνδέονται με την κυβέρνηση έχουν ωθήσει μεγάλα τμήματα αυτού του πληθυσμού, στο νότιο νομό της Σουουέιντα, να εκφράσουν την επιθυμία τους για αποχώρηση από τη Συρία. Αυτό έχει ενισχύσει τα στοιχεία εντός της κοινότητας των Δρούζων που εργάζονται εδώ και χρόνια για την προσέγγιση με το Ισραήλ. Έχουν γίνει όλο και πιο αποδεκτοί στη Σουουέιντα και έχουν καταστεί πρακτικά κυρίαρχοι από πολλές απόψεις, τουλάχιστον στο τοπικό δημόσιο σκηνικό.[14]

Στην πλατεία αλ-Καράμα, στην πόλη Σουουέιντα, μια αφίσα φέρει την επιγραφή: Με τα χέρια μας, χτίζουμε ξανά τη χώρα (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Πριν από την πτώση του προηγούμενου καθεστώτος και τους πρώτους μήνες που ακολούθησαν, οι φιλοϊσραηλινές ομάδες αποτελούσαν ακόμη μειοψηφία στη Σουουέιντα, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού απέρριπτε κάθε προσέγγιση με το Τελ Αβίβ. Πολλές τοπικές ομάδες είχαν διαδηλώσει επανειλημμένα κατά της γενοκτονίας στη Γάζα, ενώ η περιοχή της Σουουέιντα έχει μακρά ιστορία αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη. Ωστόσο, αυτό άλλαξε εντελώς με τις σφαγές του περασμένου Ιουλίου. Οι προσπάθειες των φιλοϊσραηλινών ομάδων να κερδίσουν το μέρος του πληθυσμού, οι οποίες είχαν σε μεγάλο βαθμό αποτύχει στο παρελθόν, επιταχύνθηκαν. Η δημοτικότητα του Ισραήλ –ή μάλλον η ιδέα της αναζήτησης της βοήθειας του ισραηλινού κράτους– έχει γίνει όλο και πιο έντονη και σημαντική στην επαρχία της Σουουέιντα.
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής επίθεσης των ενόπλων δυνάμεων της Δαμασκού, το Ισραήλ παρενέβη στρατιωτικά με το πρόσχημα της προστασίας του δρούζικου πληθυσμού. Είναι σαφές ότι το ισραηλινό κράτος του απαρτχάιντ εκμεταλλεύεται αυτές τις θρησκευτικές διαιρέσεις για τους δικούς του πολιτικούς σκοπούς, προκειμένου να αποσπάσει περαιτέρω παραχωρήσεις από την κυβέρνηση της Δαμασκού. Την ημέρα που το Τελ Αβίβ θα έχει εξασφαλίσει όλες τις εγγυήσεις που επιθυμεί από τη συριακή κυβέρνηση, θα εγκαταλείψει την επαρχία Σουουέιντα στη μοίρα της.
Η επαρχία Σουουέιντα διοικείται πλέον από μια αυτόνομη αρχή υπό την ηγεσία του σεΐχη Χικμάτ αλ-Χίτζρι, ο οποίος δεν διστάζει να καταστέλλει τις διαφωνούσες φωνές, μεταξύ άλλων και με δολοφονίες. Ωστόσο, δημοκρατικές και προοδευτικές φωνές της κοινωνίας των πολιτών της επαρχίας αρχίζουν να εκφράζουν την αντίθεσή τους στις πολιτικές του Χίτζρι και στη συμμαχία του με το Ισραήλ, ενώ παράλληλα εξακολουθούν να ασκούν κριτική στην κεντρική κυβέρνηση της Δαμασκού και να καταγγέλλουν τις σφαγές που διέπραξαν οι ένοπλες δυνάμεις της τον περασμένο Ιούλιο.
Jean Batou: Πώς αντέδρασε ο αλαουιτικός πληθυσμός και οι θρησκευτικοί ηγέτες του στις διακρίσεις και τη βία που υφίστανται, οι οποίες ενθαρρύνονται ή μάλιστα διατάσσονται από τις κεντρικές αρχές; Γενικότερα, ποιες είναι οι συνέπειες αυτών των πολιτικών του νέου καθεστώτος στις μειονότητες που στοχοποιούνται και στις ελίτ τους, ιδίως τις θρησκευτικές;
Joseph Daher: Όπως και μεταξύ των Δρούζων, σε τμήματα της αλαουιτικής κοινότητας, οι επικρίσεις και οι διαδηλώσεις κατά της βίας που υπέστη αυτός ο πληθυσμός μετά την πτώση του Άσσαντ έχουν πολλαπλασιαστεί, ιδίως προς το τέλος του 2025. Οι διαδηλώσεις αυτές απαιτούσαν ασφάλεια –ιδίως έναντι των αδιάκοπων δολοφονιών και απαγωγών (κυρίως γυναικών)– και ένα βαθμό φεντεραλισμού. Καταγγέλλουν τις αυθαίρετες και δυσανάλογες απολύσεις που υπέστη ο αλαουιτικός πληθυσμός στις δημόσιες διοικήσεις, καθώς και την αδιάκοπη αύξηση των τιμών.
Υποστηρίζοντας αυτά τα αιτήματα, ο Γάζαλ Γάζαλ, πρόεδρος του Αλαουιτικού Ισλαμικού Συμβουλίου στη Συρία και τη διασπορά, κάλεσε σε μποϊκοτάζ των εορτασμών για την πτώση του προηγούμενου καθεστώτος και προέτρεψε τους Αλαουίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους κατά τη διάρκεια μιας «γενικής απεργίας» από τις 8 έως τις 12 Δεκεμβρίου, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στο «νέο καταπιεστικό καθεστώς».
Και στις δύο περιπτώσεις –τόσο για τους Δρούζους όσο και για τους Αλαουίτες– παρατηρείται αύξηση της δημοτικότητας θρησκευτικών προσωπικοτήτων που απέχουν πολύ από το να εκπροσωπούν προοδευτικές και δημοκρατικές απόψεις. Αυτό οφείλεται σε δύο βασικές δυναμικές:
— Πρώτον, στη βία και τις φρικαλεότητες που διαπράττουν οι κεντρικές αρχές της Δαμασκού εναντίον αυτών των πληθυσμών, συνοδευόμενες από μισαλλόδοξες πρακτικές και ρητορική – και, γενικότερα, από τις πολιτικές αποκλεισμού και αυταρχισμού που ακολουθούν.
— Η απουσία δημοκρατικών και προοδευτικών οργανώσεων αρκετά μεγάλων και ριζωμένων στην περιοχή για να καλύψουν αυτές τις λαϊκές απογοητεύσεις και να τις μεταφράσουν όχι απλώς σε διεκδικήσεις θρησκευτικών μειονοτήτων, αλλά σε δημοκρατικές και κοινωνικές διεκδικήσεις. Πράγματι, η πολιτική αποκέντρωση, η δημοκρατία και η πολιτική συμμετοχή, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα και η ασφάλεια δεν αφορούν μόνο τις μειονότητες, αλλά ολόκληρο τον συριακό πληθυσμό.
Η εμφάνιση αυτών των προσωπικοτήτων αντικατοπτρίζει, από πολλές απόψεις, την αποτυχία να δημιουργηθούν μαζικά κινήματα υπέρ μιας δημοκρατικής, κοινωνικής και χωρίς αποκλεισμούς Συρίας.
Για μια κοινή ταυτότητα χρειάζεται ένα δημοκρατικό πολιτικό σχέδιο ριζωμένο στις εργατικές τάξεις όλων των μειονοτήτων
Jean Batou: Πώς μπορεί κανείς να υποστηρίξει μια συμπεριληπτική δημοκρατία βασισμένη στην κοινωνική δικαιοσύνη σε ένα τόσο δηλητηριασμένο περιβάλλον; Μπορεί το λαϊκό κίνημα να ανταποκριθεί σε τέτοιες προκλήσεις υπερβαίνοντας τις θρησκευτικές ή εθνοτικές διαιρέσεις;
Joseph Daher: Ο ρόλος των δημοκρατών και των προοδευτικών σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι να προσπαθήσουν να οικοδομήσουν ένα δημοκρατικό, συμπεριληπτικό και προοδευτικό λαϊκό κίνημα, ικανό να δώσει μια εθνική πολιτική απάντηση στους φόβους όλων των Σύριων. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, η κατακερματισμός της χώρας θα επιδεινωθεί. Ωστόσο, η κριτική –και ακόμη και η αντίθεση– προς τις σεκταριστικές ηγεσίες του τύπου Χίτζρι και Γάζαλ, αντίστοιχα στη Σουουέιντα και στην ακτή της Συρίας, δεν πρέπει να εμποδίσει τους δημοκράτες και τους προοδευτικούς της Συρίας να υπερασπιστούν τους πληθυσμούς των Δρούζων και των Αλαουιτών και ορισμένες από τις νόμιμες διεκδικήσεις τους.
Είναι καθήκον μας να υπερασπιστούμε μια πολιτική προοπτική και ένα ορίζοντα που θα μας επιτρέψουν να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη του πληθυσμού της Σουουέιντα, της ακτής (μεταξύ των αλαουιτικών κοινοτήτων), αλλά και των κουρδικών πληθυσμών, προκειμένου να οικοδομήσουμε από κοινού ένα δημοκρατικό και χωρίς αποκλεισμούς σχέδιο για όλους τους Σύριους. Το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας είναι πάντα μια κοινωνική κατασκευή, συνδεδεμένη με ένα πολιτικό σχέδιο. Κατά συνέπεια, η ανοικοδόμηση μιας κοινής ταυτότητας που θα μοιράζονται όλοι οι Σύριοι απαιτεί την ανάπτυξη ενός βιώσιμου εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου, ριζωμένου στις εργατικές τάξεις όλων των εθνοτήτων και θρησκευτικών κοινοτήτων, με σαφείς δημοκρατικές και συμπεριληπτικές προσδοκίες.
Η στάση της νέας κυβέρνησης απέναντι στα δικαιώματα των γυναικών
Jean Batou: Ποια είναι η στάση του νέου καθεστώτος απέναντι στα δικαιώματα των γυναικών; Η εικόνα του «σύγχρονου ισλαμισμού» που προσπαθεί να προβάλλει στη διεθνή σκηνή αντιστοιχεί στην πραγματική πρακτική όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών της Συρίας;
Joseph Daher: Από τη στιγμή που ανέλαβαν την εξουσία, αρκετοί αξιωματούχοι της ΧΤΣ έκαναν δηλώσεις και έλαβαν αποφάσεις που επιβεβαίωναν την αντιδραστική ιδεολογία τους.
Αξιωματούχοι της ΧΤΣ έχουν κάνει δηλώσεις σχετικά με το ρόλο των γυναικών στην κοινωνία, ιδίως όσον αφορά την ικανότητά τους να εργάζονται σε ορισμένους τομείς. Κατά τη διάρκεια συνέντευξης στις 16 Δεκεμβρίου 2024, ο Ομπέιντα Αρναούτ, μέλος της ΧΤΣ και εκπρόσωπος Τύπου για τις πολιτικές υποθέσεις της Διοίκησης Στρατιωτικών Επιχειρήσεων, δήλωσε ότι ο ρόλος των γυναικών «πρέπει να αντιστοιχεί στις ικανότητές τους. Για παράδειγμα, αν πούμε ότι μια γυναίκα πρέπει να είναι υπουργός Άμυνας, αυτό συνάδει με τη φύση και τη βιολογική της σύσταση; Χωρίς καμία αμφιβολία, όχι».
Λίγες μέρες αργότερα, η Αΐσα αλ-Ντιμπς, υπουργός Γυναικείων Υποθέσεων της Συρίας και η μόνη γυναίκα στην πρώτη μεταβατική κυβέρνηση (Δεκέμβριος 2024–Μάρτιος 2025), απάντησε σε μια ερώτηση σχετικά με τη θέση που έχουν οι φεμινιστικές οργανώσεις στη χώρα: αν «οι δράσεις αυτών των οργανώσεων υποστηρίζουν το μοντέλο που πρόκειται να οικοδομήσουμε, τότε θα είναι ευπρόσδεκτες». Πρόσθεσε: «Δεν θα ανοίξω το δρόμο σε όσους δεν μοιράζονται την άποψή μου». Συνέχισε τη συνέντευξη αναπτύσσοντας μια αντιδραστική άποψη για το ρόλο των γυναικών στην κοινωνία, προτρέποντάς τες να «μην υπερβαίνουν τις προτεραιότητες της φύσης που τους έδωσε ο Θεός» και να αναγνωρίζουν «τον εκπαιδευτικό τους ρόλο μέσα στην οικογένεια».
Στην μεταβατική κυβέρνηση που λειτουργεί από τον Μάρτιο του 2025, υπάρχει μόνο μία γυναίκα υπουργός, ενώ οι γυναίκες κατέχουν μόνο το 5% των εδρών που έχουν μέχρι στιγμής κατανεμηθεί στη Λαϊκή Συνέλευση (κοινοβούλιο).
Αρκετές αποφάσεις τείνουν να περιορίζουν τα δικαιώματα των γυναικών και να ενισχύουν τις συντηρητικές τάσεις στην κοινωνία. Αναπτύσσονται εκστρατείες και τοπικές πρωτοβουλίες –συχνά με αφετηρία ομάδες που είναι κοντά στις νέες αρχές ή τις υποστηρίζουν– υπέρ της χρήσης του πέπλου ή του νικάμπ, οι οποίες συνοδεύονται συχνά από ρητορική που στιγματίζει όσες αρνούνται να τα φορούν, ή υπέρ του διαχωρισμού μεταξύ γυναικών και ανδρών σε ορισμένους θεσμούς ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς, παρότι δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση σχετικά με αυτό το θέμα σε εθνικό επίπεδο.
Τον Ιανουάριο του 2026, η απόφαση των τοπικών αρχών της συριακής επαρχίας Λατάκια να απαγορεύσουν στις γυναίκες δημόσιες υπαλλήλους να φορούν μακιγιάζ προκάλεσε έντονη αγανάκτηση. Πολλοί ακτιβιστές καταδίκασαν την απόφαση αυτή ως παραβίαση των ατομικών ελευθεριών και απόπειρα περιορισμού των δικαιωμάτων των γυναικών.
Σε απάντηση, η διεύθυνση μέσων ενημέρωσης δήλωσε ότι το μέτρο αυτό «δεν είχε ως στόχο να περιορίσει ή να παραβιάσει τις ελευθερίες», αλλά μάλλον να «ρυθμίσει την επαγγελματική εμφάνιση και να αποφύγει τις υπερβολές, ώστε να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της ατομικής ελευθερίας, των απαιτήσεων ενός επίσημου εργασιακού περιβάλλοντος και της δημόσιας εικόνας των θεσμών». Η διευκρίνιση αυτή δεν κατευνάσει τις κριτικές, αλλά αντίθετα πυροδότησε έντονη αντιπαράθεση.
Το περασμένο καλοκαίρι, στην ίδια περιφέρεια, οι αρχές της Λατάκια δημοσίευσαν οδηγίες για τους ξένους επισκέπτες, καλώντας τους να φορούν «σεμνά» ρούχα στις παραλίες και στις πισίνες – ένα μέτρο που θεωρήθηκε ευρέως ότι στοχεύει τις γυναίκες. Σε απάντηση στις κριτικές, η περιφέρεια δήλωσε ότι δεν επέβαλε συγκεκριμένο τρόπο ένδυσης και ότι οι οδηγίες της ήταν σύμφωνες με αυτές άλλων χωρών της περιοχής.
Ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι έχουν σημειωθεί πολυάριθμες περιπτώσεις απαγωγών γυναικών της αλαουιτικής κοινότητας και, σε μικρότερο βαθμό, γυναικών της δρουζικής κοινότητας. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα έντονο αίσθημα ανασφάλειας μεταξύ των γυναικών αυτών των κοινοτήτων, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία. Από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, η Διεθνής Αμνηστία έλαβε αξιόπιστες αναφορές σχετικά με τουλάχιστον 36 απαγωγές αλαουιτών γυναικών και κοριτσιών, ηλικίας μεταξύ 3 και 40 ετών, στις επαρχίες Λατάκια, Ταρτούς, Χομς και Χάμα, από άγνωστα άτομα. Σε όλες αυτές τις τεκμηριωμένες περιπτώσεις, εκτός από μία, η αστυνομία και οι δυνάμεις ασφαλείας δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα για την τύχη των θυμάτων ή το μέρος όπου ενδέχεται να βρίσκονται.
Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει, σε ορισμένους τομείς –ιδίως μεταξύ των Αλαουιτών και των Δρούζων γυναικών– σε μια τάση περιορισμού των κινήσεών τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και σε αποχώρηση από την αγορά εργασίας λόγω του φόβου παρενόχλησης ή απαγωγής, επηρεάζοντας τη συμμετοχή τους στη δημόσια και οικονομική ζωή. Επίσης, οι γυναίκες που εργάζονταν σε κρατικούς φορείς –όπου είχαν ισχυρή παρουσία– έχουν επίσης υποστεί τις συνέπειες των πολιτικών λιτότητας και των απολύσεων από τις νέες άρχουσες τάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είχε αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των ετών του πολέμου, από το 2011 έως το 2024, ιδίως στους δημόσιους φορείς. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στην έλλειψη ανδρών στη συριακή κοινωνία λόγω των συγκρούσεων και της μετανάστευσης. Υπάρχει ο φόβος ότι η παρουσία αυτή τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση λόγω του πολιτικού προσανατολισμού της νέας κυβέρνησης.
Δεν αρκεί να γίνονται αόριστες δηλώσεις σχετικά με την ανεκτικότητα ή τον σεβασμό των δικαιωμάτων των γυναικών. Το βασικό ζήτημα είναι να αναγνωριστούν τα δικαιώματά τους ως πλήρη μέλη της κοινωνίας που συμμετέχουν στο μέλλον της χώρας. Σε γενικές γραμμές, αξιωματούχοι των νέων αρχών –που συνδέονται με την ΧΤΣ και τους συμμάχους τους στην εξουσία– έχουν εκφράσει επανειλημμένα την προτίμησή τους για ισλαμική διακυβέρνηση και την εφαρμογή της σαρία. Ο σεΐχης Ουσάμα αλ-Ριφάι, ο νέος Μεγάλος Μουφτής της Συρίας, για παράδειγμα, δήλωσε τον Ιανουάριο του 2026 ότι η σαρία υπερισχύει όλων, σε πρόσφατη ομιλία του σχετικά με μελλοντικές νομικές και συνταγματικές διαμάχες.
Ταυτόχρονα, σχεδόν κάθε μέτρο ή δήλωση κατά των δικαιωμάτων των γυναικών έχει προκαλέσει συστηματικά κριτική και αντίδραση, ιδίως από γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις.
Η κυβέρνηση της Δαμασκού και τα δικαιώματα των Κούρδων
Jean Batou: Ποια είναι η ανάλυσή σας για τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και των SDF στις 30 Ιανουαρίου; Ποιο είναι το μέλλον των δικαιωμάτων των Κούρδων στη Συρία;
Joseph Daher: Μετά την κατάπαυση του πυρός που συνήφθη στις 20 Ιανουαρίου 2025 μεταξύ της Συριακής Μεταβατικής Κυβέρνησης και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), στις 30 Ιανουαρίου ανακοινώθηκε μια νέα συμφωνία. Η συμφωνία αυτή προβλέπει κατάπαυση του πυρός και τη σταδιακή στρατιωτική και διοικητική ενσωμάτωση των SDF στα κρατικά θεσμικά όργανα. Περιλαμβάνει την απόσυρση των στρατιωτικών δυνάμεων από τα σημεία επαφής και την ανάπτυξη των δυνάμεων ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών στις πόλεις Χάσακα και Καμισλί, σηματοδοτώντας την έναρξη της ενσωμάτωσης των δυνάμεων ασφαλείας στην περιοχή.[15]
Η συμφωνία προβλέπει επίσης τη δημιουργία μιας στρατιωτικής μεραρχίας αποτελούμενης από τρεις ταξιαρχίες των SDF, καθώς και μια ταξιαρχία από τις δυνάμεις του Κομπάνι (Άιν αλ-Άραμπ), που θα υπάγεται σε μια μεραρχία στην επαρχία του Χαλεπιού. Η ενσωμάτωση των SDF στον στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας θα πραγματοποιηθεί κατά περίπτωση σε κάθε ταξιαρχία, με το κράτος να ασκεί πλήρη έλεγχο σε όλους τους πολιτικούς θεσμούς, καθώς και στα συνοριακά περάσματα και τα σημεία εισόδου. Οι θεσμοί του Κομπάνι θα ενσωματωθούν σταδιακά στους θεσμούς του συριακού κράτους, διατηρώντας παράλληλα το πολιτικό τους προσωπικό. Η συμφωνία περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα πολιτικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα της κουρδικής κοινότητας και εγγυάται την επιστροφή των εκτοπισμένων ατόμων στις περιοχές καταγωγής τους.
Η συμφωνία αυτή είναι θετική στο βαθμό που επιτρέπει την παύση, τουλάχιστον προσωρινά, των επιθέσεων και των απειλών κατά του κουρδικού πληθυσμού. Προηγήθηκαν εβδομάδες μάχης, κατά τις οποίες οι κυβερνητικές ένοπλες δυνάμεις κατέλαβαν τον έλεγχο των κυρίως κουρδικών συνοικιών Σεΐχ Μακσούντ και Ασραφίγια στο Χαλέπι, προκαλώντας τον αναγκαστικό εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων πολιτών. Αυτό κορυφώθηκε με την κατάληψη από τις κυβερνητικές δυνάμεις μεγάλων τμημάτων των επαρχιών Ντέιρ εζ-Ζορ και Ράκκα, μετά την αποχώρηση των SDF.

Η κεντρική Πλατεία Ασραφία, μια συνοικία του Χαλεπίου, στην οποία μένουν κυρίως Κούρδοι (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Jean Batou: Υπό ποιες εθνικές και διεθνείς συνθήκες εξελίχθηκε η επίθεση της νέας συριακής κυβέρνησης εναντίον των κουρδικών κοινοτήτων – τόσο στο Χαλέπι όσο και στις ζώνες που ελέγχονται από τις SDF;
Joseph Daher: Η στρατιωτική επίθεση των αρχών της Δαμασκού στο Χαλέπι, καθώς και σε άλλες ζώνες που ελέγχονται από τις SDF, πραγματοποιήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2025 που είχε τεθεί με τη συμφωνία της 10ης Μαρτίου 2025. Υπό την αιγίδα της Ουάσιγκτον, η συμφωνία αυτή μεταξύ του προσωρινού προέδρου της Συρίας Άχμαντ αλ-Σαράα και του Μαζλούμ Αμπντί, επικεφαλής των SDF, είχε ως στόχο την ενσωμάτωση των πολιτικών και στρατιωτικών κλάδων των SDF στο κράτος. Ωστόσο, το πολιτικό αδιέξοδο παρέμεινε.
Επιπλέον, η στρατιωτική κλιμάκωση ξεκίνησε μόλις δύο ημέρες μετά από μια συνάντηση μεταξύ των συριακών αρχών και των SDF, στην οποία συμμετείχε αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό. Είναι σαφές ότι, ενώ οι διαπραγματεύσεις ήταν σε εξέλιξη, οι συριακές αρχές σχεδίαζαν να ξεκινήσουν πρώτα μια στρατιωτική επιχείρηση στο Χαλέπι και στη συνέχεια να την επεκτείνουν σε άλλες ζώνες που ελέγχονται από τις SDF. Κινητοποίησαν διάφορες αραβικές φυλές –με τις οποίες ο αλ-Σαράα ήταν σε επαφή εδώ και καιρό– στο Ντέιρ εζ-Ζορ και στη Ράκκα, προκειμένου να προετοιμάσουν μια γενική επίθεση κατά των SDF.
Όλα αυτά έγιναν με την υποστήριξη της Τουρκίας και την έγκριση της Ουάσιγκτον.[16]
Ταυτόχρονα, η κατάσταση στο διαβόητο στρατόπεδο αλ-Χολ στη Χάσακα[17] –όπου κρατούνται οικογένειες και μέλη του Ισλαμικού Κράτους (IS)– προκαλεί πραγματική ανησυχία, με αναφορές για τη διαφυγή εκατοντάδων μελών του. Το στρατόπεδο βρίσκεται πλέον υπό τον έλεγχο των συριακών αρχών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεταφέρει περίπου 7.000 κρατούμενους στο Ιράκ.
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες (και η Γαλλία) εργάζονταν επίσημα για την αποκλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών –παρά τη μακροχρόνια συνεργασία της Ουάσιγκτον με τις SDF στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους– η Ουάσιγκτον δεν άσκησε σημαντική πίεση για να τερματίσει τις στρατιωτικές ενέργειες της συριακής κυβέρνησης.
Στην πραγματικότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστεί σημαντικός υποστηρικτής των νέων αρχών, όπως αποδεικνύεται από τις πολλαπλές συναντήσεις μεταξύ του Τραμπ και του αλ-Σαράα, καθώς και από την άρση των κυρώσεων Caesar τον Δεκέμβριο του 2025. Από την πλευρά της, η Άγκυρα έχει ασκήσει πιέσεις στις SDF να διαλυθούν και να ενσωματωθούν στον συριακό στρατό. Η Τουρκία θεωρεί αυτή την ομάδα παρακλάδι του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), το οποίο χαρακτηρίζει τρομοκρατική οργάνωση. Από την αρχή της στρατιωτικής επίθεσης της συριακής κυβέρνησης, οι τουρκικές αρχές έχουν επανειλημμένα επαναλάβει την προθυμία τους να πολεμήσουν τις συριακές κουρδικές δυνάμεις στο πλευρό του συριακού στρατού.
Από την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ, η Τουρκία έχει καταστεί ένας από τους σημαντικότερους περιφερειακούς παράγοντες στη Συρία, ιδίως στο βόρειο τμήμα της χώρας. Υποστηρίζοντας τις συριακές αρχές στις οποίες κυριαρχεί η Χάι’ατ Ταχρίρ ασ-Σαμ (ΧΤΣ), η Άγκυρα έχει εδραιώσει την επιρροή της στη χώρα.
Εκτός από την πίεση για την επιστροφή των Συρίων προσφύγων και την επιθυμία να επωφεληθεί από τις οικονομικές ευκαιρίες που προσφέρει η ανοικοδόμηση, ο κύριος στόχος της Τουρκίας είναι να ματαιώσει τις κουρδικές επιδιώξεις για αυτονομία –οι οποίες θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια– και να διαλύσει την Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (AANES)[18].
Jean Batou: Η ταχεία προέλαση των δυνάμεων της Δαμασκού εξηγείται προφανώς από το νέο διεθνές πλαίσιο –το πράσινο φως της Ουάσιγκτον, η υποστήριξη της Τουρκίας– αλλά δεν οφείλεται επίσης σε ορισμένα λάθη που διέπραξαν οι SDF, ιδίως όσον αφορά τους αραβικούς πληθυσμούς των περιοχών που ελέγχουν;
Joseph Daher: Σε λίγες μόνο ημέρες, οι συριακές αρχές κατέλαβαν τα δύο τρίτα των εδαφών που έλεγχαν οι SDF. Πέρα από τις άμεσες γεωστρατηγικές πτυχές, αυτή η ταχεία προέλαση υπογραμμίζει επίσης τους περιορισμούς του πολιτικού σχεδίου της AANES μεταξύ των μη κουρδικών πληθυσμών, ιδίως των Αράβων. Με την πάροδο των ετών, τμήματα του αραβικού πληθυσμού διαμαρτυρήθηκαν για διακρίσεις, πρακτικές στοχοποίησης και «ασφάλειας», φυλάκιση ακτιβιστών και αμάχων –ιδίως νεαρών ανδρών– και απουσία πραγματικής εκπροσώπησης εντός των θεσμών της AANES.
Αντί να αναπτύξει στρατηγικές για να κερδίσει τη συναίνεση του αραβικού εργαζόμενου λαού στις ζώνες που ελέγχουν και να τον εμπλέξει πραγματικά στη διαχείριση των θεσμών της AANES, η ηγεσία των SDF συνεργάστηκε με τους φυλάρχους για να ελέγξει τον τοπικό πληθυσμό. Ωστόσο, οι φύλαρχοι αυτοί είναι γνωστοί για το ότι αλλάζουν συμμαχίες ανάλογα με τους ισχυρότερους πολιτικούς παράγοντες της στιγμής και για το ότι υπερασπίζονται τα δικά τους υλικά συμφέροντα. Όταν η ισορροπία δυνάμεων μετατοπίστηκε υπέρ της Δαμασκού, οι φύλαρχοι ακολούθησαν το παράδειγμά της.
Επιπλέον, η λανθασμένη εμπιστοσύνη της ηγεσίας των SDF στη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικοδόμηση ευρύτερων και βαθύτερων πολιτικών συμμαχιών με δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις σε ολόκληρη τη χώρα, αποδυνάμωσαν τη βιωσιμότητα του πολιτικού της σχεδίου. Η Τουρκία βομβάρδισε επίσης περιοχές του Καμισλί κατά τη διάρκεια της επίθεσης των δυνάμεων της Δαμασκού, και είναι ευρέως γνωστό ότι η Άγκυρα παρείχε σημαντική υλικοτεχνική βοήθεια στη Δαμασκό κατά τη διάρκεια των τελευταίων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Σημάδια ρατσισμού και παραβιάσεων των ανθρώπινων από τις κυβερνητικές δυνάμεις
Jean Batou: Σε ποιο βαθμό η πρόσφατη επίθεση εναντίον των Κούρδων αποτελεί μέρος των συγκεντρωτικών και ρατσιστικών φιλοδοξιών του καθεστώτος του αλ-Σαράα, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης αδιάκριτης βίας;
Joseph Daher: Πράγματι, η πρόσφατη στρατιωτική επίθεση των κυβερνητικών ενόπλων δυνάμεων πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος της συνεχιζόμενης προσπάθειας των σημερινών κυβερνώντων ελίτ της Συρίας να συγκεντρώσουν την εξουσία και να απορρίψουν οποιοδήποτε πιο συμπεριληπτική πορεία για το μέλλον της χώρας. Αυτό συμβαίνει από την πτώση του Άσσαντ.
Επιπλέον, οι κυβερνώντες και οι υποστηρικτές τους έχουν προωθήσει επιθετικό λόγο εναντίον των Κούρδων και των SDF. Υπάρχουν πολυάριθμα σημάδια ρατσισμού και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τις συνδεδεμένες με αυτές ένοπλες ομάδες.
Για παράδειγμα, ο υπουργός Θρησκευτικών Υποθέσεων της Συρίας (Άουκαφ), Μοχάμμαντ Αμπού αλ-Χάιρ Σούκρι, δημοσίευσε μια θρησκευτική οδηγία καλώντας τα τζαμιά σε όλη τη χώρα να γιορτάσουν αυτό που περιέγραψε ως «κατακτήσεις και νίκες» των δυνάμεων που είναι σύμμαχοι της Δαμασκού στην ανατολική Συρία και να προσευχηθούν για την επιτυχία των στρατιωτών του Συριακού Αραβικού Στρατού.
Επιπλέον, το γεγονός ότι ενθάρρυνε συγκεκριμένα την αναφορά στο εδάφιο 6 της Σούρα Αλ-Άνφαλ (Τα λάφυρα του πολέμου) από το Κοράνι υποδηλώνει την πρόθεσή του να αναφερθεί στην εκστρατεία Άνφαλ που διεξήγαγε το 1988 ο Σαντάμ Χουσεΐν εναντίον των Κούρδων στο σημερινό ιρακινό Κουρδιστάν[19] – μια εκστρατεία που συνοδεύτηκε από χημικές βομβαρδιστικές επιθέσεις, μαζικές δολοφονίες και καταστροφές μεγάλης κλίμακας. Παρά το ιδιαίτερα ανησυχητικό αυτό πλαίσιο, οι περιφερειακοί και διεθνείς ηγέτες συνέχισαν να υποστηρίζουν τις συριακές αρχές που βρίσκονται στην εξουσία, νομιμοποιώντας και ενισχύοντας την κυριαρχία τους στη χώρα.
Κατά συνέπεια, παρά την παραχώρηση από τον αλ-Σαράα γλωσσικών, πολιτιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων στον κουρδικό πληθυσμό της Συρίας –τα οποία δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί μέσω συγκεκριμένης νομοθετικής και νομικής διαδικασίας– καθώς και επίσημων θέσεων στο κράτος, οι οποίες δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί, οι νόμιμοι φόβοι παραμένουν.
Jean Batou: Θεωρείτε ότι η συμφωνία της 30ής Ιανουαρίου μεταξύ της Δαμασκού και των SDF ήταν σε γενικές γραμμές θετική, αλλά απέχει πολύ από το να επιλύσει όλα τα προβλήματα. Μπορείτε να μας πείτε σε ποια σημεία παραμένει προβληματική;
Joseph Daher: Πολλά ζητήματα παραμένουν ανεπίλυτα όσον αφορά την εφαρμογή της συμφωνίας της 30ής Ιανουαρίου, ιδίως όσον αφορά την ενσωμάτωση των μη στρατιωτικών υπαλλήλων και τη μορφή που θα λάβουν οι τέσσερις κουρδικές ταξιαρχίες υπό τη διεύθυνση του Υπουργείου Άμυνας. Επίσης, το κείμενο «παραμένει ασαφές ως προς τα κρίσιμα ζητήματα» της αποκεντρώσεως της διοίκησης και της ασφάλειας. Γενικότερα, η πραγματική πολιτική συμμετοχή παραμένει θεωρητική, τόσο για τους Κούρδους όσο και για άλλα τμήματα του συριακού πληθυσμού.
Ενώ η απόλυτη προτεραιότητα για τις προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις στη Συρία είναι να τερματιστεί η αιματοχυσία, να καταστεί δυνατή η ασφαλής επιστροφή των εκτοπισμένων πολιτών και να καταπολεμηθεί η ρητορική μίσους και οι σεκταριστικές πρακτικές στη χώρα, παραμένουν πολλές άγνωστες παράμετροι όσον αφορά τη συνεχιζόμενη μετάβαση και την πολιτική συμμετοχή του πληθυσμού στη νέα διακυβέρνηση.
Το μέλλον της Συρίας διακυβεύεται. Πράγματι, οι νέες αρχές έχουν δείξει ότι τα σχέδιά τους δεν συνιστούν ρήξη με τις αυταρχικές πρακτικές του προηγούμενου καθεστώτος.
Η Δαμασκός δεν προτείνει επί του παρόντος κανένα σχέδιο για δημοκρατική και συμπεριληπτική πολιτική εκπροσώπηση, ούτε για κατανομή της εξουσίας. Όλοι οι Σύριοι που επιδιώκουν τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα πρέπει να ανησυχούν για αυτές τις εξελίξεις και να τις καταπολεμήσουν με όλες τους τις δυνάμεις. Το κουρδικό ζήτημα εντάσσεται πλήρως σε αυτές τις εξελίξεις.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους
Jean Batou: Οι άγριες καπιταλιστικές και ολοένα και πιο αυταρχικές πολιτικές του νέου καθεστώτος συναντούν την αντίσταση τμημάτων του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν μια αφόρητη αύξηση των τιμών των βασικών αγαθών και υπηρεσιών και είναι σοκαρισμένοι από τα προνόμια που απολαμβάνουν οι καπιταλιστικοί κύκλοι που είναι κοντά στην κυβέρνηση. Σε ποιο βαθμό επανασυνδέονται με τα δημοκρατικά και κοινωνικά αιτήματα της επανάστασης του 2011;
Joseph Daher: Οι αυξανόμενες κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες της χώρας προκαλούν όλο και μεγαλύτερη κριτική από τον συριακό πληθυσμό για τις πολιτικές της κυβέρνησης. Εκτός από την επιθυμία τους να συσσωρεύσουν κεφάλαια σε μεγάλα έργα πολυτελών ακινήτων, οι αρχές που βρίσκονται στην εξουσία δεν έχουν παρουσιάσει καμία πολιτική και κανένα σχέδιο για την ανοικοδόμηση. Και ο πληθυσμός είναι σαφώς δυσαρεστημένος.
Έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές διαδηλώσεις, για παράδειγμα κατά των σχεδίων ακίνητης περιουσίας, όπως αυτό της εταιρείας Al-Omran Real Estate Development Co. (ιδιοκτησίας ενός Σύριου επιχειρηματία), με έδρα το Κουβέιτ.
Το έργο αστικής ανάπτυξης «Λεωφόρος Νίκης» στη Χομς ήταν στόχος διαδηλώσεων κατά τη διάρκεια των οποίων οι διαδηλωτές κρατούσαν πανό με το σύνθημα: «Όχι λεωφόρος, όχι εκτοπισμοί». Έγινε ακόμη και σύγκριση με το «Σπίτι των Ονείρων», ένα σχέδιο αστικής ανασυγκρότησης που εκπονήθηκε υπό τον Μπασάρ αλ-Άσσαντ. Αυτή η οργανωμένη δράση οδήγησε την εταιρεία να ανακοινώσει ότι θα ακυρώσει το τμήμα του έργου της που διέσχιζε την αμφισβητούμενη γειτονιά.

Η Σχολή Ιατρικής στο Χαλέπι (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι εκπαιδευτικοί πραγματοποίησαν απεργία για αρκετές εβδομάδες και διαδήλωσαν έξω από κυβερνητικά κτίρια στο Χαλέπι και το Ίντλιμπ, με το σύνθημα «Το κίνημα συνεχίζεται μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας». Ζητούν μόνιμη απασχόληση, την άμεση επαναπρόσληψη των απολυμένων και αυξήσεις μισθών ανάλογες με το ραγδαία αυξανόμενο κόστος ζωής. Καθώς το ζήτημα παρέμεινε άλυτο, νέες κινητοποιήσεις ξέσπασαν στις αρχές Φεβρουαρίου.
Απεργίες έχουν οργανωθεί επίσης από οδηγούς μικρών λεωφορείων στη Δαμασκό, καθώς και από εργαζομένους της ιδιωτικής εταιρείας Madar Aluminium, οι οποίοι απαιτούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.
Τον Δεκέμβριο του 2025, οι εργαζόμενοι του λιμανιού της Ταρτούς οργάνωσαν πικετοφορία έξω από το κτίριο της περιφέρειας για να διαμαρτυρηθούν για τη μεταφορά τους –για την οποία ενημερώθηκαν μέσω WhatsApp και χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίηση– σε απομακρυσμένες περιοχές στα συνοριακά περάσματα της Τζαράμπλους και της αλ-Μπουκάμαλ στις ανατολικές περιφέρειες.
Στις αρχές Ιανουαρίου, διοργανώθηκε επίσης διαδήλωση για να διαμαρτυρηθούν για τη συμφωνία συμφιλίωσης μεταξύ των συριακών αρχών και του Μοχάμμαντ Χάμσο, ενός εξέχοντος επιχειρηματία της εποχής του καθεστώτος Άσσαντ, πολύ στενού συνεργάτη της οικογένειας του πρώην δικτάτορα, ο οποίος είναι ένοχος για τη χρηματοδότηση πολιτοφυλακών και για το ότι επωφελήθηκε από την πολεμική οικονομία για να εμπλουτιστεί ακόμη περισσότερο.

Το κέντρο της Δαμασκού (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Επιπλέον, ενόψει της μαζικής αύξησης των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος, πολλοί πολίτες σε ολόκληρη τη χώρα εξέφρασαν την οργή τους και τον Ιανουάριο διοργανώθηκαν διαδηλώσεις σε πόλεις όπως η Δαμασκός και η Χομς, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης αυτής.[20] Η αύξηση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν η μεγαλύτερη στην σύγχρονη ιστορία της χώρας. Τα έξοδα των νοικοκυριών αυξήθηκαν από 10.000 σε 50.000 συριακές λίρες (περίπου 0,85 έως 4 δολάρια ΗΠΑ ή 0,80 έως 3,80 ευρώ) σε μέγιστα επίπεδα 600.000 έως πάνω από 2 εκατομμύρια λίρες (50 έως 169 δολάρια ΗΠΑ ή 47 έως 160 ευρώ). Ορισμένες οικογένειες είδαν ακόμη και τους λογαριασμούς τους να φτάνουν τα 5 έως 6 εκατομμύρια λίρες (423 έως 508 δολάρια ΗΠΑ ή 400 έως 480 ευρώ).
Οι νέες τιμές έχουν επίσης πλήξει σοβαρά βασικούς τομείς, ιδίως τη μεταποίηση και τη γεωργία, οι οποίοι ήδη αντιμετώπιζαν αυξανόμενο κόστος παραγωγής.
Παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα τέλη Ιουλίου (σε 68 δολάρια ΗΠΑ το μήνα, περίπου 64 ευρώ), η πλειονότητα του πληθυσμού –είτε απασχολείται στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα– δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της με το εισόδημά της. Το μέσο κόστος διαβίωσης για μια πενταμελή οικογένεια στη Δαμασκό εκτιμήθηκε σε περίπου 11,6 εκατομμύρια συριακές λίρες (983 δολάρια ΗΠΑ, περίπου 930 ευρώ) στα τέλη Δεκεμβρίου 2025, σύμφωνα με την εφημερίδα Κασιούν.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι δικαιολόγησαν την απόφαση για αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας με τη σημαντική βελτίωση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, παρόλο που σε ορισμένες αγροτικές και περιθωριοποιημένες περιοχές η παροχή παραμένει ακανόνιστη. Επιπλέον, σύμφωνα με τα επιχειρήματα του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η αύξηση αυτή αποσκοπεί στη διόρθωση των στρεβλώσεων των τιμών και στη διασφάλιση της συνέχειας της παροχής υπηρεσιών, δεδομένου ότι ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας κοστίζει περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ (περίπου 950 εκατομμύρια ευρώ) ετησίως στον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο πληθυσμός φοβάται πλέον ότι οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας θα συνεχίσουν να αυξάνονται λόγω της απελευθέρωσης του τομέα. Αυτές οι ανησυχίες επιτείνουν το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει συνάψει συμφωνία με μια ομάδα ξένων εταιρειών, με επικεφαλής την εταιρεία UCC Holding του Κατάρ, για την κατασκευή οκτώ σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο και ηλιακή ενέργεια στη Συρία, συνολικής αξίας 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (περίπου 6,6 δισεκατομμύρια ευρώ).
Η αύξηση των τιμών ωφελεί αυτές τις μεγάλες ξένες εταιρείες στο πλαίσιο μιας επιταχυνόμενης διαδικασίας ιδιωτικοποίησης.
Στις αρχές Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκαν νέες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Για παράδειγμα, οι εκπαιδευτικοί στις πόλεις Ταρτούς και Λατάκια διαμαρτυρήθηκαν για τη μετακίνησή τους –χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση– σε τοποθεσίες μακριά από τον τόπο διαμονής τους, ενώ οι εργαζόμενοι στο λιμάνι της Λατάκια κινητοποιήθηκαν για να καταγγείλουν τις απολύσεις τους. Επιπλέον, στην επαρχία Κουνέιτρα, στο νότιο τμήμα της χώρας, οι εργαζόμενοι του κέντρου γεωργικών ερευνών διοργάνωσαν συγκέντρωση για να διαμαρτυρηθούν για 65 απολύσεις χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και να ζητήσουν την ακύρωση της απόφασης αυτής. Στο Χαλέπι πραγματοποιήθηκε επίσης διαδήλωση, που διοργανώθηκε από πλανόδιους πωλητές, κατά της απόφασης των τοπικών αρχών να απαγορεύσουν τις δραστηριότητές τους – με άλλα λόγια, να καταργήσουν τα σημεία πώλησης τους στο δρόμο.

Η Κεντρική Τράπεζα της Συρίας στη Δαμασκό (φωτογραφία Joseph Daher, Ιανουάριος 2025)
Η αντιμετώπιση των θρησκευτικών και εθνικών διαχωρισμών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χειραφέτηση των εργατικών τάξεων
Jean Batou: Ποιο είναι το σημερινό δυναμικό για την ανάπτυξη μιας πολιτικής εναλλακτικής λύσης που απορρίπτει τις θρησκευτικές ή εθνοτικές διαιρέσεις, προκειμένου να υπερασπιστεί ένα πρόγραμμα δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης σε ολόκληρη τη χώρα; Οι δυνάμεις που υποστηρίζουν μια τέτοια κατεύθυνση υπόκεινται σε ιδιαίτερη καταστολή από το νέο καθεστώς;
Joseph Daher: Οι δυνάμεις που έχουν τις ρίζες τους σε ένα λαϊκό κίνημα κοινωνικής και δημοκρατικής έμπνευσης είναι περιορισμένες και όλα πρέπει να ξαναχτιστούν.
Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοκρατικών οργανώσεων και των κοινωνικών δυνάμεων που στήριξαν τη λαϊκή εξέγερση στη Συρία τον Μάρτιο του 2011[21] καταστάλθηκαν με άνευ προηγουμένου βία – πρώτα και κύρια από το πρώην συριακό καθεστώς, αλλά και από διάφορες ένοπλες ισλαμιστικές φονταμενταλιστικές οργανώσεις. Το ίδιο ισχύει και για τις εναλλακτικές τοπικές πολιτικές δομές που δημιουργήθηκαν από τους διαδηλωτές, όπως οι συντονιστικές επιτροπές και τα τοπικά συμβούλια που παρείχαν υπηρεσίες στον πληθυσμό.
Ορισμένες ομάδες και δίκτυα της κοινωνίας των πολιτών παρέμειναν ενεργά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά λειτουργούσαν κρυφά σε περιοχές υπό τον έλεγχο του προηγούμενου καθεστώτος, φοβούμενες την καταστολή. Στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε της πτώσης του καθεστώτος Άσσαντ, αναπτύχθηκε ένα δίκτυο διαφόρων ΜΚΟ με πολύ διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Ωστόσο, γενικά είχαν διαφορετική δυναμική από εκείνη της αρχικής εξέγερσης. Στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, αλλά η μεγάλη πλειονότητα τους κυριαρχούνταν από το PYD ή μάλλον ήταν υποταγμένοι σε αυτό. Οι παράγοντες που ήταν υπερβολικά επικριτικοί απέναντι στο AANES υπέστησαν καταστολή ή αντιμετώπισαν εμπόδια στις δραστηριότητές τους.
Αναπτύχθηκαν κι άλλες εμπειρίες αγώνα στη χώρα, αν και με μικρότερη δυναμική.
Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ, εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν νέες τοπικές λαϊκές πρωτοβουλίες και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών –πολύ συχνά ΜΚΟ, αλλά όχι αποκλειστικά– όμως όλα παραμένουν ακόμη να γίνουν.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι να δημιουργηθεί ένα δημοκρατικό και προοδευτικό μπλοκ ικανό να οργανωθεί, να ριζώσει στον εργαζόμενο λαό και να αντιταχθεί ξεκάθαρα στην νέα κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία. Αυτό θα πάρει χρόνο, ειδικά μετά από 50 χρόνια βάρβαρης δικτατορίας και 14 χρόνια βίαιου πολέμου. Ο στόχος αυτού του μπλοκ πρέπει να είναι να συνδυάσει τους αγώνες ενάντια στον αυταρχισμό, την εκμετάλλευση και όλες τις μορφές καταπίεσης, απαιτώντας ταυτόχρονα δημοκρατία, ισότητα, υποστήριξη της αυτοδιάθεσης των Κούρδων και της απελευθέρωσης των γυναικών, προκειμένου να οικοδομηθεί αλληλεγγύη μεταξύ των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων λαών της χώρας.
Για να προωθήσει αυτά τα αιτήματα, αυτό το προοδευτικό μπλοκ πρέπει να προωθήσει τη δημιουργία και την ανασυγκρότηση λαϊκών οργανώσεων, από συνδικάτα έως φεμινιστικές οργανώσεις. Αυτό θα απαιτήσει τη συνεργασία μεταξύ των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων σε ολόκληρη την κοινωνία.
Επιπλέον, ένα από τα βασικά καθήκοντα θα είναι η αντιμετώπιση των θρησκευτικών και εθνοτικών διαιρέσεων, προκειμένου να ξεπεραστούν οι διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία και να αναπτυχθεί η αλληλεγγύη μεταξύ των πληθυσμών. Αυτή η πρόκληση υπάρχει από την αρχή της συριακής επανάστασης το 2011 και πρέπει να αντιμετωπιστεί σταδιακά, ώστε οι εργαζόμενοι της χώρας, σε όλη τους την ποικιλομορφία, να μπορούν να προχωρήσουν αποφασιστικά στο δρόμο της χειραφέτησής τους.
Συμπερασματικά, ο αγώνας για μια δημοκρατική και προοδευτική κοινωνία δεν μπορεί να βασίζεται στην εμπιστοσύνη στις σημερινές αρχές της ΧΤΣ, στη διακυβέρνησή τους ή στη διαχείριση της μετάβασης, αλλά στην οικοδόμηση μιας ανεξάρτητης αντι-εξουσίας, που θα συγκεντρώνει δημοκρατικά και προοδευτικά δίκτυα στον αγώνα για τα αιτήματα του εργαζόμενου λαού.
Η εξουσία λήψης αποφάσεων βρίσκεται σήμερα εξ ολοκλήρου στα χέρια του προσωρινού προέδρου Άχμαντ αλ-Σαράα και της ΧΤΣ. Αυτή η διαδικασία υποστηρίζεται από τη μεγάλη πλειοψηφία των περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων. Σε ευρύτερο επίπεδο, μοιράζονται έναν κοινό στόχο: να (επανα)επιβάλουν μια μορφή αυταρχικής σταθερότητας στη Συρία και στην περιοχή. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι υπάρχει ενότητα μεταξύ των περιφερειακών και αυτοκρατορικών δυνάμεων. Καθεμία έχει τα δικά της συμφέροντα, συχνά ανταγωνιστικά, αλλά όλες έχουν κάθε λόγο να φοβούνται την αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον βασίζεται εξ ολοκλήρου στην ικανότητα των Σύριων να αναπτύξουν και να συντονίσουν αγώνες από τη βάση. Επί του παρόντος, η εξουσία και ο έλεγχος που ασκούν πάνω στην κοινωνία οι νέες αρχές στις οποίες κυριαρχεί η ΧΤΣ, δεν είναι ακόμη πλήρεις, καθώς οι ανθρώπινοι και στρατιωτικοί πόροι τους δεν τους επιτρέπουν να κυβερνήσουν πλήρως ολόκληρη τη χώρα, παρόλο που ενισχύονται ολοένα και περισσότερο. Επομένως, υπάρχει ακόμη περιθώριο ελιγμών για οργάνωση, το οποίο είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί. Σήμερα, αυτή η δυνατότητα υπάρχει, αλλά ο χρόνος πιέζει και ο εργαζόμενος λαός πρέπει να την αξιοποιήσει για να σηκώσει το κεφάλι και να δώσει νόημα σε όλες τις θυσίες που έγιναν για την υπεράσπιση των αρχικών προσδοκιών της Επανάστασης του 2011: δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα.
1 Φεβρουαρίου 2026
Μετάφραση: elaliberta.gr
Joseph Daher, « Où va la Syrie d’Ahmad al-Chareh ? », συνέντευξη στον Jean Batou, MARX21, 3 Φεβρουαρίου 2026, https://marx21.ch/ou-va-la-syrie-dahmad-al-chareh/.
Joseph Daher, “Where is Ahmad al-Chareh’s Syria heading?”, Europe Solidaire Sans Frontières, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article77994· αναδημοσίευση: International Viewpoint, 11 Φεβρουαρίου 2026, https://internationalviewpoint.org/Where-is-Ahmad-al-Chareh-s-Syria-heading.
Σημειώσεις
[1] Η Χάι’ατ Ταχρίρ Ασ-Σαμ / ΧΤΣ (Hay’at Tahrir al-Sham / HTS, Οργάνωση για την Απελευθέρωση του Λεβάντε) είναι μια συριακή ένοπλη ισλαμιστική ομάδα που εξελίχθηκε από την Jabhat al-Nusra, η οποία αρχικά ήταν ο συριακό τμήμα της Αλ Κάιντα. Η ΧΤΣ διέκοψε επίσημα τους δεσμούς της με την Αλ Κάιντα το 2016 και στη συνέχεια εδραίωσε τον έλεγχό της στην επαρχία Ίντλιμπ στη βορειοδυτική Συρία.
[2] Βλ. Joseph Daher, “Why Syria needs better governance...and a new kind of opposition”, The New Arab, 9 Δεκεμβρίου 2025, https://www.newarab.com/opinion/why-syria-needs-better-governanceand-new-kind-opposition [Joseph Daher, «Γιατί η Συρία χρειάζεται καλύτερη διακυβέρνηση... και ένα νέο είδος αντιπολίτευσης», e la libertà, 18 Δεκεμβρίου 2025, https://www.elaliberta.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CE%B2%CF%8C%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/10563-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%AD%CE%BF-%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-joseph-daher].
[3] Η οικογένεια Άσσαντ κυβέρνησε τη Συρία από το πραξικόπημα του Χάφεζ Άσσαντ το 1970 μέχρι την πτώση του γιου του Μπασάρ αλ-Άσσαντ τον Δεκέμβριο του 2024.
[4] Ο νόμος Caesar Syria Civilian Protection Act, που θεσπίστηκε το 2019, επέβαλε αυστηρές κυρώσεις στη συριακή κυβέρνηση και τους υποστηρικτές της, στοχεύοντας άτομα και φορείς που συμμετείχαν στο σύγκρουση. Πήρε το όνομά του από το ψευδώνυμο ενός Σύριου στρατιωτικού αποστάτη που έβγαλε λαθραία χιλιάδες φωτογραφίες που τεκμηριώνουν τα συστηματικά βασανιστήρια και τις δολοφονίες κρατουμένων από το καθεστώς Άσσαντ.
[5] Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF / Syrian Democratic Forces - Hêzên Sûriya Demokratîk - Κουουάτ Σουρία αλ-Ντιμουκρατία) είναι μια πολυεθνική ένοπλη συμμαχία στη βορειοανατολική Συρία, στην οποία κυριαρχούν οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG / Yekîneyên Parastina Gel), ο ένοπλος βραχίονας του Κόμματος Δημοκρατικής Ενότητας (PYD / Partiya Yekîtiya Demokrat). Αποτελούσαν την κύρια χερσαία δύναμη που συμμάχησε με την υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συμμαχία κατά του Ισλαμικού Κράτους.
[6] Το Partiya Yekîtiya Demokrat (PYD, Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας) είναι το κύριο κουρδικό πολιτικό κόμμα στη Συρία. Είναι ιδεολογικά συνδεδεμένο με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK / Partiya Karkerên Kurdistanê), το οποίο η Τουρκία, η ΕΕ και οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζουν ως τρομοκρατική οργάνωση.
[7] Βλ. Joseph Daher, “The progressive economic strategy for Syria”, The New Arab, 18 Δεκεμβρίου 2024, https://www.newarab.com/opinion/hts-neoliberalism-wont-improve-syrias-economy.
[8] Το Ίντλιμπ είναι μια επαρχία στη βορειοδυτική Συρία που βρίσκεται υπό τον de facto έλεγχο της ΧΤΣ από το 2017 και χρησιμεύει ως πολιτική και στρατιωτική βάση της οργάνωσης πριν αυτή ηγηθεί της επίθεσης που ανέτρεψε το καθεστώς Άσσαντ.
[9] Το Κόμμα Μπαάθ (Χιζμπ αλ-Μπά’αθ αλ’Αράμπι αλ’Ιστιρακί, Αραβικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Μπαάθ) ήταν το κυβερνών κόμμα της Συρίας από το 1963 μέχρι την πτώση του καθεστώτος Άσσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Αποτελούσε τη θεσμική ραχοκοκαλιά της αυταρχικής διακυβέρνησης τόσο υπό τον Χάφεζ όσο και υπό τον Μπασάρ αλ-Άσσαντ.
[10] Οι Αλαουίτες είναι μια εσωτεριστική θρησκευτική μειονότητα στη Συρία, παρακλάδι του σιιτικού Ισλάμ, που αποτελεί περίπου το 10-12% του πληθυσμού. Συγκεντρώνονται κατά μήκος των παράκτιων περιοχών της Λατάκια και της Ταρτούς. Η οικογένεια Άσσαντ ανήκε σε αυτή την κοινότητα και η ταύτιση του αλαουιτικού πληθυσμού με το καθεστώς τους έχει καταστήσει στόχους θρησκευτικών αντιποίνων μετά την πτώση του.
[11] Οι Δρούζοι είναι μια εθνοθρησκευτική μειονότητα που ζει στη Συρία, το Λίβανο και το Ισραήλ και ασπάζεται μια θρησκεία που ξεκίνησε τον 11ο αιώνα ως παρακλάδι του ισμαηλιτικού Ισλάμ. Στη Συρία, συγκεντρώνονται κυρίως στη νότια επαρχία της Σουουέιντα.
[12] Βλ. Joseph Daher, “No hope for transitional justice if sectarianism is the doctrine of the new Syrian state”, The New Arab, 3 Απριλίου 2025, https://www.newarab.com/opinion/no-hope-justice-if-sectarianism-new-syrian-state-doctrine [Joseph Daher, «Καμία ελπίδα για την απονομή δικαιοσύνης στη μεταβατική περίοδο αν ο θρησκευτικός σεχταρισμός είναι το δόγμα του νέου συριακού κράτους», e la libertà, 6 Απριλίου 2025, https://www.elaliberta.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CE%B2%CF%8C%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/10082-%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF-%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%83%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CF%8C%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-joseph-daher].
[13] Βλ. “The ruling factions use violence as leverage in the ‘New Syria’”, The New Arab, 7 Ιουλίου 2025, https://www.newarab.com/opinion/ruling-factions-use-violence-leverage-new-syria.
[14] Βλ. Joseph Daher, « Soueïda sous le feu – La consolidation du pouvoir de Damas et le confessionalisme », Inprecor, 29 Ιουλίου 2025, https://inprecor.fr/node/4909 [Joseph Daher, «Η Σουουέιντα στο στόχαστρο», e la libertà, 10 Αυγούστου 2025, https://www.elaliberta.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%AE/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CE%B2%CF%8C%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/10328-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B7-%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BF%CF%85%CE%AD%CE%B9%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF-joseph-daher].
[15] Βλ. Gilbert Achcar, “On the Recent Agreement Between Damascus and the Kurdish Administration”, جلبير الأشقر / Gilbert Achcar, 3 Φεβρουαρίου 2026, https://gilbert-achcar.net/agreement-damascus-kurds.
[16] Βλ. Gilbert Achcar, “Israel refrained from intervening in Syria to avoid irritating Trump” Bianet, 2 Φεβρουαρίου 2026, https://bianet.org/haber/gilbert-achcar-israel-refrained-from-intervening-in-syria-to-avoid-irritating-trump-316239.
[17] Το Αλ-Χολ είναι ένα μεγάλο στρατόπεδο εκτοπισμένων στη βορειοανατολική Συρία όπου κρατούνται δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων οικογένειες και μέλη του Ισλαμικού Κράτους (IS). Από το 2019 τελεί υπό τη διοίκηση των SDF και έχει χαρακτηριστεί ευρέως ως σημαντικό πρόβλημα ασφάλειας λόγω της ριζοσπαστικοποίησης του IS εντός του στρατοπέδου.
[18] Η Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (DAANES -Democratic Autonomous Administration of North and East Syria / Rêveberiya Xweseriya Demokratîk a Herêma Bakur û Rojhilatê Sûriyê / αλ-Ιντάρα αλ-Δατία αλ-Ντιμουκρατία λι-Ίκλιμ Σάμαλ ούα Σαρκ Σουρία), γνωστή και ως Ροζάβα, είναι η de facto αυτοδιοικούμενη οντότητα που ιδρύθηκε από τις κουρδικές δυνάμεις το 2012 στη βορειοανατολική Συρία. Λειτουργεί με ένα μοντέλο δημοκρατικής συνομοσπονδιακής οργάνωσης εμπνευσμένο από τις ιδέες του ηγέτη του PKK, Αμπντουλάχ Οτζαλάν.
[19] Η εκστρατεία Άνφαλ (1986-1989) ήταν μια γενοκτονική στρατιωτική επιχείρηση που διεξήγαγε το ιρακινό Μπααθικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσσεΐν εναντίον του κουρδικού πληθυσμού του βόρειου Ιράκ. Περιλάμβανε επιθέσεις με χημικά όπλα –με πιο διαβόητη την επίθεση με αέριο στη Χαλάμπτζα τον Μάρτιο του 1988– μαζικές εκτελέσεις και την καταστροφή χιλιάδων χωριών, με αποτέλεσμα τον θάνατο περίπου 50.000 έως 182.000 ανθρώπων.
[20] Βλ. Joseph Daher, “Syria new electricity tariffs are cruel neoliberal shock therapy”, The New Arab, 30 Ιανουαρίου 2026, https://www.newarab.com/opinion/syria-new-electricity-tariffs-are-cruel-neoliberal-shock-therapy.
[21] Η συριακή εξέγερση ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 ως μέρος του ευρύτερου κύματος διαδηλώσεων της Αραβικής Άνοιξης. Αυτό που ξεκίνησε ως ειρηνικές διαδηλώσεις με αίτημα τη δημοκρατική μεταρρύθμιση και το τέλος της διαφθοράς αντιμετωπίστηκε με βίαιη καταστολή από το καθεστώς Άσσαντ, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί τελικά σε ένοπλη σύγκρουση σε πολλά μέτωπα.