Πρωτοσέλιδα ιρανικών εφημερίδων, Τεχεράνη, στις 11 Μαΐου 2025. Majid Asgaripour/WANA (West Asia News Agency) via REUTERS/File Photo Purchase Licensing
Michael Karadjis
Προς μια συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν: η ταπείνωση του Τραμπ, οι κατακτήσεις του Ισραήλ και η απόρριψη των Συμφωνιών του Αβραάμ από την «τρίτη δύναμη»
Φαίνεται σχεδόν βέβαιο ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν θα συμφωνήσουν στο Μνημόνιο Συνενόησης (MOU) για την άρση του αμοιβαίου αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ και θα ξεκινήσουν μια περίοδο διαπραγματεύσεων 30 ή 60 ημερών για τα βασικά ζητήματα. Εάν συμβεί αυτό (εκτός και αν το ταπεινωμένο καθεστώς Τραμπ αποφασίσει ξαφνικά να εξαπολύσει έναν τελευταίο γύρο απεγνωσμένων βομβαρδισμών για να κάνει επίδειξη ισχύος, ή κάνει κάποια ανόητη απόπειρα να «κατάσχει το εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν» από καθαρή απόγνωση) τότε πρόκειται για μια πλήρη ήττα του πολέμου των ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ πράγματι βομβάρδισαν την πόλη-λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς στο νότιο Ιράν σε «αυτοάμυνα», ενώ μια ιρανική αντιπροσωπεία υψηλού επιπέδου βρισκόταν στο Κατάρ προσπαθώντας να διαπραγματευτεί τη συμφωνία. Όμως, σε αυτό το στάδιο, αυτές οι μεμονωμένες ενέργειες φαίνεται να είναι τακτικές καθυστέρησης για τη διάσωση των προσχημάτων – το Ιράν γνωρίζει ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται καθόλου τις ΗΠΑ, αλλά πιθανώς γνωρίζει επίσης ότι ο Τραμπ είναι εξαντλημένος και ότι μια επιστροφή στον πόλεμο μάλλον θα αύξανε μόνο την ταπείνωσή του.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι αυτό αποτελεί επίσης ήττα για το Ισραήλ είναι, κατά τη γνώμη μου, υπερβολικός – αλλά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να αγνοήσουν τις εκκλήσεις του Νετανιάχου για περαιτέρω πολεμικές ενέργειες, προτιμώντας πάρουν υπόψη τους τις εκκλήσεις των αραβικών χωρών του Κόλπου να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να παραμείνουν στη διαπραγματευτική οδό, μπορεί να αποτελεί ένδειξη μιας μακροπρόθεσμης τάσης που θα αποβεί προβληματική για το Ισραήλ.
Ας κάνουμε μια ανακεφαλαίωση. Τα Στενά ήταν ανοιχτά όταν ο Τραμπ και ο Νετανιάχου ξεκίνησαν τις επιθέσεις τους στις 28 Φεβρουαρίου. Μετά την κατάπαυση του πυρός της 7ης Απριλίου, το Ιράν άνοιξε πλήρως τα Στενά στις 17 Απριλίου (αναμένοντας τη δήλωση «κατάπαυσης του πυρός» μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου) και, αναγνωρίζοντας αυτό το γεγονός, ο Τραμπ το χαρακτήρισε ως «μια σπουδαία και λαμπρή μέρα για τον κόσμο». Φυσικά, το Ιράν περίμενε ότι οι ΗΠΑ θα ανταποκριθούν τερματίζοντας τον δικό τους αποκλεισμό που είχαν επιβάλει πρόσφατα έξω από τα Στενά, στον Κόλπο του Ομάν και στην Αραβική Θάλασσα. Αντί γι’ αυτό, ο Τραμπ συνέχισε τον μονομερή αποκλεισμό του. Έτσι, 24 ώρες αργότερα, το Ιράν επέβαλε εκ νέου το κλείσιμο των Στενών.
Επομένως, από τότε και μετά, οι εκκλήσεις του Τραμπ προς την Ευρώπη, την Κίνα ή οποιονδήποτε άλλον να βοηθήσει να αναγκαστεί το Ιράν να «ανοίξει τα Στενά», καθώς και τα σχόλια των δυτικών μέσων ενημέρωσης ή των κυβερνήσεων σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος του ελέγχου των Στενών από το Ιράν, αποτελούν απίστευτες ανοησίες – ο μόνος τρόπος για να πείσει το Ιράν να άρει τον αποκλεισμό του ήταν απλώς οι ΗΠΑ να τερματίσουν τον δικό τους.
Στη συνέχεια, στις 27 Απριλίου, το Ιράν υπέβαλε ξανά πρόταση, ώστε οι δύο χώρες να ανοίξουν ξανά τα Στενά να τερματίσουν τον πόλεμο, και να αναβάλουν τη συζήτηση για τα ουσιαστικά ζητήματα για τη δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων. Ο Τραμπ απάντησε ότι το Ιράν «προσέφερε πολλά, αλλά όχι αρκετά», και απέρριψε εκ νέου την πρόταση.
Έτσι, τα Στενά παραμένουν κλειστά από τις 17 Απριλίου –ενάμιση μήνα– αποκλειστικά εξαιτίας των ΗΠΑ. Τελεία. Επομένως, αν οι ΗΠΑ συμφωνήσουν σε αυτό τώρα, όλη η τεράστια ζημιά που υφίσταται η παγκόσμια οικονομία οφείλεται στη στάση των ΗΠΑ, χωρίς να έχουν αποκομίσει απολύτως τίποτα. Μια ολοκληρωτική ήττα για τις ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, η κατάσταση φαίνεται να είναι λίγο χειρότερη, επειδή, ενώ από όσα μπορούμε να συλλέξουμε από τις διάφορες αναφορές, το Ιράν έχει συμφωνήσει ότι ο αριθμός των πλοίων και των δεξαμενόπλοιων που διέρχονται από τα Στενά θα αποκατασταθεί στα προπολεμικά του επίπεδα, εξακολουθεί να επιμένει ότι το ίδιο θα «διαχειρίζεται» αυτή την κυκλοφορία μέσω των Στενών· εάν οι ΗΠΑ το αποδεχτούν αυτό, θα αποδεχτούν μια ισχυρότερη ιρανική θέση από εκείνη που θα μπορούσαν να είχαν εξασφαλίσει στις 17 ή στις 27 Απριλίου. Παραμένει ασαφές εάν αυτό αποτελεί απλώς μια διαπραγματευτική θέση για το Ιράν. Στην πραγματικότητα, το Ιράν έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί τον προτεινόμενο μηχανισμό «διοδίων» και ορισμένες χώρες έχουν αρχίσει να τα πληρώνουν, αλλά όπως φαίνεται δήλωσε ότι θα αναστείλει προσωρινά τα διόδια μέχρι να είναι πλήρως έτοιμο – κάτι που μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο για να δηλώσει ότι πρόκειται για διαπραγματευτική θέση.
Φυσικά, στις επικείμενες διαπραγματεύσεις για τα πραγματικά ζητήματα, ο Τραμπ ίσως μπορέσει να διεκδικήσει κάποιες σχετικές «νίκες» (τελικά όλα εξαρτώνται από τη διατύπωση και την ερμηνεία, θα δούμε) αλλά ακόμη και αν το κάνει, δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν τέτοια κέρδη δεν θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί εάν ο αποκλεισμός είχε αρθεί ήδη από τις 17 Απριλίου.
Τα ουσιαστικά ζητήματα
Από αυτά τα άλλα ζητήματα, το σημαντικότερο είναι το απόθεμα του Ιράν που ανέρχεται σε 440 κιλά υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου. Στην πυρηνική συμφωνία για το Ιράν (JCPOA / Joint Comprehensive Plan of Action / Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης) που υπεγράφη από την κυβέρνηση Ομπάμα το 2015, το Ιράν έστειλε το απόθεμα που διέθετε τότε στη Ρωσία. Ο Τραμπ φυσικά έσκισε αυτή τη συμφωνία το 2019, παρά το γεγονός ότι το Ιράν παρέμενε προσηλωμένο στα χαμηλά επίπεδα εμπλουτισμού της συμφωνίας που ήταν κατάλληλα μόνο για πολιτική πυρηνική ενέργεια – γεγονός που αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο το Ιράν άρχισε ξανά τον εμπλουτισμό σε ποσοστό 60%, ως μέσο πίεσης. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στο Ομάν τον Φεβρουάριο, προτού αυτές διακοπούν από την ξαφνική επιθετικότητα του Τραμπ, το Ιράν συμφώνησε να αραιώσει αυτό το ουράνιο στο επίπεδο του 3,67% που απαιτείται για πολιτική χρήση, υπό διεθνή επίβλεψη, και είναι έτοιμο να το κάνει ξανά. Επιπλέον, η Ρωσία, η Κίνα και το Πακιστάν έχουν προσφερθεί όλες να παραλάβουν το εμπλουτισμένο ουράνιο (πιθανώς για να το αραιώσουν στις χώρες τους και να στείλουν πίσω το χαμηλού εμπλουτισμού ουράνιο), αλλά σε αυτό το στάδιο το Ιράν επιμένει να παραμείνει στο έδαφός του και ο Τραμπ επιμένει να μεταφερθεί στις ΗΠΑ. Πιθανώς, και οι δύο θέσεις αποτελούν αρχικές μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις εν αναμονή της επίλυσης άλλων ζητημάτων.
Όσον αφορά τον ίδιο τον εμπλουτισμό, το Ιράν επιμένει κατηγορηματικά ότι έχει κατ’ αρχήν το δικαίωμα να εμπλουτίζει ουράνιο στο κατάλληλο επίπεδο για ειρηνική χρήση και είχε ήδη συμφωνήσει από τον Φεβρουάριο σε επιθεωρήσεις, ενώ οι ΗΠΑ επέμεναν, φέτος και πέρυσι, σε μηδενικό εμπλουτισμό στο Ιράν· δηλαδή, ότι το Ιράν μπορεί να εισάγει πυρηνικό καύσιμο για το ειρηνικό του πρόγραμμα. Φαίνεται πιθανό ότι οι ΗΠΑ θα υποχωρήσουν σε αυτό, διαφορετικά απλώς δεν θα υπάρξει συμφωνία· αλλά αν το κάνουν, πρόκειται για άλλη μια φορά για μια ολοκληρωτική ήττα των ΗΠΑ. Για να αποδεχτούν τη συμφωνία, οι ΗΠΑ απαίτησαν ένα 20ετές ιρανικό μορατόριουμ στον εμπλουτισμό· το Ιράν έχει προτείνει 5 χρόνια. Πιθανώς να επιτευχθεί μια συμφωνία κάπου ενδιάμεσα. Καθώς δεν υπήρχε τέτοιο προσωρινό μορατόριουμ στο πλαίσιο του JCPOA του Ομπάμα, ίσως ο Τραμπ να μπορέσει να διεκδικήσει κάποια νίκη εάν το Ιράν συμφωνήσει σε κάτι όπως τα 10 χρόνια – αλλά τίποτα που να δικαιολογεί πραγματικά την κόλαση των τελευταίων τριών μηνών για οποιονδήποτε διαθέτει μυαλό.
Το Ιράν επιθυμεί την αποδέσμευση όλων των παγωμένων περιουσιακών του στοιχείων και τον τερματισμό όλων των κυρώσεων των ΗΠΑ ως μέρος οποιασδήποτε συμφωνίας. Το αν οι ΗΠΑ θα συμφωνήσουν να άρουν όλες τις κυρώσεις με μίας είναι αμφίβολο, αλλά το Ιράν σίγουρα, και δικαίως, θα θέσει ως κόκκινη γραμμή την αποδέσμευση των παράνομα παγωμένων περιουσιακών του στοιχείων. Το Ιράν επίσης δικαίως απαιτεί αποζημίωση για τις τεράστιες πολεμικές ζημιές που προκλήθηκαν από την παράνομη επιθετικότητα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά είναι πασίγνωστο πόσο δύσκολο είναι να αναγκαστούν ισχυρά κράτη να αποζημιώσουν τα θύματά τους. Είναι πιθανό ότι η αποδέσμευση των παγωμένων περιουσιακών του στοιχείων και ο τερματισμός των κυρώσεων –ιδιαίτερα στο πετρέλαιό του– ίσως να είναι αρκετά ώστε το Ιράν να αποδεχθεί ότι δεν θα υπάρξουν επανορθώσεις· για άλλη μια φορά, όσο πληρέστερα αρθούν οι κυρώσεις, τόσο λιγότερο πιθανό είναι το Ιράν να απαιτήσει αποζημιώσεις – τα αποδεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ξεκινήσει η ανοικοδόμηση. Αυτό συνδέεται επίσης με το σύστημα διοδίων του Ιράν στα Στενά – το Ιράν έχει δικαιολογήσει την επιβολή διοδίων ως έναν τρόπο συγκέντρωσης πόρων για την ανοικοδόμηση.
Φαίνεται πολύ δύσκολο για τις ΗΠΑ να βγουν νικήτριες από αυτό – αλλά ίσως όχι αδύνατο να παρουσιάσουν επικοινωνιακά το οποιοδήποτε αποτέλεσμα μπορεί να υπάρξει. Θα χρειαστεί πολύ καλό επικοινωνιακό αφήγημα. Όταν ο Τραμπ έσκισε το JCPOA του Ομπάμα, δεν υπήρχε καμία λογική πίσω από αυτό. Εάν ο στόχος ήταν ο περιορισμός των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν, το JCPOA έκανε εξαιρετική δουλειά. Εάν αφορούσε τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ, η καταστροφή του JCPOA ήταν σε άμεση αντίθεση με αυτά· οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες-κολοσσοί ήταν έτοιμες να εισέλθουν μαζικά στην ιρανική αγορά μέχρι που αποκλείστηκαν από τον Τραμπ. Στην πραγματικότητα, ελάχιστα πράγματα υπήρχαν πίσω από αυτό, πέρα από το να αποτελεί ένα εργαλείο εκείνης της πτέρυγας της αμερικανικής άρχουσας τάξης που συνδέεται περισσότερο με τα ισραηλινά συμφέροντα, ίσως της αμερικανικής στρατιωτικής βιομηχανίας, και της επιθυμίας του ίδιου του Τραμπ να δείξει ότι μια πολιτική του Ομπάμα δεν μπορούσε παρά να είναι μόνο κακή. Αλλά κάνοντας αυτό, ο Τραμπ αυτοπαγιδεύτηκε – ό,τι και αν προκύψει από τη σημερινή καταστροφή, πρέπει να δείξει ότι είναι «καλύτερο» για τις ΗΠΑ από το JCPOA, κάτι που είναι πολύ δύσκολο, καθώς επίσης και ότι είναι «καλύτερο» από τους όρους που είχαν συμφωνηθεί τον Ιούνιο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026, προτού και τις δύο φορές εξαπολύσει βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων. Και για να δείξει ότι αυτό το «καλύτερο» μπορεί να δικαιολογήσει μαζικές σφαγές και την καταστροφή της παγκόσμιας και της αμερικανικής οικονομίας.
Το Μεγάλο Ισραήλ και ο πόλεμος στον Λίβανο
Τέλος, το Ιράν απαιτεί τον τερματισμό του πολέμου «σε όλα τα μέτωπα», εννοώντας και τον Λίβανο. Την προηγούμενη φορά, η κατάπαυση του πυρός τέθηκε σε ισχύ στις 7 Απριλίου, αλλά το Ιράν δεν άνοιξε τα Στενά μέχρι τις 17 Απριλίου, απαιτώντας η κατάπαυση του πυρός να εφαρμοστεί πρώτα και στον Λίβανο. Ωστόσο, η εκεί «κατάπαυση του πυρός» δεν έχει αλλάξει τίποτα – το Ισραήλ έχει σκοτώσει πάνω από 600 Λιβανέζους κατά τις τελευταίες 6 εβδομάδες της «κατάπαυσης του πυρός» σε καθημερινές επιθέσεις και κατέχει περίπου το 10% του νότιου Λιβάνου, όπου καταστρέφει σχολαστικά πόλεις και χωριά στο σύνολό τους, εκτοπίζοντας παράλληλα το ένα πέμπτο του πληθυσμού του Λιβάνου προς τα βόρεια. Αν και αντιμετωπίζει σθεναρότερη από την αναμενόμενη αντίσταση από τη Χεζμπολάχ, φαίνεται ξεκάθαρο ότι, για το Ισραήλ, αυτή η επέκταση του Μεγάλου Ισραήλ προς βορρά αποτελεί σε μεγάλο βαθμό έναν μη διακηρυγμένο στόχο της ανάφλεξης της περιοχής στις 28 Φεβρουαρίου.
Επομένως, με βάση αυτό το ιστορικό, φαίνεται απίθανο η εφαρμογή μιας ακόμη δήλωσης για τον τερματισμό του πολέμου στον Λίβανο να επιφέρει οποιαδήποτε διαφορά. Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που το Ισραήλ σταματούσε εντελώς τις εχθροπραξίες, αν η συμφωνία δεν το υποχρέωνε να αποσυρθεί από τον Λίβανο, ο πόλεμος θα παρέμενε καθαρό κέρδος για το «Μεγάλο Ισραήλ». Με απλά λόγια, πριν από τον πόλεμο, το Ισραήλ συνέχισε να κατέχει, παραβιάζοντας την κατάπαυση του πυρός στα τέλη του 2024, πέντε μικρές περιοχές κατά μήκος των συνόρων, οι οποίες όμως ήταν ουσιαστικά οχυρωμένες κορυφές λόφων συνολικής έκτασης περίπου 5-10 τετραγωνικών χιλιομέτρων· σήμερα ελέγχει περίπου το 10% της έκτασης της χώρας. Εν τω μεταξύ, υπό το πρόσχημα του πολέμου, το Ισραήλ έχει επίσης εντείνει την επιθετικότητά του στη νότια Συρία, έχει αυξήσει σημαντικά την κατάληψη εδαφών στη Δυτική Όχθη και συνεχίζει να έχει υπό την κατοχή του το 58% της Γάζας, ενώ ο πληθυσμός της Γάζας παραμένει αποκομμένος από τον κόσμο σε μια κατεστραμμένη γη.
Τώρα που, όπως αναφέρουν τα ΜΜΕ, οι ΗΠΑ και το Ιράν κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με το μνημόνιο (έχοντας κατά νου ότι μια τέτοια ανακοίνωση έχει γίνει αμέτρητες φορές στο παρελθόν), το Ισραήλ ανέβασε δραματικά τον πήχη: την ίδια μέρα, ο Νετανιάχου ανακοίνωσε με φυσικότητα ότι ο στρατιωτικός έλεγχος του Ισραήλ στη Γάζα θα αυξηθεί από το 58% στο 70% της μικροσκοπικής λωρίδας, στριμώχνοντας 2 εκατομμύρια Παλαιστινίους σε μια ακόμη μικρότερη περιοχή ολοκληρωτικής καταστροφής· και δόθηκαν εντολές εκκένωσης σε όλους τους Λιβανέζους κατοίκους νότια του ποταμού Ζαχράνι, περίπου 20 μίλια βόρεια του Λιτάνι, που ήταν ο διακηρυγμένος στόχος του Ισραήλ μέχρι τώρα, και επέκτεινε σημαντικά τη στρατιωτική του επίθεση.
Πιστεύω λοιπόν ότι οι ισχυρισμοί ότι πρόκειται για ήττα του Ισραήλ είναι αβάσιμοι. «Το Ισραήλ είχε ως στόχο την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και την καταστροφή των πυρηνικών και βαλλιστικών πυραυλικών προγραμμάτων του, και τίποτα από όλα αυτά δεν έχει επιτευχθεί.» Αλήθεια; Το Ισραήλ είχε ως στόχο να βάλει φωτιά στην περιοχή για να προωθήσει τον στόχο του «Μεγάλου Ισραήλ». Η «αλλαγή καθεστώτος» ήταν από την αρχή μια απάτη. Σίγουρα, το Ισραήλ θα ήθελε να επιβάλει τον Ρεζά Παχλάβι, τον γιο του Σάχη, προκειμένου να πυροδοτήσει μια γιγαντιαία εξέγερση των IRGC-Μπασίτζι και να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερο χάος σε ολόκληρη την περιοχή, αλλά για να τον φέρει στην εξουσία θα χρειαζόταν ένα ή δύο εκατομμύρια αμερικανικά στρατεύματα εδάφους από την αρχή, οπότε αυτό δεν επρόκειτο ποτέ να συμβεί. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι το παράλογο σχέδιο δεν ήταν να φέρουν τον Παχλαβί στην εξουσία, αλλά τον πρώην σκληροπυρηνικό Ιρανό πρόεδρο Αχμαντινετζάντ – και πάλι, πιθανώς επειδή είναι μια τόσο διχαστική προσωπικότητα μεταξύ της ιρανικής δικτατορίας των μουλάδων και του IRGC, που φαντάζονταν ότι αυτό θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο και ουσιαστική κατάρρευση του κράτους. Και φυσικά το τελευταίο πράγμα που ήθελε ποτέ το Ισραήλ –ή οι ΗΠΑ– ήταν μια δημοκρατική επανάσταση στο Ιράν.
Και τα πυρηνικά; Αν όλα αυτά προχωρήσουν, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα θα τεθεί υπό έλεγχο – ακριβώς όπως συνέβη με τη Συμφωνία JCPOA του Ομπάμα, κατά της οποίας το Ισραήλ έκανε τεράστια καμπάνια μέχρι που κατάφερε να πείσει τον Τραμπ, το «εργαλείο» του, να την καταργήσει. Είναι λοιπόν σαφές ότι το Ισραήλ δεν κινείται καθόλου από τον φόβο για ένα ανύπαρκτο ιρανικό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων. Αντίθετα, αυτό αποτελεί χρήσιμη προπαγάνδα για την αποτροπή της ομαλοποίησης του ιρανικού καθεστώτος, η οποία θα το έβγαζε από τη θέση του κύριου ιδεολογικού μπαμπούλα του Ισραήλ, με τον οποίο δικαιολογεί τον δικό του εξτρεμισμό για πάνω από τρεις δεκαετίες. Πράγματι, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο αμφιβάλλω ότι το Ισραήλ είχε πραγματικά ως στόχο να φέρει τον Παχλάβι – το Ισραήλ εξακολουθεί να χρειάζεται το Ιράν για αυτούς τους σκοπούς, αλλά ένα Ιράν αποδυναμωμένο από ισραηλινή στρατιωτική δράση έχει ακόμη μεγαλύτερη πολιτική αξία. Βαλλιστικοί πύραυλοι – η CIA εκτιμά ότι το Ιράν διαθέτει ακόμη το 70% των αποθεμάτων που είχε πριν τον πόλεμο· η καταστροφή του 30% είναι ίσως αυτό με το οποίο θα πρέπει να συμβιβαστεί το Ισραήλ. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το Ιράν δεν τους έχει χρησιμοποιήσει ποτέ εναντίον του Ισραήλ, εκτός από την περίπτωση που ήταν απάντηση σε ισραηλινή επίθεση.
Με άλλα λόγια – δεν πιστεύω τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Μου μοιάζει περισσότερο με μια διπλή νίκη, του Μεγάλου Ισραήλ στην περιοχή του και του Ιράν στον Κόλπο.
Ταυτόχρονα, αν ο Τραμπ προχωρήσει, αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με τις 28 Φεβρουαρίου, τώρα αγνοεί τις συμβουλές του Ισραήλ (δηλαδή, να ξαναρχίσει ο πόλεμος, να γίνουν πολύ περισσότεροι βομβαρδισμοί και σκοτωμοί ως τέλεια κάλυψη για τα δικά του σχέδια) και αντίθετα ακούει τις συμβουλές της Σαουδικής Αραβίας και των αραβικών κρατών του Κόλπου. Ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι επρόκειτο να ξαναρχίσει τους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν την Τρίτη 19 Μαΐου – μια κίνηση που είχε την ισχυρή υποστήριξη του Ισραήλ – αλλά αναβλήθηκε κατόπιν παρότρυνσης των αραβικών κρατών του Κόλπου, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), τα οποία, όπως ισχυρίστηκε ο Τραμπ, «πιστεύουν ότι θα επιτευχθεί μια συμφωνία, η οποία θα είναι απολύτως αποδεκτή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, καθώς και από όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής και πέραν αυτής» (αν και ορισμένοι αξιωματούχοι του Κόλπου δεν γνώριζαν το επικείμενο σχέδιο επίθεσης κατά του Ιράν…), καθιστά αυτό το σημείο σαφές. Ενώ είναι γνωστό ότι η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ αντιτάχθηκαν στον πόλεμο και σίγουρα στην επανέναρξή του, η συμπερίληψη των ΗΑΕ από τον Τραμπ, αν είναι αληθινή, είναι περίεργη δεδομένης της σθεναρής συμμαχίας τους με το Ισραήλ και της σαφώς πιο επιθετικής στάσης τους απέναντι στο Ιράν και στον πόλεμο μετά τις μεγάλης κλίμακας ιρανικές επιθέσεις στα ΗΑΕ, αλλά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ακόμα κι αυτό το δειλό καθεστώς δεν τρέφει καμιά εμπιστοσύνη σε οτιδήποτε μπορεί να κάνει ο Τραμπ.
Αυτό δεν εξυπηρετεί τις γενικότερες ηγεμονικές φιλοδοξίες του Ισραήλ στην περιοχή. Το να «μοιράζεται» την περιοχή με μια σειρά υπο-ιμπεριαλιστικών εγχειρημάτων, όπως αυτά της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και, φυσικά, του Ιράν, μπορεί να ακούγεται πολύ «τραμπικό», ειδικά δεδομένης της μεσοπρόθεσμης προτίμησης του Τραμπ να αποσυρθεί από την περιοχή και να την αφήσει έτσι στα χέρια μιας σειράς «στρατηγών», αλλά αποτελεί ανάθεμα για το Ισραήλ· το Ισραήλ πρέπει να διασφαλίσει ότι θα παραμείνει η νούμερο ένα περιφερειακή δύναμη στα μάτια των ΗΠΑ. Γιατί οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να παρέχουν για πάντα τεράστιες ποσότητες δολαρίων και όπλων στο Ισραήλ, ενώ αυτό προωθεί την πιο εξτρεμιστική ατζέντα, αν αυτή η εξτρεμιστική ατζέντα δεν αποδεικνύει την ικανότητά του να κυριαρχήσει πλήρως στην περιοχή, αν το Ισραήλ είναι απλώς ένας από τους πολλούς ισχυρούς περιφερειακούς αντιπροσώπους; Η ώθηση για το «Μεγάλο Ισραήλ» είναι αποτέλεσμα τόσο της εσωτερικής σιωνιστικής λογικής όσο και της ανάγκης να επιδειχθεί απόλυτη περιφερειακή ηγεμονία, αλλά αυτή η υπερβολική επέκταση στην άμεση γειτονιά του ενδέχεται να μην βελτιώσει την ικανότητά του να κυριαρχήσει σε πιο απομακρυσμένες περιοχές, χωρίς τη συνεχή παρουσία των ΗΠΑ σε μεγάλη κλίμακα· και όπως έδειξε ο πόλεμος, ακόμη και αυτή η παρουσία των ΗΠΑ στην πιο επιθετική της μορφή αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Η αναδυόμενη γεωπολιτική «τρίτη δύναμη» και η κωμική «αβρααμική» στιγμή του Τραμπ
Αυτό θέτει ένα ευρύτερο ζήτημα σχετικά με τις περιφερειακές γεωπολιτικές εξελίξεις που διαδραματίζονται πίσω από τα παρασκήνια, το οποίο είναι πολύ μεγάλο για να καλυφθεί εδώ (αλλά θα επανέλθουμε). Ουσιαστικά, παρά τον πόλεμο και παρά τις φιλοδοξίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην έναρξή του, η ήδη υπάρχουσα μεγάλη περιφερειακή διάσπαση μεταξύ ενός περιφερειακού μπλοκ Σαουδικής Αραβίας-Κατάρ-Τουρκίας-Πακιστάν και μιας αναδυόμενης «εξαγωνικής» συμμαχίας μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ (όπως το Ισραήλ, μια περιφερειακή αναθεωρητική δύναμη που παίζει σε ανώτερη κατηγορία), της Ινδίας, της Ελλάδας/Κύπρου και της Αιθιοπίας δεν αποκαταστάθηκε από τον πόλεμο κατά του Ιράν και τις αναμενόμενες (και προγραμματισμένες) ιρανικές αντεπιθέσεις εναντίον των κρατών του Κόλπου, αλλά μάλλον συνεχίστηκε με την ίδια ένταση.
Αυτή η γεωπολιτική πτυχή αναδείχθηκε με έντονο και κωμικό τρόπο, λίγο πριν από την τελική προσπάθεια για την υπογραφή του MOU, όταν ο Τραμπ, εντελώς απροσδόκητα, απαίτησε από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Πακιστάν κ.ά. να προσχωρήσουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ ως μέρος μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας με το Ιράν. Αν και δεν αποτελεί ακριβώς είδηση το γεγονός ότι ο Τραμπ έχει χάσει τα λογικά του επειδή ταπεινώθηκε από το Ιράν στον ηλίθιο, παράνομο και βάρβαρο πόλεμό του, εδώ πραγματικά περνάει σε άλλο επίπεδο. Ο Τραμπ φαίνεται να φαντάζεται ακόμα ότι έχει κάποια χαρτιά στα χέρια του για να υποχρεώσει τους άλλους να κάνουν τα πάντα για να εξυπηρετήσουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, για τις μεγάλες υπηρεσίες που έχουν προσφέρει!
Σύμφωνα με το tweet του, «θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό όλες αυτές οι χώρες [δηλαδή, εκείνες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν] να υπογράψουν, τουλάχιστον, ταυτόχρονα, τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Οι χώρες που αναφέρονται είναι η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (που είναι ήδη μέλος!), το Κατάρ, το Πακιστάν, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και το Μπαχρέιν (που είναι ήδη μέλος!)». Ο Τραμπ τόνισε ότι αυτό ήταν υποχρεωτικό, ότι «ζητούσε υποχρεωτικά από όλες τις χώρες να υπογράψουν αμέσως τις Συμφωνίες του Αβραάμ» και ότι «αν δεν το κάνουν, δεν θα πρέπει να συμμετέχουν σε αυτή τη συμφωνία [δηλαδή, την προοπτική συμφωνία με το Ιράν], καθώς αυτό δείχνει κακή πρόθεση». Ξεπερνώντας ακόμα και τον εαυτό του, ο Τραμπ πρότεινε επίσης ότι αυτοί οι «Μεγάλοι Ηγέτες… θα είχαν την τιμή, μόλις υπογραφεί το Έγγραφό μας, να έχουν και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ως μέρος των Συμφωνιών του Αβραάμ».
Ο Τραμπ έθεσε το αίτημα αυτό κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιάλεξης με τους ηγέτες αυτούς, στην οποία συζητήθηκαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν με τη μεσολάβηση του Πακιστάν, και η αντίδραση ήταν η σιωπή· ο Τραμπ αναγκάστηκε να ρωτήσει αν ήταν ακόμα κάποιος στη γραμμή. Φανταστείτε, νόμιζαν ότι συζητούσαν για το πώς να τερματίσουν τον πόλεμο στον οποίο ο Τραμπ και το Ισραήλ είχαν βυθίσει την περιοχή, και κείνος να τους λέει να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με το ίδιο αυτό Ισραήλ, μετά τη γενοκτονία στη Γάζα, τη συνεχιζόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, τον τρόμο και την κατοχή στο Λίβανο και τις συνεχιζόμενες επιθέσεις και την κατοχή στη νότια Συρία. Δηλαδή, γιατί; Γιατί να το κάνουν;
Ο Τραμπ θα πρέπει να σκεφτεί πώς να σώσει το τομάρι του και να βγει από την κατάσταση με κάποια συμφωνία που να μην τον αφήνει εντελώς ταπεινωμένο. Φυσικά, όπως φαίνεται παραπάνω, το πρόβλημα είναι ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Ήδη δέχεται επίθεση από τη δεξιά από το Wall Street Journal και μερικούς πολύ φιλοϊσραηλινούς Ρεπουμπλικάνους, όπως ο Λίντσεϊ Γκράχαμ και ο Τεντ Κρουζ, που δεν θέλουν καμία παραχώρηση και απλώς θέλουν διαρκή πόλεμο και σκοτωμούς, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών που ήταν από την αρχή κατά του πολέμου θα δικαιωθεί ακόμα περισσότερο, οπότε ο Τραμπ πιστεύει ότι μπορεί να βάλει λίγη κρέμα στο μπαγιάτικο κέικ, πείθοντας μια σειρά χωρών που δεν έχουν δείξει ποτέ κανένα ενδιαφέρον για εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ να το κάνουν ξαφνικά, επειδή τους το λέει μια ηττημένη, ταπεινωμένη Αμερική που δεν έχει πια άλλα χαρτιά να παίξει!
Η Σαουδική Αραβία αντέδρασε όπως ήταν αναμενόμενο, επαναλαμβάνοντας τη δήλωση που διατυπώνει εδώ και χρόνια (περίπου εκατό φορές), ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία με το Ισραήλ εξαρτάται από μια «αμετάκλητη πορεία» προς την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Παρά τις φαντασιώσεις πολλών δυτικών ηγετών και μέσων ενημέρωσης, αλλά και πολλών φιλοϊρανικών φωνών του «Άξονα», υπάρχουν λόγοι για τους οποίους η Σαουδική Αραβία δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα προς τις Συμφωνίες του Αβραάμ σε έξι ολόκληρα χρόνια από τότε που υπογράφηκαν από τα ΗΑΕ, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο και το Σουδάν. Δεν έχει καμία σχέση με το πόσο «αντιδραστικό» είναι ένα κράτος· αυτό είναι απλώς μια ανοησία, μια «αντιιμπεριαλιστική» ανάλυση για αρχάριους. Αν το να είναι κανείς «αντιδραστικός» ήταν το κριτήριο για να θέλει να εξομαλύνει τις σχέσεις με το Ισραήλ, τότε το ίδιο το Ιράν, και το καθεστώς των Ταλιμπάν στο γειτονικό Αφγανιστάν, θα έτρεχαν από τους πρώτους να εξομαλύνουν τις σχέσεις μαζί με τους Σαουδάραβες. Με απλά λόγια, ο ανεπίσημος ηγέτης του σουνιτικού μουσουλμανικού κόσμου και Φύλακας των δύο Ιερών Τζαμιών στη Μέκκα και τη Μεδίνα δεν πρόκειται να εξομαλύνει τις σχέσεις του με το καθεστώς που κατέχει το Ιερό Τζαμί στην Αλ-Κουντς, για να μην ανατραπεί η σαουδική βασιλική οικογένεια. Ο Σαουδάραβας ηγέτης Μοχάμμαντ μπιν Σαλμάν είναι ένας εντελώς αδίστακτος τύραννος (ακριβώς όπως και οι ηγέτες του Ιράν), αλλά και ένας εκσυγχρονιστής εθνικιστής ηγέτης που έχει μεταμορφώσει το κράτος του και λαμβάνει αποφάσεις με βάση τα συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας, και το να είναι παράρτημα του Ισραήλ δεν είναι ένα από αυτά. Όχι, δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε πραγματική συμπάθεια για την Παλαιστίνη (και πράγματι, ο Μοχάμμαντ μπιν Σαλμάν το έχει πει ξεκάθαρα).
Το Κατάρ δεν έχει πει τίποτα, πιθανώς επειδή είναι απλώς πολύ μπερδεμένο, αλλά όμως, το κράτος όπου βρίσκεται η έδρα της Χαμάς, που φιλοξενεί το Al Jazeera, αποτελεί την ανεπίσημη ηγεσία της περιφερειακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας και το οποίο βομβαρδίστηκε από το Ισραήλ πέρυσι, είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να συμφωνήσει ξαφνικά. Το Πακιστάν απέρριψε το αίτημα, δηλώνοντας ότι «το Πακιστάν δεν έχει καμία υποχρέωση να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα», τονίζοντας ότι οι Συμφωνίες του Αβραάμ δεν έχουν καμία σχέση με τη συμφωνία που προσπαθεί να μεσολαβήσει μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Ο Χαουάτζα Μουχάμμαντ Ασίφ, υπουργός Άμυνας του Πακιστάν, ήταν ακόμη πιο κατηγορητικός, δηλώνοντας: «Προσωπικά, δεν νομίζω ότι πρέπει να προσχωρήσουμε σε οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία που έρχεται σε σύγκρουση με τις θεμελιώδεις αρχές μας. Πώς μπορεί να καθίσει κανείς στο τραπέζι με ανθρώπους των οποίων ο λόγος δεν είναι αξιόπιστος ούτε για μια μέρα;»
Αυτές οι αντιδράσεις οδήγησαν σε ακόμα μεγαλύτερη γελοιότητα όταν ο τρελός πολεμοκάπηλος γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ ήταν αρκετά αφελής για να φανταστεί ότι είχε χαρτιά με τα οποία θα μπορούσε να απειλήσει αυτές τις χώρες. «Αν αρνηθείτε να ακολουθήσετε αυτόν τον δρόμο όπως προτείνει ο Πρόεδρος Τραμπ, αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στις μελλοντικές μας σχέσεις και θα καταστήσει αυτή την ειρηνευτική πρόταση απαράδεκτη. Επιπλέον, θα θεωρηθεί από την ιστορία ως μια μεγάλη εσφαλμένη εκτίμηση».
Η σχέση με την Κίνα και η μακροπρόθεσμη σημασία της
Στην πραγματικότητα, ήταν αυτή η «τρίτη δύναμη» μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν που επέφερε την ειρήνη – ο ρόλος του Πακιστάν ως μεσολαβητή υποστηρίχθηκε ενεργά από το μπλοκ Σαουδικής Αραβίας-Κατάρ-Τουρκίας, καθώς και από το Ομάν. Και ακόμη πιο σημαντικό, πίσω από αυτό το μπλοκ βρισκόταν ο βασικός παγκόσμιος αντίπαλος των ΗΠΑ, η Κίνα. Η Κίνα αναφέρεται συνήθως ως σύμμαχος του Ιράν. Και είναι, κατά κάποιον τρόπο. Αλλά είναι επίσης σύμμαχος του Πακιστάν – το 80% του οπλισμού του Πακιστάν προέρχεται από την Κίνα, ενώ η Κίνα αγοράζει πολύ περισσότερο πετρέλαιο από τη Σαουδική Αραβία και άλλα κράτη του Κόλπου παρά από το Ιράν, τους πουλάει όπλα (ακόμα και κατά την περίοδο αυτού του πολέμου), συμμετέχει σε μεγάλα οικονομικά πρότζεκτ σε ολόκληρο τον Κόλπο, ενώ οι Σαουδάραβες και άλλοι έχουν επίσης αρχίσει να πουλάνε μέρος του πετρελαίου τους σε κινεζικά γιουάν – και η Κίνα συμφωνεί με τον Κόλπο και όχι με το Ιράν στο ζήτημα των Στενών. Εν τω μεταξύ, η αμυντική συνθήκη μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν έχει πλέον φέρει σημαντικά κινεζικά οπλικά συστήματα στη Σαουδική Αραβία μέσω της πακιστανικής «πίσω πόρτας» – όπλα που οι ΗΠΑ έχουν απαγορεύσει στους Σαουδάραβες να αγοράσουν οι ίδιοι ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας στο πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών F-35.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Κίνα αναδείχθηκε σε σιωπηλό και ανεπίσημο ηγέτη αυτού του μπλοκ ισχυρών περιφερειακών καπιταλιστικών κρατών που επιδιώκουν μια θέση ανεξάρτητη τόσο από το Ισραήλ όσο και από το Ιράν – και ακόμη και αφού δέχθηκαν πλήγμα από το Ιράν κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου, τείνουν να θεωρούν το «Μεγάλο Ισραήλ» ως τη μεγαλύτερη απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα, ενώ τα δικά τους υπο-ιμπεριαλιστικά σχέδια κρίνουν ότι μια «λύση» δύο κρατών για το παλαιστινιακό ζήτημα είναι κατά πολύ προτιμότερη για την περιφερειακή καπιταλιστική σταθερότητα από ένα «Μεγάλο Ισραήλ» που επεκτείνεται στο Λίβανο, τη Συρία, τη Δυτική Όχθη και στο ξεκοίλιασμα της Γάζας. Και σε αυτή τη θέση, η Κίνα θεωρήθηκε ότι προωθούσε παρασκηνιακά μια διαπραγματευτική λύση, ενώ οι ΗΠΑ έδειξαν ότι η προσέγγισή τους οδήγησε σε αναταραχή και καταστροφή, ενώ οι βάσεις τους στα αραβικά κράτη του Κόλπου τα μετέτρεψαν σε στόχους αντί να τους προσφέρουν προστασία. Μακροπρόθεσμα, αυτή η ήττα των ΗΠΑ μπορεί να είναι ακόμη πιο σημαντική, ως ένα κρίσιμο ορόσημο στην άνοδο της κινεζικής αυτοκρατορικής δύναμης εις βάρος μιας παρακμάζουσας αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Michael Karadjis, “US & Iran edge towards agreement, Trump humiliated, Israel expands war and conquest, ‘third force’ rejects Abraham Accords”, Their Anti-imperialism and Ours, 30 Μαΐου 2026, https://theirantiimperialismandours.com/2026/05/30/us-iran-edge-towards-agreement-trump-humiliated-israel-expands-war-and-conquest-third-force-rejects-abraham-accords/.

