Σημείωση elaliberta.gr:
Ο πόλεμος των εκατό ημερών που ξεκίνησε με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν τυπικά έληξε μετά την αποδοχή από το Ιράν και τις ΗΠΑ του Μνημονίου Κατανόησης. Πρόκειται για μια ταπεινωτική ήττα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, η οποία, αναμφισβήτητα, θα προκαλέσει τεράστιες γεωπολιτικές αναδιαρθρώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Το Ιράν, το οποίο στην αρχή του πολέμου απειλήθηκε με ολοκληρωτική καταστροφή, βγαίνει από τον πόλεμο ακόμα πιο ισχυρό απ’ ό,τι ήταν πριν εκατό μέρες.
Το ιρανικό καθεστώς κατάφερε να επιβιώσει από αυτόν τον πόλεμο και να ενισχύσει τη συνοχή του, η οποία πριν από έξι μήνες είχε δεχτεί ένα σοβαρό πλήγμα από την εξέγερση του ιρανικού λαού (Δεκέμβρη 2025 και Γενάρη 2026). Τώρα, μετά την επιτυχία του στην απόκρουση της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης, το κληρικοστρατιωτικό καθεστώς του Ιράν μπορεί, όπως φοβούνται χιλιάδες Ιρανοί, να εντείνει ακόμα περισσότερο την καταστολή εναντίον του ιρανικού λαού. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών των ιρανικών πόλεων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το καθεστώς συνέχιζε να εκτελεί νέους που είχε συλλάβει κατά τη διάρκεια της καταστολής της εξέγερσης του Δεκέμβρη-Γενάρη (κατά την οποία δολοφονήθηκαν χιλιάδες διαδηλωτές).
Από πολλές απόψεις, η κατάσταση θυμίζει μια ανάλογη ιστορική περίοδο του Ιράν. Τον Ιούνιο του 1989 το Ιράν είχε αποδεχτεί σχετικό ψήφισμα του ΟΗΕ για τον τερματισμό του δεκαετούς πολέμου Ιράν-Ιράκ (ο οποίος είχε ξεκινήσει με την εισβολή του Ιράκ στον Ιράν). Τις αμέσως επόμενες μέρες, κατά το καλοκαίρι του 1989, το ιρανικό καθεστώς προχώρησε σε σε μια τεράστια σφαγή πολιτικών κρατουμένων (μέλη αριστερών οργανώσεων και Μοτζαχεντίν) οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν συλληφθεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 και είχαν εκτίσει τις ποινές τους, ή δεν τους είχε απαγγελθεί καν κάποια ποινή.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια από τις πιο εμπεριστατωμένες περιγραφές της σφαγής των πολιτικών κρατουμένων το 1989 και των λόγων για τους οποίους έγινε. Είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Ervand Abrahamian, Tortured Confessions. Prisons and Public Recantations in Modern Iran (1999). Ο Ερβάντ Αμπραχαμιάν είναι ο σημαντικότερος ιστορικός της σύγχρονης ιρανικής ιστορίας. Πρόσφατα εκδόθηκε στα ελληνικά ένα από τα σημαντικά του έργα, Η Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν (Ervand Abrahamian, Η Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν, εκδόσεις Σάλτο, σειρά Κάλλιστος, μετάφραση Κώστας Κούσιαντας, Ελένη Τιμογιαννάκη), μια επισκόπηση της εξέλιξης της ιρανικής κοινωνίας, από τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας των Κατζάρων, μέχρι το 2018.
Ervand Abrahamian
Οι Μαζικές Εκτελέσεις του 1988 στο Ιράν
«Αυτές οι μαζικές εκτελέσεις... παραβιάζουν τις θεμελιώδεις αρχές του Ισλάμ, του Ιερού Προφήτη και του Ιμάμη μας Αλί.»
Αγιατολλάχ Μονταζερί, «Επιστολή προς τον Ιμάμη Χομεϊνί», 31 Αυγούστου 1988
Η Ιερά Εξέταση
Τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, 19 Ιουλίου 1988, το καθεστώς, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, απομόνωσε τις κύριες φυλακές από τον έξω κόσμο. Έκλεισε με αποφασιστικότητα τις πύλες τους· ακύρωσε τις προγραμματισμένες επισκέψεις και τις τηλεφωνικές συνομιλίες· απαγόρευσε όλες τις εφημερίδες· απομάκρυνε τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις από τα κελιά· δεν επέτρεπε την παραλαβή επιστολών, δεμάτων με είδη πρώτης ανάγκης, ακόμη και ζωτικών φαρμάκων· και απαγόρευσε στους συγγενείς να συγκεντρώνονται έξω από τις πύλες των φυλακών – ιδιαίτερα στο Λούνα Παρκ έξω από το Εβίν. Επιπλέον, τα σημαντικότερα δικαστήρια σταμάτησαν τη λειτουργία τους λόγω έκτακτων αδειών για διακοπές, προκειμένου οι ανήσυχοι συγγενείς να μην συγκεντρωθούν εκεί αναζητώντας πληροφορίες. Ορισμένες οικογένειες, κυριευμένες από πανικό, έσπευσαν στην Κομ αναζητώντας τον Αγιατολλάχ Μονταζερί, ο οποίος ήταν ακόμα ο υποψήφιος διάδοχος.[1]
Οι φύλακες απομόνωσαν όχι μόνο τις φυλακές από τον έξω κόσμο, αλλά και κάθε πτέρυγα από τις άλλες πτέρυγες της ίδιας φυλακής. Οι κρατούμενοι περιορίστηκαν στα κελιά τους. Οι κοινόχρηστοι χώροι, όπως οι αίθουσες διαλέξεων, τα εργαστήρια, τα ιατρεία και οι αυλές, έκλεισαν. Οι φύλακες και οι Αφγανοί υπάλληλοι των φυλακών είχαν εντολή να μην μιλούν στους κρατούμενους. Στην πράξη, οι πολιτικοί κρατούμενοι απομονώθηκαν εντελώς από τους μη πολιτικούς, οι Μοτζαχεντίν από τους αριστερούς, οι μετανοημένοι από τους μη μετανοημένους, όσοι είχαν μακροχρόνιες ποινές από αυτούς που είχαν μικρές και όσοι είχαν μόλις ξεκινήσει την ποινή τους από αυτούς που την είχαν ολοκληρώσει. Ένας εφευρετικός κρατούμενος συναρμολόγησε ένα ραδιόφωνο για να μάθει τι συνέβαινε, όμως ανακάλυψε ότι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν μετέδιδαν ειδήσεις σχετικά με τις φυλακές. Τηρούσαν αποκλεισμό ειδήσεων. Έτσι ξεκίνησε μια πράξη βίας άνευ προηγουμένου στην ιστορία του Ιράν – άνευ προηγουμένου ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο και την ένταση. Ξεπέρασε ακόμη και την περίοδο τρόμου του 1979. Το πέπλο της μυστικότητας, ωστόσο, ήταν τόσο αποτελεσματικό που κανένας δυτικός δημοσιογράφος δεν άκουσε γι’ αυτό και κανένας δυτικός ακαδημαϊκός δεν το συζήτησε. Ακόμα δεν το έχουν κάνει.
Λίγο πριν τις εκτελέσεις –δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε– ο Χομεϊνί είχε εκδώσει μια μυστική αλλά εξαιρετικής σημασίας διαταγή –ορισμένοι υποψιάζονται ότι επρόκειτο για επίσημη φάτουα, δηλαδή θρησκευτικό διάταγμα– με την οποία συγκροτούσε Ειδικές Επιτροπές, δίνοντάς τους εντολή να εκτελέσουν τους Μοτζαχεντίν ως μοχαρέμπ (όσους πολεμούν τον Θεό) και τους αριστερούς ως μορτάντ (αποστάτες από το Ισλάμ). Η επιτροπή της Τεχεράνης –συνολικά δεκαέξι άτομα– περιλάμβανε εκπροσώπους του ίδιου του Ιμάμη, του προέδρου, του γενικού εισαγγελέα, των Επαναστατικών Δικαστηρίων, των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Πληροφοριών, καθώς και των διοικήσεων των φυλακών Εβίν και Γκοχάρ Νταστ. Ο πρόεδρός της, ο Αγιατολλάχ Εσρακί, είχε δύο ειδικούς βοηθούς – τον Χοτζάτ αλ-Ισλάμ Ναγιερί και τον Χοτζάτ αλ-Ισλάμ Μομπασερί. Τους επόμενους πέντε μήνες, αυτή η επιτροπή μετακινούνταν με ελικόπτερο από το Εβίν στο Γκοχάρ Νταστ. Θα ονομαζόταν «η επιτροπή του θανάτου». Παρόμοιες επιτροπές συστάθηκαν και στις επαρχίες.
Η επιτροπή της Τεχεράνης ξεκίνησε με τους Μοτζαχεντίν και όσους από αυτούς είχαν μετανοήσει. Αρχικά τους διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτο για δίκη, αλλά για μια διαδικασία με σκοπό την προκήρυξη γενικής αμνηστίας και τον διαχωρισμό των Μουσουλμάνων από τους μη Μουσουλμάνους. Στη συνέχεια, τους ρώτησε για την οργανωτική τους ένταξη. Αν απαντούσαν «Μοτζαχεντίν», η ανάκριση τελείωνε εκεί. Αν απαντούσαν «μοναφεκίν» (υποκριτές), η επιτροπή συνέχιζε με ερωτήσεις όπως «Είστε διατεθειμένοι να καταγγείλετε πρώην σύντροφους σας;», «Είστε διατεθειμένοι να τους καταγγείλετε μπροστά στις κάμερες;», «Είστε διατεθειμένοι να μας βοηθήσετε να τους εντοπίσουμε;», «Θα μας πείτε τα ονόματα των κρυφών συμπαθούντων;». «Θα εντοπίσετε τους ψευτο-μετανοημένους;» «Θα πάτε στο μέτωπο του πολέμου και θα περάσετε από τα ναρκοπέδια του εχθρού;»
Οι κρατούμενοι στο Εβίν παρέμεναν με δεμένα μάτια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Αντίθετα, σε όσους βρίσκονταν στο Γκοχάρ Νταστ επιτράπηκε να δουν τα μέλη της επιτροπής. Οι ερωτήσεις είχαν σαφώς σχεδιαστεί για να εξαντλήσουν το αίσθημα αξιοπρέπειας, τιμής και αυτοσεβασμού των θυμάτων. Η Ράχα γράφει ότι κανένας από τους πενήντα Μοτζαχεντίν της πτέρυγας της δεν επέστρεψε από την ανάκριση.[2] Ένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας γράφει ότι 195 από τους 200 Μοτζαχεντίν του κτιρίου 2 του Γκοχάρ Νταστ δεν επέστρεψαν.[3] Ένας τρίτος γράφει ότι ο Χοτζάτ αλ-Ισλάμ Ναγιερί ήταν αποφασισμένος να προκαλέσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες, ενώ ο Αγιατολλάχ Εσρακί έκανε μια χλιαρή προσπάθεια να μετριάσει την κατάσταση.[4]
Οι Μοτζαχεντίν που έδωσαν μη ικανοποιητικές απαντήσεις μεταφέρθηκαν αμέσως σε ένα ειδικό δωμάτιο, όπου τους διέταξαν να συντάξουν τη διαθήκη τους. Τους διέταξαν επίσης να παραδώσουν προσωπικά αντικείμενα όπως δαχτυλίδια, ρολόγια και γυαλιά. Στη συνέχεια, τους οδήγησαν με δεμένα μάτια στην αγχόνη. Οι αγχόνες στο Εβίν βρισκόταν στην απομονωμένη αίθουσα θρησκευτικών διαλέξεων Χοσσεϊνιγιέ. Αυτές στο Γκοχάρ Νταστ βρισκόταν στο κλειστό αμφιθέατρο και στο παρακείμενο εργοστάσιο κατασκευής κουτιών. Τα θύματα απαγχονίστηκαν σε ομάδες των έξι. Μερικοί χρειάστηκαν δεκαπέντε λεπτά για να πεθάνουν – η παραδοσιακή μέθοδος απαγχονισμού στο Ιράν περιλαμβάνει το δέσιμο του θύματος από το λαιμό και όχι την πτώση του από μια καταπακτή. Μετά τις πρώτες μέρες, οι καταπονημένοι δήμιοι ζήτησαν ομάδες εκτελεστών. Αυτά τα αιτήματα, ωστόσο, απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι η σαρία επιβάλλει τον απαγχονισμό για τους αποστάτες και τους εχθρούς του Θεού. Πιθανώς ο πραγματικός λόγος ήταν η ανάγκη για απόλυτη σιωπή και μυστικότητα.
Στους αριστερούς είπαν ότι οι Μοτζαχεντίν μεταφέρονταν αλλού. Ωστόσο, μερικοί στο Γκοχάρ Νταστ υποψιάστηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν είδαν φορτηγά-ψυγεία και φρουρούς με μάσκες να πηγαινοέρχονται στο αμφιθέατρο – χωρίς να το γνωρίζουν, οι μάσκες χρησιμοποιούνταν επειδή είχαν χαλάσει οι καταψύκτες του νεκροτομείου. Ένας φρουρός ισχυρίστηκε ότι απλώς «καθάριζαν τη φυλακή και ότι κάθε νέο καθεστώς αργά ή γρήγορα πρέπει να καθαρίσει τις φυλακές του». Οι κρατούμενοι κατάλαβαν τη διπλή έννοια μόνο αργότερα. Ένας Αφγανός εργάτης που παρέδιδε φαγητό έκανε απειλητικά σημάδια γύρω από το λαιμό του. Αλλά και πάλι οι κρατούμενοι κατάλαβαν τη σημασία μόνο αργότερα. Κάποιοι σκέφτηκαν ότι προσπαθούσε να υποδείξει ότι ο Χομεϊνί είχε πεθάνει. Τους ήταν δύσκολο να φανταστούν μαζική σφαγή σε μια εποχή εθνικής ευφορίας – ο Χομεϊνί είχε μόλις τερματίσει τον οκταετή πόλεμο αποδεχόμενος την ειρηνευτική πρόταση του ΟΗΕ. Όπως και με τους κρατούμενους των στρατοπέδων συγκέντρωσης, η εξοικείωση με τον θάνατο δεν τους προετοίμαζε απαραίτητα για το χειρότερο. Ένας επιζών παραδέχεται ότι νόμιζε ότι τον προετοίμαζαν για να αφεθεί ελεύθερος εγκαίρως για τις επικείμενες εορταστικές εκδηλώσεις για την ειρήνη.[5]
Μετά τις 27 Αυγούστου, η επιτροπή έστρεψε την προσοχή της στους αριστερούς. Διαβεβαιώνοντάς τους ότι απλώς επεδίωκε να διαχωρίσει τους πιστούς μουσουλμάνους από τους μη πιστούς, τους ρωτούσε: «Είσαι Μουσουλμάνος;» «Πιστεύεις στον Θεό;» «Είναι το Ιερό Κοράνι ο Λόγος του Θεού;» «Πιστεύεις στον Παράδεισο και στην Κόλαση;» «Αποδέχεσαι τον Ιερό Μωάμεθ ως Σφραγίδα των Προφητών;» «Θα αποκηρύξεις δημοσίως τον ιστορικό υλισμό;» «Θα καταγγείλεις τις προηγούμενες πεποιθήσεις σου μπροστά στις κάμερες;» «Νηστεύεις κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού;» «Προσεύχεσαι και διαβάζεις το Ιερό Κοράνι;» «Θα προτιμούσες να μοιραστείς ένα κελί με έναν Μουσουλμάνο ή με έναν μη Μουσουλμάνο;» «Θα υπογράψεις ένορκη βεβαίωση ότι πιστεύεις στον Θεό, τον Προφήτη, το Ιερό Κοράνι και την Ανάσταση;» «Όταν μεγάλωνες, ο πατέρας σου προσευχόταν, νήστευε και διάβαζε το Ιερό Κοράνι;» Λίγοι κατάλαβαν τη θανάσιμη σημασία της τελευταίας ερώτησης.
Όπως και η μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, η επιτροπή έθετε ερωτήσεις με υπονοούμενα – ειδικά για φοιτητές που δεν είχαν γνώση της εσωτεριστικής θεολογίας. Τέτοιες ερωτήσεις προκαλούσαν σύγχυση στους Ιρανούς όσο και στους δυτικούς ομολόγους τους. Δεν είχαν τεθεί ποτέ πριν στα ιρανικά δικαστήρια –αν είχαν τεθεί ποτέ στη Μέση Ανατολή. Ήταν μια Ιερά Εξέταση με την πλήρη έννοια του όρου– μια έρευνα για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και όχι για τις πολιτικές και οργανωτικές σχέσεις. Από αυτές απουσίαζαν εμφανώς τα ζητήματα που απασχολούσαν τα προηγούμενα δικαστήρια – ζητήματα όπως «ανατροπή», «προδοσία», «κατασκοπεία», «τρομοκρατία» και «ιμπεριαλιστικές διασυνδέσεις». Όπως σχολίασε ένας Φενταγί, «Τα προηγούμενα χρόνια, ήθελαν να ομολογήσουμε ότι ήμασταν κατάσκοποι. Το 1988, ήθελαν να προσηλυτιστούμε στο Ισλάμ».[6] Ένας άλλος Φενταγί παραδέχτηκε ότι ήταν μπερδεμένος από το γεγονός ότι οι ανακριτές του φαινόταν εντελώς αδιάφοροι για τις πολιτικές του δραστηριότητες, τις πολιτικές του σχέσεις και τις πολιτικές του θέσεις.[7]
Οι πρώτοι αριστεροί που παρουσιάστηκαν ενώπιον της επιτροπής του Εβίν ήταν όσοι είχαν ελαφρές ποινές, ή που είχαν ήδη εκτίσει την ποινή τους. Αυτό δίνει στον κατάλογο των θανατωθέντων την εντύπωση μιας τυχαίας κλήρωσης. Μερικοί από όσους έχασαν τη ζωή τους την πρώτη μέρα εξέτιαν σύντομες ποινές· μερικοί από όσους επέζησαν τις επόμενες μέρες εξέτιαν μακροχρόνιες ποινές, ακόμη και ισόβια. Η αντίφαση αυτή μπορεί να εξηγηθεί. Στο Γκοχάρ Νταστ, ένας αριστερός κρατούμενος που είχε κάποτε φοιτήσει σε θεολογική σχολή, αντιλήφθηκε αμέσως τη θεολογική σημασία των ερωτήσεων. Πέρασε τη νύχτα της 30ής Αυγούστου στέλνοντας μηνύματα σε κώδικα Μορς σε άλλα κελιά, επισημαίνοντας τους κρυμμένους κινδύνους. Προειδοποίησε ότι η άρνηση να απαντήσει κανείς με το αιτιολογικό της «ιδιωτικής ζωής» θα μπορούσε από μόνη της να θεωρηθεί ως ομολογία «αποστασίας». Πιο σημαντικό, επισήμανε ότι από τεχνικής άποψης κάποιος ήταν αποστάτης μόνο αν είχε ανατραφεί από Μουσουλμάνο πατέρα που προσευχόταν τακτικά, διάβαζε το Κοράνι και τηρούσε το Ραμαζάνι. Οι κατ’ όνομα Μουσουλμάνοι που δεν είχαν ανατραφεί σε σωστές μουσουλμανικές οικογένειες έπρεπε πρώτα να γνωρίσουν το αληθινό Ισλάμ προτού μπορέσουν να θεωρηθούν αποστάτες που αξίζουν τον θάνατο. Σύμφωνα με την Κομ, οι αποστάτες διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες: μορτάντ-ε φετρί (εγγενείς αποστάτες) και μορτάντ-ε μελλί (εθνικοί αποστάτες). Οι πρώτοι άξιζαν τον θάνατο, ενώ οι δεύτεροι άξιζαν μια δεύτερη ευκαιρία.
Οι αριστεροί πέρασαν τη νύχτα συζητώντας ποια στάση να υιοθετήσουν απέναντι στο ερωτηματολόγιο. Κάποιοι αποφάσισαν να πεθάνουν και, για να προετοιμαστούν, φόρεσαν τα καλύτερά τους ρούχα. Ένας μάλιστα φόρεσε γραβάτα ως σαφές σύμβολο πολιτιστικής αντίστασης. Άλλοι όμως αποφάσισαν να δώσουν «πασοχχά-γε τακτικί» (τακτικές απαντήσεις). Μια τέτοια απάντηση ήταν να δηλώσουν ότι οι γονείς τους δεν ήταν πιστοί Μουσουλμάνοι. Φυσικά, αυτή την απάντηση θα μπορούσαν να δώσουν μόνο όσοι είχαν χάσει τους γονείς τους. Ένας ενημέρωσε την επιτροπή ότι είχε μεγαλώσει στην αθεϊστική Σοβιετική Ένωση. Ένας άλλος θυμήθηκε ότι ο πατέρας του –ένας αυστηρός κοσμικός– είχε απειλήσει να τον τιμωρήσει αν τον έπιανε ποτέ να προσεύχεται. Μια άλλη «τακτική απάντηση» ήταν να πουν ότι είχαν παραμελήσει τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις όχι λόγω ιδεολογικών αντιρρήσεων, αλλά επειδή ήταν πολύ απασχολημένοι με το να βγάζουν τα προς το ζην. Μια ακόμη «τακτική απάντηση» ήταν ότι δεν ήταν μαρξιστές, αλλά αριστεροί που πίστευαν στον Θεό, στον Προφήτη και στην Ανάσταση. Ένας από αυτούς είπε στην επιτροπή ότι μπορούσε να είναι ταυτόχρονα Μουσουλμάνος και κανονικό μέλος του Τουντέχ, επειδή το πρόγραμμα του κόμματος δεν έκανε διακρίσεις λόγω θρησκείας: «Το κόμμα είναι ενάντια στον καπιταλισμό, όχι ενάντια στον Θεό».[8] Κατά ειρωνικό τρόπο, ένα από τα πρώτα θύματα ήταν ένας μαχητής του Τουντέχ που τύγχανε να είναι ευσεβής Μουσουλμάνος. Αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις με το σκεπτικό ότι το κράτος δεν είχε καμία δουλειά να του κάνει «προσωπικές ερωτήσεις». Αντίθετα, σχεδόν όλοι στο μπλοκ 6 του Εβίν –όπου κρατούνταν τα μέλη του Τουντέχ με ποινές δεκαπέντε ετών– επέλεξαν να δώσουν τακτικές απαντήσεις.[9] Γενικά, ο Αγιατολλάχ Εσρακί ήταν πρόθυμος να δεχτεί τέτοιες απαντήσεις ως έχουν.
Οι ανακρίσεις αυτές διήρκεσαν τρεις μήνες. Στις φυλακές Εβίν και Γκοχάρ Νταστ, διεξάγονταν στις κύριες αίθουσες δικαστηρίου. Σε ορισμένους κρατούμενους γίνονταν προφορικές ανακρίσεις, ενώ σε άλλους δίνονταν δακτυλογραφημένα ερωτηματολόγια. Κάποιοι μπορούσαν να βλέπουν τους ανακριτές τους, ενώ άλλοι ήταν χωρισμένοι από αυτούς με ψηλά ταμπλό. Όσοι έδιναν αποδεκτές απαντήσεις οδηγούνταν στις πόρτες στα δεξιά. Όσοι έδωσαν μη αποδεκτές απαντήσεις οδηγούνταν στις πόρτες στα αριστερά. Οι πρώτοι επέστρεφαν στα κελιά τους, τους διατάζονταν να εκτελέσουν τις καθημερινές τους προσευχές και τους δίνονταν δέκα μαστιγώματα για κάθε μία που αρνούνταν να εκτελέσουν – συνολικά πενήντα μαστιγώματα την ημέρα. Όσοι απέτυχαν στη δοκιμασία οδηγούνταν στην αγχόνη με μια σύντομη στάση για να αφήσουν τα προσωπικά τους αντικείμενα και να γράψουν τη διαθήκη τους. Μέσα στη σύγχυση, μερικοί επέζησαν επειδή τους έστειλαν στις λάθος πόρτες. Δύο επιζώντες θυμούνται ότι θεώρησαν αυτή τη συζήτηση για τις διαθήκες ως αστείο, επειδή δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι ένα τέτοιο ερωτηματολόγιο θα μπορούσε να σφραγίσει τη μοίρα κάποιου.[10]
Η μεταχείριση των γυναικών ήταν κάπως πιο περίπλοκη. Ενώ οι γυναίκες Μοτζαχεντίν απαγχονίστηκαν αμέσως ως «ένοπλοι εχθροί του Θεού», στις αριστερές –ακόμη και σε εκείνες που είχαν ανατραφεί ως πιστές Μουσουλμάνες– δόθηκε μια ακόμη «ευκαιρία» να αναθεωρήσουν την «αποστασία» τους. Στα μάτια των δικαστών, οι γυναίκες δεν ήταν πλήρως υπεύθυνες για τις πράξεις τους, και στις απείθαρχες γυναίκες –συμπεριλαμβανομένων των αποστατριών– μπορούσαν να επιβληθούν διακριτικές ποινές για να διορθώσουν τη συμπεριφορά τους και να υπακούσουν στους άνδρες ανωτέρους τους. Μετά την έρευνα, στις αριστερές επιβλήθηκαν συστηματικά πέντε μαστιγώματα για κάθε προσευχή που δεν είχαν κάνει –τα μισά από αυτά που επιβλήθηκαν στους άνδρες. Μετά από λίγο, πολλές συμφώνησαν να προσευχηθούν. Μία από αυτές εξομολογήθηκε δέκα χρόνια αργότερα ότι εξακολουθούσε να έχει επαναλαμβανόμενους εφιάλτες στους οποίους έβλεπε τον εαυτό της να προσεύχεται και, ως εκ τούτου, να προδίδει ολόκληρη την προσωπικότητά της. Ορισμένες κήρυξαν απεργία πείνας, αρνούμενες ακόμη και το νερό. Μία πέθανε μετά από είκοσι δύο ημέρες και 550 μαστιγώματα. Οι αρχές χαρακτήρισαν τον θάνατό της ως αυτοκτονία – τελικά, ήταν «αυτή που είχε πάρει την απόφαση να μην προσεύχεται».[11]
Οι πραγματικές αυτοκτονίες επίσης αυξήθηκαν σε αριθμό – τόσο στα τμήματα των ανδρών όσο και στα τμήματα των γυναικών. Κάποιοι είχαν τη σαφή εντύπωση ότι οι αρχές άφηναν σκόπιμα ξυραφάκια εδώ και εκεί για να διευκολύνουν τις αυτοκτονίες.[12] Σε ένα άρθρο με τίτλο «Η ζωή μετά το 1988», ένας επιζών περιγράφει χαρακτηριστικά που μπορούν να αναγνωριστούν ως τυπικά συμπτώματα μετατραυματικού στρες: αδυναμία αποδοχής της καταστροφής, τρόμος ότι θα επαναληφθεί, βαθιά κατάθλιψη, οξεία ενοχή επιζώντος και άρνηση να παραδεχτούν –ακόμη και στους εαυτούς τους– ότι είχαν δώσει «τακτικές απαντήσεις». Περιγράφει τη σκηνή ως έναν καφκικό εφιάλτη και προσθέτει ότι οι επιζώντες ορκίστηκαν να καταγράψουν τις εμπειρίες τους για να δώσουν «μαρτυρίες» για όσους είχαν χαθεί.[13]
Η πλήρης έκταση αυτών των εκτελέσεων παραμένει άγνωστη. Διαθέτουμε ελάχιστες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων από τις επαρχίες. Το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι το Ισφαχάν ήταν η μόνη μεγάλη επαρχιακή πρωτεύουσα που γλίτωσε από αυτές. Η φυλακή του Ισφαχάν εξακολουθούσε να διοικείται από υποστηρικτές του Μονταζερί. Επιπλέον, το καθεστώς το 1988 –σε αντίθεση με το 1979 και το 1981– δεν δημοσίευσε κανέναν κατάλογο. Αντίθετα, επέμενε –και εξακολουθεί να επιμένει– ότι δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες εκτελέσεις.
Η Ράχα εκτιμά τον αριθμό των νεκρών σε «χιλιάδες».[14] Ένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας τον υπολογίζει μεταξύ 5.000 και 6.000 – 1.000 από την αριστερά και οι υπόλοιποι από τους Μοτζαχεντίν.[15] Ένας τρίτος τον εκτιμά σε «χιλιάδες», με το Γκοχάρ Νταστ μόνο να έχει έως και 1.500.[16] Μια πρόσφατη μελέτη που χρησιμοποιεί διάσπαρτες πληροφορίες από τις επαρχίες τοποθετεί τον αριθμό στα 12.000.[17] Η Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ότι ο συνολικός αριθμός σε εθνικό επίπεδο υπερβαίνει τους 2.500 και περιγράφει τη συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων ως «κρατούμενους συνείδησης», καθώς δεν είχαν κατηγορηθεί για πραγματικές ενέργειες ή σχεδίαση ενεργειών κατά του κράτους.[18] Όποιοι και αν είναι οι ακριβείς αριθμοί, το σύνολο ξεπέρασε αυτό του 1979, όταν στις απώλειες περιλαμβάνονταν και ορισμένοι που είχαν σκοτωθεί σε ένοπλες συγκρούσεις. Το 1988, όλοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ.
Η οργάνωση Φενταγίν της Πλειοψηφίας έχει δημοσιεύσει τα ονόματα 615 θυμάτων, αναφέροντας, όπου ήταν δυνατόν, την οργανωτική τους ένταξη και τον τόπο της εκτέλεσης.[19] Ωστόσο, ο κατάλογος αυτός δεν είναι καθόλου πλήρης, καθώς περιορίζεται σε συγκεκριμένα τμήματα των φυλακών Εβίν και Γκοχάρ Νταστ. Από τα 615 άτομα, τα 137 προέρχονταν από τους Μοτζαχεντίν, τα 90 από το Τουντέχ, 108 από τους Φενταγίν της Πλειοψηφία, 20 από τους Φενταγίν της Μειοψηφία, 21 από άλλες παραφυάδες των Φενταγίν, 30 από την Κομάλα, 12 από το Ραχ-ε Καργκάρ, 3 από το Παϊκάρ και 12 από άλλες αριστερές ομάδες. Η πολιτική ταυτότητα των υπόλοιπων 182 παραμένει άγνωστη.
Το Τουντέχ έχει δημοσιεύσει νεκρολογίες για ογδόντα από τους μάρτυρές του.[20] Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 20 πρώην στρατιωτικοί αξιωματικοί, 4 από τους οποίους είχαν φυλακιστεί από τον Σάχη για είκοσι τέσσερα χρόνια· 14 μηχανικοί· 12 τεχνικοί, 12 εργάτες, 11 κομματικά στελέχη πλήρους απασχόλησης, πολλοί από τους οποίους κατείχαν πτυχία πανεπιστημίου από τη Σοβιετική Ένωση, 8 δάσκαλοι, 5 φοιτητές πανεπιστημίου, 2 γιατροί, 2 λογιστές και άλλοι 2 δημόσιοι υπάλληλοι. Τριάντα – συμπεριλαμβανομένων 10 από τη «στρογγυλή τράπεζα»[1] του 1983 – ήταν μέλη της κεντρικής επιτροπής. Όσον αφορά την περιοχή, 17 είχαν γεννηθεί στην Τεχεράνη, 16 στο Αζερμπαϊτζάν, 15 στις επαρχίες της Κασπίας, 14 στις κεντρικές επαρχίες, 9 στο Κουρδιστάν και 7 στο Χορασάν. Όσον αφορά την ηλικία, 11 ήταν στην δεκαετία των είκοσι, 23 στην δεκαετία των τριάντα, 14 στην δεκαετία των σαράντα, 10 στην δεκαετία των πενήντα, 19 στην δεκαετία των εξήντα, 5 στην δεκαετία των εβδομήντα και 1 στην δεκαετία των ογδόντα. Αυτή η ιερά εξέταση δεν έδειχνε σεβασμό στην ηλικία.
Ορισμένα θύματα βρισκόταν στη φυλακή από το 1983. Ορισμένα είχαν εκτίσει τις ποινές τους. Μερικά δεν είχαν ακόμη δικαστεί. Αλλά σχεδόν όλοι είχαν συλληφθεί για σχετικά ήσσονος σημασίας αδικήματα. Όσοι είχαν σοβαρές κατηγορίες είχαν ήδη εκτελεστεί. Η σφαγή του 1988 έμοιαζε με τις «εξαφανίσεις» της σύγχρονης Λατινικής Αμερικής – αλλά με μια ειρωνική διαφορά. Στη Λατινική Αμερική, δεν χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι ιεράς εξέτασης, παρά την καθολική παράδοση. Στο Ιράν, όμως, χρησιμοποιήθηκαν παρόλο που η χώρα δεν είχε τέτοια παράδοση. Η μεσαιωνική Ιερά Εξέταση έκανε την εμφάνισή της στο σύγχρονο Ιράν.
Οι συγγενείς δεν ενημερώθηκαν επίσημα για τις εκτελέσεις παρά μόνο πολύ μετά τις 25 Νοεμβρίου. Προκειμένου να αποτραπούν οι μαζικές συγκεντρώσεις, ενημερώθηκαν σε ξεχωριστές ομάδες σε διάστημα πολλών εβδομάδων. Τους δόθηκε ρητή εντολή να μην τηρήσουν την παραδοσιακή περίοδο πένθους των σαράντα ημερών. Σε ορισμένους το ανακοίνωσαν τηλεφωνικά. Οι περισσότεροι κλήθηκαν στις γειτονικές κομιτέχ –μερικοί στο Εβίν– για να παραλάβουν τα προσωπικά αντικείμενα καθώς και τη διαθήκη του αποθανόντος. Παραδόθηκαν μόνο διαθήκες χωρίς ιδιαίτερο περιεχόμενο.
Οι συγγενείς φοβόντουσαν το χειρότερο πολύ πριν από τον Νοέμβριο. Είχαν δει να εμφανίζονται ανώνυμοι τάφοι στο Μπεχέστ-ε Ζαχαρά, το κύριο νεκροταφείο, και στο Χαβαρεστάν, όπου άνοιξε ένα νέο νεκροταφείο δίπλα στο νεκροταφείο των Μπαχάι στην ανατολική Τεχεράνη. Το Μπεχέστ-ε Ζαχαρά προοριζόταν για μουσουλμάνους· το Χαβαρεστάν, για αποστάτες από το ισλάμ. Οι Μοτζαχεντίν – ως μουσουλμάνοι – μπορούσαν να ταφούν στο Μπεχέστ-ε Ζαχαρά. Αλλά οι μαρξιστές – ως άπιστοι – έπρεπε να διαχωριστούν. Οι κανόνες του Νατζίς[2] ίσχυαν στον θάνατο όπως και στη ζωή. Το καθεστώς είχε μεταφέρει από το Μπεχέστ-ε Ζαχαρά στο Καβαρεστάν ακόμη και τα σώματα μερικών Φενταγίν θυμάτων της SAVAK [της αστυνομίας του σάχη – σ.τ.μ.]. Οι αρχές ονόμασαν τον τόπο καφερεστάν (γη των άπιστων) και λαναταμπάντ (γη των καταραμένων). Οι πενθούντες, έχοντας φυτέψει εκεί παρτέρια με τριαντάφυλλα, τον ονόμασαν Γκολζάρ-ε Καβαράν (Ανατολικά Χωράφια Λουλουδιών). Στο σύγχρονο Ιράν, τα νεκροταφεία είναι ισχυρά σημαίνοντα με πολλούς τρόπους.
Ακόμη και σήμερα [το 1999 – σ.τ.μ.], μια δεκαετία αργότερα, τα κίνητρα πίσω από τις σφαγές του 1988 παραμένουν ασαφή. Κάποιοι εικάζουν ότι το καθεστώς είτε αντέδρασε στις απεργίες πείνας στο Εβίν είτε προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις φυλακές. Με άλλα λόγια, οι εκτελέσεις αποτέλεσαν μια μορφή «συγυρίσματος». Άλλοι εικάζουν ότι είχαν ως κύριο στόχο να φιμώσουν την αντιπολίτευση και να σπείρουν τον τρόμο στον πληθυσμό. Άλλοι τις συνδέουν με την αποδοχή της ειρηνευτικής πρότασης του ΟΗΕ από τον Χομεϊνί – μια πράξη που ισοδυναμούσε με «πόση δηλητηρίου»[3]. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, προχώρησε στις εκτελέσεις για να αποσπάσει την οργή από τον δαπανηρό πόλεμο που θα μπορούσε να είχε τερματίσει έξι χρόνια νωρίτερα, όταν το Ιράν είχε απελευθερώσει το Χοραμσάχρ. Άλλοι πάλι τις συνδέουν με μια στρατιωτική επίθεση που εξαπέλυσαν οι Μοτζαχεντίν στο δυτικό Ιράν αμέσως μόλις ο Χομεϊνί αποδέχτηκε την κατάπαυση του πυρός.
Αυτές οι θεωρίες, ωστόσο, δεν αντέχουν σε προσεκτική εξέταση. Το 1988 οι φυλακές ήταν λιγότερο υπερπλήρεις από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή κατά τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Στην πραγματικότητα, η φυλακή Κεζέλ Χεσάρ είχε αδειάσει από όλους τους πολιτικούς κρατούμενους. Εξάλλου, το καθεστώς θα μπορούσε να είχε επιλύσει οποιοδήποτε πρόβλημα υπερπληθυσμού απλώς απελευθερώνοντας τους μετανοημένους και όσους είχαν εκτίσει τις ποινές τους. Η απεργία πείνας στο Εβίν είχε τελειώσει πολύ πριν από τη σύγκληση της Ειδικής Επιτροπής. Η μυστικότητα που περιβάλλει ολόκληρο το γεγονός διαψεύδει την άποψη ότι είχε σχεδιαστεί για να προκαλέσει φόβο στο κοινό. Αν η πρόθεση ήταν να δημιουργηθεί τρόμος στο κοινό, το καθεστώς θα έπρεπε να είχε δημοσιοποιήσει εκτενώς τις εκτελέσεις – όπως είχε κάνει το 1979 και το 1981.
Η εκεχειρία μπορεί να ήταν «δηλητήριο» για τον Χομεϊνί, αλλά για τον υπόλοιπο λαό, και ιδίως για τον στρατό, ήταν μια θεϊκή ανακούφιση. Επίσης, η εισβολή των Μοτζαχεντίν, που ήταν ένα απόλυτο φιάσκο από την αρχή, μπορεί ενδεχομένως να εξηγήσει τις εκτελέσεις των Μοτζαχεντίν· αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξηγήσει τις υπόλοιπες, καθώς οι αριστεροί αντιτάχθηκαν στους Μοτζαχεντίν και δεν κατηγορήθηκαν για «πόλεμο κατά του Θεού». Επίσης, το καθεστώς δεν θα μπορούσε να έχει καταφύγει σε τόσο δραστικά μέτρα από αίσθημα ανασφάλειας, καθώς είχε μόλις τερματίσει τον πόλεμο και είχε συντρίψει την εισβολή των Μοτζαχεντίν. Στην πραγματικότητα, πολλοί αριστεροί παρουσιάστηκαν ενώπιον των ανακριτικών επιτροπών αναμένοντας να λάβουν αμνηστία για τους εορτασμούς της ειρήνης.[21] Έτσι, αυτές οι εκτελέσεις φαίνεται να ήταν το αποτέλεσμα, όχι πανικού, αλλά υπολογισμένου σχεδιασμού.
Η πραγματική απάντηση ίσως βρίσκεται αλλού – στις εσωτερικές δυναμικές του καθεστώτος. Η ειρήνη με το Ιράκ έκανε τον Χομεϊνί να συνειδητοποιήσει ότι είχε χάσει τον πιο πολύτιμο συνδετικό κρίκο που κρατούσε ενωμένους τους ετερόκλητους οπαδούς του – μερικοί από τους οποίους ήταν μετριοπαθείς, άλλοι ριζοσπάστες, μερικοί μεταρρυθμιστές, άλλοι συντηρητικοί, μερικοί δογματικοί φονταμενταλιστές, άλλοι ρεαλιστές λαϊκιστές. Συνειδητοποίησε επίσης ότι η κλονισμένη υγεία του θα τον απομάκρυνε σύντομα από το προσκήνιο και έτσι θα άφηνε τους οπαδούς του χωρίς έναν ανώτατο ηγέτη. Συνειδητοποίησε επίσης ότι το καθεστώς περιλάμβανε προσωπικότητες με επιρροή, όπως ο Χοτζάτ αλ-Ισλάμ Ραφσαντζανί, ο οποίος πιθανώς ήλπιζε ότι κάποια μέρα θα αποκαθιστούσε τις σχέσεις με τη Δύση, καθώς και με πιο μετριοπαθή στοιχεία της αντιπολίτευσης.
Για να σφυρηλατήσει την ενότητα, ο Χομεϊνί επινόησε μια στρατηγική με δύο άξονες: τη φάτουα εναντίον του Σαλμάν Ρουσντί και τις μαζικές εκτελέσεις. Η φάτουα εναντίον του Ρουσντί όχι μόνο θα απομόνωνε ακόμη περισσότερο τη χώρα, αλλά θα έθετε και τεράστια –αν όχι ανυπέρβλητα– εμπόδια στο δρόμο οποιουδήποτε μελλοντικού ηγέτη που θα ήλπιζε να ξεκινήσει μια αποκλιμάκωση των εντάσεων με τη Δύση. Ακόμη πιο σημαντικό, το μακελειό θα έβαζε δοκιμασία την πραγματική αντοχή των οπαδών του. Θα ξεχώριζε τους αναποφάσιστους από τους αληθινούς πιστούς, τους αδύναμους χαρακτήρες από τους πραγματικούς επαναστάτες, τους άβουλους από τους πλήρως αφοσιωμένους. Θα τους ανάγκαζε να συνειδητοποιήσουν ότι θα στέκονταν όρθιοι ή θα έπεφταν μαζί. Θα τους έκανε να σιωπήσουν σχετικά με τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών. Θα απέκοπτε επίσης μια για πάντα τους θρησκευτικούς ριζοσπάστες εντός του κινήματός του από τους κοσμικούς ριζοσπάστες εκτός αυτού. Στην πραγματικότητα, οργανωτές του Τουντέχ είχαν βασανιστεί το 1983-84 για να ομολογήσουν ότι είχαν μυστικές σχέσεις με ριζοσπάστες εντός του καθεστώτος – ειδικά με τον υπουργό Εργασίας. Εν ολίγοις, η σφαγή θα χρησίμευε τόσο ως βάπτισμα αίματος όσο και ως αυτοκάθαρση.
Και πέτυχε ακριβώς αυτό: ανάγκασε τον Αγιατολλάχ Μονταζερί να παραιτηθεί από τη θέση του υποψηφίου διαδόχου. Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, ο Μονταζερί είχε διαφωνήσει με τον σκληροπυρηνικό κληρικό σε διάφορα θέματα – τη δίκη Χασεμί, την εκστρατεία κατά της συσσώρευσης αγαθών και τα ειδικά δικαστήρια, καθώς και τον διορισμό δικαστών, καθηγητών σεμιναρίων, ιμάμηδων τζομ’έ, σωφρονιστικών υπαλλήλων και κοινοβουλευτικών επιτροπών για τη διερεύνηση των συνθηκών στις φυλακές.[22] Όμως, αυτές οι συγκρούσεις παρέμεναν υπό μυστικότητα. Όσοι βρίσκονταν απ’ έξω, ακόμη και οι κρατούμενοι, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι συνέβαινε στα παρασκήνια. Σύμφωνα με τα λόγια ενός κρατούμενου, «εμείς οι αριστεροί δεν καταφέραμε να διακρίνουμε τους δεσμοφύλακες και τους κληρικούς που ήταν υπέρ του Μονταζερί από εκείνους που ήταν εναντίον του. Συνειδητοποιήσαμε το λάθος μας πολύ αργότερα».[23]
Οι μαζικές εκτελέσεις αποδείχθηκαν η τελευταία σταγόνα για τον Μονταζερί. Έγραψε βιαστικά τρεις ανοιχτές επιστολές –δύο προς τον Χομεϊνί και μία προς την Ειδική Επιτροπή– καταγγέλλοντας με σαφήνεια αυτές τις «χιλιάδες εκτελέσεις». Ξεκίνησε υπενθυμίζοντας στους παραλήπτες ότι η αντιπολίτευση είχε πλήξει τον ίδιο περισσότερο από αυτούς, καθώς οι Μοτζαχεντίν είχαν δολοφονήσει τον γιο του. Στη συνέχεια, επέκρινε την Ειδική Επιτροπή για παραβίαση του Ισλάμ, καθώς εκτελούσε μετανοημένους και μικροπαραβάτες που σε ένα κανονικό δικαστήριο θα είχαν λάβει απλώς μια επίπληξη. Επίσης, επέκρινε την επιτροπή για την επιβολή αφόρητων υποχρεώσεων στους κρατούμενους, απαιτώντας μάλιστα να διασχίσουν ναρκοπέδια. «Εκτός από το ότι αποξενώνουν πολλούς πολίτες, αυτές οι παράνομες εκτελέσεις μπορούν να παρέχουν στους εχθρούς μας στο εξωτερικό πολύτιμο προπαγανδιστικό υλικό για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον μας.»[24] Ο Μονταζερί κατέληξε ζητώντας απαλλαγή από τη «βαριά ευθύνη» του να είναι ο μελλοντικός Ανώτατος Ηγέτης.
Ο Χομεϊνί ανταποκρίθηκε αμέσως, απαντώντας αινιγματικά ότι «η ευθύνη αυτή απαιτεί περισσότερη αντοχή από όση έχεις δείξει».[25] Προκειμένου να προστατεύσει το δικό του πολιτικό αλάθητο, ο Χομεϊνί ισχυρίστηκε ότι πάντα είχε επιφυλάξεις ως προς την ικανότητα του Μονταζερί και ότι ήταν η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων που είχε επιμείνει να τον ορίσει μελλοντικό Ανώτατο Ηγέτη. «Εγώ», δήλωσε ο Χομεϊνί, «εξέφρασα επιφυλάξεις όταν η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων σε διόρισε για πρώτη φορά».
Τους επόμενους μήνες, το καθεστώς δημοσίευσε μια επιλογή από την αλληλογραφία μεταξύ του Χομεϊνί και του Μονταζερί. Ο επίσημος σκοπός ήταν να εξηγηθεί η παραίτηση του τελευταίου. Ωστόσο, η επιλογή αυτή αφορούσε αποκλειστικά την υπόθεση Χασεμί και απέφευγε επιμελώς τις μαζικές εκτελέσεις – ακολουθώντας έτσι την επίσημη γραμμή ότι οι εκτελέσεις αυτές δεν έγιναν ποτέ.[26] Επίσης, δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο Μονταζερί τόλμησε να επαναλάβει την κριτική του, το καθεστώς τον επέπληξε για «απόκλιση» σε διάφορα θέματα – χωρίς όμως να αναφερθεί στο δυσάρεστο θέμα των μαζικών εκτελέσεων.[27] Αμέσως μετά την παραίτησή του, ο Μονταζερί έγινε «ανύπαρκτος» – όπως και ο μακαρίτης Αγιατολλάχ Σαριατμανταρί. Οι φωτογραφίες του αφαιρέθηκαν από δημόσιους χώρους. Το γραφείο του έκλεισε. Το όνομά του εξαφανίστηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επιπλέον, τέθηκε υπό περιορισμό στην Κομ. Έτσι, όταν ο Χομεϊνί πριν πεθάνει τον Ιούνιο του 1989, μπορούσε να αισθάνεται σίγουρος ότι άφηνε πίσω του ένα καθεστώς απαλλαγμένο από δειλούς και αμφιταλαντευόμενους υποστηρικτές. Όσοι παρέμειναν είχαν αποδείξει την αξία τους είτε υποστηρίζοντας είτε συμμετέχοντας στις μαζικές εκτελέσεις. Η δημιουργική ιδιοφυΐα του Χομεϊνί δεν πρέπει ποτέ να υποτιμηθεί.
Μόλις ολοκληρώθηκε η αποστολή, το καθεστώς σταμάτησε τις μαζικές εκτελέσεις – διαψεύδοντας έτσι ακόμη περισσότερο την άποψη ότι αυτές είχαν προκληθεί από πανικό. Διέλυσε την Ειδική Επιτροπή, άνοιξε ξανά τις πόρτες των φυλακών και επέτρεψε στις οικογένειες των θανόντων να συγκεντρώνονται στα νεκροταφεία. Ακόμη και όταν οι οικογένειες των Μοτζαχεντίν και των αριστερών αντάλλασσαν επισκέψεις στα νεκροταφεία Μπεχέστ-ε Ζαχαρά και Χαβαρεστάν, το καθεστώς έκανε τα στραβά μάτια. Ορισμένες οικογένειες ίδρυσαν τον Σύλλογο Υποστήριξης Πολιτικών Κρατουμένων και εκτύπωσαν ένα ενημερωτικό δελτίο με τίτλο Μπαντ-ε Ραχα’ί (Κραυγή Ελευθερίας). Αυτό περιείχε ειδήσεις για τις φυλακές καθώς και βιογραφίες των εκτελεσθέντων. Ο σύλλογος υποστηρίχτηκε από τους Μοτζαχεντίν και τους Φενταγίν της Μειοψηφίας, καθώς και από το Τουντέχ, τους Φενταγίν της Πλειοψηφίας, το Ραχ-ε Καργκάρ, τη Κομάλα και τους Κούρδους Δημοκρατικούς.
Το καθεστώς επέτρεψε επίσης στον Γκαλίντο Πολ, τον Ειδικό Επίτροπο του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Ιράν, να πραγματοποιήσει δύο ξεχωριστές επισκέψεις στο Ιράν – ακόμη και στο Εβίν. Ο Λατζεβαρντί υποδέχτηκε τον Πολ στο Εβίν με συναυλία ορχήστρας, αγνοώντας το γεγονός ότι παρόμοιες συναυλίες υποδέχονταν συστηματικά τον Ερυθρό Σταυρό στο Άουσβιτς. Επιπλέον, ο Λαντζεβαρντί και άλλοι φύλακες σταμάτησαν να μαστιγώνουν όσους αρνούνταν να προσευχηθούν και να εκτελέσουν θρησκευτικές τελετές. Σταμάτησαν επίσης να επιμένουν σε δημόσιες αποκηρύξεις και, αντ’ αυτού, ζητούσαν σύντομες «επιστολές μεταμέλειας» και την υπόσχεση να μην συζητήσουν τις εμπειρίες τους στη φυλακή. Τέλος, ο Λαντζεβαρντί ανακοίνωσε με μεγάλες φανφάρες μια ευρεία αμνηστία, υπονοώντας ότι οι περισσότεροι πολιτικοί κρατούμενοι θα απελευθερώνονταν σύντομα.
Στις αρχές του 1989, τα τηλεοπτικά δίκτυα μετέδωσαν μια μεγάλη συγκέντρωση προσευχής της Παρασκευής στο κέντρο της Τεχεράνης, στην οποία συμμετείχαν πρώην βασιλόφρονες, Μοτζαχεντίν και γνωστοί αριστεροί από διάφορες μαρξιστικές ομάδες. Ένας πρώην κρατούμενος διηγείται ότι ένα πρωί, χωρίς προειδοποίηση, του δόθηκε εντολή να φορέσει τα καλύτερά του ρούχα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με λεωφορείο στη συγκέντρωση αυτή, όπου του δόθηκε να κρατήσει ένα πλακάτ.[28] Τα μέσα ενημέρωσης έδωσαν την εντύπωση ότι αυτοί οι «μετανοημένοι» επρόκειτο να αμνηστευθούν επειδή είχαν «συγχωρεθεί». Μια εφημερίδα είχε τον τίτλο «Η αυγή της ελευθερίας για όσους επιστρέφουν στο αληθινό φως».[29] Αναφέρθηκε ότι ένας συμμετέχων είπε ότι ορισμένοι από όσους επέστρεφαν στο Ισλάμ είχαν αντισταθεί στη SAVAK για χρόνια χωρίς να απαρνηθούν τον μαρξισμό τους. Όλα αυτά αποδείκνυαν την ανωτερότητα του Ισλάμ.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Ervand Abrahamian, “Mass Executions of 1988”, στο Ervand Abrahamian, Tortured Confessions. Prisons and Public Recantations in Modern Iran, University of California Press, Μπέρκλεϊ, Λος Άντζελες, Λονδίνο 1999, σελ. 209-222.
Σημειώσεις
[1] Για μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, βλ. M. Raha (Ψευδώνυμο), Haqiqat-e Sadeh: Khaterat-e az Zendan-ha-ye Zanan-e Jomhuri-ye Islami [Απλές αλήθειες: Αναμνήσεις από γυναικείες φυλακές στην Ισλαμική Δημοκρατία], Ανόβερο, 1992-94, 3:125-48· N. Pakdaman, επιμ., «Πέντε μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων για τις εκτελέσεις του 1988», Cheshmandaz, τεύχος 14 (χειμώνας 1995): 54-74; Οργάνωση Rah-e Kargar, «Φρικτός εφιάλτης: Συζήτηση με τρεις επιζώντες των μαζικών εκτελέσεων του 1988», Rah-e Kargar, 90-93 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1992)· K. Homayun, «Η σφαγή στο Γκοχάρ Νταστ», Fedayi, 61-62 (Μάρτιος-Απρίλιος 1990)· Ανώνυμος, «Αναμνήσεις συγγενών από τις μαζικές εκτελέσεις», Ettehad-e Kar, 12 (Αύγουστος 1990)· Ανώνυμος, «Κληρικοί χωρίς έλεος: Επιστολή της μητέρας ενός μάρτυρα», Ettehad-e Kar, 35 (Αύγουστος 1992)· Ανώνυμος, «Επιστολή από έναν πενθούντα συγγενή», Ettehad-e Kar, 12 (Αύγουστος 1990)· Ανώνυμος, «Επιστολή από το Γκοχάρ Νταστ», Mardom, 297 (6 Φεβρουαρίου 1990)· Ανώνυμος, «Επιστολή από τη φυλακή», Mardom 259 (16 Μαΐου 1989)· Ανώνυμος, «Ήμουν μάρτυρας της σφαγής πολιτικών κρατουμένων», Payam-e Kargar, 64-68 (Φεβρουάριος-Μάιος 1990)· Amnesty International, Iran: Violations of Human Rights, 1987-90 (Λονδίνο, 1990), 1-65· Επιτροπή Προσφύγων, Dar Sal-e 1377 Bar ma Cheh Ghozash? [Τι μας συνέβη το 1988;], Παρίσι, 1994, 1-32· N. Mohajer, «Οι μαζικές δολοφονίες στο Ιράν», Aresh, 57 (Αύγουστος 1996): 4-8· «Συνέντευξη με δύο επιζώντες των μαζικών δολοφονιών», Ettehad-e Kar, 41 (Αύγουστος 1997).
[2] Raha, Απλές αλήθειες, 3:129.
[3] Ανώνυμος, «Επιστολή από το Γκόχαρ Νταστ», Mardom, 297 (6 Φεβρουαρίου 1990).
[4] «Οι μαζικές εκτελέσεις όπως τις περιγράφουν αυτόπτες μάρτυρες», Rah-e Tudeh, 64 (Σεπτέμβριος 1997).
[5] «Συνέντευξη με δύο επιζώντες».
[6] Συντακτική επιτροπή, «Ο ισλαμικός νόμος της μετάνοιας», Aksariyat, 18 Μαΐου 1989.
[7] «Συνέντευξη με δύο επιζώντες».
[8] «Οι μαζικές εκτελέσεις όπως τις περιγράφουν αυτόπτες μάρτυρες».
[9] Ανώνυμος, «Παραδείγματα ηρωικής αντίστασης», Mardom, 297 (6 Φεβρουαρίου 1990).
[10] «Συνέντευξη με δύο επιζώντες»· «Μια Εισαγωγή για τους υπεύθυνους των μαζικών εκτελέσεων», Rah-e Tudeh, 65 (Οκτώβριος 1997).
[11] E. Mahbaz (Ψευδώνυμο), «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν – Η κόλαση για τις γυναίκες: Επτά χρόνια στη φυλακή» (αδημοσίευτο κείμενο, 1996).
[12] Ό.π.
[13] H. Mottaqi, «Η ζωή μετά το 1988», Noqteh, 6 (καλοκαίρι 1996): 20-22.
[14] Raha, Απλές αλήθειες, 2:129. Βλ. επίσης Αγιατολλάχ Μονταζερί, «Επιστολή προς τον Ιμάμη Χομεϊνί», 31 Αυγούστου 1988.
[15] Ανώνυμος, «Ήμουν μάρτυρας της σφαγής πολιτικών κρατουμένων στο Γκοχάρ Νταστ», Cheshmandaz, τεύχος 14 (χειμώνας 1995): 68.
[16] K. Homayun, «Η σφαγή στο Γκοχάρ Νταστ», Kar, 62 (Απρίλιος 1992).
[17] N. Mohajer, «Οι μαζικές δολοφονίες στο Ιράν», Aresh, 57 (Αύγουστος 1996): 7.
[18] Amnesty International, Iran: Violations of Human Rights, 1987-1990, Λονδίνο, 1991, 12.
[19] Κεντρική Επιτροπή των Φενταγίν της Πλειοψηφίας, «Όσοι θυσιάστηκαν στις μαζικές πολιτικές εκτελέσεις», Kar, 59-60 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1990).
[20] Mardom, 6 Ιανουαρίου 1989-21 Ιουλίου 1992.
[1] [Σ.τ.Μ.] Το 1983 το καθεστώς ανάγκασε (με βασανιστήρια και κάθε είδους απειλές και εκβιασμούς) τους ηγέτες του κόμματος Τουντέχ να προβούν σε τηλεοπτικές «ομολογίες» υποτιθέμενων εγκλημάτων εναντίον του ιρανικού λαού, της επανάστασης και του κράτους και αποκηρύξεις (ε’τεραφάτ) της ιδεολογίας τους. Σύμφωνα με τον Ervand Abrahamian:
«Την Πρωτομαγιά του 1983, οι τηλεθεατές ξαφνιάστηκαν από την εκτός προγράμματος εμφάνιση δύο ηγετών του κόμματος Τουντέχ, οι οποίοι ομολογούσαν απερίφραστα ότι είχαν διαπράξει “προδοσία”, “υπονόμευση” και διάφορα άλλα “ειδεχθή εγκλήματα”. Κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες, άλλοι δεκαοκτώ προέβησαν σε ακόμη πιο συγκλονιστικές “αποκαλύψεις” σε μια σειρά από “συνεντεύξεις”, “συνεντεύξεις τύπου” και “συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης”. Ακυρώνοντας ολόκληρη τη ζωή τους, αποκήρυξαν τα πιστεύω τους, το κόμμα τους, τους συντρόφους τους και το ίδιο τους το παρελθόν.» [Ervand Abrahamian, Tortured Confessions. Prisons and Public Recantations in Modern Iran, University of California Press, Μπέρκλεϊ, Λος Άντζελες, Λονδίνο 1999, σσ. 177, 178]
«Αμέσως μετά την εκπομπή με τους Κιανουρί και Μπεχαζίν, άλλα οκτώ μέλη της κεντρικής επιτροπής έκαναν τις δικές τους ξεχωριστές τηλεοπτικές εμφανίσεις. Οι δηλώσεις τους ήταν εξίσου διφορούμενες και οι τίτλοι των εφημερίδων εξίσου εντυπωσιοθηρικοί: “Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Ομολογούν Κατασκοπεία υπέρ της KGB”, “Το Τουντέχ Δημιουργήθηκε με Μοναδικό Σκοπό την Κατασκοπεία”, “Ηγέτες του Τουντέχ Ομολογούν Προδοσία”, “Ομολογίες Πρωτοφανείς στην Παγκόσμια Ιστορία”». [Ό.π., σσ. 187, 188]
«Μετά από αυτές τις ατομικές εμφανίσεις ακολούθησε τον Οκτώβριο [1983] από μια “συζήτηση στρογγυλής τραπέζης” δεκαεπτά κορυφαίων ηγετών. Αυτή μεταδόθηκε τηλεοπτικά σε τρία μέρη των ενενήντα λεπτών, και στη συνέχεια τα απομαγνητοφωνημένα κείμενά της κυκλοφόρησαν ευρέως μέσω εφημερίδων, περιοδικών, ακόμη και φυλλαδίων με έγχρωμη εικονογράφηση. Στο μεταξύ, βιντεοκασέτες με ολόκληρο το γεγονός προβάλλονταν επανειλημμένα στα ιρανικά προξενεία σε όλο τον κόσμο. Αυτή ήταν μια κατ’ εξοχήν βίντεο-αποκήρυξη, τόσο στην παραγωγή όσο και στη διανομή.
Το γεγονός στήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Εβίν. Οι ψηλοί της τοίχοι είχαν στολιστεί για την περίσταση με μεγάλα πανό που έγραφαν “Θάνατος στους Σοβιετικούς”, “Θάνατος στην Αμερική”, “Ούτε Ανατολή ούτε Δύση”, “Δεν δεχόμαστε ως Ιρανούς όσους θυσιάζουν τις ισλαμικές και εθνικές τους αξίες για τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ”. Οι δεκαεπτά κάθονταν τρομοκρατημένοι κάτω από τα πανό, δείχνοντας μετανιωμένοι και εγκαταλελειμμένοι. Είχαν όμως μπροστά τους μικρόφωνα και ποτήρια με νερό – σαν να επρόκειτο για μια ακαδημαϊκή συνάντηση ή μια συνέντευξη τύπου.» [Ό.π., 191]
Για τα μέλη των οργανώσεων της άκρας αριστεράς και τους Μοτζαχεντίν το καθεστώς οργάνωσε συζητήσεις «στρογγυλής τραπέζης» οι οποίες κι αυτές μεταδίδονταν τηλεοπτικά και στις οποίες οι πολιτικοί κρατούμενοι πιέζονταν να προβούν σε αποκήρυξη της ιδεολογίας τους. Σύμφωνα και πάλι με τον Ervand Abrahamian:
«Χαρακτηριστικές των εκπομπών αποκήρυξης ήταν οι εβδομαδιαίες δίωρες εκπομπές που μεταδόθηκαν κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1983 σε ώρες υψηλής τηλεθέασης. Αναφέρονταν ως μιζεγκέρντ (συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης), γκοφτογκού (συνομιλίες) και μοναζερέ (αντιπαραθέσεις), καθώς και ως μοσαχεμπέ, δηλαδή συνεντεύξεις. Μεταδίδονταν επίσης από το ραδιόφωνο και τα κείμενά τους κυκλοφορούσαν ευρέως μέσω εφημερίδων και φυλλαδίων με τον τίτλο Καρναμέχ-ε Σιγιάχ (Μαύρα Δελτία). Οι εκπομπές γυρίζονταν μέσα στο Εβίν, στο μεγάλο διώροφο αμφιθέατρό του, που πρόσφατα είχε μετονομαστεί σε Χοσσεϊνιγιέ (Αίθουσα Θρησκευτικών Διαλέξεων). Το κοινό αποτελούνταν από κρατούμενους, με τις γυναίκες και τους άνδρες να κάθονται σε ξεχωριστές πλευρές του δαπέδου. Στους τοίχους υπήρχε μια τοιχογραφία του Χομεϊνί ύψους εννέα μέτρων, φωτογραφίες κληρικών που είχαν δολοφονηθεί πρόσφατα και μια επιγραφή από το Κοράνι που προέτρεπε τους πιστούς να είναι σε εγρήγορση απέναντι στους απίστους. Επίσης, υπήρχαν συνθήματα όπως “Θάνατος στους Σοβιετικούς”, “Θάνατος στις Ηνωμένες Πολιτείες” και “Θάνατος στους άπιστους και σε όσους πολεμούν τον Θεό”.
Ο Λατζεβαρντί, ο διευθυντής της φυλακής, προήδρευσε των προγραμμάτων. Ξεκίνησε με τη συνήθη φράση “Στο Όνομα του Ελεήμονος, του Φιλεύσπλαχνου Θεού”. Χαιρέτισε τον Ιμάμη της Μουσουλμανικής Κοινότητας (Ιμάμ-ε Ουμμάτ) και τον Ηγέτη των Καταπιεσμένων (Ραχμπάρ-ε Μοσταζαφίν), καθώς και την Κοινότητα του Ιράν που ανατρέφει Μάρτυρες (Ουμμάτ-ε Σαχιντπαρβάρ-ε Ιράν). Ευχαρίστησε τον κλήρο για την ηγεσία του στον μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στους ιμπεριαλιστές, από την εποχή της Κρίσης του Καπνού του 1892, μέσω της Συνταγματικής Επανάστασης, έως την πρόσφατη Ισλαμική Επανάσταση. Στη συνέχεια, παρουσίασε τους είκοσι εννέα συμμετέχοντες ως “καλεσμένους που εκπροσωπούν τις γκορουχαχχά-γε ζεντ-ε εκγκελαμπί [αντεπαναστατικές μικροομάδες]”. Εξήγησε ότι αυτοί οι «εθελοντές» ήταν πρόθυμοι να δεχτούν ερωτήσεις από το ακροατήριο και να συζητήσουν τους κινδύνους του ενχεράτ (παρέκκλιση), του ελτεκάτ (εκλεκτικισμός), του μοχαρέμπ (πόλεμος κατά του Θεού) και του γκεραγές μπε γαρμπ βα σαρκ (κλίση προς τη Δύση ή την Ανατολή). Αυτό έθεσε τον τόνο για την παρουσίαση τους.
Στους είκοσι εννέα περιλαμβάνονταν δεκατρείς από τους Μοτζαχεντίν, πέντε από το Πεϊκάρ, πέντε από το γραφείο του πρώην Προέδρου Μπανί-Σαντρ, τρεις από το Εθνικό Μέτωπο και άλλοι τρεις από τους Φενταγίν της Μειοψηφίας. Ομαδοποιώντας τους όλους ως “αντεπαναστάτες», το καθεστώς χαρακτήρισε τους Μοτζαχεντίν “τρομοκράτες”, τους Εθνικιστές και τους υποστηρικτές του Μπανί-Σαντρ “φιλελεύθερους”, και τους Πεϊκάρ και Φενταγίν “Αμερικανούς Μαρξιστές” (Μαρκσιστχά-γε Αμρικαγί). Υποστήριξε ότι, καθώς οι τελευταίες ομάδες ήταν έντονα αντισοβιετικές, λογικά έπρεπε να είναι φιλοαμερικανικές – κρυφά, αν όχι φανερά. Δεν υπήρχε καμία γυναίκα. Αν και οι γυναίκες αναγκάστηκαν να αποκηρύξουν τις πεποιθήσεις τους, το καθεστώς σπάνια μετέδιδε τις αποκηρύξεις τους στην τηλεόραση. Όταν το έκανε, τις παρουσίαζε ως παραπλανημένες συζύγους και αδελφές – όχι ως πολιτικές ακτιβίστριες με δική τους βούληση. Μια γυναίκα κρατούμενη υποστηρίζει ότι οι αποκηρύξεις των γυναικών σπάνια μεταδίδονταν στην τηλεόραση επειδή το καθεστώς δίσταζε να παραδεχτεί δημοσίως ακόμη και την ύπαρξη ανεξάρτητων γυναικών ακτιβιστριών.
Αυτά τα προγράμματα του Εβίν έχουν περιγραφεί με οξυδέρκεια από τον Ε.Α. – τον φοιτητή που φυλακίστηκε επειδή μάζεψε ένα αριστερό φυλλάδιο. Τα παρομοίασε με «μεγάλο δράμα», «πεδία μάχης» και «αγώνες μονομάχων». Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Λατζεβαρντί, οι ανακριτές και οι μετανοημένοι. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν το κοινό, εκείνοι που δεν είχαν σπάσει. Οι μετανοημένοι έπρεπε να σηκωθούν όρθιοι και να αποδείξουν την ειλικρίνειά τους καταδικάζοντας με σφοδρότητα τις παλιές πεποιθήσεις, τους συναδέλφους και τους ηγέτες τους. Όσοι δεν ήταν αρκετά σφοδροί υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Αυτές οι «νυχτερινές παραστάσεις», γράφει, διοργανώνονταν ως «ιδεολογικό θέατρο» για να καταρρεύσει το ηθικό, στρέφοντας «φυλακισμένο εναντίον φυλακισμένου», «φίλο εναντίον φίλου», «σύντροφο εναντίον συντρόφου», «Μοτζαχέντ εναντίον Μοτζαχέντ», «αριστερό εναντίον αριστερού», ακόμη και «τον εαυτό εναντίον του εαυτού». Ο Ε.Α. προσθέτει ότι αν και δεν γνώριζε την προέλευση αυτών των «εφιαλτών», μπορούσε να δει ότι μέχρι τα τέλη του 1983 είχαν γίνει αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της φυλακής.
Η Ράχα –η νεαρή γυναίκα που φυλακίστηκε εξαιτίας του αριστερού αδελφού της– θεωρεί ότι η υποχρεωτική παρακολούθηση αυτών των ομολογιών ήταν εξίσου οδυνηρή με τα ίδια τα σωματική βασανιστήρια. Γράφει ότι αναγκάστηκαν να παρακολουθήσουν συζύγους να καταγγέλλουν τους συζύγους τους, παιδιά τους γονείς τους, φίλους τους φίλους τους. Ομοίως, η Παρσιπούρ –η διακεκριμένη συγγραφέας που φυλακίστηκε εξαιτίας των βιβλίων που βρέθηκαν στο αυτοκίνητό της– αφηγείται ότι αυτές οι παραστάσεις στο Χοσεϊνιγιέ είχαν βαρύ αντίκτυπο τόσο στο κοινό όσο και στους συμμετέχοντες. Περιγράφει μια αποκηρύκτρια της οποίας η προσωπικότητα κυριολεκτικά χωρίστηκε στα δύο. Το ένα μέρος –υιοθετώντας το μουσουλμανικό όνομα Φατεμέ– υποτάχθηκε πειθήνια και κατήγγειλε με σφοδρότητα τις παλιές της πεποιθήσεις. Το άλλο –διατηρώντας το προ-ισλαμικό της όνομα Αζίτα– παρέμεινε πιστό στις πεποιθήσεις της και στον εκτελεσμένο κομμουνιστή σύζυγό της. Τελικά τρελάθηκε εντελώς.
Αυτές οι γεμάτες ένταση εκπομπές θα μπορούσαν εύκολα να μετατραπούν σε καρναβάλια – τουλάχιστον από όσους ήταν διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους. Ο Ε.Α. αφηγείται ότι ένας έφηβος κλήθηκε στο βήμα από τον Λαντζεβαρντί για να εξηγήσει γιατί βρισκόταν στο Εβίν. Εξήγησε ότι αρχικά είχε ενταχθεί στο Τουντέχ, αλλά το εγκατέλειψε μόλις ανακάλυψε ότι το κόμμα υποστήριζε την Ισλαμική Δημοκρατία. Είχε ψάξει για ένα κόμμα της αρεσκείας του, αλλά, μη βρίσκοντας κανένα, είχε σχηματίσει τη δική του οργάνωση με συνολικό αριθμό μελών ένα – τον εαυτό του. Σε εκείνο το σημείο, μεγάλο μέρος του ακροατηρίου χαμογέλασε ειρωνικά, καθώς ήταν σαφές ότι βρισκόταν στο Εβίν απλώς και μόνο επειδή δεν του άρεσε το καθεστώς. Η Ράχα αφηγείται ότι μια τολμηρή γυναίκα από το ακροατήριο ρώτησε έναν εξέχοντα αποκηρυκτή για την τύχη του πρώην συναδέλφου του, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι είχε πεθάνει υπό βασανιστήρια. Ο αποκηρυκτής φούσκωσε και ξεφούσκωσε, ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε τίποτα. Ένας Μοτζαχέντ αφηγείται πώς ο Λαντζεβαρντί διέταξε ένα μέλος του Φορκάν να εξηγήσει γιατί είχαν δολοφονήσει τον αγαπημένο μαθητή του Χομεϊνί. Αντί να απαγγείλει την αναμενόμενη λιτανεία για τον εκλεκτικισμό, το μέλος του Φορκάν προκάλεσε αναταραχή δηλώνοντας: «Το κάναμε επειδή είχαμε μελετήσει το Ιερό Κοράνι». Φυσικά, τέτοιες σκηνές δεν μεταδόθηκαν από την τηλεόραση.» (Ervand Abrahamian, Tortured Confessions. Prisons and Public Recantations in Modern Iran, University of California Press, Μπέρκλεϊ, Λος Άντζελες, Λονδίνο 1999, σελ. 143, 145).
[3] [Σ.τ.Μ.] Στις 20 Ιουλίου 1988 το Ιράν αποδέχτηκε το Ψήφισμα 598 του ΟΗΕ για κατάπαυση του πυρός στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Ο Χομεϊνί σε δήλωσή του στο ραδιόφωνο ανέφερε: «Μακάριοι όσοι έφυγαν από τη ζωή ως μάρτυρες. Μακάριοι όσοι έχασαν τη ζωή τους σε αυτή την πομπή του φωτός. Δυστυχισμένος είμαι εγώ που επιζώ ακόμα και έχω πιει το δηλητηριασμένο ποτήρι...» Το «δηλητηριασμένο ποτήρι ήταν η αποδοχή του Ψηφίσματος.
[21] «Μια Εισαγωγή για τους υπεύθυνους των μαζικών εκτελέσεων».
[22] Hojjat al-Islam Ansari, «Οι λόγοι της παραίτησης του Αγιατολλάχ Μονταζερί», Kayhan-e Hava’i, 26 Απριλίου 1989.
[23] «Οι μαζικές εκτελέσεις όπως τις περιγράφουν αυτόπτες μάρτυρες», Rah-e Tudeh, 64 (Σεπτέμβριος 1997).
[24] Συντακτική επιτροπή, «Οι επιστολές του Μονταζερί», Cheshmandaz, τεύχος 6 (καλοκαίρι 1989): 35-37.
[25] Iran Times, 29 Μαρτίου 1989.
[26] Ανώνυμος, Ranjnameh-e Hazrat Hojjat al-Islam va al-Musulman Aqa-ye Hajj Sayyed Ahmad Khomeini beh Hazrat Ayatollah Montazeri [Οι γεμάτες οδύνη επιστολές του Υψηλοτάτου Χοτζάτ αλ-Ισλάμ αλ-Μουσλίμ, κ. Χατζ Σαγιέντ Αχμάντ Χομεϊνί, προς τον Αγιατολλάχ Μονταζερί], Τεχεράνη, 1990.
[27] «Το καθεστώς καταγγέλλει τον Αγιατολλάχ Μονταζερί», Rah-e Tudeh, 68 (Ιανουάριος 1998).
[28] «Συνέντευξη με δύο επιζώντες».
[29] Ανώνυμος, «Η Αυγή της Ελευθερίας για Όσους Επιστρέφουν στο Αληθινό Φως», Kayhan-e Hava’i, 15 Μαρτίου 1989.

