Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2025 15:24

Για τη Γενική Απεργία Διαρκείας, την Εξέγερση, την Ανατροπή - του Θ. Μαράκη

Γενική απεργία, 5 Μαΐου 2010, Αθήνα.

 

 

Θόδωρος Μαράκης

 

Για τη Γενική Απεργία Διαρκείας – την Εξέγερση – την Ανατροπή

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα του elaliberta.gr

Το κείμενο αυτό γράφτηκε και κυκλοφόρησε (στην αρχή σε μορφή μπροσούρας από τον ίδιο τον συγγραφέα) τον Φεβρουάριο του 2011, σε μια από τις κρισιμότερες φάσεις της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Η αστική τάξη, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, εξαπέλυσε μια μετωπική επίθεση εναντίον της εργατικής τάξης και ευρύτερων στρωμάτων των λαϊκών μαζών. Η επίθεση πυροδότησε ένα μαζικό λαϊκό κίνημα, του οποίου οι κορυφώσεις του ήταν οι 24ωρες πανελλαδικές γενικές απεργίες που προκηρύσσονταν από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ (για το 2010: 11 Μαρτίου 2010, 5 Μαΐου 2010, 20 Μαΐου 2010, 29 Ιουνίου 2010, και 15 Δεκεμβρίου 2010). Στις διαδηλώσεις των ημερών των γενικών απεργιών, οι οποίες πραγματοποιούνταν σε ολόκληρη τη χώρα, συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Πέρα από τις 24ωρες πανεργατικές, άρχισαν να ξεσπούν δεκάδες κλαδικές και επιχειρησιακές απεργίες και στάσεις εργασίας. Αυτό το εργατικό κίνημα, γύρω από το οποίο συσπειρωνόταν η άνεργη νεολαία και τα στρώματα των μικροαστικών τάξεων που πλήττονταν από τις αναδιαρθρώσεις που επέβαλε η αστική τάξη, είχε προκαλέσει πολιτική κρίση, η οποία θα οδηγούσε σε λίγο στην πλήρη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, έτσι όπως αυτό είχε παγιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Όμως η αστική τάξη ήταν ανυποχώρητη. Το εργατικό κίνημα, παρά τη συνεχή ανάπτυξή του αυτή την περίοδο δεν κατάφερνε αντιστρέψει τον ταξικό συσχετισμό. Οι διάσπαρτες 24ωρες πανελλαδικές γενικές απεργίες, φαινόταν να αποτελούν μορφές πάλης τις οποίες η αστική τάξη μπορούσε να αντιμετωπίσει. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, μιας εξοργισμένης και πρόθυμης για αγώνες εργατικής τάξης και της ακλόνητης πρόθεσης της αστικής τάξης να τσακίσει κάθε αντίσταση, το σύνθημα της γενικής απεργίας διαρκείας άρχισε να ακούγεται και να συζητιέται όλο και περισσότερο και όχι μόνο στις οργανώσεις της άκρας αριστεράς. Ήταν ώριμες οι συνθήκες για μια Γενική Απεργία Διαρκείας; Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών δίνουν εν μέρει την απάντηση σε αυτό το ερώτημα: ενώ το 2020 έγιναν πέντε 24ώρες γενικές απεργίες, το 2011 προκηρύχθηκαν επτά 24ωρες και δύο 48ωρες πανελλαδικές γενικές απεργίες από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ και μία 24ωρη πανελλαδική από τη ΓΣΕΕ (23 Φεβρουαρίου 2011· 11 Μαΐου 2011· 9 Ιουνίου 2011, μόνο από τη ΓΣΕΕ· 15 Ιουνίου 2011· 28 και 29 Ιουνίου 2011· 5 Οκτωβρίου 2011· 19 και 20 Οκτωβρίου 2011· 1 Δεκεμβρίου 2011). Επίσης όμως το 2011 αυξήθηκαν οι κλαδικές και επιχειρησιακές κινητοποιήσεις: 115 στάσεις εργασίας, 114 24ωρες, 66 48ωρες, 36 απεργίες από 3 έως 7 ημέρες, 12 απεργίες με περισσότερες από 7 ημέρες, 8 απεργίες πάνω από μήνα και 21 καταλήψεις. Επί πλέον, από τον Μάη του 2011, το απεργιακό κίνημα πήρε τη μορφή μιας παλλαϊκής εξέγερσης με τη μορφή των καταλήψεων πλατειών και συνελεύσεων στο Σύνταγμα και σε όλη τη χώρα.

Το κείμενο (μπροσούρα) του Θ. Μαράκη γράφτηκε λοιπόν στα πλαίσια μιας συζήτησης και μιας διερεύνησης των προϋποθέσεων, για το αν μπορούσαν αυτοί οι αγώνες να αποκτήσουν την μορφή και τη δομή μιας ενιαίας απεργιακής δράσης, μέχρι την υποχώρηση της κυβέρνησης και της αστικής τάξης, δηλαδή μιας γενικής απεργίας διαρκείας. Το άρθρο εξετάζει το ζήτημα της γενικής απεργίας διαρκείας στην ιστορική του διάσταση, επιχειρώντας να αντλήσει διδάγματα και επιχειρήματα χρήσιμα για τη συγκυρία στην οποία γράφτηκε και τα οποία φυσικά εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιρα.

 

 

Πρόλογος του συγγραφέα

Στη μπροσούρα αυτή επιχειρώ μια σύντομη ιστορική αναδρομή των πιο σημαντικών Γενικών Απεργιών. Στόχος μου να βοηθήσω, στο να κατανοήσουμε όσο γίνεται καλύτερα, όλοι μας παλιοί και νέοι αγωνιστές, τη σημασία και τα όρια της Γενικής Απεργίας διαρκείας. Κύρια, να κατανοήσουμε ότι είναι μια επαναστατική ενέργεια, που βάζει αποφασιστικά το ζήτημα του ποιος έχει την εξουσία και αυτό με τη σειρά του την αναγκαιότητα του επαναστατικού κόμματος, της επαναστατικής ηγεσίας, για να γίνει δυνατότητα το «μπορούμε να νικήσουμε».

Η εμπειρία που έχουμε από τις 24ωρεςτης ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ δεν επιβεβαιώνει, ότι είναι μια επαναστατική ενέργεια. Ναι, αυτό είναι αλήθεια! Γιατί δεν πρόκειται για Γενικές Απεργίες, αλλά για απεργιακές εκδηλώσεις «περιορισμένης ευθύνης» εντελώς ανώδυνες για την κυβέρνηση και το καθεστώς. Στερούνται προετοιμασίας, οργάνωσης και το πιο σημαντικό προοπτικής.

Αλλά… ο Πρωθυπουργός μιλώντας στο Υπουργικό Συμβούλιο, το Νοέμβρη που μας πέρασε, για τα αντεργατικά μέτρα που προβλέπεται να περάσει η κυβέρνηση μέσα στο 2011, εκτίμησε ότι: «… οι αλλαγές που θα κάνουμε μπορεί να συναντήσουν αντιστάσεις..» και προέτρεψε τους υπουργούς, «Συγκρουστείτε για να γίνουν οι αλλαγές». (Τα Νέα, 26/11/2010) Προανήγγειλε την όξυνση της ταξικής σύγκρουσης!

Θεωρώ ότι, η όξυνση της ταξικής σύγκρουσης θα σπρώξει τους εργαζόμενους να δώσουν στις Γενικές Απεργίες το επαναστατικό τους περιεχόμενο ενάντια στη θέληση και τα σχέδια των ηγεσιών των συνδικάτων, πράγμα που έχει συμβεί όχι λίγες φορές στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Η μεγαλύτερη Γενική Απεργία αυτή του Μάη του ’68 στη Γαλλία ξεκίνησε από μια τυπική 24ωρη απεργία διαμαρτυρίας ενάντια στην αστυνομική βία που ασκήθηκε στους φοιτητές. Άλλωστε, πιστεύω ότι στην 24ωρη της 5ης του Μάη 2010 είχαμε μια δυνατή ένδειξη που ισχυροποιεί την πρόβλεψη.

Μια τέτοια εξέλιξη βάζει ιδιαίτερες ευθύνες στην αντικαπιταλιστική – επαναστατική αριστερά, την ανάγκη να οικοδομήσουμε όχι μια «Άλλη Αριστερά» ή μια «Νέα αριστερά», αλλά καθαρά και ξάστερα ένα Επαναστατικό Κόμμα, μια νέα επαναστατική ηγεσία. Να επιδιώξουμε να φύγουμε από τον μίζερο και χωρίς μέλλον κατακερματισμό μας. Δεν έχουμε πολύ χρόνο, τα περιθώρια ολοένα και περισσότερο στενεύουν. Γιατί όπως μας αποκαλύπτει η ιστορία του εργατικού κινήματος, Γενικές Απεργίες με καταλήψεις, εξεγέρσεις, επαναστατικά κινήματα θα έχουμε, είτε τα προπαγανδίσουμε είτε όχι! Νίκη και Ανατροπή όμως δεν θα έχουμε!

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους συντρόφους και φίλους Γ. Κoλλιά και Δ. Κατσορίδα για τη σημαντική πολιτική και τεχνική βοήθεια που πρόσφεραν στο να βγει αυτή η μπροσούρα. Επίσης το σύντροφο και φίλο Α. Σταυράκη για το επιτυχημένο εξώφυλλο.

Θόδωρος Μαράκης

Φλεβάρης 2011, Αθήνα

 

 

1. Εισαγωγή

 

«Η γενική απεργία, όπως το ξέρει κάθε μαρξιστής, είναι ένα από τα πιο επαναστατικά μέσα πάλης»[1]

«Εάν μας μαθαίνει κάτι η Ρώσικη Επανάσταση (1905), αυτό είναι πάνω απ’ όλα ότι η μαζική απεργία δεν φτιάχνεται “τεχνητά”, ούτε αποφασίζεται “μυστικά”, ούτε “προπαγανδίζεται” γενικά, αλλά είναι ένα ιστορικό φαινόμενο, που προκύπτει μια ορισμένη στιγμή της κοινωνικής κατάστασης από ιστορική αναγκαιότητα»[2].

 

Η Ιστορία της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης, έχει δείξει ότι σε αρκετές περιπτώσεις αυτή πήρε την μορφή της γενικής απεργίας. Σήμερα, το σύνολο σχεδόν των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς προπαγανδίζει και προτείνει στο εργατικό και λαϊκό κίνημα έναν «αγώνα διάρκειας για να ανατραπεί το σφαγείο Κυβέρνησης-ΕΕ- ΔΝΤ!.....Για αυτό χρειάζεται άμεσα κλιμάκωση των αγώνων, με απεργίες διαρκείας, καταλήψεις και διαδηλώσεις, με μια πραγματική εξέγερση……»[3] ή «Κυλιόμενες κλαδικές απεργίες…., κλιμάκωση με νέες επαναλαμβανόμενες γενικές απεργίες…., Καταλήψεις…..κλπ»[4], Καθώς επίσης, «με πανεργατικό αγώνα διαρκείας μπορούμε να νικήσουμε»[5].

Από την άλλη, η κοινοβουλευτική αριστερά και τα μεγάλα συνδικάτα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δεν προτείνουν ούτε προπαγανδίζουν τη γενική απεργία διαρκείας. Γιατί εκτιμούν ότι οι «συνθήκες» δεν είναι «ώριμες», γιατί οι ηγεσίες είτε δεν μπορούν, είτε δεν θέλουν να σηκώσουν τις ευθύνες που απορρέουν από μια τέτοια εξαιρετικής(;) όχι, μάλλον επαναστατικής σημασίας δράση. Ακόμη και το ΚΚΕ που φωνάζει για: «ανυπακοή», «ανατροπή» και «Λαϊκή Εξουσία» αρνείται να προτείνει απεργία διαρκείας, είτε σε κλαδική, είτε σε τοπική, είτε σε πανελλαδική βάση!

Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσω να παρουσιάσω μια ιστορική αναδρομή του φαινομένου της γενικής απεργίας και πως αυτό αναδεικνύονταν από την πολιτική και ταξική σύγκρουση.

«Η γενική απεργία, όπως το ξέρει κάθε μαρξιστής, είναι ένα από τα πιο επαναστατικά μέσα πάλης»[6]

Η απεργία διάρκειας σ’ όλες τις διαβαθμίσεις της, κλαδική, τοπική, πανεθνική είναι ένα εξαιρετικά δραστικό μέσο πάλης ή ένα εξαιρετικά δυνατό όπλο στα χέρια του εργατικού κινήματος, με σχετικά πολύπλοκη λειτουργία, πράγμα που χρειάζεται να γνωρίζουμε να το χρησιμοποιούμε σωστά, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να γυρίσει ενάντια μας! Να γυρίσει μπούμερανγκ…! Δεν είναι η πανάκεια που μας εξασφαλίζει τη νίκη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες!

Κατ’ αρχήν ξεκαθαρίζω ότι δεν είμαι ενάντια σ’ αυτές τις μέθοδες πάλης. Ωστόσο πιστεύω ότι χρειάζεται να μελετήσουμε και να συζητήσουμε το θέμα λίγο περισσότερο –με αυτό δεν θέλω να ισχυριστώ ότι οι σύντροφοι ρίχνουν άκριτα τα συνθήματα– γιατί όσο πιο πολύ το μελετάμε και το συζητάμε, ανταλλάσοντας συντροφικά τις απόψεις μας τόσο πιο έμπειροι θα γίνουμε. Και το πιο σημαντικό είναι να κατανοήσουμε τις ευθύνες που βάζει στην επαναστατική αριστερά η γενική απεργία διαρκείας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση επιτρέψτε μου να καταθέσω μερικές σκέψεις…

«Όλη η ιστορία του εργατικού κινήματος μαρτυρεί ότι κάθε γενική απεργία, όποια κι αν είναι τα συνθήματα με τα οποία εκδηλώθηκε, έχει την εσωτερική τάση να μετατραπεί σε καθαρή επαναστατική σύγκρουση, σε άμεσο αγώνα για την εξουσία»[7].

Η εθνική γενική απεργία είναι βασικό επαναστατικό όπλο, εφ’ όσον βέβαια δεν πρόκειται για μια απλή απεργία διαμαρτυρίας με προκαθορισμένη και σύντομη ημερομηνία, εφ’ όσον δεν πρόκειται για τις γνωστές απεργίες εκτόνωσης. Η άρχουσα τάξη και το κράτος της έχουνε παρόμοια αντίληψη. Πριν από χρόνια στη Μ. Βρετανία εν όψει μιας γενικής απεργίας η εφημερίδα «TIMES» δεν δίστασε να τονίσει στους συνδικαλιστές ηγέτες ότι: «Μια γενική απεργία είναι αναγκαστικά μια επαναστατική ενέργεια…». Σημειώστε ότι, η παγκόσμια άρχουσα τάξη έχει πλούσια εμπειρία και είναι προετοιμασμένη· αναφέρομαι και στην Ελληνική που εκτός των άλλων έχει περάσει με επιτυχία και τον εμφύλιο· με όλα τα μέσα νομικά και κατασταλτικά για να την αντιμετωπίσει όταν προκύψει. Και αυτό το επιβεβαιώνει η ιστορία των ταξικών αγώνων από τα μέσα του 19ου αιώνα από την οποία έχουμε και εμείς πολλά να διδαχθούμε ώστε να φροντίσουμε να είμαστε έτοιμοι όταν προκύψει. Γιατί πολλές φορές ξεσπάει απρόσμενα…!

 

2. Η ιστορία της γενικής απεργίας, με λίγα λόγια.

Το παγκόσμιο εργατικό κίνημα έχει χρησιμοποιήσει τη γενική απεργία σαν μέσο πάλης από τότε που έγινε υπαρκτή μαζική τάξη, στο καπιταλισμό, αρκετές φορές. Γιατί,

«Η γενική απεργία δεν είναι δυνατή παρά μόνο όταν η πάλη των τάξεων υψώνεται πάνω από όλα τα ιδιαίτερα και συντεχνιακά αιτήματα, επεκτείνεται σ’ όλα τα επαγγέλματα και τις περιοχές, σβήνει τα σύνορα ανάμεσα στα συνδικάτα και τα κόμματα, στη νομιμότητα και την παρανομία, και κινητοποιεί την πλειοψηφία του προλεταριάτου, αντιτάσσοντάς τη ενεργητικά στη μπουρζουαζία και κράτος»[8].

Από την εποχή των Χαρτιστών το 1842 στη Βρετανία, η γενική απεργία γράφει την μεγαλειώδη ιστορία της και περνώντας από τον ξακουστό Γαλλικό Μάη του 1968 συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας, έχοντας είναι αλήθεια χάσει λίγα από τα επαναστατικά χαρακτηριστικά της. Ωστόσο είμαι βέβαιος ότι σύντομα η αναπτυσσόμενη ταξική σύγκρουση θα την αποκαταστήσει «αναγκαστικά (σε) μια επαναστατική ενέργεια»!

Τα πλαίσια αυτού του κειμένου επιτρέπουν μόνο μια σύντομη αναφορά στις πιο σημαντικές γενικές απεργίες, σ’ αυτές που με έντονα γράμματα χαράχτηκαν στην ιστορία και τη συνείδηση του παγκόσμιου και ελληνικού εργατικού κινήματος.

 

2.1 Οι Xαρτιστές

 

1 Chartist meeting on Kennington Common by William Edward Kilburn 1848 restoration1

Μια φωτογραφία της Μεγάλης Συνάντησης Χαρτιστών στο Kennington Common, Λονδίνο, 1848.

 

Το κίνημα των χαρτιστών για την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος αναπτύχθηκε στην Αγγλία το 1834. Ο «Χάρτης του λαού» –που έδωσε το όνομα στο κίνημα– ήταν ένα κείμενο που υπογράφτηκε από εκατομμύρια Βρετανούς στη συντριπτική τους πλειοψηφία εργάτες και περιελάμβανε έξι αιτήματα: α) Δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας για τον ανδρικό πληθυσμό. β) Ισοδύναμες εκλογικές περιφέρειες. γ) Εκλογές κάθε χρόνο. δ) Να πληρώνονται οι βουλευτές για να μπορούν και οι φτωχοί εργάτες να συμμετέχουν ως βουλευτές στο κοινοβούλιο (εφαρμόστηκε το 1911). ε) Μυστική ψηφοφορία. στ) Να μη γίνονται περιουσιακές διακρίσεις στα μέλη του κοινοβουλίου.

«Αυτά τα έξι σημεία» έγραφε ο Ένγκελς το 1845, «που περιορίζονται όλα στη σύνθεση της Κάτω Βουλής, μπορεί να μοιάζουν αθώα, αλλά, ωστόσο, αρκούν για να συντρίψουν το αγγλικό Σύνταγμα με τη βασίλισσα και την Άνω Βουλή μαζί».

Αργότερα το 1842 το κείμενο συμπληρώθηκε και με οικονομικά αιτήματα: υψηλότεροι μισθοί, λιγότερες ώρες δουλειάς. Το υπέγραψαν 3.315.000 εργαζόμενοι και διεκδικούσαν τη ψήφισή του από το κοινοβούλιο με διαδηλώσεις και απεργίες. Το βασικό τους σύνθημα: «Ειρηνικά, αν γίνεται. Με τη βία, αν είναι ανάγκη».

Στην ηγεσία του «Χαρτιστικού Κινήματος» το οποίο είχε πάρει τα χαρακτηριστικά κόμματος –το πρώτο στην ιστορία του εργατικού κινήματος– υπήρχαν βασικές διαφορές σε ότι αφορούσε τη στρατηγική και τακτική του κινήματος. Η «δεξιά» ήταν υπέρ της ειρηνικής πάλης, υπέρ της πειθούς. Τα μέλη της αριστερής παράταξης, υποστήριζαν πως έπρεπε να χρησιμοποιηθούν μέσα βίας, μια και ο αντίπαλος ήταν ανελέητος. Τον Ιούλη του 1839 όταν το αίτημα για το «Χάρτη του Λαού» υπογεγραμμένο από 1.200.000 εργαζόμενους, υποβλήθηκε στο κοινοβούλιο, η κυβέρνηση απάντησε με βάναυση αστυνομική βία, με απαγόρευση των συνελεύσεων και με συλλήψεις των ηγετών. Και στο Νιούπορτ (Newport) έστειλε μονάδες στρατού όπου έβαψαν στο αίμα τη διαδήλωση χιλιάδων εργατών των ανθρακωρυχείων και του μετάλλου, όπου ζητούσαν την αποφυλάκιση των ηγετών τους. Δέκα εργάτες σκοτώθηκαν και πάνω από 50 τραυματίστηκαν. Οι ηγέτες της διαδήλωσης εκτοπίστηκαν και οι περισσότεροι αρχηγοί των Χαρτιστών σε όλη τη χώρα συνελήφθησαν. Γι αυτό η «αριστερά» πρότεινε να απαντήσουν οι Χαρτιστές με γενική απεργία διάρκειας και επανάσταση, αν το κοινοβούλιο απέρριπτε το αίτημα τους. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της γενικής απεργίας! Και, όχι τυχαία στη πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά χώρα της τότε εποχής.

Ωστόσο το εργατικό κίνημα επανήλθε σύντομα! Το Μάη του 1842, ένα νέο κύμα από απεργίες δημιουργείται στις βόρειες περιοχές της Αγγλίας. Τα αιτήματα δεν ήταν μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά. Οι συνελεύσεις απεργών εργατών σε μια συνδιάσκεψη συνδικάτων στο Μάντσεστερ κατέληξαν σ’ ένα ψήφισμα με το οποίο απαίτησαν να μη δουλέψει κανείς μέχρι ο Λαϊκός Χάρτης να γίνει νόμος της χώρας. Στο Λάνκασαϊρ (Lancshire), έγινε μια γενική απεργία, και η κατάσταση εξελίσσεται σε εν δυνάμει επαναστατική, αλλά η «δεξιά» πτέρυγα της ηγεσίας τάσσεται ανοιχτά κατά της γενικής απεργίας και εμποδίζει την ανάπτυξη της στη Ν. Αγγλία. Έτσι, η κυβέρνηση μπόρεσε να τσακίσει με τα στρατεύματα της την απεργία. Οι απεργοί του Λάνκασαϊρ μένουν χωρίς υποστήριξη και αυτό τους αναγκάζει να επιστρέψουν στη δουλειά κάτω από δυσμενέστερους όρους.

Παρά τις αδυναμίες και τις ήττες του το κίνημα φόβισε εξαιρετικά την άρχουσα τάξη της Βρετανίας. Το 1848, όταν το Κόμμα (πλέον) των Χαρτιστών οργάνωσε ακόμα μια φορά μια μεγάλη πολιτική δράση για το Λαϊκό Χάρτη με 2.000.000 υπογραφές, η κυβέρνηση συγκέντρωσε στο Λονδίνο μια στρατιά μεγαλύτερη από αυτή που χρησιμοποίησε ο Ουέλινγκτον στη μάχη του Βατερλό ενάντια στο Ναπολέοντα!! Συγκεκριμένα 100.000 άντρες (!) με πυροβολικό (!) και έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό ειδικών μονάδων της αστυνομίας!! Αλλά, όσο και αν αυτή η κινητοποίηση το κρατικού μηχανισμού αγγίζει και ίσως να ξεπερνάει τα όρια της υπερβολής, μας δίνει ένα μάθημα για το πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα η άρχουσα τάξη, ότι δεν «παίζει» υποτιμώντας το ταξικό της αντίπαλο και ότι προετοιμάζεται για το χειρότερο ελπίζοντας για το καλύτερο!

Το κίνημα ηττήθηκε και οι βασικοί λόγοι ήταν: α) Η ανωριμότητα του εργατικού κινήματος, β) η σύγχυση και η διάσπαση που κυριαρχούσε στην ηγεσία σε σχέση με τη στρατηγική και τη τακτική του κινήματος, γ) κατά συνέπεια η έλλειψη συνοχής στη βάση των συνδικάτων όπου κυριαρχούσε η «δεξιά» τάση και δ) η, εξ αιτίας των ανώριμων αντικειμενικών συνθηκών, απουσία ενός ισχυρού επαναστατικού κόμματος , ικανού να καθοδηγήσει το κίνημα.

Κατά το Λένιν, η Αγγλία έδωσε «στο κόσμο το πρώτο πλατύ, πραγματικά μαζικό, πολιτικά διαμορφωμένο προλεταριακό-επαναστατικό κίνημα, το χαρτισμό…», «που από πολλές απόψεις, ήταν η προτελευταία λέξη προς το μαρξισμό…»[9].

 

2.2 Η εμπειρία του Βελγίου 1891, 1893, 1902 και 1913

 

2 The General Strike in Belgium in 1913

Η Γενική Απεργία στο Βέλγιο το 1913. Στη φωτογραφία, το «Σπίτι του Λαού» («Maison du peuple» ή Volkshuis), το κτίριο των σοσιαλιστικών συνδικάτων στις Βρυξέλλες. Στο πανό γράφει: «Εργάτες, απεργήστε ήρεμα και με αξιοπρέπεια» και «Στρατιώτες, μην πυροβολείτε ειρηνικούς απεργούς».

 

Το Βέλγιο για ειδικούς λόγους υπήρξε το εργαστήρι της γενικής απεργίας. Χώρα μικρής έκτασης, με εξαιρετικά ανεπτυγμένη βιομηχανία και συγκεντρωμένο προλεταριάτο πράγμα που ευνοούσε την επέκταση της τοπική απεργίας επειδή όπως εξηγεί η Ρόζα:

«αρκεί ένας αριθμός απεργών, που από πρώτη όψη δεν είναι αξιόλογος, για να παραλύσει την οικονομική ζωή της χώρας». Επίσης το γεγονός ότι: «[...]στο Βέλγιο η οικονομική κι’ η πολιτική πάλη λειτουργούν σαν ένα οργανικό σύνολο, καθώς τα συνδικάτα ενώνονται με το κόμμα σε κάθε σημαντική δραστηριότητα.»[10]

Η Ρόζα με αφορμή την αποτυχημένη γενική απεργία του Απρίλη του 1913 μας δίνει συμπερασματικά ένα σύντομο απολογισμό της ιστορίας των γενικών απεργιών του Βελγίου –απουσιάζει βέβαια αυτή του 1902, αλλά θα γράψω γι αυτή παρακάτω– όπου αναφέρει:

«ότι η νέα εμπειρία του βελγικού κόμματος πέτυχε πολύ λιγότερο απ’ ότι η πρώτη του επίθεση πριν 20 χρόνια. Το 1891, η πρώτη μικρής διάρκειας μαζική απεργία με τις 125.000 εργάτες της ήταν αρκετή για να επιβάλει την ίδρυση της επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του εκλογικού δικαιώματος. Τον Απρίλη του 1893, άρκεσε μια αυθόρμητη απεργία 250.000 εργατών για να απαρνηθεί η βουλή σε μια μόνο συνεδρίαση, υπέρ της μεταρρύθμισης του εκλογικού δικαιώματος που είχε κολλήσει στην επιτροπή. Αυτή τη φορά [1913], η απεργία 400.000 εργατών μετά από 9 μήνες προπαρασκευή, μετά από εξαιρετικές θυσίες και υλικές προσπάθειες από μέρους της εργατικής τάξης, καταπνίγηκε μετά από 8 ημέρες χωρίς να πετύχει τίποτα άλλο εκτός απ’ την υπόσχεση, χωρίς υποχρέωση, ότι μια επιτροπή χωρίς εντολή και χωρίς δικαίωμα να νομοθετήσει θ’ αναζητούσε μια “φόρμουλα ενότητας” σχετικά με το εκλογικό δικαίωμα»[11].

Πριν εξετάσουμε τις αιτίες αυτής της αλλαγής, θεωρώ σκόπιμο να δούμε και την ήττα της γενικής απεργίας του Απρίλη του 1902 και πάλι μέσα από τα γραπτά της Ρόζας:

«το σοσιαλιστικό κόμμα φαινόταν να μην θέλει να κηρύξει τη γενική απεργία. Αυτή ξέσπασε περισσότερο εξαιτίας της κυριαρχικής απόφασης της ανυπόμονης προλεταριακής μάζας».

«Γι αυτό η γενική απεργία κηρύχτηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα όχι από τα πολιτικά όργανα του κόμματος [...] αλλά από τους συνδικαλιστικούς του εκπροσώπους». Η ηγεσία του κόμματος ομολογεί ότι η γενική απεργία ήτανε «κεραυνόβολη έκρηξη [...] που και μεις οι ίδιοι δεν την περιμέναμε».

Μόλις όμως η γενική απεργία ξέσπασε από μόνη της, οι σοσιαλιστές ηγέτες κηρύχτηκαν αλληλέγγυοι […] “Γενική απεργία μέχρι τη νίκη” αυτό το σύνθημα υιοθετήθηκε από το σοσιαλιστικό τμήμα της βουλής και από τη διεύθυνση του κόμματος»[12].

Η απεργία είχε ξεκινήσει στις 14 του Απρίλη,

«Το πρωί στις 20 τ’ Απρίλη το κεντρικό όργανο στις Βρυξέλλες διακήρυχνε.

“Συνεχίζοντας τη γενική απεργία, σώζουμε τη καθολική ψηφοφορία”.

Την ίδια μέρα η σοσιαλιστική κοινοβουλευτική ομάδα κι’ η διεύθυνση του κόμματος με μια ξαφνική μεταβολή αποφάσισαν να σταματήσουν την απεργία.

[...] τελικά όλη η εκστρατεία συντρίφτηκε μ’ ένα και μόνο χτύπημα, χωρίς κανένα φανερό λόγο, κι οι εργάτες γύρισαν σπίτια τους καταπτοημένοι και μ’ άδεια χέρια»[13].

Το γιατί νίκησαν οι γενικές απεργίες του 1891, 1893 και ηττήθηκαν του 1902, 1913 μας το εξηγεί η Ρόζα πολύ καθαρά:

«Αλλά οι δύο μεγάλες απεργίες του 1891 και του 1893 που πέταξαν το θεσμό των επιτροπών για το εκλογικό δικαίωμα και στη συνέχεια τη καθιέρωση της πολλαπλής ψήφου, ήσαν αυθόρμητες εκδηλώσεις του μαχητικού πνεύματος του κόμματος κι’ είχαν εκείνο το «κινηματικό» χαρακτήρα που κάθε άλλο παρά υπήρχε στην απεργία του τελευταίου Απρίλη (1913)»[14].

«Ο “κινηματικός” χαρακτήρας αυτών των δύο βραχύχρονων απεργιών [...] προερχόταν [...] από το γεγονός ότι αυτές οι μαζικές απεργίες αποτελούσαν την έκφραση των ιδεών του κόμματος που ήταν γεμάτο φρεσκάδα, αποφασιστικότητα κι εύθυμη μαχητικότητα. Δεν γνώριζαν ούτε δισταγμό, ούτε φόβο, ούτε προφυλάξεις, ούτε σύνεση, βάδιζαν στη μάχη χωρίς να υπολογίζουν σε τίποτε άλλο παρά μόνο στη δύναμη του ίδιου του προλεταριάτου…»[15].

Μετά το «αίμα» της σοσιαλδημοκρατίας άρχισε να δηλητηριάζεται από τον οπορτουνισμό και το κοινοβουλευτικό κρετινισμό έτσι:

«στην επόμενη δεκαετία όλη η τακτική του βέλγικου κόμματος πήρε ένα καινούργιο προσανατολισμό. Αφότου το εκλογικό δικαίωμα της εργατικής τάξης άνοιξε τις πόρτες του κοινοβουλίου κι’ έμπασε ένα διαρκώς αυξανόμενο αριθμό βουλευτών σ’ αυτό, το κέντρο βάρους της πολιτικής δράσης και του αγώνα για την ισότητα του εκλογικού δικαιώματος μεταφέρθηκε στη βουλή. Ταυτόχρονα [...] η συμμαχία με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία έγινε ένας σημαντικός παράγοντας της σοσιαλιστικής τακτικής». Οπότε η ηγεσία του κόμματος «έπρεπε να υπολογίζει και τους κοινοβουλευτικούς συμμάχους, τους φιλελεύθερους», τους συνεπείς εκφραστές «της βαθειάς έχθρας της κυρίαρχης τάξης ενάντια στη μαζική δράση του προλεταριάτου, [...] γιατί η μαζική απεργία πρόσβαλε αναγκαστικά και σε σημαντικό βαθμό τα οικονομικά συμφέροντα της μπουρζουαζίας.»[16]

Επίσης, στη γενική απεργία του 1913 γεννιέται η συνειδητή πλέον προσπάθεια της σοσιαλδημοκρατίας να ευνουχίσει το επαναστατικό περιεχόμενο της:

«Η βασική σκέψη των βέλγων συντρόφων στην προετοιμασία της απεργίας του Απρίλη ήταν να της αφαιρέσουνε κάθε βίαιο χαρακτήρα, να την διαχωρίσουνε εντελώς από την επαναστατική κατάσταση, να της δώσουνε μεθοδικά, αυστηρά περιορισμένο χαρακτήρα μιας συνηθισμένης συνδικαλιστικής απεργίας»[17]. (υπογρ. δική μου)

Το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύει και η εμπειρία των απεργιών του Βελγίου είναι ότι:

«Ο αποφασιστικός παράγοντας σε κάθε κίνημα των μαζών είναι η επαναστατική δράση των μαζών, το πνεύμα αποφασιστικότητας των ηγετών και το να βλέπουν καθαρά τον επιδιωκόμενο σκοπό»[18].

Ωστόσο «η επαναστατική δράση των μαζών» δεν μπορεί να πάει στον «επιδιωκόμενο σκοπό» χωρίς επαναστατικό κόμμα και ηγεσία!

 

2.3 Η Ρώσικη Επανάσταση του 1905

 

3 Bloody Sunday Russia 1905

Η «Ματωμένη Κυριακή» (9 Ιανουαρίου 1905) στη Ρωσία.

 

«[…] η μισοκοιμισμένη Ρωσία μετατράπηκε στη Ρωσία του επαναστατικού προλεταριάτου και του επαναστατικού λαού, […] το κυριότερο μέσο αυτού του περάσματος ήταν η μαζική απεργία, […] συγκεκριμένα η απεργία, αποτελούσε το κύριο μέσο για τη δραστηριοποίηση των μαζών και το πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο στην κυματοειδή ανάπτυξη των αποφασιστικών γεγονότων, […] στην παγκόσμια ιστορία η ρώσικη επανάσταση η πρώτη, αλλά, χωρίς αμφιβολία, όχι η τελευταία μεγάλη επανάστασή, στην οποία η μαζική πολιτική απεργία έπαιξε έναν ασυνήθιστα μεγάλο ρόλο»[19].

Έχει μεγάλη αξία να δούμε τα απίστευτα μονοπάτια μέσα από τα οποία βρήκε το δρόμο της η γενική απεργία, η εξέγερση και η επανάσταση.

«“Στη Ρωσία δεν υπάρχει ακόμη επαναστατικός λαός” – έτσι έγραφε δύο μέρες πριν από τη «Ματωμένη Κυριακή» ο κύριος Πέτρος Στρούβε, ο τοτινός αρχηγός των ρώσων φιλελευθέρων, ….»[20]

Ωστόσο οι απεργίες και η προλεταριακή επανάσταση δεν έπεσε από τον ουρανό!

Όλοι γνωρίζουμε ότι στη Ρωσία του Τσάρου κυριαρχούσε η απολυταρχία, οι σοσιαλιστικές ιδέες και οι διάσπαρτες μικρές επαναστατικές οργανώσεις ήταν στην παρανομία. Παράνομη βέβαια ήταν και η αστική δημοκρατία και οι αστοφιλελεύθεροι εκπρόσωποι της. Το αστυνομικό κράτος με επικεφαλής την Οχράνα[21] σ’ όλο του το μεγαλείο. Ο Λένιν περιγράφει τη κατάσταση ως εξής:

«Ως τις 22 (με το παλιό ημερολόγιο 9) του Γενάρη 1905 το επαναστατικό κόμμα της Ρωσίας αποτελούνταν από μια μικρή χούφτα ανθρώπων – οι τοτινοί ρεφορμιστές (ίδια και απαράλλακτα όπως οι σημερινοί) μας αποκαλούσαν κοροϊδευτικά “αίρεση”. Μερικές εκατοντάδες επαναστάτες οργανωτές, μερικές χιλιάδες μέλη τοπικών οργανώσεων, μισή ντουζίνα επαναστατικά φύλλα, τα οποία εκδίδονταν στο εξωτερικό και στέλνονταν λαθραία στη Ρωσία. [...] Το γεγονός αυτό έδινε τυπικά στους στενοκέφαλους και ξιπασμένους ρεφορμιστές το δικαίωμα να ισχυρίζονται ότι στη Ρωσία δεν υπάρχει ακόμη επαναστατικός λαός»[22].

Ο τσαρισμός και η Οχράνα είχανε άλλη άποψη για την πραγματική κατάσταση. Η άνοδος του εργατικού κινήματος στην περίοδο 1900-1903 την οποία αντιμετώπισαν με άγρια καταστολή τους είχε θορυβήσει. [Από το εξαιρετικό 3τομο έργο του Τ. Κλιφ[23] για τον Λένιν θα δανειστώ από τον πρώτο τόμο μερικά εκτενή αποσπάσματα]. Γιατί υπήρχε

«μια πραγματική αλλαγή στην εργατική τάξη: αρκετοί εργάτες είχαν αρχίσει να γίνονταν μέλη επαναστατικών ομάδων».

«Για να εμποδίσει αυτή την εξέλιξη ένα τμήμα της μυστικής αστυνομίας άρχισε μια νέα μορφή συνδικαλισμού: τον ζουμπατοφισμό. (Ο Ζουμπάτοφ ήταν ο αρχηγός της χωροφυλακής της Μόσχας). Σύμφωνα με το σχέδιο, θα δημιουργούνταν εργατικοί όμιλοι με την έγκριση της αστυνομίας, για να δώσουν δυνατότητες για αλληλοβοήθεια ανάμεσα στους εργάτες και προστασία από την επίδραση των επαναστατών».

Δηλαδή φτιάξανε «αναχώματα» όπως λέει και το ΚΚΕ!

«Αλλά τα αστυνομικά σχέδια [δηλαδή «τα αναχώματα»] δεν δούλεψαν όπως αναμενόταν. Οι εργάτες χρησιμοποίησαν τις νόμιμες ζουμπατοφικές οργανώσεις για να οργανώσουν απεργίες και να εκφράσουν τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, όπως αφηγείται ο μπολσεβίκος ιστορικός Μ.Ν Ποκρόφσκι, το αποτέλεσμα του ζουμπατοφισμού ήταν διαφορετικό από τις προσδοκίες του ίδιου του Ζουμπάτοφ: “Ακριβώς επειδή οι εργάτες αυτοί ήταν πολιτικά υπανάπτυκτοι, ο ζουμποταφισμός ήταν ένα τρομερό βήμα για την ανάπτυξη της ταξικής τους συνείδησης, για να τους βοηθήσει την να καταλάβουν ταξική αντίθεση μεταξύ εργάτη και εργοδότη. [...] οι πράκτορες του Ζουμπάτοφ έφτασαν στο σημείο να υποσχεθούν ότι σύντομα η κυβέρνηση θα έπαιρνε τα εργοστάσια από τους εργοδότες και θα τα έδινε στους εργάτες [...] αν πάψουν να ακούνε τους ‘διανοούμενους’”.

Μια απεργία στην οποία ηγήθηκαν τα συνδικάτα του Ζουμπάτοφ, στην Οδησσό τον Ιούλιο του 1902, εντελώς απρόσμενα γι’ αυτούς που την ξεκίνησαν, απλώθηκε σ’ όλη την πόλη και απέκτησε έναν έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Μαζικές πολιτικές απεργίες απλώθηκαν το 1903 σ’ όλη τη νότια Ρωσία [...]. Το αποτέλεσμα ήταν να στραφεί η τσαρική κυβέρνηση κατά του ζουμπατοφισμού. Όλα τα σωματεία, εκτός απ’ αυτά της Μόσχας και της Πετρούπολης, δια λύθηκαν ως το τέλος του 1903, ενώ ο ίδιος ο Ζουμπάτοφ εξορίστηκε[!!]. Αλλά [...] έπειτα από μερικές εβδομάδες ο “αστυνομικός σοσιαλισμός” υιοθετήθηκε ξανά ως όπλο [ανάχωμα...] ενάντια στα επαναστατικά κινήματα.

Το αστυνομικό σωματείο της Πετρούπολης λεγόταν Συνέλευση των Ρώσων Εργατών Εργοστασίου και Βιοτεχνίας. Είχε παραρτήματα σ’ όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας [...]. Ηγέτης του ήταν ο παπά-Γκαπόν, ιερέας φυλακής και προστατευόμενος του Ζουμπάτοφ. [...]

“Στην επίσημη τελετή έναρξης των εργασιών της Συνέλευσης στις 11 Απρίλη του 1904, έγινε λειτουργία, τραγουδήθηκε τρεις φορές το ‘Ο Θεός σώζει τον τσάρο’ και τέλος, η Συνέλευση έστειλε τηλεγράφημα στον υπουργό Εσωτερικών: ‘Με μεγάλο σεβασμό σας παρακαλούμε να μεταφέρεται στην Αυτού Μεγαλειότητα, στον αγαπημένο Μονάρχη, τα αισθήματα ταπεινής υποταγής των εργατών, τα οποία εμπνέονται από τη φλογερή αγάπη τους για τον θρόνο και τη μητέρα πατρίδα’.”»[24]

Αυτή ήταν επιφανειακά –ίσως και ουσιαστικά– η κατάσταση στη συνείδηση της εργατικής τάξης παραμονές της μεγάλης επανάστασης, η οποία αποκάλυψε ότι δεν υπάρχουν «αναχώματα» που μπορεί να εμποδίσουν το δρόμο της εργατικής τάξης προς την επανάσταση. Όταν φουσκώσει το ποτάμι –αγαπητοί σύντροφοι του ΚΚΕ– συντρίβει και παρασύρει όλα τα αναχώματα!!

Ο Λένιν πάνω σ ’αυτό γράφει:

«Όσο “έξυπνα” κι αν ήταν τα σχέδια της αντιδραστικής κλίκας της αυλής, η πραγματικότητα της ταξικής πάλης και της πολιτικής διαμαρτυρίας των προλεταρίων, σαν πρωτοπορίας του λαού, αποδείχτηκε πολύ πιο έξυπνη. Είναι γεγονός πως τα αστυνομικά και στρατιωτικά σχέδια ενάντια στην κυβέρνηση, πως από το ζουμπατοφισμό, σαν μικρή αφορμή, ξεπήδησε ένα πλατύ, μεγάλο, πανρωσικό επαναστατικό κίνημα. Η επαναστατική ενέργεια και το επαναστατικό ένστικτο της εργατικής τάξης ξέσπασαν με ακατάσχετη δύναμη, παρά τα διάφορα τεχνάσματα και τις διάφορες πανουργίες της αστυνομίας»[25].

Επανερχόμαστε στο Τ. Κλιφ για τη συνέχεια:

«Οι ηγέτες της Συνέλευσης πίστευαν ότι θα ήταν μια καλή ιδέα να στραφούν οι εργάτες προς τον τσάρο για υποστήριξη. [...] Έτσι γεννήθηκε η ιδέα για την οργάνωση της διαδήλωσης- παράκλησης προς τον τσάρο. Μια ιερή πομπή θα βάδιζε κουβαλώντας την εικόνα του τσάρου, άγια εικονίσματα και εκκλησιαστικά λάβαρα. Και θα τον παρακαλούσε ταπεινά να διορθώσει τα κακώς κείμενα στη ζωή των εργατών. Ψέλνοντας προσευχές και ύμνους οι εργάτες γονατιστοί θα παρέδιδαν τα αιτήματα τους στον τσάρο»[26].

Και οι «…αμόρφωτοι ρώσοι εργάτες της προεπαναστατικής Ρωσίας…»[27] συμφώνησαν!!

«Την Κυριακή 9 Ιανουαρίου, 200.000 εργάτες της Πετρούπολης»[28]– «και μάλιστα όχι σοσιαλδημοκράτες, αλλά άνθρωποι θρήσκοι και πιστοί υπήκοοι»[29]– «προχώρησαν σε μια πελώρια, αλλά ειρηνική πορεία ως τα Χειμερινά Ανάκτορα του τσάρου, υπό την ηγεσία του παπά-Γκαπόν. Ο τσάρος αρνήθηκε να τους δεχτεί. Τα στρατεύματα που φύλαγαν τα Χειμερινά Ανάκτορα διατάχτηκαν να πυροβολήσουν προς το πλήθος. Πάνω από 1.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν και γύρω στις 2.000 τραυματίστηκαν».[30]

Αυτό ήταν! «[...] Άμεση ανατροπή της κυβέρνησης – να με πιο σύνθημα απάντησαν στο μακελειό της 9 του Γενάρη ακόμα κι όσοι εργάτες της Πετρούπολης πίστευαν στον τσάρο, και απάντησαν με το στόμα του αρχηγού τους, του παπά Γκεόργκι Γκαπόν που είπε ύστερα από τη ματωμένη αυτή μέρα: “δεν έχουμε πια τσάρο. Ποτάμι αίμα χωρίζει τον τσάρο από το λαό. Ζήτω η πάλη για την ελευθερία!”»[31]

«Η εργατική τάξη πήρε ένα μεγάλο μάθημα εμφυλίου πολέμου η επαναστατική διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου προχώρησε μέσα σε μια μέρα τόσο όσο δε θα μπορούσε να προχωρήσει μέσα σε μήνες και χρόνια μιας άχαρης, συνηθισμένης, κακομοίρικης ζωής. Το σύνθημα του ηρωικού προλεταριάτου της Πετρούπολης: «ελευθερία ή θάνατος!» αντιλαλεί σ’ όλη τη Ρωσία. Τα γεγονότα εξελίσσονται με καταπληκτική ταχύτητα»[32].

«Η επανάσταση φουντώνει!» Οι εργάτες πέταξαν τις εικόνες του τσάρου, τα εξαπτέρυγα και τα «πάτερ ημών» και σηκώνουν ψηλά, «Το μαχητικό σύνθημα [...] «οχτάωρο και όπλα!»[33]. «Οι εργάτες εφοδιάζονται με περίστροφα, μετατρέπουν σε όπλα τα εργαλεία τους, εξοικονομούν βόμβες για την αποφασιστική πάλη υπέρ της ελευθερίας»[34]. Η γενική απεργία εξαπλώνεται στην επαρχία σ’ όλες τις βασικές πόλεις της Αυτοκρατορίας. «Από το Γενάρη ως το Μάρτη του 1905 απέργησαν 810 χιλιάδες εργάτες μόνο της βιομηχανίας, δηλαδή δύο φορές περισσότεροι απ’ ότι σ’ όλη την προηγούμενη δεκαετία»[35]. Η εξέγερση εξελίσσεται με διαδηλώσεις και ένοπλες συγκρούσεις με τη χωροφυλακή. Τμήματα του στρατού εξεγείρονται –η πιο γνωστή η εξέγερση στο θωρηκτό «Πρίγκιπας Ποτιόμκιν»– συνενώνονται με τον εξεγερμένο λαό. Και η αγροτιά ξεσηκώνεται αργά αλλά σταθερά.

Αλλά καλύτερα να δώσω χώρο στα γραπτά του Λένιν:

«Ο Οκτώβρης και ο Δεκέμβρης του 1905 σημειώνουν το αποκορύφωμα της ανιούσας της ρώσικης επανάστασης. [...]

Κατακτήθηκε η ελευθερία του τύπου. [...] Μόνο στην Πετρούπολη έβγαιναν τρεις ημερήσιες σοσιαλδημοκρατικές εφημερίδες με τιράζ από 50 ως 100 χιλιάδες φύλλα»[36].

Αυτό χρειάζεται να το συνδυάσουμε με το αξιοσημείωτο γεγονός ότι:

«Στη διάρκεια […] μερικών μηνών […] οι εκατοντάδες των επαναστατών σοσιαλδημοκρατών αυξήθηκαν “ξαφνικά” σε χιλιάδες, οι χιλιάδες έγιναν αρχηγοί 2-3 εκατομμυρίων προλεταρίων»[37] (υπογρ. δική μου).

«Μέσα στη φωτιά της πάλης σχηματίστηκε μια ιδιόμορφη μαζική οργάνωση: τα περίφημα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών, συνελεύσεις των αντιπροσώπων από όλα τα εργοστάσια. Αυτά [...] σε αρκετές πόλεις της Ρωσίας είχαν αρχίσει όλο και περισσότερο να παίζουν ρόλο προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης, ρόλο οργάνων και καθοδηγητών των εξεγέρσεων».

Είχαμε την ανάδειξη του φαινομένου της δυαδικής εξουσίας!

«Δυστυχώς, οι περίοδοι αυτές ήταν πολύ σύντομες, οι “νίκες” ήταν πολύ αδύνατες, πολύ απομονωμένες»[38].

Για παράδειγμα το σοβιέτ της Πετρούπολης κράτησε 50 μέρες από τις 13 του Οκτώβρη μέχρι τις 3 του Δεκέμβρη του 1905!

«Το αγροτικό κίνημα το Φθινόπωρο του 1905 πήρε ακόμη μεγαλύτερες διστάσεις. Περισσότερο από το ένα τρίτο των επαρχιών όλης της χώρας τις αγκάλιασαν τότε οι λεγόμενες «αγροτικές ταραχές και οι πραγματικές αγροτικές εξεγέρσεις. Οι αγρότες έκαψαν ως 2 χιλιάδες αγροκτήματα και μοίρασαν ανάμεσα τους τα μέσα διαβίωσης που είχαν κλέψει από το λαό οι άρπαγες ευγενείς»[39].

Οι εργάτες επιβάλουν το 8ωρο με το «έτσι θέλω». Τότε δούλευαν το λιγότερο 10ωρο, με συνεννόηση των εργοστασιακών επιτροπών αποφάσισαν ότι στο 8ωρο θα σταματάνε! Και έτσι έγινε! Αυτό ήταν κάτι που για πρώτη φορά συνέβαινε στην ιστορία του εργατικού κινήματος- αν δεν κάνω λάθος. Με ανάλογο τρόπο στη 10ετία του ’60 επέβαλαν το 7ωρο οι οικοδόμοι στη χώρα μας!

Ωστόσο η επανάσταση του 1905 παρ’ ότι τα είχε όλα όσα λέμε στα συνθήματα μας και «κάτι» παραπάνω: ήταν ένα κίνημα, εξέγερση, επανάσταση που κράτησε ένα χρόνο. Είχε απεργίες, γενικές απεργίες και πολιτικές γενικές απεργίες. Δημιούργησε τα Σοβιέτ, όργανα δυαδικής εξουσίας. Είχε επαναστατικό κόμμα, ακόμα και οι μενσεβίκοι δεν ήταν τελείως «ξευτίλα».[Σημειώστε ότι τα Σοβιέτ ήταν δική τους ιδέα και πρωτοστάτησαν στη δημιουργία τους, την ίδια στιγμή που οι μπολσεβίκοι τα έβλεπαν με «μισό μάτι» και χρειάστηκε η επέμβαση του Λένιν για να διορθώσει τη κατάσταση!] Είχε ηγέτες του μεγέθους Λένιν και Τρότσκι. Αλλά τελικά δεν νίκησε, δεν έκανε την ανατροπή, δυστυχώς ηττήθηκε και επακολούθησε της ήττας η μαύρη αντιδραστική περίοδος του Στολύπιν.

Η επανάσταση του 1905 ηττήθηκε. Γιατί; Ας δούμε τι λένε οι πρωταγωνιστές για τις βασικές αιτίες. Ο Λένιν γράφει:

«Η εννιά του Γενάρη 1905 αποκάλυψε όλο το γιγαντιαίο απόθεμα επαναστατικής δύναμης του προλεταριάτου κι όλη την ανεπάρκεια της οργάνωσης των σοσιαλδημοκρατών»[40].

Στη «Διάλεξη για την επανάσταση του 1905» που έκανε στις 9 (22) του Γενάρη του 1917 σε σύσκεψη της ελβετικής Σοσιαλιστικής νεολαίας για τη δωδέκατη επέτειο της έναρξης της πρώτης ρώσικης επανάστασης διαπιστώνει ότι:

«[…] έλειπε[...], από τη μια μεριά, η αυτοκυριαρχία, η αποφασιστικότητα των μαζών που έπασχαν πολύ από την αρρώστια της ευπιστίας, και από την άλλη, έλειπε η οργάνωση των χακοφορεμένων επαναστατών σοσιαλδημοκρατών εργατών, δεν ήξεραν να πάρουν την καθοδήγηση στα χέρια τους, να μπουν επικεφαλής του επαναστατικού στρατού και να περάσουν στην επίθεση ενάντια στην κυβερνητική εξουσία»[41].

Πάνω σ’ αυτά ο Τρότσκι αναφέρει:

«[...] όλες οι επαναστατικές δυνάμεις έμπαιναν για πρώτη φορά στη δράση και γι αυτό δεν είχαν εμπειρία και αυτοπεποίθηση […] Έστω με μερικά σπασμένα πλευρά ο Τσαρισμός κατόρθωσε να επιζήσει από την εμπειρία του 1905 και να βγει απ’ αυτή δυνατός»[42].

Επίσης στο 1905 έγινε ένα εξαιρετικά δυνατό τεστ για τα όρια και τις δυνατότητες της γενικής απεργίας, ο Τρότσκι γράφει:

«Στη διάρκεια της πάλης η εξασθένηση του εχθρού έχει μεγάλη σημασία. Αυτό πετυχαίνει η απεργία. Την ίδια στιγμή, η απεργία κινητοποιεί το στρατό της επανάστασης. Όμως, ούτε το ένα, ούτε το άλλο από μόνα τους αποτελούν μια επανάσταση.

Μένει ακόμα να αποσπαστεί η εξουσία από τα χέρια από τα χέρια των παλιών κυβερνητών και να παραδοθεί στα χέρια της επανάστασης. Αυτό είναι το βασικό καθήκον. Μια γενική απεργία δημιουργεί μόνο τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Από μόνη της δεν αρκεί για επιτύχει τον σκοπό της»[43] (υπογρ. δική μου).

Ο Λένιν θεωρεί ότι:

«Δυστυχώς, οι αγρότες κατάστρεψαν τότε μόνο το ένα δέκατο πέμπτο απ’ όλα τα αγροκτήματα των ευγενών, μόνο το ένα δέκατο πέμπτο απ’ ό,τι έπρεπε να καταστρέψουν, για να σβήσουν ολοκληρωτικά από το πρόσωπο της ρωσικής γης το αίσχος της μεγάλης φεουδαρχικής γαιοκτησίας. Δυστυχώς, οι αγρότες έδρασαν πολύ σκόρπια, ανοργάνωτα, όχι αρκετά επιθετικά, και εδώ βρίσκεται μια από τις βασικές αιτίες της ήττας της επανάστασης»[44].

Ωστόσο όμως, η ήττα τους δίδαξε και το 1917 μπόρεσαν να νικήσουν!

Τα προαναφερθέντα, δεν έχουν σαν στόχο να αρνηθούμε τον αγώνα μας, τα συνθήματα μας, αλλά να καταλάβουμε ότι: «μπορούμε να νικήσουμε» και να κάνουμε την «ανατροπή» αν κατανοήσουμε ότι το «να νικήσουμε» είναι ένα ζήτημα εξαιρετικά πιο πολύπλοκο και «κάτι» παραπάνω από «τις απεργίες διαρκείας» και τα «σχέδια δράσης», με τα οποία για μια ακόμη φορά γράφω ότι συμφωνώ. Και αυτό το εξαιρετικά πιο πολύπλοκο θα το λύσουμε μελετώντας προσεκτικά και κατ’ επανάληψη την ιστορία μας. Τις μεγάλες μάχες της τάξης μας, τα συμπεράσματα των κλασσικών του μαρξισμού πάνω σ’ αυτές. Νομίζω ότι είναι λογικό.

 

2.4 Η γενική απεργία του 1926 στην Αγγλία

 

4 Workers mass in Dundee city centre during the General Strike of 1926

Συγκέντρωση εργατών στο κέντρο της πόλης του Νταντί κατά τη διάρκεια της Γενικής Απεργίας του 1926.

 

Η γενική απεργία του 1926 στην Αγγλία ήταν ένας ηρωικός αγώνας της εργατικής τάξης που προδόθηκε ανοιχτά από την ρεφορμιστική ηγεσία της, όταν αυτή έφθασε στην κορύφωση της!

Ο Βρετανικός ιμπεριαλισμός μετά το τέλος του 1ου παγκόσμιου μπήκε σε διαδικασία παρακμής, στα μέσα της δεκαετίας του ’20 στα πλαίσια της γενικότερης παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης αποκαλύφθηκαν έντονα οι αδυναμίες του. Άρχισε να χάνει την κυριαρχία του στο εμπόριο από τη Γερμανία και κύρια από τις ΗΠΑ που έσπαζαν από τον επαρχιωτισμό τους και έβγαιναν δυναμικά στην παγκόσμια αγορά. Η βιομηχανία του και κύρια ο κλάδος της εξόρυξης, των ανθρακωρυχείων, δοκιμάζονταν σκληρά από τον ανταγωνισμό. Για το βρετανικό κεφάλαιο έμπαινε πλέον επιτακτικά το γνωστό σε όλους μας για αυτές τις περιπτώσεις ζήτημα της «αναδιάρθρωσης» της βιομηχανίας για να γίνει ανταγωνιστική και να σωθεί. Και είναι κανόνας το κόστος της «αναδιάρθρωσης» να το επωμίζονται πάντοτε οι εργάτες!

Και η επίθεση ενάντια στους εργάτες ξεκινάει:

«Στις 29 Ιούλη 1925, ο πρωθυπουργός Στάνλεϊ Μπαλντουίν δήλωσε στους ηγέτες των ανθρακωρύχων ότι “η κυβέρνηση δεν πρόκειται να παραχωρήσει άλλα δάνεια στη βιομηχανία άνθρακα, [οι κυβερνήσεις επιδοτούσαν τα ανθρακωρυχεία τα οποία τότε ήταν ιδιωτικά] η οποία πρέπει να σταθεί αποκλειστικά στα δικά της πόδια”». Και δήλωσε ωμά ότι «οι εργάτες αυτής της χώρας πρέπει να αποδεχτούν μείωση των μισθών τους, ώστε να σταθεί στα πόδια της η βιομηχανία»[45].

Όπως βλέπετε το «ρεφραίν» δεν άλλαξε το ίδιο πού τραγουδούσαν χθες μας τραγουδούν και σήμερα!!

Σύμφωνα με τον Τ. Κλιφ ο Τρότσκι αν και από πολύ μακριά πρόβλεψε τη μεγάλη απεργιακή σύγκρουση:

«Όπως είχε γράψει ο Τρότσκι σε μια επιστολή του στις 5 Μάρτη 1926:

“Οι μισθοί των ανθρακωρύχων διατηρούνται στο σημερινό επίπεδο με κρατική επιδότηση, η οποία βαραίνει τον ήδη ελλειμματικό προϋπολογισμό. Η συνέχιση της επιδότησης σημαίνει βάθεμα της οικονομικής κρίσης. Η κατάργηση της θα σημαίνει κοινωνική κρίση”»[46].

Από κοντά με τη κυβέρνηση:

«Οι βρετανοί εργοδότες [των ανθρακωρυχείων] ζητούσαν κυνικά την περικοπή των μισθών που κυμαινόταν από 13 ως 18%, την κατάργηση του επταώρου [και την επαναφορά του οχταώρου], καθώς και την κατάργηση της εθνικής σύμβασης από τοπικές συμφωνίες[47].

Κάτι μου θυμίζει… κάτι μου θυμίζει…[48]

Οι ανθρακωρύχοι με τη στήριξη του TUC απείλησαν με απεργία και

«Οι ιδιοκτήτες των ορυχείων ανακοίνωσαν ότι αν οι όροι τους δεν γίνονταν δεκτοί ως τις 30 του Ιούλη θα κήρυχναν λόκ-άουτ»[49].

Ωστόσο η κυβέρνηση με παρέμβαση της αποτρέπει τη σύγκρουση γιατί:

«Όπως είπε [ο Μπαϊλντούν] στο βιογράφο του, [...] κάμποσα χρόνια αργότερα: “Δεν ήμασταν έτοιμοι ακόμα”»[50].

Αναγκάζει τους εργοδότες να πάρουν πίσω το λόκ-άουτ και υπόσχεται στους ανθρακωρύχους να συνεχίσει την επιδότηση των ανθρακωρυχείων μέχρι τις 30 Απρίλη του 1926. Ταυτόχρονα διορίζει μια βασιλική επιτροπή –έτσι λέγανε τότε στη Βρετανία τις επιτροπές των «σοφών» που λέμε εμείς στην Ελλάδα– για να εξετάσει τη κατάσταση και να βγάλει πόρισμα.

«Αυτή ήταν η “Κόκκινη Παρασκευή” που γιορτάστηκε σαν πραγματική νίκη από τους εργάτες. Στην ουσία όμως, η κυβέρνηση δεν έκανε άλλο παρά να κερδίσει χρόνο για τη μεγάλη μάχη που ήξερε ότι δεν μπορούσε τελικά να αποφύγει»[51].

Η άρχουσα τάξη της Βρετανίας με αυτή της τη στάση μας δίνει μαθήματα στρατηγικής και τακτικής, ότι γνωρίζει καλά να υπερασπίζει το ταξικό της συμφέρον και αυτό αφορά την άρχουσα τάξη κάθε χώρας! Για να νικήσουμε οφείλουμε να διδαχθούμε πολλά από αυτή!

Η κυβέρνηση από την επομένη μέρα της συμφωνίας εργάζεται για τη συγκρότηση ενός ισχυρού απεργοσπαστικού μηχανισμού. Στόχος της η συντριβή του συνδικαλιστικού κινήματος. Σύμφωνα με τον Φόστερ:

«Η κυβέρνηση επίταξε φορτηγά αυτοκίνητα, σχημάτισε ειδικό απόθεμα από ατμομηχανές, οργάνωσε συνεργεία αυτοκινήτων για τις επείγουσες ανάγκες [για να σπάσει την απεργία στις μεταφορές], συγκέντρωσε καταλόγους πιθανών απεργοσπαστών και εκπαίδευσε ειδικό προσωπικό για τα βασικά πόστα στις βιομηχανίες.

Τα απεργοσπαστικά αυτά μέτρα εφαρμόστηκαν από την “Οργάνωση Συντήρησης των Εφοδίων” (O.M.S) [Παρακρατική πολιτοφυλακή με φασιστική νοοτροπία πού στόχο είχε τη τροφοδοσία της αγοράς και την τήρηση της τάξης, σε περίπτωση απεργιών]. Η χώρα διαιρέθηκε σε δέκα διαμερίσματα και στο κάθε ένα από αυτά εγκαταστάθηκαν οικονομικές και πολιτικές οργανώσεις με έκτακτη δικαιοδοσία. Μεγάλες μάζες στρατού τοποθετήθηκαν σε στρατηγικά σημεία. Με λίγα λόγια η κυβέρνηση πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που θα επιβάλλονταν για την καταστολή μιας επανάστασης»[52].

Από την άλλη πλευρά:

«Μετά την “Κόκκινη Παρασκευή” η συνδικαλιστική ηγεσία κάθισε με σταυρωμένα χέρια, χωρίς να κάνει την παραμικρή προετοιμασία για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη επίθεση της κυβέρνησης και των εργοδοτών στους ανθρακωρύχους»[53].

Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες συμπεριφορές με κοινό στόχο την ήττα της γενικής απεργίας και τη συντριβή του συνδικαλιστικού κινήματος! Η κυβέρνηση σαν ο συλλογικός καπιταλιστής και ταυτόχρονα το γενικό επιτελείο του στρατού του κεφαλαίου προετοιμάζει σχολαστικά τις δυνάμεις της για να νικήσει, το ταξικό της ένστικτο την βοηθά για να καταλάβει αυτό που δεν θέλει να καταλάβει η ρεφορμιστική συνδικαλιστική ηγεσία του TUC, ότι: «Η κύρια σημασία της Γενικής Απεργίας είναι ότι θέτει απερίφραστα το ζήτημα της εξουσίας»[54] Ωστόσο, η συμπεριφορά των ρεφορμιστών μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά! Ο Τ. Κλιφ στο έργο του για τον Τρότσκι, στον τρίτο τόμο, αναφέρει:

«Ένα-δύο χρόνια μετά τη γενική απεργία, ο Τρότσκι επέστρεψε στο ζήτημα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας:

“Αν δεν υπήρχε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, τότε η αστυνομία, ο στρατός, τα δικαστήρια, οι λόρδοι, η μοναρχία, δεν θα ήταν μπροστά στις προλεταριακές μάζες τίποτα περισσότερο από θλιβερά παιχνιδάκια. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι η ραχοκοκαλιά του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Η αστική τάξη υπάρχει λόγω αυτής της γραφειοκρατίας, όχι μόνο στη μητρόπολη αλλά και στην Ινδία, την Αίγυπτο και τις άλλες αποικίες”»[55].

Είναι σημαντικό στοιχείο της σταθερότητας του συστήματος, γι αυτό ο Τρότσκι γράφει:

«Πρέπει να κοιτάξουμε τα γεγονότα κατάματα: οι κύριες προσπάθειες της επίσημης ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος και ενός σημαντικού τμήματος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, δεν αφορούν την παράλυση του αστικού κράτους μέσω της γενικής απεργίας, αλλά την παράλυση της γενικής απεργίας μέσω του αστικού κράτους»[56] (υπογρ. δική μου).

Για τη συνέχεια της εξέλιξης του αγώνα αξίζει να παρουσιάσω την περιγραφή των συμβάντων από το έργο του Ο. Φόστερ:

«Στις 11 του Μάρτη 1926, η “Βασιλική Επιτροπή για τον άνθρακα”,… υπέβαλε την αναφορά της, [...]: Η εθνικοποίηση των ανθρακωρυχείων απορρίπτονταν, η κυβερνητική επιχορήγηση στη βιομηχανία άνθρακα έπρεπε να σταματήσει, οι μισθοί έπρεπε να ελαττωθούν και οι ώρες δουλειάς να αυξηθούν. [...] Ακολούθησαν αρκετές εβδομάδες άκαρπων διαπραγματεύσεων κατά τη διάρκεια των οποίων η κυβέρνηση προετοιμάζονταν για την απεργία, ενώ το Γενικό Συμβούλιο (TUC) αδρανούσε»[57].

Η πρωτομαγιά βρίσκει ένα εκατομμύριο ανθρακωρύχους αντιμέτωπους με το λόκ- άουτ των εργοδοτών. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η ηγεσία του TUC αναγκάζεται την 3η του Μάη να καλέσει εθνική γενική απεργία.

«[...] κάθε δουλειά σταμάτησε. Η Μεγάλη Βρετανία δεν είχε δει ποτέ κάτι παρόμοιο. «Δεν υπήρχαν ούτε τραίνα, ούτε λεωφορεία, ούτε τραμ, ούτε εφημερίδες, ούτε ηλεκτρικό», τα ορυχεία, τα χυτήρια ατσαλιού, τα εργοστάσια χημικών ειδών και άλλες βασικές βιομηχανίες είχαν σταματήσει σχεδόν κατά 100%. Αξιοσημείωτη ήταν η απεργία στους “εργάτες με το σκληρό κολάρο”. Οι Κόουλ και Ποστγκάητ αναφέρουν ότι “οργανώσεις όπως η ένωση των λογιστών σιδηροδρόμων, που είχαν γραφτεί στο μαύρο πίνακα και εθεωρούντο αμφιταλαντευόμενες παράτησαν τη δουλειά με την ίδια πίστη με την οποία αγωνίστηκαν οι παλιοί αγωνιστές της εθνικής ένωσης σιδηροδρόμων” [...]. Από τις 1.100 εργατικές οργανώσεις της Μεγάλης Βρετανίας τρεις μόνο δεν απέργησαν [...].

Οι ειδικευμένοι εργάτες κατέβηκαν στην απεργία στο πλευρό των ανειδίκευτων. Στο βορειανατολικό σιδηροδρομικό δίκτυο μέσα σε 11.500 οδηγούς ατμομηχανών μόνο 75 εξακολούθησαν τη δουλειά. Το ηθικό των εργατών ήταν υπέροχο»[58].

Κάθε μέρα που περνούσε η απεργία δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο, η συμμετοχή ήταν σχεδόν απόλυτη. Δεν μπορούσε να την φρενάρει ούτε η λαθεμένη μάλλον συνειδητά τακτική της ηγεσίας, η οποία

«ήταν μια απεργία σε “κύματα” – θα απεργούσαν κάποιοι κλάδοι ενώ οι άλλοι θα περίμεναν, δουλεύοντας»[59].

Πράγμα που αποδυνάμωνε την ισχύ και τον αντίκτυπο της γενικής απεργίας. Ούτε και ο πανίσχυρα οργανωμένος απεργοσπαστικός μηχανισμός της κυβέρνησης.

«[…] παρ’ όλη την απεγνωσμένη προσπάθεια της κυβέρνησης να βρει απεργοσπάστες, οι απεργοί ήταν πιο πολλοί τη μέρα που λύθηκε η απεργία παρά τη μέρα που άρχισε […] Η Οργάνωση για τη Συντήρηση των Εφοδίων (O.M.S) […] διαπιστώθηκε, ότι η απεργοσπαστική αυτή οργάνωση δεν είχε καταφέρει να προκαλέσει ούτε το πιο μικρό ρήγμα στις τάξεις των απεργών»[60].

Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει από τη νίκη αυτή την ιστορική γενική απεργία της Βρετανικής εργατικής τάξης παρά εκτός της ανοιχτής προδοσίας! Και:

«Ενώ η απεργία συνεχιζόταν και δυνάμωνε, οι ηγεσίες του TUC και του εργατικού κόμματος, συνωμοτούσαν με την κυβέρνηση πίσω από τις πλάτες των εργατών για να τη σταματήσουν. Οι μυστικές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν την τέταρτη μέρα της απεργίας (7 Μάη) και συνεχίστηκαν μέχρι που κηρύχτηκε το τέλος της απεργίας. Αυτές οι διαπραγματεύσεις όχι μόνο κρατήθηκαν μυστικές από τους εργάτες, αλλά και από τους ίδιους τους ηγέτες των ανθρακωρύχων. Ο τερματισμός της απεργίας ανακοινώθηκε στις 12 Μάη. Ήταν μια ολοκληρωτική συνθηκολόγηση. Η απόφαση γι’ αυτή τη συνθηκολόγηση ήταν ομόφωνη». Δηλαδή τη ψήφισαν και οι λεγόμενοι «“αριστεροί” συνδικαλιστές [οι οποίοι] είχαν γίνει ουρά των δεξιών στη διάρκεια της απεργίας»[61].

Σταμάτησαν την απεργία στο ανέβασμα της με το πρόσχημα ότι στην αναφορά της «βασιλικής επιτροπής» για τον άνθρακα

«δόθηκε εκ των υστέρων μια ερμηνεία ευνοϊκή για τους ανθρακωρύχους»[62].

Στην πραγματικότητα μέσα στις γραμμές του γενικού συμβουλίου

«Επικρατούσε ο φόβος και η σύγχυση [...] Τρόμαζαν μπροστά στο όπλο της απεργίας …και δεν σκέφτονταν παρά πώς να το εγκαταλείψουν, [...]»[63].

Αλλά το θράσος τους και η ανεντιμότητα τους απύθμενη, έφτασαν στο σημείο να παρουσιάζουν την ήττα για νίκη!! Συγκεκριμένα τα «καθίκια» γράφανε:

«[...] Όσοι μιλάνε για την αποτυχία της Γενικής Απεργίας βρίσκονται μια γενιά πίσω από την εποχή που ζούμε»[64].

Η γενική απεργία κράτησε 9 μέρες. Ωστόσο οι ανθρακωρύχοι συνέχισαν τον αγώνα τους χωρίς βοήθεια μέχρι το Νοέμβρη όπου και κατάληξε σε ήττα. Ο Φόστερ γράφει:

«Μετά την προδομένη απεργία επικράτησε, όπως ήταν φυσικό, μια μεγάλη απαισιοδοξία ανάμεσα στους εργάτες. Το Κογκρέσο των Εργατικών Ενώσεων έχασε, τον επόμενο χρόνο, μισό εκατομμύριο μέλη»[65].

Μετά την ήττα της απεργίας κυβέρνηση και αφεντικά ολοκλήρωσαν τη νίκη τους με την ψήφιση το 1927 ενός αντιδραστικού νόμου πού:

«Απαγόρευε ρητά τις γενικές απεργίες καθώς και τις απεργίες αλληλεγγύης. Όποιος βρισκόταν επικεφαλής ή έπαιρνε μέρος σε μια “παράνομη” απεργία μπορούσε να καταδικαστεί σε πρόστιμο ή φυλάκιση μέχρι και 2 ετών. Η μαζική περιφρούρηση των τόπων δουλειάς απαγορεύονταν εντελώς, [...] Οι ενώσεις των δημοσίων υπαλλήλων δεν μπορούσαν να εκπροσωπηθούν στο Κογκρέσο των Εργατικών Ενώσεων ή στο Εργατικό Κόμμα κλπ»[66].

Μπορούσε η απεργία να νικήσει; Σύμφωνα με τον Κλιφ

«Στην Τρίτη μέρα της απεργίας ο Τρότσκι έγραφε:

“[…] Η επιτυχία είναι πιθανή μόνο στο βαθμό που η βρετανική εργατική τάξη, ενόσω η Γενική Απεργία ξετυλίγεται και οξύνεται, συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγής ηγεσίας και ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον [...] η τάξη που μπήκε στον αγώνα κάτω από οπορτουνιστική ηγεσία θα αναγκαστεί να την αλλάξει μέσα στη φωτιά της μάχης. [υπογρ. δική μου]

[…] ένας ανυποχώρητος αγώνας ενάντια σε κάθε προδοσία ή ενάντια σε κάθε απόπειρα προδοσίας, το αλύπητο ξεσκέπασμα των ψευδαισθήσεων των ρεφορμιστών ` αυτά είναι τα βασικά στοιχεία του έργου των γνήσιων επαναστατών που συμμετέχουν στη Γενική Απεργία»[67].

Το ερώτημα που γεννιέται απ’ αυτή την τοποθέτηση είναι το κατά πόσο είναι δυνατόν να σχηματιστεί μια νέα ηγεσία μέσα στη φωτιά της μάχης; Η απάντηση είναι, ναι! Με την προϋπόθεση να έχουμε γνήσιους επαναστάτες –ενωμένους στη δράση και όχι «χίλια» κομμάτια– οι οποίοι να έχουν αποκτήσει κύρος στα μάτια των εργατικών μαζών, τα χρόνια που προηγούνται των μεγάλων επαναστατικών γεγονότων, παλεύοντας μαζί τους στους μεγάλους και μικρούς αγώνες για τα μεγάλα και μικρά προβλήματα τους με τα σωστά συνθήματα και την σωστή πολιτική και ταχτική. Μακριά, κύρια από τον αριστερισμό και το σεχταρισμό και το αδέλφι τους τον οπορτουνισμό. Και βέβαια να είναι στη πρώτη γραμμή της μάχης στα μεγάλα επαναστατικά γεγονότα.

Δυστυχώς το Κομμουνιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας (ΚΚΜΒ), δεν μπορούσε να δώσει τη νέα ηγεσία μέσα στη φωτιά της μάχης γιατί είχε περιορισμένες δυνάμεις και κύρος εξ αιτίας πρώτο, της αριστερίστικης στάσης του στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του,

«[…] πάνω στο ζήτημα της συμμετοχής στο κοινοβούλιο και της προσχώρησής του νέου κομμουνιστικού κόμματος στο παλιό, συντεχνιακό, αποτελούμενο κυρίως από τρέιντ-γιουνιονς, οπορτουνιστικό και σοσιαλσωβινιστικό “Εργατικό Κόμμα”»[68].

Και το πιο σημαντικό, εξ αιτίας της βαθειάς οπορτουνιστικής στάσης του –κάτω από την καθοδήγηση της Σταλινικής πλέον ηγεσίας της 3ης Διεθνούς– όπου σύμφωνα με τον Κλιφ:

«Το κεντρικό σύνθημα του Κομμουνιστικού Κόμματος στην απεργία ήταν: “Όλη η εξουσία στο Γενικό Συμβούλιο”. Αυτό το σύνθημα πρόσφερε κάλυψη στις δραστηριότητες του TUC»[69].

Αλλά κάλυψη στις δραστηριότητες του TUC πρόσφερε και η Σταλινική ηγεσία της Διεθνούς διατηρώντας την Άγγλο-Ρωσική Επιτροπή Ενότητας[70], την οποία αποφάσισε να διαλύσει η ηγεσία του TUC τον Σεπτέμβρη του 1927 αφού πλέον την είχε βοηθήσει να κάνει την βρώμικη δουλειά! Μέσα στα πλαίσια αυτού του κειμένου δεν είναι δυνατόν να αναφέρω περισσότερα για την Άγγλο- Ρώσικη επιτροπή. Και η ιστορική απεργία του 1926 αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της ηγεσίας!

 

2.5 Γαλλία 1934 – 1936

 

5 A Sarlat en Dordogne occupation of the factory Delfant and Albiac Orleans Loiret France around August 18 1944

Γαλλία, 18(;) Αυγούστου 1936. Εργάτες έχουν καταλάβει ένα εργοστάσιο στο Σαρλάτ της Ντορντόν, με τη συμπαράσταση των οικογενειών τους και αλληλέγγυων.

 

Στις 6 του Φλεβάρη του 1934 η φασίζουσα ακροδεξιά επιχείρησε να ανατρέψει με πραξικόπημα την κυβέρνηση αστοφιλελεύθερου Εντουάρντ Νταλαντιέ, του μετέπειτα συνεταίρου σοσιαλιστών και κομμουνιστών στο μπλοκ και τη βραχύβια κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Παρόλο που το πραξικόπημα απέτυχε, τελικά κατάφερε να ρίξει την κυβέρνηση του Ριζοσπαστικού Κόμματος και με τις ευλογίες της ακροδεξιάς σχηματίστηκε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με επικεφαλής το δεξιό Γκαστόν Ντουμέρζ την οποία στήριξαν και οι Ριζοσπάστες!!

Οι γάλλοι εργάτες θεώρησαν αυτά τα γεγονότα θανάσιμη απειλή για τις ελευθερίες και τα συμφέροντα τους. Στη διπλανή Γερμανία ο φασισμός είχε πλέον δείξει το αληθινό του πρόσωπο! Το «καμουτσίκι της αντίδρασης» για μια ακόμη φορά έσπρωξε προς τα εμπρός τη συνείδηση της εργατικής τάξης. Γι αυτό και μπήκαν στο δρόμο του αγώνα! Στις 12 του Φλεβάρη πραγματοποιείται η μεγαλύτερη και πιο πετυχημένη 24ωρη γενική απεργία στη μέχρι τότε ιστορία της Γαλλίας. Την απεργία κήρυξαν η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (CGT) και η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (CGTU) που ελεγχόταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (ΚΚΓ). Σύμφωνα με τον Τ. Κλιφ:

«Υπολογίζεται ότι εκείνη τη μέρα απέργησαν 4,5 εκατομμύρια εργάτες και περίπου 1 εκατομμύριο πήρε μέρος στις διαδηλώσεις»[71]. Γιατί το ΚΚΓ έκανε τη δική του ξεχωριστή διαδήλωση επειδή ακόμη βρίσκονταν «στη γραμμή του “σοσιαλφασισμού” και του “ενιαίου μετώπου από τα κάτω”»[72]. «Οι δύο πορείες ενώθηκαν, φωνάζοντας “Ενότητα! Ενότητα!”. Κομμουνιστές και σοσιαλιστές εργάτες βάδιζαν πλάι-πλάι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια»[73].

Ο Τρότσκι στο έργο του Που βαδίζει η Γαλλία, μας δίνει για την προαναφερόμενη απεργία το παρακάτω σχόλιο:

«Παρά την πλήρη διαίρεση στις γραμμές της ηγεσίας, την έλλειψη κάθε σοβαρής προπαρασκευής, τις επίμονες προσπάθειες των ηγετών της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας να περιορίσουν στο ελάχιστο την κινητοποίηση, μια και δεν μπορούσαν να την αποφύγουν εντελώς, η γενική απεργία σημείωσε τη μεγαλύτερη επιτυχία που θα μπορούσε να έχει στις δοσμένες συνθήκες. [...] Βέβαια, δεν επρόκειτο για γενική απεργία με την πραγματική έννοια της λέξης, αλλά μόνο για μια 24ωρη εκδήλωση. Αυτόν όμως τον περιορισμό δεν τον έθεσαν οι μάζες, τους υπαγορεύτηκε από πάνω»[74]. Και συνεχίζει: «Αυτή δεν ήταν παρά μια σύντομη ειρηνική εκδήλωση, που επιβλήθηκε στη Γ.Σ.Ε. από τους σοσιαλιστές και κομμουνιστές εργάτες. Οι Ζουώ και Σια πήραν απάνω τους την τυπική διεύθυνση της απάντησης ακριβώς για να την εμποδίσουν να μετατραπεί σε γενική επαναστατική απεργία»[75].

Η επιτυχία της γενικής απεργίας, παρά και ενάντια στη θέληση των ηγεσιών, αποκάλυψε τη συσσωρευμένη οργή της κοινωνίας και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης. Αποκάλυψε τη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών μαζών και τη διάθεση τους για αγώνα αντεπίθεσης. Αποκάλυψε το ισχυρό αίσθημα για ενότητα που γεννιέται πάντοτε στο κίνημα μπροστά στην ανάγκη για αγώνες.

Η κρίση του 1929-33 είχε χτυπήσει το ίδιο βαθειά τη Γαλλία όπως τις περισσότερες ανεπτυγμένες και μη καπιταλιστικές χώρες. Η ανεργία και η μείωση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών ήταν και είναι η συνταγή του κεφαλαίου για να ξεπεράσει τη κρίση του. Το εργατικό κίνημα χρειάστηκε 4 χρόνια στερήσεων και υποχωρήσεων για να ξεπεράσει το σοκ, να συνειδητοποιήσει την κατάσταση και να περάσει στην αντεπίθεση. Η κρίση, η ανεργία και ιδιαίτερα η διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν είχαν καταφέρει να διαλύσουν τις δυνάμεις του! Σημειώστε ότι το συνδικαλιστικό κίνημα στη Γαλλία ήταν διασπασμένο από το 1921 με πρωτοβουλία των «συμβιβασμένων ηγεσιών» (σοσιαλιστές τύπου Ζουώ), οι οποίοι φοβούμενοι ότι η επαναστατική δράση των κομμουνιστών θα τους αφαιρούσε τον έλεγχο από τα συνδικάτα, τους διέγραψαν! Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να έχουμε δύο Γενικές Συνομοσπονδίες!

Μετά τις 12 του Φλεβάρη η πορεία των απεργιακών αγώνων είναι ανοδική. Η ανάπτυξη των αγώνων ανεβάζει την πίεση των λαϊκών μαζών για ενότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι οργανώσεις βάσης του Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού κόμματος προχωράνε σε κοινές συνεδριάσεις. Αυτό αναγκάζει την ηγεσία του ΚΚΓ να εγκαταλείψει την θεωρία του «σοσιαλφασισμού» και στις 27 Ιούλη του 1934 υπογράφει με τους σοσιαλιστές κοινή συμφωνία. Τον Οκτώβρη ο Μορίς Τορέζ προτείνει να επεκταθεί η συμφωνία και να συμπεριλάβει και τους Ριζοσπάστες, εγκαινιάζοντας έτσι την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου. Το Λαϊκό Μέτωπο συγκροτήθηκε επίσημα τον Ιούλη του 1935. Επίσης το Μάρτη του 1936 στο συνέδριο της Τουλούζ οι δύο Συνομοσπονδίες, η CGT και η CGTU αναγκάσθηκαν να ενοποιηθούν κάτω από την πίεση των συνδικαλισμένων εργατών. Ο αντίκτυπος της ενοποίησης ήταν σημαντικός στη συνείδηση των εργατών και μέσα σ’ ένα μήνα η νέα ενιαία CGT αύξησε κατά 250.000 τον αριθμό των μελών της! Για να φτάσει το 1937 τα 4 εκατομμύρια μέλη από τα 785. 000 που είχε το 1935!

Βέβαια, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι στη αλλαγή της πολιτικής του ΚΚΓ έπαιξε το ρόλο της. H χωρίς αυτοκριτική πολιτική στροφή της Σταλινικής ηγεσίας της Διεθνούς, μετά την συντριπτική ήττα της αριστερίστικης θεωρίας του «σοσιαλφασισμού» και «του ενιαίου μετώπου από τα κάτω» στη Γερμανία, προς την οπορτουνιστική πολιτική του «Λαϊκού Μετώπου» δηλαδή της συμμαχίας χωρίς αρχές με τη «Φιλελεύθερη» αστική τάξη!

Οι λαϊκές μάζες και οι εργάτες, στρεφόμενοι προς τα αριστερά, στήριξαν το Λαϊκό Μέτωπο βλέποντας σ’ αυτό την πολιτική διέξοδο, όπου

«αναδείχτηκε νικητής και στους δύο γύρους των εκλογών που έγιναν στις 26 Απρίλη και στις 3 Μάη. Ο αριθμός των βουλευτών του ΚΚΓ αυξήθηκε από 10 σε 72, των Σοσιαλιστών από 97 σε 147, ενώ των Ριζοσπαστών έπεσε από 159 σε 106. Το Λαϊκό Μέτωπο εξέλεξε συνολικά 376 βουλευτές, μια πλειοψηφία δηλαδή 156 εδρών…»[76]

Ωστόσο η πιο σημαντική απόδειξη της αριστεροποίησης των μαζών ήταν η «Πρωτοφανής ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος. [...] Στη διάρκεια του 1936 ο αριθμός των μελών του PCF τριπλασιάστηκε», από τις 90.000 μέλη το Φλεβάρη στις 288.000 τον Δεκέμβρη. «Η ανάπτυξη της Κομμουνιστικής νεολαίας ήταν ακόμα πιο απότομη», από τις 25.000 μέλη το Γενάρη στις 100.000 το Νοέμβρη[77]. Ξεπέρασε σε μέλη το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τη νεολαία του τα οποία είχαν την ίδια περίοδο αντίστοιχα 202.000 και 54.640 μέλη. Επίσης

«Η δύναμη του PCF αυξήθηκε θεαματικά, όχι μόνο λόγω της αύξησης των κομματικών μελών αλλά ακόμα περισσότερο επειδή έγινε κυρίαρχη δύναμη στα συνδικάτα»[78].

«Ο Λεόν Μπλουμ, ηγέτης του Σοσιαλιστικού κόμματος, σχημάτισε κυβέρνηση. Την απάρτιζαν 18 Σοσιαλιστές, 13 Ριζοσπάστες και 4 ανεξάρτητοι σοσιαλιστές. Οι κομμουνιστές δεν ανέλαβαν κάποιο υπουργείο»[79].

Οι εργάτες μπορεί να ψήφισαν για κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου αλλά δεν της έδωσαν ούτε ένα λεπτό «περίοδο χάριτος». Ανέλαβε την κυβέρνηση στις 4 Ιούνη «καβάλα» σε ένα πραγματικά επαναστατικό απεργιακό κίνημα το οποίο ξεκίνησε από τον Μάρτη με κύριο χαρακτηριστικό του τις καταλήψεις εργοστασίων και γενικά κάθε είδους επιχείρησης, αμφισβητώντας ανοιχτά από τους καπιταλιστές το καθ’ όλα γι’ αυτούς «ιερό δικαίωμα» της ιδιοκτησίας!

«Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές μόνο τον Ιούνη του 1936 ξέσπασαν 12..142 απεργίες με 1.830.938 απεργούς. […] Περισσότερο από τα ¾ των απεργιών του Ιούνη (8.941) συνοδεύονταν από καταλήψεις των εργοστασίων»[80].

Όλα τα στοιχεία χαρακτήριζαν την κατάσταση προεπαναστατική. Το κύμα των απεργιών, των καταλήψεων, ανεξάρτητα από τον αντικαπιταλιστικό ή μη των αιτημάτων και η ραγδαία ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, έθεταν καθαρά το ζήτημα της εξουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γενική απεργία οργανωμένη και προετοιμασμένη σωστά στη βάση των εργοστασιακών επιτροπών, από τα κόμματα της αριστεράς και κύρια από το ΚΚΓ, θα συγκέντρωνε την διάχυτη, στις επί μέρους απεργίες, δράση του εργατικού κινήματος σε δύναμη ικανή να παραλύσει τη λειτουργία του αστικού κράτους και να γίνει το εφαλτήριο για την κατάληψη της εξουσίας. Μια τέτοια πολιτική είχε σαν προϋπόθεση τη ακύρωση της συμμαχίας με τους αστούς Ριζοσπάστες δηλαδή τη διάλυση του Λαϊκού Μετώπου και τη συγκρότηση του ενιαίου μετώπου της αριστεράς στη βάση της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Σύμφωνα με τον Κλιφ:

«… στις 9 του Ιούνη ο Τρότσκι έγραψε ένα άρθρο , ο τίτλος του οποίου μιλάει από μόνος του: Η Γαλλική Επανάσταση άρχισε!:

“Δεν υπάρχουν απλά απεργίες, αλλά μια απεργία.. Είναι η ξεκάθαρη συσπείρωση των καταπιεσμένων ενάντια στους καταπιεστές. Έχουμε μπροστά μας το κλασικό ξεκίνημα μιας επανάστασης. [...] Ολόκληρη η εργατιά έχει μπει σε κίνηση κι αυτή η κολοσσιαίας δύναμης μάζα δεν μπορεί να σταματήσει με λόγια. Για το προλεταριάτο η σύγκρουση ή θα καταλήξει στην πιο θριαμβευτική νίκη ή στην πιο επαχθή ήττα”»[81].

Το Λαϊκό Μέτωπο και η κυβέρνησή του λειτούργησαν σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός! Βασικός τους στόχος έγινε το σταμάτημα των απεργιών, των καταλήψεων και το «μάντρωμα» των εργατών στα εργοστάσια για τη συνέχεια της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Το πιο αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτό το στόχο τον είχε αναλάβει το ισχυρό πλέον ΚΚΓ. Η άρχουσα τάξη τα είχε χαμένα μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή επαναστατική δράση των μαζών και είχε πλέον στηρίξει τις ελπίδες της στην απεργοσπαστική τακτική του Λαϊκού Μετώπου. Και οι εξελίξεις τις δικαίωσαν!

Κάτω από την πίεση των αγώνων υποχρεώνεται η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου να παραβιάσει την πολιτική της λιτότητας να «αγνοήσει» –με την «σύμφωνη» γνώμη του κεφαλαίου– προσωρινά την κρίση του Γαλλικού καπιταλισμού και να βρει λεφτά για να κάνει παραχωρήσεις και μάλιστα για τη δοσμένη συγκυρία σημαντικές.

Σύμφωνα με τον Κλιφ:

«Το πρώτο πράγμα που έκανε η κυβέρνηση Μπλουμ ήταν να σταματήσει τις απεργίες. Στις 7 Ιούνη ο Μπλουμ επικαλέστηκε τη «δημόσια ασφάλεια» και κάλεσε τους εκπροσώπους των συνδικάτων και των εργοδοτών στην πρωθυπουργική κατοικία [Οτέλ Ματινιόν – κάτι σαν το Μέγαρο Μαξίμου ΣτΜ] για διαπραγματεύσεις. Κατέληξαν σε συμφωνία, οι όροι της οποίας ήταν: αυξήσεις 7% ως 15% στους μισθούς, εβδομάδα 40 ωρών εργασίας (από 48) χωρίς μείωση μισθών, δύο βδομάδες πληρωμένη άδεια, [αυτή η παροχή δίνονταν για πρώτη φορά στην ιστορία του κινήματος] ντε φάκτο αναγνώριση της αρχής των συλλογικών διαπραγματεύσεων»[82].

Αλλά οι Συμφωνίες της Ματινιόν δεν ικανοποίησαν τους εργάτες και συνέχισαν τις απεργίες και τις καταλήψεις ενάντια στις προτροπές της συνδικαλιστικής ηγεσίας που τους καλούσε να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Τους βασικούς λόγους για τη στάση των εργατών μα τους δίνει η παρακάτω απόφαση του συνδικάτου μεταλλεργατών της 7 Ιούνη:

«Αν και είναι αλήθεια ότι η βδομάδα των 40 ωρών, οι πληρωμένες διακοπές και η κατοχύρωση των συλλογικών συμβάσεων είναι μέτρα που ανήκουν στη σφαίρα της νομοθετικής εξουσίας, είναι εξίσου αλήθεια ότι οι μεταλλεργάτες δεν μπορούν να περιμένουν την Βουλή μέχρι να ψηφίσει τέτοιους νόμους, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να περιμένουν την Βουλή μέχρι να αναγκάσει τους εργοδότες να αποδεχθούν τα αιτήματα μας. Τα πάντα εξαρτώνται από την ανεξάρτητη δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων»[83].

Ένα συντονιστικό διεργοστασιακό απεργιακών επιτροπών με πάνω από 700 αντιπροσώπους αποφάσισε:

«δίνουμε προθεσμία 48 ώρες στ’ αφεντικά να ικανοποιήσουν όλα τα αιτήματα μας αλλιώς θα κλιμακώσουμε τις καταλήψεις και θα κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να εξαπλωθούν σε κάθε γωνιά της Γαλλίας με στόχο την κρατικοποίηση των μεγάλων βιομηχανιών και το πέρασμα της λειτουργίας των εργοστασίων στους εργάτες και στους τεχνικούς….»[84].

Μπροστά σ’ αυτή την αποφασιστική στάση των εργατών

«Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου έμοιαζε να τα έχει χαμένα. [...] Ο Λεόν Μπλουμ πηγαινοερχόταν ανάμεσα στη Βουλή και στη Γερουσία προσπαθώντας να πείσει τους βουλευτές των Ριζοσπαστών να δεχτούν τις νομοθετικές ρυθμίσεις για το 40ωρο κλπ, έτσι ώστε να ψηφιστούν γρήγορα και να ηρεμήσουν οι εργάτες.

«Πραγματικά, τη νύχτα της 11 Ιούνη η Βουλή, σε μια σύντομη συνεδρίαση ψήφισε νόμους για τις πληρωμένες διακοπές και τις συλλογικές συμβάσεις. Η ηγεσία της CGT ζήτησε αμέσως να σταματήσουν οι απεργίες και οι καταλήψεις, αφού «τα βασικά αιτήματα είχαν ικανοποιηθεί»[85].

Με ένταση από δω και στο εξής αρχίζει να ξεδιπλώνεται η απεργοσπαστική τακτική των εταίρων του Λαϊκού Μετώπου με επικεφαλής την ηγεσία του ΚΚΓ!

«Σε μια μεγάλη συγκέντρωση κομματικών μελών της περιφέρειας του Παρισιού στις 11 Ιούνη, ο Τορέζ δήλωσε κατηγορηματικά:

“Αυτή τη στιγμή δεν μπαίνει ζήτημα για την εργατική τάξη και το κόμμα να διεκδικήσουν την εξουσία… Ποια θα ’ναι λοιπόν η συνέχεια; Ε, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κλείνουμε μια απεργία, όταν τα αιτήματα της έχουν ικανοποιηθεί. Όμως ακόμα περισσότερο, πρέπει να γνωρίζουμε πώς να δεχόμαστε ένα συμβιβασμό έστω κι αν δεν έχουν ικανοποιηθεί όλα τα αιτήματα”»[86].

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σχολιάσω και να ερμηνεύσω τη δήλωση του Τορέζ είναι ξεκάθαρο το τι ζητάει!

«Λίγες μέρες μετά, […] ο σοσιαλιστής υπουργός Εσωτερικών, ανακοίνωσε ότι “η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ανεχθεί άλλο τις καταλήψεις εργοστασίων”»[87].

Πήρανε το θάρρος και οι Ριζοσπάστες για να δηλώσουν ότι:

«…οι καταλήψεις εργοστασίων, καταστημάτων και επιχειρήσεων δεν ήταν στο πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου…. Δεν είναι μόνο παράνομες, είναι κάτι χειρότερο: ταπείνωση του αφεντικού. Οι καταλήψεις πρέπει να σταματήσουν.»[88]

Σύμφωνα με τον Κλιφ:

«Από τις 13 του Ιούνη οι καταλήψεις των εργοστασίων άρχισαν να εγκαταλείπονται. Οι Συμφωνίες της Ματινιόν αποδείχτηκαν ένα πολύ αποτελεσματικό όπλο για την ανάσχεση των εργατικών αγώνων και στη συνέχεια βοήθησαν την αστική τάξη να περάσει στην αντεπίθεση. [...] Στα τέλη του 1936 η κυβέρνηση θέσπισε το νόμο περί υποχρεωτικής διαιτησίας, …»[89]

«Οι οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου εξάλειψε τις κατακτήσεις του Ιούνη του 1936. Το Σεπτέμβρη του 1936 μια υποτίμηση του φράγκου υπονόμευσε την αγοραστική δύναμη των εργατών. Το Μάη του ’38, οι τιμές λιανικής ήταν 47% υψηλότερες απ’ τις αντίστοιχες δύο χρόνων νωρίτερα. Ο πληθωρισμός ανέβηκε τόσο πολύ, ώστε το Μάη του’38 οι πραγματικοί μισθοί μετά βίας προσέγγισαν τα επίπεδα πριν την Συμφωνία της Ματινιόν»[90].

Ο Τρότσκι ένα μήνα μετά τα γεγονότα του Ιούνη συμπεράνει

«..ότι η Γαλλία στέκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην επανάσταση και την καταστροφή:

“Τον Ιούνη οι εργάτες άσκησαν μια κολοσσιαία πίεση πάνω στην άρχουσα τάξη, αλλά δεν την έφτασαν στη λογική της κατάληξη. Απέδειξαν την επαναστατική τους θέληση, αλλά φανέρωσαν και τις αδυναμίες τους: την έλλειψη ενός προγράμματος και μιας ηγεσίας. Όλα τα χαρακτηριστικά, όλες οι ανίατες πληγές της καπιταλιστικής κοινωνίας, παραμένουν ανέπαφα”»[91].

Τελικά το κεφάλαιο με τον καπιταλισμό ανέπαφο μπόρεσε την βοήθεια των ηγεσιών κομμουνιστών, σοσιαλιστών και της CGT να πάρει πίσω σύντομα με το «δεξί» ότι αναγκάστηκε να δώσει με το «αριστερό». Η αναδιανομή του εισοδήματος δεν οδήγησε στην έξοδο από τη κρίση αντίθετα πολύ σύντομα

«[...] η χώρα μπήκε σε κρίση, οι χρηματαγορές καταλήφθηκαν από πανικό και εντάθηκε η φυγή των κεφαλαίων στο εξωτερικό. Στις 22 Ιούνη του 1937 η πρώτη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου παραιτήθηκε κάτω από την πίεση της Γερουσίας

Οι εργάτες υποδέχτηκαν τα νέα της παραίτησης με πλήρη αδιαφορία»[92].

Η απεργοσπαστική πολιτική της ηγεσίας των κομμάτων της αριστεράς και της CGT υπονόμευσε τους αγώνες των εργατών, την μαχητική και επαναστατική διάθεση τους. Έριξε το ηθικό, τους κούρασε και τους απογοήτευσε, γιατί τους στέρησε την έξοδο από την κρίση, την εξουσία και τη σοσιαλιστική προοπτική. Η κατάσταση από επαναστατική έγινε αντεπαναστατική πράγμα που έδωσε την δυνατότητα στις δυνάμεις του κεφαλαίου να περάσουν στην αντεπίθεση! Την ολιγοήμερη δεύτερη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου την διαδέχτηκε μια νέα κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε η δεξιά!

«Επικεφαλής της νέας κυβέρνησης ήταν Ο Ριζοσπάστης Εντουάρ Νταλαντιέ. [...] Ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση έδωσαν 572 βουλευτές, [...] πρακτικά την υποστήριξαν οι πάντες, από την άκρα δεξιά μέχρι τους Κομμουνιστές[!!]»[93].

Στην αντεπίθεση του κεφαλαίου οι εργάτες απαντούσαν με αμυντικούς αγώνες κατακερματισμένους οι οποίοι κατέληγαν σε ήττες. Η αυτοπεποίθηση της άρχουσας τάξης μεγάλωνε.

«Στις 12 Νοέμβρη 1938, ο υπουργός Οικονομικών, Πολ Ρεϊνό, δήλωσε:

“Ζούμε σ’ ένα καπιταλιστικό σύστημα. […] Πρέπει να υπακούμε στους νόμους του. Αυτοί είναι οι νόμοι του κέρδους, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της ελεύθερης αγοράς, των ανταγωνιστικών κινήτρων…»[94].

Η κυβέρνηση προχώρησε σε αντεργατικά διατάγματα τα οποία καταργούσαν το 40ωρο, τις άδειες με αποδοχές και σχεδόν ότι είχαν κερδίσει οι εργάτες τον Ιούνη του ’36. Η ηγεσία της CGT αναγκάστηκε να καλέσει μια καθ’ όλα «ξεδοντιασμένη» γενική απεργία, δηλώνοντας:

«Η CGT διακηρύσσει ότι η απεργία θα γίνει χωρίς την κατάληψη ενός εργοστασίου, γραφείου ή χώρου δουλειάς. Την Τετάρτη 30 Νοέμβρη δεν θα πραγματοποιηθεί καμιά συγκέντρωση ή διαδήλωση»[95].

Όπως ήταν φυσικό κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η γενική απεργία απέτυχε, ήταν μια καταστροφική ήττα.

«“Την ήττα ακολούθησε σκληρή καταστολή. Ο Τορέζ έκανε τον απολογισμό: 40.000 απολυμένοι στην αεροναυπηγική βιομηχανία, 32.000 εξ αιτίας του λοκ-άουτ στη Ρενό, δεκάδες χιλιάδες στο Λεβαλουά, στην Κολόμπ, στο Αρζεντίγ, στο Κουρμπεβουά, στο Κλισί, στο Σενουέν, 100.000 στη Μασσαλία (όπου έκλεισαν 10 μεγάλα εργοστάσια), 100.000 στην υφαντουργία, 80.000 ανθρακωρύχοι στο βορρά και στο Πα ντε Καλαί”.

Ο Άρθουρ Μίτζμαν γράφει:

“Η αποτυχία της γενικής απεργίας του Νοέμβρη του 1938, που έγινε σε μια περίοδο που η βάση δεν ακολουθούσε πια τους μαχητικούς εργάτες των σωματείων, οδήγησε σε σκληρά αντίποινα από τα αφεντικά και σε μια μαζική έξοδο από τη CGT [...]”.

Ο Τζούλιαν Τζάκσον αναφέρει γράφοντας τον επικήδειο του Λαϊκού Μετώπου:

“Το Λαϊκό Μέτωπο γεννήθηκε μέσα στη γενική απεργία της 12ης Φλεβάρη 1934 και τελικά ξεψύχησε πάλι στη διάρκεια μιας γενικής απεργίας, στις 30 Νοέμβρη του 1938. Τελείως ειρωνικά, η απεργία στις 12 Φλεβάρη ξεκίνησε ως διαμαρτυρία ενάντια στον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Νταλαντιέ και η απεργία της 30 Νοέμβρη κηρύχτηκε ως διαμαρτυρία για την αντεργατική πολιτική του ίδιου του Νταλαντιέ”»[96].

Το συμπέρασμα από τα επαναστατικά γεγονότα που βγαίνει είναι ότι: Είχαμε αντεπίθεση του εργατικού κινήματος 5 χρόνια μετά το ξέσπασμα της μεγάλης κρίσης του 1929. Αντεπίθεση διαρκείας που ξεκίνησε το 1934 με γενική απεργία, απεργίες διαρκείας, καταλήψεις, για να κορυφωθεί το 1936 με την ανατροπή της δεξιάς κυβέρνησης και την άνοδο κυβέρνησης με επίκεντρο τα κόμματα της αριστεράς ή καλύτερα στηριγμένη στα κόμματα της αριστεράς! Είχαμε ανατροπή της λιτότητας και κατακτήσεις πρωτοφανείς των εργατών μέσα σε περίοδο βαθειάς καπιταλιστικής κρίσης! Ωστόσο όλα αυτά δεν κράτησαν παρά μόνο για δύο χρόνια! Γιατί τα κόμματα της αριστεράς και κύρια το ΚΚΓ αρνήθηκαν την εξουσία που τους πρόσφεραν οι λαϊκές μάζες, γιατί πρόδωσαν την υπόθεση της εργατικής τάξης, γιατί έσωσαν τον καπιταλισμό και οδήγησαν σε καταστροφική ήττα το εργατικό κίνημα. Για να καταλήξει σε νίκη η αντεπίθεση του εργατικού κινήματος είναι αναγκαία η ύπαρξη επαναστατικού κόμματος και έμπειρης ηγεσίας. Είναι αναγκαία η κατάκτηση της εξουσίας.

 

2.6 Ελλάδα 1936 – Ο Μάης της Θεσσαλονίκης[97]

 

6 Μάιος 1936 Θεσσαλονίκη

Θεσσαλονίκη, Μάης 1936.

 

Τα γεγονότα του Μάη 1936 της Θεσσαλονίκης ήταν το αποκορύφωμα μιας γενικής ανάτασης των αγώνων του εργατικού και λαϊκού κινήματος, της αγροτιάς σε πανελλαδικό επίπεδο, όπου ξεκίνησαν την δυναμική τους εμφάνιση το 1935. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα πηγή:

«Το 1935 παρουσιάζεται επίσης σοβαρή ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος που συνοδεύεται από παλλαϊκά συλλαλητήρια. Σε 200.000 φτάνουν οι απεργοί εργάτες μέχρι τον Οκτώβρη του χρόνου εκείνου, χωρίς να υπολογίζονται οι μήνες Μάρτης- Απρίλης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των αγώνων, που αγκαλιάζουν όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, είναι η αποφασιστικότητα και το πείσμα των εργαζόμενων μαζών, που φτάνουν ακόμη και σε ανοιχτή σύγκρουση με τους εργοδότες και την αστυνομία. Το 1935 σημαδεύεται επίσης με το ματοκύλισμα δεκάδων εργατών και αγροτών»[98] (υπογρ. δική μου).

Επίσης:

«Στο Ηράκλειο της Κρήτης ξεσπούν τις πρώτες μέρες του Αυγούστου σοβαρές απεργιακές εκδηλώσεις που φτάνουν μέχρι την κήρυξη απεργίας διαρκείας με αίτημα την αύξηση αποδοχών κ.ά. Οι απεργοί πραγματοποιούν πορεία προς την Νομαρχία για να επιδώσουν τα αιτήματα τους και ο νομάρχης Σπ. Θεοτόκης διατάζει την αστυνομία να πυροβολήσει, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 7 απεργοί και να τραυματιστούν πολλοί άλλοι. Αμέσως ο λαός κατεβαίνει σε παλλαϊκά συλλαλητήρια, η Ενωτική [του ΚΚΕ] και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών [η δεξιά] κηρύχνουν 24ωρη απεργία σ’ ολόκληρη τη χώρα, ενώ πολλοί απεργοί του Ηρακλείου οπλίζονται με τουφέκια, μαχαίρια, ξύλα κ.ά. Έντρομη η κυβέρνηση στέλνει στην πόλη μια μεραρχία στρατού, 3 πολεμικά πλοία κι ένα σμήνος βομβαρδιστικών και η εξέγερση του αδικοχτυπημένου λαού πνίγεται στο αίμα.

Στην Πελοπόννησο επίσης, στα τέλη Αυγούστου, ξεσπούν αγώνες ενάντια στην καταλήστευση τους από τον ΑΣΟ. Γίνονται συλλαλητήρια [...] οι αγρότες καταλαμβάνουν τα τηλεγραφεία για να στείλουν τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας στην κυβέρνηση και καίνε τα γραφεία του ΑΣΟ. Σε πολλές πόλεις οι αγρότες κατεβαίνουν με όπλα, δρεπάνια και ξύλα και δίνουν μάχες με τους χωροφύλακες. Η κυβέρνηση στέλνει δύο μεραρχίες στρατού κι ένα αντιτορπιλικό στην περιοχή και οι ξεσηκωμένοι αγρότες πληρώνουν με αίμα και βασανιστήρια τον αγώνα για το δίκιο που τους έπνιγε»[99]. (υπογρ. δική μου)

Θεώρησα σκόπιμο να δώσω την περιγραφή της κατάστασης μέσα από αυτό το μεγάλο απόσπασμα για να γίνουν φανερά σε κάθε καλοπροαίρετο αναγνώστη τα παρακάτω συμπεράσματα: Πρώτο, η όλη περιγραφή αποκαλύπτει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν προεπαναστατική, με βάση τους όρους που είχε θέσει ο Λένιν. Οι λαϊκές μάζες δεν μπορούν να ζήσουν μέσα στα πλαίσια του παλιού καθεστώτος. Τα μεσαία στρώματα κινούνται προς τα αριστερά, πράγμα που δείχνουν οι μαχητικοί αγώνες της αγροτιάς και όχι μόνο. Η άρχουσα τάξη είναι διασπασμένη και δεν μπορεί να κυβερνήσει με τον παλιό τρόπο. Πράγματι το χαρακτηριστικό στοιχείο της περιόδου που εξετάζουμε, ήταν η κυβερνητική αστάθεια. Το ανεβοκατέβασμα βραχύβιων κυβερνήσεων! Δεύτερο, ότι ανεξάρτητα από τα αιτήματα οι απεργίες και τα συλλαλητήρια είχανε τα στοιχεία της εξέγερσης και επίσης είχαμε σημαντικές συγκρούσεις με έντονα τα χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου. Η αντικειμενική κατάσταση έβαζε άμεσα στο ΚΚΕ το καθήκον της ανατροπής και της κατάληψης της εξουσίας επικεφαλής των εξεγερμένων μαζών, για σοσιαλιστική διέξοδο από την κρίση, για να αποτραπεί η επερχόμενη ήττα και συντριβή του κινήματος. Πιο απλά στην ατζέντα της ταξικής πάλης είχε μπει κοφτά το ζήτημα της επανάστασης ή αντεπανάστασης. Τρίτο, δεν πρέπει να έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για το χαρακτήρα της άρχουσας τάξης στη χώρα μας. Η κυριαρχία της στηρίζονταν στη λογικής της βίαιης και άγριας καταστολής των κοινωνικών διεκδικήσεων και εξεγέρσεων. Από τις πιο σκληρές και πιο αιματοβαμμένες! Προτιμούσε να σκοτώσει, παρά να δώσει έστω και μικρές αυξήσεις για να σώσει τα κέρδη της! Πολύ δε περισσότερο για να σώσει το σύστημά της! Σημειώστε ότι όποτε χρειαστεί δεν θα διστάσει ούτε λεπτό να αναστήσει τις παραδόσεις της! Αυτά για να μη ξεχνιόμαστε..

Η άρχουσα τάξη πού είχε σαφώς καλύτερη, από την ηγεσία του ΚΚΕ, αντίληψη της κατάστασης παίρνει τα μέτρα της. Γι’ αυτό,

«Με τον ερχομό του [...] 1936 [...] δυναμώνουν οι φιλοδικτατορικές κινήσεις μέσα στο στρατό, ενώ οι υποψήφιοι αρχιπραξικοπηματίες Κονδύλης και Μεταξάς ανοιχτά διακηρύχνουν πως προετοιμάζουν την επιβολή αντιλαϊκών λύσεων. Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα της χώρας, Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι, αδιαφορούν». Στην ουσία σιγοντάρουν γιατί αυτό υπαγορεύουν τα συμφέροντα της τάξης τους! Αλλά, «Το ΚΚΕ επισημαίνει τους κινδύνους που απειλούν το λαό και καλεί σε συνεργασία όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις που αποκρούουν το φασισμό και τη δικτατορία. Το 6ο Συνέδριο […τον] Δεκέμβρη 1935 ρίχνει το σύνθημα για ένα Παλλαϊκό Ενιαίο Μέτωπο Πάλης, ώστε να γίνει δυνατή η κατάκτηση μιας λεύτερης δημοκρατικής ζωής»[100].

Μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού που σαπίζει και που δεν διστάζει να δολοφονεί απροκάλυπτα εργάτες και αγρότες που παλεύουν για το δίκιο τους, όπου τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα προσβλέπουν και επιθυμούν στην ανοιχτή στρατιωτική δικτατορία γιατί καταλαβαίνουν ότι ούτε με την κουτσουρεμένη δημοκρατία τους δεν μπορούν να αναχαιτίσουν το κίνημα, δεν μπορεί «να γίνει δυνατή η κατάκτηση μιας λεύτερης δημοκρατικής ζωής». Ένας τέτοιος στόχος αποπροσανατολίζει και σπέρνει σύγχυση! Γιατί μόνο στη προλεταριακή δημοκρατία μπορεί ο λαός να έχει «λεύτερη δημοκρατική ζωή», αλλά αυτό προϋποθέτει την ανατροπή του καπιταλισμού.

Το απεργιακό κίνημα ανεβαίνει,

«[...] πολλαπλασιάζονται οι απεργιακοί αγώνες των εργαζομένων. Οι απεργίες ξεσπούν η μία πίσω από την άλλη. Και παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζονται με ξυλοδαρμό από την αστυνομία και απολύσεις από την εργοδοσία, οι εργαζόμενοι δεν κάμπτονται»[101].

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, «η χώρα οδηγείται σε νέες βουλευτικές εκλογές που γίνονται στις 26 του Γενάρη». Στην ουσία επιτρέψτε μου να γράψω χωρίς δόση υπερβολής, ότι έχουμε συνεχή ανατροπή κυβερνήσεων εξ αιτίας της δυναμικής του κινήματος των λαϊκών μαζών και της αδυναμίας της άρχουσας τάξης να βρει τρόπο να το σταματήσει. Ωστόσο το σύστημα επιβιώνει και η μια αστική κυβέρνηση διαδέχεται την άλλη επειδή το ΚΚΕ αρνείται να θέσει και να παλέψει για την εξουσία, επειδή στην 6η ολομέλεια του 1934 αποφάσισε, λαθεμένα, ότι «ο χαρακτήρας της επερχόμενης επανάστασης στην Ελλάδα θα είναι αστικοδημοκρατικός» γι’ αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, έγινε ουρά του αστοφιλελευθερισμού. Δεν έχω την δυνατότητα, μέσα στα πλαίσια αυτού του κειμένου, να προχωρήσω σε εκτενέστερη ανάλυση πάνω σ’ αυτή την ολέθρια απόφαση, που εμπόδισε δύο φορές τις λαϊκές μάζες να κατακτήσουν την εξουσία. Την δεύτερη είχαν την εξουσία και την παρέδωσαν, αφοπλίζοντας τον ένοπλο λαό με την συμφωνία της «Βάρκιζας». Παρασύρθηκα… πάμε στο θέμα μας,

«[...] το “Παλλαϊκό Μέτωπο” [ΚΚΕ], σημειώνει νέα επιτυχία συγκεντρώνοντας 73.411 ψήφους και εκλέγοντας 15 βουλευτές. Επειδή κανένα κόμμα [του δικομματισμού θα λέγαμε σήμερα] δεν συγκέντρωνε την απόλυτη πλειοψηφία, η κοινοβουλευτική ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου, με ανακοίνωση της στις 30 Γενάρη, προτείνει [να γίνει δεκανίκι του δικομματισμού και] να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση Φιλελευθέρων – Δημοκρατικού Συνασπισμού – Αγροτικού Κόμματος. Ο Σοφούλης αρνείται». Γιατί είχε άλλα σχέδια τα οποία θα αποκαλυφθούν πιο κάτω: «Τελικά [...] στις 14 του Μάρτη σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κ. Δεμερτζή και αντιπρόεδρο τον Ι. Μεταξά, την παρουσία του οποίου θεωρεί το κόμμα των Φιλελευθέρων (ο Σοφούλης ) “ως εγγύηση”»[102]

Και το ΚΚΕ ήθελε να τους δώσει «ψήφο ανοχής»!!

Τελικά, μετά ένα μήνα και αφού πέθανε ο Δεμερτζής, αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο Μεταξάς!

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα προειδοποιεί το λαό για τα δεσμά που του ετοιμάζουν οι αντιδραστικοί κύκλοι, ενώ τα άλλα κόμματα κοιμούνται τον ύπνο της μακαριότητας»[103].

Πιστεύω ότι τα αστικά κόμματα αντιβενιζελικά (η δεξιά) και βενιζελικά δεν κοιμούνται αλλά αντίθετα έχουνε χάσει τον ύπνο τους από την μαχητική και ακούραστη δράση του εργατικού κινήματος και περιμένουνε «ξάγρυπνοι» την κατάλληλη στιγμή για την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά για να «κοιμηθούν μακάριοι»!!

Ο μόνος τρόπος για να ανατραπούν τα αντεπαναστατικά σχέδια της αντίδρασης ήτανε να οργανωθεί η αντεπίθεση και η νίκη του εργατικού κινήματος. Οι πραγματικοί συσχετισμοί ήταν έξω από το κοινοβούλιο στο πεδίο της ταξικής αναμέτρησης, εκεί που οι λαϊκές μάζες έδιναν σκληρές και ανυποχώρητες μάχες. Το ΚΚΕ όφειλε να πάει πιο πέρα από τις «προειδοποιήσεις και να δώσει επαναστατική ηγεσία σ’ αυτό το κίνημα. Το πρώτο, να παλέψει για τον συντονισμό των απεργιών σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο γιατί παρά την συχνότητα τους ο κατακερματισμός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό τους. Θα δώσω παραδείγματα:

«Στις 2 του Μάρτη, οι αρτεργάτες της Θεσσαλονίκης κατεβαίνουν σε απεργία διαρκείας ζητώντας εφαρμογή του αρτόσημου, συντάξεις στους φυματικούς, ιατρική περίθαλψη, επίδομα ανεργίας κ.ά. […] Στις 19 του Μάρτη απεργούν οι μυλεργάτες των αλευρόμυλων Μπαλτά. […] Στις 22 του Μάρτη οι καπνεργάτες υποβάλουν στους εργοδότες κατάλογο με τα αιτήματά τους. Αντί για απάντηση, 5 καπναποθήκες κηρύχνουν λοκ-άουτ, πετώντας στο δρόμο 1.200 εργάτες τους. […] Στις 23 του Μάρτη κατεβαίνουν σε απεργία οι χαρτεργάτες του χαρτοποιείου “Άντζελ”. [...] Την επόμενη μέρα απεργούν στην Αθήνα 1.500 καπνεργάτες των αποθηκών Αφοί Παπαστράτου. [...] Στις 31 του Μάρτη κατεβαίνουν σε απεργία 1.500 εργάτες δέρματος της Θεσσαλονίκης, [...] Την ίδια μέρα κηρύχνεται γενική πανεργατική στο νομό Μεσσηνίας σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας για το κλείσιμο του εργοστασίου Οίνων Οινοπνευμάτων»[104].

Το δεύτερο να προετοιμάσει τους όρους για γενική πολιτική απεργία ενάντια στα σχέδια της αντίδρασης για την επιβολή δικτατορίας. Το ΚΚΕ κατά τη γνώμη μου όφειλε να βάλλει δυνατά το ζήτημα της γενικής απεργίας σαν το αποφασιστικό βήμα για τη κατάληψη της εξουσίας. Ασφαλώς πριν από την εξέγερση της Θεσσαλονίκης. Είχε τη βασική προϋπόθεση που ήταν η διάθεση των μαζών να αγωνιστούν. Χρειάζονταν προπαγάνδιση και οργάνωση. Η Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία (ΚΚΕ) θα καλούσε ανοιχτά την επίσημη ρεφορμιστική Γ.Σ.Ε.Ε για κοινή δράση και συντονισμό των αγώνων. Το κλίμα για ενότητα στις γραμμές των εργαζομένων κάτω από τις επιθέσεις της κυβέρνησης και των εργοδοτών δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο. Οι ρεφορμιστές θα πλήρωναν την ανθενωτική τους στάση με το δυνάμωμα της «Ενωτικής» πράγμα που ως ένα βαθμό συνέβαινε με βάση την μαρτυρία του Κ. Θέου – μέλους του Π.Γ ΚΚΕ:

«στις αρχές του 1936 [...] οι εργάτες που ανήκουν στα συνδικάτα της ΓΣΕΕ του Καλομοίρη στις συνελεύσεις τους παίρνουν αποφάσεις να ενωθούν με τα ενωτικά συνδικάτα και να διακόψουν τις σχέσεις τους με τη ΓΣΕΕ μέχρις ότου συγκληθεί ενωτικό συνέδριο για να ιδρύσει μια ενιαία και ανεξάρτητη από κάθε κρατική επιρροή ΓΣΕΕ»[105].

Με βάση το στόχο του συντονισμού προς την γενική απεργία η «Ενωτική» και τα μέλη του ΚΚΕ θα μπορούσαν να προχωρήσουν στη συγκρότηση Εναιομετωπικών Επιτροπών Δράσης στη βάση των εργοστασιακών και απεργιακών επιτροπών κατά κλάδο, βιομηχανική περιοχή και νομό, για την επιτυχή οργάνωση και διεξαγωγή της γενικής απεργίας. Μετά έμενε το πότε, η χρονική στιγμή πού έχει να κάνει με τη σωστή εκτίμηση της συγκυρίας. Και θεωρώ ότι η στιγμή ήταν την περίοδο της γενικής απεργίας διαρκείας των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκονταν χωρίς συντονισμό, σε απεργιακή δραστηριότητα όλη η Ελλάδα, με απεργίες συμπαράστασης και απεργίες συμπαράστασης με δικά τους αιτήματα. Είχαμε στην ουσία εθνική γενική απεργία χωρίς να την έχει εξαγγείλει ούτε η «Ενωτική», ούτε και η ρεφορμιστική ΓΣΕΕ!! Αυτό θα φανεί στο σύντομο χρονικό των γεγονότων που παρακάτω θα παραθέσω.

Είχε την δυνατότητα το ΚΚΕ και η «Ενωτική» να προχωρήσουν σε τόσους μεγάλους στόχους; Ασφαλώς! Πριν απ’ όλα γιατί το επέβαλε η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα. Ο στόχος της κατάληψης της εξουσίας με εφαλτήριο το απεργιακό κίνημα και την εθνική επαναστατική γενική απεργία ήταν μονόδρομος. Υπάρχουν κατά τη γνώμη μου στην αντικειμενική κατάσταση πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ του Ρώσικου 1905 και του Ελληνικού 1936! Με τη συνείδηση της ελληνικής εργατικής τάξης σε αρκετά πιο προχωρημένο στάδιο γιατί είχε τις εμπειρίες του 1905 και του 1917 και όχι μόνο. Δεν υπήρχαν βέβαια οι μπολσεβίκοι και ο μπολσεβικισμός –τους είχε καθαρίσει η σταλινική αντίδραση– και αυτό ήτανε η μεγάλη διαφορά, το μειονέκτημα. Είναι αλήθεια ότι το ΚΚΕ μπαίνει στη μάχη με μικρές δυνάμεις και χαμηλή επιρροή όπως και οι σοσιαλιστές πριν τα γεγονότα του 1905. Αλλά ο νόμος της ταξικής πάλης γράφει ότι μέσα στη φωτιά των μαχών και των συγκρούσεων η συνείδηση των εργατών προχωράει με άλματα προς τις επαναστατικές ιδέες και σε σύντομο χρονικό διάστημα μαθαίνει όσα δεν μπόρεσε να μάθει πριν δεκάδες χρόνια, γι αυτό και η ριζοσπαστικοποίηση και αριστεροποίηση των μαζών προχωράει με πρωτοφανέρωτους ρυθμούς. Αυτός ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στις επαναστατικές οργανώσεις ή τα μικρά κόμματα να αναπτυχτούν σε μαζικά με δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και επιρροή. Αυτό συνέβη με τους σοσιαλδημοκράτες το 1905, το έχω ήδη αναφέρει, το 1917 με τους Μπολσεβίκους όπου από περίπου 8.000 μέλη το Φλεβάρη έφτασαν τα 265.000 μέλη τον Οκτώβρη και πήραν την εξουσία. Αυτό, όπως έχω ήδη προαναφέρει συνέβη με το ΚΚ Γαλλίας, μόνο που «κλώτσησε» την εξουσία και αυτό συνέβη με το ΚΚΕ όπως μας πληροφορεί η

«Απόφαση του πολιτικού γραφείου της 23.4.1936 πάνω στα συμπεράσματα της πανελλαδικής σύσκεψης των γραμματέων των τοπικών οργανώσεων του ΚΚΕ [...]:

1. Η σύσκεψη των γραμματέων των κομματικών οργανώσεων και των καθοδηγητών μιας σειράς εξωκομματικών οργανώσεων….. έδειξε ότι ύστερα από το Συνέδριο, βρισκόμαστε μπροστά σε μια γρήγορη ανάπτυξη, τόσο των κομματικών δυνάμεων (αύξηση των μελών του ΚΚΕ κατά 50%) όσο και του μαζικού κινήματος ( πάνω από 200.000 απεργοί στο πρώτο τρίμηνο του 1936), των συνδικαλιστικών οργανώσεων, μπροστά σε πρόοδο της ενότητας της εργατικής τάξης, [...].

3. […] Σ’ όλη τη χώρα, απ’ τη μια άκρη ως την άλλη, σ’ όλα τα εργαζόμενα στρώματα, δίχως καμιά εξαίρεση, φουντώνουν σοβαροί αγώνες. Στην Ελλάδα μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν οι κοινωνικοί τρανταγμοί. Καινούργιες μάζες εργαζομένων μπαίνουν στους ταξικούς αγώνες»[106].

Άρα λοιπόν, η δυνατότητα υπήρχε!

 

2.7 Το χρονικό του έπους του Μάη του 36 στη Θεσσαλονίκη.

 

Το έπος του Μάη του ’36 με επίκεντρο τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης είναι γέννημα και επιβεβαίωση, της προεπαναστατικής κατάστασης που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα. Τα κινήματα, η εξέγερση και τα επαναστατικά γεγονότα δεν πέφτουν από τον ουρανό, δεν ακολουθούν τις επιθυμίες μας και τα άρτια σχέδια δράσης μας, τα γεννάει η ωρίμανση των συνθηκών μέσα από την όξυνση της ταξικής πάλης. Πολλές φορές ξεσπάνε απρόσμενα, αλλά τα γεγονότα του Μάη του ’36 ήταν προβλέψιμα! Αλλά είναι η στιγμή να δούμε, με αποσπάσματα από την προαναφερθείσα μπροσούρα, ένα σύντομο χρονικό των γεγονότων:

«Η απεργία ξεσπάει στις 29 του Απρίλη 1936, μέρα Τετάρτη. Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, που έφταναν τις 12.000, ανάμεσα στους οποίους οι 7.500 ήταν γυναίκες, σταμάτησαν τη δουλειά στα καπνομάγαζα στις 9.30 το πρωί […] πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στη διάρκεια της οποίας εξετάστηκαν τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για να περιφρουρηθεί ο αγώνας τους [...] και εκλέχτηκε επιτροπή αγώνα»[107].

Το βασικό αίτημα ήταν η αύξηση στα μεροκάματα.

«Την επομένη 30 Απρίλη, η απεργία γενικεύεται σ’ όλη τη χώρα ανάμεσα στους καπνεργάτες που την εποχή εκείνη έφταναν γύρω στις 40 – 50.000. [...] Οι καπνέμποροι, σε συνεργασία με σπείρες κακοποιών και παρακρατικούς [...] βάζουν φωτιά στις αποθήκες για να δυσφημήσουν τον αγώνα και εισπράξουν ασφάλιστρα. Αποφασίζεται να τοποθετηθούν εργατικές φρουρές στα καπνομάγαζα και με προκήρυξη τους στο λαό, οι καπνεργάτες καταγγέλλουν τις προβοκατόρικες μέθοδες της εργοδοσίας»[108].

Αρχίζει να αναπτύσσεται ενεργό κίνημα αλληλεγγύης προς τους απεργούς. Στη μεγάλη συγκέντρωση που πραγματοποιείται το πρωί της Δευτέρας 4 του Μάη διαβάζουμε

«[...] τηλεγράφημα από το Βόλο [...], που ανάγγελνε ότι “Επαγγελματικαί, βιοτεχνικαί, εργατοϋπαλληλικαί οργανώσεις Βόλου, σημερινήν σύσκεψιν, απεφάσισαν κατέλθουν παλλαϊκήν απεργία προς ενίσχυσιν απεργών καπνεργατών”. Παρόμοιο τηλεγράφημα στάλθηκε και από τη Δράμα.»[109]

«Την Τρίτη, 5 του Μάη, 7η μέρα της απεργίας, οι καπνεργάτες συνεχίζουν με αμείωτο ενθουσιασμό και πρωτοφανή αποφασιστικότητα, παρά τις προσπάθειες των αρχών να δημιουργήσουν εμπόδια στον αγώνα τους. [...].

Στο μεταξύ όμως, ο εργατικός ξεσηκωμός κλιμακώνεται με την κάθοδο και άλλων κλάδων εργαζομένων σε απεργία για δικά τους αιτήματα, αλλά και για συμπαράσταση στους καπνεργάτες»[110].

«Ο λαός και οι οργανώσεις του [...], ανεβάζουν τη συμπαράσταση τους προς τους απεργούς. Οι περισσότεροι Δήμοι και οι συνοικιακές κοινότητες των πόλεων ψηφίζουν κονδύλια για την ενίσχυση του άνισου αγώνα»[111].

«Από την άλλη όμως μεριά, το κεφάλαιο και οι υπηρέτες του, έντρομοι μπροστά στην αποφασιστικότητα των απεργών, ετοιμάζουν τα καταχθόνια σχέδια τους. [...] Το σχέδιο του ματοκυλίσματος των εργατών είχε καταστρωθεί. [...] Τέσσερεις μέρες αργότερα η πόλη θα γέμιζε νεκρούς και ολόκληρη η Μακεδονία, μ’ επικεφαλής την πρωτεύουσα της, θα μεταβάλλονταν σ’ ένα απέραντο νοσοκομείο»[112].

Μακάρι και το ΚΚΕ να ετοίμαζε μαζί με τους εργάτες «καταχθόνια σχέδια» για να αποκρούσουν οι εργάτες νικηφόρα την επίθεση του κρατικού μηχανισμού, αντί να περιορίζονται μόνο στο να «κάνουν [οι βουλευτές του Παλλαϊκού] διάβημα στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Λογοθέτη και [να] ζητούν την ικανοποίηση των καπνεργατικών αιτημάτων». Όταν η «άλλη… μεριά, το κεφάλαιο και οι υπηρέτες του, έντρομοι…»[113], σε τέτοιο βαθμό που για να το ξεπεράσουν «ακόνιζαν τα μαχαίρια τους»!! Ο Λένιν σε μια αντίστοιχη κατάσταση το Γενάρη του 1905 πίστευε ότι: «Στη Σοσιαλδημοκρατία απομένει να φροντίσει [...] για μια πιο δραστήρια προπαγάνδα του συνθήματος που από καιρό είχε ρίξει: παλλαϊκή ένοπλη εξέγερση»[114]. Και για να μη ξεχνιόμαστε, έχω ήδη αναφερθεί στα ένοπλα συλλαλητήρια του Ηρακλείου της Κρήτης και των σταφιδοπαραγωγών της Πελοποννήσου! Υπήρχε το κλίμα για να πέσει το σύνθημα. Σύμφωνα με το Λένιν ήταν η στιγμή όπου

«Γι’ αυτό ακριβώς οι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες [οι κομμουνιστές στη προκειμένη περίοδο οι οποίοι πριν μερικά χρόνια κατά την διάρκεια της «τρίτης περιόδου» (αριστερισμού) και ενώ οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ήταν ώριμες είχανε βραχνιάσει να φωνάζουν για εξέγερση, για να το εγκαταλείψουν το 1935-36 όταν οι συνθήκες το έβαζαν επιτακτικά!!] που ως τώρα δεν έλεγαν ποτέ: στα όπλα! μα πάντα εξόπλιζαν τους εργάτες, με τη φλογερή επιθυμία να οπλίζονται, έριξαν τώρα όλοι τους, ακολουθώντας τους επαναστατικά πρωτόβουλους εργάτες, το σύνθημα: στα όπλα!»[115] (υπογρ. δική μου).

Και αυτό όφειλε να πράξει η ηγεσία του ΚΚΕ, να ακολουθήσει «τους επαναστατικά πρωτόβουλους εργάτες».

Αλλά όπως μας αποκαλύπτει, η υπεράνω κάθε αντι-ΚΚΕ υποψίας, μπροσούρα-πηγή μας:

«Η καθοδήγηση του κόμματος δεν κατανόησε στο βάθος τους τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης [Ας το πιστέψουμε]. Η κομματική καθοδήγηση παρακολούθησε τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης από την Αθήνα, ενώ θ’ άπρεπε ολόκληρο το κλιμάκιο της και με τον ίδιο τον Γραμματέα της να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Και η κοινοβουλευτική ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου με το δικό της κλιμάκιο και όχι με ένα βουλευτή της να βρίσκονταν κοντά στα γεγονότα και στην πρώτη γραμμή»[116].

Είναι σωστή η παρατήρηση, αλλά το μεγάλο πρόβλημα της καθοδήγησης δεν ήταν το πού βρίσκονταν, αλλά η πολιτική της και μάλιστα η στρατηγική της, που ήταν προσαρμοσμένη στην αστικοδημοκρατική και όχι στη σοσιαλιστική επανάσταση! Έχω ήδη αναφερθεί σ’ αυτό και θα τα ξαναφερθώ πιο κάτω με άλλη αφορμή.

Επανερχόμαστε στο χρονικό μετά απ’ αυτή την αναγκαία παρένθεση:

«Οι απεργοί καπνεργάτες συνεχίζουν τον αγώνα τους την Τετάρτη, 6 του Μάη [απεργία διαρκείας στην 8η μέρα], με την ίδια συνοχή και αποφασιστικότητα.»[117].

«Στην Καβάλα, οι επαγγελματίες της πόλης αποφασίζουν 24ωρη απεργία για ενίσχυση των καπνεργατών. [...] Στην Ξάνθη, όλα τα εργατικά σωματεία [...] υιοθετούν τα αιτήματα των απεργών και τάσσονται αλληλέγγυα στον αγώνα τους. [...]

Σοβαρά επεισόδια σημειώνονται [...] έξω από τα υφαντουργία Τσίτση, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι εργάτριες του εργοστασίου που απεργούσαν. Η αστυνομία έκανε επίθεση ενάντια στις απεργούς και τραυμάτισε πολλές εργάτριες. Για τα επεισόδια της μέρας εκείνης η κοινοβουλευτική ομάδα του Παλλαϊκού Μετώπου καταγγέλλει την κυβέρνηση και τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ότι παίζουν το παιχνίδι της εργοδοσίας [!!!]»[118](υπογρ. δική μου).

Δηλαδή το κράτος των αφεντικών σφάζει τους εργάτες και αυτοί, οι πώς να τους χαρακτηρίσει κανείς, τους λένε ότι: το κράτος όφειλε να είναι ουδέτερο!! Καλά, ότι μπορεί η καθοδήγηση να μην κατανόησε σε βάθος τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης, ας πούμε, ότι γίνεται, αλλά κομμουνιστές που να μην έχουν κατανοήσει σε βάθος το ταξικό χαρακτήρα του κράτους;; ε.. αυτό δεν γίνεται! Η δικαιολογία συνήθως σε κάτι τέτοια «κουφά» είναι ότι: δεν το καταλαβαίνουν αλλιώς οι εργάτες! Προφανώς είχανε κάτσει στην Αθήνα για να κάνουν διαβήματα και καταγγελίες αυτού του τύπου!

Η αποπροσανατολιστική αυτή καταγγελία έδωσε τη δυνατότητα την επομένη, 7 Μάη και ενώ η απεργία συνεχίζεται, στο Μεταξά που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη επιστρέφοντας από το Βελιγράδι να δηλώσει:

«… ξεδιάντροπα στους δημοσιογράφους ότι “το έργον της κυβερνήσεως μου είναι απολύτως ειρηνικόν”». Και «“ότι το κράτος εν τη προκειμένη περιπτώσει παίζει ρόλον συμβιβαστού των διϊστάμενων απόψεων μεταξύ εργατών και εργοδοτών. Δεν δύναται να κτυπήση ούτε την μιαν ούτε την άλλην πλευράν. Η κυβέρνησις αποβλέπει εις την εξασφάλισιν απολύτως της τάξεως” [υπογρ. δική μου] […]

Μπροστά στην κλιμάκωση της τρομοκρατίας σε βάρος των απεργών και μετά την άρνηση της εργοδοσίας να λύσει τα αιτήματα τους, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης [ΚΚΕ] καλεί την εργατική τάξη να βρίσκεται σε επιφυλακή για 24ωρη απεργία διαμαρτυρίας»[119].

Χρειάζεται σχόλιο; Όχι μιλάει μόνο του!

«Τόσο η κυβέρνηση όσο και η πλουτοκρατική ολιγαρχία, έβλεπαν τις επικίνδυνες γι’ αυτούς διαστάσεις που έπαιρνε το απεργιακό κύμα σ’ ολόκληρη τη χώρα, με αποτέλεσμα ν’ αρχίζει να τρίζει επικίνδυνα το σάπιο αστικό καθεστώς. Κι αυτό το κύμα, ο ξεσηκωμός εκατοντάδων χιλιάδων λαού, έπρεπε με κάθε θυσία να καταπνιγεί γιατί κινδύνευε η… πατρίς»[120].

Είχε φτάσει η στιγμή για τη βίαιη καταστολή του κινήματος πριν η κατάσταση γίνει ανεξέλεγκτη!

«Παρασκευή 8 του Μάη 1936, 10η μέρα της καπνεργατικής απεργίας και αποτέλεσε τη γενική δοκιμή του αιματηρού πογκρόμ της άλλης μέρας. Το χρονικό των γεγονότων της μέρας εκείνης που ακολουθεί, είναι από το ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ [...].

Η αστυνομία έδειξε σήμερα καθαρά[!] πως παίζει το ρόλο του υπηρέτη(!) του καπνεμπορικού και του άλλου κεφαλαίου[!!] [Λενινιστική!! Διαπίστωση] Με αγριότητα και βανδαλισμούς επετέθηκε κατά των άοπλων καπνεργατών και καπνεργατριών, των υφαντουργών [...] και τους ματοκύλισε. Επί 31/2 ώρες η Θεσσαλονίκη βρισκότανε σε κατάσταση μάχης, μεταξύ των δυνάμεων της αστυνομίας και ενός μέρους της εργατικής τάξης. Η στάση της αστυνομίας έχει εξεγείρει όλο το λαό».

Σε «συγκέντρωση 7 χιλιάδων απεργών καπνεργατών έξω από τα γραφεία του σωματείου [...] φώναζαν πώς πρέπει εντονότερα να διεκδικήσουμε τα αιτήματα τους. “Πρέπει να τους δείξουμε τη γροθιά μας”»[121]. (υπογρ. δική μου)

Μετά τη συγκέντρωση ακολουθεί πορεία προς στη Γενική Διοίκηση (κάτι ανάλογο του σημερινού Υπουργείου Β. Ελλάδος) για να επιδώσουν το ψήφισμα με τα αιτήματα τους. Στην Εγνατία «μεγάλες δυνάμεις πεζής και έφιππης χωροφυλακής, στρατός και αντλίες» προσπαθούν να σταματήσουν την πορεία, αλλά οι απεργοί αποφασισμένοι προχώρησαν σπάζοντας τη ζώνη. Και τότε ξεκίνησε η σύγκρουση. Οι απεργοί διαδηλωτές άνδρες και γυναίκες αντιμετωπίζουν σε μάχη σώμα με σώμα τους πάνοπλους χωροφύλακες με ότι βρούνε: με τα χέρια, ξύλα, πέτρες κλπ

«Μια εργάτρια τραυμάτισε με τούβλο και έριξε χάμω έναν αστυνομικό, ενώ άλλοι τραβούσαν τα όπλα από τους χωροφύλακες[!!] […] Οι καπνεργάτες αφόπλισαν πολλούς χωροφύλακες[!!]»[122].

Ο κόσμος χειροκροτούσε τους απεργούς και τους βοηθούσε με κάθε δυνατό τρόπο.

«Την ίδια περίπου ώρα…. 2500 απεργοί υφαντουργοί και υφαντουργίνες, ύστερα από συγκέντρωση τους…, διαδήλωναν προς τη Γενική Διοίκηση»[123].

Όπως καταλαβαίνεται τα καλά του σήμερα! Κανένας συντονισμός! Και εδώ ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις προσπαθούν να σταματήσουν την πορεία αλλά οι διαδηλωτές δεν υποχωρούν και προσπαθούν να διασπάσουν τη ζώνη. Ακολουθεί συμπλοκή με τους εργάτες και τις εργάτριες να αντιμετωπίζουν στα ίσα τους χωροφύλακες, τους οποίους αποδοκίμαζαν άγρια «χιλιάδες πολίτες».

Τελικά οι απεργοί κατάφεραν και έφτασαν

«στη Γενική Διοίκηση που είχε καταληφθεί στρατιωτικά, [...] κι οι απεργοί καπνεργάτες, τσαγκαράδες κλπ. αποδοκίμαζαν συνεχώς τους χωροφύλακες. [...]

Διατάχθηκαν τότε οι φαντάροι να επιτεθούν κατά των απεργών. Μ’ αυτοί αρνήθηκαν ν’ ακολουθήσουν τους επικεφαλής αξιωματικούς[!!] […] Ανάμεσα στους χωροφύλακες και τους φαντάρους προκλήθηκε ψυχρότητα κι άλλαξαν βαριές φράσεις»[124] (υπογρ. δική μου).

Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους απεργούς και τους πεζούς και έφιππους χωροφύλακες συνεχίστηκαν μέχρι που οι τελευταίοι κατάφεραν, όχι εύκολα, να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους. Ο απολογισμός «..ήταν να τραυματιστούν στις συγκρούσεις 70 περίπου απεργοί και να συλληφθούν γύρω στους 100 εργάτες»[125].

Και τώρα το καλό νέο! Επιτέλους:

«Στη Θεσσαλονίκη, τα τρία εργατικά κέντρα, […] καλούν τις οργανώσεις που ανήκουν στις δυνάμεις τους να κατεβούν την επόμενη μέρα σε 24ωρη πανεργατική απεργία διαμαρτυρίας. [λες και δεν είχαν αιτήματα] [...] 24ωρη απεργία αποφασίζουν επίσης οι επαγγελματίες της πόλης …»[126]

«Ξημερώνοντας η 9 του Μάη η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε την όψη πολιορκημένης πολιτείας. [...] Περίπολοι του στρατού και της χωροφυλακής, αντλίες και θωρακισμένα αυτοκίνητα ανεβοκατέβαιναν τους δρόμους.

Στα κεντρικά σημεία [...] στήθηκαν πολυβόλα. [...] επίσης τοιχοκολλείται σ’ όλους τους δρόμους ανακοίνωση του Γ΄ Σ.Σ. με διάταγμα επιστράτευσης των απεργών σιδηροδρομικών, τροχιοδρομικών και ηλεκτρολόγων [...] και απειλούνται ότι [...] θα συλλαμβάνονται σαν λιποτάκτες και θα δικάζονται στα στρατοδικεία. [...] Οι απεργοί σιδηροδρομικοί τροχιοδρομικοί παίρνουν απόφαση να μην υποχωρήσουν στις φοβέρες»[127].

Είναι φανερό ότι ο κρατικός μηχανισμός πήγαινε να δώσει μάχη με συγκρότηση, σχέδιο και έμπειρο επιτελείο. Οι ηγέτες των εργατών βρέθηκαν το βράδυ σε

«κοινή σύσκεψη των δύο εργατικών κέντρων και της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής με θέμα την καλύτερη προετοιμασία της24ωρης απεργίας και της ειρηνικής διαδήλωσης που θα πραγματοποιούνταν»[128].

Σαν να βρίσκονταν σε άλλο «πλανήτη»!

Η γενική απεργία σημειώνει καθολική επιτυχία. Απεργούν οι πάντες δεν κινείται τίποτα, τα μαγαζιά έχουν κλείσει

«η πόλη μένει δίχως ηλεκτρικό ρεύμα [...] χωρίς ψωμί. [...] Κηρύχνουν αποχή και τα συνεργαζόμενα φοιτητικά σωματεία της πόλης»[129].

«Το πρωί, οι απεργοί εργάτες (που ξεπερνούν τις 50.000) αρχίζουν να κατηφορίζουν από τις γειτονιές στο κέντρο της πόλης. Οι κεντρικοί δρόμοι πήζουν από κόσμο, ενώ αρχίζουν και οι πρώτες προκλήσεις από τους ένοπλους χωροφύλακες που προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους, δημιουργώντας συνεχώς επεισόδια»[130].

Θεωρώ ότι το βασικό σχέδιο της αστυνομίας ήταν να τους χτυπήσει στις προ-συγκεντρώσεις πριν μαζευτεί ο όγκος των απεργών και τότε τα πράγματα θα δυσκόλευαν για τους χωροφύλακες. Και αυτό προσπάθησαν να κάνουν σε πρώτη φάση, χτυπούν τις απεργιακές φρουρές και τους συγκεντρωμένους στα εργοστάσια.

Ωστόσο δεν μπόρεσαν να αποφύγουν, μετά από λίγες ώρες, τη σύγκρουση με τους απεργούς στο κέντρο της πόλης. Οι εργάτες κατάφεραν να αμύνονται ενάντια στις επιθέσεις της έφιππης και πεζής χωροφυλακής πίσω από οδοφράγματα με επιτυχία. Τα όπλα των απεργών-δυστυχώς – ήταν όπως και χθες τα χέρια τους, πέτρες και οικοδομικά υλικά.

«Άλλοι απεργοί υπερασπίζουν τα οδοφράγματα και άλλοι απεργοί μεταφέρουν πέτρες και λιθοβολούν τους χωροφύλακες, ενώ καταφθάνουν στον τόπο των συγκρούσεων νέες ομάδες οικοδόμων, τσαγκαράδων, υφαντουργών, τροχιοδρομικών κ.ά. Κάποια στιγμή οι χωροφύλακες υποχωρούν [με διαταγή του αστυνομικού διευθυντή Ντάκου] και τότε οι απεργοί ξεσπούν σε ζητωκραυγές»[131].

Αλλά χωρίς έμπειρη επαναστατική ηγεσία διαπράττουν το λάθος:

«Μετά την υποχώρηση των αστυνομικών δυνάμεων, οι απεργοί με επικεφαλής την καθοδήγηση τους, αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν διαδήλωση προς το διοικητήριο». Αυτό περίμενε και ο Ντάκος να βγουν από τα οδοφράγματα! «Και μόλις ο κύριος όγκος των διαδηλωτών αρχίζει και κινείται, ο Ντάκος δίνει το σύνθημα: «Βαράτε στο ψαχνό». [...] Οι εργάτες άρχισαν να σκορπίζουν και προσπαθούσαν να προφυλαχτούν ταμπουρωμένοι πίσω από κολώνες, εισόδους κτιρίων….»[132]

Είχανε πλέον γίνει εύκολη δουλειά για την έφιππη αστυνομία. Ο πρώτος νεκρός. Είναι ο σοφέρ Τάσος Τούσης.

Με το νεκρό στα χέρια πάνω σε μια πόρτα σχηματίζεται διαδήλωση η οποία καθώς πορεύεται στους δρόμους της πόλης διαρκώς μεγαλώνει από νέες ομάδες διαδηλωτών που καταφθάνουν από όλες τις συνοικίες της. Οι καμπάνες των εκκλησιών τόσο στο κέντρο της πόλης όσο και στις συνοικίες, στέλνουν το μήνυμα για συναγερμό, για συμπαράσταση. Κατάρες, βρισιές και συνθήματα βγαίνουν από τα οργισμένα στόματα των απεργών- διαδηλωτών, «κάτω οι δολοφόνοι», «κάτω η κυβέρνηση της βίας», «να συλληφθεί ο Ντάκος», «κάτω η εκμετάλλευση». Η διαδήλωση σύσσωμη τραγουδά το «επέσατε θύματα αδέλφια εσείς…». Και προχωράνε με μόνο εφόδιο το μίσος του, χωρίς ηγεσία που να ξέρει τι θέλει απέναντι στο δολοφόνο κρατικό μηχανισμό που εκπροσωπεί ο Ντάκος και τα «παλληκάρια» του! Εύκολη λεία για το «τσακάλι» που αναζητεί μια νέα ευκαιρία για να διατάξει: «πυρ!» Και τη βρίσκει όταν η διαδήλωση έχει φτάσει στην Εγνατία,

«φωνάζει στους απεργούς να διαλυθούν. Κανένας εργάτης δεν κουνιέται από τη θέση του, ενώ ταυτόχρονα μια στεντόρεια ιαχή δονεί ολόκληρη τη Σαλονίκη: “Κάτω ο φασισμός”, “Κάτω οι δολοφόνοι”. Το καυτό μολύβι αρχίζει να γαζώνει τα κορμιά των ηρωικών προλεταρίων της εργατομάννας Θεσσαλονίκης»[133].

«Φτάνουμε στις 2 το μεσημέρι. Οι συγκρούσεις, ύστερα από 4 ολόκληρες ώρες, γεμάτες από συνεχείς ηρωικές μάχες, σταματούν. Οι εργάτες αποτραβιούνται στις παρόδους, όπου κυνηγιούνται ακόμα από τις μαινόμενες ορδές των χωροφυλάκων. [...] Ο αιματηρός απολογισμός των γεγονότων είναι: 9 νεκροί, 32 βαριά τραυματισμένοι και 250 ελαφριά». Και θα ήταν πολύ μεγαλύτερος αν οι στρατιώτες για μια ακόμη φορά δεν αρνούνταν να υπακούσουν στις εντολές των αξιωματικών, αν δεν συνέβαινε: «Πολλοί στρατιώτες βλέποντας το δολοφονικό αμόκ που είχε πιάσει τους χωροφύλακες, προσπαθούσαν να τους συγκρατήσουν και σε πολλές περιπτώσεις τους αφόπλιζαν»[134].

Το δολοφονικό κτύπημα των απεργών δεν έκαμψε το ηθικό τους, αντίθετα:

«Μόλις [...] μαθεύτηκε το ματοκύλισμα των εργατών, ξεχύθηκαν στους κεντρικούς δρόμους απ’ όλες τις συνοικίες της πόλης αμέτρητα πλήθη λαού γεμάτα οργή για τα όσα είχαν προηγηθεί. Ο λαός διαδηλώνει έξω από τα αστυνομικά τμήματα ζητώντας την τιμωρία των δολοφόνων και απειλεί να λυντσάρει όσους πρωτοστάτησαν στη σφαγή των εργατών»[135].

Με διαταγή του διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού οι χωροφύλακες ήταν κλεισμένοι στα αστυνομικά τμήματα. Στην ουσία τους είχε «μαντρώσει» η οργή του λαού, ο οποίος είχε γράψει στα «παλιά του τα παπούτσια» τον στρατιωτικό νόμο του στρατηγού που απαγόρευε «..πάσαν συγκέντρωσιν και ολίγων ακόμη προσώπων εις κλειστόν και ανοικτόν χώρον». Με «αποτέλεσμα ο λαός να βρεθεί για 36 ώρες κυρίαρχος της πόλης»[136] (υπογρ. δική μου). Στην πραγματικότητα είχαμε δυαδική εξουσία! Γιατί το αστικό κράτος δεν μπορούσε να ασκήσει την εξουσία του. Γιατί

«Παρά την απαγόρευση ο εξαγριωμένος λαός συνεχίζει να κατακλύζει το κέντρο της πόλης και πραγματοποιεί διαδηλώσεις σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας»[137].

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη «…οι διαδηλωτές φτάνουν τις 20.000» και τα συνθήματα που κυριαρχούν είναι: «Κάτω οι δολοφόνοι, κάτω ο Μεταξάς», «ΕΚΔΙΚΗΣΗ! ΕΚΔΙΚΗΣΗ!»[138]

«Από το μεσημέρι του Σαββάτου και μετά, ο λαός είναι στη κυριολεξία ο κυρίαρχος της πόλης. Και ο λαός όταν έχει σωστή καθοδήγηση (αυτό ελέγχεται!) ξέρει πως πρέπει να φερθεί.» Και η ουσία της σωστής καθοδήγησης ήταν στο ότι: «δεν σημειώνεται κανένα απολύτως επεισόδιο, δεν παρατηρείται καμιά βίαιη ή παράνομη πράξη». Εντάξει; Αυτό ήταν το ζητούμενο της συγκεκριμένης στιγμής;

Ωστόσο είναι αλήθεια ότι υπάρχει προχώρημα, ο κυρίαρχος λαός στήνει εκ των πραγμάτων τα δικά του εμβρυακά όργανα εξουσίας, αναγκάζεται να καλύψει το προσωρινό και αναπάντεχο κενό εξουσίας.

«Η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή σχηματίζει “λαϊκές φρουρές” που επιβλέπουν στην τήρηση της τάξης, ενώ οι εργοστασιακές φρουρές οπλίζονται με ρόπαλα και δεν επιτρέπουν σε κανένα να πλησιάσει στα εργοστάσια για να μην πάθουν ζημιά τα μηχανήματα»[139].

Ήταν επίσης σημαντικό βήμα για την εδραίωση της κυριαρχίας του λαού το γεγονός ότι:

«ο λαός συνενώνεται με το στρατό. [...] Οι εργάτες και οι στρατιώτες συναδελφώνονται, αγκαλιάζονται, φιλιούνται και ορκίζονται κοινό αγώνα. Ένα τάγμα μάλιστα στρατού που διατάχθηκε για την διατήρηση της τάξης, διαλύθηκε και οι στρατιώτες ενώθηκαν με το λαό»[140].

Αλλά «σωστή καθοδήγηση» αναιρεί την κυριαρχία του λαού και δεν του επιτρέπει να τη συνειδητοποιήσει όταν «με πρωτοβουλία του ΚΚΕ γίνεται διάβημα των βουλευτών [...] στη Γενική Διοίκηση». Για «να δώσει άδεια συγκέντρωσης και να ανοιχτούν όλα τα εργατικά κέντρα».(!!!) Με το λαό εξαγριωμένο στους δρόμους, να έχει στην πράξη καταργήσει το στρατιωτικό νόμο του στρατηγού και την πόλη κατειλημμένη από το πλήθος των συναδελφωμένων εργατών και στρατιωτών με τους «μπάτσους» μαντρωμένους στα αστυνομικά τμήματα για να μην τους λυντσάρει ο κόσμος, το διάβημα ισοδυναμούσε με παράδοση της κυριαρχίας του λαού στο στρατηγό, δηλαδή στο αστικό κράτος! Αναμφισβήτητα!

Αποτέλεσμα της «σωστής καθοδήγησης» ήταν: «Αργά το απόγευμα του ματωμένου Σαββάτου, η επιτροπή αγώνα των απεργών [ο κυρίαρχος λαός] πήρε, μετά από συνεννόηση με τις στρατιωτικές αρχές, την άδεια (!!) για να γίνει να γίνει η κηδεία των σκοτωμένων εργατών…»[141] Ο κυρίαρχος ζητάει άδεια;; Στην ουσία μετέτρεψαν την κυριαρχία του λαού σε υποτέλεια και τη κηδεία των αγωνιστών σε «Λιτανεία» !

Η Ελλάδα ξεσηκώνεται,

«…η είδηση της άνανδρης δολοφονίας των απλών εργατών ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών απ’ σ’ άκρη στη χώρα. Ξεσπούν αμέσως παλλαϊκές απεργίες διαμαρτυρίας στην Καβάλα, το Αγρίνιο, στη Λάρισα, στο Κιλκίς, στη Λαμία, στην Κομοτηνή. Στην Κοκκινιά πραγματοποιείται μεγάλη διαδήλωση χιλιάδων εργατών με κεντρικό σύνθημα “εκδίκηση”»[142].

Αλλά «η σωστή καθοδήγηση» αντί να συντονίσει τον Πανελλαδικό ξεσηκωμό σ’ ένα κίνημα διαρκείας και να του δώσει έστω και τώρα την προοπτική μιας γενικής πολιτικής απεργίας διαρκείας πάνω στη βάση των αιτημάτων των εργατών και των αγροτώ, για την ανατροπή της κυβέρνησης, για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό[143], καναλιζάρει το κίνημα στο κοινοβουλευτικό δρόμο και μάλιστα, το χειρότερο, παραδίνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στα αστικά κόμματα που συνειδητά στήριζαν τη κυβέρνηση Μεταξά και τις μεθόδους της για την συντριβή του ανερχόμενου επαναστατικού κινήματος των μαζών.

Έτσι πάνω σ’ αυτή τη πολιτική βάση και λογική είχαμε πρώτα τη συνεδρίαση και ανακοίνωση των θέσεων της κοινοβουλευτικής ομάδας (Κ.Ο) του Παλλαϊκού Μετώπου και μετά 2 μέρες την ανακοίνωση με τις θέσεις του ΚΚΕ! Στις 10 του Μάη και συγκεκριμένα: «…. το απόγευμα του ματωβαμμένου Σαββάτου…»[144] συνεδριάζει η Κ.Ο και

«.. αφού συζήτησε πάνω στη κατάσταση ύστερα από το ματοκύλισμα του Λαού της Θεσσαλονίκης…. Και έλαβε γνώση του ψηφίσματος του παλλαϊκού συλλαλητηρίου … που υιοθετεί απόλυτα, αποφασίζει:

1. Να ζητήσει την άμεση παραίτηση της κυβέρνησης Μεταξά.

2. Τον άμεσο σχηματισμό κυβέρνησης απ’ τη δημοκρατική πλειοψηφία [που στο διάολο βλέπανε τη «δημοκρατική πλειοψηφία» όταν γνώριζαν πολύ καλά και μάλιστα το είχαν καταγγείλει δημόσια ότι ο Σοφούλης στήριζε το Μεταξά!!;;] και την άμεση και απόλυτη εφαρμογή του συμφώνου Παλλαϊκού Μετώπου – Φιλελευθέρων». [!!]

3. Την άμεση σύγκληση της Βουλής για το ξεκαθάρισμα της κατάστασης σύμφωνα με την παλλαϊκή θέληση όπως εκδηλώθηκε στο σημερινό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Σε περίπτωση που η Βουλή δεν κληθεί, είτε η πλειοψηφία της ταχθεί αλληλέγγυη με τα κυβερνητικά εγκλήματα, η Κ.Ο του Παλλαϊκού Μετώπου θα αγωνισθεί για την άμεση διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών για συνταχτική συνέλευση.» (Γιατί και για ποιο σκοπό;;)

Είναι αλήθεια ότι επιτέλους στη παράγραφο 5.

«…καλεί όλον τον εργαζόμενο Λαό στην άμεση κήρυξη γενικής Παλλαϊκής Πανελλαδικής απεργίας για το σάρωμα της κυβέρνησης των δολοφόνων». Και στη παράγραφο 6. «…καλεί τον εργαζόμενο Λαό να σχηματίσει κατά πόλιν επιτροπές Λαϊκής Σωτηρίας για την αντιμετώπιση της κατάστασης». Για να προχωρήσει η Κ.Ο στη κορύφωση της «επαναστατικής πρότασης», «[…] θα καλέσει σήμερα όλα τα κόμματα και θα κάνει διάβημα και στο βασιλιά [αυτό και αν είναι ανατροπή!!] για το ξεκαθάρισμα της κατάστασης σύμφωνα με την παλλαϊκή θέληση»[145] (…και μη χειρότερα,… ο βασιλιάς !!). (υπογρ. δική μου)

Στις 12 του Μάη έρχεται και η «Ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής» του ΚΚΕ για να ξεκαθαρίσει και με το δίκιο της(!) ότι: «..διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα των δολοφονιών τους [...]» όταν προσπαθούν να παρουσιάσουν τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης «[...] για κομμουνιστικές εξεγέρσεις κλπ». Και ότι η αιτία ήταν «[...] η μοναρχική κυβέρνηση», που «…δολοφόνησε δεκάδες εργαζομένων [...]».

«Αυτό ξεσήκωσε απόλυτα δικαιολογημένη παλλαϊκή θύελλα σ’ όλη τη χώρα. Ο λαός ζητά ικανοποίηση. [...]

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, εκπρόσωπος της πιο πρωτοπόρας μερίδας του εργαζόμενου λαού, διακηρύσσει ότι σήμερα άμεσο συμφέρον του λαού και της χώρας (σε ποιά τάξη ανήκει η χώρα;;) είναι η εκδίωξη της μεταξικής κυβέρνησης…. και ο σχηματισμός κυβέρνησης από τη δημοκρατική πλειοψηφία της Βουλής, που θα ικανοποιήσει τα πιο άμεσα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα του λαού.

[…] Διακηρύσσει ότι καμιά δύναμη, βία, τρομοκρατία δεν μπορούν να το σταματήσουν να πράξει ακέραιο το καθήκον του μπροστά στο λαό και τη χώρα.

Ο λαός και ο στρατός πρέπει ενωμένοι και κατά το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης να ματαιώσουν τα εγκληματικά σχέδια των πιο λυσσασμένων εχθρών της Ελλάδας και να επιβάλουν τη λαϊκή θέληση»[146].

Ο Σοφούλης αρχηγός του κόμματος των Φιλελεύθερων επειδή ήτανε έξυπνος πολιτικός και πιστός υπηρέτης των συμφερόντων της τάξης του καταδικάζει με δηλώσεις του

«τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης εξεπέρασαν κάθε προηγούμενην απάνθρωπον συμπεριφοράν του κράτους και των οργάνων του κατά της εργατικής τάξεως»[147].

Όσο για τα άλλα την «..εκδίωξη της μεταξικής κυβέρνησης» και το «σχηματισμό κυβέρνησης από τη δημοκρατική πλειοψηφία της βουλής» τα αγνοεί, γιατί το συμφέρον της χώρας όπως ο Σοφούλης το κόμμα του το καταλάβαινε τους υποχρέωνε να συνεχίζουν «..να υποστηρίζουν την κυβέρνηση του δολοφόνου Μεταξά !!»[148]. Γι αυτό στη συνέχεια των δηλώσεών του το ρίχνει στις κατάρες, «το αίμα των πεσόντων θα πέση επί τας κεφαλάς των οργάνων του κράτους, τα οποία με τόσην αναλγησίαν εσκότωσαν τους απεργούς…»[149] (θα μπορούσε να πει: με τι ψυχή θα εμφανιστούνε στο «Μεγαλοδύναμο»).

Όσο αφορά το περίφημο «σύμφωνο», όπως μας πληροφορεί η ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής την 1η του Ιούνη του 1936:

«[…] το Κόμμα των φιλελευθέρων, κάτω από την πίεση των αντιδραστικών πλουτοκρατικών κορυφών [εμπλουτισμός της μαρξιστικής ορολογίας], άρχισε πια και ανοιχτά [επειδή πριν το έκανε στα «μουλωχτά»] να προδίδει και να εγκαταλείπει το σύμφωνο, παρά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η τέτοια πολιτική [...] έρχεται σε ριζική αντίθεση με τα πλατιά λαϊκά στρώματα που τους ακολουθούν!»[150]

Κάτω λοιπόν από τη «σωστή καθοδήγηση» μετά την κηδεία – διαδήλωση:

«Το βράδυ ο λαός κατάκοπος από την υπερένταση του σημαδεμένου από την ιστορία διημέρου, αποσύρεται για να ξεκουραστεί. Είναι η δεύτερη μέρα που νοιώθει ότι είναι αφέντης της πόλης και μοναδική εξουσία.» [Ξέχασαν οι συντάκτες της μπροσούρας ότι στις προηγούμενες σελίδες μάς πληροφόρησαν ότι για να γίνει η συγκέντρωση, η πορεία και η κηδεία η «μοναδική εξουσία» ζήτησε άδεια από το στρατηγό !!] «Κι αρχίζει να κάνει όνειρα για τη διατήρηση αυτής της εξουσίας»[151].

Δεν είχε καταλάβει ότι η «σωστή καθοδήγηση» την είχε ήδη παραδώσει την εξουσία!! Και ότι ανήκε πλέον στη σφαίρα του ονείρου, η «διατήρηση αυτής της εξουσίας»[152].

Και του λόγου το αληθές:

«Για τις αδυναμίες και τα λάθη που έγιναν τότε, λέει σ’ ένα άρθρο του στην ΚΟΜΕΠ του Μάη 1975 ο παλαίμαχος αγωνιστής Μιχάλης Σινάκος: “Τοπικά, η κομματική οργάνωση της Θεσσαλονίκης και η περιφερειακή κομματική οργάνωση της Μακεδονίας δεν πήραν από την πρώτη στιγμή όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα για την περιφρούρηση της πανεργατικής απεργίας. Επαναπαύτηκαν στις επιτυχίες των δύο πρώτων ημερών της 9 και 10 του Μάη [...]. Χαρακτηριστικό γεγονός, οι εργατικές φρουρές που περιφρουρούσαν την τάξη μαζί με στρατιωτικές δυνάμεις, τη νύχτα της 10 του Μάη, διαλύθηκαν. Έτσι, στις 11 του Μάη το πρωί, πέτυχε η μανιασμένη εξόρμηση των δυνάμεων της χωροφυλακής και της ασφάλειας, που βρίσκοντας απεριφρούρητη την απεργία μπόρεσαν με τις μαζικές συλλήψεις και τους εκτοπισμούς να την αποκεφαλίσουν και να τη σταματήσουν”»[153].

Στις 13 του Μάη γίνεται η 24ωρη πανελλαδική απεργία σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης χωρίς το αίτημα της παραίτησης της κυβέρνησης Μεταξά «…μετά από τις έντονες αντιρρήσεις της «Γενικής» [ΓΣΕΕ][154].

«Μετά την αναγγελία της απεργίας, […] η κυβέρνηση καλεί τους εκπρόσωπους των δύο Συνομοσπονδιών σε διαπραγματεύσεις […]. Στο τέλος, τόσο η κυβέρνηση όσο και οι εκπρόσωποι των καπνεμπόρων που καλούνται στη σύσκεψη, δέχονται να ικανοποιήσουν τα περισσότερα αιτήματα των καπνεργατών [παρά το γεγονός ότι στην ουσία ο ηρωικός αγώνας διαρκείας των εργατών της Θεσσαλονίκης είχε ηττηθεί. Γιατί τελικά ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να στείλουν τους εργάτες στα σπίτια τους, με την βοήθεια και της συνδικαλιστικής ηγεσίας πράγμα που έγινε] και αποφασίζεται η λήξη της απεργίας»[155].

Παρ’ όλα αυτά:

«Η 24ωρη πανελλαδική απεργία σημειώνει καθολική επιτυχία σ’ ολόκληρη τη χώρα, 500 χιλιάδες εργάτες και υπάλληλοι παίρνουν μέρος σ’ αυτήν, ενώ η απεργία σε πολλές πόλεις, όπως ο Βόλος, η Πάτρα, η Καλαμάτα και η Καβάλα, παίρνει γενικό χαρακτήρα με τη συμμέτοχή και των επαγγελματοβιοτεχνών»[156].

Αυτό ήταν:

«Με τη λήξη της 24ωρης πανελλαδικής απεργίας, η Θεσσαλονίκη γνωρίζει νέα περίοδο στρατοκρατίας. Οι συλλήψεις δίνουν και παίρνουν. Πιάνονται όλοι οι δραστήριοι συνδικαλιστές με πρώτους και καλύτερους τους κομμουνιστές»[157].

Η αντεπανάσταση έχει ξεκινήσει. Στις 4 του Αυγούστου 3 μήνες μετά τον ηρωικό αγώνα της Θεσσαλονίκης ολοκληρώνει και τυπικά το έργο της με την επιβολή και επίσημα της Μεταξικής δικτατορίας.

Συμπέρασμα, την περίοδο του 1935-1936 είχαμε μια καθαρά από κάθε άποψη προεπαναστατική κατάσταση. Απεργίες απλές, απεργίες διαρκείας, κινητοποιήσεις μαχητικές των αγροτών και των μικροαστικών στρωμάτων των πόλεων, ριζοσπαστικοποίηση και κίνηση προς τα αριστερά της κοινωνίας, εξέγερση στη Θεσσαλονίκη και σ’ άλλες πόλεις της χώρας όπως στο Ηράκλειο, ένοπλα συλλαλητήρια, συγκρούσεις μετωπικές με τους χωροφύλακες, είχαμε και συνεχείς ανατροπές κυβερνήσεων, αλλά ανατροπή δεν είχαμε και τελικά είχαμε ήττα και όχι νίκη του κινήματος! Γιατί η νίκη ήταν δεμένη με την κατάληψη της εξουσίας! Γιατί το κόμμα της εργατικής τάξης το ΚΚΕ, όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα και η ανάλυση, αντί για την κατάληψη της εξουσίας «προβάρισε» την παράδοση της εξουσίας στη «συμφωνία της Βάρκιζας»! Ο ρόλος του κόμματος και της επαναστατικής ηγεσίας είναι καθοριστικός για να νικήσουμε!

 

2.8 1968 – Ο Γαλλικός Μάης

 

7. 3 Mayıs 1968. Renault fabrikasında işgal oylaması

Παρίσι, 3 Μαΐου 1968. Οι εργάτες του εργοστασίου της Renault ψηφίζουν υπέρ της απεργίας.

 

Έχουνε πολλά γραφτεί για το Γαλλικό Μάη γι αυτό θα είμαι επιγραμματικός. Ήταν πράγματι ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος που έχει σημαδέψει όχι μόνο, τη συνείδηση των λαϊκών μαζών και της νεολαίας, αλλά και αυτή της άρχουσας τάξης. Κάθε καινούργιο κίνημα έχει αναφορά και συγκρίνεται με το Γαλλικό Μάη, για να προσδιοριστεί η διάσταση του! Για τους πρόσφατους αγώνες στη Γαλλία ενάντια στην συνταξιοδοτική αντιμεταρρύθμιση ειπώθηκε ότι «είχανε μυρωδιά και στοιχεία από τον Μάη του ’68»! Το φάντασμα του Μάη του ’68 πλανιέται στις μέρες μας ανήσυχο πάνω από την Ευρώπη και τον πλανήτη ολόκληρο, έτοιμο να ζωντανέψει κάτω από τις επιθέσεις του κεφαλαίου ενάντια στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα του εργατικού κινήματος και των λαϊκών στρωμάτων. Οι «απρόβλεπτες» εξεγέρσεις στη Τυνησία, Αίγυπτο αλλά ακόμη και οι πρωτοφανείς αγώνες των Βρετανών φοιτητών είναι ασφαλείς βαρομετρικές ενδείξεις!

Στη Γαλλία το Μάη του 1968 είχαμε από το «πουθενά» μια επαναστατική κατάσταση, με τη μεγαλύτερη σε μέγεθος και διάρκεια γενική απεργία στη ιστορία, η οποία συνοδεύτηκε από το μεγαλύτερο κύμα καταλήψεων! Ξεπέρασαν και αυτές του 1936! Ξεκίνησε από τους φοιτητές σαν μια κίνηση διαμαρτυρίας, για να εξελιχθεί από τη «νύχτα των οδοφραγμάτων» και μετά σε μια τεράστια ταξική σύγκρουση, όπου παρέλυσε για τρείς ολόκληρες βδομάδες την οικονομία, τη κυβέρνηση και το πανίσχυρο αυταρχικό κράτος του Ντε Γκώλ. Στις 22 του Μάη στη κορύφωση του αγώνα είχαμε 10 εκ. εργάτες να απεργούν με τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις κάθε είδους σε κατάληψη και βέβαια το σύνολο των πανεπιστημίων και των σχολών! Σήκωσαν κόκκινες σημαίες και έφτιαξαν επιτροπές αγώνα. Η ριζοσπαστικοποίηση προχωρούσε με άλματα, τα συνθήματα που κυριαρχούσαν, «Η νίκη βρίσκεται στους δρόμους», «Ντε Γκώλ παραιτήσου», «Απεργία Διαρκείας», «Είμαστε εξουσία», κλπ.

Το καθεστώς απομονώθηκε από τα κοινωνικά του ερείσματα τα μεσαία στρώματα ήταν φιλικά προς τους εργάτες και συμμετείχαν δραστήρια στον αγώνα! Οι αγρότες και οι εργάτες γης κατέλαβαν τα μεγάλα αγροκτήματα και τις αποθήκες αγροτικών προϊόντων. Μέχρι και οι ποδοσφαιριστές απεργήσανε με αίτημα «το ποδόσφαιρο στους ποδοσφαιριστές»!

Ο Ντε Γκώλ και η κυβέρνηση του δεν ήταν σίγουροι ότι έλεγχαν τα βασικά στηρίγματα της εξουσίας το στρατό ακόμη και την αστυνομία. Οι αστυνομικοί μάζευαν υπογραφές σ’ ένα κείμενο διαμαρτυρίας που ανάμεσα στ’ άλλα έγραφε ότι «δε θα ανεχθούμε άλλο να είμαστε οι κλόουν της κυβέρνησης…». Και η Le Monde αποκάλυψε ότι «το υπουργείο Αμύνης αρνείται να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση του στρατού σε καθήκοντα που μπορεί να το φέρουν σε σύγκρουση με τους απεργούς». Δεν γινόταν κι αλλιώς, γιατί όταν το 5ο σώμα στρατού μπήκε σ’ επιφυλακή να χρησιμοποιηθεί σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός, αμέσως δημιουργήθηκαν Επιτροπές Φαντάρων, με σκοπό να σταματήσουν τους αξιωματικούς. Η κυβέρνηση είχε πλέον πιστέψει ότι χάθηκαν όλα. Ο υπουργός Φουσέ δήλωσε: «Είμαστε τελειωμένοι» και ο Πρωθυπουργός Πομπιντού θεώρησε ότι «αυτό είναι το τέλος της πολιτικής μου καριέρας». Οι πολιτικοί υποστηρικτές του Ντε Γκώλ τον θεωρούσαν «τελειωμένο», το πιο πιθανό είναι ότι το ίδιο πίστευε και αυτός στις 29 του Μάη εγκαταλείπει το Παρίσι για το Μπάντεν της Γερμανίας! Πράγματι, όπως αργότερα αποκάλυψε ο Πομπιντού σχεδίαζε στα σοβαρά να παραιτηθεί γιατί «Πίστεψε ότι το παιχνίδι είχε πια τελειώσει, διάλεξε να αποσυρθεί. Όταν έφτασε στο Μπάντεν Μπάντεν υπολόγιζε ότι θα έμενε εκεί για πολύ καιρό…», αλλά στη συνέχεια μεταπείσθηκε, επειδή ο αντίχτυπος για το καθεστώς θα ήταν μεγάλος εν μέσω μιας τόσο εξαιρετικά σοβαρής πολιτικής και κοινωνικής κρίσης.

Το καθεστώς θα το έσωζε από την ανατροπή, όπως και το 1936, για μια ακόμη φορά, ποιος άλλος; Η αριστερά και μάλιστα το πιο ισχυρό κόμμα της το ΚΚΓ με τη βοήθεια της, υπό τον έλεγχό του, συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας CGT. Μια αριστερά ισχυρή, η οποία στις βουλευτικές εκλογές του 1967 είχε πάρει 9,2 εκ. ψήφους, από 28,4 εκ. που ήταν το σύνολο των ψήφων! Το δε ΚΚ πήρε 5 εκ.! Για το ΚΚ η Γαλλία δεν ήταν ώριμη για επανάσταση και κατάληψη της εξουσίας, γιατί «είχε ισχυρό στρατό και αστυνομία και οι εργαζόμενοι δεν είναι έτοιμοι»!

Η ηγεσία του ΚΚ είδε με εχθρικό μάτι τις κινητοποιήσεις των φοιτητών και στο ξεκίνημα τους τις κόσμησε με χαρακτηρισμούς του τύπου, είναι δουλειά «αριστερίστικων γκρουπούσκουλων» που έχουν στην ηγεσία τους «ένα γερμανό αναρχικό» τον Κον Μπετίτ. Κοιτάξτε σύμπτωση!! Τα ίδια και χειρότερα είπε το ΚΚΕ το 1973 για αυτούς που ξεκίνησαν την κατάληψη του Πολυτεχνείου!! Στη συνέχεια όταν το φοιτητικό κίνημα φούντωνε και συγκρουόταν ηρωικά με την αστυνομία, η νεολαία και η βάση του κόμματος άρχισε να αντιδρά έντονα απέναντι σ’ αυτή τη στάση της ηγεσίας, πράγμα που ανάγκασε τους ηγέτες του ΚΚ και της CGT να αλλάξουν γραμμή και να γίνουν πιο φιλικοί απέναντι στους εξεγερμένους φοιτητές.

Μετά τη «νύχτα των οδοφραγμάτων» –όπως ονομάστηκε το βράδυ της 10ης του Μάη– αναγκάστηκε το ΚΚ και CGT, μπροστά στη φρίκη και την αγανάκτηση της Παρισινής κοινωνίας για τη βαρβαρότητα της αστυνομίας, να καλέσει μαζί με την άλλη μεγάλη συνομοσπονδία την CFDT, για τις 13 του Μάη 24ωρη γενική απεργία σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Κοντά στο 1 εκ. κόσμου διαδηλώνει, εργάτες, υπάλληλοι με τα πανό των σωματείων τους , φοιτητές και μαθητές που κρατούσαν κόκκινες και μαύρες σημαίες, στη μεγαλύτερη μετά την απελευθέρωση του Παρισιού το 1944 διαδήλωση!

Οι ηγεσίες της αριστεράς και των συνδικάτων ήλπιζαν ότι μα την 24ωρη θα ξεφούσκωνε το κίνημα και θα μπορούσαν να πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της κατάστασης. Αλλά… πέσανε εντελώς έξω!! Η 24ωρη και η απίστευτα μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα διαδήλωση φέρανε στο προσκήνιο την εργατική τάξη. Η κυβέρνηση, τα κόμματα της αριστεράς και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχασαν τον έλεγχο, δεν περίμεναν ούτε στους χειρότερους τους εφιάλτες ότι θα βρίσκονταν μπροστά σε μια τόσο μαχητική και ανυπάκουη εργατική εξέγερση. Μπροστά σε μια απεργία διάρκειας με καταλήψεις και δυνατή περιφρούρηση, που ξέσπασε από τα κάτω, ενάντια στη θέληση της συνδικαλιστικής ηγεσίας.

Η εργατική εξέγερση δεν έπεσε από τον ουρανό, ήταν το ξέσπασμα μιας τάξης ιδιαίτερα καταπιεσμένης, με συσσωρευμένη αγανάκτηση. Ο Γαλλικός καπιταλισμός στη 10ετια ‘60 αποφάσισε να αναπτύξει δυνατά τη βιομηχανία του, «εκσυγχρονισμό» τον λέγανε και τότε, σε βάρος της εργατικής τάξης. Οι εργάτες στα μεγάλα εργοστάσια και τα ορυχεία ζούσαν μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, ο συνδικαλισμός υπό διωγμό και ιδιωτικοί μπάτσοι αστυνόμευαν τους εργάτες στη δουλειά, ακόμη και στα σπίτια τους (όπως και σε μας μέχρι το 1981 Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, Πεσινέ κλπ). Το φοιτητικό κίνημα και η επιτυχία της 24ωρης, μα ιδιαίτερα ο όγκος της διαδήλωσης, κοντά στο 1 εκατ. διαδηλωτές, επέτρεψαν στους εργάτες να δουν τη δύναμη τους. Πάνω σ’ αυτή τη βάση δημιούργησαν την μεγαλύτερη Γενική Απεργία στην ιστορία και με το δικό τους τρόπο αναζήτησαν την ανατροπή, για μια ριζική αλλαγή στη ζωή τους, σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Αλλά η ηγεσία τους, τα κόμματα της αριστεράς και ιδιαίτερα το ΚΚ τους εμπόδισαν να πάρουν την εξουσία και να νικήσουν!

Πράγματι το ΚΚ με αιχμή τη CGT προσπάθησε να εμποδίσει αφ’ ενός μεν την ανάπτυξη των απεργιών και ιδιαίτερα των καταλήψεων, αφ’ ετέρου δε να καναλιζάρει τη δυναμική του συνθήματος «εξουσία στους εργάτες» στο συνδικαλιστικό δρόμο της ικανοποίησης των αιτημάτων, για αυξήσεις, ωράριο, καλύτερες συνθήκες εργασίας κλπ. Ο Πομπιντού και οι καπιταλιστές βρήκαν δρόμο για να βγουν από το αδιέξοδο τους. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, με τη σύμφωνη γνώμη και των κομμάτων της αριστεράς, άρπαξε και με τα δύο χέρια την πρόσκληση της κυβέρνησης για τριμερή συνάντηση, για να συζητήσουν τα αιτήματα των εργατών. Ένας γάλλος δημοσιογράφος σχολίασε: «αντί να τους ανατρέψουν έτρεξαν να διαπραγματευτούν πως θα σταματήσουν την εξέγερση»!

Οι διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες και τον Πομπιντού έγιναν στο υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων στην οδό Γκρενέλ –από όπου πήρε και το όνομα η συμφωνία– διάρκεσε τρεις μέρες (25-27 του Μάη). Οι συνδικαλιστές με μεγάλη έκπληξη είδαν τον Πομπιντού να δέχεται σχεδόν όλα τα αιτήματα. Αύξηση 35% του βασικού, 10% για όλους τους εργάτες, αύξηση στο οικογενειακό εισόδημα, παραχωρήσεις στο ωράριο, στα συνδικαλιστικά δικαιώματα κλπ. Η «Συμφωνία της Γκρενέλ» ήταν η πιο σημαντική επιτυχία των συνδικάτων από την απελευθέρωση! Η κυβέρνηση και οι καπιταλιστές έπραξαν όπως και το 1936 με τη «Συμφωνία της Ματινιόν» «έδωσαν» για να κερδίσουν χρόνο, για να μπορέσει η συνδικαλιστική ηγεσία και το ΚΚ-κύρια- να σταματήσουν την εξέγερση.

Ωστόσο η πλειοψηφία των απεργών απέρριψε κατηγορηματικά τη «συμφωνία» βρίζοντας και γιουχαΐζοντας τους συνδικαλιστές ηγέτες όπου εμφανίστηκαν για να παρουσιάσουν τα «επιτεύγματα» της. Αγνόησαν τη περίφημη «συμφωνία» και συνέχισαν τις καταλήψεις τους. Η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης των εργατών είχε προχωρήσει αρκετά κατά τη διάρκεια του αγώνα, στόχευε πολύ πιο πέρα από τις αυξήσεις, απαιτούσαν ριζική αλλαγή στη ζωή τους, ανατροπή και εξουσία! Με ποια ηγεσία…;

Έτσι, για μια ακόμη φορά λειτούργησε ο νόμος που επιτρέπει στην αντεπανάσταση να σηκώνει κεφάλι όταν η επανάσταση χάνει το δρόμο της. Η ταξική πάλη διεξάγεται από ζωντανές δυνάμεις και η ψυχολογία, η διαμόρφωση της συνείδησης, παίζει αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να αγωνίζεται για πολύ, χωρίς όραμα και προοπτική. Ο ηρωισμός και οι θυσίες έχουνε τα όρια τους. Η κούραση και η απογοήτευση έρχονται για να αγκαλιάσουν τα πιο καθυστερημένα πολιτικά στρώματα των εργατών και των μικροαστών.

Στις 30 του Μάη, τρεις μέρες μετά τη «Συμφωνία της Γκρενέλ», ο Ντε Γκώλ επιστρέφει στο Προεδρικό Μέγαρο για να ανακοινώσει με διάγγελμα του στο Γαλλικό λαό ότι δεν παραιτείται, ότι διαλύει τη Βουλή και προκήρυξε εκλογές για τα τέλη του Ιούνη. Και βέβαια κατηγόρησε τα κόμματα της αριστεράς, μα ιδιαίτερα το ΚΚΓ, ότι επιδιώκουν να ανατρέψουν τη δημοκρατία για να επιβάλλουν τον «κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό». Κάλεσε δε τους πατριώτες και το κρατικό μηχανισμό να στηρίξουν ενεργά τη κυβέρνηση για να αποκατασταθεί η τάξη.

Πράγματι οι εξαφανισμένοι για ένα σχεδόν μήνα υποστηρικτές του Ντε Γκώλ οργάνωσαν τις επόμενες μέρες μια μεγάλη μαχητική διαδήλωση με συνθήματα: «Η Γαλλία στους Γάλλους», «ο κομμουνισμός δεν θα περάσει», «ο Κον Μπεντίτ στο Νταχάου», κ. α., παρομοίου κάλους! Οι αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας φρόντισαν ιδιαίτερα να αποκαταστήσουν το δυνατό συντομότερα την πειθαρχία.

Τα κόμματα της αριστεράς και οι «συμβιβασμένες ηγεσίες» της CGT και της CFDT καλωσόρισαν τις εκλογές γιατί θα τους επέτρεπαν να σταματήσουν τις απεργίες κάτω από καλύτερες συνθήκες! Είπαν οι «ξετσίπωτοι» ότι: «Είναι προς το συμφέρον των εργατών… [για να] εκφράσουν την επιθυμία τους για αλλαγή στις επερχόμενες εκλογές»!! (Σεγκύ, γραμματέας της CGT) Το ΚΚ και η CGT σπεύσανε να κλείσουν τις απεργίες στους σημαντικούς κλάδους του δημόσιου τομέα: τον ηλεκτρισμό, τους σιδηροδρόμους, τα ταχυδρομεία και το φωταέριο. Παρ’ όλα αυτά τα μαχητικά στρώματα των εργατών συνέχισαν τις καταλήψεις στα μεγάλα εργοστάσια μέχρι και τις εκλογές, 23 Ιούνη!!

Η κυβέρνηση στις 12 του Ιούνη απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις και έστειλε τα CRS να ανακαταλάβουν τα καταλυμένα κτίρια και να κατεβάσουν τις κόκκινες σημαίες. Επίσης αποφάσισε τη διάλυση 10 οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και προχώρησε στην απέλαση χιλιάδων μεταναστών και ξένων φοιτητών.

ΟΙ εκλογές ήταν ο θρίαμβος των Γκωλικών, πήραν 296 έδρες, από 197 που είχανε πάρει στις εκλογές του ‘67. Η αριστερά πλήρωσε το ξεπούλημα των αγώνων. Το ΚΚΓ έχασε 600.000 ψήφους και έβγαλε 34 βουλευτές από 73 που είχε και Ομοσπονδία της Αριστεράς έχασε 570.000 ψήφους και τους μισούς βουλευτές της. Έβγαλε 57 από 118!

Μπορούσε να νικήσει η εξέγερση του Μάη ’68; Ναι! Με την απαραίτητη προϋπόθεση της αλλαγής της πολιτικής και συνδικαλιστικής ηγεσίας. Αλλά η επαναστατική αριστερά δεν μπορούσε να δώσει τη νέα ηγεσία, γιατί ήταν ανύπαρκτη και χωρίς ρίζες στους εργατικούς χώρους, μόνο είχε σοβαρή επιρροή στους φοιτητές. Η νέα επαναστατική ηγεσία ήταν, είναι και θα είναι έργο της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης.

 

Μερικές Σκέψεις

Οι Times του Λονδίνου στις 16/11/79 είχανε μια αναφορά σ’ ένα ιστορικό γεγονός που αφορά ιδιαίτερα το θέμα μας, νομίζω ότι έχει αξία να το αναφέρουμε: Το 1919 σε μια σύγκρουση ανάμεσα στη κυβέρνηση και την «Τριπλή Συμμαχία» των ανθρακωρύχων, των σιδηροδρομικών και των εργατών μεταφοράς ο Λλόϋδ Τζώρτζ (πρωθυπουργός) είπε στους συνδικαλιστές: «Αν εφαρμόσετε την απειλή σας και απεργήσετε θα μας νικήσετε, αλλά αν το κάνετε έχετε υπολογίσει τις συνέπειες;»

«Η απεργία θα είναι ενάντια στην κυβέρνηση αυτής της χώρας και από την επιτυχία της την ίδια θα προκαλέσει μια συνταγματική κρίση πρώτου μεγέθους. Γιατί, αν εμφανιστεί μια δύναμη στη χώρα που θα είναι ισχυρότερη από το κράτος, τότε θα πρέπει ή να είναι έτοιμη να αναλάβει η ίδια τις λειτουργίες του κράτους ή να αποσυρθεί και να αποδεχτεί την εξουσία του κράτους. Κύριοι το έχετε σκεφτεί; Κι αν ναι, είστε έτοιμοι;»

Ο Ρόμπερτ Σμάιλυ ο τότε ηγέτης των ανθρακωρύχων αργότερα σχολίασε: «Απ’ αυτή τη στιγμή είχαμε κιόλας νικηθεί και το ξέραμε». Γιατί, δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένοι να κινητοποιήσουν το εργατικό κίνημα και τις Λαϊκές μάζες για να πάρουν την εξουσία! Και πιστεύω ακράδαντα, όπως και εσείς σύντροφοι της επαναστατικής αριστεράς, ότι οι ηγεσίες των Συνδικάτων και των κομμάτων της αριστεράς, σήμερα στη χώρα μας, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τον τότε ηγέτη των ανθρακωρύχων. Γι αυτό και δεν προβάλουν ούτε μέσα από τα δόντια τους το σύνθημα της Γενική Απεργίας Διαρκείας!

Κάτω από την πίεση της επίθεσης της κυβέρνησης και της αγανάκτησης που αυτή προκαλεί στους εργαζόμενους οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, αναγκάζονται να κηρύξουν ανώδυνες για το σύστημα, χωρίς ουσιαστική οργάνωση, περιεχόμενο και προοπτική 24ωρες απεργιακές εκδηλώσεις, ευνουχίζοντας το όπλο της Γενικής Απεργίας.

Ορισμένοι σύντροφοι στις αναλύσεις τους υποθέτουν αφαιρετικά ότι, αν οι οκτώ 24ωρες που κήρυξαν κατά διαστήματα μέσα στο 2010 ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ γίνονταν μαζεμένες- διαρκείας- θα μπορούσε το κίνημα να αναγκάσει τη κυβέρνηση να πάρει πίσω τα μέτρα. Άθελά τους οι σύντροφοι καλλιεργούν αυταπάτες. Πρώτο, χωρίς οργάνωση, περιεχόμενο και προοπτική οικονομική και πολιτική διεξόδου από την κρίση, ή αλλιώς με τον τρόπο που οργανώνουν τις 24ωρες οι ηγεσίες των Συνδικάτων, όχι 8 αλλά ούτε 18 (που λέει ο λόγος) δεν θα μπορούσαν να φέρουν αποτέλεσμα, γιατί απλούστατα θα εκφυλιστούν κατά την εξέλιξη τους επειδή η μάζα των εργαζομένων που προφανώς μπορεί να ξεκινήσει με ενθουσιασμό, σταδιακά θα αποσύρεται. Πάνω σ’ αυτό η Ρόζα έγραφε:

«Μια συνεπής αποφασιστική τακτική που δίνει προοπτική προκαλεί στη μάζα ένα συναίσθημα ασφάλειας, αυτοπεποίθησης, διάθεσης για αγώνα. Κι αντίθετα μια διστακτική, μια αδύνατη ταχτική, που στηρίζεται στην υποτίμηση των δυνάμεων του προλεταριάτου, παραλύει και αποπροσανατολίζει τις μάζες»[158].

Δεύτερο, αν τους ξεφύγει ο έλεγχος και πάρουν οι απεργίες τα χαρακτηριστικά της 5ης του Μάη, τότε χωρίς καμιά αμφιβολία θα πέσουν όλοι – μηδέ της ηγεσίας του ΚΚΕ εξαιρουμένης – να τις σταματήσουν. Και εδώ έρχεται το αμείλικτο για μας την επαναστατική αριστερά ερώτημα: Είμαστε ικανοί, σε θέση ,έτοιμοι ή προετοιμαζόμαστε να πάρουμε την ηγεσία του κινήματος για να αποτρέψουμε την 6η και 7η του Μάη; Ασφαλώς όχι! Οι παραπάνω διαπιστώσεις έχουνε επιβεβαιωθεί από τα γεγονότα.

Τα συνθήματα μας «Για κλιμάκωση των αγώνων, με απεργίες διαρκείας, καταλήψεις και διαδηλώσει», πράγματι καλούν σε «μια πραγματική εξέγερση» και είναι μέσα στις σημερινές συνθήκες αυτή η δράση, μονόδρομος για να αντισταθούμε αποτελεσματικά στην επίθεση του κεφαλαίου και της κυβέρνησης. Η σύντομη αναφορά στην ιστορία της Γενικής Απεργίας μας αποκάλυψε ότι: Μπορεί να έχουμε το ξέσπασμα γενικής απεργίας διάρκειας με καταλήψεις, διαδηλώσεις, συγκρούσεις ένοπλες με την αστυνομία, πραγματική εξέγερση, ανατροπές κυβερνήσεων και της αντεργατικής – αντιλαϊκής πολιτικής τους (όχι ανατροπή του συστήματος) από απρόβλεπτα γεγονότα, ενάντια στη διάθεση και την αντίδραση των ρεφορμιστικών ηγεσιών των συνδικάτων και των κομμάτων της αριστεράς. Αλλά ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί η προπαγάνδιση τους από την επαναστατική αριστερά ή ακόμη και με την ανυπαρξία της! Γιατί, είναι πριν από όλα γέννημα της αντικειμενικής κατάστασης, δηλαδή των επαναστατικών συνθηκών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μάζες θέλουν να αγωνιστούν, είναι έτοιμες για θυσίες και είναι γι αυτές δευτερεύον στοιχείο αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν απεργιακά ταμεία – καλό είναι να υπάρχουν, γιατί ακόμη και μια απλή απεργία χρειάζεται στοιχειώδη προετοιμασία. Μας αποκάλυψε επίσης ότι οι εξεγέρσεις αυτές έχουνε τα όρια τους, που στη καλύτερη περίπτωση μπορεί να φτάσουν μέχρι την καλή «Συμφωνία Ματινιόν» (1936) η οποία λειτούργησε μέχρι την ήττα του κινήματος το 1938. Μετά, τα πήρανε όλα πίσω. Γιατί στη φάση της βαθειάς του κρίσης το κεφάλαιο δεν μπορεί να ανεχθεί για πολύ τις παραχωρήσεις στο εργατικό κίνημα και αυτό ισχύει τα μέγιστα για την εποχή μας.

Νομίζω ότι αξίζει και μια σύντομη αναφορά σε πιο σύγχρονα παραδείγματα που μας δείχνουν τα όρια των χωρίς επαναστατική ηγεσία εξεγέρσεων. Στην Αργεντινή είχαμε την ανατροπή όχι ενός, αλλά έξη προέδρων, είχαμε «κούρεμα» σχεδόν «γουλί» του χρέους, επίσης «κούρεμα» του χρέους είχαμε και στον Ισημερινό ,στο «δια ταύτα» σώθηκε και διατηρήθηκε για τα καλά ο καπιταλισμός και οι μάζες κέρδισαν «τρίχες»!

Με όσα προηγούμενα έχω αναφέρει δεν θέλω, με τίποτα να πω, ότι δεν πρέπει να προπαγανδίζουμε τα παραπάνω συνθήματα, επειδή, ισχύει για την επαναστατική αριστερά (επ. αρ.) αυτό που η Ρόζα γράφει:

«Η σοσιαλδημοκρατία [διάβαζε: επ. αρ.] είναι η πιο φωτισμένη ταξικά συνειδητή πρωτοπορία του προλεταριάτου. Δεν μπορεί, ούτε πρέπει να περιμένει κατά τρόπο μοιρολατρικό, με σταυρωμένα τα χέρια μέχρι να δημιουργηθεί μια «επαναστατική κατάσταση», ούτε να πέσει από τον ουρανό το αυθόρμητο λαϊκό κίνημα. Αντίθετα έχει καθήκον όπως πάντα, να προηγείται σε σχέση με τη ροή των γεγονότων, να επιδιώκει την επιτάχυνση τους»[159].

Ωστόσο «.. μια πραγματική εξέγερση…. για να ανατραπεί το σφαγείο Κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ! (και κύρια το)… να νικήσουμε» βάζουνε με τρόπο αποφασιστικό το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλισμού , το ζήτημα της εξουσίας και αυτό το καθήκον της δημιουργίας της επαναστατικής ηγεσίας και του επαναστατικού κόμματος! Και παραφράζοντας ελαφρώς τον Λλόϋδ Τζώρτζ ερωτώ: Σύντροφοι, το έχουμε σκεφτεί; Ναι! Κι αν ναι, είμαστε έτοιμοι; Όχι! Αυτό δεν σημαίνει με τίποτα ότι τα παρατάμε, σαν τον ηγέτη των ανθρακωρύχων. Αντίθετα βλέπουμε με καθαρό και μυαλό το πρόβλημα και παίρνουμε τις ευθύνες μας, για να επιταχύνουμε την λύση του ξεπερνώντας τολμηρά τα προβλήματα που είναι στο χέρι μας να λύσουμε.

Επιτρέψτε μου και πάλι μια καθ’ όλα χρήσιμη αναφορά στο γραπτό της Ρόζας:

«Είναι έξω από τις δυνατότητες της σοσιαλδημοκρατίας να καθορίσει από τα πριν την περίσταση και την στιγμή που θα εκραγούν μαζικές απεργίες στη Γερμανία, γιατί είναι έξω από τις δυνατότητες της να δημιουργήσει ιστορικές καταστάσεις με απλές αποφάσεις των συνεδρίων της. [...] Δεν κατευθύνουμε τα ιστορικά γεγονότα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας με το να τους επιβάλλουμε κανονισμούς, μπορούμε όμως από τα πριν να υπολογίσουμε τις πιθανές τους συνέπειες και να κανονίσουμε κατά συνέπεια την ίδια μας τη συμπεριφορά»[160] (υπογρ. δική μου).

Κατά συνέπεια τα προαναφερθέντα συνθήματα βάζουν ιδιαίτερες ευθύνες στην επαναστατική αριστερά, όμως πιστεύω ότι έχει τις δυνατότητες να τις αναλάβει. Οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες μας. Τα γεγονότα, όπως οι γενικές απεργίες της 5ης του Μάη και αυτή της 15ης του Δεκέμβρη, το αποτέλεσμα των Δημοτικών εκλογών, οι απεργίες στο χώρο των συγκοινωνιών, οι μικρές και μεγάλες μάχες όπως αυτή της Κερατέας, των «Διοδίων», του «Δεν πληρώνω», κλπ είναι σοβαρές ενδείξεις της διάθεσης των λαϊκών μαζών να αγωνιστούν. Χωρίς δόση υπερβολής υποστηρίζω ότι εγκυμονούν γενική απεργία διαρκείας, καταλήψεις ακόμη και εξεγέρσεις τοπικού ή και πανελλαδικού χαρακτήρα. Εγκυμονούν στα αλήθεια υπέρβαση των ρεφορμιστικών ηγεσιών. Με την κατανόηση ότι κάθε «εγκυμοσύνη» έχει το κίνδυνο της επιπλοκής! Δηλαδή, στην περίπτωση μας την ενδεχόμενη απάθεια και απογοήτευση των λαϊκών μαζών εξ αιτίας κυρίως της αδιόρθωτης ανικανότητας της αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, να δώσει όραμα και πολιτική διέξοδο.

Σήμερα, η επαναστατική αριστερά απ’ άποψη δυνάμεων είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την αντίστοιχη της Γαλλία το Μάη του ’68. Έχει μικρές ρίζες, αλλά έχει, στα συνδικάτα με τάση αυξητική, σημαντική επιρροή στα πιο μαχητικά στοιχεία των φοιτητών και στις δημοτικές εκλογές το Νοέμβρη του 2010 έκανε ένα σημαντικό βήμα για την καθιέρωση της στις τοπικές κοινωνίες. Ωστόσο απέχει πολύ, από την ευθύνη που της βάζει η συγκυρία και η δυναμική των συνθημάτων της, τη δημιουργία του επαναστατικού κόμματος, της επαναστατικής ηγεσίας.

Βέβαια η συνεχιζόμενη βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου, από τη μια και από την άλλη η άτολμη και δειλή στάση της ηγεσίας των συνδικάτων καθώς επίσης και αυτή των ηγεσιών των κομμάτων της αριστεράς, σπρώχνουν σημαντικά κομμάτια της πρωτοπορίας της αριστεράς να βλέπουν με συμπάθεια την επαναστατική αριστερά και ιδιαίτερα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάτι που φάνηκε και στις δημοτικές εκλογές. Γενικά, η όξυνση της ταξικής πάλης θα ριζοσπαστικοποιεί βαθμιαία την συνείδηση πλατειών λαϊκών μαζών προς τις επαναστατικές πράξεις και ιδέες.

Η ιστορία των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων μας διδάσκει ότι, μέσα στη φωτιά των γεγονότων μαθαίνουν με γρήγορο ρυθμό μέσα σε μήνες και σε μέρες, όσα δεν μπορούσαν να κατανοήσουν στα χρόνια της ταξικής «ειρήνης». Αυτό επιτρέπει στις μικρές δυνάμεις των επαναστατών να αναπτυχθούν με άλματα –όπως το κλασσικό παράδειγμα των Μπολσεβίκων την περίοδο του ’17 που από 8.000 τον Φλεβάρη έφτασαν τις 265.000 τον Οκτώβρη – αλλά αυτό προϋποθέτει την προηγούμενη περίοδο να έχεις δημιουργήσει ρίζες στο κίνημα με καταξιωμένα και ικανά μαζικά στελέχη και βέβαια να έχεις ξεπεράσει την κατάρα της πολυδιάσπασης και του κατακερματισμού, γιατί διαφορετικά οι μάζες και τα επαναστατικά γεγονότα θα σε αγνοήσουν, παρ’ ότι είχες προπαγανδίσει με επιμονή την αναγκαιότητα της «πραγματικής εξέγερσης».

Να προετοιμαστούμε για να πάρουμε τις ευθύνες μας σημαίνει να καταλάβουμε ότι, η «Γενική Απεργία Διαρκείας… με καταλήψεις» είναι «μια πραγματική εξέγερση» η οποία βάζει το ζήτημα της εξουσίας και «μπορούμε να νικήσουμε» μόνο αν βοηθήσουμε την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες να την καταλάβουν. Θέλω να το τονίσω, η νίκη της εξέγερσης και η κατάληψη της εξουσίας είναι ευθύνη της επαναστατικής αριστεράς. Και αυτή η ευθύνη μας επιβάλει να χτίσουμε όχι μια «Άλλη Αριστερά» ή μια «Νέα Αριστερά», αλλά καθαρά και ξάστερα επαναστατικό κόμμα, με την κατανόηση ότι δουλεύουμε γι αυτό σε «δανεικό» χρόνο!

Όλοι μας καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δυνατή σήμερα μια διαδικασία ενοποίησης, ωστόσο είναι δυνατή ,αναγκαία και επιβάλλεται η ενότητα στη δράση των οργανώσεων μας μέσα από ενωτικά σχήματα – κάτι που ευτυχώς γίνεται ως ένα βαθμό – στα σωματεία, στους φοιτητές, στις γειτονιές, στα εργοστάσια και στις κάθε λογής επιχειρήσεις. Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ένα βήμα όμως δεν είναι αρκετό για να φτάσουμε το στόχο μας. Η δυνατή συγκροτημένη εμφάνιση της χρειάζεται να προχωρήσει και πιο πέρα από την περίοδο των εκλογών, σαν μέτωπο να προβάλλεται και να καλύπτει βαθμιαία ολοένα και περισσότερες δράσεις των οργανώσεων που την συγκροτούν. Η ενότητα στη δράση θα επιταχύνει την διαδικασία της συγκρότησης του επαναστατικού κόμματος, γιατί μέσα από την καθημερινή δράση τα άξια λόγου μαχητικά στελέχη και μέλη των οργανώσεων θα βρουν την κοινή πολιτική γλώσσα – πέρα από τον αχρείαστο πλέον οργανωτικό πατριωτισμό – για να αποτελέσουν τη βάση του κόμματος. Και πιστεύω ότι η υλοποίηση των αποφάσεων που ειπώθηκαν στη σύσκεψη του «Κεραμικού» θα δώσουν σημαντική ώθηση στο εγχείρημα.

Είναι αναγκαίο να παλεύουμε ταυτόχρονα για τη συγκρότηση του Ενιαίου Μετώπου Δράσης της Αριστεράς. Να μη φοβόμαστε τις συμμαχίες με το ΣΥΝ, σε ζητήματα δράσης, γιατί στις γραμμές του αναπτύσσεται προς τα αριστερά ένα ισχυρό «Αριστερό Ρεύμα» και βέβαια με τις οργανώσεις του «ΡΙΖΑ» που έχουνε θέση στο ρεύμα της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς. Επίθεση ενότητας στο ΚΚΕ και λέω επίθεση ενότητας, γιατί μας επιβάλλεται να παλέψουμε πολιτικά, ιδεολογικά και όχι με «ταμπέλες» τις λάθος «περί ενότητας θεωρίες» της ηγεσίας του κόμματος με τις οποίες συγκαλύπτει την ανθενωτική και απαξιωτική για την υπόλοιπη αριστερά πολιτική της. Πολιτική που καταφέρνει να κρατά μέχρι σήμερα εγκλωβισμένο «στο μοναχικό του δρόμο» (σεχταρισμό) τον ταξικό κόσμο του ΚΚΕ.

Είναι αλήθεια ότι δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες για το μέχρι που μπορεί να φτάσει η ενότητα στη δράση. Γνωρίζουμε όλοι ότι η ενότητα αυτή καθ’ αυτή δεν μπορεί να λύσει από μόνη της τίποτα! Αλλά επιτρέψτε μου για τη σημασία της ενισχυτικά να παραθέσω ένα απόσπασμα του Τρότσκι από το έργο του Που βαδίζει η Γαλλία;

«Αν το Σοσιαλιστικό Κόμμα ενωνόταν και σήμερα μάλιστα με το Κομμουνιστικό, αυτό δεν θα εξασφάλιζε περισσότερο τη νίκη που το Ενιαίο Μέτωπο δεν εξασφαλίζει: μόνο μια σωστή επαναστατική πολιτική μπορεί να δώσει τη νίκη. Είμαστε όμως έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι η ενοποίηση θα διευκόλυνε, στις σημερινές συνθήκες, την ανασυγκρότηση και τη συσσωμάτωση των πραγματικά επαναστατικών στοιχείων, που είναι σκορπισμένα μέσα στα δύο κόμματα. Μ’ αυτή την έννοια – και μόνο μ’ αυτή – η ενότητα μπορεί να αποτελέσει ένα βήμα προς τα μπρος»[161] (υπογρ. δική μου).

 

 

Σημειώσεις 

[1] Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977, σελ. 90.

[2] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1997, σελ. 20.

[3] Προκήρυξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τον προϋπολογισμό του 2011.

[4] Προκήρυξη ΞΕΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, 2010.

[5] Συντονιστικό Πρωτοβάθμιων Σωματείων Ψήφισμα Παναττικής Συνέλευσης 2010.

[6] Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977, σελ. 90.

[7] Λέον Τρότσκι, ό.π., σελ. 91.

[8] Λέον Τρότσκι, ό.π., σελ. 91.

[9] Λένιν, «Η Τρίτη Διεθνής και η θέση της στην ιστορία», Λένιν, Άπαντα, τόμος 38, σελ. 305 και Λένιν, «Σχετικά με τους Συμβιβασμούς», Λένιν, Άπαντα, τόμος 31, σελ. 290 (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

[10] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Απάντηση στο σύντροφο Βαντερβέλντε», στο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, Απεργία. Αυθορμητισμός των Μαζών, Διεθνής Βιβλιοθήκη σσ. 76 και 77.

[11] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Νέα βελγική εμπειρία. Η γενική απεργία του Απρίλη του 1913», στο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, ό.π., σσ. 89-90.

[12] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Η βελγική εμπειρία. Τα μαθήματα από μια ήττα», στο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, ό.π., σελ. 54.

[13] Ό.π., σελ. 55.

[14] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Νέα βελγική εμπειρία...», ό.π., σελ. 92.

[15] Ό.π., σελ. 93.

[16] Ό.π., σελ. 93.

[17] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Νέα βελγική εμπειρία. Η γενική απεργία του Απρίλη του 1913», ό.π., σελ. 97.

[18] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Νέα βελγική εμπειρία...», ό.π., σελ. 96.

[19] Β.Ι. Λένιν, «Διάλεξη για την επανάσταση του 1905», Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 30, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ., 311.

[20] Λένιν, ό.π., σελ., 310.

[21] Οχράνα: η Τσαρική Μυστική Αστυνομία.

[22] Λένιν, ό.π., σελ., 310.

[23] Ο Τόνι Κλιφ ( 1917-2000) υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Socialist Workers Party στην Βρετανία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 στηριγμένος στην ανάλυση του Λ. Τρότσκι για τον σταλινισμό, διατύπωσε τη θεωρία του κρατικού καπιταλισμού για τα σταλινικά καθεστώτα. Μέχρι το θάνατό του είχε ενεργή πολιτική δράση και έμεινε αφοσιωμένος αγωνιστής στην πόλη για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Έγραψε πολλά βιβλία, ανάμεσα τους και τις πολιτικές βιογραφίες της Ρόζας Λούξεμπουργκ (1958), του Λένιν (1974) και του Τρότσκι (1989). Βασικό έργο του είναι ο Κρατικός Καπιταλισμός στη Ρωσία.

[24] Τόνι Κλιφ, Λένιν 1893-1914. Τα χρόνια της συγκρότησης των Μπολσεβίκων, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1995, σσ., 149,150,151.

[25] Λένιν, «Ο παπά-Γκαπόν», Λένιν, Άπαντα, τόμος 9, σελ., 213.

[26] Τόνι Κλιφ, Λένιν..., ό.π., σελ. 152.

[27] Λένιν, «Διάλεξη για την επανάσταση του 1905», Λένιν, Άπαντα, τόμος 30, σελ. 310.

[28] Τόνι Κλιφ, Λένιν..., ό.π., σελ. 152.

[29] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 306.

[30] Τόνι Κλιφ, Λένιν..., ό.π., σελ. 153.

[31] Λένιν, «Η έναρξη της επανάστασης στη Ρωσία», Λένιν, Άπαντα, τόμος 9, σελ. 203.

[32] Λένιν, «Η έναρξη...», ό.π., σελ. 202.

[33] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 322.

[34] Λένιν, «Η έναρξη...», ό.π., σελ. 203.

[35] «Πρόλογος» στο Β.Ι. Λένιν, τόμος 9, σελ. xvi.

[36] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 321.

[37] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 310.

[38] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 322.

[39] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 322.

[40] Λένιν, «Πρέπει να οργανώσουμε την επανάσταση;», Λένιν, Άπαντα, τόμος 9, σσ. 267, 268.

[41] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 319.

[42] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 1. 1879-1917. Προς τον Οκτώβρη, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2009, σελ. 153.

[43] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι.1..., ό.π., σελ. 137.

[44] Λένιν, «Διάλεξη...», ό.π., σελ. 322.

[45] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3. 1923-1927: Η πάλη ενάντια στην ανερχόμενη σταλινική γραφειοκρατία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010, σελ. 244.

[46] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 233.

[47] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, τόμος 2, Μόρφωση, Αθήνα, 1959 σελ. 80.

[48] Η ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προκειμένου η κοινωνία να αποδεχθεί την πολιτική υλοποίησης του Μνημονίου.

[49] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 81.

[50] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 245.

[51] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 81.

[52] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 81.

[53] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 245.

[54] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 248.

[55] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σσ. 241, 242.

[56] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σσ 248-249.

[57] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 82.

[58] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 82· και Κρουκ: Η γενική απεργία, σελ. 391.

[59] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 246.

[60] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σσ. 82-83.

[61] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. σελ 247.

[62] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 84.

[63] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 83.

[64] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 248.

[65] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., σελ. 85.

[66] Ουίλιαμ Φόστερ, Ιστορία..., ό.π., 85.

[67] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σσ. 248, 249.

[68] Λένιν, Αριστερισμός η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 1964 σελ. 103. Σε αυτό το έργο του ο Λένιν αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο: «Ο “αριστερός κομμουνισμός” στην Αγγλία». Βλ. επίσης: Β.Ι. Λένιν, «Ο “Αριστερισμός” παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 41, σελ. 62.

[69] Τόνι Κλιφ, Τρότσκι. 3..., ό.π., σελ. 247.

[70] Η Αγγλο-Ρωσική Συνδικαλιστική Επιτροπή Ενότητας (Anglo-Russian Committee / Англо-русский комитет единства) συγκροτήθηκε από τα ρώσικα εργατικά συνδικάτα και από το TUC, στις 14 του Μάη 1925. Σκοπός της επιτροπής ήταν η προώθηση της διεθνούς συνδικαλιστικής ενότητας και η πάλη για ειρήνη. Η Επιτροπή δυστυχώς συνέχισε να υπάρχει ένα χρόνο μετά το ξεπούλημα της Γενικής Απεργίας από το TUC!! Όπου και διαλύθηκε με πρωτοβουλία της ηγεσίας του TUC.

[71] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4. 1927-1940. Όσο ποιο σκοτεινή η νύχτα, τόσο πιο φωτεινό το αστέρι, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010, σελ. 258.

[72] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 259.

[73] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 258.

[74] Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία, ό.π., σελ. 95.

[75] Λέον Τρότσκι, Πού βαδίζει η Γαλλία, ό.π., σελ. 101

[76] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σσ. 264, 265.

[77] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 269.

[78] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 270.

[79] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 265.

[80] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 267.

[81] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 271.

[82] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 267.

[83] Ιούνης ’36, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1996, σελ. 23.

[84] Ιούνης ’36, ό.π., σελ. 23.

[85] Ιούνης ’36, ό.π., σελ. 24. Επί τη ευκαιρία συνιστώ στους συντρόφους να μελετήσουν την εν λόγω μπροσούρα.

[86] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 268.

[87] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 268.

[88] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 269.

[89] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 273.

[90] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 274.

[91] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 272.

[92] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 277.

[93] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. 278.

[94] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σσ. 278, 279.

[95] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σελ. σελ. 279.

[96] Τόνυ Κλιφ Λέον Τρότσκι. 4..., ό.π., σσ. 280, 281.

[97] Θα χρησιμοποιήσω ως πηγή, για την περιγραφή των επαναστατικών γεγονότων της ηρωικής απεργίας διαρκείας των εργατών της Θεσσαλονίκης το βιβλίο: Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης Του ’36. Χρονικό, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και όχι «κακοπροαίρετες», «αντι-ΚΚΕ» «σεχτοαναλύσεις!» Σημειώστε ότι: «Η σύνταξη του χρονικού έγινε με τη φροντίδα της ΚΟ Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ και την ύλη επιμελήθηκε ο Σπύρος Κουζινόπουλος».

[98] Ο ηρωικός Μάης της Θεσσαλονίκης Του ’36. Χρονικό, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984 (5η έκδοση), σελ. 16.

[99] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 17.

[100] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 18.

[101] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 19.

[102] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σσ. 19, 20.

[103] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 20.

[104] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 20.

[105] Κ. Θέος, Εργατικά συνδικάτα. Η πάλη τους ενάντια στο φασισμό, Ειρήνη, Αθήνα 1978 (4η έκδοση), σσ. 17, 18.

[106] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 356, 357.

[107] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 25.

[108] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σσ. 25-26.

[109] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 27.

[110] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 28.

[111] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σσ. 28, 29.

[112] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 29.

[113] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 29.

[114] Λένιν, «Ο “πατερούλης τσάρος” και τα οδοφράγματα», Λένιν, Άπαντα, τόμος 9., ό.π., σελ. 221.

[115] Λένιν, «Πρέπει να οργανώσουμε την επανάσταση;», Λένιν, Άπαντα, τόμος 9., ό.π., σελ. 273.

[116] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 71-72.

[117] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 29.

[118] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 30.

[119] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 31.

[120] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 32.

[121] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 33.

[122] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 34.

[123] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 35.

[124] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 36.

[125] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 37.

[126] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 37.

[127] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 39.

[128] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 38.

[129] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 41.

[130] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 42.

[131] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 44.

[132] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 44.

[133] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 48.

[134] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 49.

[135] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 52.

[136] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 52.

[137] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 53.

[138] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 54.

[139] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 56.

[140] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σσ. 56, 57.

[141] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 57.

[142] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., ελ. 58.

[143] Θέτω το ζήτημα λίγο γενικά με την κατανόηση ότι θέλει περισσότερο εξειδίκευση κάτι που μπορεί να γίνει στα πλαίσια μιας πιο εμπεριστατωμένης και εξειδικευμένης μελέτης για τα επαναστατικά γεγονότα του 1935-1936 και όχι στα πλαίσια και τους στόχους αυτού του κειμένου. Ωστόσο θεωρώ ότι αυτή η πολιτική διέξοδος ήταν η μόνη που μπορούσε να ωθήσει τις λαϊκές μάζες στη δράση και να αποτραπεί η επερχόμενη ήττα.

[144] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 58.

[145] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος, ό.π., σσ. 362, 363.

[146] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος, ό.π., σσ. 364, 365.

[147] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 58.

[148] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 58.

[149] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 58.

[150] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος, ό.π., σελ. 384.

[151] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ 64.

[152] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ 64.

[153] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σσ. 71-72.

[154] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ.65.

[155] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 66.

[156] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 66.

[157] Ο ηρωικός Μάης..., ό.π., σελ. 67.

[158] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία..., ό.π., σελ. 60.

[159] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία..., ό.π., σελ. 74.

[160] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία..., ό.π., σελ. 82.

[161] Λέον Τρότσκι, ό.π., σελ. 124.

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2025 21:08
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ισπανία: Πώς ιδρύθηκε το POUM - του Άντι Ντούργκαν

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.