Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026 00:39

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες πέρα από τη δυτική Ευρώπη

Η εικόνα είναι έργο του Σουδανού καλλιτέχνη Hassan Musa με τίτλο: «Καρλ Μαρξ - Εργάτες του Κόσμου» (2012). Το μεγάλο σύνθημα στα αραβικά γράφει: «Προλετάριοι όλου του κόσμου και καταπιεσμένα έθνη, ενωθείτε!» Διάσπαρτα στο κάτω μέρος της εικόνας αποσπάσματα από το Κοράνι: «Και γιατί να μην πολεμάτε για τον σκοπό του Αλλάχ και για τους ανίσχυρους (και καταπιεσμένους) άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που η κραυγή τους είναι: “Κύριέ μας! Σώσε μας από αυτή την πόλη, της οποίας οι κάτοικοι είναι δυνάστες...”» [Σούρα Αν-Νίσα (Surah An-Nisa), Στίχος 75 (Κάτω δεξιά πλευρά)]. «Είπε: “Οι βασιλιάδες, όταν εισβάλλουν σε μια χώρα, την καταστρέφουν και μετατρέπουν τους πιο ευγενείς και ισχυρούς ανθρώπους της σε ταπεινωμένους...”» [Σούρα Αν-Ναμλ, Στίχος 34]. «Στείλαμε τους αγγελιοφόρους Μας με ξεκάθαρες αποδείξεις, και κατεβάσαμε μαζί τους το Βιβλίο και τη Ζυγαριά της Δικαιοσύνης, ώστε οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται με δικαιοσύνη...» [Σούρα Αλ-Χαντίντ, Στίχος 25]. «Και εκείνοι που συσσωρεύουν χρυσό και ασήμι και δεν τα ξοδεύουν στο δρόμο του Αλλάχ, ανάγγειλέ τους μια επώδυνη τιμωρία...» [Σούρα Ατ-Ταουμπά (Η Μετάνοια) - 9:34 & 9:35)]. «Είπε: “Πράγματι, οι βασιλιάδες, όταν εισβάλλουν σε μια πόλη, την καταστρέφουν και μετατρέπουν τους πιο ευγενείς κατοίκους της σε ταπεινωμένους. Και έτσι ακριβώς ενεργούν πάντα”.» [Σούρα Αλ-Ταουμπά, Στίχοι 34-35]. «Ω εσείς που πιστεύετε! Μην καταβροχθίζετε τον τόκο, διπλασιάζοντάς τον και πολλαπλασιάζοντάς τον, και να φοβάστε τον Αλλάχ, ώστε να είστε επιτυχημένοι». [Σούρα Άλ ‘Ιμράν, Στίχος 130].

 

 

elaliberta.gr

 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες πέρα από τη δυτική Ευρώπη

 

 

«Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας τρομάζει υπερβολικά η λέξη “αρχαϊκός”»

Καρλ Μαρξ

 

 

Το 1896, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Ένγκελς, ξεκίνησε μέσα στη Δεύτερη Διεθνή μια αντιπαράθεση σχετικά με την αποικιοκρατία. Για κάποιους θεωρητικούς (ο Μπερνστάιν ήταν αυτός που άνοιξε τη συζήτηση) η αποικιοκρατία, παρά τις εγκληματικές της μεθόδους, ήταν η ιστορική διαδικασία με την οποία οι καθυστερημένοι και βάρβαροι λαοί, θα ανέβαιναν στο στάδιο του καπιταλιστικού πολιτισμού και από αυτό, στη συνέχεια, στο στάδιο του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Υπήρξε σφοδρή αντίδραση απέναντι σ’ αυτές τις απόψεις και η αντιπαράθεση συνεχίστηκε μέχρι το Συνέδριο της Στουτγάρδης το 1907, όπου η θέσεις που καταδίκαζαν την αποικιοκρατία (η Λούξεμπουργκ συνέβαλε στη διαμόρφωσή τους) πέρασαν με μικρή πλειοψηφία (128 έναντι 108). Σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι στο Συνέδριο της Δεύτερης (Σοσιαλιστικής) Διεθνούς στη Στουτγάρδη πίστευαν ότι η αποικιοκρατία διαδραμάτιζε προοδευτικό ρόλο στην ιστορία (βλ. Donald Parkinson, «Αποικιοκρατία και αντιαποικιοκρατία στη Δεύτερη Διεθνή»

Και οι δυο πλευρές αντλούσαν τα επιχειρήματά τους από τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς (εννοείται, αυτά που είχαν εκδοθεί μέχρι τότε). Οι υποστηρικτές του προοδευτικού (εκπολιτιστικού) ρόλου της αποικιοκρατίας μπορούσαν να βρουν αρκετά σημεία στα δημοσιευμένα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς που να στηρίζουν αυτή τη θέση (χρησιμοποιούσαν μάλιστα τον όρο «σοσιαλιστική αποικιοκρατία», βλ., Gilbert Achcar, «Σοσιαλισμός και αποικιοκρατία»). Αλλά πολύ περισσότερο από συγκεκριμένα αποσπάσματα σε βιβλία, οι υποστηρικτές της αποικιοκρατίας μπορούσαν να επικαλεστούν τον μαρξισμό ως μέθοδο επιστημονικής ανάλυσης της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η ιστορική εξέλιξη καθοριζόταν από αντικειμενικούς, οικονομικούς όρους, η ανάπτυξη των οποίων δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μετάβασης από τις κατώτερες προς τις ανώτερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Αυτός ο εξελικτικός μαρξισμός, πτυχές του οποίου μπορούν φυσικά να εντοπιστούν στα έργα του Μαξ και του Ένγκελς, ήταν στην πραγματικότητα μια εκδοχή του μαρξισμού που δημιουργήθηκε από τους θεωρητικούς της Σοσιαλδημοκρατίας, ή για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, ήταν η σοσιαλδημοκρατική ερμηνεία (απλοποίηση και εκχυδαϊσμός) μιας πολύ πιο περίπλοκης θεωρητικής αναζήτησης που πραγματοποιήθηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους και αποτυπώθηκε όχι μόνο στο δημοσιευμένο έργο τους αλλά και σε έναν τεράστιο όγκο αδημοσίευτου (μέχρι τότε) υλικού (επιστολές, προσχέδια κειμένων, σημειώσεις).

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ρωσική Επανάσταση και η δημιουργία της Γ΄ (Κομμουνιστικής) Διεθνούς οδήγησαν σε ισχυρή αμφισβήτηση αυτής της σοσιαλδημοκρατικής ερμηνείας του μαρξισμού. Ο μαρξισμός που διαμορφώθηκε από τις θεωρητικές συμβολές της Λούξεμπουργκ, του Λένιν, του Τρότσκι, του Πάνεκουκ, του Γκράμσι, του Κορς, του Μαριάτεγκι κ.α., ήρθε σε ρήξη με τα ντετερμινιστικά και γραμμικά μοντέλα του Πλεχάνοφ και του Κάουτσκι, εντούτοις όμως δεν κατάφερε να απαλλαγεί εντελώς από εξελικτικιστικές τάσεις, οι οποίες «αναζωπυρώθηκαν» και έγιναν κυρίαρχο στοιχείο μιας νέας εκδοχής του μαρξισμού, του «σοβιετικού μαρξισμού», μετά τη σταλινοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ως εκ τούτου, ενώ κατά τη δεκαετία του ‘20 η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθέτησε τη θέση της πάλης κατά της αποικιοκρατίας, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 και μετά, τα κομμουνιστικά κόμματα, στο όνομα της ενότητας με τη δημοκρατική αστική τάξη των αποικιοκρατικών χωρών για την αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου, αρνήθηκαν να υποστηρίξουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των αποικιοκρατούμενων λαών. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η σταθερή υποστήριξη του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (μαζί με το Σοσιαλιστικό Κόμμα) προς τις γαλλικές κυβερνήσεις για να καταστείλουν τους αγώνες για ανεξαρτησία του λαού της Αλγερίας, από τη δεκαετία του ‘30 και μέχρι την απελευθέρωση της Αλγερίας το 1962.

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των αποικιοκρατούμενων λαών που ξέσπασαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ανέδειξαν μια νέα γενιά διανοουμένων, οι οποίοι επιχείρησαν να διαμορφώσουν μια θεωρία της απελευθέρωσης, που ερχόταν σε ρήξη όχι μόνο με τον εξελικτικιστικό μαρξισμό, αλλά και με την έννοια της ταξικής πάλης. Από τον Φρανς Φανόν μέχρι τον Έντουαρντ Σαΐντ και τη σύγχρονη μετααποικιακή θεωρία, ο μαρξισμός αντιμετωπίζεται είτε ως μια θεωρία η οποία εγγενώς δεν μπορεί να συλλάβει και να συμπεριλάβει τους ανταγωνισμούς μεταξύ αποκιοκρατούμενων και αποικιοκρατών, λευκών και Μαύρων (επειδή, υποτίθεται, ο μαρξισμός αναγνωρίζει μόνο τάξεις), είτε, ακόμα χειρότερα, ως μια άλλη «ευρωκεντρική» θεωρία, ακατάλληλη (ή και εχθρική) για τους μη δυτικούς λαούς (ή τους λαούς του Παγκόσμιου Νότου). Η θέση αυτή ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την ανάπτυξη άλλων θεωρητικών ρευμάτων που εστιάζουν στους αγώνες ενάντια σε άλλες μορφές καταπίεσης, όπου και πάλι ο μαρξισμός κρίνεται ανεπαρκής, ακατάλληλος ή και εχθρικός: έτσι λοιπόν, ο μαρξισμός δεν μπορεί να συμβάλει στη γυναικεία χειραφέτηση, στη χειραφέτηση των ομοφυλόφιλων, των τρανς κτλ, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής... Τα τελευταία χρόνια, μετά την επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα και τη γενοκτονία των Παλαιστίνιων, η άποψη περί ακαταλληλότητας του μαρξισμού στον αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατία, υιοθετείται και από αρκετούς μαρξιστές, οι οποίοι θεωρούν ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης του μαρξισμού, εάν υποβαθμιστεί το στοιχείο της ταξικής πάλης από τη δομική θέση που κατέχει στη μαρξιστική θεωρία και καταλάβει μια ισότιμη θέση δίπλα σε άλλους ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες.

Όπως αναφέραμε, μπορούν να βρεθούν πολλά παραδείγματα στα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς, ή στις θέσεις και στις πρακτικές των σοσιαλδημοκρατικών και των κομμουνιστικών κομμάτων, που να αποδεικνύουν μια προβληματική (το λιγότερο) αντιμετώπιση των αποικιοκρατούμενων λαών από τον μαρξισμό. Να το επαναλάβουμε: στο Συνέδριο της Στουτγάρδης της Σοσιαλιστικής Διεθνούς οι μισοί σχεδόν αντιπρόσωποι (οι 108) θεωρούσαν ότι η αποικιοκρατία επιτελούσε προοδευτικό ρόλο. Όμως άλλοι 128 αντιπρόσωποι (η πλειοψηφία) καταδίκασε την αποικιοκρατία, δηλώνοντας ότι «η εκπολιτιστική αποστολή που η καπιταλιστική κοινωνία ισχυρίζεται ότι υπηρετεί δεν είναι παρά ένα πέπλο για τη δίψα της για κατάκτηση και εκμετάλλευση.» Θα πρέπει να πούμε ότι κι αυτοί επικαλούνταν τον μαρξισμό, ως μέθοδο επιστημονικής ανάλυσης της ιστορίας και της κοινωνίας (η Ρόζα Λούξεμπουργκ διαδραμάτισε βασικό ρόλο στη συγκρότηση μιας μαρξιστικής αντιαποικιακής θέσης και θεωρίας) και, παρακάμπτοντας τις εξελικτικιστικές πτυχές, έδιναν έμφαση, όχι στους άκαμπτους οικονομικούς νόμους της εξέλιξης, αλλά στην ταξική πάλη των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων ενάντια στον καπιταλισμό. Σε αυτόν τον αγώνα ενέτασσαν και τις αντιστάσεις των αποικιοκρατούμενων ενάντια στην αποικιοκρατία.

Όπως αναφέραμε, εκείνη την εποχή (αρχές του 20ου αιώνα) δεν μπορούσαν να εντοπιστούν πολλά επιχειρήματα υπέρ αυτής της άποψης, ενάντια στην αποικιοκρατία, μέσα στο δημοσιευμένο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς. Αντιθέτως, ήταν πολύ πιο εμφανή τα εξελικτικιστικά παραδείγματα, τα οποία η σοσιαλδημοκρατική ερμηνεία τα είχε καταστήσει δομικά χαρακτηριστικά του μαρξισμού. Από αυτή την άποψη, η θεωρητική δουλειά αυτών που επιχείρησαν να διαμορφώσουν ένα μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο υποστήριξης των αντιαποικιακών αγώνων, ήταν επίπονη, καθώς έπρεπε να αμφισβητήσουν τα βασικά εξελικτικιστικά δόγματα του σοσιαλδημοκρατικού μαρξισμού και να επανεξετάσουν τα μέχρι τότε επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τις κοινωνίες, είτε του παρελθόντος, είτε τις σύγχρονές τους προκαπιταλιστικές κοινωνίες τις οποίες διέλυε η αποικιοκρατία.

Η περίπτωση της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι η πιο χαρακτηριστική. Μέσα από πολλά άρθρα της ενάντια στην αποικιοκρατία (βλ. Peter Hudis, «Η Ρόζα Λούξεμπουργκ για την αποικιοκρατική γενοκτονία στη Ναμίμπια») και, κυρίως με την εργασία της για τις παραδόσεις στη σχολή του κόμματος όπου δίδαξε από το 1907 ως το 1914 (συγκεκριμένα τις σημειώσεις της για την «Πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία») η Λούξεμπουργκ διαμόρφωσε μια μαρξιστική θεωρία για την αποικιοκρατία, από την πλευρά των αποικιοκρατούμενων και, ίσως πολύ περισσότερο από αυτό, μια μαρξιστική μέθοδο ανάλυσης της ιστορικής εξέλιξης των κοινωνιών, με την οποία επιχειρούσε να αντιστρέψει τα σοσιαλδημοκρατικά εξελικτικιστικά μοντέλα: ο καπιταλισμός που καταστρέφει τις μορφές και τα συστήματα κοινής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από τις κοινότητες των παραγωγών των προκαπιταλιστικών, μη ευρωπαϊκών κοινωνιών, δεν αποτελεί ένα ποιοτικά ανώτερο και προοδευτικότερο στάδιο εξέλιξης. Ο σοσιαλισμός θα επαναφέρει αυτές τις μορφές κοινοκτημοσύνης των μέσων παραγωγής σε ένα ανώτερο στάδιο. (Από το συγκεκριμένο έργο δεν λείπουν κάποιες απλουστεύσεις, οι οποίες οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι πρόκειται κατά βάση για σημειώσεις των μαθημάτων που δίδαξε και τις οποίες δεν πρόλαβε να τις επεξεργαστεί περαιτέρω σε μορφή βιβλίου, όπως έκανε με τη Συσσώρευση του Κεφαλαίου.) Η σημασία αυτού του έργου έγκειται στο γεγονός ότι η Λούξεμπουργκ επιχείρησε μια ερμηνεία της ιστορικής εξέλιξης αρκετά διαφορετικής, ή ακόμα και αντίθετης από το σχήμα που διατύπωσε ο Ένγκελς στο έργο του Η Καταγωγής της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, ή που στοιχεία της μπορούσαν να εντοπιστούν διάσπαρτα στα δημοσιευμένα έργα του Ένγκελς και του Μαρξ· η ερμηνεία όμως της Λούξεμπουργκ συνάδει σε πολύ μεγάλο βαθμό με έναν προβληματισμό που αναπτύχθηκε στα αδημοσίευτα μέχρι τότε έργα (και άγνωστα στη Λούξεμπουργκ) των Μαρξ-Ένγκελς, ο οποίος με σαφήνεια διαμορφώνει μια τελείως διαφορετική θεωρητική κατεύθυνση από τα εξελικτικιστικά, οικονομιστικά, ντετερμινμισιτκά και αναπτυξιστικά σχήματα που κυριάρχησαν στον σοσιαλδημοκρατικό μαρξισμό (και αργότερα στον σταλινικό ή «σοβιετικό» μαρξισμό).

Αμέσως σχεδόν μετά τη Ρωσική Επανάσταση ξεκίνησε στη Σοβιετική Ένωση μια προσπάθεια υπό τη διεύθυνση του Ριαζάνοφ, να συλλεχθούν και να εκδοθούν τα χειρόγραφα και οι επιστολές του Μαρξ και του Ένγκελς[1]. Η προσπάθεια αυτή (παρά τα τεράστια εμπόδια που δημιούργησε η επικράτηση του σταλινισμού, θύμα του οποίου υπήρξε και ο Ριαζάνοφ) οδήγησε στην έκδοση ενός πολύ μεγάλου υλικού, το οποίο όταν μελετήθηκε (η αλήθεια είναι, με καθυστέρηση κάποιων χρόνων ή και δεκαετιών μετά την πρώτη του έκδοση) πρόσφερε νέες προσεγγίσεις του μαρξισμού και ταυτόχρονα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μια νέα γενιά αγωνιστών μαρξιστών, κυρίως από τη δεκαετία του ‘60 και μετά.

Τα Grundrisse ήταν, για τα ζητήματα που διαπραγματευόμαστε, το σημαντικότερο από αυτά τα κείμενα. Στο έργο αυτό (σημειώσεις που κράτησε ο Μαρξ την περίοδο 1857-1858)[2], το οποίο ο Ρομάν Ροσντόλσκι χαρακτήρισε «εργαστήριο» του Κεφαλαίου, υπάρχει και το γνωστό πια σήμερα κεφάλαιο με τίτλο «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή. Σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται από τον σχηματισμό της κεφαλαιακής σχέσης, ή από την αρχική συσσώρευση». Το κεφάλαιο αυτό έριξε ένα νέο φως σε διάσπαρτες μέχρι τότε αναφορές και προβληματισμούς του Μαρξ (και δευτερευόντως του Ένγκελς), που είχαν να κάνουν με τα προβλήματα της ιστορικής εξέλιξης των τρόπων παραγωγής, το αναπόφευκτο και την αναγκαιότητα της διάλυσης από τον καπιταλισμό των μορφών κοινοκτημοσύνης των μέσων παραγωγής στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες (και άρα και το ζήτημα του υποτιθέμενου προοδευτικού ρόλου της αποικιοκρατίας), τη διερεύνηση των εσωτερικών δομών που συγκροτούν τις διάφορες μορφές οργάνωσης των προκαπιταλιστικών κοινωνιών και ταυτόχρονα αποτέλεσε μια τομή στην επιστημονική έρευνα στην ιστορία και την κοινωνική ανθρωπολογία, καθώς πολλοί επιστήμονες αξιοποίησαν αυτό το έργο για να μελετήσουν το αντικείμενο της έρευνάς τους.

Μια από τις επιπτώσεις που είχε αυτό το κεφάλαιο των Grundrisse, ήταν η κατάρρευση ενός συγκεκριμένου μοντέλου εξέλιξης και διαδοχής των τρόπων παραγωγής, σύμφωνα με το οποίο (υποτίθεται ότι) «Στην ιστορία είναι γνωστοί πέντε βασικοί τύποι σχέσεων παραγωγής: οι πρωτόγονες κοινοτικές, οι δουλοκτητικές, οι φεουδαρχικές, οι καπιταλιστικές και οι σοσιαλιστικές.»[3] Με αυτό το σχήμα ο Στάλιν «βελτίωσε» τη γενική διαπίστωση του Μαρξ στον Πρόλογο στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του 1859: «Σε μια πλατιά έννοια μπορούμε να πούμε πως, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο νεώτερος τρόπος της παραγωγής, είναι οι προοδευτικές εποχές της οικονομικής διαμόρφωσης της κοινωνίας»[4]. Το σταλινικό σχήμα εξοβέλισε σιωπηρά τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής από τους ιστορικούς τρόπους παραγωγής (βλ. Γιάννης Μηλιός, «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής»· είχε προηγηθεί κάποια χρόνια πιο πριν η απαγόρευση των συζητήσεων για τον ΑΤΠ στη Σοβιετική Ένωση[5]). Έκτοτε, οι ιστορικοί που ακολουθούσαν πιστά το σταλινικό δόγμα, κατέβαλαν προσπάθειες για να παραστήσουν ως φεουδαρχικό ή δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής οικονομικοπολιτικούς σχηματισμούς με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριτικά από τον μεσαιωνικό φεουδαρχισμό ή την ελληνορωμαϊκή δουλεία (την αρχαία Κίνα, την Αρχαία Αίγυπτο, τις προκολομβιανές αυτοκρατορίες της Αμερικής κτλ). Η κυκλοφορία όμως τον Grundrisse, έδειξε ότι αυτό που ονόμασε ο Μαρξ Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής στον Πρόλογο, δεν ήταν ένας φευγαλέος και πρόχειρος χαρακτηρισμός, χωρίς αναλυτικό βάθος. Στα Grundrisse ο Μαρξ ανέπτυξε με ιδιαίτερη προσοχή τα χαρακτηριστικά ενός τρόπου παραγωγής δομικά διαφορετικού τόσο σε σχέση με τη φεουδαρχία όσο και σε σχέση με τον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής. Συνοψίζοντας σχετικά με την μαρξιστική έννοια του ΑΤΠ (όπως αναπτύσσεται στα Grundrisse, στον 1ο και 3ο τόμο του Κεφαλαίου, σε κάποια άρθρα του για την Ινδία και στην αλληλογραφία με τον Ένγκελς, καθώς και σε κάποια σημεία του Αντι-Ντίρινγκ του Ένγκελς, αλλά και στις αναλύσεις τους για τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες, βλ. σχετικά: «Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής»[6]), θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα δομικά χαρακτηριστικά του ΑΤΠ είναι τα εξής: «α) Απουσία ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, β) συλλογική οργάνωση (οικονομική, πολιτική και ιδεολογική) της άρχουσας τάξης σε ένα δεσποτικό κράτος, γ) συλλογική οργάνωση της κυριαρχούμενης τάξης, των εργαζομένων, σε τοπικές κοινότητες.» (Γιάννης Μηλιός, «Η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής στον Μαρξ, ως κριτική στις εξελικτικές προσεγγίσεις της Ιστορίας»)[7].

Ίσως η πιο καθοριστική συμβολή στην επαναφορά της έννοιας του ΑΤΠ ύστερα από την ανάγνωση των Grundrisse, είναι το άρθρο του Μωρίς Γκοντλιέ [Maurice Godelier], «Ο όρος “ασιατικός τρόπος παραγωγής” και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών» που δημοσιεύτηκε το 1965 στα Cahiers du Centre d’ Etudes et de Recherches Marxistes. Το άρθρο ξαναδημοσιεύτηκε το 1969 στον τόμο του Centre d’Études et de Recherches marxistes, Sur le « mode production asiatique »[8], μαζί με μελέτες και άλλων ιστορικών και κοινωνικών ανθρωπολόγων, στις οποίες εφαρμοζόταν η μαρξιστική έννοια του ΑΤΠ σε μια σειρά από ιστορικές κοινωνίες. Σε μία από αυτές τις μελέτες του Charles Parain «Μεσογειακή πρωτοϊστορία και ασιατικός τρόπος παραγωγής», ο όρος ΑΤΠ εφαρμόζεται για τους Μεγαλιθικούς Πολιτισμούς της Δυτικής Ευρώπης, τον Μινωικό και Μυκηναϊκό Πολιτισμό και για τους Ετρούσκους (όσον αφορά τον Μυκηναϊκό πολιτισμό ο πρώτος που αναγνώρισε δομές του ΑΤΠ, χωρίς να χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο, ήταν ο Ζαν-Πιερ Βερνάν[9]).

Έκτοτε υπήρξαν πολλές μελέτες συγκεκριμένων κοινωνιών με τα χαρακτηριστικά του ΑΤΠ. Για την αρχαία Αίγυπτο, ο Andrea Zingarelli, «Ο Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής: Σκέψεις για την Αρχαία Αίγυπτο», υποστηρίζει την εγκυρότητα της μαρξιστικής θεωρίας του ΑΤΠ ως κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, υπό την κυριαρχία του οποίου αναπτύσσονται και άλλου τύπου κοινωνικές σχέσεις. Όπως έχει επισημανθεί, η έννοια του τρόπου παραγωγής δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια του κοινωνικού σχηματισμού: «ο τρόπος παραγωγής περιγράφει... την ειδοποιό διαφορά ενός συστήματος ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης»[10] «στον εσωτερικό δομικό “πυρήνα” τους»[11], ενώ «η κατηγορία του κοινωνικού σχηματισμού εμπεριέχει τις έννοιες της ιστορικής φάσης και της συγκυρίας της πάλης των τάξεων, του ταξικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων και συνεπώς των διαφοροποιημένων μορφών ταξικής κυριαρχίας, έννοιες που απουσιάζουν από την κατηγορία του τρόπου παραγωγής. […Σ]το εσωτερικό ενός […] κοινωνικού σχηματισμού εγγράφονται πάντα διάφοροι τρόποι ή μορφές παραγωγής, οι οποίοι βρίσκονται πάντα υπό την κυριαρχία»[12] του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι τα δομικά χαρακτηριστικά του ΑΤΠ, όπως προσδιορίστηκαν παραπάνω, δεν θα βρεθούν ποτέ σε αυτή την καθαρή μορφή, σε οποιαδήποτε ιστορική κοινωνία του ΑΤΠ (δηλ. κοινωνικό σχηματισμό του ασιατικού τρόπου παραγωγής). Όσον αφορά την αρχαία Αίγυπτο, μπορούν να εντοπιστούν και μορφές ατομικής ιδιοκτησίας της γης ή μορφές ελεύθερης μισθωτής εργασίας και μάλιστα ακόμα και κοινωνικές συγκρούσεις μεταξύ εργατών και εργοδότη-κράτους (βλ., Joshua J. Mark, «Αίγυπτος 1159 π.Χ.: Η πρώτη εργατική απεργία στην ιστορία»). Παρ’ όλ’ αυτά ο ΑΤΠ παραμένει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής ο οποίος υποτάσσει (ή και διαλύει) άλλους τρόπους και άλλες μορφές παραγωγής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, καθώς υπήρξε κάποια χαλάρωση των ασφυκτικών περιορισμών που είχε επιβάλει το κινεζικό καθεστώς στην ιστορική έρευνα, κάποιοι Κινέζοι ιστορικοί άρχισαν να συζητάνε σχετικά με τον ΑΤΠ και την κινεζική ιστορία[13]. Από τις συζητήσεις αυτές προέκυψαν αρκετά άρθρα, όπως για παράδειγμα του Ke Changji, «Αρχαία Κινεζική Κοινωνία και ο Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής» και του Zhao Lisheng, «Το σύστημα πηγάδι-αγροί σε σχέση με τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής», στα οποία η έννοια του ΑΤΠ εφαρμόζεται για την αρχαία Κίνα (θα πρέπει να επισημάνουμε όμως ότι και οι δύο Κινέζοι ακαδημαϊκοί δεν έχουν καταφέρει σε αυτά τα άρθρα τους να απαλλαγούν από τα εξελικτικά στοιχεία της σταλινικής εκδοχής του μαρξισμού, με αποτέλεσμα να μην αποφεύγουν απλοϊκές προσεγγίσεις και αντιφάσεις στην ανάλυσή τους, κυρίως επειδή δεν κάνουν διάκριση μεταξύ τρόπου παραγωγής και κοινωνικού σχηματισμού)[14].

Είναι σαφές ότι ο Μαρξ χρησιμοποιώντας τον όρο «ασιατική» κοινωνία (ή «ασιατικό» τρόπο παραγωγής) δεν αναφερόταν μόνο στις κοινωνίες της Ασίας. Έχει επίγνωση ότι αυτές οι σχέσεις παραγωγής έχουν μια πολύ ευρύτερη εξάπλωση, από την Σκωτία (Καρλ Μαρξ, «Η δούκισσα του Σάδερλαντ και η δουλεία») μέχρι και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στις προκολομβιανές αυτοκρατορίες των Αζτέκων και των Ίνκα. Για τους Αζτέκους το άρθρο του Alfonso Caso, «Η γαιοκτησία στους αρχαίους Μεξικανούς», αποτελεί μια ανάλυση του συστήματος γαιοκτησίας των Αζτέκων και των κοινωνικών τους δομών, που μπορούν να περιγραφούν με τον όρο ΑΤΠ (όπως υποστηρίζει και ο Μωρίς Γκοντελιέ, βλ. παραπάνω). Το γεγονός ότι ο Alfonso Caso δεν είναι μαρξιστής, δεν μειώνει το έργο του, καθιστά όμως την ανάλυσή του κάπως συγκεχυμένη σε κάποια σημεία. Το άρθρο του Heinz Dieterich, «Μερικές θεωρητικές και μεθοδολογικές παρατηρήσεις σχετικά με την αυτοκρατορία των Ίνκα και τον ασιατικό τρόπο παραγωγής», είναι μια μαρξιστική ανάλυση της ινκαϊκής κοινωνίας, η οποία για τον συγγραφέα αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση ΑΤΠ[15].

Το άρθρο του Ragıp Ege, «Καταλληλότητα και όρια της έννοιας “ασιατικός τρόπος παραγωγής” όπως εφαρμόζεται στον οθωμανικό χώρο», επιχειρεί να αναλύσει τις κοινωνικές δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό το πρίσμα της έννοιας του ΑΤΠ[16]. Όμως ο συγγραφέας δυστυχώς δεν ασχολείται στη μελέτη του και με την κοινωνική βάση των άμεσων παραγωγών (τις αγροτικές κοινότητες επί των οποίων συγκροτείται το «ασιατικό» κράτος).

Τα άρθρα για τις ιστορικές κοινωνίες του ΑΤΠ που παρουσιάζουμε, δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση μια εξαντλητική μελέτη του ζητήματος. Φωτίζουν όμως αρκετά καθαρά το ζήτημα της δυναμικής της συγκεκριμένης μαρξιστικής έννοιας, η οποία έρχεται σε ρήξη με κάθε εξελικτική και ντετερμινιστική ερμηνεία του μαρξισμού. Το γεγονός ότι ο Μαρξ επανέρχεται διαρκώς σε αυτή την ανάλυση δείχνει ότι οι αντιλήψεις του για την ιστορία και την κοινωνική εξέλιξη υπερέβαιναν τα εξελικτικά και γραμμικά μοντέλα τα οποία τοποθετούσαν τον καπιταλισμό στην ανώτερη βαθμίδα της κοινωνικής εξέλιξης, μια βαθμίδα στην οποία οδηγούσαν νομοτελειακά οι νόμοι της ιστορίας όλες τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες.

Η διεύρυνση του θεωρητικού πεδίου κατανόησης των αρχαίων κοινωνιών που πραγματοποιήθηκε με την αμφισβήτηση των γραμμικών και εξελικτικιστικών μοντέλων (είτε αστικών είτε «μαρξιστικών») παρείχε πλήθος δυνατοτήτων που αξιοποιήθηκαν από τους ερευνητές για την επανεξέταση της προϊστορίας. Αμφισβητήθηκε για παράδειγμα το επιστημονικό δόγμα που συνέδεε τη δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων με τον θεσμό της βασιλείας και τη συγκρότηση ισχυρών αρχουσών τάξεων και προτάθηκαν νέα ερμηνευτικά σχήματα (βλ. για παράδειγμα Adam S. Green, «Γιατί οι αρχαιολόγοι δεν μπορούν να βρουν στοιχεία για μια άρχουσα τάξη στον πολιτισμό του Ινδού;»).

Παρά το γεγονός ότι όταν στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 ο Μαρξ άρχισε να ασχολείται με τις προκαπιταλιστικές, μη ευρωπαϊκές αγροτικές κοινότητες, κυρίως σε σχέση με την αγγλική αποικιοκρατία στην Ινδία, οι απόψεις του (όπως και του Ένγκελς) ήταν σαφώς εξελικτικιστικές και άρα αποδεχόταν έναν προοδευτικό ρόλο για την αποικιοκρατία (σε αυτά τα κείμενα του 1853 εστιάζουν οι επικριτές του), πολύ γρήγορα άρχισε να μετατοπίζεται (όπως άλλωστε και ο Ένγκελς) προς ριζικά διαφορετικές θέσεις. Η μετατόπιση όμως αυτή δεν έγινε ταυτόχρονα με τη συγκρότηση μιας συνεκτικής θεωρίας, αλλά κυρίως σε σχέση με τη θέση που έπρεπε να πάρει για επίκαιρα ζητήματα (το ίδιο ισχύει και για τον Ένγκελς, αλλά με διαφοροποιήσεις). Έτσι, ενώ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1850, φαίνεται ότι και οι δύο πιστεύουν ότι η αποικιοκρατία, παρά τα εγκλήματά της, θα εκπολιτίσει τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, οι οποίες είναι (τουλάχιστον με τη μορφή του ασιατικού τρόπου παραγωγής) στάσιμες και ανίκανες να εξελιχθούν από δικές τους εσωτερικές κοινωνικές δυναμικές, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας έχουν αλλάξει άποψη και τάσσονται υπέρ των λαών αυτών των κοινωνιών στους αγώνες τους ενάντια στην αποικιοκρατία (βλ. Φρίντριχ Ενγκελς, «Aφγανιστάν [Για τον Πρώτο Αγγλο-Αφγανικό Πόλεμο]», Μαρξ, «Η ινδική εξέγερση», Ένγκελς, «Η Περσία και η Κίνα»[17] – και τα τρία άρθρα γράφτηκαν το 1857). Στα κείμενα αυτά φαίνεται ξεκάθαρα η θέση που παίρνουν στις συγκεκριμένες συγκρούσεις (υπέρ των αποικιοκρατούμενων), δεν διατυπώνεται όμως ένας θεωρητικός προβληματισμός σε σχέση με το ζήτημα, εάν η καταστροφή των προκαπιταλιστικών κοινωνιών αποτελεί προϋπόθεση της κοινωνικής και ιστορικής τους εξέλιξης, ή εάν οι αντιστάσεις αυτών των λαών απέναντι στην αποικιοκρατία και απέναντι στη διάλυση των κοινωνικών τους δομών από τον καπιταλισμό, διαμορφώνει τους όρους μιας κοινωνικής εξέλιξης προς ανώτερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Το ίδιο ισχύει και με την ανάλυση που αναπτύσσει ο Μαρξ σχετικά με την Πρωταρχική Συσσώρευση στο τέλος του 1ου τόμου του Κεφαλαίου: ενώ ο Μαρξ περιγράφει σε φορτισμένο ύφος τις καταστροφές του καπιταλισμού στις μεσαιωνικές αγροτικές κοινότητες της Ευρώπης (περιφράξεις στην Αγγλία) και στις αποικίες, δεν διαφαίνεται μια σαφής θέση για το αν αυτές οι καταστροφές ήταν απαραίτητο να συμβούν προκειμένου να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για τη μετάβαση σε ένα ανώτερο κοινωνικό στάδιο (του σοσιαλισμού) και για το αν είναι υποχρεωτικό να ξανασυμβούν και σε άλλα μέρη του κόσμου. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, είναι ότι ήδη από την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς κάποιοι οπαδοί τους έδωσαν μια γραμμική ερμηνεία στις αναλύσεις του Κεφαλαίου.

Έτσι, προς το τέλος περίπου της δεκαετίας του 1870, τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς, υποχρεώθηκαν να πάρουν αποστάσεις από συγκεκριμένες ερμηνείες της θεωρίας τους οι οποίες διακηρύσσονταν από τους οπαδούς τους ως θεμέλια του «μαρξισμού». Σε μια ίσως από τις πιο γνωστές επιστολές του ο Ένγκελς απέρριψε μια οικονομίστικη εκδοχή του μαρξισμού, σύμφωνα με την οποία οι οικονομία καθορίζει τα πάντα: «Θεωρούμε τις οικονομικές συνθήκες ως τον παράγοντα που σε τελική ανάλυση καθορίζει την ιστορική εξέλιξη. Ωστόσο, η φυλή είναι και αυτή ένας οικονομικός παράγοντας. Εδώ, όμως, δεν πρέπει να παραβλέψουμε δύο σημεία: (α) Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, λογοτεχνική, καλλιτεχνική κ.λπ. ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική ανάπτυξη. Όμως, όλα αυτά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και επίσης με την οικονομική βάση.» (Φρίντριχ Ένγκελς, «Επιστολή στον Μπόργκιους [ή Επιστολή στον Στάρκενμπουρκ]») Και επίσης: «Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, το καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι σε τελική ανάλυση η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. […] Επομένως, αν κάποιος διαστρεβλώνει αυτό το επιχείρημα λέγοντας ότι το οικονομικό στοιχείο είναι το μόνο καθοριστικό, μετατρέπει αυτή την πρόταση σε μια άσκοπη, αφηρημένη και χωρίς νόημα φράση.» (Φρίντριχ Ένγκελς, «Επιστολή στον Μπλοχ»). Σε αυτές τις παρεμβάσεις τους δεν διορθώνουν μόνο τους οπαδούς τους που δεν μπορούν να αντιληφθούν σε βάθος τη θεωρία τους. Εν μέρει, διορθώνουν και τις δικές τους θεωρητικές θέσεις, επιχειρώντας να τις «καθαρίσουν» από εξελικτικιστικές και οικονομιστικές τάσεις, οι οποίες ήταν υπαρκτές. Για τον Μαρξ αυτές οι «διορθώσεις» επικεντρώθηκαν σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες.

Η τσαρική Ρωσία ήταν μια από τις χώρες στις οποίες το Κεφάλαιο του Μαρξ γνώρισε τη μεγαλύτερη ίσως διάδοση. Μάλιστα, η πρώτη μετάφρασή του έγινε στα ρωσικά το 1872. Αυτή την εποχή στη Ρωσία δρούσε μια επαναστατική ομάδα, η Ζέμλια ι Βόλια (Γη και Ελευθερία, αργότερα Λαϊκή Θέληση / Ναρόντναγια Βόλια, απ’ όπου και το όνομα των μελών τους: ναρόντνικοι), η οποία αν και δεν ήταν μαρξιστική, υποδέχτηκε πολύ θετικά το Κεφάλαιο και διατηρούσε επαφές με τον Μαρξ (μάλιστα ο μεταφραστής του Κεφαλαίου Νικολάι Ντανιέλσον ήταν μέλος αυτής της ομάδας). Ταυτόχρονα, στα τέλη της δεκαετίας του 1870 εμφανίστηκε και μία ομάδα μαρξιστών, οι οποίοι διαχωρίστηκαν από τους ναρόντνικους (οι πιο σημαντικοί πρώτοι Ρώσοι μαρξιστές ήταν η Βέρα Ζασούλιτς, ο Γκεόργκι Πλεχάνοφ και ο Πάβελ Άξελροντ). Ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες ξεκίνησε μια αντιπαράθεση σχετικά με τις αγροτικές κοινότητες της Ρωσίας. «Οι κοινωνικές σχέσεις που συνείχαν [αυτές] τις κοινότητες δεν ανάγονταν στο φεουδαρχικό, αλλά στον ασιατικό τρόπο παραγωγής: Η κατοχή (το δικαίωμα χρήσης) των μέσων παραγωγής ανήκε στους μεμονωμένους παραγωγούς, περιερχόταν όμως σ’ αυτούς μέσω της κοινοτικής συλλογικότητας (αποκτούσαν γη για καλλιέργεια επειδή ανήκαν στην κοινότητα, ως μέλη της κοινότητας)»[18]. Οι κοινότητες αυτές αν και είχαν επιβιώσει από την αγροτική μεταρρύθμιση του 1861, βρίσκονταν αντιμέτωπες με την προοπτική της διάλυσής τους λόγω της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία και της καπιταλιστικής επέκτασης στην αγροτική οικονομία. Οι Ρώσοι μαρξιστές υποστήριζαν ότι η διάλυση των κοινοτήτων αυτών, παρά τον «κομμουνιστικό» τους χαρακτήρα, ήταν όχι μόνο αναπόφευκη αλλά και επιθυμητή, καθώς έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για την πλήρη καπιταλιστική ανάπτυξη και, κατ’ επέκταση τη συγκρότηση μιας ισχυρής και πλειοψηφικής εργατικής τάξης που θα αγωνιζόταν για τον σοσιαλισμό. Για να υποστηρίξουν την άποψή τους επικαλούνταν τις αναλύσεις του Κεφαλαίου. Οι ναρόντνικοι διαφωνούσαν κι υποστήριζαν ότι αυτές οι «κομμουνιστικές» αγροτικές κοινότητες θα έπρεπε να υποστηριχτούν από τους επαναστάτες, καθώς αποτελούσαν τη βάση που θα επέτρεπε στη Ρωσία να περάσει στον κομμουνισμό, χωρίς να προηγηθεί η καπιταλιστική πρωταρχική συσσώρευση. Μάλιστα αντέτειναν στους Ρώσους μαρξιστές ότι πουθενά στο Κεφάλαιο δεν αναφέρεται ότι είναι υποχρεωτική η επικράτηση του καπιταλισμού, ως απαραίτητο βήμα προς τον κομμουνισμό.

Ο συγγραφέας του Κεφαλαίου θα έπρεπε να πάρει θέση σε αυτή την αντιπαράθεση που είχε προκαλέσει το έργο του, καθώς οι οπαδοί του τού ζήτησαν να πει την άποψή του. Οι απόψεις του Μαρξ για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία και τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες αναπτύσσονται σε μία επιστολή του 1877, στην οποία δηλώνει ότι στο «ερώτημα αν η Ρωσία πρέπει να ξεκινήσει, όπως επιθυμούν οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι της, καταστρέφοντας την αγροτική κοινότητα για να περάσει σε ένα καπιταλιστικό σύστημα ή αν, αντίθετα, μπορεί να αποκτήσει όλους τους καρπούς αυτού του συστήματος χωρίς να υποστεί τα βάσανά του, εξελίσσοντας τις δικές της ιστορικές συνθήκες», ο ίδιος τάσσεται υπέρ της δεύτερης λύσης (Καρλ Μαρξ, «Επιστολή στο Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι»). Διαμαρτύρεται μάλιστα επειδή επιχειρήθηκε να μεταμορφωθεί «το ιστορικό μου σχεδιάγραμμα της γένεσης του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη σε μια ιστορικοφιλοσοφική θεωρία της γενικής ανάπτυξης, που επιβάλλεται από τη μοίρα σε όλους τους λαούς, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται, προκειμένου να φτάσουν τελικά σ’ αυτόν τον οικονομικό σχηματισμό που, με ένα τεράστιο άλμα των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας, εξασφαλίζει την πιο ολοκληρωμένη ανάπτυξη κάθε μεμονωμένου παραγωγού.»

Μια πολύ πιο εκτεταμένη παρουσίαση των απόψεών του σχετικά με αυτό το ζήτημα επιχείρησε στην απάντηση προς τη Βέρα Ζασούλιτς, η οποία του ζήτησε την άποψή του για τις αντιπαραθέσεις των Ρώσων μαρξιστών με τους ναρόντνικους για τις αγροτικές κοινότητες. Έχουν διασωθεί τρία εκτεταμένα προσχέδια απάντησης, ένα σύντομο προσχέδιο και, τελικά, μια πολύ πιο σύντομη απάντηση που στάλθηκε στη Ζασούλιτς και στην οποία δηλώνει ότι: «Το “ιστορικά αναπόφευκτο” αυτής της πορείας περιορίζεται επομένως ρητά στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. […] Στην περίπτωση της Δύσης, λοιπόν, μια μορφή ιδιωτικής ιδιοκτησίας μετατρέπεται σε μια άλλη μορφή ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση των Ρώσων αγροτών, ωστόσο, η κοινοτική ιδιοκτησία τους θα έπρεπε να μετατραπεί σε ιδιωτική ιδιοκτησία.» (Καρλ Μαρξ, «Απάντηση στη Βέρα Ζασούλιτς»). Στα προσχέδια όμως αναπτύσσεται μια πολύ βαθύτερη ανάλυση σχετικά με τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες και το μη αναπόφευκτο του καπιταλισμού: «Η απάντησή μου είναι ότι, χάρη στον μοναδικό συνδυασμό συνθηκών στη Ρωσία, η αγροτική κοινότητα, η οποία εξακολουθεί να είναι εδραιωμένη σε εθνική κλίμακα, μπορεί σταδιακά να αποτινάξει τα πρωτόγονα χαρακτηριστικά της και να αναπτυχθεί άμεσα ως στοιχείο συλλογικής παραγωγής σε εθνική κλίμακα. Ακριβώς επειδή είναι σύγχρονη με την καπιταλιστική παραγωγή, η αγροτική κοινότητα μπορεί να αξιοποιήσει όλα τα θετικά της επιτεύγματα χωρίς να υποστεί τις [τρομερές] ανατροπές της. […] Εν ολίγοις, η αγροτική κοινότητα το βρίσκει [σ.τ.μ. - το καπιταλιστικό σύστημα] σε κατάσταση κρίσης που θα τελειώσει μόνο όταν το κοινωνικό σύστημα εξαλειφθεί μέσω της επιστροφής των σύγχρονων κοινωνιών στον “αρχαϊκό” τύπο της κοινοτικής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με έναν Αμερικανό συγγραφέα, ο οποίος, υποστηριζόμενος στο έργο του από την κυβέρνηση της Ουάσιγκτον, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ύποπτος για επαναστατικές τάσεις, [“το ανώτερο επίπεδο”] “το νέο σύστημα” προς το οποίο τείνει η σύγχρονη κοινωνία “θα είναι μια αναβίωση, σε ανώτερη μορφή, ενός αρχαϊκού κοινωνικού τύπου”. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας τρομάζει υπερβολικά η λέξη “αρχαϊκός”». (Βλ. πιο αναλυτικά για τις αγροτικές κοινότητες: Ian Angus, «Ο Μαρξ και ο Ένγκελς και οι αγροτικές κοινότητες της Ρωσίας»· και Brett Clark, Hannah Holleman, John Bellamy Foster, «Ο Μαρξ και οι Ιθαγενείς»).  Εν ολίγοις, ο Μαρξ –συμφωνώντας περισσότερο με τους ναρόντνικους παρά με τους Ρώσους μαρξιστές– θεωρεί ότι η ρωσική «κομμουνιστική» αγροτική κοινότητα μπορεί, όχι μόνο να αντισταθεί στη διάλυσή της από τον καπιταλισμό, αλλά να αποτελέσει και τη βάση για μια κομμουνιστική κοινωνία, στην οποία θα μπορούσε να οδηγήσει μια συνδυασμένη επανάσταση της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής δύσης και των Ρώσων χωρικών (Kevin B. Anderson, «Ο Μαρξ για τα κοινοτικά χωριά ως τόπους επανάστασης στη Ρωσία και πέρα από αυτήν»). Και μάλιστα, η επανάσταση των Ευρωπαίων εργατών, μπορεί να πυροδοτηθεί από την εξέγερση της ρωσικής αγροτιάς. Ο Ένγκελς κατέληξε και αυτός σε παραπλήσια συμπεράσματα, αν και ήταν πολύ λιγότερο αισιόδοξος για τις προοπτικές επιβίωσης της ρωσικής αγροτικής κοινότητας (βλ. Φρίντριχ Ένγκελς, «Επιστολή στον Νικολάι Ντανιέλσον» και κυρίως Φρίντριχ Ένγκελς, «Για τις κοινωνικές σχέσεις στη Ρωσία»).

Ο Αμερικανός συγγραφέας τον οποίο αναφέρει ο Μαρξ στο προσχέδιο επιστολής προς της Ζασούλιτς, είναι ο ιδρυτής της κοινωνικής ανθρωπολογίας Λιούις Μόργκαν. Είναι γνωστό ότι οι έρευνες του Μόργκαν και το βιβλίο του Αρχαία Κοινωνία (1877) άσκησαν τεράστια επιρροή στις κοινωνικές επιστήμες σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του. Ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο του Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας…, στηρίζεται στο έργο του Μόργκαν. Όμως και ο Μαρξ ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το έργο και, όπως ξέρουμε σήμερα, το μελέτησε διεξοδικά.

Τόσο ο Μαρξ, όσο και ο Ένγκελς, είχαν εκδηλώσει από την αρχή της θεωρητικής και συγγραφικής τους δραστηριότητας έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία και γ’ αυτό το πεδίο έρευνας που ονομάστηκε αργότερα κοινωνική ανθρωπολογία. Το ενδιαφέρον αυτό δεν ήταν ανεξάρτητο από τις οικονομικο-κοινωνικές τους μελέτες, καθώς ενδιαφέρονταν να κατανοήσουν την ιστορική διαδικασία διαμόρφωσης των κοινωνικών δομών που συνθέτουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και των τρόπων παραγωγής που προηγήθηκαν. Η σκέψη τους εξελισσόταν, εν μέρει στη βάση των προόδων που πραγματοποιούνταν σε αυτά τα επιστημονικά πεδία (ιστορίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας) και εν μέρει στη βάση των προόδων των δικών τους ερευνών. Και θα πρέπει να τονιστεί, ότι η πρόοδος των δικών τους ερευνών συναρτώνταν άμεσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο. Έτσι, όπως αναφέραμε, η σκέψη τους μετακινήθηκε από μία αποδοχή της αποικιοκρατίας (του «εκπολιτιστικού» της ρόλου) στην κατηγορηματική της απόρριψη και την υποστήριξη των αποικιοκρατούμενων, αν και αυτό δεν αποκρυσταλλώθηκε ποτέ σε μια συνεκτική θεωρία. Πολύ περισσότερο, εγκατέλειψαν τα γραμμικά και αναπτυξιστικά μοντέλα ιστορικής εξέλιξης και υιοθέτησαν θέσεις που έδιναν προτεραιότητα στην ταξική πάλη, ως παράγοντα κοινωνικής/ιστορικής εξέλιξης. Μια αντίστοιχη μετατόπιση συντελέστηκε και στις απόψεις τους για τα καταπιεσμένα έθνη (Kevin B. Anderson, «Όχι μόνο το κεφάλαιο και η τάξη: Ο Μαρξ για τις μη δυτικές κοινωνίες, τον εθνικισμό και την εθνικότητα»). Από την άποψη περί «λαών χωρίς ιστορία», μετακινήθηκαν προς την υποστήριξη των καταπιεσμένων εθνών, ως προϋπόθεσης του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.

Το βιβλίο του Μόργκαν προκάλεσε βαθιά εντύπωση στον Μαρξ, καθώς ο ίδιος είχε αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για την εθνολογία, κυρίως με την επαφή του με τον Μαξίμ Καβαλέφσκι και το έργο του. Η ανάγνωση του έργου του Μόργκαν ώθησε τον Μαρξ να ασχοληθεί διεξοδικά με τα έργα των κοινωνικών ανθρωπολόγων της εποχής, τα οποία όχι μόνο μελέτησε, αλλά αντέγραψε εκτενή αποσπάσματα, δίπλα στα οποία έγραψε παρατηρήσεις και σχόλια (1881-1882). Αυτά τα σχολιασμένα αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν το 1972 με τίτλο Τα Εθνολογικά Σημειωματάρια του Καρλ Μαρξ, από τον Λόρενς Κράντερ[19], αποτελούν την τελευταία συνεισφορά από τον ίδιο τον Μαρξ στη διαμόρφωση και εξέλιξη του μαρξισμού, 90 χρόνια μετά τον θάνατό του συγγραφέα τους. Δεν πρόκειται για ένα συγκροτημένο, έτοιμο για δημοσίευση κείμενο και μάλλον η ανάγνωσή του είναι εξαιρετικά κοπιαστική (κι αυτό εν μέρει εξηγεί το γιατί το κείμενο αυτό εξακολουθεί να είναι σχεδόν άγνωστο), αλλά η σημασία του για τον μαρξισμό είναι εξαιρετικά κρίσιμη (Franklin Rosemont, «Ο Καρλ Μαρξ και οι Ιροκέζοι»). Στο έργο αυτό ο Μαρξ, εξετάζοντας τις κοινωνικές δομές και τον πολιτισμό αρχαϊκών κοινωνιών χωρίς γραφή, έρχεται σε πλήρη ρήξη με τα γραμμικά και εξελεκτικά σχήματα, δηλώνοντας με τόλμη, ότι οι πρωτόγονες κομμουνιστικές δομές, θα αναβιώσουν, σε ένα ανώτερο στάδιο στην κομμουνιστική κοινωνία, την οποία, όπως ο ίδιος υπερηφανευόταν, έδειξε με τις αναλύσεις τους ότι αποτελεί τον ορίζοντα της ταξικής πάλης ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη.

Παρ’ όλο που τα Τα Εθνολογικά Σημειωματάρια, δεν έχουν ακόμα ασκήσει την πλατιά επιρροή που άσκησαν για παράδειγμα τα Φιλοσοφικά Τετράδια ή τα Grundrisse, συνέβαλαν ωστόσο στη συγκρότηση μιας επιστημονικής μεθοδολογίας για τη μελέτη των αρχαϊκών και πρωτόγονων κοινωνιών και κυρίως σε εκείνα τα στάδια κοινωνικής εξέλιξης στα οποία υπάρχει συλλογική (κοινοτική) ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και δεν υπάρχουν κοινωνικές τάξεις (για παράδειγμα βλ. Camilla Power, «“Κομμουνισμός στη ζωή” – Τι μπορεί να μας διδάξει η πρώιμη ανθρώπινη κοινωνία για το μέλλον;»· Richard B. Lee, «Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και ανθρώπινη εξέλιξη: Νέο φως σε παλιές συζητήσεις»· και Bernhard Brosius, «Από το Çayönü στο Çatalhöyük – ανάδυση και ανάπτυξη μιας ισότιμης κοινωνίας»).

Σ’ αυτές τις σημειώσεις του Μαρξ αποσαφηνίζεται και το ζήτημα των απόψεών του για την αποικιοκρατία και την διάλυση των προκαπιταλιστικών, κοινοτικών μορφών ιδιοκτησίας. Μια ιδιαίτερη περίπτωση που απασχόλησε τον Μαρξ είναι η Αλγερία, όπου ο Μαρξ έμεινε κάποιους μήνες, για λόγους υγείας, το 1882, τον τελευταίο χρόνο της ζωής του. Ο Μαρξ (διαβάζοντας τον Κοβαλέφσκι) γράφει με ενθουσιασμό για την κοινοτική ιδιοκτησία στην Αλγερία και με οργή για τη γαλλική αποικιοκρατία η οποία διέλυσε αυτές τις δομές και εξόντωσε τον αλγερινό πληθυσμό (Marcello Musto, «Ο Καρλ Μαρξ και η Αραβική Απελευθέρωση»).

Στα Εθνολογικά Σημειωματάρια ο Μαρξ (μελετώντας τα έργα της εποχής του για όλες τις πτυχές του πολιτισμού των αρχαϊκών λαών) ασχολείται επίσης με ζητήματα οικογένειας και φύλου και εντυπωσιάζεται από τα υψηλά επίπεδα ισότητας των φύλων σε αυτές τις κοινωνίες, ενώ διαμορφώνει ο ίδιος μια αντίληψη για την εξέλιξη της οικογένειας (οι απόψεις αυτές καταγράφτηκαν μόνο εν μέρει στο έργο του Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας…), εντάσσοντας αυτά τα ανθρωπολογικά παραδείγματα που συγκεντρώνει σε μια ευρύτερη προοπτική χειραφέτησης (Marcello Musto, «Μια επανεκτίμηση των Εθνολογικών Σημειωματαρίων του Μαρξ. Οικογένεια, Φύλο, Άτομο έναντι Κράτους και Αποικιοκρατία»).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα Εθνολογικά Σημειωματάρια (παρά την αποσπασματική μορφή τους) αποτελούν μια ολοκληρωμένη θεωρητική συμβολή του Μαρξ στα ζητήματα της συνάντησης/σύγκρουσης του καπιταλισμού με τις προκαπιταλιστικές κοινωνικές δομές και άρα και με το ζήτημα της αποικιοκρατίας, αλλά μια θεωρητική συμβολή που τοποθετείται σταθερά στην πλευρά των αποικοκρατούμενων. Από αυτή την άποψη, ο μαρξισμός δεν είναι άλλη μία ευρωκεντρική θεωρία, αλλά μια θεωρία που συγκρούεται με τον ευρωκεντρισμό σε κάθε σύστημα σκέψης, αναδεικνύοντας την ανάγκη των συντονισμένων αγώνων όλων των καταπιεσμένων, ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης και εκμετάλλευσης.

Άρα λοιπόν, για να αγωνιστούμε σήμερα ενάντια στις σύγχρονες μορφές αποικιακής καταπίεσης, όπως εκδηλώνονται για παράδειγμα στη γενοκτονία των Παλαιστινίων, στη συνεχιζόμενη καταπίεση και εθνοκάθαρση των αυτοχθόνων λαών στις Αμερικές και την Αυστραλία, ή στην εθνοκάθαρση των Ουιγούρων από το κινεζικό καθεστώς, δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουμε τον μαρξισμό, ούτε να τον διορθώσουμε υποβαθμίζοντας τον παράγοντα της ταξικής πάλης, αλλά αυτό που χρειάζεται είναι μάλλον να διαβάσουμε περισσότερο Μαρξ, με τρόπο κριτικό απέναντι σε όλες τις εκδοχές του μαρξισμού.

 

Σημειώσεις

[1] Nicolás González Varela, «Νταβίντ Ριαζάνοφ, ένας επαναστάτης μελετητής του μαρξισμού», e la libertà, 29 Φεβρουαρίου 2024, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/9467-%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AF%CE%BD%CF%84-%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%86,-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D.

[2] Marcello Musto, «Διάδοση και Υποδοχή των Grundrisse Ανά τον Κόσμο. Συμβολή στην Ιστορία του Μαρξισμού», Θέσεις, τεύχος 104, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2008, https://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=1044:grundrisse&catid=116&Itemid=113.

[3] J. V. Stalin, “Dialectical and Historical Materialism”, 1938. Διαθέσιμο στο: Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/reference/archive/stalin/works/1938/09.htm.

[4] Καρλ Μαρξ, Κριτική στην Πολιτική Οικονομία, Εκδόσεις Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα 1956, σελ. 8.

[5] Stephen P. Dunn, The Fall and Rise of the Asiatic Mode of Production, Routledge, Νέα Υόρκη, 1982, σσ. 7-37· Joshua A. Fogel, “The Debates over the Asiatic Mode of Production in Soviet Russia, China, and Japan”, The American Historical Review, τόμος 93, τεύχος 1, Φεβρουάριος 1988, σσ. 56-79.

[6] Lawrence Krader, The Asiatic Mode of Production: Sources, Development and Critique in the Writings of Karl Marx, Van Gorcum 1975.

[7] Στο Γιάννης Μηλιός, Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σσ. 255-281. Για τον ΑΤΠ βλ επίσης Φέρεντς Τοκάι, Για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χ.χ.έ. [στα ουγγρικά: Ferenc Tőkei, Az „ázsiai termelési módkérdéséhez, Kossuth Könyvkiadó, Βουδαπέστη 1965]· Ernest Mandel, «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κεφαλαίου», Θέσεις, τεύχος 57, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1996, μετάφραση – επιμέλεια – σχόλια Δημήτρης Χρ. Ξιφαράς, https://theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=554:category-554&catid=59&Itemid=113 (περιλαμβάνεται στο Ερνέστ Μαντέλ, Γένεση και Εξέλιξη των Οικονομικών θεωριών του Κάρλ Μάρξ, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1975, μετάφραση Σταύρος Καμπουρίδης)· Γιώργος Ρούσης, Ασιατικός τρόπος παραγωγής και σοσιαλισμός, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989· Γιώργος Οικονομάκης, Ιστορικοί Τρόποι Παραγωγής. Καπιταλισιτκό Σύστημα και Γεωργία, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σσ. 66-81.

[8] Maurice Godelier, «La notion de “mode de production asiatique” et les schemas marxistes d’ evolution des societes», Cahiers du Centre d Etudes et de Recherches Marxistes, τεύχη 26-27, 1964· αναδημοσίευση στο Centre d’Études et de Recherches marxistes, Sur le « mode production asiatique », Éditions sociales, 1969, σσ. 55-100.

[9] Jean-Pierre Vernat, Οι απαρχές της αρχαίας ελληνικής σκέψης, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992, μετάφραση Ελένη Κακοσαίου.

[10] Μηλιός, Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, ό.π., σελ. 99.

[11] Μηλιός, Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, Εξάντας, Αθήνα 1988, σελ. 67.

[12] Μηλιός, ό.π., σελ. 67.

[13] Timothy Brook, “Introduction” στο Timothy Brook (επιμ.), The Asiatic Mode of Production in China, Routledge 2016 [α΄ έκδ. Sharpe 1989].

[14] Για τον ΑΤΠ στην ιστορία της Κίνας βλ. επίσης Φέρεντς Τοκάι, Για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής, ό.π., τρίτο κεφάλαιο, σσ. 105-136.

[15] Για τον ΑΤΠ της αυτοκρατορίας των Ίνκα βλ. επίσης: Maurice Godelier, «Η έννοια του “οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού”: Το παράδειγμα των Ίνκα», στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Α΄, Gutenberg, Αθήνα 1988· και Maurice Godelier, «Σχετικά με την αναντιστοιχία μεταξύ μορφής και περιεχομένου των κοινωνικών σχέσεων. Νέες σκέψεις πάνω στο παράδειγμα των Ίνκα», στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Β΄, Gutenberg, Αθήνα 1992.

[16] Για τις κοινωνικές δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον ΑΤΠ, βλ. Επίσης Γιάννης Μηλιός, Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, ό.π., σσ. 165-177. Επίσης, Halil İnalcık, Οθωμανική Αυτορκρατορία. Η Κλασσική Εποχή 1300-1600, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995, μετάφραση Κοκολάκης Μιχάλης, κυρίως σσ. 183-207 και 391-421. Αν και ο İnalcık δεν δέχεται την έννοια του ΑΤΠ (μάλλον όμως στην εκδοχή του Βιτφόγγελ), η ανάλυσή του για την Οθωμανική Αυτοκρατορία επιβεβαιώνει επί της ουσίας ότι πρόκειται για ένα κοινωνικό σύστημα που θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινωνικός σχηματισμός ΑΤΠ· επίσης, Halil İnalcık και Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 1300-1600, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008, μετάφραση Μαρίνος Σαρηγιάννης (κυρίως σελ. 114-172)· και Halil İnalcık και Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2011, μετάφραση Μαρίνα Δημητριάδου.

[17] Φρίντριχ Ένγκελς, «Η Περσία και η Κίνα» στο Karl Marx, Friedrich Engels, Η Αποικιοκρατία στην Ασία / Ινδία, Περσία, Αφγανιστάν, Άγρας, Αθήνα 2003, μετάφραση Σάββας Μιχαήλ, σελ. 75-85.

[18] Γιάννης Μηλιός, Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, ό.π. σελ. 217.

[19] Lawrence Krader, The Ethnographical Notebooks of Karl Marx, Van Gorcum & Co., Άσσεν 1972. https://www.marxists.org/archive/marx/works/1881/ethnographical-notebooks/notebooks.pdf.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026 03:19
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγή

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.